WeRead Powered by ReaderPub
Διηγήματα cover

Διηγήματα

Chapter 6: Ν Ε Ο Ι Θ Ε Ο Ι
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A collection of short narratives portraying episodes of everyday life in small communities, focusing on customs, seasonal rituals, and interpersonal relations. The stories rely on vivid sensory detail and close observation to expose social tensions, moral dilemmas, and the effects of entrenched habits. Dialogue rhythms and local idioms are evoked to recreate atmosphere while shifts in tone range from ironic distance to sympathetic realism. Taken together, the sketches map communal routines and human character under pressures of change, blending anecdote and moral contemplation into compact, atmospheric scenes.

Ο ζωέμπορος εσταυροκοπήθη δις και τρις ψιθυρίζων μέσα του προσευχήν κ' έστρεψε τον ίππον να φύγη ησύχως. Αίφνης όμως ήκουσε γογγυσμόν και φωνήν ανθρωπίνην, ερχομένην ασθενώς μέσ' από τα φυλλώματα και ζητούσαν βοήθειαν. Εστάθη τότε, επέζευσε, αφήκε τον ίππον του κ' επροχώρησε προς το μέρος οπόθεν ήρχετο η φωνή, πάντοτε μετά προφυλάξεως, διότι δεν ελησμόνει ούτος ότι τα εξωτικά πολλάκις διά τοιούτων προσποιήσεων φέρουν πλησίον των τους διαβάτας. Εύρε δ' εκεί τον Δημήτρην κατακείμενον εν μέσω της λόχμης, κατακόκκινον, με ημικλείστους οφθαλμούς.

— Πατριώτη, ρε πατριώτη! είπε, λακτίζων αυτόν ελαφρώς.

— Νερό, λίγο νερό! εψιθύρισεν ο Δημήτρης ασθενώς.

Ο ζωέμπορος έλαβε μικρόν κασσιτέρινον τάσι, ανηρτημένον αριστερά του σελαχίου του και το εγέμισεν από την βρύσιν. Ο Δημήτρης ανεσηκώθη ολίγον, έλαβε τα τάσι μετά σπουδής και τα εκένωσεν απνευστί.

— Τη δροσιά του νάχης εψιθύρισε.

Και ημιανοίγων τους οφθαλμούς ητένισεν ευγνωμόνως τον Νίκαν. Αλλ' ωχρότης επεχύθη επί του προσώπου του, οι οδόντες του ήρχισαν να συγκρούονται και το τάσι έπεσε των χειρών του. Ο Δημήτρης ανεγνώρισεν ευθύς τον ζωέμπορον, τον κύριον των τριακοσίων δραχμών και αίτιον όλων των δυστυχιών του. Τα παθήματά του μετ' αστραπιαίας ταχύτητος, το έν μετά το άλλο, ήλθον όλα και παρεστάθησαν προ της φαντασίας του με όλην την φοβεράν όψιν των.

 — Ωχ, λυπήσου με! είπε φρικιών υπό το βλέμμα του ζωεμπόρου· σώνει πια,
λυπήσου με!. .

 — Τι θέλεις; ηρώτησεν ούτος, νομίσας ότι ο άρρωστος παρεμίλει εκ του
πυρετού.

 — Σώσε με, λύσε με από τον αφορεσμό!. . . Τα χρήματά σου, εγώ τα βρήκα
τα χρήματά σου. . .

— Εσύ 'σαι ο Νουλάς!

— Εγώ — ναί.

Και ο Δημήτρης διηγήθη εις τον ζωέμπορον πώς έτυχε ν' ανεύρη τα χρήματά του και πώς τα διέθεσε. Τρέμων όλος, με δάκρυα πύρινα εις τους οφθαλμούς, ήρχισε να διηγήται έν προς έν τα παθήματά του, αφ' ης ημέρας το επιτίμιον ανεγνώσθη εις την κωμόπολιν, την περιφρόνησιν των συγχωρικών του, τους πικρούς και καυστικούς λόγους των, τα μειδιάματά των, τα πλήρη αναιδούς σαρκασμού, τα βλέμματά των τα σουβλερά· να λέγη την πτωχείαν και αθλιότητα του, την παίδευσιν του σώματος και την ακοίμητον βάσανον της ψυχής επί τόσας ημέρας!. . .

— Λύσε με από τον αφορεσμό· εξηκολούθησε υψόνων προς τον ζωέμπορον ικέτιδας χείρας· σώσε με από την παίδεψι!. . .να πώς κατάντησα· συχώρα με κι' ο Θεός σχωρέσοι!. . .

Ο ζωέμπορος ήκουεν έκπληκτος και μετά συντριβής τον Δημήτρην. Ήρχισε να ελέγχη εαυτόν, διότι διά τόσον μικρόν πράγμα εξέδωσεν επιτίμιον το οποίον κατέστρεψε τελείως ένα τίμιον και αξιόλογον εργάτην. Ιδού ότι η τύχη τον είχεν ευνοήσει τόσον πολύ ώστε από ενός έτους, ότε έχασε τας τριακοσίας δραχμάς, αι επιχειρήσεις του προώδευον καταπληκτικώς, η περιουσία του ηύξησε. Τι ήσαν δι'αυτόν τόρα τριακόσιαι δραχμαί!

— Συχωρεμένος να ήσαι, αδερφέ συχωρεμένος να ήσαι!. . . ανέκραξε μετά θέρμης ο ζωέμπορος, εναγκαλιζόμενος τον Δημήτρην με δάκρυα εις τους οφθαλμούς· δεν φταίω εγώ. . . μη μου κακοψυχάς!. . .

— Όχι, δεν φταις· λύσε με από τον αφορεσμό!

— Ναι, θα σε λύσω.

Και ο ζωέμπορος είπεν εις τον Δημήτρην ότι τόρα αμέσως θα επήγαινεν εις Λεχαινά και θα εφρόντιζε δι' όλων των μέσων ν' ανακληθή το επιτίμιόν του

— Αλήθεια; ηρώτησεν ο Δημήτρης, κάπως δυσπίστως.

— 'Σ το Χριστό που πιστεύομε· είπεν ο ζωέμπορος μετά πειστικότητος.

— Και θα διαβασθή το συχώριο 'ς τα χωριό;

— Ναι· αν θες πάμε μαζί ως εκεί.

— Όχι, δεν μπορώ.

Και ο Δημήτρης, επανέπεσεν εξηντλημένος επί της χλοεράς στρωμνής του. Το βλέμμα, του εστράφη πέριξ εις την χλοάζουσαν φύσιν, εις τον καταγάλανον ουρανόν, εις τα υψηλά δένδρα τα σειόμενα υπό του ανέμου ησύχως· το ους του επρόσεξεν εις τον βόμβον εκείνον, τον μαλακόν και εις το συνεχές λάλημα των πουλιών και ο Δημήτρης εδάκρυσεν, επιθυμήσας την ζωήν και τα καλά της ενθέρμως.

— Πάμε, αδερφέ· σε βάνω 'ς τ' άλογό μου· είπεν ο ζωέμπορος.

Και διά συριγμού εκάλεσε τον ίππον του. Ο Τσίλιας εις τον συριγμόν του κυρίου του προσήλθεν, αργά αργά, καμαρόνων ως να έφερε καμμίαν νύμφην επάνω του.

— Γονάτισε· είπεν ο ζωέμπορος, συνοδεύων τον λόγον του μ' εμφαντικόν νεύμα.

Ο Τσίλιας έκλινεν ευθύς προς την γην, πρώτον τα εμπροσθινά γόνατα κ' έπειτα τα οπισθινά. Ο ζωέμπορος έκυψε να λάβη τον Δημήτρην εις τας αγκάλας και τον θέση επί του ίππου· αλλά την ιδίαν στιγμήν σπασμός ισχυρός εκλόνησε το σώμα του αρρώστου και τον αφήκε νεκρόν.

Ο Δημήτρης Νουλάς εξεψύχησεν αφού συνεφιλιώθη με τον τάφον.

1888

Ν Ε Ο Ι Θ Ε Ο Ι

— Μπρε το διάτανο τ' έπιασε κ' έκαμε!. . .

Ούτε η σύλληψις του Καγκάλου, τον οποίον ισχυρόν απόσπασμα χωροφυλάκων έφερε σιδηροδέσμιον, ούτε η πανήγυρις την οποίαν ήγον σήμερον, Δευτέραν της Λαμπρής, συνεκίνει τους κατοίκους της Βουνιχώρας. Τα από πενταετίας κατορθώματα του διασήμου ληστού της Δωρίδος, το άγριον κ' επιβάλλον ήθος του, άντικρυς αντίθετον προς το νανώδες ανάστημά του, η παρά την Γερομαστήν προ τίνος καιρού ευτυχής αντίστασίς του, μόνου εναντίον λόχου όλου στρατιωτών και πολιτών, δεν εγαλβάνιζον όπως άλλοτε τους πολεμοχαρείς χωρικούς. Ολόκληρος της φαντασίας των η ορμή ανεκόπτετο ήδη προ του ενωμοτάρχου, του οδηγούντος το στρατιωτικόν απόσπασμα και προ του όπλου, με το οποίον ήσαν εφωδιασμένοι οι άνδρες του και αυτός. Κ' ενώ επί του αλωνίου του Κοκκινοχώματος οι Αραχωβίται γύφτοι προσεπάθουν με τους βαρείς ήχους του τυμπάνου και τας γαργαλιστικάς φωνάς ζεύγους αυλών να διεγείρουν τας ψυχάς, κ' οι λυγερές χειροκρατούμεναι εκάλουν μ' ελκυστικόν χαμόγελο τους νέους ν' ανοίξουν τον χορόν, ούτοι ολίγον παρεκεί, συνωθούμενοι πέριξ του ενωμοτάρχου, προσέβλεπον περίεργοι το όπλον, το οποίον ούτος εκολακεύετο να επιδεικνύη εις αυτούς, και από καιρού εις καιρόν επιφώνημα εξέφευγε των χειλέων του:

— Μπρε το διάτανο τ' έπιασε κ' έκαμε!. .

Από ενός και πλέον έτους αόριστοι φήμαι εφέροντο κ' εν Βουνιχώρα περί του νέου όπλου. Τινές καταβάντες δι' υποθέσεις των μέχρι Γαλαξειδίου είτε μέχρι Σαλώνων, μετέδωκαν εις τους συμπατριώτας των το σχήμα, τας κινήσεις και τας ενεργείας του, όπως τα ήκουον εξωγκωμένα πάντοτε καθώς ήκουον παραμορφωμένον και τ' όνομα του Γάλλου εφευρέτου. Έμαθον ότι ο στρατός όλος, παραιτήσας πλέον τας βαρείας καραμπίνας του Μινιέ, εφωδιάσθη δι' αυτού, κατασταθείς μάλλον αξιομάχητος. Από τους ιδίους ληστάς, οσάκις εξένιζον αυτούς εις το χωρίον των είτε εις τα ποιμνιοστάσιά των, ήκουον οι χωρικοί την θραύσιν την οποίαν επέφερε τούτο εις τας τάξεις των· πώς εκαλύπτοντο αίφνης από χάλαζαν σφαιρών πριν ακόμη προφθάσουν ούτοι να γεμίσουν τα ιδικά των. Έβλεπον τας χαινούσας πληγάς τας οποίας εις αυτούς επροξένουν τα βλήματά του και κατενόουν την μεγάλην αξίαν του όπλου από την αγανάκτησιν και τας ύβρεις, όσας εξετόξευον κατά του πτωχού εφευρέτου. Και πολλάκις τη εξάψει της λατρείας των προς την λεβεντιάν, έψαλλον μετά μεγίστου πόνου το τραγούδι του Κουρκούμπα, το οποίον φέρει αυτόν και τον σύντροφόν του εις το λημέρι κατά το βράδυ βράδυ, όχι πλέον σκεπτομένους αγώνας και θριάμβους, αλλά κλαίοντας τα ντέρτια τους και τα παράπονά τους:

τείν' το κακό που πάθανε τόρα 'ς τα εβδομήντα που βγήκαν τα βελονωτά, του Σασεπώ τα όπλα. . .

Όμως τ' ωμολόγουν ήδη οι χωρικοί, το εξέφραζον διά των εκπλήκτων βλεμμάτων των, ότι ουδέποτε ήλπιζον αυτό τόσον τέλειον όπως το έβλεπον, όπως ήκουον παρ' αυτού του ενωμοτάρχου:

— Να, έβαλες το φυσίγγιο κ' ετέλειωσε το παστόψαρο. . . ένας χρόνος εις δύο κινήσεις. . . ένα πατατράκ κ' εχάθηκε το λεφούσι!

Ο ενωμοτάρχης Παπαθεοδωρακόπουλος, υψηλός κ' ευλύγιστος λεβέντης, τον οποίον η έξοχος ανδρεία, η ακούραστος ενεργητικότης κ' αι διαβολικαί επίνοιαι, όσας ανέπτυσσε προς καταδίωξιν των ληστών, διέδοσαν εις όλην την Ρούμελην και περιέβαλλον με ποιητικήν τινα αίγλην το πεζότατον όνομά του, επεδείκνυε προθύμως τον χειρισμόν του όπλου, έδιδε την επιστημονικήν του ονομασίαν εις ένα έκαστον των καταρτισμάτων, ωμίλει περί κοχλιού και υποφυλακτήρος, περί στοχάστρου και σκοπευτικής γραμμής, περί τροχιών και βλημάτων. Οι χωρικοί ολίγοι το κατ' αρχάς, ακούοντες τας στομφώδεις φωνάς του, ήρχοντο ήδη πυκνότεροι από του χοροστασίου. Οι γέροντες οι οποίοι εδώ κ' εκεί επί των υψωμάτων ηπλωμένοι, εκλελυμένον και άτονον έχοντες το σώμα από του θάλποντος ηλιακού φωτός, παρηκολούθουν με βλέμμα ρεμβώδες την προ αυτών αναβράζουσαν και λαλούσαν νεότητα· οι μεσόκοποι, όσοι σταυροπόδι καθήμενοι κύκλω, αντήλλασσον διαδοχικώς κρίσεις περί του χορού κ' ελπίδας περί των ισχνών γεννημάτων των· τα παλληκάρια τα οποία όρθια πέριξ, έβλεπον εν ηδονική μέθη την πολύχρωμον εκείνην άλυσιν των χορευουσών με τας απλοϊκός εσθήτας, την αφελή κόμμωση, τ' ανδρώδη αναστήματα και τας ζωηράς μελαχρινάς μορφάς, όλοι έσπευδον κ' περικύκλωναν αυτόν εν σιγή. Και ο ενωμοτάρχης μέσω αυτών, σπασμωδικώς κινών την χείρα επί του όπλου, από της άκρας του κοντακίου εις την άκραν της κάννης, από του κινητού ουραίου εις τον ξυστόν, εις το κλισιοσκόπιον, εις τα ψέλλια, εξερεύγων ελευθεροστόμως και ακρατήτως τας φράσεις του, με μίαν παρρησίαν κάπως χαιρέκακον, μ' έκφρασιν θριάμβου επί της ηλιοκαούς μορφής του, με τον νευρικόν τρόμον εφ' όλου του σώματός του, ωμοίαζε προς κήρυκα αγωνιζόμενον να καθιδρύση νέους θεούς εις την συνείδησιν των αξέστων ακροατών του. Ούτοι δε σιγά σιγά, βεβαρυμένην έχοντες την κεφαλήν από τας νέας λέξεις τας οποίας ήκουον, τας νέας ονομασίας τας οποίας διά πρώτην φοράν εμάνθανον, ησθάνοντο μίαν κούρασιν εν τη συνειδήσει διά τα νέα διδάγματα, κενότητα τινα καταπιεστικήν εν τη καρδία διά τας παλαιάς ιδέας και πεποιθήσεις από τας οποίας αποτόμως απεσπώντο τόρα, ώστε παρηκολούθουν τους λόγους και τας κινήσεις του σχεδόν ασυνειδήτως, με ημιχάσκον στόμα δίκην κωφαλάλων. Οι νεώτεροι διηγκωνίζοντο διαμφισβητούντες την θέσιν πλησίον του ενωμοτάρχου, μ' εκείνην την ροπήν την οποίαν αισθάνεται εκ φύσεως η νεότης προς παν τον νεοφανές. Έκλινον την κεφαλήν άλλος εδώ, άλλος εκεί· άλλος έκυπτε κάτω, άλλος υψούτο επί των ονύχων των ποδών ίνα το ίδουν απ' όλα τα μέρη το όπλον και απετόλμων κάποτε να τείνουν την χείρα ίνα το ψαύσουν, απαλ' απαλά μόλις, μετά δειλής προφυλάξεως, ως να ήτο αφρός κ' εφοβούντο μη διαλυθή άμα τη επαφή. Αν δ' η αναπνοή των άφινε νέφος αχνού επί της κάννης ή ο άνεμος έφερε κάρφος τι επ' αυτού, όλοι έσπευδον, άλλος διά της άκρας της φουστανέλλας και άλλος διά της χειρίδος του υποκαμίσου, να το απαλείψουν, κολακευόμενοι. Και ητένιζον τον ενωμοτάρχην με την έκφρασιν του προσώπου εναλλάσσουσαν πάντοτε, εις εκάστην νέαν εξήγησίν του, και ηκολούθουν τας κινήσεις της χειρός του θαμβωμένοι, ως να κατηχούντο εις τα μυστήρια της Σολομωνικής. Και οπόταν ούτος έστρεφε προς αυτούς, θέλων να κάμη ευληπτοτέρας τας λέξεις του, τον περιέβαλλον με βλέμμα πλήρες θρησκευτικού σεβασμού, ως να ήτο ο ίδιος εφευρέτης κ' εθαύμαζον την γονιμότητα του πνεύματός του, μετά τινος ζηλοτύπου μερίμνης διότι ήτο κύριος τοιούτου πράγματος!. . Και μικρόν κατά μικρόν αι φυσιογνωμίαι των χωρικών όλων εχωρίσθησαν εις τόσους καθρέπτας των ψυχικών εντυπώσεων εκάστου. Αι παρειαί των γερόντων εκρέμαντο πλαδαραί και άχρωμοι ως εν τελεία αποθαρρύνσει· οι μεσόκοποι με την κεφαλήν ημικύπτουσαν και τους οφθαλμούς ατόνως εις εν σημείον προσηλωμένους, εφαίνοντο εγκαρτερούντες εις το παρόν, και οι νέοι με τας γραμμάς εκείνας, τας καθέτους επί του στόματος και το βλέμμα εν κλαυθμώ, ωσεί μη τολμώντες να ελπίσουν ότι θ' απέκτων ποτέ και αυτοί τοιούτον όπλον, αν και ο νους των ειργάζετο αποφασιστικώς προς εξεύρεσιν των μέσων. . . Κ' εν τω μεταξύ ο ενωμοτάρχης, βλέπων την εντύπωσιν την οποίαν έκαμνεν εις τους ακροατάς του, επεσώρευε μετά μεγαλειτέρας εμφάσεως εξευτελιστικάς ύβρεις κατά των ληστών και άπειρα πλεονεκτήματα εις το όπλον του:

 — Παλληκάρια λέει; από 'δώ κ' εδώ θα ιδούν τη μοίρα τους!. . Μωρέ με
τέτοιο όπλο δεν φοβούμαι ούτε το Θεό!. .

 — Πούθεν είσαι, καλόπαιδο, δε μου λες; Διέκοψεν αίφνης φωνή
υπερτρέμουσα τον ενωμοτάρχην.

Συγχρόνως οι χωρικοί ήνοιξαν δίοδον και προσήλθεν υψηλόσωμος γέρων, υπερεκατοντούτης, μ' εξημμένην κάπως την αρρενωπήν μορφήν, αναμετρών από κεφαλής μέχρι ποδών αυτόν. Ο Παπαθεοδωρακόπουλος εζαλίσθη διά την ερώτησιν αυτήν του γέροντος, εις το απότομον και τον τόνον της οποίας εύρισκε κάποιον δισταγμόν διά την καταγωγήν του, διά τους λόγους του, διά την πατρίδα του, δι' όλα.

— Απ' τον κάμπο της Γαστούνης· εψιθύρισε τέλος.

— Ντόπιος ή ερχάμενος;

— Ντόπιος. . .

— Μπρε!. .

Και ο γέρων εξέφραζε διά του επιφωνήματός του αυτού όλας τας απορίας όσαι εγεννήθησαν εις την ψυχήν του αφ' ης ώρας ήκουσε τον ενωμοτάρχην ομιλούντα.

Ο γέρων Χειμάρρας ήτο εκ των ανδρών εκείνων οι οποίοι διήλθον τα έτη της νεότητός των εις εποχήν καθ' ην η πραγματικότης έφθανε μέχρι του ανεφίκτου ιδανικού· καθ' ην έζη τις δι' ένα έπαινον και απέθνησκε δι' ένα τραγούδι. . . Ήτο δεκαέξ μόλις ετών ότε ηκολούθησεν ως ψυχογιός τον Αλέξη Καλόγηρον, τον αρματωλόν του Χρισσού. Μετά την δολοφονίαν τούτου, του Ηλία Βιδαβιώτη και του Βερελή Θανάση εν τω σεραγίω των Σαλώνων υπό του Μουσταφά αγά, ο Χειμάρρας κατετάχθη εις τον ταϊφάν του εντοπίου αρματωλού Πανουργιά όπου ησκήθη εις τα όπλα μέχρι της επαναστάσεως. Κατ' αυτήν δε διέπρεψεν εις πολλάς μάχας, εις την Ρούμελην και τον Μωρηάν, είτε ως ακόλουθος είτε ως μισθοφόρος.

Μετά την παύσιν του πολέμου ο Χειμάρρας απεσύρθη εις το ορεινόν χωρίον του, την κοιτίδα αυτήν του αρματωλισμού, όπου ο Βρυκόλακας, Έξαρχος Παρνασσίδος, συνεκρότει άλλοτε τας συνόδους του και ο Ανδρίτσος εξεχείμαζεν αμέριμνος μετά του Βλαχοθανάση. Εκεί αποκλεισμένος, μετά ομηλίκων επουλούντων ακόμη τας πληγάς του Αγώνος και προθύμων ν' αρχίσωσι νέους, μετά νεαρών παλληκαρίων, ανατραφέντων μέσω του κρότου των ιλαχών και ψαλλόντων τους ηρωικούς άθλους των, διήγε τας ημέρας του με το παρελθόν προ των οφθαλμών του πάντοτε.

Αι ιδέαι της νεωτέρας ζωής, τα χλιαρά αισθήματα, οι νανώδεις πόθοι, οι γαλουχούντες και διέποντες ήδη τας νεωτέρας κοινωνίας, δεν έφθανον μέχρι του ορεινού χωρίου, όπου αι αρματωλικαί παραδόσεις κ' αι πολεμικαί όψεις των γερόντων ήγειρον απροσπέλαστον τείχος. Διό ο γέρων Χειμάρρας ως ακράτητος θαυμαστής της ανδρείας, εζήλευε τον ενωμοτάρχην, τον οποίον η περί τα τοιαύτα ζωηρά φαντασία των χωρικών παρίστανε ως μυθικόν ήρωα. Και μόλις έμαθεν ότι ούτος, άγων εις Σάλωνα τον Κάγκαλον, κατέλυσε να διανυκτερεύση εις Βουνιχώραν, έσπευσεν εκ των πρώτων να ίδη και θαυμάση αυτόν.

Αλλ' ευθύς άμα επλησίασεν, όλος εκείνος ο θαυμασμός του κατέπεσεν. Α! οι άνδρες της εποχής του ποτέ δεν κατεφρόνουν τους εχθρούς των. Οι πολεμικοί άνδρες ποτέ δεν κατακρίνουν τους αντιπάλους των, αλλ' απεναντίας υψώνουν αυτούς διά να υψωθούν ούτοι ακόμη περισσότερον εάν τους νικήσουν. Τούτο ήξευρεν ο γέρων ότι έκαμεν άλλοτε ο Κατσαντώνης περί του Βελή Γκέκα και τόσοι άλλοι! Ενώ αυτός ο υψηλός παλληκαράς, από μιας ήδη ώρας δεν έκαμνεν άλλο παρά να κατακρίνη, να χλευάζη μάλλον τους ληστάς, τους οποίους ο Χειμάρρας εγνώριζε πολύ καλά κ εύρισκε κατά πολλά αξίους διαδόχους των προ της επαναστάσεως κλεφτών, τους οποίους υμνεί ακόμη ο λαός και απαθανατίζει η παράδοσις. Είνε αληθές ότι ήσαν τινες μεταξύ αυτών κακοί, σκληρόψυχοι όπως έλεγεν ο ενωμοτάρχης, αλλ' οι περισσότεροι ήσαν παλληκάρια και απ' αυτήν την ακράτητον προς τον παλληκαρισμόν τάσιν έγειναν τοιούτοι. . . Ας κατεδίωκεν, ας εφόνευεν, ας εξώντωνεν αυτούς ο ενωμοτάρχης· όχι όμως και να τους υβρίζη!. .

Έπειτ' αυτή η έπαρσις με την οποίαν ωμίλει περί του όπλου του, έκαμνε τον γέροντα να χάνη πάσαν ιδέαν περί της ανδρείας του Παπαθεοδωρακοπούλου. Βέβαια· διά να έχη τόσον εγωισμόν διά τα πλεονεκτήματά του όπλου θα ειπή ότι με αυτό έτρεφεν όλας τας ελπίδας του, εις αυτό εστήριζεν όλην την ανδρείαν και την φήμην του. . . Κ' ενώ τον ήκουεν ούτω ομιλούντα ο γέρων ήρχισε να αισθάνεται αηδίαν και να τον παρομοιάζη προς κανένα τενεκέν της νεωτέρας κοινωνίας — πάντοτε της νεωτέρας, διότι εις την ιδικήν του δεν υπήρχον τενεκέδες — ο οποίος λαμβάνει γυναίκα με τ' όνομα και την περιουσίαν της οποίας να παρουσιάζεται αυτός εις τον κόσμον!. . . Κ' έλεγεν ο ενωμοτάρχης ότι με τοιούτον όπλον δεν εφοβείτο ούτε τον Θεόν. Βεβαια, πάντοτε με το όπλον!. .

Κ' εν τη ακρατήτω ορμή του θυμού του ο Χειμάρρας απέτεινε την απότομον εκείνην ερώτησιν περί της πατρίδος του εις τον ενωμοτάρχην. . . Αλλά τόρα δεν αντέλεγε· κάμνει και η κουρούνα θαύματα — γίνονται κ' οι καμπίσοι παλληκάρια!. . . Και έκυψε την κεφαλήν ο γέρων προ του νεοφανούς κ' εβυθίσθη εις σκέψεις. Ποτέ εις την ζωήν του δεν απήντησε καμπίσον και τοιούτον λεβέντην! Επί της επαναστάσεως ουδείς απ' εκείνα τα μέρη διέπρεψεν εις ανδρείαν και πολεμικήν ορμήν. Αν είνε διά κουτοπονηριάς και αλληλομαχίας ήσαν πρώτοι, από του άρχοντος των μέχρι του τελευταίου χωρικού. . . Ένα μόνον εγνώρισεν εις το Μεσολόγγι, τον Βέρραν, ριψοκίνδυνον άνδρα, πλήρη πατριωτικής φλογός, παράτολμον μέχρι τρέλλας, σκληροκρέατον ώστε διαρκούσης της μάχης να φράσση τας οπάς των σφαιρών όσας ελάμβανεν επί του σώματός του διά χονδρών κλάδων σχοίνου, και τον οποίον ήκουσεν ότι εφονεύθη επί Ιμπραΐμ έξω του χωρίου του, του Βαρθολομιού, μέσω σωρείας εχθρικών πτωμάτων. Αλλά κ' εκείνος ήτο ταπεινός, ήσυχος αθρωπάκος, δίχως λεβεντιάν εις τας κινήσεις του, δίχως αέρα. . . Κανένα όμως άλλον. . . Και ανεκύκλου ο γέρων κατά φαντασίαν το ρητόν το οποίον λέγει «οι κάμποι βγάζουν άλογα και τα βουνά λεβέντες» και το εύρισκε κ' εδώ ακόμη αληθέστατον. Έπειτα και τι όνομα!. . Σωστό μακρυλαρίκι αχουριού, όλως άμουσον και πεζόν ώστε δεν ηπόρει και πολύ διότι ήτο τοσούτον αυθάδης ο ενωμοτάρχης. Ήρχιζε να παραδέχεται παράκρουσιν πλέον της φύσεως. . . Ήτο άδικον όμως να φυτρώση εκεί μέσα αυτός ο λεβέντης. Κρίμα εις το κορμί!. . .

Αλλ' ενώ ο γέρων επλανάτο εις τας σκέψεις του αυτάς, ο ενωμοτάρχης συνελθών εκ της ταραχής του ήρχισε πάλιν τον πανηγυρικόν του όπλου του. Τόρα διηγείτο παρελθούσαν αυτού συμπλοκήν μετά της συμμορίας του Χειμώνα, εις το δάσος της Λεπενούς, κατά την οποίαν συνέλαβε τρεις κ' εφόνευσε τον αρχηγόν:

— Σαν τον είδα χάμου, πήγα κοντά και τον πάτησα 'ς το σβέρκο· ήθελα να τον ρωτήσω πώς του φαίνονταν τόρα οι παληοκλειδωνιές.

Κ' έβαλε διάτορον γέλωτα, εκδικούμενος δήθεν τ' όνομα, το οποίον είχον δώσει ειρωνικώς οι λησταί εις τα όπλα του Σασεπώ, διά τον τραχύν και διακοπτόμενον αυτών κρότον.

— Ρε, τι τα θελω 'γώ αυτούνα; είπεν ο Χειμάρρας, αποτόμως συνελθών εκ του γέλωτος του ενωμοτάρχου· μπορεί να το φέρνη έτσι για το βόλι απάνου σου;

— Όχι, πλαϊνά κάνε, σαν τα καρυοφύλλια τα 'δικά σας· απήντησεν ούτος, μιμούμενος την Ρουμελιωτικήν προφοράν, ίνα δήθεν επιτείνη την ειρωνίαν των λόγων του.

— Μπρε, τα 'δικά μας μπρε, εδιώξαν τους τούρκους! εφώναξεν εν αγανακτήσει ο γέρων.

— Τι να σου κάμω!. . απήντησεν ο ενωμοτάρχης κινών την κεφαλήν· ήθελα πενήντα τούρκοι να είχαν από τούτα 'δώ και να 'βλεπες την παληοκαπότα!. . .

Κ' επαλάμισε τον υποκόπανον του όπλου μετά τινος πεποιθήσεως, την οποίαν δεν είχε βεβαίως ούτε ο Καραϊσκάκης, ότε επί της Γαλλικής φρεγάτας απέρριπτε τας προτάσεις του Κιουταχή, φωνών το ιστορικόν εκείνο: «πασάς — η πάλλα μου!». Ο Χειμάρρας ήδη έγεινεν εκτός εαυτού· ο νεόπλουτος κατήντησεν ανυπόφορος!. Δεν εχλεύαζε πλέον τους σημερινούς ληστάς αλλά και τους άνδρας του Αγώνος· έπειτ' από το λεφούσι ήρχετο η παληοκαπότα!. . Κ' έλεγε παληοκαπόταν ο ενωμοτάρχης την χρυσοφορεμένην και αρματοστόλιστον εκείνην γενεάν, η οποία εξέπληξεν όλον τον κόσμον, την οποίαν εζήλευσαν τόσοι βασιλείς!. . Διά μίαν στιγμήν ο νους του γέροντος εζαλίσθη και δεν ήξευρε καλά καλά πού ευρίσκετο. Είνε αληθές ότι και η νεολαία του χωρίου του, παρά τον άμετρον σεβασμόν τον οποίον έτρεφε προς αυτόν, πολλάκις του έλεγε τι τοιούτο διά να τον πειράξη. Τα συνειθίζουν αυτά οι νέοι· να φαίνωνται ότι καταφρονούν την εποχήν των γερόντων και ότι ούτοι ζώσιν εις καλλιτέραν δήθεν. Αλλά τοιαύτην ύβριν από κανένα στόμα δεν την ήκουσε. . . Πενήντα τούρκοι θα κατέστρεφον λοιπόν όλους αυτούς, αν είχον τα όπλα του Σασεπώ! Ώστε μόνον το όπλον είνε το παν; η ανδρεία δεν λαμβάνεται υπ' όψιν! η έφεσις προς την δόξαν, προς την ελευθερίαν, τίποτε!. . .

— Μπρε!. . .

Κ' επανέλεγεν ο γέρων το σύνηθες επιφώνημά του ξηροβήχων, πνιγόμενος εκ της συγκινήσεως.

Αλλ' αίφνης άνευ ουδεμιάς αφορμής, άνευ ειρμού τινος, χωρίς και ο ίδιος να το εννοήση διατί, μ' εκείνο το ακούσιον κραύγασμα, το οποίον' αναδίδει μόνη της η καρδία πονέσασα αίφνης, ο γέρων εφώνησε μετά παιδικής αυταρεσκείας:

— Μπρε, το θαρρείς καλλίτερο αυτούνο απ' τον Άι-Γιώργη μου;

— Ποιόν Άι- Γιώργη; εψιθύρισεν ο ενωμοτάρχης απορών.

— Το καρυοφύλλι του· απήντησαν πολλοί των χωρκών.

— Ναι, το καρυοφύλλι μου· είπεν εγωιστικώς ο γέρων.

Ο ενωμοτάρχης εγέλασε θορυβωδώς διά το νέον άκουσμα και οι χωρικοί τον εμιμήθησαν ασυνειδήτως. Οι χωρικοί παρηκολούθουν απ' αρχής την φιλονεικίαν αυτήν του γέροντος και του ενωμοτάρχου. Όσον και αν ήσαν προκατειλημμενοι εκ της φήμης του Παπαθεοδωρακοπούλου, όσον και αν επέρριπτεν επ' αυτών θάμβος το όπλον, μικρόν κατά μικρόν ήρχισαν να εννοούν και αυτοί την μηδαμινότητά του. Είδον αυτόν να φέρεται τόσον τραχέως προς τον γέροντα, προς το γήρας αυτό, το οποίον ούτοι εν τη ορεινή πατρίδι των σέβονται ως θεότητα σχεδόν και το οποίον πρωτοστατεί και προέχει εν τη μικρά κοινωνία των· τον ήκουσαν να υβρίζη τους ληστάς, το σώμα εκείνο διά το οποίον έτρεφον όλως υψηλάς ιδέας, και εις το οποίον πολλάκις ελάμβανον μέρος, κρυφίως ενισχύοντες αυτό κατά των στρατιωτικών αποσπασμάτων, ώστε εσκανδαλίζοντο. Η περί τα πάτρια ζηλότυπος αφοσίωσίς των, η φυσική ροπή όπως τηρήσουν αυτά αλώβητα τους έκαμνεν ήδη να εκλαμβάνουν τον ενωμοτάρχην ως πνεύμα κακοποιόν, ελθόν εκεί να τους αφαιρέση τ' άγια συναισθήματα και τους αφήση την χολήν του. Διό ήρχισαν να βλέπουν αυτόν κάπως δυσπίστως και να κινούνται εις διαμαρτύρησιν.

Αλλ' ο νεωτερισμός διά την ανθρωπότητα είνε φως θαμβούν κ' ελκύον· είνε ο λύχνος ο σύρων όπισθέν του επί τεσσαρακονταετίαν τους Ισραηλίτας εν τη ερήμω· το φωτεινόν άστρον το παρασύραν τους μάγους μέχρι της φάτνης του Σωτήρος. Και οι Βουνιχωρίται χωρικοί, αφελείς και αθώοι άνθρωποι, δεν ηδυνήθησαν ν' αντιστώσιν εις τον πειρασμόν κ' επί τέλους εγέλασαν ασυνειδήτως και αυτοί προ της συγκρίσεως την οποίαν ήθελε να κάμη ο γέρων. Ούτος όμως παρωξύνθη ακόμη περισσότερον διά τούτο. Ναι ήθελε τόρα ν' αποδείξη εις αυτόν τον ξιππασμένον και εις τους ανισχύρους χωρικούς των οποίων τόσον εύκολα εκλονίσθη η πίστις, ν' αποδείξη ότι ήτο βάσιμος ο ισχυρισμός του.

— Μπρε, τα παραρρίχνουμε; εφώναξε μετά πάθους.

— Άι κοιμήσου, γέρω μου, να ζήσης· απήντησε μετά τόνου οικτίρμονος ο ενωμοτάρχης· σαν και λες να βάλης να τρέξη το ξιφτέρι με τον μπούφο — ολούρμε;

— Στάσου και να ιδής!. . .

Και χωρίς ν' ακούση άλλον λόγον ο γέρων, μετά ορμής εμπαθούς, η οποία εφανερώνετο απ' όλας τας σπασμωδικάς κινήσεις του, ανέβη την μικράν ανωφέρειαν κ' εχάθη όπισθεν μιας φράκτης του χωρίου.

Ο Χειμάρρας έσπευδε μετά τάχους εις τον οικίσκον του. Η ψυχή του διηγέρθη όλη από τους λόγους του ενωμοτάρχου και δεν θα ησύχαζεν αν μη διέψευδεν αυτόν. Αν δεν του απεδείκνυε τίνα ήσαν τα όπλα, τα οποία αυτός ενέπαιζεν εναγώς, και ήθελε να φέρη ως καλλίτερον έν όλως άδοξον, το οποίον ακόμη δεν εκαπνίσθη με της μάχης τον καπνόν, δεν εβάφη εις αίμα εχθρικόν, δεν εξήμεσε βόλι εναντίον του άρπαγος της Πατρίδος. Διότι αυτά και μόνα εθεώρει άξια συστατικά ενός όπλου ο γέρων.

Όπως έτρεφε μεγάλας ιδέας περί των ανδρών της εποχής του τας αυτάς έτρεφε και περί παντός ό,τι εχρησίμευσεν εις αυτούς κατά τον αγώνα, τον πολύ μόχθον ο Χειμάρρας. Η φαντασία του, η φλογερά και άδολος, περιέβαλλεν αυτά με μίαν ιδανικήν αίγλην, μ' ένα υπερήφανου αφελείας χρωματισμόν, όπως οι άγνωστοι εκείνοι ποιηταί της εποχής του τ' απεκρυστάλλωσαν εις τα δημοτικά τραγούδια. Και διά τούτο αν ήκουε ποτέ καμμίαν των όπλων εκείνων τελειοποίηση διευκολύνουσαν την δράσιν αυτών και την δύναμιν, ενέπαιζεν αυτήν και την απέρριπτε μετά πείσματος. Αι πλατείαι και κυρταί πάλλαι, τα μακρά γιαταγάνια, τα σουβλερά χαρμπιά, τα οποία εφόνευσαν τον εχθρόν, αυτά ήσαν τα άξια όπλα, τ' ασφαλή της νίκης εχέγγυα. Το αίμα με το οποίον εβάφησαν, ο καπνός με τον οποίον περιεβλήθησαν κατά τας μάχας και από του οποίου έλαμπον αίφνης ως αστραπαί απειλητικαί μέσω καταμαύρου νέφους, ο αλαλαγμός εκείνος και θόρυβος, οι κλαυθμοί, οι γόοι, αι απειλητικαί φωναί κ' αι εξηγριωμέναι ύβρεις, μέσω των οποίων έδρων, επίστευεν ο Χειμάρρας ότι προσήψαν εις αυτά κάποιαν άλλην δύναμιν, θαυματουργόν και ιεράν, όπως εις τα εικονίσματα η επί τεσσαράκοντα ημέρας διαμονή εν τη εκκλησία και τα θυμιάματα και οι ψαλμοί της λειτουργίας καθιστώσιν αυτά ισχυρούς του οίκου προστάτας. Ενώ τα νέα όπλα, τα μουσκέτα, που έφερον οι Βαυαροί κ' αι μετέπειτα καραμπίναι του Μινιέ, τόσον πενιχρά και βαρέα και άκομψα, δεν ήσαν παρά ξύλον μόνον και σίδηρος και δεν επροξένουν καμμίαν εις την ψυχήν του συγκίνησιν. Αι λόγχαι αυτών και τα πλατύτατα εκείνα ξίφη δεν εχρησίμευον παρά ως αρνόσουβλες μόνον εις κανέν πανηγύρι!. . . Την αυτήν ιδέαν εξέφρασεν ο γέρων και περί του όπλου του Σασεπώ, ότε το πρώτον ήκουσε περί αυτού. Και τόρα, ότε το έβλεπεν εμπρός του, ότε αντελαμβάνετο της ταχυεργού δυνάμεώς του, δεν ηρνείτο μεν αυτήν, αλλ' είχε πεποίθησιν ότι ο Άι Γιώργης του ήτο ανώτερος και αυτού. Ο γέρων επήδησεν ήδη εις τον οικίσκον του και ήρπασε το καρυοφύλλι από τον τοίχον μετά βίας, ωσεί επρόκειτο να υπερασπισθή κατά τινος εχθρού. Ανεμέτρησεν αυτό από κάτω έως επάνω και με τρεμούσας χείρας ανέσυρε την ράβδον κ' έρριψεν αυτήν εντός της κάννης μετά πάθους. Και εις τον δούπον που έκαμεν αυτή βεβαιωθείς ότι ήτο γεμάτον και εις τον λεπτόν μεταλλικόν ήχον της κάννης, ενωτισθείς γνωστήν φωνήν, απήχησιν τσαπραζίων και αναβρασμόν μάχης, ο γέρων ανέδωκε ρόχθον βροντώδη, ωσεί πολεμικού ίπποι χρεμετισμόν.

— Τσογλάνι!. . ήρθρωσε μετά θυμού· τσογλάνι!. .

Και ρίψας την ράβδον επί του εδάφους, ήρπασε το όπλον και κατήρχετο το μονοπάτι προς τους χωρικούς σπεύδων.

Ο γέρων Χειμάρρας εφαίνετο ήδη αναβιώσας όλως. Δεν ελύγιζε πλέον την ράχιν ουδ' έκυπτε την κεφαλήν όπως πριν εν γεροντική καρώσει, αλλ' ανωρθούτο υπερήφανος κ' ευθυτενής, μ' ένα μεγαλοπρεπές κ' επιβάλλον βάδισμα, με μίαν έπαρσιν θριάμβου επί της φυσιογνωμίας του, της συνοφρυωμένης, ως λέων ερχόμενος οργίλως να εκδικηθή τους σφαγέντας συντρόφους. Είχε την ιδέαν ο γέρων ότι ευθύς μόλις εμφανιζόμενον το όπλον του θα επέβαλλεν εφ' όλων των χωρικών και χωροφυλάκων την αδρανή εκείνην σιγήν, την οποίαν επιβάλλουν πάντοτε εις τους ανθρώπους τα μεγαλοπρεπή κ' έκτακτα αντικείμενα, και θ' απέσπα τον θαυμασμόν του ενωμοτάρχου. Είχε την ακράδαντον πεποίθησιν ότι αμέσως ούτος θ' απεκάλυπτε την κεφαλήν προ του ιερού εκείνου μάρτυρος ανεσπέρου δόξης, προ του αγίου εκείνου λειψάνου τόσων θριάμβων.

 — Εδώ σας θέλω! έκραξε προσατενίζων όλους αυτούς με οφθαλμούς
λάμποντας υπό χαράς και υπερηφανίας.

Και ήθελε να τους είπη να κλείσουν τους οφθαλμούς μήπως τυφλωθούν εκ της αίγλης της δόξης του· να κλίνουν γόνυ διά να μη αμαρτήσωσιν.

Αλλά ματαίως ανέμενε φωνήν εκπλήξεως. Ο ενωμοτάρχης παρετήρει αυτόν ατάραχος και απαθής, μ' ένα ελαφρόν χαμόγελο εις τα χείλη, ως να συνεκράτει τον γέλωτα, χαριζόμενος εις την γεροντικήν του αδυναμίαν, οικτείρων την παιδαριώδη του πεποίθησιν. Οι χωροφύλακες έχασκον βλακωδώς· πέντε έξ εκ των χωρικών, οι γεροντότεροι ητένιζον το καρυοφύλλι με λυπημένον βλέμμα, έσχατοι μαχηταί ζώντες έτι επί του πεδίου της μάχης, ατενίζοντες την σημαίαν των η οποία γνωρίζουν ότι μετά τον θάνατόν των θα περιέλθη εις χείρας του εχθρού· ενώ οι λοιποί εντελώς απηρνούντο πλέον αυτό, το μελαψόν κ' εξηρθρωμένον και γεγηρακός, ουδέ ήθελον καν να το ατενίσουν. . . Ο γέρων εστάθη διά μίαν στιγμήν προ της τοιαυτής ψυχρότητος άλαλος. Συγκεχυμέναι ιδέαι συνέρρευσαν εις το πνεύμα του, βαρύς νυγμός διεπέρασε την καρδίαν του και ησθάνθη αίφνης εαυτόν παρασυρόμενον εις το ορμητικόν ρεύμα της θελήσεως των πολλών.

— Μπρε!. . . εφώνησεν.

Αλλ' η εντύπωσις αυτή ήτο στιγμιαία.

Επί της ψυχής εκείνης της θερμαινομένης υπό μεγάλων παραδόσεων δεν ηδύνατο να εγκαθιδρυθή διά πολύν καιρόν η αποθάρρυνσις, όπως επί πεπυρακτωμένου σιδήρου δεν δύναται να καθήση σταγών ύδατος. Ευθύς αμέσως ο γέρων ανέλαβεν όλην αυτού την ενεργητικότητα, όλην την ακλόνητον πεποίθησιν περί του Άι Γιώργη του, όσην έτρεφε και περί του ομωνύμου Στρατηλάτου. Εβιάζετο, έσπευδε να προβώσιν εις την δοκιμήν, να διαλαληθή παντού ο θρίαμβος του όπλου του, ο οποίος θα ήτο και θρίαμβος της γενεάς του αυτής.

— Έλα, μπρε· έκραξε προς τον ενωμοτάρχην ανυπομόνως· κόκεψε και ρίξε!. .

— Μα, παππού· μη χαλάς άδικα τη ριξά σου· συνεβούλευσεν ούτος.

Ο γέρων έγεινεν όλος φωτιά. Οι μυκτήρες της χονδρής ρινός του σφοδρώς ανεκινήθησαν αι δασείαι οφρύς του συνεσφίχθησαν παρά το μεσόφρυον κ' αι άγριαι τρίχες της λευκής κόμης του ανωρθώθησαν απειλητικαί. Η εξεγερθείσα υπεροψία του δεν εύρισκεν άλλο παρά εμπαιγμόν και χλεύην εις τους λόγους εκείνους του ενωμοτάρχου· επί της μορφής αυτού δεν ανεγίνωσκε παρά οίκτον άμετρον δι' αυτόν. Αυτόν, που δεν παρεδέχετο κανείς να οικτείρη, κανείς να λυπηθή!. . . Κ' ευθύς όλαι αι βίαιαι έξεις και ορμαί των καπεταναίων της εποχής του, τας οποίας εκ της πολυχρονίου μετ' αυτών διατριβής προσέλαβεν· όλον εκείνο το αίμα το κοχλάσαν εις τόσας μάχας, το θερμανθέν εις τόσους θυμούς, ανέβρασεν ακράτητον εις τας φλέβας του. Δεν αρκεί ότι ηνείχετο τον ενωματάρχην από αρκετής ήδη ώρας να καταρρίπτη τα είδωλα τα οποία αυτός εδοξολόγει· να ποδοπατή παν ό,τι αυτός εθεοποίει. Δεν αρκεί ότι επέτρεψεν εις αυτόν να υβρίση τους άνδρας εκείνους τους οποίους δεν ήτο άξιος να φέρνη καν εις το στόμα του. Δεν αρκεί ότι τον αφήκεν ελεύθερον ν' αφαιρέση τας ιεράς πεποιθήσεις απ' αυτούς τους χαζούς συμπατριώτας του και να ενσπείρη ζιζάνια εις την αθώαν και άπλαστον ψυχήν των αλλ' ήθελε να εμπαίξη και αυτόν τον ίδιον!. . Αλλ' ο γέρων δεν επέτρεψε τούτο εις άλλους άνδρας — και τι άνδρας! — και θα επιτρέψη τόρα εις ένα 'μπαίγνιο!. .

— Μπρε θα ρίξης ή να σ' την ανάψω! έκραξε παράφορος.

Και συγχρόνως έστρεψε το όπλον εναντίον του στήθους του ενωμοτάρχου. Ο Παπαθεοδωρακόπουλος απέμεινεν έκπληκτος. Μόλις τόρα ενόει οποίον κλονισμόν επέφεραν οι λόγοι του εις την ψυχήν του γέροντος και πού ηδύνατο να φθάση αυτή του η παραφορά. Εγνώρισε μόνος του τόρα ότι δεν επεδέχετο πλέον αστεϊσμούς η συζήτησις κ' εσκέφθη διά μαλακού τρόπου ν' αποφύγη την σύγκρισιν.

— Μα, γέρω μου. . . ηθέλησε ν' αρθρώση.

— Τι γέρω μου, μπρε!. . θα ρίξης σου λέω!. .

Ο Χειμάρρας ενόει να λάβη ικανοποίησιν η κολοβωθείσα υπόληψις του όπλου του. Ήθελε να γίνη η σύγκρισις, να μάθη ο λοχίας να μη καταφρονή τα όπλα με τα οποία ελευθερώθη η πατρίς του. Ή — αν ήτο γραμμένον και τούτο — να διαψευσθούν πλέον όλαι του αι ελπίδες!. . Και ο ενωμοτάρχης εκών άκων υπέκυψεν. Έθεσε το φυσίγγιον εις το όπλον του και είπεν εις τον γέροντα ότι ήτο έτοιμος διά τον αγώνα και άφινεν αυτόν να ρίψη πρώτος.

— Όχι, εσύ θα ρίξης· επέταξεν ο γέρων.

— Καλά· σε πόσα μέτρα;

— Όσα θες. . . 'Στον καιρό του Παπά-Κώστα, από 'δώ ως την Τούρλα έκοψα ταγκ!. . το κούτσουπο της λάγιας του Μπαζούλα.

Και μετά παιδικής μεγαλαυχίας ο Χειμάρρας έδειξε προ αυτού υψηλόν κωνοειδή λόφον, πετρώδη και φαιόν, φέροντα δύο τρεις ελάτους εις την κορυφήν και ανεμνήσθη της κατά το 1842 επαναστάσεως του Παπα-Κώστα Τζαμάλα, του ορμητικού εκείνου αρματολού ιερέως του Αγώνος. Μετέσχε και ο γέρων Χειμάρρας της εξεγέρσεως εκείνης, όχι διότι είχε καμμίαν δυσαρέσκειαν κατά της βασιλείας του Όθωνος, ούτε χάριν συμφερόντων, αλλ' απλώς υπό φιλοπολέμου ορμής παρασυρθείς, αποστέργων τον απράγμονα βίον του χωρίου, έπειτ' από τας τόσας περιπετείας και τας συγκινήσεις του μεγάλου πολέμου. Ενώ το κύριον σώμα υπό τον Βελέντζαν διευθύνετο προς την Λαμίαν, ούτοι περί τους διακοσίους εκκινήσαντες εκ Σαλώνων εβάδιζον κατά του Γαλαξειδίου, ότε ιστάθμευσαν επ' ολίγον κάτω της Βουνιχώρας και διέπραξεν ο Χειμάρρας διά του καρυοφυλλίου του την αξιομνημόνευτον εκείνην πράξιν, η οποία εξέπληξε τότε τους επαναστάτας όλους και αυτόν τον Παπα-Κώστα. . Αλλ' η Τούρλα δεν απείχεν απ' εκεί όπου ίσταντο παρά πεντακόσια το πολύ μέτρα και ουδεμίαν είχε σημασίαν διά τον ενωμοτάρχην, του οποίου το όπλον ενήργει αποτελεσματικώς μέχρι των χιλίων διακοσίων.

— Τόσο κοντά! επεφώνησεν ούτος γελάσας.

Κατέλαβεν ήδη και αυτόν τάσις τις προς άμιλλαν· ανέβρασαν κ' εντός αυτού τα λωφάζοντα εις την ψυχήν παντός οπλοφορούντος ανδρός ένστικτα εκείνα της υπεροχής εις όλα και της παραβόλου φιλοτιμίας. Όσον και αν ήθελε να μην απελπίση τον γέροντα δεν ηδύνατο πλέον. Πάσα παραχώρησις ήτο άκαιρος. Αφού υπεχρεώθη να κατέλθη εις τον αγώνα ώφειλε και να νικήση. Δεν ήτο καθόλου επιτετραμμένον εις αυτόν ν' αφήση έν παλαιόν καρυοφύλλι γέροντος πολίτου να φανή υπέροχον του ιδικού του, ενός στρατιώτου του βασιλέως. Θα κατέπιπτεν ευθύς τότε το γόητρον του όπλου το οποίον ήτο και γόητρον όλου του στρατού. Οι χωρικοί θα κατεγέλων αυτόν διά τας πριν επαγγελίας του κ' ευχαρίστως θ' ανήγειρον την κεφαλήν, που τους είχε καταρρίψη ήδη η γοητεία του νεοφανούς.

— Να, είπεν εγώ εκεί θα ρίξω, 'ς τον κάτω έλατο!. . .

Κ' έδειξε διά της χειρός απώτατα μικρόν έλατον, εις τους πρόποδας του ετέρου της Βουνιχώρας βουνού, του Παπαδάκου. Οι χωρικοί όλοι τον προσέβλεψαν έκπληκτοι, με κάποιαν δυσπιστίαν διά το απώτατον του σκοπού, ευλογούντες ενδομύχως τον γέροντα Χειμάρραν, διότι χάρις εις αυτόν θα έβλεπον εμπράκτως του νέου όπλου την ενέργειαν. Ενώ ο γέρων, με μειδίαμα εις τα χείλη δύσπιστον και οφθαλμούς ημικλείστους, έβλεπε τον ενωμοτάρχην ως διδάσκαλος, σιωπηλώς παρακολουθών τα δύσκολα ψελλίσματα του μαθητού του.

Ο ενωμοτάρχης όμως εχειρίζετο μετά μεγάλης ευκολίας το όπλον, δεικνύων πόσον ήτο γνώριμος μ' αυτό. Διά μίαν στιγμήν εγονάτισε καθ' όλας τας απαιτήσεις της τακτικής, ύψωσε καταλλήλως το κλισιοσκόπιον, εστήριξε τον αγκώνα επί του ομοταγούς γόνατος και σκοπεύσας επυροβόλησεν άνευ χρονοτριβής.

— Α! ηκούσθη εκ του στόματος όλων των χωρικών. Έν α! βραχνόν, βαρύ και υπόκωφον, εκφράζον απαλλαγήν από βάρους πιέζοντος την καρδίαν κ' εν — ταυτώ θαυμασμόν κ' έκπληξιν και αποθάρρυνσιν και χαράν ως δυσέφικτος προσδοκία πραγματοποιουμένη. Δεν εφλυάρει μόνον ο ενωμοτάρχης, αλλά και έπραττε· δεν είχε μόνον καλόν όπλον, αλλά και χείρα άτρομον και αλάνθαστον οφθαλμόν. Κ' ενώ ήδη οι χωρικοί περιεκύκλουν αυτόν, διαφοροτρόπως εκφράζοντες τον θαυμασμόν των, χαίροντες ως να μετείχον κ' εκείνοι της νίκης του, ασπαζόμενοι ολοψύχως τους νεωτερισμούς του, οι πέντε έξ γέροντες, οι πιστοί του παρελθόντος οπαδοί, έστρεφον εναγώνιον βλέμμα προς τον Χειμάρραν, ως να του έλεγον ότι πάσα απόπειρα ήτο ματαία πλέον, ότι έπρεπε να προσπαθήση, ευσχήμως υποχωρών, να σώση τουλάχιστον του καρυοφυλλίου το παλαιόν γόητρον.

— Η αράδα μου τόρα. . .

Ο γέρων δεν είχε κατά νουν να υποχωρήση. Είνε αληθές ότι εθαύμασε και την ευθυβολίαν του όπλου και του ενωμοτάρχου την οξυδέρκειαν· είνε αληθές ότι αυτός δεν εδοκίμασε ποτέ από τοιαύτης αποστάσεως το καρυοφύλλι του· αλλ' η ιδέα ότι ήτο ιδικόν το όπλον, όπλον της εποχής του, εδέσποζε του πνεύματος του απαρασάλευτος. Όπως εδέσποζε απαρασάλευτος εις το πνεύμα του και η ιδέα ότι και τόρα ακόμη ήτο υπέρτερος των παλληκαρίων του χωρίου του κατά την ωκυποδίαν και το πήδημα και το λιθάρι. Είνε ο Χειμάρρας αυτός και είνε ιδικόν του το όπλον!. . Ο γέρων κατέλαβε τον τόπον που είχε πριν ο ενωμοτάρχης, ηνώρθωσε τους ψαρούς μύστακάς του υπερηφάνως, όπως όταν ήθελε να διηγηθή καμμίαν ένδοξον σελίδα της ιστορίας του κ' έφερε προς τον ώμον τας πλατείας χειρίδας του υποκαμίσου του, έκαμε τον σταυρόν του όπως συνείθιζον οι περισσότεροι άνδρες της εποχής του προ μεγάλου τινός γεγονότος, αναθέτοντες εις τας χείρας του Θεού την έκβασίν του. Ηθέλησε να γονατίση αλλ' ευθύς μετενόησεν. Όχι· εις την εποχήν του δεν εγονάτιζον τας περισσοτέρας φοράς, μέσα εις την φοβερωτέραν ώραν της συμπλοκής, ενώ αι σφαίραι εσύριζον απειλητικαί τριγύρω των ούτω όρθιοι, ακλόνητοι αντιμετώπιζον τον θάνατον οι πολεμισταί εκείνοι. Ούτω και τόρα ο Χειμάρρας όρθιος θα σταθή ν' αντιμετωπίση τον θάνατον, τον ηθικόν θάνατον που ηπείλει να δώση διά του όπλου του ο ενωμοτάρχης εις αυτόν και την μεγάλην εποχήν του. Εις τους νέους τα γονατίσματα, εις τους νέους πρέπουν!. . Και προτείνας τον αριστερόν πόδα και πλαγιάσας ολίγον ίνα στηριχθή όλος επί του δεξιού εστάθη ακίνητος, άκαμπτος ως ανδριάς, ύψωσε το όπλον, έκλινε την κεφαλήν προς την ακτηρίδα, εσκόπευσε κ' επυροβόλησεν.

Πλην όσοι των χωρικών ήκουσαν άλλοτε το καρυοφύλλι του Χειμάρρα και αυτός ο γέρων, από την εκπυρσοκρότησιν εκείνην ευθύς ηννόησαν ότι το όπλον δεν εξεπλήρωσε τον σκοπόν του. Ο ηχός του δεν ήτο πλέον εκείνος ο βαρύβρομος και ηχήεις, τον οποίον διέκριναν οι Τουρκαλβανοί μέσω των άλλων εκπυρσοκροτήσεων, φρικιώντες δι' αυτόν και μόνον, ως να ήκουον λέοντος βρυχηθμόν μέσω της ακινδύνου ορυγής τσακαλίων. Ούτε εκείνος διά του οποίου όλοι οι εν Βουνιχώρα νυμφευόμενοι ανήγγελλον εις τους συμπεθέρους την ώραν της συναθροίσεως. Ήτο κλαυθμηρός, σεσυρμένος και άτονος, ως να εξέπεμπε της κάννης του ουχί βολήν αλλ' έκφρασιν δισταγμού διά τον αγώνα εις τον οποίον εκαλείτο, ανεπαρκείς αισθανόμενον τας δυνάμεις του πλέον.

Και τω όντι, οι δραμόντες να παρατηρήσουν χωρικοί έλεγον ότι ούτε ο έλατος εγγίχθη που ούτε κανέν πλησίον άλλο μέρος. Μειδίαμα ήρχισε ν' αναφαίνεται εις τα χείλη των παρισταμένων όλων, λόγοι ερεθιστικοί να εκφράζωνταί βαθμηδόν και κατ' ολίγον εντονώτεροι γινόμενοι, και τα βλέμματα όλα, με την διαβολικήν έκφρασιν εκείνην της χαιρεκακίας, προσηλώθησαν πονηρώς επί του πτωχού γέροντος. Του γέροντος ο οποίος έμενεν εκεί ακόμη όρθιος με το καρυοφύλλι εις χείρας, την κεφαλήν κατωνεύουσαν, τεταπεινωμένος, συντετριμμένος και άλαλος.

— Να, εδώ ένε! εφώναξε τις αίφνης, σπεύδων εις λόχμην καπνιζούσης χαμορίγανης.

Και τω όντι ήτο εκεί η σφαίρα του καρυοφυλλίου, θερμή ακόμη, πεπλατυσμένη και παρέκει το χάρτινο πώμασμα ανέπεμπεν ολίγον κυανόφαιον καπνόν. Μόλις εις το μέσον της τροχιάς έφθασεν η σφαίρα κ' έπεσε· δεν ηδυνήθη να εξακολουθήση την πορείαν της!. .

— Βλέπεις τα, παππού! είπεν εμπαικτικώς ο ενωμοτάρχης.

Και χωρίς να στρέψη προς τον γέροντα, μεθυσθείς εκ της επιτυχίας και θέλων να καταπλήξη τους χωρικούς διά της ευστοχίας του, ήρχισε να πυροβολή κατά των πέριξ ελατών. Κ' ενώ αι σφαίραι συρίζουσαι επέτων προς τον σκοπόν και οι κλώνοι θορυβούντες κατήρχοντο αναπαλλόμενοι του βουνού, ατυχή θύματα του θριάμβου του ενωμοτάρχου, ούτος εκάγχαζε κ' εβόα εν κομπορρήμονι αδιαφορία:

— Μέτρα, παππού. . .μέτρα!. . .

Αλλ' ο Χειμάρρας δεν ήκουεν ουδ' έβλεπε πλέον. Η απροσεξία των χωρικών οι οποίοι επροθυμούντο θορυβούντες να κολακεύσουν την ματαιοδοξίαν του ενωμοτάρχου, έδωκεν εις τον γέροντα καιρόν να φύγη απαρατήρητος εις τον οικίσκον του. Μόλις δ' έφθασεν εκεί έρριψεν αμελώς εις μίαν γωνίαν το όπλον του και αφέθη ωχρός κ' εξηντλημένος επί μιας παρατυχούσης καλάθου.

Όλα τα έχασε διά μιας ο γέρων την έπαρσιν της φυσιογνωμίας, την επιβλητικότητα του παραστήματος, την λάμψιν του βλέμματος, την λεβεντιάν του σώματος και την υπερηφάνειαν της ψυχής — όλα τα έχασε. Δεν ήτο ήδη παρά ένα ταπεινόν και αποκαρωμένον γερόντιον, κύπτον υπό το βάρος των ετών· μία μάζα κρέατος και κοκκάλων, παράλυτος εκ της δυστυχίας της ζωής. Ο αγών αυτός των όπλων ήτο διά τον Χειμάρραν αγών του παρελθόντος και του παρόντος, της παρελθούσης γενεάς, της μεγάλης και θαυμαστής και της νέας γενεάς, της όλως ασήμου και ταπεινής και παιδαριώδους, η οποία μόνον υπό την σκιάν της παλαιάς ηδύνατο ν' ανδρωθή και να προκόψη. Και όμως αυτή ενίκησεν εκείνην. Το ευτελές όπλον ενός ασήμου ενωμοτάρχου ενίκησε το εξακουστόν όπλον του γέροντος Χειμάρρα, όπως εις το παραμύθι συμβαίνει ο λεπρός βουκόλος να νικά τον ανδρειωμένον της Γκιόνας.

— Ά-χούχα!. . .

Δεν επεφώνει πλέον το μπρε! ο γέρων το μεγαλοπρεπές εκείνο και μεστόν ψυχικού σθένους, το οποίον συχνά εκφωνούμενον από του στόματός του επέβαλλε σιγήν εφ' όλων των Βουνιχωριτών και παρέλυε των νέων τας ακατασχέτους ορμάς. Αλλά το άι — χούχα, το κοινόν και τετριμμένον, διά του οποίου όλοι οι χωρικοί εκφράζουν την απελπισίαν της ψυχής και του σώματος την κάρωσιν.

— Άι-χούχα!. . . εξέφερε συχνά του στήθους.

Κ' έρριπτε βλέμμα εσχάτης απογοητεύσεως εις το καρυοφύλλι του. Το καρυοφύλλι του εις το οποίον δεν είχε πίστιν πλέον, δεν είχε πεποίθησιν, όπως η χήρα εκείνη του ανεκδότου, η οποία ενώ ενόμιζεν εαυτήν κάτοχον Τιμίου ξύλου, βεβαιούται αίφνης παρά του ιδίου πλοιάρχου ότι τούτο ήτο τεμάχιον από του ιστού του πλοίου του. Πού πλέον εκείνο το περίβλεπτον καρυοφύλλι, το οποίον εχθροί και φίλοι εζήλευον, το οποίον ομόθρησκοι και αλλόθρησκοι εθαύμαζον κ' επήνουν, όπως επήνουν και αυτού την ανδρείαν. Το καρυοφύλλι διά το οποίον το Αρχοντόπουλο, προσέφερεν εις αυτόν χιλιάδες ντούπιες κατά την πολιορκίαν των Αθηνών.

Πλην όχι χιλιάδες αλλά μυριάδες να του έδιδαν δεν το επώλει ο γέρων· εις το χρυσάφι μέσα να τον έντυναν αυτός δεν έδιδε ουδ' ένα παφήλι του. Έτρεφε λατρείαν εις αυτό· ήτο η ψυχή του, το καμάρι όλης του της ζωής. Μέχρις εσχάτων ακόμη επεριποιείτο αυτό μετά λεπτής αβρότητος· μέχρις εσχάτων ακόμη, όλας του έτους τας γλίσχρας οικονομίας του εις αυτό τας εξόδευε· ταμβάκον δεν ηγόραζε πολλάκις, το ανακουφιστικόν των γερόντων ρόφημα, προς χάριν του. Κ' εκάλει τους καλλιτέρους ασημουργούς κ' εποίκιλλον την μακράν κάννην του με διαφόρους παραστάσεις μαχών, με εικόνας θαλασσίων τεράτων, με συμπλέγματα νεράιδων και βουκόλων, με φαντασιώδη ζώα και φυτά, με μονογράμματα εξορκισμών και αγέρωχα δύστιχα. Εμαλαμοκάπνιζε τα παφήλια και τα καρυόφυλλά του, επηργύρου την σφύραν και την ράβδον, προσήρμοζεν επί του κοντακίου τες αντίκες όσες εύρισκε κάποτε εις τα βουνά, και προ δύο ακόμη ετών ανέλυσε τους τελευταίους τοκάδες του διά να προσκολλήση επ' αυτού ένα δικέφαλον αετόν, φέροντα στέμμα εις την κεφαλήν και κεραυνούς εις τους όνυχας. Όλα τα έδιδεν· ως και τα στολίδιά του εθυσίαζε διά να στολίση αυτό. Ούτω ο Χειμάρρας υπέθετεν ότι ήμειβε κατά τι την αξίαν του. Κατά τι μόνον, διότι η αξία του ιδικού του καρυοφυλλίου ήτο πολύ μεγάλη!. . .

Τόρα όμως έβλεπεν ότι ηπατάτο. Δεν ήτο τίποτε άλλο παρά ένα σκουροντούφεκο και αυτό, όπως τόσα άλλα. Έν αφιλότιμον όπλον το οποίον αφού δεν ενικήθη από τα Γκέκικα καρυοφύλλια άφησε να νικηθή τόρα από έν ευτελές όπλον ενός σταυρωτή!. . Κ' αίφνης η φαντασία του γέροντος υπερθερμανθείσα ήρχισε να εκλαμβάνη αυτό ωσεί έμψυχον· εύρισκεν επάνω του μοχθηράν υπουλότητα, επίπλαστον αγιωσύνην διά της οποίας τον ηπάτα επί τόσα έτη, ανάνδρως! Ωμίλησεν εις αυτό αποτόμως· το ύβρισε τραχέως κ' αίφνης ορμήσας ήρπασεν από της τραπέζης σκωριασμένην προβατοψαλίδα και του επετέθη. Ναι, ήθελε ν' αφαιρέση από του καρυοφυλλίου τα κοσμήματα, διότι δεν του έπρεπον πλέον. Ν' αποσπάση εκείνο το διαφανές εκ χρυσού και αργύρου και λίθων δίκτυον με το οποίον το περιέβαλλεν, ως θρησκομανής θαυματουργόν εικόνα και να τ' αφήση γυμνόν, κατησχυμένον, με το ευτελές ξύλον και τον σίδηρον μόνον όπως οι καπεταναίοι της εποχής του εγύμνωνον των όπλων τους δειλούς στρατιώτας. Έρριψεν αυτό κατά γης ο Χειμάρρας, εγονάτισεν επάνωθέν του και με χείλη αναπαλλόμενα, όψιν αγρίαν, χείρας τρεμούσας έκοπτεν έν έν τα κοσμήματα μετά μίσους, ως να είχεν άσπονδον εχθρόν υπό τους πόδας του και τον εμακελόκοπτε!