WeRead Powered by ReaderPub
Διηγήματα του Γυλιού cover

Διηγήματα του Γυλιού

Chapter 22: Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Τ Ο Υ Ν Ο Τ Α Ρ Α 24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1827
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The collection gathers short narratives and lyrical pieces portraying everyday life in small communities, alternating folk-derived ballads and close-third depictions of neighbors, gossip, and domestic anxieties. Stories move between communal memory and immediate scenes: public recitations of historical loss, street talk about a feared foreign murderer, and a mother's worry for her working daughter. Recurring themes include rumor, social pressure, economic precarity, and the interplay of tradition and modern anxieties. The voice blends folkloric diction, vivid local detail, and ironized observation to render characters' hopes, fears, and compromises within constrained social environments.

Τ' Α Ρ Μ Α Τ Α

Τ' ανδρειωμένου τ' άρματα δεν πρέπει να πουλιώνται
Μόν πρέπει να είνε σ' εκκλησιά κ' εκεί να λειτουργιώνται.
Να κρέμωνται ψηλά ψηλά σ' αραχνιασμένον πύργο
Σκουριά να τρώει τ' άρματα κ' η γη τον αντρειωμένο.

Ν Α Υ Μ Α Χ Ι Α Τ Η Σ Κ Α Σ Α Ν Δ Ρ Α Σ 1807

Μαύρο καράβι αρμένιζε στα μέρη της Κασάνδρας
Είχε πανιά κατάμαυρα και τ' ουρανού παντιέρα
Εμπρός κορβέτα μ' άλικο μπαϊράκι της εβγήκε
Μάινα, φωνάζει, τα πανιά! Ρίξε τα, λέγει, κάτω!
Δεν τα μαϊνάρω τα πανιά κι ουδέ τα ρίχνω κάτω
Μη με θαρρείτε νιόνυφη να βγω να προσκυνήσω
Εγώ είμαι ο Γιάννης του Σταθά, γαμπρός του Μπουκαβάλα
Τράκο λεβέντες! Ρίξετε στην πλώρη το καράβι!
Των Τούρκων αίμα χύσετε, άπιστους μην ψηφάτε!
Οι Τούρκοι βόλταν έρριξαν κι εγύρισαν την πλώρη
Πρώτος ο Γιάννης πέταξε με το σπαθί στο χέρι.
Στα μπούνια τρέχουν αίματα, θάλασσα κοκκινίζει
Αλλάχ Αλλάχ! οι άπιστοι κράζουν και προσκυνάνε.

Τ Ο Ζ Ο Υ Δ Ι Ο

Κατά τον περασμένο Οκτώβριο εβγήκα μία ημέρα εις το κυνήγι. Είχε βρέξη και το χώμα ήτο μαλακό και εβούλιαζε εις το πάτημα ως παχύμαλλο καινούργιο ταπέτο. Αι πρώται πνοαί του φθινοπώρου είχαν έλθη και τα δέντρα ήρχισαν να χάνουν τα φύλλα τους, τα οποία κίτρινα υπεχώρουν εις το παραμικρόν φύσημα του ανέμου. Τ' αμπέλια ήσαν έρημα. Κανείς δεν εγύριζε να τα ιδή τόρα που έχασαν τον γλυκόχυμον καρπόν τους, όπως μια μαραμένην καλλονήν. Ο μούστος έβραζεν εις τα βαρέλια και επερίμενε τον Άι δημήτρη διά να χυθή εις τα ποτήρια και να δροσίση τα διψασμένα χείλη κάθε κρασοπατέρα.

Αφού επλανήθην επί πολύ και έκαυσα την μπαρούτη ανωφελώς, εκάθισα το μεσημέρι κοπιασμένος κάτω από μίαν λεύκαν, κοντά εις το χείλος διαυγούς ρυακίου. Έβγαλα από την τσάντα μου ολίγον ψωμί και τυρί, έρριξα το ανάλογο μερίδιον εις τα σκυλιά και έφαγα το υπόλοιπον με μεγάλη όρεξι. Μετά εξηπλώθην εις τον ίσκιο της λεύκας και αφού εσκέπασα με την ψάθα το πρόσωπόν μου προσεπάθουν να κοιμηθώ.

Φαίνεται όμως ότι δεν ήτο πεπρωμένον να κοιμηθώ, διότι μόλις ήρχισε να με κυριεύη η νάρκη, η προηγουμένη του ύπνου, τα σκυλιά ήρχισαν να γαυγίζουν δυνατά. Εσήκωσα το κεφάλι και είδα ερχόμενον προς εμέ με το όπλον επ' ώμου τον αγροφύλακα. Τον εγνώρισα από τον μαύρον στεμματοφόρον σκούφον του.

— Γεια — χαρά· είπε πλησιάζων και στηρίζων κατά γης το όπλον του.

— Καλώς τονε.

— Βάρεσες τίποτε;

— Όχι… δε βρήκα.

— Έχεις καπνό; Έχω από προχτές να πάω στο χωρό και κάηκα για τσιγάρο.

— Έχω· πάρε· του είπα, και του έδωσα φύλλον σιγαροχάρτου.

— Δε θέλω χαρτί· φουμάρω με πούσι. Και έδειξε μικρόν και λεπτόν φύλλον αραβοσίτου που μεταχειρίζονται αντί σιγαροχάρτου για οικονομίαν οι περισσότεροι χωρικοί.

Του έδωκα καπνό και έκαμε τσιγάρο. Αλλά παρετήρησα ότι από καιρού εις καιρόν εσήκωνε τα μάτια και με κοίταζε με κάποια περιέργεια και ανησυχία.

— Έλα κάτσε· του είπα. Γιατί στέκεσαι και σε βαρεί ο ήλιος;

— Όχι! μου είπε χαμογελώντας. Σ' αυτό το δέντρο δεν κάθουνται οι άνθρωποι.

— Γιατί;

Αντί να απαντήση άπλωσε το χέρι και μου έδειξε την ρίζαν του δέντρου. Γύρω εις τον κορμόν της λεύκας το χώμα ήτο σκαμμένο και απάνω του αφημένο ένα σκουριασμένο τσεκούρι. Εις την ρίζαν του κορμού ήσαν ανοιγμένοι τέσσερες λάκκοι και μέσα εις αυτούς είχαν εμπηχθή τέσσερα χοντρά και μεγάλα καρφιά. Εγύρισα και κοίταξα με απορία τον αγροφύλακα.

— Πάμε εκεί κάτω και σου λέω· μου απάντησε. Εσηκώθην και τον ηκολούθησα κάτω από μικράν αχυρίνην καλύβα. Εκεί μου διηγήθη τα ακόλουθα:

Εσείς οι γραμματισμένοι θαρρείτε πως τα ξέρετε ούλα· μα τίποτα δεν ξέρετε με συμπάθειο. Τι το ώφελος σαν ξέρεις γράμματα και δεν ξέρεις να φυλάξης τη ζωή σου;

Ο οξωμάχος γνωρίζει καλήτερ' από σένα πως η καρυδιά λόγου χάριν ή η καστανιά έχουν βαρύν ίσκιο και δεν πάει να κάτση από κάτω της. Πόσοι δεν τόπαθαν το κακό! Άλλος ξύπνησε πιασμένος· άλλος στραβός, άλλος άλαλος κι άλλος με ξυλιασμένα πόδια. Αμ τι; όσα φέρν' η ώρα δεν τα φέρν' ούλος ο χρόνος.

Με τούτο θέλω να σου ειπώ, πως το δέντρο που έγειρες να κοιμηθής είνε στοιχειωμένο. Είδες τα περόνια και το τσεκούρι; Εδώ και δέκα χρόνια κάρφωσε ο Ζούδιαρης εκεί το Ζούδιο του κατακαϋμένου του Αντώνη… Πήγε απ' αγάπη το δυστυχισμένο το παιδί. Και τι παιδί! μάλαμα! Σταλιά νερό δε θόλωνε ποτέ του. Την Κυριακή σα νύφη περπάταγε στο παζάρι· την καθημερινή δούλευε σα σκυλί. Κοίταζε όπως όπως να οικονομήση τις δόλιες του αδερφάδες. Ο πατέρας του ήταν αρρωστιάρης· ποτέ δεν έβλεπε γεια. Μια λυκοφαμελιά και όλοι από τον Αντώνη κρεμόσαντε.

Μα είδες που λέει: κάθε φτωχός κι η Μοίρα του. Δεν έσωναν τα τόσα που τράβαγε, πήγε ν' αγαπήση κι όλα. Και ποια ν' αγαπήση; Μια που δεν ήταν για δαύτονε. Ήταν πλούσια η κόρη, με γράμματα και με καλά πιθέματα. Έπειτα ήταν και ξένη. Εγώ — τι να σου ειπώ — τις ξένες δεν τις χωνεύω. Αλλοιώς είνε μαθημένες κι αλλοιώς βρίσκουν: Παπούτσι απ' τον τόπο σου κι ας είν' και μπαλωμένο.

Ξέχωρ' απ' αυτό η κόρη ήταν παιγνιδιάρα αλαφαλού. Ήξερε, που λες, πως τον πλούσιο ότι κι αν τον πουν δεν τον φτάνουν τα λόγια. Εμείς οι φτωχοί είνε να στεκόμαστε μη στάξη και μη βρέξη. Κάλλιο νάβγη το μάτι σου παρά τ' όνομά σου.

Ο Αντώνης ήταν ώμορφος, πολύ ώμορφος νέος. Ήξερε κάτι γραμματάκια, έλεγε κάποτε και τον Απόστολο στην εκκλησία. Θες από δω, θες από κει έπιασαν την αγάπη.

Εδώ στα δικά μας τα χωριά τόχουμε. Κάθε νιος δουλευτής, τα πρώτα λεφτά που θα πάρη απ' τη δουλειά του, θα κάμη μια αλλαξιά ρούχα. Έπειτα δεν τον γνοιάζει πια· τα δίνει όλα στο σπίτι. Εμ καρολόγος είνε, εμ τσαγκάρης, εμ σκαφτιάς, τη γιορτή θα είνε φριγγί.

Έτσι κι ο Αντώνης. Μα τόρα το παράκανε Γιορτή καθημερνή ένα το είχε: Καθισιό κι αναπαή κι από καιρού καζάντι. Στο σπίτι του άρχισαν να πεινάνε.

— Γιατί, παιδί μου. δεν πιάνεις δουλειά; τον ρώταγε η κακομοίρα η μάνα του.

Δεν έχει δουλειά· έλεγ' εκείνος βάζοντας το κεφάλι κάτου.

Κι έφευγε· μα όποιος τον έβλεπε ένοιωθε με τι ντροπή έλεγε το λόγο. Ωχ! κλαίγε τον οποίος πιαστή σε αγάπη. Του πουλιού ο νους στο κεχρί κρέμεται.

Σε λίγο εμαθεύτηκε στο χωριό πώς ο Αντώνης αγάπαγε τη Φροσύνη — έτσι την έλεγαν τη νια. — Ο κόσμος, καθώς ξέρεις, και στην αγάπη ακόμα δεν κατηγορεί παρά το φτωχότερο. Ο πλούσιος ότι κι αν κάμη καλά καμωμένα: Του φτωχού είνε καρύδια και βροντάνε· του πλούσιου είνε σύκα και δεν ακούγονται. Σα να λέμε ο φτωχός δεν πρέπει, νάχει καρδιά· δεν πρέπει ν' αγαπάει!

Πολλοί του το είπαν του παιδιού. — Όπου δε φτάνει το χέρι σου μην απλώνης.

Η μάνα του η άμοιρη σαν τ' άκουσε την έπιασε ο χτύπος — ήταν αρρωστιάρα η δόλια — κι έμεινε τρεις ώρες ξερή. Όχι πώς δεν το ήθελε η γριά να πάρη ο γιος της τη Φροσύνη. Θες στραβέ τα μάτια σου; — μαγάρι να είχα τόνα. Ποιος δε θέλει το καλό; Μα ένοιωθε πως ήταν δύσκολο να γένη και φοβότανε μη χάση το παιδί της. — Το παιδί μου δεν πάει τον ίσιο δρόμο! έλεγε κουνώντας το κεφάλι.

— Τ' είν' το κακό που σε συγκολλήθηκε παιδί μου. Βγάλτο να μη σε φάει και χαθούμε. Η κοπέλλα δεν είνε για το φτωχικό μας.

Ψηλά τη χτίζεις τη φωλιά και θα λυγίση ο κλώνος και θα σου φύγη το πουλί και θα σου μείνη ο πόνος!

Μα πού να ιδή, πού ν' ακούση ο Αντώνης.

— Μ' αγαπάει· έλεγε.

Κι έτσι με την ελπίδα ζούσε.

Πέρασαν κάμποσα χρόνια· η Φροσύνη ήταν στον καιρό της· δεκαεφτά χρονών κορίτσι.

Εδώ στα χωριά μας ότι είνε να γένη πρώτα — πρώτα θα το μάθουν οι γυναίκες. Την ημέρα έξω στις αργατιές και το βράδυ — βράδυ στις αυλές τους κάθουνται και τα ξομπλιάζουν η μια με την άλλη.

— Τάμαθες κυρά Γιάννενα; Τως και τως ο τάδε με την τάδε.

— Τι λες καλότυχη; αλήθεια!

— Ναι, ναι· — μα την ψυχούλα μου την αμαρτωλή! Αμ' εγώ τα μυρίστηκα από καιρού, αδερφή δεν τάλεγα;… Κι είνε — πού ήσαι — είνε κι η άλλη δουλειά· άκουγεμε μένα.

— Θε μου γλύτωνε που καταντήσαμε!

Και μαγουλοτραβιόνται τάχα.

Έτσι εμαθεύτηκε σε λίγο πως τη Φροσύνη την πέρνει ένας έμπορος από την
Πάτρα.

Ο Αντώνης τόμαθε. — Είνε ψέμα! είπε. Κι είχε δίκιο να ειπή πως είνε ψέμα το παιδί, αφού η κόρη του έκανε νοήματα ακόμη.

Σε λίγο γίνηκαν και οι αρρεβώνες. Ξέρεις πώς γένονται οι αρρεβώνες εδώ. Δύο τρεις πάνε τη νύχτα με το γαμπρό και τον παπά στο σπίτι της νύφης, αλλάζουν το δαχτυλίδι και τελειώνει η δουλειά.

Ο Αντώνης πού ν' ακούση, πού να πιστέψη τέτοιο πράμα! Βλέπεις η αγάπη στραβώνει.

Έπειτ' από λίγο έφτασε ο κόμπος στο χτένι. Ο γαμπρός ήρθε και ο γάμος θα γινότανε την Κυριακή.

Από τότες έπαψε και η κόρη να κάνη νοήματα του Αντώνη. Όπου τον έβλεπε του γύριζε τις πλάτες… Α! δε θέλεις άλλο ψευτότερο πράμα από τη γυναίκα. Σήμερα μπορεί να σου λέει πως πεθαίνει κι αύριο να σου κουνάει κλαρί. Κάπου μ' είδες κάπου σ' είδα.

Ο Αντώνης ήταν παιδί με καρδιά· δεν είπε τίποτα. Μάλιστα πήγε μαζί με το συμπεθεριό στην εκκλησία, φίλησε και τα στεφάνια… Εγώ ήμουν σ' ένα στασίδι αντίκρυ και τον κοίταζα. Ήταν κίτρινος σαν το θειαφοκέρι· τα χείλη του μαραμένα έτρεμαν. Πήγε σιγά, φίλησε τα στεφάνια, έπειτα γύρισε και ακούμπισε σε μια κολώνα. Έβγαλε το μαντήλι και τόβαλε στα χείλη του. Το μαντήλι μάτωσε.

Από τότε το κατάλαβα.

— Κρίμα στο νιο! είπα μέσα μου

Όταν γύρισε στο σπίτι ο Αντώνης ηύρε τη μάνα του στη γωνιά να κλαίη …
Την έτρωγαν τα φίδια.

 — Σώπα, καϋμένη μάνα. που κλαις! είπε της γριας να την παρηγορήση.
Έτσι ήταν γραφτό, Εγώ το ξέρω· πάντα άτυχος θα είμαι.

Κι έπεσε στη δουλειά με τα μούτρα. Ήταν η εποχή που καίνε τα καμίνια για κεραμίδια. Μπήκε σύντροφος σ' ένα καμίνι κι έβγαζε παράδες. Δέκα δραχμές το μεροκάματο του ερχότανε.

Η κακομοίρα η μάνα του πέταγε από τη χαρά της.

Πάει το παιδί μου. ξέχασε! έλεγε. Ο Θεός με λυπήθηκε.

Μα δεν το χάρηκε πολύ. Μια βδομάδα ήταν όλη η προκοπή του Αντώνη. Έπειτα παράτησε το καμίνι κι έτρεχε δώθε κείθε στις εξοχές· ούλο τ' απόσκια έπιανε.

Μια φορά έλειψε κάμποσες ημέρες από το σπίτι. Η μάνα του υποψιάστηκε.

— Τι να έγινε το παιδί μου; είπε.

Κι επήρε τις αργατιές ρωτώντας τους στρατολάτες, και μυρολογώντας αδιάκοπα. Πού δεν επήγε; ποιον δεν ερώτησε; Τα πόδια της έβγαλαν νερό από τις στράτες· τα φουστάνια της εκουρελιάστηκαν από τ' αγκάθια. Το ηύρε τέλος μέσα σ' έναν τράφο και μαυλίζοντάς το σαν σκυλάκι το έφερε στο σπίτι της. Μα πώς το έχασε πώς το ηύρε! Όλοι το ένοιωσαν πως έπαθε απ' αγέρι. Κάποιος είπε πως το είδε να ξεμεσημεριάζεται κάτω από μιαν αγριλιά — ξέρεις η αγριλιά έχει βαρύν ίσκιο.

Η γριά έπεσε στου Θεού τα χέρια. Έταζε λαμπάδες, έκανε παράκλησες, επήγε με τα γόνατα στην Παναγία· μα το παιδί όλο στο χειρότερο. Κάθε Κυριακή το έφερναν στην εκκλησιά και το απόθεταν σωρό — κουβάρι μπροστά στην Ωραία Πύλη. Εκαθόταν ως την ώρα που θα έβγαιναν τ' Άγια ήσυχο και ακίνητο σαν ζωντόβολο. Με μόλις ακουγόταν από μέσα η φωνή του παπά «τας θύρας… τας θύρας!…» έβανε κάτι αγριοφωνές που έτριζαν τα γιαλιά της εκκλησιάς και ίδρωναν τα εικονίσματα. Ίδρωναν τα εικονίσματα κι ετρόμαζε ο λαός από τα λόγια του. Κάτι τι λάγνο και κάτι βρωμερό εμόλυνε για μιας του ναού τ' άδυτα, έφερνε τη ντροπή και στων γερόντων τα πρόσωπα. Και ποιος να το κρατήση, ποιος να το συμμαζέψη τότε; Έκοβε τα σχοινιά, εχτύπαε τις αλυσσίδες, όσο που έπεφτε λυποθυμισμένο στις πλάκες.

Είδαν κι απόειδαν έστειλαν να φέρουν το Ζούδιαρη από το Ιμάμ Τσαούση.

— Έχει τον Ανάποδο μέσα του· είπε ο Ζούδιαρης άμα είδε το παιδί.

Ο Ανάποδος — θα έχης ακουστά — είνε ένας διαβολάκος τόσος δα, μια πιθαμή. Όπου γίνεται τραπέζι, όπου φιλονεικούν, όπου χαρτοπαίζουν εκεί βρίσκεται. Αν τύχη και βλαστημήση κάποιος την ώρα που ο άλλος πίνει ή χασμουριέται, μπαίνει μέσα του και του βυζαίνει το αίμα… Για κείνο — άκου που στο λέω — άμα ακούς και βλαστημάν να φτεις… Μη γελάς· δεν ξέρω, μπορεί να μην είνε τίποτα· κάνε το εσύ: Το καλό πάντα καλό είνε.

Το παιδί σαν αντίκρυσε το μάτι του Ζούδιαρη έπαψε τις φωνές και λάιασε.
Ηύρε το μάστορή του είδες που λέει.

Ο Ζούδιαρης είπε σε καμιά δεκαριά ανθρώπους να πάρουν τα ντουφέκια τους και να πάνε κοντά του.

Εγώ — είμαστε μια πόρτα με τον Αντώνη — είδες που λέει: ο Θεός κι ο γείτονας· πρώτα θα ιδής το γείτονά σου κ' έπειτα τον ήλιο — πήρα το ντουφέκι μου, το γιόμισα με το ζερβί χέρι — έτσι μας είπε ο Ζούδιαρης και πήγα κοντά. Σε λίγο ήμαστε όξω από το χωριό. Μπροστά πήγαινε το παιδί ήσυχο σαν αρνάκι. Πίσω πήγαινε ο Ζούδιαρης με τα περόνια και το τσεκούρι στα χέρια· και παραπίσω εμείς.

— Να τος! βαρείτε του! μας λέει ο Ζούδιαρης σαν είδε ένα δέντρο.

Εμείς δεν είδαμε τίποτα από το φόβο μας ρίξαμε στα στραβά. Μπαμ! μπουμ! κόσκινο το δέντρο.

— Δεν τον πετύχαμε· λέει ο Ζούδιαρης. Να τος, πέρα πάει.. .

Και άρχισαν τα τρεχάματα, μπροστά εκείνος με το παιδί και πίσω εμείς, μέσα στα χωράφια και τις σταφίδες λαχανιάζοντας. Σε κάθε δέντρο που απαντούσαμε διάταζε ο Ζούδιαρης και αδειάζαμε τα ντουφέκια. — Μπαμ! μπουμ!

Μας παίδεψε ο αναθεματισμένος. Γυρίσαμε από τον Άιθανάση στ'
Αληκανιωτέικα, το Καταράχι, τα Κατσαπέικα, μα τίποτα.

Ο Ζούδιαρης το είχε ειπωμένο:

— Είνε δυσκολοβάρετος ο Ανάποδος.

Να μην τα πολυλογώ φτάσαμε και στη λεύκα, που έγειρες να κοιμηθής.
Καθώς βλέπεις, άλλο δέντρο μεγάλο δεν είνε εδώ πέρα.

 — Σταθήτε· μας λέει ο Ζούδιαρης· εδώ θα κάτση· αλλού δεν έχει να πάη.
Ετοιμάστε τα ντουφέκια σας και άμα σας πω βαράτε.

— Μπαμ μπουμ! ρίξαμε άμα μας είπε.

— Άου! άου! άου! ούρλιασε το παιδί.

Το πετύχαμε το ζούδιο. Μα έννοια σου κι εμείς διορθωθήκαμε! Αλλουνού έσπασε το ντουφέκι, άλλος αιματοκυλίστηκε. Εμένα μου φάνηκε πως μ' έπιασε κάποιος από τη μπούκα μ' έσπρωξε κ' έπεσα ανάσκελα στον τράφο.

Μα ο Ζούδιαρης κάρφωσε στο δέντρο το ξωτικό. Άξαφνα νοιώθομε μια μυρουδιά σαν καϋμένη θειάφι κι ακούμε ένα φοβερό και παράξενο γέλοιο κι ένα φρου!… απάνω από το κεφάλι μας, σαν όταν σηκώνονται από τη βοσκή μπουλούκι αγριόπαπια. Τότε έδωκε το στερνό χτύπημα κ' είπε το φοβερώτερο ξώρκι ο Ζούδιαρης.

— Πάει να χαθή· το καρφώσαμε· είπε.

Και απίθωσε το τσεκούρι χάμω για να το βλέπουν οι οξωμάχοι να μη ζυγώνουν.

Πήγαμε τότε να πάρουμε κ' εμείς το παιδί. Ήταν χάμου ξαπλωμένο, κατακίτρινο και ξυλιασμένο. Το σηκώσαμε, το πήραμε στα χέρια, το πήγαμε στο σπίτι και το ξαπλώσαμε στο κρεβάτι,

Το δόλιο! δεν ήταν γραφτό του να σηκωθή. Ο Ζούδιαρης άργησε να βάλη το χέρι του. Το ζούδιο που φώλιαζε μέσα του, του είχε βυζάξει όλο το αίμα.

Δυο τρεις ημέρες και πάει χάθηκε το παιδί.

1 8 2 1

Κλείσαν τα κάστρα κλείσανε, κλείσαν και τα δερβένια,
Κλείσαν και της Τριπολιτσάς το παινεμένο κάστρο,
Κλείσαν και τον Καμίλ μπέη τον Κοθρινό τον Μπέη
Που ήταν κορώνα στο Μωριά, λελούδι μέσ' στην Πόλη.
Τα γράμματα πάν' κι έρχονται στη νένε του στην Κόρθο
 — Φλωριά κι αν έχεις δόσετα γρόσια μην τα λυπάσαι
 — Φλωριά δε θέλουν οι Έλληνες γρόσια για να τους δώσω
παρ' θέλουν την πατρίδα τους να την ελευθερώσουν
που ήτανε σκλάβα στην Τουρκιά τριακόσια τόσα χρόνια

Τ Α Π Α Τ Ρ Ι Κ Α Α Ρ Μ Α Τ Α

Του Κίτσου η μάνα κάθονταν στην άκρη το ποτάμι με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε Ποτάμι για λιγόστεψε, ποτάμι κάμε πόρο, για να περάσω αντίπερα πέρα στα κλεφτοχώρια, πόχουν οι κλέφτες σύναξη τα δώδεκα πρωτάτα. Στο δρόμο όπου πήγαινε στο δρόμο που πηγαίνει, βλέπει τον Κίτσο ομπροστά στα σίδερα δεμένο Χίλιοι τον πάν' από μπροστά και πεντακόσοι πίσω κι η μάνα του του έλεγε κ' η μάνα του του λέει: — Κίτσο που τάχεις τ' άρματα, που τάχεις τα τσαπράζια; — Μάνα ζουρλή, μάνα τρελή, μάνα ξεμιαλιασμένη, Δεν κλαις μάνα, τα νιάτα μου δεν κλαις τη λεβεντιά μου παρ' κλαις τα δόλια τ' άρματα, τα έρημα τσαπράζια!.. — Κάλλια Κίτσο να χάνουσαν, νάχανες το κεφάλι, Παρά να χάσης τ' άρματα τα πατρικοδοσμένα.

Τ Ο Σ Υ Γ Ν Ε Φ Ο

Σαν καλός ο Αύγουστος εφέτος· ε; Ναι· μακάρι πάντα μας!

— Εγώ φοβόμουνα την αυγή.

— Και γω. Μα δεν άκουσες τα κοκόρια; Άμα λαλούν τα κοκόρια παράωρα ο καιρός αλλάζει.

— Και μαζί κι η τύχη μας.

— Βέβαια· στην τρίχα κρέμεται.

Ο Δημάκης και ο Βρανάς στολισμένοι όπως οι χασάπηδες τις νηστίσημες ημέρες, εκάθηντο ήσυχοι εις τον πάγκον ενός κρασοπουλειού και συνομίλουν για τον καιρό. Είχαν και αυτοί απλωμένη εις τ' αλώνι την σταφίδα των κάτω από τας φλογεράς του ηλίου ακτίνας ως αι χωρικαί τας θυγατέρας των εις τα περιπαθή βλέμματα των λεβέντηδων, και μετρώντες τις ημέρες εις τα δάκτυλα, επερίμεναν ανυπομόνως να ξεραθή. Φυσικά λοιπόν αι συζητήσεις της ημέρας και της νυκτός τα όνειρα, δεν έχουν άλλον σκοπόν παρά την κατάστασιν του καιρού και τις τιμές της σταφίδας.

— Άκου που σου λέω· μου το είπε ο κουμπάρος του κυρ Γιάννη· είχε γράμμα από την Πάτρα! έλεγεν ο Δημάκης εις τον σύντροφόν του εμπιστευτικά.

— Λες;

 — Λέω βέβαια! Περσυνό πράμα δεν έμεινε ρόγα· τ' αμπέλια στη Γαλλία
χάλασαν. Στην Πάτρα έβρεξε· στη Βοστίτσα παλιόπραμα.

 — Α! πασά μου! εφώναξε ενθουσιασμένος ο Βρανάς· Σαράντα κι αμάν —
αμάν!Τι σαράντα; Εξήντα δε λες!

Και ο Δημάκης άρχισε πάλι το τραγούδι που είχε διακόψει:

Κι άλλος θέλει τον Άγουστο πούνε τα ταλλαράκια.

— Ταλλαράκια· ψυχή μου φρούτο!… είπε ο Βρανάς ξερογλείφων τα χείλη του σαν να πιπίλιζε καραμέλα. Ο Μάης βγάνει τα κεράσια, ο θεριστής τ' αγγούρια, ο Αλωνάρης τα καρπούζια και ο Άγουστος τα τάλλαρα. Αν παραφάς από τ' άλλα θερμαίνεσαι. Αν παραφάς τάλλαρα, γίνεσαι κυρ Λινάρδος. Λέω γω ο φτωχός πως μούφαγε ο ποντικός το τυρί, κανείς δεν το πιστεύει. Λέει ο κυρ Λινάρδος πως τούφαγε το σίδερο, το πιστεύουν όλοι. Καλά το λέει κι ο λόγος: Άγουστέ μου καλέ μήνα, να ήσουν δυο φορές το χρόνο.

 — Μωρέ καλός να είνε κι ας είνε και μια φορά. Μου φτάνει· είπε ο
Δημάκης.

Αλλά την ίδια στιγμή έκοψε την κουβέντα τους μία φωνή. Πίσω τους άλλος χωρικός ψηλός και αδύνατος, που κρατούσε εις το ένα χέρι βουρλιά ψάρια και εις την μασχάλην ένα ζευγάρι τρυπημένα παπούτσια, έστεκε ακίνητος με μάτια ολάνοικτα, στυλωμένα πέρα εις τον δυτικόν ορίζοντα.

— Τ' είνε Χαραλάμπη; ερώτησεν ο Βρανάς.

— Δε βλέπετε; Ένα σύγνεφο.

— Σύγνεφο!…

Επετάχθηκαν και οι δύο ορθοί.

 — Αμ' το είπα από την αυγή εγώ! είπε ο Βρανάς με κλαψάρικο ύφος.
Άκουσα τις χήνες που γύρευαν νερό.

— Κι εγώ είδα δίπλα το σκυλί.

— Είδα και γω τη γάτα της νύφης μου που νυβόταν στην άστρια.

Εκείνην την στιγμήν εφάνη εις τον δρόμον ο δήμαρχος μ' την άσπρη λινή φορεσιά του, τον παναμά εις το ξουρισμένο κεφάλι, γελαστός, αξιοπρεπής, ποζάτος — αληθινός άρχοντας του τόπου. Εις τα δάχτυλα της δεξιάς εκρατούσε μια πρέζα ταμπάκου και εις το αριστερόν δέμα από εφημερίδες που ήρθαν εκείνη την ώρα με το ταχυδρομείο. Επήγαινε αργά διαβάζοντας την εφημερίδα. Και κάθε τόσο εγέμιζε τα ρουθούνια του ταμπάκο και ταυτοχρόνως ένα τρανταχτό φτάρνισμα εξάγνιζε το κοιμισμένο Σταυροπάζαρο. Ηκούοντο τότε από τα μαγαζιά γύρω οι ευχές των φίλων: Με τις υγείες! Γεια σου!

— Γεια σου, κυρ Δήμαρχε!

— Ευχαριστώ!., ευχαριστώ!., απαντούσε ο Δήμαρχος δυνατά, ευτυχισμένος για τη δημοτικότητά του, χαμογελώντας και μη σηκώνοντας ματιά από την εφημερίδα. Όταν όμως επλησίασε τους χωρικούς και άκουσε τις φωνές τους εσήκωσε τα μάτια του και ρώτησε.

— Τι είνε: τι τρέχει; Γιατί κάνετ' έτσι;

— Ένα σύγνεφο…

— Σύγνεφο!..

Αληθινά εις τον δυτικόν ορίζοντα εφαίνετο μικρόν μαύρο σύγνεφο που είχε σχήμα και μέγεθος ενός κριαριού. Η παρουσία του έγινε σε λιγάκι γνωστή εις όλην την άγοράν. Αμέσως οι έμποροι άφηκαν τις πήχες των, οι χασάπιδες τις μαχαίρες των, οι παπουτσίδες τα τσαγκαρόσουβλά των, οι καφενόβιοι απάνω εις τα τραπέζια την τράπουλα και όλοι έσπευδαν εις το μέρος όπου έστεκε ο κυρ Δήμαρχος. Εκοίταζαν όλοι εις έν σημείον του ουρανού με αγωνίαν. Οι Καμπίσοι είνε όλοι, όπως οι παλαιοί Χαλδαίοι, δόκιμοι μετεωροσκόποι. Ιδίως κατά τους μήνας Ιούλιον και Άγουστον, αδιακόπως έχουν γυρισμένα τα μάτια εις τον ουρανόν, και από τας σπασμωδικάς κινήσεις του προσώπου των, ημπορεί κανείς ασφαλώς να μάθη τα σημεία των καιρών.

Ως τόσο το συγνεφάκι όλο κι εμεγάλωνε. Τόρα είχε σκεπάσει όλον το από Κεφαλληνίας μέχρι Χλομούτσι διάστημα. Οι χωρικοί εκοίταζαν εις εκείνο το μέρος ακίνητοι ως να διετέλουν υπό βασκανίαν. Από πολυχρονίους παρατηρήσεις, ήξευραν ότι η βροχή είναι άφευκτος εις τον Κάμπον, όταν το μέρος εκείνο, το Στενό συνεφιάση. Με τα χέρια σταυρωτά εις το στήθος, κατακίτρινοι, εκοίταζαν εκεί και κάποτε εγύριζαν ένας εις τον άλλον και άλλαζαν δειλά ολίγας λέξεις.

— Βρέχει στην Πάτρα!., είπε κάποιος και έδειξε προς ανατολάς.

— Και στον Πύργο!.. επρόσθεσεν άλλος.

Όλων τα πρόσωπα εχαροποιήθησαν αμέσως· τα χείλη των σχεδόν εγέλασαν. Άρχισαν να ελπίζουν. Και λησμονούντες την θέσιν των εσκέπτοντο ευχαρίστως την ωφέλειαν, που θα έχουν αυτοί από την καταστροφήν των άλλων.

— Κλωνί δε θα μείνη στην Πάτρα!

— Ούτε τσάμπουρο δε θα γλυτώση στον Πύργο!

— Μωρέ δεν τη δίνω αν δε τα σκάσουν τα εξήντα.

— εξήντα! Τι λες ξάδερφε!.. Εκατό και αμακινάριστη!

— Όχι δα, καϋμένε…

— Άκου που σου λέω! Θα την πάρη από το αλώνι. Και — πού είσαι — τον παρά στο χέρι. Εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν…

Ήσαν αχόρταστοι, απαιτητικοί, ασυγκίνητοι. Η καταστροφή της σταφίδας των άλλων, τους έκανε να πιστεύουν ότι έπλεαν ήδη εις ωκεανόν ταλλήρων. Έβλεπαν τους σταφιδεμπόρους ταπεινούς, ικετευτικούς μπροστά τους και φιλέκδικος διάθεσις τους εκυρίευσε να σταθούν ανένδοτοι, για να τους εξευτελίσουν. Ακόμη έφθαναν και εις την χαροποιάν διάθεσιν να λυπήσουν, να τιμωρήσουν τους καταναλωτάς της σταφίδος, τους Εγγλέζους με τις λίρες, τις στερλίνες των. Άλλες χρονιές ήσαν δύσκολοι· επλήρωναν με κατεβασμένες εξηυτελισμένες τιμές. Ή την άφιναν να σήπεται εις τας αποθήκας απώλητη. Εφέτος θα ιδής. Εγγλέζε με το ξουρισμένο μουστάκι!..

— Σκύβαλα θα φάνε! σκύβαλα!.. είπε με αγανάκτησι ο Δημάκης.

— Ακούστε! είπε ξαφνικά δείχνοντας με το δάχτυλό του ο Βρανάς.

Μια δυνατή βροντή ακούστηκε πέρα ως κανονιά.

— Δεν είναι τίποτα. Είνε βαθειά· είπε ο Δημάκης.

— Βαθειά βροντή γοργό νερό! εσυμπέρανε κάποιος.

— Γοργό για την Πάτρα, για τον Πύργο. Τόρα το νερό στρατεύει.

— Άμποτε!..

— Τι άμποτε; είπε θυμωμένος ο Βρανάς. Δεν βλέπεις που τους έπνιξε;

Αληθινά το σύγνεφο είχε απλώσει γύρω και είχε κατασκεπάσει όλον τον ουρανόν, πυκνό και μαύρο σαν γιγάντια αράχνη. Το Κάστρο δεν εφαίνετο πλέον ούτε τα βουνά του Μεσολογγίου· ούτε ο Ωλονός των Πατρών· ούτε τα χαμοβούνια του Πύργου που κρεμνίζονται μέχρι του Κατακώλου εις την θάλασσαν. Μόνον απάνω από το δικό τους χωριό ο ουρανός εφαίνετο ακόμη ασκέπαστος, αλλά σταχτής και ο ήλιος καθώς έπεφτε εχρωμάτιζε τα πάντα, ανθρώπους και πράγματα μ' ένα κοκκινωπόν σκούρο χρώμα, σαν να περνούσε από καπνισμένο γυαλί. Αυτό όμως δεν εφαίνετο ν' ανησυχή τους χωρικούς και εξακολούθησαν την ομιλία τους, τις μεγάλες ελπίδες και τ' αμέτρητα κέρδη των. Ναι· μα σαν να το κρέμασε κι εδώ, λέω! ετόλμησε να είπη κάποιος κοιτάζοντας ανήσυχα τον ουρανό.

— Να φας τη γλώσσα σου! είπε ο Βρανάς

— Μωρέ δος του μια με το βουνό της Κεφαλλονιάς!. . . είπε ο Δημάκης·

— Το κρέμασε… σε λίγο θα βρέξη· επέμενε ο χωρικός.

Όλοι εσήκωσαν διά μιας πάλι τα μάτια εις τον ουρανό και τόρα ανατρίχιασαν· το καπνισμένο γυαλί είχε γίνη κατάμαυρο. Η αντηλιά έπαιζε απάνω στο Σταυροπάζαρο σαν ανατριχίλα. Μια σιγή εβασίλευε ολούθε σαν εκείνη που προηγείται αφεύκτως της καταιγίδας. Έξαφνα μια φωτεινή καδένα ερράγισε τον ουρανό προς το μέρος του Στενού, έδειξε μια τις κοκκινόμαυρες τάπιες του Κάστρου, τις σκοτεινές πλαγιές του βουνού, λακκώματα, τούφες, δένδρα, ξερολιθιές, βοσκοτόπια, χωριά και τάκλεισε πάλι στο σκοτάδι και την ασάφια. Οι χωρικοί εστραβώθηκαν από το ξαφνικό φως και έκλεισαν τα μάτια τους. Συγκαιρα άκουσαν να κυλίωνται στον ουρανό χιλιάδες άδεια βαρέλια. Και πριν ανοίξουν τα μάτια τους ένοιωσαν στα μέτωπά τους μεγάλες πλατιές σταγόνες νερού σαν ρώγες σταφυλιού: πλατσ! πλουτς!

— Θεέ και κύριε! … είπε έτοιμος να βλαστημήση ο Βρανάς.

— Δε λυπάσαι τους χριστιανούς, Θε μου!

— Τι διάβολο μας κινηγάς έτσι;

— Βάλθηκες να μας καταστρέψης φέτος;

Διά μιας η συγκέντρωσις εσκόρπισε.

Το Σταυροπάζαρο έμεινε έρημο. Ένας με τον άλλον οι χωρικοί έτρεξαν εις τα σπίτια τους και σε λιγάκι απ' όλους τους δρόμους του χωριού, δεν άκουες παρά κροταλισμούς αλόγων, κάρρων τροχούς, μαστιγώσεις, φωνές, θρήνους και αλλαλαγμούς ανδρών, γυναικών και παιδιών. Όλοι μετέφεραν, ότι είχαν ρουχικά εις το σπίτι τους, παλαιά ή καινούργια, φόρεμα, σκέπασμα ή στολίδι το μετέφεραν εις τ' αλώνι για να σκεπάσουν την σταφίδα, να την φυλάξουν από την βροχήν. Τα περισσότερα μαγαζιά έκλεισαν, τα καφενεία ερήμαξαν. Το Σταυροπάζαρο έμεινε γυμνό, σιωπηλό. Κ' ενώ όλοι έτρεχαν εις την εξοχήν εφάνη ένας κύριος να σπεύδη εις το κεντρικότερον μέρος της αγοράς ξεσκούφωτος, ξεκούμποτος και καταϊδρωμένος.

— Κύριε τηλεγραφητά! κύριε τηλεγραφητά! του λέγει ο δήμαρχος ερωτηματικώς.

— Έχω ανοικτή τη μηχανή· απήντησε χωρίς να σταθή φοβισμένος.

 — Α ντε! να μας πετάξης στον αέρα. . . εψιθύρισε ο Δήμαρχος. Μου
φαίνεται πως πρέπει να ζητήσω την μετάθεσίν του.

Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Μ Α Ρ Κ Ο Υ Μ Π Ο Τ Σ Α Ρ Η 9 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1823

Καλά ήσουν Μάρκο μ' στο γιαλό, καλά στο Μεσολόγγι,
Καλάτρωγες, καλάπινες, καλάχτιζες το κάστρο,
Στο Καρπενήσι τ' ήθελες να πας να πολεμήσης;
Μαύρα χαμπέρια σούφεραν από το Καρπενήσι
Να βγης, Μάρκο μου γρήγορα μ' όσους κι αν ημπορέσης
Να πιάσης την Τατάραινα να πιάσης τα γιοφύρια.
Πιάνει κι αλλάζει γράμματα με τους καπεταναίους
Οι Τούρκοι πούθε κάμανε κι αυτοίν' οι Σκαντραλίδες;
Ο Καραϊσκάκης τόγραψε και τόνε χαιρετάει
«Σε χαιρετάω Μάρκο μου και σου φιλώ τα μάτια
Αν ερωτάς για την Τουρκιά, γω να σου φανερώσω.
Στο Μαραθιά έχουν τ' ορδί, εκεί έχουν τα τσαντήρια»
Και το τζαούση έκραζε και τους μπουλουμπασίδες
 — Τζαούση μοίρασ' το ψωμί και μοίρασ' τα φουσέκια·
Παιδιά θα κάμω πόλεμο τ' αντέτι των Σουλιώτων,
Στις πέντε ώρες της νυχτός θ' ανοίξω το ντουφέκι,
Θέλω πασάδες ζωντανούς και μπέικα κεφάλια
Κι αυτόν το Σκόντρα τον πασά ατός μου θα τον πάρω
Αυγή γιουρούσι έκαμε κι εμπήκε στα τσαντήρια
Και τουρκικά τους φώναξε και λέει στους συντρόφους
 — Ντουφέκι να μη ρίξετε, ντουφέκι να μην πέση,
Τ' ακονισμένα σας σπαθιά να κάψουνε τους Τούρκους
Οι Τούρκοι τότε σκούζανε κι ένας τον άλλον λέει
Τ' είν' το κακό που γίνεται απόψε τούτ' τη νύχτα;
Κι ο Μάρκος τους εφώναξε και τούρκικα τους λέει
 — Γιαγκίνι γίνεται παιδιά, απόψε τούτ' τη νύχτα!
Δέκα τσαντήρια έκαψε πασά μέσα δεν ηύρε
Κι ο Μάρκος εβαρέθηκε κι ο Μάρκος ελαβώθη
Κι η συντροφιά τον άρπαξε τον έβγαλε στη ράχη.

Η Θ Υ Σ Ι Α Τ Ο Υ Κ Α Π Ε Τ Α Ν Ο Υ 1755

Ο Κωσταντάρας κάθεται ψηλά στον Μπαλαγέρα
Επαινευόταν στ' άρματα στα τρία τα παιδιά του.
Τα δύο σκοτωθήκανε αντάμα στο πλευρό του
Το τρίτο το μικρότερο στο δάσκαλο παγαίνει.
Κι ο γέρο Χρόνης φώναξεν από ψηλή ραχούλα.
 — Κώστα παινέψου στ' άρματα στα δυο τα σκοτωμένα
Τι το μικρό ξεκλήρισε κι έγινε τρουπολόγος
Πήρε τ' αλέτρι του παπά, της Παναγιάς το ράσο,
Γκάστρωσε και μια παπαδιά και σκότωσ' ένα βώιδι.
Ο Κώστας όταν τ' άκουσε πολύ του κακοφάνη
 — Μωρέ παιδί της ξακληριάς και του διαβόλου αγκόνι,
Μου ντρόπιασες τη λεβεντιά και τ' άσπρα μου τα γένεια,
Κάλλιο να κλάψω μια βολά παρά να κλαίω πάντα.
Το γιαταγάνι τράβηξε και σαν αρνί το σφάζει.

Α Κ Α Μ Α Τ Η Σ Α Γ Ι Ο Σ

Πολλοί πέρασαν στον κόσμο χωρίς να βάλουν σε δουλειά ούτε το μικρό δαχτυλάκι τους· μα σαν τον άγιο Κασσιανό κανείς άλλος, Και όχι μόνον στον απάνω αλλά και στον κάτω κόσμο το ίδιο. Πώς το κατάφερε, αφού πέρασε έτσι τη ζωή του, να μπη στον Παράδεισο είναι ακόμα μυστήριο. Όσα χαρτιά και αν έψαξα, όσα συναξάρια και αν εδιάβασα πουθενά δεν απάντησα τ' όνομά του.

Ωστόσο ο άγιος Κασσιανός βρίσκεται από χρόνια στον Παράδεισο — αυτή είναι η αλήθεια. Μα κι εκεί εξακολουθεί την ίδια του δουλειά — την ίδια ντεμπελιά ήθελα να ειπώ. Πάει και κάθεται από την αυγή στην πόρτα του Παράδεισου και κοιτάζει τον κόσμο που μπαίνει. Κοιτάζει τον κόσμο που μπαίνει μα πιο πολύ κοιτάζει τ' αφιερώματα που στέλνουν οι χριστιανοί στους αγαπημένους τους άγιους. Τόρα του γαργαλίζει τη μύτη το λιβάνι τόρα το κίτρινο κερί έπειτα της ελιάς το λάδι και λίγο αργότερα, πλακώνουν οι πεντάρτοι, λαμπάδες ίσαμε το μπόι του ανθρώπου, μεταξωτά, χρυσαφικά. Καθένα που θα ιδή με τα αφιερώματα τρέχει από κοντά και τον ρωτάει.

— Που τα πας; τίνος είνε πατριώτη:

— Της Παναγίας· του απαντά βιαστικός εκείνος.

Τον αφήνει δυσαρεστημένος και πιάνει άλλον.

— Πού τα πας: ποιόν γυρεύεις πατριώτη;

— Τον Αϊνικόλα…

Τον αφήνει και πιάνει άλλον. Μα κι ο άλλος του λέει τον Αϊγιώργη, τον Αϊγιάννη τον Καλυβήτη, τον άγιο Φίλιππα το φτωχό που αποκρεύει στο χωράφι του. Ο άγιος Κασσιανός δαιμονίζεται.

— Για θυμήσου καλά, παιδί μου του λέει. Μην κάνεις λάθος. Μη σου είπαν άλλον άγιο και ξέχασες; Μη σου είπαν — σαν να λέμε τον άγιο Κασσιανό, σαν να λέμε;

— Άγιο Κασσιανό! Μπα. Ούτε το ξέρουμε τέτοιο όνομα…

Τότε πια απελπισμένος ο άγιος πιάνει παράμερα μια θέση και κάθεται κοιτάζοντας με ζήλια τ' αφιερώματα. Η ψυχή του στάζει φαρμάκι.

— Μα κανείς να μη θυμάται και μένα! συλλολίζεται.

Έξαφνα ένοιωσε κάποιον να τον τραβάει από το μανίκι. Γυρίζει και βλέπει δυο μάτια στυλωμένα στα δικά του, δυο μάτια φωτερά που ένοιωθε να του τριβελίζουν το μυαλό· κι ένα χαμόγελο που τον έκαμε να κοκκινίση. — Τι θες; τον ρώτησε απότομα, γυρίζοντας αλλού το κεφάλι σα να έβλεπε το Σατανά.

— Γιατί είσαι έτσι θλιμμένος;

— Τι σε μέλλει;

— Με μέλλει και με παραμέλλει.

— Τόρα ήρθες;

— Τόρα δα.

— Έχεις δίκιο… Το λοιπόν να τι συλλογίζομαι. Ο Σαβαώθ εμένα με αδίκησε, πολύ με αδίκησε. Φαντάσου! δε μου έδωκε μια μέρα το χρόνο να με μνημονεύουνε οι άνθρωποι. Για τούτο στους άλλους κουβαλάνε τόσα καλά και σε μένα τίποτα.

— Για τούτο σκας! άμ' αυτό διορθώνεται.

— Πώς διορθώνεται;

— Άκου που σου λέω γω, διορθώνεται. Να κάνης μια αναφορά στο γέρο Σαβαώθ και να του ειπής το παράπονό σου. Άγιος δεν είσαι και συ; Δε δούλεψες και συ τη χριστιανοσύνη; Σου πρέπει το λοιπόν και σένα μια θέση στο Γιορταστικό.

Άμα πάρης και συ τη μνήμη σου να ιδής πως θα σε θυμώνται.

— Σαν καλά με συμβουλεύεις· λέει ο άγιος. Μα ποιος να κάμη την αναφορά;

— Όσο γιαυτό μη ζαλίζεσαι. Εγώ την κάνω.

Και άμ' έπος άμ' έργον βγάνει από την τσέπη του μια κόλλα χαρτί, φόρα την πένα και το καλαμάρι, κάθεται και σκαρώνει την αναφορά. Την πέρνει ο άγιος, μια και δυο πάει και την αφήνει στα γόνατα του Θεού. Καθώς τη διάβασεν Εκείνος άναψε από το θυμό του. Ποιος την έγραψε; ρωτάει τον άγιο.

— Να, του λόγου του.

— Έλα κοντά, του λέει. Εσύ την έγραψες;

— Εγώ.

— Αμ τι είσαι συ;

— Δικηγόρος.

— Δικηγόρος!… Και πώς μπήκες εδώ μέσα;

Κράζει τον άγιο Πέτρο και τον βάνει στο βρυσίδι.

— Κοίταξε καλά, του λέει, στο τέλος· μια φορά μου την έφτιασες με το λοστρώμο. Τόρα μου έμπασες το δικηγόρο. Δε μένει άλλο παρά να μπάσης και το Βενιζέλο για να κάνη Μεγάλη Ελλάδα τον Παράδεισο! Πρόσεξε γιατί θα φας κλωτσιά που δε θα ιδής πούθε πάει η σκάλα.

Κάνει νεύμα. Τον αρπάζουν οι άγγελοι το δικηγόρο και τον πετάν έξω από τον Παράδεισο. Τότε γυρίζει ο Σαβαώθ στον άγιο και του λέει — Καλά του λέει, έχεις και κάπιο δίκιο μα πολύ λίγο. Εσύ για τον κόσμο δεν κάνεις τίποτα. Παραπονείσαι πως κουβαλάνε στους άλλους. Κάτι καλό βρίσκουν από τους άλλους και τους κουβαλάνε. Για να ιδούμε· φωνάχτε τον Αϊνικόλα.

Τρέχουν οι άγγελοι να φέρουν τον Άγιο Νικόλα φέρνουν γύρα όλο τον Παράδεισο πουθενά Αϊνικόλας. Πέρασε καμιά ώρα να σου ο Άγιος κι έρχεται καταμουσκεμμένος. Ρούχα του, γένεια του, μαλλιά του έσταζαν θάλασσα.

— Πού ήσουν άγιε; τον ρωτά ο Σαβαώθ.

— Κάτω στην Μπαρμπαριά αφέντη λέει ο γέρος. Κινδύνευε ένα σφουγγαράδικο και πήγα.

— Σώθηκε το σφουγγαράδικο;

— Σώθηκε.

— Κι οι άνθρωποι;

— Όλοι.

— Βλέπεις τα χασομέρη; γυρίζει ο Σαβαώθ και λέει στον Κασσιανό. Δουλεύουνε οι άγιοι και γιαυτό ο κόσμος τους θυμάται! Αμ' εσένα τι να σου θυμηθή.

— Κι εγώ δουλεύω, πάτερ άγιε.

— Τι δουλειά κάνεις;

— Μετράω τ' αφιερώματα που μπαίνουν στον Παράδεισο. Μου βγαίνει η ψυχή κάθε ημέρα.

Εγέλασε ο Άγιος Θεός με την καρδιά του.

— Ας έρθη ο χαρτουλάριος· διάταξε.

Εν τω άμα ήρθε ο Άγιος Ανδρέας μ' ένα κύλινδρο χαρτί στο χέρι και το ασημένιο καλαμάρι στη ζώνη του.

— Γράψε τον κι αυτόν είπε ο Θεός.

Δεν έχει θέση είπε δειλά ο Άγιος Ανδρέας. Εγέμισε ο κύλινδρος.

— Στρίμωξέ τον όπως — όπως σε μιαν άκρη.

Από τότε κάθε τέσσερα χρόνια έχει και ο άγιος Κασσιανός τη μνήμη του.

Η αναφορά του έπιασε.

1 8 2 1

Μαρτυράτε το Φρατζέζοι
Πες τε το και σεις Εγγλέζοι
Πως μια σκούνα του Τομπάζη
Την Τουρκιά τήνε τρομάζει.

Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Γ. Κ Α Ρ Α Ϊ Σ Κ Α Κ Η 22 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1821

Τρεις περδικούλες κάθονται στον Πειραιά στη ράχη,
Η μια τηράει την Κούλουρη κ' η άλλη την Αθήνα,
Η τρίτη η καλήτερη μοιρολογάει και λέει:
Καραϊσκάκης έρχεται με δώδεκα χιλιάδες
Στη σκάλα στένει το ορδί στη σκάλα της Αθήνας
Τρία ταμπούρια έκαμε τα τρί' αράδ' — αράδα
Εμπρός βάνει τους Έλληνες και πίσω τους Σουλιώτες
Στη μέση τ' Αρχοντόπουλο μοιράζει τους λουφέδες.
Κι' ο Κιουταχής σαν τ' άκουσε τα γένεια του τραβάει
Τους μουμπασάδες φώναξε και τον Τσέλιο Πιτσάρη
Τσέλιο το πώς το βρίσκουμε για τον Καραϊσκάκη;
Στον κασαπά μας να μην μπη τ' είνε ντροπή μεγάλη.
Καραϊσκάκης τόμαθε το Λάμπρο Βέικο κράζει
Πάρε Βέικο τους Έλληνες, σύναξε τα μπουλούκια
Θα πάμε να πατήσουμε τα τούρκικα ταμπούρια.
Κ' ευθύς τρομπέτα φώναξε και τα μπαϊράκια σκώσαν
Σαν τα σαΐνια ρίχτηκαν στα τούρκικα ταμπούρια
Δέκα ταμπούρια έπηραν στα δώδεκα πηγαίνουν.
Κακό μαντάτ' ακούστηκε μέσ' από τα ταμπούρια
«Τον αρχηγό μας λάβωσαν πικρά φαρμακωμένα
κι απ' τ' άλογό του έπεσε και πάλι πίσ' ανέβη.
Ψηλή φωνίτσα έβαλε ν' ακούση το ασκέρι
Έλληνες μην κιοτεύετε Έλληνες μη σκορπάτε
Εγώ δεν έχω τίποτα μόν' είμαι λαβωμένος.
Για πάρτε με και σύρτε με στο έρημο τσαντήρι
Να πλύνω τη λαβωματιά και πάλι πίσω νάρθω ».
Τον κλαί' η μαύρη Ρούμελη τον κλαίει ο κόσμος όλος,
Τον κλαίνε όλ' οι Έλληνες και οι καπετανέοι
Τ' είν' το κακό που πάθαμε τούτο το καλοκαίρι
Τον αρχηγό μας χάσαμε τον ήρω Καραΐσκο!»

Θ Α Ν Α Τ Ο Σ Τ Ο Υ Ν Ο Τ Α Ρ Α 24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1827

Τρία πουλάκια κάθονται ψηλά στο Πεντεσκούφι.
Τόνα τηράει τη Ρούμελη τ' άλλο κατ' την Αθήνα
Το τρίτο το καλήτερο μοιρολογάει και λέει!
Κάτσε Γιάννη μ' κι αφέντευε σαν τσ' άλλους
Μωραΐτες και μη γυρεύεις πόλεμο μη θες να πολεμήσης.
Εγώ δε γένουμ' άπιστος σαν τσ' άλλους Μωραΐτες·
Εψές μούρθαν τα γράμματα να πάω στην Αθήνα
Απ' το Φαβιέ, απ' τς αρχηγούς κι απ' τον Καραϊσκάκη
Να μάσω ασκέρι διαλεχτό όλο Μωραϊτάκια.
Ο Γιάννης εξεκίνησε και πάει στην Αθήνα.

ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ

— Έλα συχάστε, διαβολάκια!

— Γιαννάκη — Γιαννακάκη — κομάτι κρεατάκι…

Εις μεγάλην στενοχωρίαν ευρίσκετο ο Γιαννίκης, ο γιος του κυρ Νικόλα του μυλωνά. Όπου εγύριζε τα μάτια του, όπου άπλωνε τα χέρια του δεν έπιανε άλλο από Καλικαντζάρους. Ήταν τόσοι δα κοντοί, σαν ένα καρύδι και είχαν τα γένεια μακρυά και τα πόδια τους τράγινα και ένα μυτερό ψηλό σκούφο εις το κεφάλι τους. Εσκέπαζαν όλο το πάτωμα του μύλου· βελόνι να έριχνες δεν θα έπεφτε χάμω.

Ο γιος του μυλωνά έψηνε εις την σούβλα χοιρινό και το ξύγκι καθώς έσταζε εις τα κάρβουνα έβγαζε καπνό και πεντοβολούσε, που ήταν να λιγώνεται κανείς. Τα διαβολάκια φυσικά λυχούδικα δεν ημπορούσαν να κρατηθούν και τα μικρά σαν καρδαμόσπορος μάτια τους, άναβαν όπως τα κάρβουνα της θράκας. Εκείνα τουλάχιστον ερουφούσαν το λίπος· μα οι Καλικάντζαροι;

— Γιαννάκη — Γιαννακάκη — κομάτι κρεατάκι! εζητιάνευαν αδιάκοπα, κολλόντας απάνου εις τον Γιαννάκη σαν τσιμπούρια.

— Έλα, συχάστε διαβολάκια· τους έλεγε καλοπιαστά εκείνος.

Και κάθε τόσο για να τα ξεφορτώνεται, έβγαζε από τη σούβλα μισοψημένο κομάτι κρέας και το έριχνε στο σωρό! Εκείνοι χυμούσαν, πατής με πατώ σε απάνω εις το κομάτι, ούρλιαζαν, εχτυπιόνταν, δαγκώνονταν συναμεταξύ τους, ως που το κομάτι εχώνευε εις την αχόρταγη κοιλιά μερικών. Οι άλλοι δυσαρεστημένοι ερίχνονταν πάλι εις τον Γιαννάκη τον τσίμπαγαν, τον έκρυβαν ολόκορμον. Και εκείνος επέταε άλλο κομάτι και ύστερα άλλο ως που η σούβλα εκόντευε να μείνη δίχως κρέας και ο γιος του μυλωνά θεονήστικος.

*

Ο πατέρας του αρρώστησε ξαφνικά και έφυγε από το μύλο την αυγή. Ο Γιαννάκης έμεινε στο πόδι του να τελειώση τ' αλέσματα. Κάθε στιγμή φόρτωμα — ξεφόρτωμα. Από τις πλάτες του γαϊδάρου έσερνε το σιτάρι στη σκάφη του μύλου και αποκεί πάλι, ζεστό το αλεύρι το έριχνε στο σακκί και το εφόρτωνε ξανά εις τις πλάτες του ζώου. Όλη την ημέρα δεν ήβρε μια στιγμή να ησυχάση το παιδί. Ούτε να φάη καλά — καλά δεν μπόρειε ως που νύχτωσε. Και τόρα που επίστεβε πως ετελείωσαν πια τα βάσανά του, πλάκωσαν οι Καλικάντζαροι και ήθελαν παιχνίδια.

Μπρε όρεξη που την είχαν! Μα και γιατί να μην έχουν; Μήπως δούλεψαν ποτέ τους; Εκόπιασαν στη ζωή τους για το καρβέλι; Κάθονται όλη την ημέρα ξαπλωμένοι στις σπηλιές, χορταίνουν με τις σαύρες και τα φίδια που τους στέλνει η τύχη και βγαίνουν τη νύχτα να παιγνιδίζουν και να πειράζουν τους ανθρώπους. Καλό κι αυτό!

Και ο Γιαννάκης εβασάνιζε το μυαλό του με πιο τρόπο θα πείση τα διαβολάκια να τον αφήσουν να φάη.

— Να σας πω, ρε παιδιά· τους είπε μαλακά.

— Να μας πη ο άγουρος — Ο κολοκυθομάγουλος! .. . Να μας πη ο άγουρος — ο κολοκυθομάγουλος! εβάβιζαν αμέσως ομόφωνα οι Καλικάντζαροι.

Και συνάχτικαν γύρω του, ανέβηκαν εις τα γόνατά του, εσκάλωσαν εις τους ώμους του· άλλοι κρεμάστικαν από τα μουστάκια και το κοντό γενάκι του, και για μια στιγμή τον σκέπασαν όλον, σαν ήμερο γατάκι οι ποντικοί. Χαχάνιζαν μεταξύ τους σαν χήνες· τον τσιμπούσαν στα γυμνά τάχα για να τον χαϊδέψουν· τον δάγκωναν τάχα για να τον φιλήσουν και τριτς — πριτς! τριτς — πριτς! τριτς — πριτς! έτριζαν και πορδοκοπούσαν ξαδιάντροπα, που έκαμαν το μύλο να βρωμάη σκορδίλας.

Και παπάς θα γένης Κώστα — έτσι το φερε η κατάρα· εσκέφτηκε ο Γιαννάκης. Έτσι που βρέθηκε ολομόναχος μέσα στο μύλο, όλα έπρεπε να τα υποφέρη. Τίποτε δεν μπορούσε να κάμη. Έπειτα ήξερε καλά πως οι Καλικάντζαροι, μόνον τα Δωδεκάημερα γυρίζουν εις τη γη και θέλουν να πειράζουν τους ανθρώπους. Όλον τον άλλο χρόνο βρίσκονται κάτω εις τα βαθειά και τ' άπατα και πριονίζουν το Δέντρο της Ζωής που βαστάει τον κόσμο, με την κακή πρόθεσι να καταστρέψουν τον κόσμο. Πριονίζουν πριονίζουν ως τα Δωδεκάημερα και δεν απομένει παρά μια φλούδα. Τότε όμως το αφίνουν και βγαίνουν εις τη γη για να χαρούν την ελευθερία που έχουν από τον Παντοδύναμο να πειράξουν τους ανθρώπους. Το ξέρουν πως άμα γυρίσουν πάλι, θα εύρουν το Δέντρο θρεμένο και φτου κι από της αρχής.