WeRead Powered by ReaderPub
Διηγήματα cover

Διηγήματα

Chapter 5: Ο Α Φ Ω Ρ Ι Σ Μ Ε Ν Ο Σ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A collection of short narratives portraying episodes of everyday life in small communities, focusing on customs, seasonal rituals, and interpersonal relations. The stories rely on vivid sensory detail and close observation to expose social tensions, moral dilemmas, and the effects of entrenched habits. Dialogue rhythms and local idioms are evoked to recreate atmosphere while shifts in tone range from ironic distance to sympathetic realism. Taken together, the sketches map communal routines and human character under pressures of change, blending anecdote and moral contemplation into compact, atmospheric scenes.

Αίφνης εστάθησαν εις το μέσον με ημιάνοικτα σκέλη. Οι πόδες των ακίνητοι εφαίνοντο ριζώσαντες εις την γην και μόνον οι σφικτοαγκαλιασμένοι κορμοί των, συμπαγείς εις μίαν και μόνην μάζαν ανεκινούντο μικρόν, ως δύο μεγάλοι κυπάρισσοι, σφικτοδεμένοι των οποίων μόλις κατορθόνει να κινήση τα φύλλα το ορμητικόν φύσημα.

Ούτω επάλαισαν επί πολύ ακόμη. Αι κεφαλαί των εκινούντο δεξιά και αριστερά κ' εκολλώντο αι σιαγόνες των με απειλητικούς τους οδόντας επί των ώμων, επί του τραχήλου, επί του προσώπου και των βραχιόνων, ανοίγουσαι φοβερά αιμάτων λακκώματα Το ταραμπουλούκι του αλβανού και το πόσι του κλέφτου είχον πέσει κατά γης ποδοκυλισμένα και οι πλούσιοι τσαμπάδες, ανεστρέφοντο και συνεπυκνούντο επί των κεφαλών και των ώμων κ' ίπτανοντο επί των κιουστεκίων και συνεμίγνυντο αι αργυραί τρίχες του Τόσκη με τας μαύρας του Ζάχου, εν φοβερά κ' εχθρική αδελφοποιήσεις· τα ενδύματά των έπιπτον εις ράκη· το αίμα, ανάμικτον μετά ιδρώτος, έτρεχεν εις αύλακα· τα πρόσωπα είχον τελείως αλλοιωθή εκ του κόπου και της οδύνης· τα κόκκαλά των έτριζον, ως στελέχη οξυών αναρπαζομένων υπό θυέλλης.

— Άφσε με.

— Άφσε με και συ.

— Να. . .

Οι δύο αντίπαλοι ωπισθοδρόμησαν αίφνης ολίγα βήματα αποχωρισθέντες. Πριν όμως οι πέριξ θεαταί προφθάσουν ν' απορήσουν διά τούτο, είδον αυτούς πάλιν με τα μακρά χαρμπιά εις χείρας επιπίπτοντας κατ' αλλήλων μετά τόσης σφοδρότητος, ώστε επίστευσαν ότι θα εσκορπίζοντο εις κόνιν εκ της συγκρούσεως. Ο Ταχίρ μεγαλόσωμος, υψηλά κρατών το φοβερόν χαρμπί του, έσπευδε να το κατεβάση από του ώμου μέχρι της κοιλίας κ' ήδη επλάκωνεν επάνω του αρματωλού ως κατάμαυρο σύγνεφο φέρον την καταιγίδα επί της αβράς χλόης λειβαδίου. Ο Ζάχος πρώτην φοράν επί της ζωής του ερρίγησεν ήδη. Από την όψιν και την φοράν του αντιπάλου του ηννόησεν ότι έφθασεν ο έσχατος κίνδυνος κ' εμαζεύθη τολμηρός και άγρυπνος, κάτω κρατών την δεξιάν χείρα κ' επ' αυτής όρθιον το χαρμπί και μόλις ησθάνθη πλησίον τον αντίπαλον ανετινάχθη ολόσωμος κ' εσούβλισε τον θώρακα και την καρδιά του αλβανού πέρα πέρα. Κρουνός αίματος επήδησεν από του στόματος του Ταχίρ Γιάτση και το γιγάντειον σώμα του εξηπλώθη επί της γης μετά βρόντου, ως αμάξιον φορτηγόν κατά κρημνού.

— Σκύλε! μώφαγες όλη τη γενηά! είπεν ο Ζάχος, πηδών επάνω του εν θριάμβω.

Η Μαλάμω παρηκολούθει από του γεωτοίχου την πάλην με αγωνίαν. Οι οφθαλμοί της καθ' όλην την ώραν έμενον προσηλωμενοι εκεί, ακίνητοι, ως του ατενίζοντος τον Αέρα, την εκκλησιαστικήν σινδόνην, ην οι ιερείς ταλαντεύουν άνω της αγίας Τραπέζης κατά την ώραν του Πιστεύω, ίνα συγχωρηθώσι τ' αμαρτήματά του. Εις κάθε κίνημα του Ταχίρ Γιάτση, εις κάθε κτύπημα, το οποίον ητοιμάζετο να καταφέρη ούτος κατά του Ζάχου, η Μαλάμω ερρίγει από κεφαλής μέχρι ποδών. Ενόμιζεν ότι επόνει η ιδία εκ της συσφίγξεως την οποίαν υφίστατο ούτος υπό τους ρωμαλέους βραχίονας του Ταχίρ. Τα λάμποντα ξίφη και τα χαρμπιά των παλαιόντων διεπέρων την καρδίαν της. Ότε τέλος είδε τον Ταχίρ Γιάτσην εξηπλωμένον και τον Ζάχον όρθιον άμα και λακτίζοντα αυτόν, ανέδωσε φωνήν θριάμβου, διάτορον.

 — Γεια σου, μωρέ γιε!. . Κ' επήδησε του γεωτοίχου, σπεύδουσα προς την
Πύλην.

Αλλά δεν εφώναξε μόνον αυτή. Μύριαι φωναί φρενήρεις και πυροβολισμοί ισάριθμοι ανέβρασαν από του τείχους, χαιρετώντες τον θρίαμβον του αρματωλού.

Ο Ζάχος ήδη επέστρεφε μετά των συντρόφων του εις την πόλιν, φέρων το καρυοφύλλι του αρματωλού, το παλλάδιον τούτο της οικογενείας του και ως λάφυρον τα τσαπράζια του Ταχίρ Γιάτση. Οι Αλβανοί, από τας τάξεις των οποίων διήρχετο, ουδ' εσκέφθησαν καν να τον εμποδίσουν. Εθαύμαζον τόσον την ανδρείαν και την ρώμην, ώστε αν η απώλεια διακεκριμένου αρχηγού δεν τους κατέθλιβε, θα εχαιρέτων και ούτοι δι' αλαλαγμού και πυροβολισμών τον νικητήν.

Προ της Πύλης του γεωτοίχου οι οπλαρχηγοί, η φρουρά, ο λαός όλος, κατενθουσιασμένοι, ανέμενον τους ευαρίθμους κλέφτας. Αι γυναίκες εδείκνυον εις τα τέκνα των τον Ζάχον ως πρότυπον ανδρείας και οικογενειακής τιμής· τα παλληκάρια τον εζήλευον αι λυγεραί ησθάνοντο την καρδίαν των κάπως σπαρταρίζουσαν δι' αυτόν οι Σουλιώται τον εφθόνουν. Η Μαλάμω εν μέσω αυτών, ασθμαίνουσα εκ της ανυπομονησίας, μόλις συνεκράτει την χαράν της. Άμα διέκρινε μακρόθεν τον Ζάχον, έτρεξε προς αυτόν και ήρπασε το καρυοφύλλι εκ των χειρών του. Ενώ δε οι άλλοι συνέρρεον περί αυτόν ερωτώντες, ψηλαφούντες και θαυμάζοντες· ενώ οι συστρατιώται του τον ησπάζοντο και οι οπλαρχηγοί του έσφιγγον φιλίως την χείρα και τον εφίλουν επί του μετώπου, η Μαλάμω εις ουδέν άλλο προσείχεν ειμή εις το καρυοφύλλι. Δι' αυτό είχε χάση τον άνδρα και τεσσάρας υιούς, τεσσάρας λεβέντας εκεί, πανώρηα κυπαρίσσια του οίκου της δι' αυτό είχε μείνει άγρυπνος νύκτας ολοκλήρους, χύνουσα κρουνούς δακρύων, και είχε χάση η οικογένεια την λαμπρότητά της. Και τόρα, ότε το έβλεπεν εις τας χείρας της, ότε το απέκτα πάλιν, ενόμιζεν ότι ανεύρισκε διά μιας όλα. Το κατεφίλει παντού, επί του κοντακίου, επί της κάνης, επί του λύκου, επί των παφηλίων· το έσφιγγε σπασμωδικώς επί της καρδίας της· το εψηλάφει, απαλά απαλά, φοβουμένη μήπως πονέση, και του ωμίλει ενίοτε ως να ήτο έμψυχον.

— Δε φιλείς και τον γιο σου, κυρά; είπεν εις αυτήν ο Μακρής.

Η Μαλάμω εστάθη εις την φωνήν, ωσεί τότε εξυπνήσασα. Έστρεψε το βλέμμα πέριξ, ητένισε τον υιόν της, ο οποίος της εφάνη παραπονούμενος διά την προτίμησιν εκείνην.

— Τόρα έχω δυο γιους· είπεν υπερηφάνως.

Και περιβαλούσα διά της αριστεράς χειρός τον Ζάχον, έσφιξεν αυτόν και το καρυοφύλλι εις τον κόλπον της, φιλούσα και τα δύο μετά της αυτής ορμής.

1887.

Ο Α Φ Ω Ρ Ι Σ Μ Ε Ν Ο Σ

— Στάσου, Δημήτρη, στάσου!

Η λειτουργία, είχε τελειώσει εν τω ναΐσκω του αγίου Δημητρίου και υπό τους οξείς ήχους των δύο κωδώνων μικρού κωδωνοστασίου, οι χωρικοί εξήρχοντο ασκεπείς ακόμη και σταυροκοπούμενοι.

- Ήτο Μεγάλη Τεσσαρακοστή, εποχή νηστείας και προσευχής διά τους χωρικούς και είχον καταλάβει πολυπληθείς τον στενόν χώρον του ναΐσκου.

Το θρησκευτικόν αίσθημα διετηρείτο τότε ακμαίον και απροσποίητον. Αι κοινωνίαι, αρτιπαγείς, συνεκροτούντο ακόμη από γέροντας, των οποίων η ζωή διέρρευσε μέσω βαρυστενάκτου δουλείας, μεσήλικας και νέους, ανατραφέντας μέσω των καπνών του υπέρ ανεξαρτησίας πολέμου και γνωρίζοντας πόσας φοράς η Πατρίς εστηρίχθη επί της θρησκείας και ο καταδυναστευόμενος και από παντού πολεμούμενος ραγιάς που είχε προσηλωμένην την αλύγιστον ελπίδα του. Η νέα ηλικία και τα μικρά από τας διηγήσεις αυτάς των πατέρων, από τα νανουρίσματα και τ' ανέκδοτα της μάμης, έφερον ριζωμένον αυτό εις τα στήθη των και αφού δεν ηδύναντο πλέον να εκχύσουν το κατά του τυράννου μίσος των, ελεύθερα ήδη, εμάνθανον να δεικνύουν την λατρείαν και τον σεβασμόν των εις τον υπέρτατον προστάτην. Οι άνδρες εξήρχοντο χαρωποί, άλλοι ενδυμένοι φουστανέλλας και χιονώδεις φλοκάτας, άλλοι μπενωβράκια και σεγούνια και ολίγοι, τρείς-τέσσαρες νεωτερίζοντες, ευρωπαϊκά, πλατύτατα κατά τον γαλλικόν συρμόν της εποχής.

— Στάσου, Δημήτρη, στάσου!. . . εφώναξεν ο Σταύρος, κοντόχονδρος χωρικός, είς τινα προπορευόμενον αυτού, μασσών ακόμη το αντίδωρον.

— Έλα· είπεν ούτος, μετριάσας το βήμα.

— Ξέρεις· ο Μούλος έχει ένα σηκότι 'ς το φούρνο και μας καρτερεί· — πάμε;

— Πού να πάμε;

— 'Σ του Πομόνη· έβαλε φρέσκο. . .

Οι δύο χωρικοί, αργά βηματίζοντες είχον πλησιάσει την στενήν και ανώμαλον γέφυραν κάτω της οποίας ο Στρεμμενός έτρεχεν ησύχως. Η γέφυρα αυτή κτισμένη προ της επαναστάσεως, οφείλεται εις θαύμα τι του αγίου Δημητρίου, πολιούχου της κωμοπόλεως Λεχαινών. Επί του κωδωνοστασίου του ναΐσκου, χαμηλά εντός κόγχης, υπήρχε τότε μικρόν εικονισμάτιον του τροπαιοφόρου αγίου μετά κανδήλας και μικρού κουτιού ένθα οι διαβάται και οι ερχόμενοι έξωθεν χωρικοί έκαμνον τον σταυρόν κ' έρριπτον τον οβολόν των. Ο Τζαφέρης, φανατικός τούρκος, διερχόμενος εκείθεν ηρώτησε μίαν ημέραν διά το εικονισμάτιον εκείνο και αφού έμαθε ποίον παρίστανεν ήρχισε να κάμνη διαφόρους εμπαικτικούς μορφασμούς μέχρις ου εξηρθρώθη η κάτω σιαγών του. Προσέτρεξεν ευθύς εις πολλούς εμπειρικούς ιατρούς, άνδρας και γυναίκας, αλλ' ούτε αι πεντάλφαι τας οποίας δι' άνθρακος εχάρασσεν επί των παρειών του πανούργος Χριστιανή, ψιθυρίζουσα αντί εξωρκισμών βλασφημίας κατά της Πίστεώς του, ούτε τα παντοειδή βότανα του Δερβίση ηδυνήθησαν να τον ιατρεύσουν. Τότε, μετανοών απετάνθη εις τον άγιον Δη μήτριον όστις επανέφερεν ευθύς την σιαγόνα του τούρκου εις την θέσιν της. Ούτος ευγνωμονών επλούτισε διά πολλών αναθημάτων τον ναΐσκον κ' έκτισεν εξ ιδίων του την γέφυραν. Και ούτω το θαύμα του αγίου εφάνη ευεργετικώτατον εις την κωμόπολιν. Εκτός του ότι εκραταίωσε την πίστιν κ' ενεθάρρυνε τους χωρικούς εις το κατά του αλλοθρήσκου μίσος των, έδωκεν εις αυτούς μέσον συγκοινωνίας του οποίου πριν εστερούντο τελείως.

Ο Δημήτρης και ο Σταύρος ήδη περάσαντες την γέφυραν, κατηυθύνοντο μετά σπουδής εις το οινοπωλείον του Πομώνη, ως ίπποι καματεροί εις την φάτνην των.

— Ορέ για στάσου· είπεν αίφνης ο Δημήτρης σταθείς· τι 'νε 'κεί;

Οι λειτουργηθέντες χωρικοί αντί, ως πάντοτε, να εισέλθουν εις την αγοράν και να σκορπισθούν κατά ομάδας εις τα οινοπωλεία και τα μαγειρεία, ευάριθμοι δε, πέντε-δέκα, εις το μονάκριβον καφενείον, τόρα έμενον συνηθροισμένοι επί της μικράς πλατείας, αριστερά του ναΐσκου. Αι γυναίκες, με τας ποικιλόχρους ενδυμασίας των κατείχον μετά των παιδίων τα υψηλότερα μέρη. Πολλοί εκ της αγοράς έσπευδον εκεί και οινοπώλαι με τας διαβρόχους ποδιάς των και κρεωπώλαι με τα αίματα των σφαγίων επάνω των και ο καφεπώλης ακόμη και μικρέμποροι, κλείσαντες επί τούτω τα μαγαζεία των.

 — Τι τρέχει, ορέ; ηρώτησεν ο Δημήτρης μικρόν παίδα, διερχόμενον μετά
σπουδής πλησίον των.

 — Νερό 'ς τ' αυλάκι· είπεν ούτος, υποπτεύσας ότι ήθελον να
παιζογελάσουν μαζί του.

— Για πάμε να ιδούμε είπεν ο Δημήτρης.

— Πάμε.

Και αμφότεροι έστρεψαν διευθυνόμενοι προς το πλήθος.

— Α! ξέρεις τι; είπεν ο Σταύρος αίφνης ιστάμενος και ατενίζων τον σύντροφόν του· θα διαβάσουν αφορεσμό.

— Γιατί πράμμα;

— Ξέρω κ' εγώ· δε βλέπεις;

Τω όντι επί μικρού υψώματος πέριξ του οποίου το πλήθος ήτο συνηγμένον, έκειτο ανεστραμμένος υψηλός λέβης, κατάμαυρος εκ της ασβόλης. Ότε οι δύο χωρικοί έφθασαν εκεί είχεν ανέλθει επί του λέβητος γέρων ιερεύς, υψηλός, ασκεπής, κρατών εις την δεξιάν χείρα χαρτίον επίμηκες και εις την αριστεράν ανημμένην λαμπάδα, χονδράν και κατάμαυρον. Δεξιά και αριστερά αυτού, κάτω ίσταντο τέσσαρες άλλοι ιερείς, ενδυμένοι ποικιλόχρωμα άμφια και κρατούντες επίσης μαύρας λαμπάδας εις τας χείρας. Πολλαί άλλαι λαμπάδες είχον διανεμηθή εις το πλήθος, το οποίον ανεκινείτο πέριξ ανήσυχον και φοβισμένον.

Το επιτίμιον τόρα αναγινώσκεται εντός των εκκλησιών αλλά τότε ανεγινώσκετο εις το ύπαιθρον, εις το πλέον συχναζόμενον μέρος, όπως συμβαίνει ακόμη είς τινα χωρία. Ο εκδότης του επιτιμίου, διά να δώση περισσοτέραν σημασίαν εις αυτό και να κινήση τον φόβον των ακροατών, προσέφερε να καώσι κατά την ανάγνωσιν χονδραί εξ ασφάλτου λαμπάδες, τας οποίας μόνος του εκόμισεν εκ Πατρών, θέλων να υποδείξη ότι ούτω πως θα καίεται και η ψυχή του εν τω επιτιμίω υπονοουμένου αγνώστου· εζήτησε δε να παρασταθούν και των δύο εκκλησιών οι ιερείς.

Οι χωρικοί είχον ήδη αποκαλυφθή και ανέμενον μετά παλμού αναμίκτου φόβου την ανάγνωσιν του επιτιμίου. Ο επί του λέβητος ιερεύς ήρχισε διά τρεμούσης φωνής ν' αναγινώσκη:

 — « Ο αρχιεπίσκοπος Πατρών και Ηλείας — ευλαβέστατοι ιερείς, οσιώτατοι
ιερομόναχοι και λοιποί πάντες ευλογημένοι χριστιανοί της κοινότητος
Λεχαινών, χάρις είη υμίν άπασι και ειρήνη παρά θεού Κυρίου
Παντοκράτορος!. . .

Ούτω ο ιερεύς εξηκολούθησεν εκθέτων την αιτίαν διά την οποίαν εξεδόθη το επιτίμιον. Ότι ο ζωέμπορος Γεώργιος Νίκας, διερχόμενος κατά τον προπαρελθόντα Ιανουάριον της κωμοπόλεως, έχασε το ερυθρόν πορτοφόλι του, εντός του οποίου ευρίσκοντο εις λίρας οθωμανικάς και τάλληρα τριακόσιαι δραχμαί και ότι προετρέποντο είτε ο ευρών είτε οι γνωρίζοντες τούτον να τον φανερώσουν. Και ο ιερεύς επροχώρει απαριθμών τας φοβεράς συνεπείας όσαι θα εβάρυνον επ' αυτών εν εναντία περιπτώσει, εκφέρων μίαν προς μίαν κ' εντόνως τας λέξεις, κατακευρανών δι' αυτών τους ακροατάς του.

Τα πρόσωπα των χωρικών έμενον ωχρά υπό του τρόμου· τα σώματά των είχον κυρτωθή, έτοιμα να γονυπετήσουν· οι οφθαλμοί δεν ετόλμων να υψωθούν εκ φόβου μήπως αντικρύσουν το οργίλον βλέμμα του Θεού. Οι φοβεροί λόγοι του επιτιμίου ελάμβαναν σάρκα και οστά εις την φαντασίαν των· ποικίλα φοβερά θεάματα ήρχοντο και παρήρχοντο ενώπιόν των και τους κατετρόμαζον.

Ο ουρανός ήτο σκεπασμένος από κατάμαυρα νέφη αποκρύπτοντα τελείως τον ήλιον. Τα πουλάκια προαισθανόμενα καταιγίδα είχον τρυπώση. Και τα παιδία αυτά τόσον λάλα κ' εύθυμα πάντοτε ήδη έμενον περιμαζευμένα εις τα φουστάνια των μητέρων των, μη εννοούντα τας λέξεις του επιτιμίου και την σημασίαν των, αλλά μεταλαμβάνοντα του τρόμου των γονέων. Αι κόκκιναι φλόγες των λαμπάδων, εκτοξεύουσαι κατάμαυρον και δυσώδη καπνόν, άνωθεν του πλήθους, αι ωχραί όψεις των χωρικών, αι αδραί και βάναυσοι των ιερέων επέτειναν την απαισίαν παράστασιν της εικόνος. Μόνον επέρριπτεν εκεί, ως φάρος εν μέσω θυέλλης, ποιάν τινα παρήγορον εντύπωσιν η μορφή του αναγινώσκοντος ιερέως, ο οποίος με την αργυράν κόμην, κυματούσαν επί των ώμων του, το ευρύ και γαλήνιον μέτωπον, το ζωηρόν βλέμμα και με τα εκ σκιαυγούς τζανφέ άμφιά του, άνωθεν της όλης ομηγύρεως, εφαίνετο ως πατριάρχης της Γραφής, επιτιμών και συνάμα νουθετών τον λαόν διά την αστάθειάν του.

— Να είνε αφορεσμένος! είπεν αίφνης με σθεναράν φωνήν ο ιερεύς, περατώσας την ανάγνωσιν.

— Αφωρεσμένος! απήντησεν ευθύς ομόφωνον και το πλήθος.

— Καταραμένος! επανέλαβεν ο ιερεύς.

— Καταραμένος!

— Η γη να μη τον λυώση!. . .

— Να μη τον λυώση!

Και με την τελευταίαν λέξιν οι χωρικοί εστέναξαν βαθέως, ωσεί ανακουφισθέντες του εφιάλτου, του πιέζοντος πριν τα στήθη των. Έπτυσαν επανειλημμένως δεξιά και αριστερά μετά προθυμίας, έσβυσαν τας λαμπάδας και διεσκορπίσθησαν κατηφείς. . .

Μόνον ο Δημήτρης δεν επεδοκίμασε τους λόγους του επιτιμίου. Αυτός μόνος εξ όλων ούτε αφώρισεν, ούτε κατηράσθη, ούτε έπτυσε τον ανευρόντα τας τριακοσίας δραχμάς. Κ' ενώ οι άνδρες διεσκορπίζοντο εις την αγοράν κ' αι γυναίκες απήρχοντο καθ' ομίλους εις τας οικίας των, σταυροκοπούμεναι και αναθεματίζουσαι καθ' όλον τον δρόμον, αυτός έμενεν εκεί, στυλωμένος εις την θέσιν του, τας χείρας επί του στήθους σταυρωμένας κρατών, ασκεπής την κεφαλήν, στυγνός την όψιν, ακολουθών με απλανές βλέμμα τους ιερείς οι οποίοι σβύσαντες τας λαμπάδας εισήρχοντο εις τον ναΐσκον.

— Εδώ είσαι, αδερφέ, κ' εγώ σε γυρεύω! εφώναξεν αίφνης ο Σταύρος, ερχόμενος πλησίον του.

Ο Δημήτρης εξηκολούθει τηρών την θέσιν του ακίνητος, ως να μην ήκουσε.

 — Ακούς! τι στέκεις αυτού, σαν κολώνα; φόρεσε το φέσι σου και πάμε
επανέλαβεν ο Σταύρος, κινών αυτόν από του βραχίονος.

Ο Δημήτρης εστράφη τότε, παρετήρησε τον σύντροφόν του μ' έκπληξιν, έστρεψε το βλέμμα πέριξ κ' εφόρεσε το φέσι του.

— Πάμε είπεν ο Σταύρος επιμένων.

— Δεν έρχομαι απήντησε ξηρώς.

Κ' έφυγε μετά σπουδής ως κλέπτης. Διότι αν και δεν ανέφερεν όνομα, εκ της εκθέσεως όμως των γεγονότων, αυτόν ηννόει το αναγνωσθέν επιτίμιον.

Ο Δημήτρης Νουλάς ήτο πτωχός εργάτης, μόνον πλούτον έχων την αξίνην, τον λίσγον και τας δύο χείρας του διά των οποίων ειργάζετο, εντίμως ποριζόμενος τα έξοδα της ημέρας. Έσκαπτε κ' εξελάκκωνε τα κτήματα· ήνοιγε γουβιά και τάφρους· ανώρυττε πηγάδια ή έκοπτε πλίνθους. Αδιάκοπος εργασία καθ' όλον το έτος, αδιάκοπος πάλη με την γην, την γενέτειραν, της οποίας κατέσκαπτε τα στέρνα, ζωογονών αυτήν, πλουτίζων πολλούς και απολαύων τον άρτον του. Προ δύο ετών, κατά τον χειμώνα, ο Στρεμμενός ο οποίος περιβάλλει διά των ρυπαρών νερών του τα Λεχαινά και φιλοδωρεί τους κατοίκους με παντοειδείς ασθενείας είχε πλημμυρίσει εκ των πολλών βροχών και κατέκλυσε τας πλησίον των όχθων του αυλάς, κήπους, οικίσκους και μάνδρας, εκάλυψε δε ή παρέσυρε τας ξυλίνας γεφύρας. Ούτω διεκόπη πάσα συγκοινωνία της μιας συνοικίας μετά της άλλης. Άνευ πολλού θορύβου οι ενδιαφερόμενοι συνελθόντες μόνοι των, προκατέβαλον μικρόν χρηματικόν ποσόν κ' εκάλεσαν τον Δημήτρην ίνα εκ των ενόντων εργασθή προς εύρυνσιν της κοίτης του Στρεμμενού εις τα στενώτερα μέρη.

Ο Δημήτρης ειργάζετο ήδη επί τρεις ημέρας μετά δύο άλλων εργατών και την τετάρτην, περί την δύσιν του ηλίου, ετελείωσε το έργον του. Οι σύντροφοι του είχον απέλθη, ητοιμάζετο δε και αυτός να τους ακολουθήση ότε είδεν ιππέα σκεπασμένον με βαρείαν κάπαν, ερχόμενον εκ του αντιθέτου διά να περάση τον Στρεμμενόν.

— Μη ρίξης αυτού γιατ' είνε βαθύ! εφώναξε προς αυτόν ο Δημήτρης.

— Αν είνε βαθύ γι' άλλους δεν είνε για τον Τσίλια μου· απήντησεν ούτος, υπερηφανευόμενος διά τον ίππον του.

Τω όντι ο ίππος εφαίνετο ρωμαλέος· είχε τρίχωμα, ελαφρώς ασπρόμαυρον, πόδας ευτόνους, λαιμόν χυτόν, κεφαλήν ωραιοτάτην, επί του μετώπου φέρουσαν λευκόν στίγμα, το οποίον θεωρείται συστατικόν απαραίτητον καλού ίππου. Μόλις όμως εισήλθεν εντός του Στρεμμενού το ορμητικόν ρεύμα τον παρέσυρεν εδώ κ' εκεί και μετά αγώνα μεγάλον κατώρθωσε να φθάση εις την αντίπεραν όχθην. Ο ιππεύς επέζευσεν εκεί, έσφιξε τα λωρία της σέλλας τα οποία παρέλυσαν εκ των λοξοδρομιών που ο ίππος έκαμνε διά ν' αποφύγη το ρεύμα του ποταμού, διευθέτησε τα καταλασπωμένα και διάβροχα ενδύματά του και ιππεύσας πάλιν έφυγε μετά σπουδής, μη υπομένων ότι εντροπιάσθη ο ίππος του, έστω και προ ενός μόνου ανθρώπου.

Μετ' ολίγον επιστρέφων εις την κωμόπολιν ο Δημήτρης, παρετήρησεν εις το μέρος όπου επέζευσεν ο ξένος ογκώδες ερυθρόν πορτοφόλι. Εσκέφθη ευθύς ότι θα έπεσεν εκείνου και ανήλθεν επί τινος υψώματος, κατοπτεύων τον δρόμον, αλλ' ο ξένος δεν εφαίνετο πουθενά. Ο Δημήτρης ήτο τίμιος άνθρωπος· εάν ήτο εις καμμίαν πόλιν θα προσήρχετο ευθύς να παραδώση το εύρημά του εις την δημαρχίαν. Αλλ' εις Λεχαινά δήμαρχος, αστυνόμος και κλητήρες είνε όντα άγνωστα σχεδόν, μισθοδοτούμενα ενώ ασχολούνται εις ιδικάς των εργασίας. Μόνον όταν εγκαθιδρύονται αι νέαι αρχαί, δύο τρεις μήνας φαίνεται ποιά τις δραστηριότης· ενοικιάζεται ένα μαγαζί ως δημαρχία προς εξόφλησιν των απαιτήσεων φίλου του κόμματος, τίθενται εντός αυτού κατασκονισμένα και σιτόβρωτά τινα έγγραφα, ένας γραμματεύς — πολλάκις δύο — και ούτω η δημαρχική μηχανή λειτουργεί. Ο Δημήτρης ο οποίος είδε το περιεχόμενον εν τω πορτοφολίω χρηματικόν ποσόν, δεν είχε διάθεσιν να εμπιστευθή εκεί το εύρημά του και αφήκε να σκεφθή καλώς περί τούτου την νύκτα και να πράξη την επαύριον ό,τι αποφασίσει. Ούτω είχεν εισέλθη εις την αγοράν, λιθόστρωτον αλλά κατασκότεινον και πλήρη βορβόρου και διηυθύνετο εις τον οικίσκον του, κατακουρασμένος.

 — Δημήτρη! ε, Δημήτρη! τον εκάλεσεν αίφνης φωνή από του αντικρυνού
πεζοδρομίου.

Ο εργάτης έστρεψε και είδε προ της θύρας υψηλόν βλαχοποιμένα στηριζόμενον επί της μακράς αγκλίτσας του να τον καλή εκεί.

 — Καλώς το γέρω Βαγγέλη· είπε πλησιάσας και σφίγγων την χείρα του· πώς
εδώ τέτοια ώρα;

 — Μην τα ρωτάς, αδερφέ είχα μια δουλειά να τελειώσω, μα ούτε τη
δουλειά μου έκαμα κ' ενυχτώθηκα· θα νάρθω 'ς το κονάκι απόψε.

— Καλώς νάρθης.

Ο Δημήτρης ήτο καταμόναχος· ούτε γυναίκα, ούτε παιδιά, ούτε γονείς είχε. Ήτο ξένος χωρικός, εγκατασταθείς προ πολλού χρόνου εις την κωμόπολιν· εκάθητο μόνος εις μικρόν χαμόσπιτον, υπηρετών αυτός εαυτόν κατά το δείπνον, ως ασκητής. Κατά το φαγητόν ο γέρω Βαγγέλης διηγήθη εις τον Δημήτρην, προς τον οποίον συνεδέετο διά παλαιάς φιλίας, το αίτιον της θλίψεώς του. Ο γέρω Βαγγέλης, πτωχός ποιμήν, είχε μίαν κόρην την Μπίλιω, την οποίαν είχεν αρραβωνίσει μετά του Νάσου, γείτονος βοσκού. Ήδη επλησίαζεν η ημέρα του γάμου και ο γέρων δεν είχε το χρηματικόν ποσόν το οποίον υπεσχέθη εις τον γαμβρόν, οι συγγενείς δε του νέου εδήλωσαν ότι δεν θ' άφινον αυτόν να στεφανωθή την κόρην, αν δεν του εμετρείτο τούτο πρώτον μέχρι λεπτού. Εφρόντισε δι' όλων των μέσων ο γέρω Βαγγέλης όπως εύρη τα χρήματα, απετάθη παντού, πληρώνων όσο-όσο τόκον διά να μη του αφήσουν την κόρην κ' εντροπιασθή τ' όνομά του, αλλά τίποτε δεν ηδυνήθη να κατορθώση. Ήδη η Κυριακή επλησίαζε και ο βλαχοποιμήν ήτο απηλπισμένος.

— Να σου πω και πόσα σου λείπουν; ηρώτησεν αίφνης αυτόν ο Δημήτρης.

— Τι τα ρωτάς· όσα κ' αν λείπουν για 'μας είνε πολλά.

— Μα σαν πόσα;

— Τρακόσες δραμές· για τρακόσες δραμές χάνω την υπόληψί μου! είπεν ο βλαχοποιμήν δακρύων.

Ο Δημήτρης είχε συγκινηθή κατά την διήγησιν του γέροντος. Παρά τοις βλάχοις κ' εν γένει εις τας μικράς κοινωνίας, θεωρείται μεγάλη προσβολή ν' αρραβωνισθή τις μίαν κόρην κ' έπειτα να την αφήση. Η κόρη τήκεται ημέρα με την ημέραν· κόρη αρραβωνισμένη είνε διά τους άλλους έπιπλον μεταχειρισμένον, το οποίον έχασε πλέον την στιλπνότητά του. Εκτός σπανίων εξαιρέσεων ουδείς άλλος δέχεται να την νυμφευθή· η οικογένεια καταβάλλεται εκ της εντροπής ουδέν των μελών της, είτε πατήρ, είτε αδελφός, είτε καν απλούς συγγενής ακόμη έχουν το θάρρος να φιλονικήσουν με άλλον περί των υποθέσεών των, διότι ούτος ευθύς ρίπτει, μίαν λέξιν διά το πάθημά των και αυτοί είνε ηναγκασμένοι να την παραδεχθούν και να σιωπήσουν. Ο Δημήτρης τα εγνώριζεν όλα αυτά και συνετρίβετο η καρδία του εις τα δάκρυα του γέρω Βαγγέλη.

Αίφνης εσκέφθη το εύρημά του, είδεν ότι τούτο ήτο ακριβώς εκείνο το οποίον ο βλαχοποιμήν εχρειάζετο διά την κόρην του. Ήρχισε να διαβλέπη εκεί τον δάκτυλον του Θεού, να πιστεύη ότι όχι η ιδική του τύχη αλλά της Μπίλιως ήτο να εύρη τα χρήματα και ότι αυτός δεν εχρησίμευσε παρά ως μέσον διά να φθάσουν μέχρις αυτής. Και ο Δημήτρης παρασυρόμενος υπό της πλημμύρας των φιλικών και θρησκευτικών αισθημάτων του, χωρίς να σκεφθή περισσότερον ητένισε τον γέρω Βαγγέλη μειδιών.

— Σώπα, γέρω, είπεν η κόρη σου θα πανδρευθή.

Συγχρόνως έσυρεν εκ του κόλπου του το πορτοφόλι κ' εξήγαγε τας τριακοσίας δραχμάς.

 — Να, περισσοτέρα δεν έχω· είπε τείνων αυτά εις τον έκπληκτον
βλαχοποιμένα.

 — Αδερφέ μου με σώνεις! είπεν ούτος, εναγκαλιζόμενος αυτόν· με
σώνεις· έσωσες το κορίτσι μου, τ' όνομά μου!. . .

Αλλ' ενώ ήπλωνε την χείρα να λάβη τα χρήματα εστάθη.

— Όχι, είπε, κράτησε τα κι' αύριο μου τα δίνεις· να κάνουμε πρώτα το χαρτί.

— Τι χαρτί; χαρτί είν' ο λόγος 'ς τους καλούς ανθρώπους· δεν θέλω.

— Α, όχι· εδώ έχομε ζωή και θάνατο· αύριο κάνουμε το χαρτί και μου δίνεις τα λεφτά.

Αλλ' ο Δημήτρης επέμενε και ο βλαχοποιμήν τέλος κατεπείσθη να λάβη τα χρήματα και την Κυριακήν εστεφάνωσε την κόρην του. Αλλ' αίφνης ιδού αφού επί τόσον καιρόν κανείς δεν εζήτησε τα χρήματα εκείνα, τόρα ήνοιγεν η άβυσσος απειλητική εμπρός του. Ο ζωέμπορος ενεφανίζετο διά της εκκλησίας ζητών τα χρήματά του, άλλως έρριπτεν αυτόν εις τας αράς πάντων των θεοφόρων πατέρων, ως έλεγε το επιτίμιον. Και ο ζωέμπορος δεν ήτο άλλος παρά ο ιππεύς εκείνος του Στρεμμενού· όλα συνεφώνουν και το χρώμα του πορτοφολίου και το ποσόν των χρημάτων και ο τόπος αυτός. Είνε αληθές ότι και τότε αν τα είχε και τα έδιδεν ελύετο ο αφορισμός· αλλά πού να εύρη αυτός, πτωχός εργάτης, τριακοσίας δραχμάς. Καθ' όλην την ζωήν του αν ειργάζετο δεν ήτο δυνατόν να τας οικονομήση. Ο βλαχοποιμήν από τον οποίον ηδύνατο να τας ζητήση, εκτός του ότι δεν είχε τίποτε, είχε και αποθάνει· από τους κληρονόμους του δεν αδύνατο να τα ζητήση αφού δεν είχε συνάλλαγμα!. . . .

Ο Δημήτρης ούτω σκεπτόμενος έμεινε κατάκλειστος καθ' όλην την ημέραν. Έστρεφε κ' επανέστρεφε το ζήτημα εις τον νουν του αλλά πουθενά δεν εύρισκεν ελπίδα σωτηρίας. Παρήλθεν η ημέρα χωρίς να συλλογισθή να φάγη ή να πίη τι. Έκλινε την κεφαλήν επί της σκωληκοβρότου τραπέζης του, εστήριζεν αυτήν εις τον τοίχον εν μέσω των χειρών του, περιεφέρετο εδώ κ' εκεί ταχέως βηματίζων και κατέπινε τον καπνόν του σιγάρου του μετά πάθους. Ο νους του αδιακόπως εκάλπαζε ζητών κάτι το οποίον και αυτός δεν εγνώριζεν· ιδρώς αγωνίας και ταραχής απέσταζε κατά θρομβία από του μετώπου του εν τη ώρα εκείνη του χειμώνος. Τα μαλλιά του έπιπτον ατάκτως εδώ κ' εκεί άλλα ανωρθωμένα, άλλα επικλινή, αλλα καταπεπτωκότα ωσεί θέλοντα να παραστήσωσι τον εν τω κρανίω του σάλον· οι μυς του προσώπου του συνεσπώντο εκάστοτε ωσεί η ψυχή ερρίγει εντός του σώματος. Κάποτε έπιπτεν εξηντλημένος επί της στρωμνής του, προσεπάθει να κοιμηθή ολίγον, αφίνων δι' αύριον την σκέψιν, αλλά μόλις έκλειε τους οφθαλμούς και η εικών της πρωίας με τας μεγάλας ερυθράς φλόγας των μαύρων λαμπάδων, τα ωχρά πρόσωπα των χωρικών, τα πιναρά των ιερέων και άνωθεν τον κατάμαυρον ουρανόν, απαίσιον πλαίσιον απαισιωτέρας εικόνος, παρουσιάζετο προ αυτού φοβερωτέρα. Ενόμιζεν ότι ήκουεν εν τη σιγή της νυκτός ένα προς ένα τους λόγους του επιτιμίου και τους εδέχετο, ως τόσας μυλόπετρας κατά της κεφαλής του. Εν τη σκοτία του δωματίου του διέκρινε μαύρον σύννεφον καπνού, δυσώδες, το οποίον τον απέπνιγε.

— Φέξε, θεέ μου, φέξε! έλεγεν αναπηδών έντρομος.

Ούτω μετά χαράς είδε το γλυκοχάραγμα σημαδεύον την έλευσιν της ημέρας. Ήλπιζεν ότι το φως αποδιώκον τα σκότη της νυκτός, θ' απεδίωκε κάπως και τα μαύρα συναισθήματα της συνειδήσεώς του. Έλαβεν ευθύς την αξίναν του κ' εξήλθεν εις την αγοράν να ζητήση εργασίαν.

Η αγορά κατά την ώραν εκείνην ήτο πλήρης κόσμου, θορύβου και φωνών. Την μεγάλην τεσσαρακοστήν σκάπτονται τα κτήματα· πλήθος Ζακυνθίων, Κεφαλλήνων κ' εντοπίων εργατών εξέρχεται λίαν πρωί και καταλαμβάνει καθ' ομίλους το Σταυροπάζαρο, το κεντρικώτερον μέρος της αγοράς, όπου διασταυρόνονται οι δύο δρόμοι της. Ίστανται εκεί όρθιοι με την αξίνην παρά πόδας, έτοιμοι ν' ακολουθήσουν τον πλειοδοτούντα εις το ημεροδούλι των. Παντοειδείς συμφωνίαι διεξάγονται μεταξύ αυτών και των κτηματιών, άμα δε μεγάλος κτηματίας συμφωνήση, το ημεροδούλι κόπτεται και με αυτό πληρώνονται όλοι δικαιωματικώς την ημέραν εκείνην. Μικρόν κατά μικρόν οι όμιλοι των εργατών, με τας αξίνας επ' ώμου διασκορπίζονται, άλλος εδώ, άλλος εκεί και η αγορά μένει έρημος καθ' όλην την ημέραν, με τους καταστηματάρχας μόνον, τους προύχοντας, τους θηρευτικούς δικολάβους, τους πολυασχόλους ιατρούς, μακαρίως διημερεύοντας εις τα βρωμερά καφενεία και τους μπακαλόπαιδας, βράζοντας τα κουκία ή καθαρίζοντας της ζυγαριές των.

Πλησίον του Δημήτρη όμιλος εργατών, συμφωνήσας ητοιμάζετο ν' ακολουθήση τον κτηματίαν Δρόσον.

 — Μωρέ παιδιά, θέλουμε κι' άλλον ένα να το σώσωμε, είπεν ούτος προς
τους εργάτας· δεν έχετε κανένα παιδί ακόμη;

— Όσκε· δέκα ειμάστενε.

Ο Δρόσος παρετήρησε τον Δημήτρην.

— Ε, Δημήτρη· είπε, στρέφων την χείρα και καμμύων τον ένα οφθαλμόν ερωτηματικώς· πώς! μονάχος εσύ;

— Μονάχος.

— Έρχεσαι μαζί με τα παιδιά;

— Έρχομαι.

Και ρίψας την αξίνην επ' ώμου ηκολούθησε προθύμως τους εργάτας.

Μόλις έφθασαν εις το κτήμα οι εργάται ετέθησαν κατά σειράν, απέχοντες ο είς του άλλου όσον επέτρεπε να χειρίζωνται ελευθέρως τας αξίνας των και ήρχισαν την εργασίαν. Έσκαπτον μετά σθένους και προθυμίας· αι αξίναι έλαμπον διά μίαν στιγμήν άνωθεν των κεφαλών και κατέπιπτον αλληλοδιαδόχως επί της γης· τα σκωπτικά λόγια και οι γέλωτες διεσταυρόνοντο μεταξύ των· ήρχισε μετά μικρόν σιγά, σιγά δειλόν, περιπαθές το τραγούδι κ' αίφνης η πατριωτική καρδία Κεφαλλήνος, θλιβομένου διά τα άδικα παθήματα της πατρίδος του από τους Άγγλους, διά τον δουλικόν και προδοτικόν χαρακτήρα τινών πατριωτών, εξερράγη εις θλιβερόν κατ' αυτών παράπονον:

— Ανάθεμα σε Παναγή, Ιούδα και προδότη, που πήγες και μας πρόδωκες τον δόλιον Αναγνώστη!. . .

Και ο Δημήτρης ειργάζετο μετά ζήλου. Ο δροσερός αήρ της εξοχής, η ευθυμία των συντρόφων του και προ πάντων η εργασία, η κίνησις εκείνη, η σπασμωδική και αδιάκοπος των νεύρων και των μυών, η οποία έκαμνε να κυκλοφορή το αίμα κανονικώτερον κ' ευκολώτερον εις τας φλέβας, ετόνωσαν το σώμα του κ' έδωσαν ευχάριστον τροπήν εις τας ιδέας του. Ήρχισε να συμμετέχη και αυτός εις τας ομιλίας των συντρόφων του, να λέγη κανέν αστείον και από καιρού εις καιρόν ασθενώς, ωσεί φοβούμενος μη εξυπνήση την συνείδησίν του, να συνοδεύη αυτούς εις το τραγούδι των.

Μετ' ολίγον εφάνη ερχόμενος ο Δρόσος. Αφού έστειλε τους εργάτας έμεινεν ούτος ίν' αγοράση το προσφάγι των, το οποίον συνίσταται πάντοτε σχεδόν εκ βραστών κουκίων, πράσων, άρτου και ξυνού κρασιού.

— Γιωργάκη, πόσο τους πήρες τς' αργάτες· του εφώναξεν ο Δήμος ο χαλικιάς ενώ ησχολείτο εις τούτο.

— Γιατί; δεν είνε καλοί; είπεν ούτος, πάντοτε φιλύποπτος.

— Καλοί· έχεις μάλιστα και αφορεστικό μαζί σου.

— Θα προκόψη τόρα το κτήμα σου! είπεν άλλος.

— Κούρβουλο δε θα μείνη! επρόσθεσε τρίτος.

Ο Γιωργάκης, ακούων τα κακά αυτά διά το κτήμα του προμηνύματα εστάθη ως κεραυνόπληκτος, ατενίζων τους φίλους του εις τους οφθαλμούς και προσπαθών να εννοήση τους λόγους των! Αίφνης ενθυμήθη τον Δημήτρην, ενθυμήθη τα εν τη αγορά διαθρυλούμενα και αφήσας κατά γης τα οψώνια κατηυθύνθη εις το κτήμα του, κατατρομασμένος.

— Εσύ, Δημήτρη, να σχολάσης· είπε σοβαρώς εις τον εργάτην, μόλις έφθασεν εκεί.

— Γιατί, αφεντικό;

— Έτσι, δε θέλω να μου κάμης δουλειά· αφωρεσμένους ανθρώπους δε θέλω 'ς το κτήμα μου. . . δεν τώχω για ξέραμα!. . .

Κ' επειδή ο Δημήτρης ίστατο ακίνητος, με την κεφαλήν κάτω νεύουσαν, ανατριχιάζων εις τους λόγους του κτηματίου, επλησίασεν ούτος, του αφήρεσε την αξίναν και την έρριψεν άνωθεν της τάφρου έξω, εις τον δρόμον.

— Πήγαινε! είπε μετά θυμού.

 — Φύγε! εφώναξαν και οι εργάται εκ συμφώνου, τόρα μόλις μαθόντες ότι
είχον μαζί των αφωρισμένον άνθρωπον.

Και χωρίς να χάνουν καιρόν, αδημονούντες ύψωσαν απειλητικώς τας αξίνας εναντίον του.

Ο Δημήτρης εξήλθε μετά τάχους του κτήματος και διηυθύνθη προς την κωμόπολιν, εκ της ζάλης του μη ενθυμηθείς ούτε την αξίναν του να λάβη. Ήτο λοιπόν τω όντι αφορισμένος! το εύρημά του, το οποίον είχε γίνει γνωστόν εις την κωμόπολιν, έκαμνε γνωστόν και το κακόν το οποίον εβάρυνεν επ' αυτού! Και οι χωρικοί αντί να εξετάσουν κατά βάθος το πράγμα, να λάβουν υπ' όψιν τα συμβάντα τα οποία εγνώριζον έν προς έν, ελάμβανον μόνον το επιτίμιον, την απόφασιν της εκκλησίας, η οποία διετέλει εις παντελή άγνοιαν, και τον αναθεμάτιζον και αυτοί και δεν τον ήθελον πλησίον των!

— Καλά, εσκέπτετο καθ' όλον τον δρόμον κλαίων, καλά· έτσι κατάντησα να ξεραίνω και τα δένδρα!. .

Αίφνης ευρέθη εμπρός χαμηλού πλινθοκτίστου οικίσκου, από τ' ανοικτά παράθυρα του οποίου εξήρχοντο, εν τη σιγή εκείνη και τη ερημία του δρόμου, έρρινοι φωναί, ψαλμοδούσαι. Ο Δημήτρης, χωρίς να το εννοήση, είχε φθάσει εις την κωμόπολιν και ήδη ευρίσκετο προ της οικίας του παπά-Σταύρου.

— Ο Θεός μ' έβγαλε· διελογίσθη ευχαρίστως.

Και εισήλθε με απόφασιν να εξομολογηθή εις τον ιερέα και να ζητήση τας συμβουλάς του. Έβγαλεν ευθύς το φέσι του, εφίλησε μετά δουλικής αφοσιώσεως την χείρα του ιερέως κ' εγονάτισε προ αυτού.

Ο παπά-Σταύρος εκάθητο σταυροπόδι επί του κραββάτου, έχων εις την αριστεράν χείρα το κομβολόγι και εις την άλλην, στηριζομένην επί των γονάτων, εκκλησιαστικόν βιβλίον, το οποίον ανεγίνωσκε μεγαλοφώνως. Ο παπά-Σταύρος κατήγετο εκ Μανωλάδος χοιροβοσκός πριν, έπειτα Αναγνώστης, αναγινώσκων συλλαβιστά τον Απόστολον εις την εκκλησίαν του χωρίου του και καταθέσας το σύνηθες τίμημα — πεντήκοντα έως εξήκοντα τάλληρα — το οποίον ήτο και προίκα της νεαράς γυναικός του, και κληθείς άξιος παρά των συγχωρικών του εχειροτονήθη ιερεύς. Μετ' ολίγον, επειδή η εκκλησία του αγίου Δημητρίου είχεν έλλειψιν ιερέως, ο παπά-Σταύρος κατώρθωσε δι ολίγων ζευγών καπονίων και χηνών να μετατεθή εις Λεχαινά, χωρίς βέβαια η νέα θέσις να ευρύνη το παραμικρόν τας θεολογικάς γνώσεις του.

 — Ε, και τι θες από 'μέ; ηρώτησε με την χονδρήν φωνήν του τον
Δημήτρην, αφού ήκουσε τους λόγους του.

— Ήρθα να μου 'πή η αγιοσύνη σου, τι να κάμω.

— Τι να κάμης; να μετρήσης τα λεφτά και γρήγορα γιατ' είσαι χαμένος άνθρωπος· είπεν ο ιερεύς με αυστηρόν ύφος, θέλων να κάμη σοβαρωτέραν την εντύπωσιν των λόγων του.

— Μα δεν έχω· πού να οικονομήσω τρακόσες δραμές;

— Έχεις δεν έχεις πρέπει να της δώκης· συλλογίσου, παιδί μου, επρόσθεσεν ηπίως, την κατάρα του Θεού και τη 'δική μας. . . τον αφωρεσμό και το άλυοτο κουφάρι σου. . . Θα στενάζης και θα τρέμης, ως ο Κάιν. . . θα ιδρώνης και θα παγώνης. . .

Και ο πάπα Σταύρος εξηκολούθει ν' απαριθμή τας εν τω επιτιμίω διαλαμβανομένας τιμωρίας, προσθέτων και τας ιδικάς του, όσας ενόμιζεν ικανάς να σηκώσουν τον νουν του εργάτου μίαν ώραν αρχήτερα. Ο Δημήτρης έτρεφε σεβασμόν εις τους ιερείς και τους λόγους των ήκουε μετά προσοχής θεωρών αυτούς ως εκ στόματος του Θεού εκπορευομένους. Εις εκάστην πράξιν την οποίαν ήθελε κάμη, σχετιζομένην πως προς την εκκλησίαν, ελάμβανε πρώτον την γνώμην των ιερέων ενήστευε μετ' ακριβείας, τας τετράδας και παρασκευάς, τα τρίμερα, τας δευτέρας, ως αι γραίαι κ' εν γένει ήτο τύπος θεοφοβούμενου χωρικού. Ήδη ακούων τας φοβεράς λέξεις του ιερέως ήρχιζε ν' ανατριχιάζη και να τρέμη σύσσωμος μη υπομένων δε πλέον επήδησεν όρθιος.

— Πάψε, πάψε για όνομα Θεού! εφώναξε προς τον ιερέα, τραβών τα μαλλιά του εκ φρίκης.

Και ητοιμάζετο να εξέλθη της οικίας.

— Άκουσε, Δημήτρη· είπεν ο ιερεύς με ύφος συμπαθείας· να δώσης τα λεφτά και να φέρης να σου ρίξω κανένα σαραντάρι για την ψυχή.

Ο Δημήτρης δεν ήκουε πλέον κ' εξήλθε της οικίας αλλοφρόνων. Η τιμωρία του ήτο άφευκτος· το πάθημά του δεν εδέχετο άλλην θεραπείαν¬ ή έπρεπε να δώση οπίσω τα χρήματα άθικτα ή αιωνία κόλασις και μίασμα της γης και κατάρα του ουρανού. Αλλά πώς να οικονομήση τα χρήματα αυτά;!. .

— Ποιος μου δίνει! ποιος με 'μπιστώνει εμένα; έλεγε καθ' όλον τον δρόμον του, μονολογών.

Αίφνης εσυλλογίσθη τον Γιάννη Ρούσον. Εις αυτόν μόνον ηδύνατο ν' αποταθή με κάποιαν ελπίδα επιτυχίας. Ο Ρούσος ήτο έμπορος τίμιος και χρηστός συνεπάθει κ' επροστάτευε τους δυστυχείς, εδάνειζε τους πτωχούς κτηματίας και γεωργούς, χωρίς ν' απαιτή υπερόγκους τόκους κ' εθεωρείτο παρ' όλων καλός χριστιανός. Ο Δημήτρης είχεν εργασθή επί πολλά έτη εις τα κτήματά του, και απελάμβανε της εμπιστοσύνης και της αγάπης του.

— Θα πάω και ο Θεός βοηθός· εσκέφθη.

Και διηυθύνθη κατ' ευθείαν εις το κατάστημα προς αντάμωσιν του εμπόρου. Καθ' όλον τον δρόμον η καρδία του έπαλλε σφοδρώς. Η ώρα εκείνη ήτο η κρισιμοτέρα της ζωής του· η τύχη του σώματος και της ψυχής του εκρέματο από τα χείλη του εμπόρου· ένα ναι ή ένα όχι αυτού εζύγιζεν όσον ουδέ ολόκληρος ο κόσμος. Ο Δημήτρης δεν ητένιζε κατά πρόσωπον κανένα εξ όσων απήντα εμπρός του, φοβούμενος μη δειλιάση και οπισθοδρομήση άπρακτος.

— Πού είνε ο αφέντης; ηρώτησε τον υπηρέτην, μόλις έφθασεν.

 — Δεν είν' εδώ· πάρε το 'μεροδούλι σου και φύγε απήντησεν ούτος,
αποθέτων επί του πάγκου τεσσαράδραχμον κύλινδρον δεκαρών.

 — Δεν ήρθα, παιδί μου, για το μεροδούλι· είπεν ο Δημήτρης δειλώς· τον
αφέντη θέλω.

— 'Σου είπα δεν είν' εδώ· επέμεινεν ούτος οργίλως.

Ο Δημήτρης έτρεμεν όλος. Πριν φθάση εις το κατάστημα είχεν ίδη τον κυρ Γιάννη εντός του γραφείου του. Φαίνεται ότι και ούτος τον είδε και, υποθέτων ότι επήγαινε να ζητήση το οφειλόμενον ημεροδούλι του, το έδωσεν εις τον υπηρέτην και αυτός εκρύβη. Λοιπόν και ο κυρ Γιάννης τον απέφευγεν· ούτε να τον αντικρύση, ούτε να τον ίδη κατά πρόσωπον δεν ήθελεν αυτός από τον οποίον ήλπισε σωτηρίαν και ο οποίος εγνώριζε καλλίτερον παντός άλλου πώς τα εύρε και τα διέθεσε τα χρήματα του ζωεμπόρου!. . .

Ο Δημήτρης περιέφερε το βλέμμα πέριξ θολόν χωρίς να διακρίνη τι κ' αίφνης ετράπη φεύγων διά της αγοράς ταχέως, ίνα μη ίδη και ακούση τα σαρκαστικά βλέμματα και τας ύβρεις των χωρικών. . .

*

Η απελπισία του Δημήτρη δεν είχε πλέον όρια. Η καρδία του εβροντοκτύπα αδιακόπως συγκινουμένη και πάσχουσα εις τον παραμικρόν ψόφον· ο εγκέφαλός του, υπεραιμών, κατέκαιε το κρανίον, ως αναλυμένος μόλυβδος, απειλών εκ της πληθύος να το διαρρήξη· ο νους του ωμοίαζε προς χάος άνω του οποίου έρχονται και παρέρχονται αδιακόπως κ' εν αλληλουχία σκιαί και λάμψεις, μορφαί απαίσιαι και σαρκαστικαί. Ετελείωσε πλέον η ζωή και τα καλά της! Αι μεταξύ αυτού και του κόσμου σχέσεις έληξαν διά παντός! Ο αφωρισμός, αποτρόπαιον και βδελυκτόν στίγμα, προσεκολλήθη επ' αυτού, ως το νεκρικόν σουδάριον επί του σώματος του Ιησού και ούτε διά της ζωής ούτε διά του θανάτου ηδύνατο να τον αποβάλη. Η εκκλησία, της οποίας είνε εφεύρημα, εθέσπισε την ισχύν του και πέραν του τάφου, ώρισε την ενέργειάν του εντός του κάτω κόσμου ακόμη, υπό το βλέμμα του Θεού. Ο Δημήτρης, ημέραν με την ημέραν, έβλεπε καταφανέστερον την περιφρόνησιν των συγχωρικών του, την οργήν των· ήκουε τους πικρούς λόγους και τους χλευασμούς των κ' επικραίνετο. Αλλ' αίφνης ήλθεν εις τον νουν του η ιδέα ότι και αν όλα αυτά ηδύνατο όπως όπως να τα υποφέρη, δεν θα ηδύνατο όμως να υποφέρη και τα μετά θάνατον.

— Ως εδώ καλά, είπε· μα έπειτα;

Και ήρχισε να σκέπτηται τόρα την μέλλουσαν ζωήν, την τύχην του σώματος και της ψυχής του. Βεβαίως το λάδι του κανδηλίου το οποίον εκπροσωπεί την ζωήν του όπως και των άλλων ανθρώπων εις τα υπόγεια του Χάρου βασίλεια, θα τελειώση μίαν ημέραν, το φως του θα σβεσθή και ο Χάρος θα έλθη να τον συλλάβη έξαφνα εις τον δρόμον του. Και τότε, όπου και αν θάψουν το σώμα του, αν δεν το αφήσουν άταφον εις καμμίαν τάφρον ως ψωφήμι και αν ρίψουν επάνω του χώμα άφθονον, βουνόν ολόκληρον, το βουνόν της Κεφάλληνίας, την επομένην αυγήν ο τάφος θα ραγισθή απ' επάνω έως κάτω, το χώμα θα σκορπίση εδώ κ' εκεί και το σώμα του θα ριφθή έξω. Διότι ο τάφος, ο οποίος δέχεται όλους και τους κρύπτει εμπιστευτικώς εις τους κόλπους του, δεν δέχεται τον αφωρισμένον· τον αποδιώκει, ως να είνε άνθρωπος και αυτός και να φοβήται μη μολυνθούν τα χώματά του εκ της επαφής, μη πάθη το όνομά του εκ της σχέσεως!

Αλλά δεν φθάνει μόνον αυτό. Το σώμα, νεκρόν, δεν θα υποφέρη με όλα αυτά παρά την εντροπήν του ατόμου του. Η ψυχή όμως, η ζώσα και άφθαρτος, θα τυραννήται αδιακόπως εις την Κόλασιν. Θα βράζη εις λέβητας μεγάλους και μαύρους, ως ήτο εκείνος επί του οποίου ο ιερεύς ανέγνωσε το επιτίμιον, εντός μαύρης ασφάλτου θα βηματίζη επί πυριφλεγών ράβδων, θα μεταπίπτη ως σάκκος αλεύρου από της μιας εις την άλλην αρπάγην των διαβόλων, έπειτα θα ρίπτεται εις τα κρύα Τάρταρα, εις την παγεράν και απέραντον λίμνην των. Θα αισθάνεται δίψαν ακατάσχετον, πείναν ακόρεστον αλλά τίποτε δεν θα ευρίσκεται προς παρηγορίαν της. Ο θορυβώδης κοχλασμός των λεβήτων θα την εκκωφαίνη, οι σαρκασμοί και οι γέλωτες των δαιμόνων θα την κάμνουν ν' ανατριχιάζη, οι στόνοι κ' αι κραυγαί των βασανιζομένων θα την καταθλίβουν, το σύφλογο της μαύρης φωτιάς, η οποία καίεται αδιακόπως άνευ αναλαμπής, θα την αργοψήνη και ο καπνός, μαύρος και δυσώδης θα την κάμνη ν' ασφυκτιά. Και τούτο θα εξακολουθή πάντοτε ημέραν και νύκτα, μέχρι συντελείας των αιώνων!. .

— Όλο τα ίδια! αιωνίως τα ίδια!. . εψιθύριζεν ο Δημήτρης άπελπις.

Ο Δημήτρης αμαθής χωρικός, ανατραφείς εις τον φόβον του Θεού και της θρησκείας τας παραδόσεις, εγνώριζεν αυτά εκ της αναγνώσεως του &Αμαρτωλών Σωτηρία&, προσφιλές και σύνηθες ανάγνωσμα των ανθρώπων της τάξεώς του κ' εκ παραδόσεων - Πολλάκις είχεν ακούσει ότι εις τα πέριξ χωρία οι τάφοι εξήμουν τους νεκρούς των, ότι ιερείς καλούμενοι ανεγνώριζον αυτούς ως αφωρισμένους· οι χωρικοί επέμενον θάπτοντες αυτούς βαθύτερον αλλά και η γη εξήμει αυτούς επιμόνως αρνουμένη να τους δεχθή εις τους κόλπους της. Κ' εξηκολούθει η πάλη αυτή της γης και των ανθρώπων επί πολύ, μέχρις ου εάν ο νεκρός είχε καλούς συγγενείς και πλουσίους, εκάλουν επί τόπου, πληρώνοντες αδρά, τον Δεσπότην ο οποίος ανεγίνωσκε πάλιν επ' αυτού το επιτίμιον, είτα την συγχώρησιν και ούτω ο τάφος εξηυμενίζετο και ο νεκρός ανελύετο εν διαστήματι τριών Σαββάτων. Αλλά ποίος θα ευρεθή να κάμη τόσα και τόσα δι' αυτόν όταν αποθάνη; ποίος θα τον ελεήση νεκρόν, αφού δεν τον συντρέχει τόρα, ζώντα και δυνάμενον ν' αποδώση την ευεργεσίαν;

— Κανείς· ποιος θα δώση ένα παρά για το τομάρι μου! εσκέπτετο.

Ο Δημήτρης από ημέρας εις ημέραν εγίνετο χειρότερα. Ολίγαι ημέραι είχον παρέλθει από της αναγνώσεως του επιτιμίου και ήτο αγνώριστος τόρα. Οι οφθαλμοί του εκοιλάνθησαν, οι μυς του προσώπου του, συνεσταλμένοι εκ της αδιακόπου αγωνίας, του έδωκαν ύφος τραχύ και άγριον, η γενειάς του παρημελημένη και η κόμη του πιναρά εκ της προστριβής επί των τοίχων, όπου ο εργάτης εκτύπα την κεφαλήν, παρωμοίαζον αυτόν με κατάδικον, μόλις απαλλαγέντα πολυχρονίου καθείρξεως.

Αλλά μετ' ολίγον ήρχισε να τον βασανίζη και η πείνα. Τα ολίγα χρήματα όσα είχεν εκ της εργασίας του, τα είχεν εξαντλήσει εις τρόφιμα. Ο ημεροκαματιστής δεν ειμπορεί ποτέ όσον και αν θέλη να έχη και απόθεμα· 'μεροδούλι, 'μεροφάι. Δύο τρεις κτηματίαι εις τους οποίους είχεν εργασθή προ μηνός και οίτινες του εχρεώστουν ακόμη τα ημεροδούλια του, απέπεμψαν βαναύσως την γραίαν γείτονά του την οποίαν έστειλε να τα ζητήση.

— Να χαθή, ο αφωρισμένος, που θέλει λεφτά! είπον μετά θυμού.

Η ανάγκη τον έκαμε μίαν ημέραν και απεφάσισε να εξέλθη εις την αγοράν και ζητήση εργασίαν. Ήτο μεγάλη έλλειψις εργατών και τα κτήματα είχον ανάγκην να σκαφούν διότι ήρχιζαν ν' ανοίγουν.