The Project Gutenberg eBook of Διηγήματα
Title: Διηγήματα
Author: Andreas Karkavitsas
Release date: February 28, 2010 [eBook #31446]
Language: Greek
Credits: Produced by Sophia Canoni
Produced by Sophia Canoni
·Note: Bold words have been included in &&. The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise.
Σημείωση: Έντονοι χαρακτήρες περικλείονται σε &&. Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΣΤΙΑΣ
Α. ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ 1892
Σ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΝ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΝ
ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΝΩ
Π Ε Ρ I Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α
ΠΡΟΛΟΓΟΣ Σελ 0
Η ΦΛΟΓΕΡΑ ΤΟΥ 1
ΓΙΑΝΝΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΩ 46
ΣΠΑΘΟΓΙΑΝΝΟΣ 97
Ο ΑΦΩΡΙΣΜΕΝΟΣ 131
ΝΕΟΙ ΘΕΟΙ 194
ΗΜΕΡΑΙ ΤΗΣ ΓΡΗΑΣ 229
ΔΥΣΤΥΧΩΣ δεν έχω καιρό να γράψω φιλολογικό Πρόλογο, όπως τον εννοούσα και τον ήθελα. Το βιβλίον αυτό ετυπώθηκε υπό διαφόρους περιστάσεις· κρύβει μέσα του ζευγαρωμένη την αμερικάνικη δραστηριότητα με τη ρωμαίικη αναποδιά. Για να τυπωθή το ένα τρίτο εχρειάσθηκεν ολόκληρον εξάμηνο, ενώ για τ άλλα δύο μόνον ολίγες ημέρες. Οι τυπογραφικές διορθώσεις του ταξίδεψαν σε χειμερινά και σε καλοκαιρινά κλίματα· επήραν την άλμη της Μεσογείου και την άλμη της Μαύρης Θάλασσας· είδαν τους ζαφειρένιους ουρανούς της Ανατολής και τους μολυβένιους της Δύσης κ' έγειναν μέσα σε καραντίνες και σε σιδεροδρόμους και σε ατμόπλοια, μεταξύ των μαύρων καπνών των φουγάρων και των συριγμάτων των μηχανών και της λίμας των επιβατών και των διαφόρων ήχων της ξηράς και της θάλασσας. Είμαι υπό ατμόν, αναγνώσται μου, και ο ατμός δεν περιμένει, π' ανάθεμά τον! Θα κλέψω όμως ολίγον καιρό, τόρα που το Α θ ή ν α ι μας σχίζει υπερήφανο τα γαλανά νερά του κόρφου της Θεσσαλονίκης και η γαλανόλευκη σημαία του στέλνει δεξιά και αριστερά αδελφικά χαιρετίσματα 'ς την Κασσάνδρα, την πολύκαρπη και τον ολόχιονον Όλυμπο, να γράψω ολίγες λέξεις γι' αυτό και ν' αφήσω για το μέλλον — πάντα για το μέλλον, ωιμέ! — κάθε φιλολογικό ζήτημα.
Τα διηγήματα που είν' εδώ μέσα είνε περασμένης εποχής. Το λέγω με πόνο ψυχής και με περιφρόνησι του εαυτού μου και της εποχής μου. Ποτέ μου δεν το ήθελα ούτε τ' ονειρευόμουν πριν, πως θα έφθανεν ώρα το πρώτο μου βιβλίο να ήνε παραγεμισμένο από παλαιές αμαρτίες μου. Γιατί τα παλαιά έργα του συγγραφέως και οι αμαρτίες του ένα είνε. Εγώ νέα ήθελα, πάντοτε νέα, με ακμή και δύναμη και τελειότητα πάντοτε, τόμο απάνου 'ς τον τόμο που να έχη ένα σκοπό, να εξυπηρετή μίαν ιδέα, ν' αποτυπώνη πιστά και καθαρά και μεγάλα μίαν εποχή ολάκερη. Ο σημερινός έλλην καλλιτέχνης, σε όποιον κλάδο και αν ανήκη, βρίσκεται πάντα μέσα σε θησαυρόν ατελείωτο και δεν χρειάζεται παρά να σκύψη για να γεμίση τους κόρφους του. Είνε λοιπόν δίκαιο αντί ν' αδράχνη διαμάντια και μπριλάντια να προσέχη 'ς τα ψωροχάλικα; Είνε δίκαιο αφού και ιστορία και θρησκεία και λαών αντιθέσεις και σκοτάδι δουλείας και ηρωισμοί απίστευτοι· αφού πρωτόπλαστοι ακόμη παραδόσεις κ' εθίμων πολύμορφοι σωροί και τύποι και όψεις σκληροκάμωτοι κ' εκφράσεις σχεδόν πέτρινοι και φερσίματα χιλιάδες και φύσις από τον Παράδεισο παρμένη, όλα κατά σωρούς σε περιτριγυρίζουν, σε προκαλούν, πετούν σχεδόν σαν χιλιόπλουμες πεταλούδες ολόγυρά σου και φωτοβολούν 'ς το νου και 'ς την καρδιά και 'ς τα νεύρα σου και σου γλυκοτραγουδούν μ' ασύγκριτο τραγούδι Σειρήνων «πάρε μας, φωτογράφησέ μας πριν σβύσουμε· η άλλη γενεά δεν θα μας εύρη», είνε δίκαιο εμείς να γυρίζουμε πίσω 'ς τ' άσκοπα γραψίματα του παρελθόντος και μ' εκείνα να προβάλλουμε 'ς τους αναγνώστας; Όχι, χίλιες φορές όχι! Και όμως αυτό γίνεται. Αλλά δεν είμαστ' εμείς οι αίτιοι. Το λέγω και το κηρύττω, δεν είμαστ' εμείς· είνε η εποχή μας. Αχ, εις εσάς τας μελλούσας γενεάς, τους μέλλοντας συγγραφείς, που όταν σας συλλογισθώ — και σας συλλογίζομαι συχνά, μα τη δυστυχία μου — ανεβαίνει το αίμα 'ς το κεφάλι μου, που σας ζηλεύω και σας μισώ συγχρόνως, ηξεύρω πώς θα σας φανούν τα ιδικά μας έργα· χειρότερα απ' ότι φαίνονται σ' εμάς του Μπερτολδίνου και του Γαϊδάρου οι φυλλάδες. Αλλ' αν μας κρίνετε απ' αυτά πολύ θα μας αδικήσετε. Δώσατέ μας την εποχή σας, την ακμή του έθνους σας, τη φιλολογική δίψα των συγχρόνων σας, τα μέσα σας, κ' εβλέπατε αν δεν σας αφίναμε γραπτούς Παρθενώνας.
Αλλ' αν όχι γιατί ανήκουν 'ς το παρελθόν, για τη γλώσσα τους όμως τα διηγήματα αυτά ήταν καλό να μείνουν 'ς τη νέκρα τους για πάντα. Είνε γλώσσα μπαλσαμωμένη· γλώσσα που κάμποσοι έξυπνοι αντί να την αφήσουν μέσα 'ς τη σεβαστή θήκη της, την εσήκωσαν, της έδωσαν ολίγη ζωή και με τα δεκανίκια 'ς τα χέρια, με της αράχνες και τη σκόνη των αιώνων, την έβαλαν μπροστά για να τους πάγη κούτσα-κούτσα 'ς την εποχή τον Λουκιανού και του Ξενοφώντα. Και δεν ηθέλησαν να πάγουν μόνον αυτοί, αλλά να σύρουν και ολόκληρο το Έθνος οπίσω τους. Και μας την εκόλλησαν κ' εμάς, των άμοιρων, με τα σχολεία και τα βιβλία τους, τ' ανάποδα και χρειαζόμαστε πλέον για να την βγάλομε από πάνω μας, να ριχθούμε 'ς τη φωτιά, όπως ο Ηρακλής για να σωθή από τον χιτώνα του Νέσσου. Από μέρους μου όμως προτιμώ αυτήν τη θυσία παρά τέτοια γλώσσα, που σαν στρίγγλα φοβερή έφαγε ως τα τόρα, έθαψε μέσ' 'ς τα βρωμερά κουρέλια της κάθε καλλιτεχνικό και θηλυκό νου, που ηθέλησε να την λατρέψη. Γιατ' είνε γλώσσα που σου παγώνει τον ενθουσιασμό, σου πλαστογραφεί την ιδέα, σου κόβει τη δύναμι, σου αλλάζει το αίσθημα. Είνε καλούπι που η κακή του πάστα αλλάζει και κάθε τι που θα χύσης μέσα του. Της ρίχνης χρυσάφι και σου βγάζει κάρβουνο· της ρίχνεις φωτιά και σου βγάζει στάχτη· της ρίχνεις αίμα και σου βγάζει λαχανόζουμο. Και αν καμμία φορά έβγαλε και λαμπρό μέταλλο πρέπει να φαντασθής πως σε καλλίτερο καλούπι το μέταλλο αυτό θα ήταν ακόμη λαμπρότερο. Εγώ ομολογώ πως πολλές φορές που έκανα τας διορθώσεις κ' είδα ψευτοντυμένο, πλαστοπροσωπευμένο όλο μου το παρελθόν, επόθησα να μην τα είχα γράψη ποτέ αυτά τα έργα. Ευτυχώς ανήκουν πλέον εις το παρελθόν. Την ελπίδα μας έχομε 'ς το μέλλον· εκείνο θα δώση γλώσσα, εκείνο φιλολογία.
Θέλει δεν θέλει η εποχή μας, γρήγορα θα έλθουν τα τελειότερα έργα.
Από του ατμοπλοίου «Αθήναι», Νοέμβριος 1892.
Η ΦΛΟΓΕΡΑ ΤΟΥ
— Δεν πααίνω σου λέω, δεν πααίνω! μου κάνει κακό!. . .
— Πήγαινε καϋμένη και σήμερα. . . βλέπεις πως θα πάω ν' αλέσω!. . . . . .
Πρώτην φοράν, φωναί ανδρικαί και γυναικείαι εκ περιτροπής, εξήρχοντο τόσον έντονοι και τεταραγμέναι, ωσεί συγκρουόμεναι μεταξύ των, από του οικίσκου του Μελοπούλου. Από τριών ήδη μηνών ότε ετέλεσε τους γάμους του ο οικοδεσπότης, δεν αντήχει άλλο εντός αυτού παρά τραγούδια εύθυμα και γέλωτες παρατεταμένοι, τονίζοντες εις κλίμακα υπερνέφελον την ευτυχίαν τον νεαρού ανδρογύνου και ψίθυροι φιλημάτων, ως εις καμμίαν φωλεάν τρυγόνων. Οι φλεγματικοί κάτοικοι του μικρού χωρίου καθ' εσπέραν, ενώ εχασμώντο τανυόμενοι ίν' αποτινάξωσι τον κόπον της ημέρας οι άνδρες κ' εθορύβουν αι γυναίκες, εις τα οικιακά έργα ασχολούμεναι ή εκλαυθμήριζον τα παιδία και υλάκτουν οι σκύλοι, ακούοντες αυτούς εκίνουν την κεφαλήν μ' έκφρασιν σοβαράς δυσπιστίας. Η χαρά εκείνη εφαίνετο εις αυτούς παρατονία, χαρά μη έχουσα την θέσιν της εκεί, μέσω της σιγηλής ερημίας του χωριδίου και του πλήθους εκείνου, του μη γνωρίζοντος άλλο από την εργασίαν, την βαρείαν εργασίαν των αγρών. Εσκέπτοντο δε ότι πολύ ταχέως θα έπαυε και την παρωμοίαζον προς την τύχην του χωριδίου των, του οποίου η ζωηρότης διαρκεί όσον και η πανήγυρίς του — επί μίαν μόνην ημέραν, κατά την πέμπτην Νοεμβρίου. Γίνεται αναστάτωσις όλων τότε χάριν του αγίου Νικολάου, μέρος της χειρός του οποίου διατηρείται ανέπαφον εν τη εκκλησία του χωριδίου· ακούονται τύμπανα και χοροί και πολλοί προσκυνηταί συνέρχονται άλλοθεν και τούτο μέχρι της νυκτός, ότε τα πάντα παύουν εις τελείαν χαλάρωσιν και ανίαν. Ούτω θα συνέβαινε, έλεγον, και εις το ανδρόγυνον ήδη· θα εβαρύνετο μόνον του αυτήν την τρελλήν ευθυμίαν, την θορυβώδη χαράν, η οποία νομίζει τις ότι δεν γίνεται παρά διά ν' ακούηται και μόνον· θα έκυπτε δε ταχέως ο τράχηλος εις την εργασίαν και θα συνωφρυούτο το μέτωπον εις την σκέψιν, όπως συνέβη και εις αυτούς τους ιδίους άλλοτε. . . Και τόρα, αν ήκουον τας διαμειβομένας φωνάς, θα επίστευον ότι επηλήθευσαν αι ελπίδες των, και πολύ ταχέως μάλιστα απ' ό,τι προσεδόκων και θα εμειδίων χαιρεκάκως. Διότι η χαρά των άλλων όσον και αν είνε ανεξάρτητος, μας κουράζει και επιθυμούμεν να παύση μίαν ώραν αρχήτερα, βιαζόμενοι να κατατάξωμεν αυτούς εις την ιδίαν με ημάς σειράν, ως η κωλοβή αλώπηξ του μύθου.
Δεν επέτυχον όμως αυτήν την ευκαιρίαν οι χωρικοί. Το χωρίδιον Τρουμπέ ήτο έρημον τόρα. Οι ευάριθμοι οικίσκοι του, εδώ κ' εκεί επί χαμηλής λοφοσειράς διεσκορπισμένοι, είχον τας θύρας όλας σφαλισμένας και από τα μικρά παράθυρα των εφαίνετο εντός το σκότος και η ερημία. Εις τας αυλάς επλανώντο εν πλήρει ανέσει αι όρνιθες, ανασκαλεύουσαι το άχυρον και την κόπρον προς ανεύρεσιν τροφής κ' αι πάπιαι ενήχοντο μακαρίως είς τι τέλμα παρά τους καλαμώνας, ενώ ο οικόσιτος χοίρος, σοβαρός αντιπρόσωπος του οικοδεσπότου, εγρύλλιζε περιφερόμενος ελεύθερος και ο αλέκτωρ με το αγέρωχον βάδισμά του, ανέτεινεν από καιρού εις καιρόν την κεφαλήν κ' ετόνιζε την βραχνήν λαλιάν του, ωσεί θέλων να διασαλπίση εις τα πέριξ την υπεροχήν του. Οι χωρικοί έλειπον όλοι εις τας εργασίας των γυναίκες και άνδρες, μικροί και μεγάλοι, έκαστος κατά τας δυνάμεις του είχον αναλάβει τα καθημερινά, τ' αναλλοίωτα καθήκοντά των, άμα τη χαραυγή. Μόνος ο οικίσκος του Μελοπούλου διετήρει ακόμη την ζωηρότητά του· διότι από της ημέρας των γάμων εβράδυνε πάντοτε εις την εξέγερσιν, ως νωθρός εργάτης εξακολουθών την αυτήν απεργίαν και μετά την λήξιν των εορτασίμων ημερών. Το φως της ημέρας εισέδυεν ήδη άφθονον από της ανοικτής θύρας και του παραθύρου, από του οποίου εφαίνετο η Σμάλτω εν τη σκιά, με νυσταλέους ακόμη οφθαλμούς και βεβαρυμένον το σώμα, εγείρουσα νωθρώς τας στρωμνάς μίαν μίαν από του εδάφους και αποθέτουσα διπλωμένας επί μιας ανεστραμμένης κοφίνας, χρησιμευούσης πάντοτε εις τους οίκους των χωρικών αντί στρωμνοθήκης. Ενώ δ' ενησχολείτο εις τούτο εξηκολούθει, ηρεθισμένη κάπως, σφοδράν ομιλίαν μετά του ανδρός της, ο οποίος παρά την θύραν ιστάμενος, έρραπτε την άκραν σάκκου εκ χονδροπάνου κ' εψιθύριζε χωρίς να υψώση την κεφαλήν από της εργασίας του, ωσεί εις εαυτόν αποτεινόμενος:
— Πήγαινε, μωρή και σήμερα· βλέπεις πως θα πάω ν' αλέσω!. .
Πλησίον αυτού καψαλός σκύλος, με ανωρθωμένον και άτακτον τρίχωμα, επέμενεν οσφραινόμενος το έδαφος μέσω σμήνους ορνίθων, αι οποίαι είχον εισπηδήσει εντός ζητούσαι διά τιτιβισμών την πρωινήν τροφήν των. Προ της θύρας ο εύρωστος ίππος του Μελοπούλου, ζευγμένος εις το κάρρον, έτρωγε την φορβήν του, ανακινών από καιρού εις καιρόν τα ώτα και τύπτων τους πόδας, ωσεί βιαζόμενος να εκκινήση. Ο Στάθης είχε φορτώσει το κάρρον του διά σάκκων σίτου της νέας εσοδείας και ητοιμάζετο ν ' αναχωρήση εις τον μύλον προς άλεσιν. Και ήτο μεν μύλος εις το χωρίδιον έξω επί υψώματος και ειργάζετο αδιακόπως ημέραν και νύκτα, αναπεπταμένας έχων, εις τον άνεμον τας φαιάς πτέρυγάς του, αλλ' εις τον Στάθην ήρεσκε πάντοτε ό,τι ηδύνατο να συντέμνη τας αποστάσεις και να προφθάνη τον χρόνον. Συνήθιζε να προτιμά τον κέλητα αντί του ημιόνου και τον ατμόμυλον αντί του ανεμομύλου, όπου είνε τις εκτεθειμένος εις του καιρού τας ιδιοτροπίας. Διά τούτο είχεν αποφασίσει να πάγη εις Γαστούνην, όπου υπήρχεν ατμόμυλος και ήτο βέβαιος ότι θα επεράτου μίαν ώραν αρχήτερα την εργασίαν του. Έλεγε δε εις την νεαράν σύντροφόν του να συνοδεύση εις την βοσκήν τα γαλιά, τριάκοντα ζεύγη γαλιά, τα οποία είχεν αναπτύξη αρκούντως και από τα οποία ήλπιζε καλά κέρδη κατά τον ερχόμενον αύγουστον, ότε θα τα επώλει εις Ζακυνθίους ζωεμπόρους.
— Δεν 'μπορώ σου λέω. . . δεν πααίνω! επέμενεν η Σμάλτω, αρνουμένη.
Ο Στάθης εξεπλήσσετο διά την τόσην επιμονήν της γυναικός του. Πρώτην φοράν τόρα την ήκουεν αντιτείνουσαν εις τους λόγους του· πρώτην φοράν την έβλεπε τόσον πείσμονα εις την ιδέαν της. Αφ' ης ημέρας την εστεφανώθη, την εγνώριζε πάντοτε υπήκοον, πάντοτε ακατάβλητον εις την εργασίαν, μειλίχιον εις τους τρόπους, δειλήν εις τας ιδέας της, εκπληρούσαν τυφλώς τας επιθυμίας του, πρόθυμον να τον ανακουφίζη και να τον συνδράμη εις όλα. Και τα γαλιά αυτά ακόμη η ιδία εφρόντισε και τα ανέπτυξε και τόρα από μηνός καθ' ημέραν τα συνώδευεν ευχαρίστως εις την βοσκήν. Πώς λοιπόν τόρα ήλλαξε τόσον έξαφνα ο χαρακτήρ της, και ο ίδιος ηπόρει.
— Μα τι θες να κάμουμε 'ς το θεό σου! είπεν αίφνης, προσβλέπων αυτήν
με ύφος, ενέχον εν ταυτώ ερώτησιν και οργήν.
— Πααίνω εγώ 'ς το μύλο· εψιθύρισεν η Σμάλτω δειλώς, χαμηλώνουσα την
κεφαλήν.
Ο Στάθης εγέλασε βεβιασμένως. Πολύ παράδοξος του εφαίνετο η απάντησις αύτη της γυναικός του. Και όχι τόρα διότι ήτο νεόνυμφος αλλά και γραία αν ήτο πάλιν δεν επετρέπετο εις την Σμάλτω να πάγη εις τον μύλον. Αν εζήτει να πάγη εις κανένα ανεμόμυλον των πέριξ χωρίων δεν ήτο και κακόν, διότι όλοι οι μυλωθροί ήσαν γνώριμοι, άνθρωποι έντιμοι και σοβαροί και ως επί το πλείστον αι γυναίκες επήγαινον τ' αλέσματα, των ανδρών ασχολουμένων εις άλλας βαρυτέρας εργασίας. Εις Γαστούνην όμως, εις μίαν πολιτείαν, όπου ευθύς μόλις έβλεπον αυτήν εκφορτώνουσαν τον σίτον θα εσυνάζοντο οι άνδρες πέριξ και θα την περιειργάζοντο από κεφαλής μέχρι ποδών, σχεδόν θα την έψαυον με τ' αναιδή και φαύλα βλέμματά των, όπου οι μυλωθροί ήσαν ξένοι και απόξενοι, πονηροί και αγιογδύται, ποτέ δεν επετρέπετο. Μόνον και να το συλλογισθή η Σμάλτω έπρεπε να κοκκινίση.
— Μα γιατί δεν πας με τα γαλιά; ηρώτησε πάλιν, επανερχόμενος εις την προτέραν του ιδέαν ο χωρικός.
— Φοβάμαι εψιθύρισεν η λυγερή μετά τινος στενοχωρίας.
— Τι φοβάσαι; γιατί δεν εφοβόσουν τόσον καιρό;
Η Σμάλτω έκυψε την κεφαλήν αμηχανούσα, διότι δεν είχε τι ν' απαντήση εις την δικαίαν ερώτησιν του ανδρός της. Και είχε μεν λόγον, ισχυρότατον μάλιστα λόγον, τον οποίον αν έλεγεν ευθύς ο Στάθης θα ηρεθίζετο, θα εζήτει συγχώρησιν διά το πείσμα του και θ' απήτει μάλιστα επιμόνως παρ' αυτής να μη πάγη πλέον εις την βοσκήν με τα γαλιά. Αλλά τον λόγον αυτόν δεν ήθελε να εκστομίση δι' όλον τον κόσμον η Σμάλτω.
Εγνώριζεν ότι εκείνο το οποίον εφοβείτο και ήθελε ν' αποφύγη εξηρτάτο μάλλον από αυτήν την ιδίαν παρά από τον άνδρα της κ' εθεώρει περιττόν να ταράξη εις τα μύχια τον χωρικόν και να τον εμβάλη εις υποψίας. Διότι όσον και αν είνε απαίδευτος η γυνή, εις τοιαύτα ζητήματα προσπαθεί πάντοτε να προφυλάσση τον άνδρα της, πολλάκις μάλιστα μετ' εγκληματικής επιμονής ωσεί η φύσις μόνη της παρακινεί αυτήν εις τούτο.
— Να, εκεί που καθόμουν εψές 'ς την πατουλιά, βγήκ' ένα φίδι ξάφνου και μ' ετρόμαξε. . . έχασα όλο μου το αίμα! απήντησεν αίφνης η Σμάλτω, φοβισμένον έχουσα το πρόσωπον, ως να έβλεπε την ώραν εκείνην το φίδι προ των ποδών της.
Ο χωρικός εξερράγη ήδη εις γέλωτας, όχι βεβιασμένους πλέον αλλ' αληθείς γέλωτας άνθρωπου ευθύμου. Τόσον απροσδόκητος εφάνη εις αυτόν ο ισχυρισμός ούτος της γυναικός του, ώστε δεν εύρεν άλλο τι πρόχειρον την ώραν εκείνην ο Στάθης παρά να καγχάση.
— Ωχ, αδερφέ! εφώναξε, για το φίδι κάνεις έτσι; Και λαμβάνων από της γης τον σάκκον, όστις είχε πέσει των χειρών του κατά την ώραν της ταραχής και από τινος γωνίας το μαστίγιόν του, διηυθύνθη προς την θύραν υποψιθυρίζων:
— Μην ήσαι κουτή, καϋμένη!. . πήγαινε κ' εγώ θα γυρίσω γρήγορα.
Χωρίς δε να προσθέση τι πλέον, ανέβη επί του κάρρου και μαστίσας τον ίππον του απήλθεν.
Η Σμάλτω ήκουσε το κάρρον απόμακρυνόμενον μετά πατάγου και ησθάνθη την καρδίαν της συγκλονιζομένην μετά του εδάφους υπό τους ογκώδεις τροχούς του. Η αναχώρησις του ανδρός της κατ' εκείνην την ώραν την ετάρασσε μεγάλως και την κατέθλιβεν, ως μία παντελής εγκατάλειψις. Δεν ήτο πρώτη φορά κατά την οποίαν απεμακρύνετο ούτω της οικίας ο Στάθης· αλλά τόρα η ψυχή της είχε διεγερθή ολόκληρος υπό συλλογισμών επιφόβων και όλα τα εξελάμβανεν ως επίτηδες εναντίον αυτής διενεργούμενα. Ο Στάθης άφινεν αυτήν μόνην και απροστάτευτον επί μίαν ολόκληρον ημέραν. Την διέτασσεν επιμόνως να 'πάγη εις την βοσκήν των γαλιών χωρίς να ηξεύρη ότι την εξέθετεν εις κίνδυνον φοβερόν, από τον οποίον πολύ δυσκόλως λυτρούται ο άνθρωπος, διότι κύριον εχθρόν έχει τον εαυτόν του. Δεν ηδύνατο όμως να κάμη και άλλως, η Σμάλτω. Αφού ο Στάθης δεν ήτο πλέον εκεί ώφειλεν αύτη να συνοδεύση τα γαλιά· δεν έπρεπε να τ' αφήση να ψωφήσουν της πείνας! Και μετενόει ήδη διότι ετάραξε τόσον τον άνδρα της, ακαίρως επιμένουσα εις την άρνησίν της, ενώ ανεγνώριζε την ανάγκην. Έθεσεν ολίγον μελαψόν άρτον εντός μαλλίνου σακκιδίου, εκρέμασεν αυτό από του ώμου και κλειδώσασα την θύραν εξήγαγεν από του αχυρώνος τα γαλιά και ανεχώρησεν εις την βοσκήν.
— Ο άι Νικόλας κι' ας με φυλάξη· εψιθύρισε, σταυροκοπουμένη.
Η Σμάλτω ήτο νεαρωτάτη, λυγερή, εύπλαστος το σώμα, μελαχροινή, με οσφύν εσφιγμένην ως καλαμιάς και κεφαλήν εύμορφην, ην εστόλιζον άφθονοι μαύροι βόστρυχοι και οφθαλμοί μεγάλοι, πάντοτε υγροί, ως να εψυχάλιζον εντός και ακριβείς ερμηνευταί των εσωτερικών εντυπώσεών της. Ήτο δ' εντελής καθρέπτης μιας αγροδιαίτου υπάρξεως· το άτομόν της ολόκληρον ήτο υπερβολικώς περίεργον εις τας από της φύσεως εντυπώσεις και τας υφίστατο και τας συνεκέντρου εν εαυτή όλας, -όπως ο φακός τας ηλιακάς ακτίνας. Μέχρις ου υπανδρευθή, βόσκουσα καθημερινώς τα αιγοπρόβατα του πατρός της εις τα μέρη της Ριζοκαστριάς, όπου είχε κατασκηνώση η οικογένεια της, τον χειμώνα και το καλοκαίρι, το φθινόπωρον και την άνοιξιν, έβλεπεν όλας της φύσεως τας μεταβολάς και τας εδέχετο μετά χαράς, όπως δέχεται τις τας θωπείας της μητρός του. Και ότε την έτυπτε κατακέφαλα με τους όμβρους της και ότε την εδρόσιζε με τα ζωογόνα μαϊστράλιά της, είτε την αφήρπαζεν εις τας καταιγίδας της είτε της χαλάρωνε τας δυνάμεις όλας διά του λιβός της, αύτη δεν παρεπονείτο καθόλου, αναγνωρίζουσα υπομονητικώς την εξουσίαν και τα δικαιώματά της. Της ήρεσκεν επιμόνως η μάγισσα και ευμετάβολος νύμφη, την εξέπληττε και την συνεκίνει με τας ποικίλας αμφιέσεις της, υπό τας οποίας της παρουσιάζετο καθ' εκάστην και το κάλλος της, το ένθεον. Πολλάκις συνέβαινεν εν τη μικρά εκείνη λοφοσκεπάστω εκτάσει, εις διαφόρους της ημέρας ώρας, συχνάκις δε κατά την μεσημβρίαν, η φύσις πέριξ, ως το μνημείον του Μέμνωνος, ν' αναδίδη διαφόρων ειδών τόνους, ποικίλας φωνάς, αρμονικώς διακεχυμένας εν τω κενώ. Η Σμάλτω τότε, έξαλλος, ήνοιγεν υπερμέτρως τους οφθαλμούς, έτεινε τα ώτα αχόρταστος και προσεπάθει να δεχθή εν εαυτή τους ήχους εκείνους όλους και βαθμηδόν βαθμηδόν ανεδίπλου το σώμα, επιθυμούσα να εναγκαλισθή ούτως ειπείν την φύσιν, να την ενστερνισθή, παραδιδομένη εις την επήρειάν της ασυνειδήτως, όπως παραδίδεται τις εις τον έρωτα.
Η ζωή της Σμάλτως αύτη έπαυσεν αίφνης διά μιας όταν υπανδρεύθη. Ο ιερεύς όστις εστάθη προ αυτής ίνα ευλογήση τους γάμους της, έμεινε πλέον καθηλωμένος εφ' όρου ζωής εκεί, ως τοίχος ακλόνητος και της απέκλεισε το παρελθόν. Η κληματόβεργα, καταλλήλως μετασχηματισθείσα εις στέφανον νυμφικόν, έκαμε κ' επί της νεαράς βλαχοπούλας το θαύμα της όπως καθ' ημέραν και εις τόσας άλλας. Μετέφερεν αυτήν εις άλλην ζωήν, ψυχράν, σοβαράν, μεστήν πραγματικότητος ασφυκτικής, την οποίαν αύτη πριν ουδέποτ' εφαντάζετο, μέσω της χαριέσσης φύσεως εν τη οποία ανεπτύχθη. Και ο Στάθης δ' αυτός, ωσεί ζηλοτυπών προς το παρελθόν της κ' επιθυμών να καταστρέψη πάσαν αυτού ανάμνησιν, αφήρεσεν απ' αυτής την βλαχικήν ενδυμασίαν, την γραφικήν εκείνην ενδυμασίαν με τα κρόταλα και τους χρωματισμούς, την οποίαν νομίζει τις ότι οι βλάχοι επενόησαν εκ του μεγάλου πόθου των προς την φύσιν, ίνα φέρωσιν επάνω των το αποτύπωμά της πάντοτε, όπου και αν ευρίσκωνται. Αντί δ' αυτής, αντί των κεντητών ποδιών και των πλουσίων γκιορντανίων, της έδωκε τα πενιχρά ενδύματα του χωρίου, άτινα την κατέστησαν σοβαράν μέχρι γελοιότητος.
Η Σμάλτω ήρχισεν ευθύς εξ αρχής να πλήττη και ν' ασφυκτιά μέσω της καθημερινής αναστροφής των χωρικών, όπου δεν ήκουεν άλλο παρά αμοιβαίας κακολογίας και κλαυθμηρισμούς διά τα χρέη των. Ωμοίαζε προς πτηνόν το οποίον αίφνης συνέλαβον και απέθεσαν εν κλωβώ, μέσω τεσσάρων πληκτικών κιγκλιδωμάτων, μακράν πρασίνου φυλλώματος, εκτός πάσης αναστροφής μετ' άλλων ομοίων του. Η υπομονή όμως της γυναικός είνε ανεξάντλητος. Συχνάκις καταβάλλει μέγαν ηρωισμόν ίνα μη φανή δυσανασχετούσα προς την τύχην της και δώση αφορμάς κακολογίας και προξενήση χαράν εις τους γείτονας. Βλέπει τις πολλάκις αδιάκοπον το μειδίαμα εις τα χείλη, ανεξάντλητον την ευτυχίαν εις τους οφθαλμούς της, ενώ τουναντίον εις τα χείλη επικάθηται άμετρος πικρία και θερμά δάκρυα εις τους οφθαλμούς. Έχει δ' η γυνή την υπόκρισιν αυτήν τόσον ανεπτυγμένη όσον περισσότερον περιωρισμένη είνε κοινωνικώς. Η Σμάλτω, ενώ ήτο καταπικραμένη διά την ζωήν εις την οποίαν μετέπεσε, προσεποιείτο εν τούτοις την ευτυχισμένην, την γελαστήν, όλη πετώσα, όπως έπρεπε να ήνε γυνή νεόνυμφος, ώστε έκαμνε τους γείτονας να λέγουν περί αυτής, ίνα παραστήσωσι την χαράν της, ότι εγέλων και τα παπούτσια της. Εντός όμως η καρδία της έπαλλε διά την προτέραν ανύπανδρον ζωήν και την επόθει ενθέρμως. Διό, ότε μετ ' ολίγον ανεπτύχθησαν τα γαλιά διά την εξοχήν και ο Στάθης, απησχολημένος εις την καλλιέργειαν της σταφιδαμπέλου του, ανέθεσεν εις αυτήν την φροντίδα των, έγεινεν εκτός εαυτής από χαράν. Και ότε τα ωδήγει εις την βοσκήν, ετόνιζε το τραγούδι των κ' επήδα μεταξύ αυτών, υψηλά τον κάλαμον κρατούσα, εν μέθη και ευτυχία υπερτάτη. Από του εγγάμου βίου της τόρα μόνον ηννόει ότι συνήρχετο εις εαυτήν και ανέζη.
Αλλ' από τινων ήδη ημερών υπόνοιά τις εγεννήθη εντός αυτής· η ζωή εκείνη την ετρόμαζεν. Ήρχισε να βλέπη τον οικίσκον της, ότε το εσπέρας επέστρεφε, μετά δυσπιστίας· να αισθάνεται προ του ανδρός της εντροπήν· να χαμηλώνη τους οφθαλμούς προ του βλέμματός του, να ταράσσηται εις τον εναγκαλισμόν του και να ερυθριά ως ένοχος φρικώδους ανομήματος. Διά ποίαν δ' αιτίαν ησθάνετο όλα ταύτα, δεν ηδύνατο να εννοήση η λυγερή. Μόνον συγκεχυμένως μόλις κατελάμβανεν ότι εταράσσετο, πολύ μένουσα εν τη αναπεπταμένη πεδιάδι, υπό τον γαλανόν ουρανόν, εν τη μυστηριώδει ερημία των αγρών, ακροωμένη του γλουγλουκισμού των γαλίων, του ερρύθμου κωδωνισμού ενός ποιμνίου απέναντι και των περιπαθών τόνων μιας φλογέρας.
Η Σμάλτω ήδη είχε φθάσει εις την οφρύν της λοφοσειράς, οπόθεν η πεδιάς ηπλούτο πέριξ, μ' ελαφρούς κυματισμούς μέχρι της θαλάσσης. Ο ήλιος είχεν υψωθή αρκετά εις τον ορίζοντα, κολυμβών μέσω αργυρού αιθέρος, πυκνοτάτου και περιέλουε τους θερισμένους αγρούς, τας πρασίνας σταφιδαμπέλους, τους βυσινίζοντας βουνούς του Χελωνάτα και τα πέριξ όλα δι' αφθόνου φωτός· τα χωρία κατέκειντο εδώ κ' εκεί, με τας υπομαύρους στέγας και τους λευκοκιτρίνους τοίχους των οικίσκων των, εν αμόρφω όγκω, ως χορταριασμένα ερείπια· ποίμνια έβοσκον παντού και βοών αγέλαι και ίππων εν αδελφική συμβιώσει, ενώ ωρθούντο πλησίον αι σκιάδες των φυλάκων, με την επιμήκη εκ ξηρών χόρτων στέγην και τους λεπτούς και στρεβλούς στύλους των, ως μεγάλα καψαλά πτηνά, ορθούμενα επί των κατίσχνων ποδών των. Από πολλά μέρη ανέβαινον λευκοί καπνοί, ταχέως εξαφανιζόμενοι εκ του πολλού φωτός της ημέρας, και υπεφαίνοντο κάποτε γλώσσαι φλογών, ενώ αντήχει ο τριγμός του ξηρού χόρτου, καιομένου επί των αλωνίων. Τα βουνά προς ανατολάς εκρύπτοντο μέσω ποταμών πεπυκνωμένης ομίχλης και μόνον τ' ακροβούνια ασθενώς διεγράφοντο εις τον ορίζοντα, ως κομμένα χάρτινα συμπλέγματα όπισθεν γαλανής υάλου. Κ' εν τη νεκρική εκείνη της πεδιάδος ησυχία, μόνον τα ξηρά χόρτα και τα φύλλα εψιθύριζον, κινούμενα υπό του ανέμου, όστις έπνεεν από της θαλάσσης δροσερός δροσερός.
Η Σμάλτω περιέφερε το βλέμμα πέριξ, εφ' όλων τούτων, ρεμβώδες και ήσυχον. Είτα κατέβη τον δρομίσκον προς τους αγρούς, κρατούσα μακρόν κάλαμον ανά χείρας, διά του οποίου περιόριζε τα γαλιά να μη διασπείρονται και διά φωνής σιγηλής και διαυγούς ανακράζουσα εις ήχον τραγουδιού:
— Πόκοι, πόκοι· το γαλί, γαλί, γαλιά!. . . πόκοι, πόκοι· το γαλί, γαλί, γαλιά!. . .
Τα γαλιά εφορεύοντα βάδην εμπρός, καμαρωτά, προτείνοντα το στήθος και ανατείνοντας την κεφαλήν, υπό την οποίαν εκυμαίνετο το λειρίον κατακόκκινον, ως δράγματα κερασίων. Προεπορεύοντο ολίγα, σχηματίζοντα γωνίαν εμπρός εις ένα, ωσεί επί κεφαλής, είποντο άλλα εις τα πλάγια του δρόμου ραμφίζοντα εδώ κ' εκεί τας θαμνώδεις ονακάνθας και τους αύλακας· άλλα επλατάγουν τα πτερά των κ' εκυνηγούντο αίφνης άνευ αιτίας και άλλα ίπταντο μετά θορύβου άνω της κεφαλής των λοιπών, ερχόμενα εκ των όπισθεν προς τα εμπρός και τ' ανάπαλιν. Όλα δε από καιρού εις καιρόν, παρακινούμενα υπό της φωνής της γυναικός, απήντων δι' ενός γλουγλουκισμού διατόρου και παρατεταμένου.
Ούτω η Σμάλτω μετά των γαλίων, έφθασε μετ' ολίγον εις τον αγρόν της. Ήτο δε ούτος θερισμένος όλος, κεκαλυμμένος υπό χρυσιζούσης και στιλπνής καλαμιάς, μέσω της οποίας ανέκυπτον κάπου μαρασμώδη τινά, πρασινίζοντα φυτά· πέριξ, εις τας άκρας ή επί της ταφρου και εις τους αύλακας, ωρθούντο ακόμη στάχεις τινές, διαφυγόντες το δρέπανον των θεριστών κ' εκίνουν τας απεξηραμένας κεφαλάς των, εις το ελαφρόν φύσημα του ανέμου. Εις τ' αριστερά, μικρός δρομίσκος, λευκοκίτρινος ένεκα του πεπατημένου χόρτου υπό του οποίου εκαλύπτετο, εχώριζε τον αγρόν προς άλλον παρακείμενον, εις του οποίου το μέσον ωρθούτο σκιάς αγροτική και υπό θαμνώδεις αφροξυλιάς ήχουν, από καιρού εις καιρόν, κωδωνισμοί ποιμνίου.
Η Σμάλτω μόλις έφθασεν εκεί, έστρεψεν ολίγον την κεφαλήν χωρίς να θέλη, και διά του κανθού των οφθαλμών παρετήρησε την σκιάδα. Αλλ' ευθύς, ως να είδεν αυτήν υπερφυσικού μεγέθους και να εξέλαβε διά σκελετώδεις γαμψώνυχας δακτύλους τους εξέχοντας προς τ' άνω στύλους της και δι' ανωρθωμένην χαίτην εξηγριωμένου θηρίου την χορτώδη στέγην της, απέσυρε το βλέμμα τεταραγμένη. Δεν ήθελε καθόλου ν' αντικρύση την σκιάδα εκείνην. Από ημερών ήδη, κάτι μέσα της της έλεγε να την φοβήται· ότι το συναπάντημά των αυτό δεν ήτο καλόν και ότι πλειοτέρα μετ' αυτής εξοικείωσις δεν θα την έφερεν εις αγαθόν αποτέλεσμα. Έστρεψε λοιπόν τα νώτα προς αυτήν η λυγερή και πλησιάσασα, εκάθησε παρά την οφρύν της τάφρου. Ίνα δε αποδιώξη από της κεφαλής της πάσαν της σκιάδος ανάμνησιν, απέθηκε παρά το πλευρόν τον κάλαμον και λαβούσα από της ποδιάς της εστριμμένον μαλλίον, ήρχισε να τυλίσση αυτό περί την άτρακτον ενώ τα γαλιά έβοσκον ησύχως ανά τον αγρόν.
Κ' εν τη ενασχολήσει της όμως εκείνη, έστρεφεν από καιρού εις καιρόν την κεφαλήν, προσβλέπουσα περιδεώς την σκιάδα, ως μέρος ύποπτον. Εν τη ανησύχω δ' αυτής θέσει εν τη οποία ευρίσκετο, ήρχισαν πάλιν ν' αναγεννώνται, μία προς μίαν αι αιτιάσεις της κατά του Στάθη, όστις επέμεινε να την στείλη με τα γαλιά. Εν τη οργή της ουδέ του σίτου ηυλαβείτο, του σίτου ο οποίος θεωρείται μεταξύ των χωρικών, ως το μεγαλείτερον δώρον του Θεού και ορκίζονται εις αυτόν να τον επιθυμήσουν, φοβούμενοι την έλλειψίν του ως μέγα τι, και αυτόν ήδη κατηράτο διότι ευρέθη εις τοιαύτην ώραν. Ουδ' εαυτήν δε άφινεν έξω της κατηγορίας, αλλά εμαίνετο διότι ήκουσε τον άνδρα και όχι την καρδίαν, η οποία έπαλλεν εις τα στήθη της τόσον σφοδρώς, όπως πιστόν κυνάριον αδιακόπως υλακτεί κ' εμποδίζει τον αυθέντην του να εξέλθη του οίκου, όπου παραφυλάσσουν δολοφόνοι.
— Όχι, δεν έπρεπε νάρθω· συνεπέρανε τέλος.
Κ' εξηκολούθησε τυλίσσουσα περί την άτρακτον το μαλλίον και σκεπτομένη.
Αλλ' αίφνης, σιγά σιγά, μία ιδέα, μία επιθυμία εκόλλησεν αναπόσπαστος εις τον νουν της. Ωσεί δ' υπείκουσα εις δύναμιν άλλην, ανωτέραν εαυτής, την οποίαν δεν ηδύνατο να περιστείλη μετά αγώνα όσον οίον τε μεγάλον, εστήριξε χαμαί την αριστεράν χείρα και αναταθείσα επ' αυτής, παρετήρησεν έξω. Ήθελε να ίδη τον απέναντι αγρόν χωρίς αυτή να φωραθή υπό τινος. Αλλ' η οφρύς της τάφρου ήτο υψηλή κ' αι επ' αυτής ονακάνθαι, με τα φαιά πολυδάκτυλα στελέχη και τα μεγάλα απεξηραμένα άνθη των, έφρασσον εν πυκνώ συμπλέγματι, ολόκληρον του αγρού την θέαν. Ανεκίνει την κεφαλήν, εκόλλα σχεδόν τους οφθαλμούς εις τα μεταξύ διάκενα, προσπαθούσα να ίδη, αλλ' αι ονακάνθαι ήσαν πυκναί και δεν διέκρινεν ειμή στενά κ' επιμήκη τμήματα αγρού κιτρινίζοντα μόνον. Οι οφθαλμοί της κουρασμένοι, σχεδόν έκαιον εκ της εντάσεως· η καρδία της εβροντοκτύπα εκ της ανυπομονησίας· η περιέργειά της, κορυφουμένη ένεκεν των εμποδίων, της έκοπτε την αναπνοήν· η χειρ της λυγερής επόνει τρυπωμένη επί των βόλων του χώματος κ' έτρεμεν ελαφρώς, απηυδηκυία υπό το βάρος του σώματος, χαλαρουμένου ολονέν. Δεν απέκαμνεν όμως η Σμάλτω να παρατηρή, κατεχομένη όλη υπό της επιθυμίας· ησθάνετο εντός αυτής κάτι όπερ εκινείτο ν' αναταθή διά να ορθώση το σώμα της. Αλλά συνεκράτει εαυτήν ακόμη, αναγκαζομένη υπό εντροπής τινος και φόβου, μήπως φωραθή κατασκοπεύουσα.
Η Σμάλτω ήκουεν ευκρινώς τους κωδωνίσκους των προβάτων όπισθεν των θάμνων της αφροξυλιάς, αλλ' ήθελε να μάθη αν και ο Μήτρος, ο βοσκός αυτών, ήτο εκεί. Κατείχεν όλην της την προσοχήν αυτή η σκέψις· εβασάνιζε την ψυχήν της ολόκληρον αυτή η αμφιβολία. Καλλίτερον να ήτο και να μην ήτο πάλιν καλλίτερον, εσκέπτετο. Εις την εξηρεθισμένην αυτής διάνοιαν δύο σκέψεις ερριζοβόλουν αντίθετοι, χωρίς η μία τούτων να δύναται να υπερισχύση της άλλης. Ενώ ταυτοχρόνως η καρδία της έπαλλεν αδιάκοπα, παρακινούσα αυτήν εις τολμήματα και η ανυπομονησία εμεγαλύνετο εντός αυτής ακράτητος. Μέχρις ου η λυγερή, μη δυναμένη πλέον να κρατηθή, επήδησεν ορθία, περιφέρουσα βλέμμα ερευνητικόν άνω των ακανθών, περί την σκιάδα. Δεν εφρόντιζεν αν την ίδουν πλέον, καθόλου δεν εφρόντιζεν· αυτή ήθελε να ίδη.
— Δεν ένε· είπεν αίφνης, χαμηλοφώνως.
Κ' επανέπεσεν οπίσω επί των ποδών της. Έμεινε δ' εκεί, ελαφρώς πελιδνή την όψιν και πεισμωμένη, το βλέμμα κρατούσα προσηλωμένον επί ενός στάχυος, του οποίου η κεφαλή εταλαντεύετο εις το φύσημα του ανέμου. Και η Σμάλτω ήδη εύρισκεν εις την ταλάντευσιν εκείνην του στάχυος πόνον τινά αυτού, θλίψιν υποκρυπτομένην, διότι αφέθη μόνος κ' έρημος εκεί και δεν ηκολούθησε την τύχην των συντρόφων του, μετά των οποίων συνεβλάστησε και ηυξήθη. Συνεδύαζε δε την τύχην του στάχυος με την ιδικήν της κ' ένα παράπονον εγεννάτο εις τα στήθη της, διότι ήτο μόνη εκεί και ηρώτα εαυτήν, διατί τάχα να μην είνε και ο Μήτρος. Ήθελε να είνε· βέβαια, πολύ καλλίτερον θα ήτο τούτο· θα είχε τουλάχιστον ένα γείτονα όπισθέν της, ενώ τόρα ήτο τόσον ολομόναχη εις την έκτασιν εκείνην των θερισμένων αγρών, με τα βόσκοντα ζώα! Η έλλειψις του βοσκού ήδη εφυγάδευσε την δειλίαν και τον φόβον, τον οποίον ησθάνετο πριν χωρίς να γνωρίζη την αιτίαν. Εύρισκε μάλιστα, εκ της επιθυμίας της ωθουμένη, πολύ γελοίαν εαυτήν διότι εφοβείτο την συνάντησίν της μετά του βοσκού. Τι την έμελλε τάχα, τ' είχε να φοβηθή; Από της παιδικής της ηλικίας, ότε με τ' άλλα βλαχόπουλα εμιμείτο την φωνήν του τέτιγος με σύριγγας εκ τσιμοκαλάμων, μέχρις ου υπανδρεύθη, διήλθε την ζωήν της, ημέραν και νύκτα, εις τους αγρούς με τόσους βοσκούς, νέους λεβέντας και ποτέ δεν εφοβήθη τι. Δεν εύρισκε λοιπόν την αιτίαν διά την οποίαν τόρα έπρεπε να αισθάνηται, έστω και την παραμικράν στενοχωρίαν ενώπιον του Μήτρου, ενός ασχημανθρώπου! Πάλιν δ' επανελάμβανε, βεβαιούσα εαυτήν, ότι και η απουσία του καθόλου δεν την ενδιέφερε· και πάλιν προσέθετεν ότι καλλίτερον είχε να ήτο εκεί.
— Μονάχα να μην παίξη τη φλογέρα· εψιθύρισε.
Και είχε το ύφος του διστάζοντος ενώ εξέφραζε την ευχήν της αυτήν.
Αλλά ταυτοχρόνως ηκούσθη ηδυπαθής συριγμός, ανερχόμενος εις τον γαλανόν αιθέρα. Ήτο απαλός, δροσερός δύναται κανείς να είπη, όπως το ψιθύρισμα μιας λεύκης, όταν σιγαλά σιγαλά φυσά εις τα φύλλα της το πρώτον αεράκι της αυγής. Κ' εφαίνετο εις την Σμάλτω ως μία απάντησις σαρκαστική, εις την ευχήν της εκείνον κ' ενόμιζεν ότι διέκρινε μεταξύ των ήχων, μίαν συρικτικήν φωνήν, η οποία της έλεγεν: «όχι, δεν θα σου κάμω την χάριν. . . θα την παίξω εγώ τη φλογέρα μου. . . θα τονίσω το καθημερινό μου το τραγούδι. . . .». Ενώ ταυτοχρόνως διέκρινε προ αυτής μορφήν μελαψήν, απαράλλακτον την μορφήν του Μήτρου, κακόσχημον, μ' εξωγκωμένας παρειάς, χείλη οιδαλέα και πελιδνά ως στρύχνος, αγρίαν πυράν κόμην και οφθαλμούς μικκύλους, λοιδορούντας.
— Άρχεψε το φίδι! εσκέφθη η λυγερή, αδημονούσα.
Και πάλιν επανήρχετο εις τας προτέρας σκέψεις της και πάλιν εδυσφόρει καθ εαυτής, κατά του σίτου, κατά του ανδρός της. Ότε είπεν εις αυτόν ότι είδε το φίδι εις την πατουλιά, εγέλασεν ούτος διά τον φόβον της και την είπε κουτήν. Αυτή ή ο Στάθης ήτο κουτός που δεν την ενόει; Φίδια η Σμάλτω, αληθινά φίδια, δεν εφοβείτο. Πόσας φοράς δι' απλήν διασκέδασιν, τα εκυνήγα με τ' άλλα βλαχόπουλα μαζί και τα κατέκοπτε μ' ένα κτύπημα της αγκλίτσας της! Πόσας φοράς τον χειμώνα, εύρισκε κατάστρατα της δενδρογαλιαίς και τους αστρίτες, ακινήτους εκ του πολλού ψύχους κ' έθετεν αυτούς εις τον κόλπον της να τους θερμάνη, αφροντιστούσα διά τα δήγματά των. Διότι η μήτηρ της, από μικράν, είχε ποτίσει αυτήν, το φιδόχορτον, την λευκήν εκείνην, ως άλευρον κόνιν, ην επώλουν διερχόμενοι από τα γρέκια των πλάνητες φαρμακευταί και ήτις έχει την δύναμιν να κάμνη αβλαβή ως γάλα και το δριμύτερον φαρμάκι των. Αλλ' αυτό το φίδι εφοβείτο, το ανθρωπόμορφον, κατά του οποίου δεν είχε ποτισθή χόρτον, προς το οποίον δεν είχε ν' αντιτάξη ειμή πείσμονα εμμονήν εις το καθήκον, κ' επί ματαίω ίσως!
— Του κάκου φροντίζω· εψιθύριζεν, αποτεθαρρημένη.
Και η Σμάλτω ήρχισε να περιλαμβάνη εις την κατάραν της και την ημέραν, κατά την οποίαν εγνωρίσθη το πρώτον μετά του Μήτρου και ν' αναπαριστά εις τον νουν της τας συναντήσεις των εκείνας. Δεν τον εφοβείτο τότε, καθόλου δεν τον εφοβείτο. Τουναντίον αυτή πρώτη επορεύετο προς τον βοσκόν και καθήμενοι οι δύω των υπό την σκιάδα, συνωμίλουν όλην την ημέραν. Όταν επείνων, εξήγον από του μαλλίνου σακκιδίου των ό,τι έκαστος συναπέφερεν από του οίκου κ' εν αδελφική απλότητι, τα ήνωνον κ' έτρωγον ομού. Κατά την μεσημβρίαν ενώ ο ένας εκοιμάτο ο άλλος ηγρύπνει, προσέχων τα βόσκοντα ή καθεύδοντα ζώα. Τούτο είνε σύνηθες εις τους αγραυλούντας· η διαφορά ηλικίας και φύλου δεν παρατηρείται καθόλου. Και ο Μήτρος ήθελε σύντροφον εις την ερημίαν εκείνην και ανίαν της αέργου διημερεύσεως και η Σμάλτω το ίδιον. Αντί των χειρών και των ποδών, τα οποία εκράτουν εις κουραστικήν ακινησίαν, να φλυαρή τουλάχιστον η γλώσσα και να τέρπηται η ακοή. Καθ' ημέραν ανεκοίνου ο ένας προς τον άλλον ό,τι νέον έφερεν εκ του χωρίου του, τα όνειρα τα οποία έβλεπον την νύκτα, εξηγούντες αυτά διαφοροτρόπως και συνεζήτουν τα καθ' εαυτούς όλα. Μίαν ημέραν ο Μήτρος διηγήθη εις αυτήν την ζωήν του ολόκληρον, με δύο λόγια, συντόμως και αφελώς ωσεί αποτύπωσιν πιστήν αυτής, η οποία ήτο τω όντι σύντομος και αφελής. Κατήγετο από τους Κατσαπέους, οικογένειαν βλαχοποιμένων, κατασκηνούσαν πλησίον του ιχθυοτροφείου του Κοτυχιού. Οι γονείς του αφήκαν αυτόν ορφανόν πολύ μικρόν, εις την νάκαν ακόμη· ο πατήρ του απέθανεν από τύφον πριν γεννηθή αυτός· η μήτηρ του αμέσως μετά την γέννησίν του. Τα ολίγα πρόβατα, τα οποία αφήκεν ο πατήρ του, τα έφαγε κατά το διάστημα της αναπτύξεώς του ο λύκος - τουλάχιστον τούτο είπεν εις αυτόν ο θείος του, όταν ανδρωθείς εζήτησε να τα παραλάβη. Το γρέκι και τα πενιχρά σκεύη της καλύβης του εκράτησεν άλλος θείος, εξοφλών παλαιόν χρέος του πατρός του. Ούτως ο Μήτρος αναγκάσθη ν' απομακρυνθή εκείθεν κ' εμισθώθη εις ένα κτηνοτρόφον εκ Σουλεϊμάναγα, του οποίου τόρα έβοσκε τα πρόβατα.
— Βόσκω τα πράμματα και παίζω τη φλογέρα μου· είπεν όταν ετελείωσε την διήγησίν του, απαθώς υπομειδιών, ως να έλεγε συνήθη πράγματα.
Η Σμάλτω ήτις συνεκινήθη εις την διήγησιν εκείνην του βοσκού, εχάρη ακούσασα ότι εγνώριζεν ούτος να παίζη την φλογέραν. Τον προέτρεψε να δείξη και εις αυτήν την τέχνην του και ούτος το έκαμεν ευχαρίστως. Και καθημέραν ήδη η λυγερή δεν ήθελε τίποτε άλλο παρά να τον ακούη αυλούντα. Πολλάκις, ότε ο Μήτρος ηρνείτο να πράξη τούτο, αύτη τον παρεκάλει επιμόνως και ο βοσκός υπέκυπτε κολακευόμενος διά την τέχνην του είτε χαριζόμενος εις την επιθυμίαν της. Και τον ήκουεν η Σμάλτω, ευχαρίστως τον ήκουεν, ελκυομένη εις την φωνήν, μέχρις ου ησθάνθη την καρδίαν της σπαρταρίζουσαν αορίστως. Και τότε μόνον ενόησεν ότι ο Μήτρος την εβασάνιζε με τους ήχους και μόνους της φλογέρας του και μικρόν κατά μικρόν, κατά δόσεις καθημερινάς, έχυνεν εντός αυτής ένα αίσθημα όπερ εφοβείτο περισσότερον του αράπη, τον οποίον εγνώριζεν εκ παραδόσεως, παραφυλάσσοντα με το τοπούζι εις την γωνίαν του οικίσκου της. Τόρα και εις τον ύπνον της ακόμη, έβλεπε μίαν μορφήν εσκιασμένην ως υπό νέφους, αυλούσαν ηδυπαθώς, μέχρις εκλύσεως όλων αυτής των αισθήσεων.
Ενώ τοιαύτα διελογίζετο η Σμάλτω, ο συριγμός της φλογέρας ηκούετο ακόμη μακράν, ευδιάκριτος υπό το δροσερόν φύσημα του ανέμου. Και ήτο τόρα περιπαθής και φλογερός· απετελείτο εξ όλων των τόνων, όσοι ενυπάρχουν εις την φύσιν και ηρμήνευεν όλα τα αισθήματα, όσα εμφωλεύουν εις την ανθρωπίνην καρδίαν. Εις έκαστον του συριγμού παλμόν διέκρινε τις τον ψίθυρον των σταχύων, τον τριγμόν του ιπταμένου πτηνού, τον κελαρυσμόν του ρύακος, το βέλασμα του προβάτου, το βογγητόν του δάσους, όπως κατά την αναδίφησιν λευκώματος υφ' εκάστην σελίδα ανευρίσκει νέας μορφάς και πρόσωπα και αμφιέσεις, ποικίλας της φύσεως απόψεις και χρωματισμούς. Εις εκάστην του τόνου στροφήν, εκρύπτετο και μία έκφρασις αγάπης συνάμα και παραπόνου, ευθυμίας και οργής, γέλωτος και δακρύων. Και ήτο ολόκληρος ο συριγμός μία κλίμαξ, ήτις ύψου κατά βαθμίδας ακαταλήπτους και μετέφερε τον άνθρωπον από της γης προς τον ουρανόν. Πόθεν δε προήρχετο ούτος ήτο άγνωστον. Παντού τον εύρισκέ τις, όπου και αν έτεινε το ους· άνω και κάτω, εις τα χωρία πέραν, εις του βουνού τας κλιτύας, υπό τας ηλιακάς ακτίνας και εις τον ψίθυρον των φύλλων. Τον ήκουε παντού και πουθενά ωρισμένως, ωσεί η φύσις, ολόκληρος έψαλλε πέριξ.
Η Σμάλτω έμενεν εις την θέσιν της εκείνην, ανακεκλιμένη επί των ποδών και ακίνητος, το βλέμμα απλανές κρατούσα επί του στάχυος, τας χείρας χαλαρωμένας κάτω και ακροωμένη. Με τον πρώτον ήχον της φλογέρας η επιδερμίς της ανεσηκώθη κ' αι οφρύς της συνεσπάσθησαν βιαίως· με τον δεύτερον ησθάνθη κάτι θερμόν και ψυχρόν εναλλάξ, ανακινούμενον εις την ράχιν της· με τον τρίτον ενόμισεν ότι ρευστόν τι, οξέως θερμόν, διεκλαδίσθη καθ' όλα αυτής τα μέλη κ' έφθασε μέχρι των άκρων, νύσσον πάντοτε ωσεί βιαζόμενον να εκρεύση εκείθεν. Τους λοιπούς ήχους ήκουε πλέον ασυνειδήτως κ' έμενεν εκεί, ως να εποτίσθη ναρκωτικόν. Και ήτο τω όντι διά την φύσιν αυτής, την τόσον λεπτήν κ' ευαίσθητον, ναρκωτικός ο αήρ εκείνος, αντί μορίων χλωροφορμίου και νικοτιανής ενέχων τους περιπαθείς ήχους της φλογέρας, τους οποίους αύτη, ως απορροφητική συσκευή εδέχετο δι' όλων των πόρων, μέχρι της ψυχής της.
— Μα δεν παύει, Θεέ μου!. . . εψιθύρισεν αίφνης, ωσεί απαυδήσασα.
Κ' επήδησεν ορθία, ανατινασσομένη ορμητικώς καθ' όλα αυτής τα μέλη, θέλουσα ν' απορρίψη την νάρκην και την εντύπωσιν, την οποίαν της επέφερεν ο τόνος της φλογέρας. Έλαβε δε τον κάλαμον και τύπτουσα εδώ κ' εκεί την γην διά να συμμαζεύση δήθεν τα γαλλιά, ετόνισεν ισχυρώς την πρόσκλησίν των, ουδέν άλλο σκοπούσα, παρά να καλύψη διά της φωνής της το αύλημα, και μη το ακούση πλέον.
— Πίκιο, πίκιο το γαλλί, γαλλί, γαλλιό!
Αλλά το αύλημα εξηκολούθει αντηχούν, υπέρτερον της φωνής της και του βαναύσου γλουγλουκισμού των γαλλίων, έχον βοηθόν ακατάβλητον την ψυχράν και ξηράν πνοήν του ανέμου. Η Σμάλτω δεν ήξευρε πλέον και αυτή πώς διέκειτο και τι ήθελεν. Η καρδία της εβροντοκτύπα αδιακόπως, λέγουσα εις αυτήν να είνε άγρυπνος, ενώ η επιθυμία την ώθει εκεί, προς το αύλημα, το οποίον ηκούετο ήδη ευκρινώς ότι ήρχετο από της σκιάδος. Η λυγερή αδύνατος εις αντίστασιν καθ' εαυτής, εστράφη και παρετήρησε πάλιν την σκιάδα, να ίδη τον αυλητήν. Αλλ' άνθρωπον πουθενά δεν διέκρινε. Το ολίγον άνωθεν του εδάφους, επί του ημίσεως των στύλων πάτωμα, όπου οι βοσκοί διαμένουν την ημέραν το επάνω κρατούντες διά τας νύκτας μόνον, ήτο κενόν. Πέριξ η έκτασις του αγρού ηπλούτο έρημος και γυμνή μ' εκείνο το χρυσίζον υπό τον ήλιον χρώμα της καλαμιάς, ως ευρυτάτη μεταξοϋφασμένη σινδόνη. Μόνον πλησίον υπό τας θαμνώδεις αφροξυλιάς εξηκολούθουν ακουόμενοι ασθενώς οι κωδωνισμοί του ποιμνίου.
— Μα πού ένε; εψιθύρισε μετά πείσματος η λυγερή, ωσεί κεντηθείσης τώρα αίφνης της περιεργείας της.
Και ανέτεινε κλίνουσα εδώ κ' εκεί την κεφαλήν, ως το πουλάκι από τίνος κλαδίου κατασκοπεύον. Όμως εκείθεν ήρχοντο οι ήχοι της φλογέρας, υπό τους στύλους εκείνους και τόσον μαλακοί τόρα, ώστε ηδύνατο κανείς ν' απατηθή, νομίζων ότι ήτο φύσημα του ανέμου παίζον εις τα φύλα της ράπης. Κ' εγεννήθη αίφνης εις την Σμάλτω η αμφιβολία μήπως δεν ήτο ο Μήτρος παρά άλλος τις βοσκός πέραν, εις έτερον αγρόν.
Πλην το αύλημα ηκούετο ερχόμενον από της απέναντι σκιάδος καθαρά καθαρά, ωσεί επιμένον να φανερώση την εκεί παρουσίαν του. Και η Σμάλτω εγνώριζε πολύ καλά το αύλημα εκείνο· δεν ήτο δυνατόν άλλος να παίζη τοιαύτην φλογέραν· δεν ήξευρε κανείς άλλος να δίδη εις τους ήχους της τόσην ζωήν, τόσην δροσερότητα, ώστε να γεμίζη τον αέρα πέριξ από μυρία συναισθήματα, από τόσους καϋμούς της γυναικείας καρδίας, τόσας εκφράσεις της ανθρωπίνης αδυναμίας!. . . Αυτά δεν τα γνωρίζουν όλοι, όπως δεν ψάλλουν και όλα τα πουλάκια με την φωνήν της αηδόνος. Μόνον ο Μήτρος έχει αυτήν την χάριν.
— Αυτός θα νάνε, επανέλαβεν επιμένουσα εις τον στοχασμόν της.
Και η λυγερή ήθελε να πορευθή προς τα εκεί. Ησθάνετο την ανάγκην να ίδη αν ήτο τω όντι ο Μήτρος ο αυλών. Τούτο δε όχι διά τίποτε άλλο παρά διά να βεβαιωθή και μόνον! Κ' επανελάμβανε την σκέψιν της αυτήν, ωσεί συναισθανομένη ενοχήν και θέλουσα να δικαιολογηθή προς τον εαυτόν της. Δύο φοράς εκινήθησαν οι πόδες της προς τα εμπρός και πάλιν όμως συνεκρατείτο επιστρέφουσα επί των βημάτων της, φοβισμένη και ανήσυχος.
Αλλ' η φλογέρα εξηκολούθει τον διάτορον αυτής συριγμόν, εις την υπερτάτην βαθμίδα του πάθους. Εν μέσω της γαλήνης της φύσεως διεχύνετο ούτος, απλούς ήδη, άνευ περιστροφών, άνευ καμπών και αναπάλσεων, αφελής ως προσευχή, ως επίκλησις προς κάτι ον υπέρτατον, κατέχον όλας τας σκέψεις και όλην την ζωήν του αυλητού. Και η Σμάλτω, η οποία εννόει καλλίτερον παντός άλλου τους τόνους εκείνους και τους αντελαμβάνετο μέχρι και των ελαχίστων ψιθυρισμών, ενόμιζεν ότι ο συριγμός την προσκαλεί να σπεύση.
— Άι 'ς τον άνεμο! εψιθύρισεν αίφνης αποφασιστικώς.
Η λυγερή δεν ηδύνατο να κρατηθή περισσότερον. Ορθόν κρατούσα ανά χείρας τον κάλαμον, την ακοήν τεταμένην εις ύψιστον έχουσα, αργά πατούσα διά να μη προξενήση κρότον και χάση μίαν στιγμήν τον σκοπόν της φλογέρας, προυχώρησεν ασυνειδήτως προς την σκιάδα, ελκυομένη υπό του ήχου.
— Πάλι τη φλογέρα; εφώναξε κατακόκκινη προς τον Μήτρον, τον οποίον εύρε συνεσπειρωμένον όπισθεν ενός στύλου της σκιάδος.
Και ήθελε να τον επιπλήξη και να τον θωπεύση συγχρόνως διά των λόγων της τούτων· να του είπη όπως παύση ν' αυλή και συνάμα να τον παρακαλέση όπως εξακολουθήση.
Ο βοσκός διέκοψε το αύλημά του, και την ητένισεν επί μικρόν εις τους οφθαλμούς, τους γλαυκούς εκείνους, από τους οποίους εξήρχετο ήδη κάτι ωσεί χαμόγελο εν ταυτώ και παράπονον.