WeRead Powered by ReaderPub
Διηγήματα cover

Διηγήματα

Chapter 10: Δ'
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A collection of short narratives portraying episodes of everyday life in small communities, focusing on customs, seasonal rituals, and interpersonal relations. The stories rely on vivid sensory detail and close observation to expose social tensions, moral dilemmas, and the effects of entrenched habits. Dialogue rhythms and local idioms are evoked to recreate atmosphere while shifts in tone range from ironic distance to sympathetic realism. Taken together, the sketches map communal routines and human character under pressures of change, blending anecdote and moral contemplation into compact, atmospheric scenes.

— Ξέρεις, δεν έφταια εγώ. . . οι άλλοι.

Τότε και ο Μάρτης επρόσθετε με αδιαφορίαν:

— Μπα, δεν βαρειέσαι· περασμένα-ξεχασμένα.

Κ' επανελάμβανον ήσυχοι το έργον των.

Ο Μάρτης εφαίνετο ότι είχε παντελώς λησμονήσει και την ύβριν της γρηά Γαλανής και την προσβολήν των συναδέλφων του. Ήτο υπέρ το δέον ομιλητικός, φιλόφρων, ως κομματάρχης προσπαθών να φέρη εις τα νερά του τον σύντροφόν του· ενώ δε αυτός σπανίως έπινε, επρόσφερεν αδιακόπως το ποτήριον γεμάτο εις τον Φλεβάρην, όστις διά να μη προσβάλη τον σύντροφόν του, ουδέποτε ηρνείτο. Μετ' ολίγον το πρόσωπόν του έγεινε κατακόκκινον, οι οφθαλμοί του ήρχισαν να σμικρύνωνται.

— Θα τραγουδήσουμε; είπεν εις τον Μάρτην.

— Ναι, πιέ και τούτο.

Ο Φλεβάρης εκένωσε και το ποτήριον εκείνο και άλλα ακόμη με όσην ευκολίαν τα εγέμιζεν ο σύντροφος του. Έπειτα, κλίνων τον κορμόν του σώματός του εις τα οπίσω και φέρων αντάμικα μέχρι του αριστερού οφθαλμού το μαύρον φέσι, με το κυανούν τσεγρέκι, ήρχισε με φωνήν σταθεράν και καθαράν, την βλαχικήν προφοράν μιμούμενος, να τραγωδή ενώ το σώμα του ήτο εις αδιάκοπον κίνησιν,

— Πέθαν' ο Βλάχος πέθανε κι' αφίνει σ' όλα διάτα αφίνει τη τζομάκα του 'ς την εκκλησιά λαμπάδα αφίνει την τσαντίλα του ποδιά για την εικόνα και την τρανή κομπλίτσα του να κρεμαστή καντήλα· αφίνει και την τσέργα του για τον παπά φελόνι· κι' αυτή τη μαύρη λιάρα του σάκκο για το δεσπότη. . .

Το βλάχικον τούτο τραγούδι επροξένησε μεγάλην εντύπωσιν εις τον Μάρτην. Εφηρμόζετο πιστά, πιστότατα εις τον θάνατον του γέρω Γκόρα· ήτο ακριβής έκθεσις της διαθήκης του. Ο Μάρτης εμειδίασε χαιρεκάκως ενθυμηθείς την γρηά Γαλανήν. Επειδή δε ανέμενε την κατάστασιν αυτήν του Φλεβάρη, όστις με δύο τρία ποτήρια ακόμη θα έπιπτεν αμέσως από της ευθυμίας εις τελείαν μέθην, εις αποκτήνωσιν, έπαυσε να τον κερνά και είπε:

— Εγώ, ξέρεις πως σ' αγαπώ 'σαν τα 'μάτια μου.

— Μα κ' εγώ δεν 'μπορείς νάχης παράπονο.

 — Όχι· και είδες ζήλια που την έχουν οι άλλοι; όλο να μας βάνουν σε
διχόνοια θέλουν.

 — Ναι μάλιστα εκείνος ο Απρίλης! εγώ δεν τον χωνεύω· αν ήταν τρόπος να
φύγη από 'πάνω μας.

Ο Μάρτης εμειδίασε πονηρώς. Εγνώριζε καλώς ότι ο Φλεβάρης δεν ηυχαριστείτο καθόλου να βλέπη τον Ασπρίλην, διότι ευθύς ενθυμείτο εποχήν, κατά την οποίαν έπαθεν ό,τι ο Ήφαιστος από τον Άρην, ήτο δε βέβαιον ότι ήθελε μεγάλως ευχαριστηθή αν απεπέμπετο καθ' ολοκληρίαν της συντροφιάς των.

— Α! δε 'μπορεί, είπε δώδεκα κ' η βάρκα γέρνει ούτ' ένας 'λιγώτερος ούτε περισσότερος. . . Αλλά 'μπορούμε να του κάνωμε έν' άλλο.

— Σαν τι;

— Να τον κάνωμε να σκάση.

Ο Φλεβάρης ηυχαριστείτο.

— Α! για λέγε· είπεν ανυπομόνως.

— Σήμερα τελειόν' η διορία μου και αύριο έρχετ' εκείνος· να μου δανείσης δυο ημέρες να τον δυσκολέψουμε.

Ο Φλεβάρης έκυψε την κεφαλήν. Οι μήνες αγαπούν τας ημέρας των, ως ο φιλάργυρος τα χρήματά του. Έπειτα ουδέποτε είχεν ακούσει να δανείζουν ημέρας οι μήνες· έπειτα, δεν είχε και πεποίθησιν αν ο Μάρτης ήτο άξιος εμπιστοσύνης.

— Λοιπόν μου της δίνεις; είπεν ο Μάρτης, διακόπτων τας σκέψεις του· θα τον προσβάλουμε όσο δεν του πρέπει.

Αυτό ήθελε και ο Φλεβάρης. Να ετοιμασθή ο Απρίλης, να στολισθή, να πάγη να λάβη την θέσιν του και να εύρη επ' αυτής άλλον! θα επέστρεφε τότε καταλυπημένος, κατεντροπιασμένος, θα εγίνετο ο περίγελως των άλλων μηνών και αυτός θα εχαίρετο, θα εξεδικείτο. . . Ναι, ήτο πολύ ευχάριστον τούτο, πολύ καλόν αλλά να δώση τας ημέρας του!. .

— Δεν 'μπορεί να γίνη αλληώς; εψιθύρισε μετά δειλίας και αποθαρρύνσεως.

Ο Μάρτης εσκέφθη ολίγον.

— Αλληώς; δεν μπορεί αλληώς· χρειάζονται δυο ημέρες.

— 'Σ της δίνω· είπεν αποφασιστικώς ο Φλεβάρης.

— Μα της χειρότερες· με χαλάζι και βροχή.

— Ναι· με χαλάζι και βροχή.

Δ'

Ο Μάρτης εθριάμβευεν. Είχε τέλος δύο ημέρας, δύο ημερόνυκτα γεμάτα χαλάζης και βροχής, τα μόνα κατάλληλα μέσα διά να εκδικηθή την γρηά Γαλανήν. Πλήρης χαράς, πλήρης υπερηφανείας, ως άνθρωπος, όστις έχει τα μέσα να επιβληθή και να κατασταθή σεβαστός εις τους άλλους, εξήλθε θριαμβεύων του σπηλαίου.

Η χάλαζα εν τούτοις εξηκολούθει ραγδαία και αδιάκοπος· παχεία ως κάρυον, έπιπτε κροτούσα επί των πόλεων και των χωρίων, επί των φυτειών και των σπαρτών και των δένδρων, προ πάντων όμως πυκνή, πυκνοτάτη επί του λόφου και της καλύβας της γρηά Γαλανής.

Εβράχη, ως και η γλώσσα της πτωχής μέχρις ου δυνηθή να βάλη εις το μανδρί τα κατσίκια και τας κατσίκας της. Ότε δε ηθέλησε να καταφύγη εις την καλύβαν της, εύρεν αυτήν αδύνατον να κρατήση τον φοβερόν εκείνον όμβρον. Καταιμωδιασμένη, απηλπισμένη, κροτούσα τους οδόντας εκ του ψύχους, έχουσα τον βόρβορον υπό τους πόδας της και την χάλαζαν άνω της κεφαλής της, μη ευρίσκουσα αλλού προφύλαξιν, εισήλθεν υπό μικρόν λέβητα, εντός του οποίου άλλοτε, κατά τας ευτυχείς ημέρας της, έβραζε το γάλα των κατσικών, το οποίον μετεποίει εις τυρόν ή γιαγούρτι. Η ανεψιά της έλειπε μετά της κουμπάρας της της Σμαράγδως, ώστε ηδύνατο κάπως να οικονομηθή υπ' αυτό μέχρις ου παρέλθη εκείνο το κακό, η κοσμοχαλασά.

Αλλ' η κοσμοχαλασά δεν παρήρχετο· ο όμβρος εγίνετο σφοδρότερος από λεπτού εις λεπτόν. Και ούτω επέρασαν τα δύο ημερόνυκτα. Ότε δε ο Απρίλης ήλθε και αποκατέστη η γαλήνη της φύσεως, η καλύβα και το μανδρί της γρηάς είχον καταπλακωθή υπό παχύτατον στρώμα χαλάζης, επί του οποίου μύρια πολύχροα πρίσματα εσχημάτιζον αι ακτίνες του ηλίου. . .

Ο Μάρτης ότε είδε τελειωμένην την εκδίκησίν του, περιχαρής και θριαμβεύων εισήλθεν εις το σπήλαιον.

 — Έλα, γέροντά μου· δος μου της 'μέρες μου 'πίσω' είπεν ο Φλεβάρης
μειδιών.

Ούτος παρετήρησεν αυτόν με άγριον βλέμμα προξενήσαν ρίγος εις τον πτωχόν μήνα.

— Τι 'μέρες; είπε τραχέως· εκείναις είνε ημέρες της Γρηάς.

1886

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

1892 — 82