WeRead Powered by ReaderPub
Το Ταξείδι μου cover

Το Ταξείδι μου

Chapter 16: ΙΓ'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The author combines travel sketches, lyrical landscape scenes, and polemical essays to advocate for the use and cultivation of the vernacular Greek. Framing reflections around a journey through the East and Greece, the text alternates evocative descriptions with explicit discussion of language, education, and national identity, explaining the choice to adapt ancient words when necessary and rejecting artificial literary forms. It offers practical examples of prose in the popular tongue, invites critical evaluation of its aims, and seeks both to entertain readers and to model how the living language can be written and taught.

Ι'.

Αρνί και λιοντάρι.

Είχα χρόνια να διώ τον αδερφό μου το Γιάννη. Τόσο καιρό που έλειπα από την Πόλη, δεν ήξερα καλά καλά τι είχε γίνη. Είταν πάντοτες ο ίδιος! Τέτοιο γίγα δε θα διήτε στη ζωή σας• τουλάχιστο τρεις πήχες ψηλός και χοντρός σαν τον Κουλά. Όταν ανέβαινε τη σκάλα, έτρεμε το σπίτι. Κόντεβαν τα ντουβάρια να γκρεμίσουν. Έπρεπε να σκύψη, ώςπου να γίνη μισός, για να περάση από κάτω από την πόρτα. Στο δρόμο, όταν έβγαινε, έλεγες πύργος που περπατεί. Τον κοίταζες και θυμούσουν τους στίχους του Ακρίτα•

    Εκ τόπου δε κινούμενος βροντής ήχον ετέλει,
    Ώστε δοκείν σαλεύεσθαι γην τε και πάντα δένδρα.

Το χέρι του είτανε βράχος, κι άμα σ’ έπιανε το χέρι να στο σφίξη, κόντεβε να στο κάμη κομμάτια• είτανε για να σε δείξη φιλία. Ποιος δε φοβούνταν τη φωνή του; τόσο δυνατή δεν είταν άλλη φωνή• ήξερε ο κόσμος που μπορούσε νακουστή από το Ταξίμι, ίσια με το Κατάστενο, ίσια με τη Μάβρη θάλασσα, ίσια με τη Ρουσσία, — ίσια με την Εβρώπη! Άμα θύμωνε, είταν άξιος μοναχός του να ρίξη κάτω δέκα νομάτους. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είταν άλλος Ακρίτας, τρομερός σαν τον Ακρίτα, το λαμπρό μας το παλληκάρι. Ο Ακρίτας κουβέντιαζε μια μέρα με την αγαπητηκιά του• είταν κι ο αφτοκράτορας μπροστά. Άξαφνα πετιέται μέσα από τα δάσητα ένας δράκος μεγάλος σαν τον ήλιο. Τρέμει ο δύστυχος ο αφτοκράτορας, τα χρειάζεται, πα να φύγη• κι ο Ακρίτας αμέσως πιάνει με τα δύο δάχτυλα το δράκο, τόνε σηκώνει, τον τινάζει ψώφιο κατά γης και λέει με γλυκό χαμογέλοιο• « Δεν άξιζε τόσο φόβο, βασιλιά μου!»

Τέτοιος είταν κι ο αδερφός μου ο Γιάννης. Έφτανε να θυμώση και τον έβλεπες θεριό. Όταν τον έπιανε ο θυμός — πρι να ξεσπάση, — στέκουνταν ήσυχος μια στιγμή, σαν καρφωμένος κατά γης• λέξη δεν έλεγε, κούνημα δεν έκαμνε• στραβοκοίταζε μόνο, άγρια και λοξά σαν τον τάβρο. Με μιας αρχινούσε. Δεν είταν άθρωπος, διάβολος δεν είταν που να μπορέση τότες να σηκώση την ορμή του. Ο θυμός είναι πράμα δικό μας• είναι το μπαρούτι του Γραικού.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης δε θύμωνε συχνά. Είταν αρνί και λιοντάρι. Ποτές δε σ' έλεγε λόγο να σε πειράξη. Κάποτες τον πείραζες εσύ και δε μιλούσε. Ο Γραικός, λέει, είναι περήφανος και σωπαίνει. Το βαστούσε μέσα του, ώσπου καμιά μέρα να ξεχειλίση το ποτάμι. Μόνο χωρατάδες πολλούς δεν αγαπούσε, γιατί είχε το φιλότιμό του, κι ό τι του έλεγες, νόμιζε πως είταν τάχατις να τον περιπαίξης, ή πως τάλεγες όλα με τα σωστά σου. Όλα τα ψιλολογούσε. Δεν έπρεπε άξαφνα να του πης. — «Ο κόσμος είναι μπόσικος.» Αμέσως θαρρούσε πως απελπίζουσουν κ' ήθελες να πνιγής — ή πως τόλεγες για να του δώσης να καταλάβη κατιτίς.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε καρδιά καλοσύνη γεμάτη. Και να τον πείραζες, είταν καλός να το ξεχάση. Είχε και κάτι τρυφερότητες παιδιακήσιες, γιατί μικρός είταν το χαδεμένο παιδί του σπιτιού. Το βράδυ, όταν έπεφτε στο κρεββάτι, δεν μπορούσε να κοιμηθή, αν η γριά μας η παραμάννα δεν κάθουνταν πλάγι του στην καρέγλα, να του λέη λόγια και κείνος να μισοσφαλνά τα μάτια. Για τούτο τον είχαν οι φίλοι του για φοβιτσιάρη, και τόλεγαν πού και πού, να γελάσουν. Εγώ όμως που τον ήξερα, καταλάβαινα τι έτρεχε. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είταν αρνί και λιοντάρι. Είχε ψυχή τρυφερή και μαλακή σαν μπαμπάκι• τις παιδιακήσιες του τις συνήθειες, δεν ήθελε να τις αφήση. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είτανε σωστός Γραικός — βέρος πολίτης. Μπορούσε να σηκώση τον κόσμο στο ποδάρι, άνω κάτω να τον κάμη, μπορούσε πύργους να γκρεμίση και κάστρα να πάρη μοναχός του. Ως τόσο κάθουνταν ήσυχα και καλά στο ζεστό του το κρεββατάκι, — νακούη παραμύθια.

Πρέπει να πούμε την αλήθεια. Άμα του έδινες αφορμή, άμα έννοιωθε που είσουνα μαζί του και που κάποιος τόνε βαστούσε, μπορούσε να γίνη φωτιά, να ξεχάση και τον ύπνο. Τότες τον έβλεπες λιοντάρι• δεν είταν πια αρνί. Είχε μάλιστα μαζί μου αγάπη ξεχωριστή. Δάχτυλο δεν ήθελε να μ' αγγίξη, δεν έπρεπε κανείς να με πη λέξη• στραβοκοίταζε, άναφταν τα μάτια του — κι αμέσως γροθιά. Μαλλώναμε κάπου κάπου — (για τη γλώσσα πάντοτες δε συφωνούσαμε) —, μα ήξερε την αγάπη που τον είχα, καταλάβαινε που γύρεβα το καλό του, κ' έτσι όταν τα είχαμε καλά, οι δυο μας μαζί μπορούσαμε κάτι να κάμουμε. Άμα τον είχα σύντροφο τίποτις δε φοβούμουν, όλα με φαίνουνταν έφκολα, μεγάλα πράματα μπορούσα να καταφέρω. Φτάνει να στέκουνταν πλάγι μου• ασκέρια δεν έτρεμα τότες• μπορούσα στον πόλεμο να βγω. Ο αδερφός μου ο Γιάννης πετούσε μια φωνή κι αφανίζουνταν τασκέρια, ωρμούσε σαν το θεριό κ' έκοφτε κεφάλια. Δεν άφινε ζωή. Είταν το δεξί μου το χέρι. Έφτανε να του δώσω την αφορμή, να του πω πού έπρεπε να πάη• τη δουλειά την τέλειωνε τότες εκείνος.

Περάσαμε λαμπρά στην Πόλη οι δυο μας μαζί, σαν αδέρφια αγαπημένα. Τι γέλοια που τα πατούσαμε, τι κουβέντες που τις κάμναμε κάθε βράδυ! Τι φαγί που τρώγαμε, τι κρασί που το ρουφούσαμε μέρα και νύκτα. Ο αδερφός μου ο Γιάννης έπρεπε να φάη το πρωί δυο ψωμιά, το μεσημέρι τέσσερα, οχτώ τα βράδυ. Κάθε μέρα γύρεβε να του φέρουν ένα βόδι, τρία αρνάκια, δυο πρόβατα, πέντε όρνιθες, δέκα κουτόπουλα, δεκατέσσερεις λαγούς, πενήντα πέρδικες, ογδόντα μπεκάτσες• πεντακόσιες συναγρίδες, παλαμίδες άλλες τόσες, καρίδες δυο χιλιάδες• πέντε πιάτα πιλάφι, μακαρόνια, μπεφ γαρνίτο, δαμαλάκι, χερομέρι, γλώσσες πρόβιες, κιοφτέδες, κεμπάπι, ροζμπίφ, κοτλέτες πανέ κι αλά μιλανέζα, μπιφτέκια, αβγά μάτια, ομελέτες, στιφάτο αλά βενετσιάνα, μπρεζέ βοδινό, γιουβαρλάκια αβγολέμονο, ψητά της κατσαρόλας, μυαλά με σάλτσα, νεφριά σοτέ, γιαχνί πατάτες, ρόστο πρόβιο με φακή, γκιουβέτσι, ρόστο τυλιχτό, φιλέτο γαρνίτο, κεφαλάκι μόσκου σος πικάντ, ατζέμ πιλάφι, ντολμάδες, μπούτι ρόστο, σκεμπέ, πουρέ, αμερικάνικο ραγού, κουνουπίδι γρατέν, μοσκάρι, σηκώτια, λαδερά κ' εντράδες ένα σωρό• ορεχτικά, χαβιάρι, ραδίκια, σαρδελίτσες, καβουρμά, σουτζουκάκια, κάπαρη• λακέρδα, μπαρμπούνια, σκουμπριά, κέφαλο βραστό, σκυλόψαρο, τσαγανούς, αστακούς, λουφάρια, λαβράκι, λάγκες σαλμί, χταποδάκια• στρίδια και μύδια κοσιπέντε ντουζίνες• χόρτα, μπιζέλια, μπάμιες, μελτζάνες, παντζάρια, μαρούλια, φασούλια, σέλινα, πατάτες, λάχανα, κολοκυθάκια, αμπελίσκια σαλάτα, φασούλια πλακί, πατάτες αλά δουκέσσα, σπανάκια• φρούττα και γλυκίσματα, χαλβά, κομπόστες, πάστες, καταΐφι, κομπόστα κυδώνι, απίδια, σταφύλια κάθε είδος, πεπόνια, καρπούζια, γαλατομπούρεκο, φριγανιές με σιρόπι, χαλβά σεμιγδάλι, τυριά με ρόκα• έντεκα οκάδες άλας και πιπέρι, μια λίμνη ξύδι και λάδι, ένα πηγάδι νερό, κρασιά τη θάλασσα με τον άμμο. Στο τέλος ρουφούσε οχτακόσιους καφέδες και ρακιά δυόμισυ μιλλιούνια. Χόρταινες μόνο με την όρεξή του. Τέτοιο θεριό είχε ανάγκη να τρώη σα δράκος. Τα κατέβαζε όλα σαν ένα ποτήρι νερό.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης έτρωγε και μιλούσε και γελούσε. Μα τι γέλοιο! Βροντή! Οι δούλοι που μας σερβίριζαν — είταν καμιά κατοσταριά, — έπεφταν κατά γης. Και δεν του χρειάζουνταν πολλά να γελάση. Έφτανε μια λέξη να του πης με κάποιο ύφος κι αρχινούσε. Μόνο να τη λέη ξεκαρδίζουνταν. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε κάτι φράσες δικές του και τις έλεγε κάπου κάπου, να χωρατέψη. Για κάθε πράμα που έκαμνε και ρωτούσες γιατί τόκαμνε έτσι κι όχι αλλιώς, — ή για ένα τσιγάρο που άναφτε, ή για ένα ρούχο που φορούσε, ή για τον τρόπο που έβαζε το καπέλλο του, — σ' αποκρίνουνταν πάντοτες• — « Συνήθεια γαρ επεκράτησεν παρ' ημίν.» Άμα μ’ έβλεπε στο δρόμο με κανένα φίλο• — «Χαίρετον», μας φώναζε από δυο μίλια μακριά και γελούσε. Μ' έκαμε να γνωρίσω όλους του τους συντρόφους, μαραγκούς, ράφτηδες, μπακάληδες, παπουτσήδες, καπνάδες, μπαρμπέρηδες, κρασάδες, χαμάληδες, μαστόρους, βαρκάρηδες, σομπατζήδες, λουστρατζήδες. Όσο μιλούσαν, εγώ τσίτωνα ταφτιά μου, για να μη με φύγη καμιά λέξη, γιατί η αλήθεια κάθεται στο στόμα του λαού κ' η καλή γλώσσα στα χείλια του βασιλέβει. Δεν τόννοιωσαν ακόμη οι δασκάλοι, μα δε φταίω γω. Έτσι είναι και δεν μπορώ να ταλλάξω.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης δεν είταν περήφανος• με τους μικρούς μικρός και με τους μεγάλους μεγάλος. Άμα έβλεπε κανέναν πρόστυχο, κανέναν ψωριάρη με τα κουρέλλια, αμέσως του πετούσε κ' ένα — «Δούλος σας ταπεινότατος», που δεν ήξερε ο άλλος σε ποια τρύπα να χωθή. Πρόσταζε καφέδες, γλυκό, ρακί, ελιές κι ό τι θέλεις κάθε φορά που κανένας φτωχός έρχουνταν κάτι να του ζητήξη• ο φτωχός πια έτρεμε μπροστά του. Έκαμνε το σπίτι άνω κάτω, να τον καλοδεχτή, να μη δείξη τάχατις πως τον καταφρονεί για τη φτώχια. Και τεμενάδες, ένα σωρό! Καλό μάθημα για πολλούς από μας και μπορούμε να το σημειώσουμε.

Του άρεζε όμως και να παίζη. Έσερνε πάντοτες κατόπι του έναν καραγκιόζη δικό του, ένα χατζή με συμπάθειο, και τον είχε παιχνίδι. Του έδινε τσάι, κρασί, ρούχα, παπούτσια, κάπου κάπου και κλωτσιές. «Μιαρέ!», φώναζε μ' ένα έ σαράντα πήχες μακρί• « μιαρέ—έ — έ — έ» και κρύφτουνταν ο χατζής. Παρασίτους έχουμε ακόμη και σήμερα• νταλκαβούκης είταν κι ο χατζής. Ο χατζής άρπαζε τα ρούχα, άρπαζε και τις κλωτσιές. Ο αδερφός μου ο Γιάννης, όταν είχε κέφι, του έλεγε• «Πρόσταξον αυθέντα», με μια φωνή που βουλιούνταν ο χατζής. Και μ' αφτό διασκέδαζε.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης είτανε σοβαρός στη δουλειά και κανείς δεν τον περνούσε σ' εμπόριο, αριθμητική, λογαριασμούς και λογαρίθμους. Μα ήθελε κάπου κάπου και λίγη διασκέδαση. Πολύ προκομμένος δεν είταν και γράμματα πολλά δεν είχε μάθει• είταν από τους παλιούς, είχε όμως νου και κρίση και, δίχως να ξέρη πολλά, έκοφτε το κεφάλι του• πάντοτες έβρισκε το σωστό. Τους δασκάλους δεν τους αγαπούσε• τους βαριούνταν και χολόσκανε• είταν του λαού. Κάποτες έρχουνταν ένας δάσκαλος να του μιλήση, και το κάτω κάτω να του χτυπήση παράδες για καμιά συντρομή. Αράδιαζε ο δάσκαλος τα ελληνικά του• — «Του μπαμπά σου τη γλώσσα να μιλής και μη με σκοτίζης• εγώ τα τέτοια δεν τα θέλω.» Κι ο δάσκαλος τον άκουγε αμέσως. Τι να κάμη;

Ο αδερφός μου ο Γιάννης τίποτις ψέφτικο δεν είχε• όλα του φυσικά, είταν όπως τον έκαμε ο Θεός κι απόξω τίποτις δεν είχε• δεν είχε τίποτις φτειαστό, τεχνητό. Είτανε σαν το φρούττο, πρι να γίνη ακόμη και το τσιμπήσουν τα πουλιά• έχει όλο του το ζουμί και μια ξεχωριστή νοστιμάδα. Στην Εβρώπη κακομάθαμε. Όλος ο κόσμος είναι ένα• ο Πέτρος μοιάζει τον Πάβλο. Κλάδεψε ο ίδιος μπαχτσεβάνης τα κλωνιά, κ' έρχουνται όλα ίσια ίσια. Δε βλέπεις το μέσα του καθενός. Εκεινού η ψυχή του γυάλιζε σαν τον καθρέφτη, σαν την κρύα βρύση. Πολλές φιλοσοφίες δε γύρεβε. Και δε φτάνει άραγες νάχη κανείς καλό στομάχι και κρίση ορθή; Τι θέλουμε και τι ζητούμε παραπάνω;

Ο αδερφός μου ο Γιάννης τα ήθελε όλα μπόλικα και φανταχτερά. Είχε τις παραξενιές του. Του άρεζε ή να τάχη όλα μεγάλα και καλά — ή κάλλια τίποτις να μην έχη. Μισά τα πράματα δεν τα χωρούσε ο νους του. Για να πάρη με καλό μάτι κανέναν ξένο, έπρεπε να του πουν πως είταν πρώτος στον τόπο του• τους άλλους τους είχε για σκουπίδια. Για να σε πη πλούσιο, έπρεπε νάχης μιλλιούνια• αν είχες ένα και μισό, δε σε κοίταζε. Χοντρά τα πράματα και παστρικά. Ή τόντις να φανούμε κατιτίς ή να μην κάμνουμε μισοδουλειές. Τώρα κατάλαβες γιατί δεν κατορθώνουμε τίποτις. Τι σωστός Γραικός που είταν, αλήθεια, ο αδερφός μου ο Γιάννης!

Ο αδερφός μου ο Γιάννης με πήγε σ' όλους του τους φίλους. Γνώρισα και τον πρωτοψάλτη που του έδινε μαθήματα μουσικής, γιατί ο αδερφός μου ο Γιάννης ήξερε να ψάλλη περίφημα κι όταν καθούντανε στην κάμερή του, αρχινούσε μοναχός του κ' έψαλνε ώρες. Έτσι είναι στην Πόλη. Με τα θρησκεφτικά περνά τουλάχιστο ο καιρός. Κάτι πρέπει να κάμη κανείς, κι άλλο από θρησκεφτικά δεν έχουν άδεια να κάμουν οι πολίτες. Εκεί πάει όλη τους η ενέργεια.

Γνώρισα σε κείνο τον καιρό και το δυστυχισμένο τον «Τελαμών». Τον είχαν οι γονιοί του βαφτισμένο Κωστή• για να το ξεβγενίση, έβγαλε μοναχός του όνομα Τελαμών. Ο δύστυχος! Ένα μόνο κατώρθωσε, που όλος ο κόσμος τον έκλινε• «τον Τελαμών, του Τελαμών.» Έκλαιγε ο Κωστής για την αμάθεια. Ίσια με κει το πήγαν οι δασκάλοι• δεν ξέρουν τους νόμους της γλώσσας μας και με τους ψεφτοκανόνες τους, με τις ελληνικούρες, μας φόρτωσαν και μια κλίση που δεν κλίνεται. Μόνο δε φταίει ο λαός• φταιν εκείνοι. Βαριούμουν και γω τόνομά του, γιατί και γω είμαι του λαού• δεν ήξερα πώς να τον πω, Τέλαμον, Τελαμών ή τουλούμι. Σώπαινα λοιπό κιαπόφεβγα τη συντροφιά του.

Εμένα μ' άρεζε ο Πλατανίσσης μέσα σ' όλους τους φίλους του αδερφού μου του Γιάννη. Φάγαμε μια μέρα μαζί στα Ψωμμαθιά και ποτές τόσο δε γέλασα. Ο Πλατανίσσης είταν άλλο βουνό. Πώς να σας τον παραστήσω; Με τι να συγκρίνω τον Πλατανίσση, που να μοιάζη; με τι παλάτι, με τι κάστρο, με τι νησί; Βρήτε με καμιά κατάλληλη σύγκριση για τον Πλατανίσση• πρέπει να τον πούμε νησί! Το νησί ταιριάζει καλά και βρήκαμε την εικόνα που θέλαμε. Ο Πλατανίσσης, ίσια ίσια, είταν όλο φάρδος και πάχος• ανάστημα πολύ δεν είχε, μα τι πλάτες, μα τι μέση, μα τι κεφάλι! — σα μυλόπετρα! Κι ο ίδιος καμάρωνε. Πλούσιος δεν είταν ο κακόμοιρος, μα τον έβλεπες πάντοτες χαρούμενο• δεν παραπονιούνταν ποτές• του άρεζε η ζωή και του άρεζε μάλιστα ο τρόπος που ζούσε. Το κέφι του κοίταζε και τίποτις άλλο! Ό τι είχε δικό του ο Πλατανίσσης, αμέσως έπρεπε να σε πη που κανένας άλλος δεν το είχε. Κάθε ώρα, έβγαζε κατιτίς από τη φαρδειά του την τζέπη, — (η τσέπη του είταν πια μαγαζί!) —, ή κουτί σπίρτα ή σουγιά ή μολύβι ή κουμπί και μας τόδειχτε. — « Διέστετο, δεν έχει τέτοιο κανένας!» Στα Ψωμμαθιά που κάτσαμε να φάμε, μας έβαλε δυο σκαμνιά, ένα πιάτο και λίγη μουστάρδα• — « Τέτοια μουστάρδα, παιδιά, μας κάμνει, κ' η βασίλισσα της Ιγγιλτέρας δεν την τρώει.»

Δε σ' αρέσει να καφκιέσαι, καλέ μου φίλε που με διαβάζεις; Όχι; Τότες δεν είσαι Γραικός και να πετάξης το βιβλίο μου. Ποιος από μας δε διψά για έναν έπαινο; Εγώ πεθαίνω! Πεθαίνεις και συ άλλο τόσο, μα δεν το λες. Όσα έχει ο Γραικός — κι ας μην έχη τίποτις — είναι καλά, και μόνο εκείνα καλά• τάλλα δεν αξίζουν. Ο Πλατανίσσης όμως είχε κάπου κάπου έναν έπαινο και για τους άλλους. Έπιανε μάλιστα γρήγορα φιλία• το φίλο του στον ανέβαζε ίσια με τον ουρανό• — « Δεν ξέρεις τι παιδί! διαμάντι!» Μα… έρχουνταν και το μα. Το διαμάντι ξαναγίνουνταν κάρβουνο. Μαζί τα πηγαίναμε λαμπρά. Την πρώτη φορά που τον είδα, βαστούσε στο χέρι ένα μπαστούνι που με φάνηκε πλάτανος. Πρι να με πη τίποτις, του λέω• — « Τέτοιο ραβδί δεν είδα στη ζωή μου!» Δε φαντάζεσαι τη χαρά του. Πήγε να με φιλήση κι από τότες μ' εγκορφώθηκε. Είπε όμως και κείνος μερικά για το μπαστούνι, γιατί όσο κι αν παινέσης το Γραικό, ποτές σου δεν τον παίνεσες όσο θέλει.

Τους έκαμνα χάζι και τους δυο μαζί. Όταν έπιαναν τις κουβέντες, τελειωμό δεν είχαν. Ο Πλατανίσσης έφτειανε κάτι φράσες δικές του• τα λόγια του είτανε γεμάτα νοστιμάδες. Κάθε τόσο, σ' έβγαζε κ' ένα• — « Μας γίνεται λόγος!» Αφτό το «μας γίνεται λόγος» έπαιρνε κ' έδινε όσο τον άκουγες. Άμα σ' έλεγε τίποτις για κανένα μεγάλο ή σημαντικό πρόσωπο, συνήθιζε να λέη και το «κάποιος». Όταν του ρωτούσαν τόνομά του ή όταν ο ίδιος σε μιλούσε για λόγου του, αμέσως σε πετούσε κ' ένα• — «Κάποιος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος.» Μάλιστα, γιατί του άρεζε να φαίνεται πως είναι κάτι, τόκαμνε κι όλας• — « Κάποιος τρομερώτατος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος». Αφτός όμως ο «κάποιος τρομερώτατος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος», παίζοντας μια μέρα με τα μπαστούνι του, μοναχός του και δίχως βοήθεια, σκόρπισε σα μύγες δεκάξι ζαφτιέδες. Μπράβο το παλληκάρι!

Δεν έπρεπε να πέσης στα χέρια του. Δεν έπρεπε να πέσης στα χέρια του αδερφού μου του Γιάννη, γιατί και τον Πλατανίσση τον έβαζε κάτω. Τους γιγάντους τους σέβουνται και τα νησιά. Κατάλαβα μάλιστα που δεν έπρεπε να πολυμιλώ για τον Πλατανίσση, δεν έπρεπε να τον πολυδοξάζω, μήτε να τον κάμνω χάδια• ο αδερφός μου α Γιάννης τόπαιρνε ανάποδα• — «Γιατί τάχατις τον Πλατανίσση, κι όχι εμένα;»

Για την ώρα, είταν όλο γαλήνη ο αδερφός μου ο Γιάννης. Διασκεδάζαμε με τους συντρόφους και κάμναμε ένα βιος που δεν είταν άλλο. Με τα λόγια, με τους χωρατάδες, με τα γέλοια περνούσε περίφημα ο καιρός — ήσυχα και πολιτικά. Με τον αδερφό μου το Γιάννη έφκολα καλοπερνούσες, αν ήξερες να τον πιάσης• θύμωνε μόνο όταν έπρεπε να θυμώση. Κι αφτό μπορεί κατόπι να το διούμε. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είταν αρνί είταν όμως και λιοντάρι.

ΙΑ'.

Πατριαρχικά.

Δεν μπορεί κανείς όλο να χωρατέβη. Τον αδερφό μου το Γιάννη ίσως τον ξαναδιούμε και πιο ύστερα. Για την ώρα είχα άλλες δουλειές. Σηκώθηκα ένα πρωί να πάω στο Πατριαρχείο. Με καρδιοχτύπι πάτησα το χώμα του Φαναριού. Προσκυνούσα και τις πέτρες του δρόμου. Μ' έδειξαν την πόρτα που είχαν κρεμάσει τον πατριάρχη. Μάλιστα μ' είπαν που αφού τον κρέμασαν και βγήκε η ψυχή του, τον ξεκρέμασαν και τον έρριξαν κάτω στη θάλασσα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω κι' ακόμη δεν το πιστέβω. Βέβαια δε μ' έλεγαν την αλήθεια και δε θα είταν έτσι το περιστατικό. Τον πατριάρχη δεν τον ξεκρέμασαν• τον έβλεπα πάντοτες απάνω στην πόρτα, σα να κρέμουνταν και τώρα, με το ράσο του το μάβρο και με τ' άσπρα του τα μαλλιά. Στο πρόσωπό του είτανε γραμμένα όλα μας τα βάσανα, γραμμένες όλες μας οι δυστυχίες. Για να μη βλέπω πια τον πατριάρχη, πρέπει καμιά μέρα να διώ στην ίδια θέση το Σουλτάνο.

Τρέμοντας και μ' άφατο σέβας, ανέβηκα τις σκάλες, και μπήκα μέσα σ' ένα μικρό καμεράκι. Εκεί μας δέχτηκε ο πατριάρχης. Ήσυχα κι αγάλια, με τρόπο γλυκό, με χαμηλή φωνή, με πολλή κρίση και καλοσύνη, με μιλούσε ο Παναγιώτατος για τη θρησκεία, για το έθνος, για τους δικούς μου, γιατά μένα. Εγώ στέκουμουν εκεί σα βουβός. Δεν μπορούσα, νανοίξω το στόμα, δεν μπορούσα λέξη να βγάλω για να τον απαντήσω. Φαντάζουμαι πως θα του φάνηκα σα χαμένος. Η αλήθεια είναι που η καρδιά μου πάλεβε κ' έτρεμε, σαν κανένα χέρι να την έσφιγγε δυνατά και σα να γύρεβε η καρδιά μου να γλυτώση από το σφίξιμο το φοβερό. Προσπάθησα κάτι να πω, τα μπέρδεψα, προσκύνησα κ' έφυγα.

Ας αφήσουμε τα παιχνίδια• εδώ πολλά λόγια δε χρειάζουνται. Θρήσκος με το παραπάνω δεν είμαι. Μα ποιος μπορεί να διή Πατριαρχείο και Πατριάρχη, δίχως να ταραχτή; Τετρακόσια χρόνια στάθηκε τούτος ο μικρούτσικος τόπος, — ένα ξύλινο σπίτι, ένα παλιόσπιτο, — το μόνο μας καταφύγιο, η μόνη πατρίδα. Εδώ βαστιούνταν το έθνος.

Ξέρω τι θα με πήτε, γιατί εμείς αγαπούμε να τα ξεσκαλίζουμε όλα. Θα με δείξετε που όλοι οι πατριάρχηδες δεν είταν άγιοι• θα ξετάσετε την ιστορία τους• θα βρήτε μέσα λεκέδες ένα σωρό. Ο ένας έγδερνε το λαό και σήκωνε άδικα φόρους• ο άλλος έπαιρνε χρήματα• ένας τρίτος δε ζούσε σαν καλόγερος που είταν. Αφήστε τα τέτοια και δε με μέλει• δε θέλω να τακούσω, δε θέλω να τα ξέρω. Τους γνωρίζω τους λεκέδες• μα σφαλνώ τα μάτια και δεν τους βλέπω. Τι να τους διώ; Αν τους αθρώπους τους θέλετε όλους αγγέλους, από τώρα λέω να σηκώσουμε την τέντα μας και να πάμε να τη στήσουμε στα σύννεφα. Μην κοιτάζουμε όλο τάτομα• ας διούμε μια φορά και την ιδέα. Όταν πούμε τίποτις για το Φανάρι, ας έχουμε στο νου μας όχι τους πατριάρχηδες έναν έναν, άλλα το Πατριαρχείο μοναχά. Το Πατριαρχείο τόντις κάτι σημαίνει.

Οι καλοί μας οι πολίτες κάθε δυο χρόνια πρέπει να κάμουν άλλο πατριάρχη. Άμα τον κάμουν, τους βλέπεις και περπατούνε στους δρόμους με χαρούμενο πρόσωπο, σα να είχαν πριν κανένα βάρος στο στομάχι και τώρα τόβγαλαν αποπάνω τους. Τους ακούς να λεν• — « Καλά που τον ξεφορτωθήκαμε! Όλα τάφταιγε αφτός ο πατριάρχης! Όλα τα κακά τα είχε. Ο καινούριος ο πατριάρχης είναι φρόνιμος, άξιος άθρωπος — και με νου• όλα τα καλά τάχει. Τώρα θα πηγαίνουν τα πράματα περίφημα.»

Οι καλοί μας οι πολίτες έτσι μιλούν — κάθε δυο χρόνια• για κάθε καινούριο πατριάρχη, λεν τα ίδια. Πού είναι ο σιδερένιος διοργανισμός, πού τα γερά θεμέλια και πού το χέρι της Ρώμης τω Λατίνων, της Ρώμης που κατώρθωσε στα βασίλεια να βασιλέψη και την Εβρώπη να κυβερνήση; Εμείς, τίποτις απ' αφτά δεν ξέρουμε. Οι κοσμικοί κάμνουν και ξεκάμνουν τους παπάδες• οι ιδιώτες κυβερνούν Εκκλησία και Πατριάρχη. Έναν είδα μάλιστα να τα ψάλη, σαν που λεν, ενός δεσπότη. Ο καθένας ανακατώνεται στα θρησκεφτικά, γιατί άλλη δουλειά δεν έχει. Ξέρετε που κι ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε μάθει την ψαλτική. Όταν τα συγκρίνεις τα δικά μας με τη Ρώμη, σε φαίνουνται κωμωδία. Κι ως τόσο ποιος ακόμη και σήμερα βαστιέται και μνίσκει, κ' είναι αντίπαλος της Ρώμης; Ο πατριάρχης αφτός που αλλάζει κάθε δυο χρόνια. Ήρθε μια μέρα — είναι καιρός κ' αιώνες — που ο πατριάρχης κι ο πάπας χωρίστηκαν ο ένας από τον άλλο• έτσι τόφερνε, όχι η θρησκεία, όχι το « Πιστεύω», όχι ένα « και», σαν που το νομίζει ο κόσμος• έτσι τόφερνε η ιστορία και κάτι λόγοι της γεωγραφίας. Άμα μεγάλωσε η Δύση, έγινε ανάγκη να μην ακούση κανέναν και να μην έχη στο κεφάλι της αφέντη ξένο, τον αφτοκράτορα της Ανατολής, που κι ο πάπας έπρεπε να τον ακούση. Ο Καρλομάγνος δεν ήθελε άλλο νοικοκύρη παρά τον Καρλομάγνο• οι άρχοντες της Δύσης είχαν την υλική εξουσία, θέλησαν όμως νάχουν και την πνεματική. Έκαμαν το δικό τους τον Πατριάρχη, τον πάπα, ανεξάρτητο από το βασιλέα της νέας Ρώμης.

Ο πατριάρχης κι ο πάπας μοιράστηκαν τότες τον κόσμο. Πήρε ο ένας τη Δύση κι ο άλλος την Ανατολή. Σε λίγο καιρό, η ορθοδοξία έκαμε το Ρούσσο δικό της. Έτσι πιάνει τον τόπο της στην Εβρώπη, και σήμερα έχει κάποια σημασία και δύναμη. Τίποτις περισσότερο όμως δε θα κατορθώση• εκεί θα σταθή• άλλους από τους Ρούσσους δε θα κάμη δικούς της. Το κακό — ή το καλό — είναι που ο Γραικός δεν έχει μέσα του μεγάλη θέρμη για τα μυστήρια της θρησκείας και για την πίστη, δεν έχει φανατισμό. Είναι θεολόγος καλός, θρήσκος καθαφτό δεν είναι• έχει εβλάβεια, φωτιά του λείπει. Η θρησκεία δεν του κόφτει την όρεξη, δεν του χαλνά τον ύπνο, δεν του ανάφτει τη φαντασία ή την καρδιά• κάθεται όλη μέσα στο νου του. Οι άγιες Τερέζες, οι Φραγκίσκοι της Ασίζας σε μας δε γεννιούνται. Ο Γραικός δε φροντίζει να καταπείση τους άλλους, να τους κάμη ορθόδοξους• θρησκεία για το Γραικό άλλο τίποτις δε θα πη παρά πατρίδα — και την πατρίδα του δεν τη θέλει για τους άλλους• τη θέλει για λόγου του μόνο.

Για τούτο κι ο πατριάρχης δεν μπόρεσε ποτές να γίνη σαν τον πάπα, δυνατός και μεγάλος. Στο μεσαίωνα είταν από κάτω από το βασιλιά• τον έλεγαν πρόβληση αφτοκρατορική. Μια φορά μόνο μπόρεσε νακουστή η φωνή του• πρώτο πρόσωπο δεν έγινε ποτές ο πατριάρχης στο Βυζάντιο. Το σύστημά μας έχει τα καλά του• δεν του λείπουν όμως και τα κακά. Έχει μάλιστα για την ώρα ο Πατριάρχης δύσκολη θέση. Ή το Ρούσσο πρέπει νακούση ή τον Τούρκο. Κι ο ένας θυμώνει όταν ακούση τον άλλο. Κοντέβει πάλε να χωριστή καμιά μέρα η Εκκλησία μας. Γρήγορα θα μας ξεφύγουν οι Ρούσσοι. Πού ο Ρούσσος να το βαστάξη ποτές, — ο Ρούσσος που θέλει να είναι παντοδύναμος στον τόπο του, — που να το βαστάξη, άλλος στα ξένα νάχη πνεματική εξουσία, μεγαλήτερη από τη δική του και να μπορή να τον προστάζη; Ό τι έγινε με τη Δύση, θα ξαναγίνη πάλε με τη Ρουσσία. Θα βρεθή τότες κανένα καινούριο «και», καμιά δυσκολία για το «Πιστεύω». Πολλούς άκουσα να με λεν « Ο πατριάρχης είναι πατριάρχης στους ραγιάδες. Ας πα να βασιλέβη στην Πόλη, όχι σε μας. Τι μπορεί στην Ελλάδα, στη Ρουσσία, που είναι βασίλεια ανεξάρτητα;»

Αφτά τα λόγια θα μας βγάλουν καμιά καινούρια ετεροδοξία. Δε θα το φταίξη η θρησκεία• έτσι πάλε θα το φέρη κανένας λόγος της ιστορίας, έτσι θα το θελήση καμιά πολιτική ανάγκη. Όσο κάθουνται οι Τούρκοι στην Πόλη, όλα τα κακά θα τα πάθουμε. Κ' οι δικοί μας πάλε, άλλο τόσο πολεμούν τον πατριάρχη• ό τι θέλουν πρέπει να το κάμη. Οι Ρούσσοι κ' οι Γραικοί μαζί του φιλούν το χέρι, μα του έχουν το χέρι δεμένο. Του το φίλησα και γω κ' έλεγα μέσα μου• — «Πρέπει, πρέπει να γκρεμιστούν οι Τούρκοι!»

Όπου πάω, ό τι κάμω, ό τι απαντήσω, παντού βλέπω, παντού βρίσκω τον Τούρκο. Φτάνει νανοίξω τα μάτια, φτάνει να γυρίσω να διώ, όλα με θυμίζουν τη σκλαβιά. Πήγα στην Αγιά-Σοφιά κ’ έπρεπε να φορέσω τουρκικά παπούτσια, για να μπω σ' ορθόδοξη εκκλησιά. Πού να κοιτάξω να διώ τα μεγαλεία της τέχνης; Τα παπούτσια που φορούσα μ' έκαιγαν τις πατούνες και κάθε ώρα έβραζα μέσα μου• μ' έρχουνταν όλο να τα πετάξω στου πορτάρη το μούτρο.

Πήγα στο Σελαμλίκι κι από μακριά που στέκουμουν είδα έναν αφανισμένο, άρρωστο και κατάχλωμο άθρωπο, που περνούσε βιαστικά• είταν ο Σουλτάνος. Είδα στρατιώτες, αξιωματικούς, στρατηγούς στην παράταξη κ' έλεγα μέσα μου• — « Να κ' η βαρβαριά που ροβολάει». Κι όσο τους έβλεπα, σήκωνα τα μάτια, για να διώ τάχατις α δεν πέσουν ξαφνικά φλογερές αστραπές από τον ήσυχο, τον ολόφαιδρο ουρανό.

Πήγα με τον καλό μας τον Ω, να σεργιανίσω τη Βλαχέρνα και ταρχαίο το Βυζάντιο. Ο σοφός μας ο αρχαιολόγος μ' έλεγε κάθε λίγο και λιγάκι• — « Εδώ είταν εκκλησιά και την έκαμαν τζαμί• εδώ είταν παλάτι κ' έγινε αχούρι. Το ξέρω, γιατί διάβασα την τούρκικη επιγραφή, απάνω στην πόρτα της εκκλησιάς, που το γράφει, και γιατί πέρασα τρεις φορές όλους τους Βυζαντινούς της Μπόννας». Εγώ, όσο τον άκουγα, μ' έπιανε μια φοβερή σταναχώρια. Μ’ έτρωγαν τα λόγια του σα σκουλήκι. Έβραζε το αίμα μου και θυμούμουν την πρώτη νύχτα που είχα πλαγιάσει στην Πόλη• έσκανα. Έπρεπε κάπου να ξεσπάσω.

ΙΒ'.

« Καπιτάν μπουρντά γκελίορ»

Αφότου είμουνα στην Πόλη, δεν είχα πάει ακόμη στο Μπογάζι. Οι δασκάλοι το λένε Βόσπορο κ' έχουν άδικο οι δασκάλοι. Ο λαός Κατάστενο το ξέρει• κάπου κάπου μπορεί και Βόσφορο να στο πη. Οι δασκάλοι θαρρούν πως τάμαθαν όλα• δεν έμαθαν όμως ακόμη που πρέπει κανείς να σέβεται τις δημοτικές ονομασίες κάθε τόπου. Η μάθησή τους δε φτάνει ίσια με την επιστήμη. Επιστήμη νομίζουν όσα χωρεί το στενούτσικό τους το κεφαλάκι. Φωνάζουν όλοι οι σοφοί του κόσμου, γράφουν, πολεμούν, παρακαλούνε να τους δώσουμε τους τύπους που συνηθίζει ο λαός. Τίποτις! Οι δασκάλοι μήτε τάκουσαν. Οι σοφοί κ' οι γλωσσολόγοι θυμώνουν που δεν είμαστε άξιοι να καταλάβουμε τι γυρέβουν από μας, κ' οι δασκάλοι τι κάμνουν; Ίσια ίσια για να μην έχουν οι Εβρωπαίοι κακή ιδέα για την Ελλάδα, κόφτουν, κλαδέβουν, ξεπαστρέβουν, καθαρίζουν τα γεωγραφικά ονόματα, τα στρώννουν, τα φέρνουνε στο ελληνικό — και προσμένουν ήσυχα να τους καμαρώσουμε στην Εβρώπη! Πως καταστρέφουν την ιστορία με την ψεφτογραμματική τους, μήτε τους πέρασε από το νου. Τι θα κάμης λοιπό με τέτοια… κεφάλια;

Εγώ λέω να μην κάμης τίποτις και να σείρουμε το δρόμο μας, γιατί βαρέθηκα τους δασκάλους. Τους βαρέθηκες βέβαια και συ που με διαβάζεις. Όσο για το Βόσφορο, μ' αρέσει Κατάστενο να το λέω• έτσι το συνήθιζε η γιανούλα και τούτο με φτάνει. Μ' αρέσει και Μπογάζι να τακούω• όσο είναι οι Τούρκοι στην Πόλη, με φαίνεται καλό νάχουμε κι αφτό τόνομα — για να μην ξεχνούμε.

Ένα πρωί θέλησα λοιπό να σεργιανίσω το Μπογάζι και να διώ κάτι φίλους στην εξοχή. Κατέβηκα στο γεφύρι, το βαπόρι σφύριζε, πήρα μπιλλιέτο, και μπήκα μέσα να πάω στο Μπουγιούχντερε. Μ' αφτό τόνομα οι καημένοι μας οι δασκάλοι τα μπερδέβουν. Τις δοτικές τις σκορπίζουν όπου μπορούν• εν Ταταούλοις θα σε πουν, εν Βλαχέρναις κι άλλες τέτοιες νοστιμάδες. Με το Μπουγιούχντερε αδύνατο να χώσουν και μια κατάληξη αρχαία• τόνομα τούτο δεν κλίνεται. Το Μπουγιούχντερε τους το κάμνει πείσμα. Το Μπουγιούχντερε μοναχό του ρίχτει κάτω όλα τους τα σοφά τα συστήματα, τη γραμματική τους και τη γλώσσα τους. Ας κατεβάσουν πενήντα χιλιάδες απαρεφάτους, μιλλιούνια πληθυντικές δοτικές• φτάνει το Μπουγιούχντερε να δείξη τη μυτίτσα του, να ξετρυπώση ξαφνικά και να βγη στη μέση. Αμέσως βλέπουμε τι τρέχει, καταλαβαίνουμε που ζούμε στα χίλια οχτακόσια τόσα κι όχι στης πρώτης ολυμπιάδας τον καιρό. Το λαμπρό τους το παλάτι γκρεμνά και πέφτει, και φαίνεται με μιας, από κάτω από τις πέτρες του παλατιού, το σημερνό μας, ταληθινό μας το γραικικό χώμα.

Πόσο ταγαπώ αφτό το Μπουγιούχντερε! Δαιμονίζει τους δασκάλους. Να το κάμουν άξαφνα Βαθυρρύαξ, κ' οι ίδιοι δε θα καταλάβουν τι λεν. Πρέπει να το πουν Μπουγιούχντερε, έχει δεν έχει. Έπειτα, ας μας κόψουν όσες ελληνικούρες έχουν όρεξη. Δε μας μέλει πια! Για να χάση το γάλα την κάτασπρη του θωριά, φτάνει να πέση μέσα μια σταλιά καφές. Έτσι και με τη γλώσσα• άμα βάλης μέσα έναν τύπο μόνο που δεν είναι αρχαίος, τέλειωσε! Δεν είναι πια η γλώσσα σου αρχαία• τίποτις δεν είναι. Του κάκου πολεμούν οι δασκάλοι, του κάκου πασκίζουν! Η γλώσσα τους μοιάζει με λίμνη• τη γεμίζουν καθαρό νερό και την καμαρώνουν οι ίδιοι. Για να θολώση το νερό, άλλο δε χρειάζεται παρά να ρίξης μέσα ένα μικρούτσικο Μπουγιούχντερε, ας είναι κ' ένα άφαντο να. Με μιας χάνεται όλη η ψέφτικη ομορφιά της λίμνης κ' η καθαρέβουσα λασπώνεται.

Οι δασκάλοι δε βλέπουν και ποτές δε θα διούν που, για όποιονα τόντις ξέρει, αγαπά και σέβεται την αρχαία, φτάνει ένας μόνος τύπος να μην είναι αρχαίος και καταστρέφει όλους τους άλλους. Ένα εμπόδισε κάπου να βάλουν, ένα_έγινε_ να τους ξεφύγη, ένα ηξεύρω να πουν, ένα τίποτε να γράψουν, παν όλα! Μεγαλήτερο το κακό παρά αν είταν όλα βάρβαρα, σαν που τα λεν• αν είταν όλα βάρβαρα, θα φαίνουνταν τουλάχιστο μια σειρά, μια αλήθεια. Με τον τρόπο το δικό τους, φαίνεται η αρχαία τόντις βάρβαρη κι ανώμαλη. Ένα όνομα καινούριο, ένας δημοτικός τύπος, μια λέξη νέα χαλνά την αρχαία — κι αφανίζει όλες τις δοτικές.

Εγώ που δεν ξέρω δοτικές, δεν ντράπηκα να μπω στο βαπόρι, και να πάω στο Μπουγιούχντερε. Ο καμαρώτος, άμα μ' είδε, μυρίστηκε ξένο. Αμέσως ήρθε να με χαιρετήση, να με δώση την καλήτερη θέση του βαποριού. Ο καμαρώτος είταν Αρμένης. Πού να μιλήση γραικικά, αφού οι Αρμένηδες και τη γλώσσα τους δε θέλουν πια να μάθουν, και λεν πως είναι Τούρκοι; Κατάλαβα όμως τι μ' ήθελε. Δεν είχε και πολλά να με πη. Μ' έδειξε μόνο σε τι θέση έπρεπε να κάτσω. Με πήγε απάνω στο γεφυράκι με τα σίδερα, που συνηθίζει ο καπετάνιος και στέκεται. Κείνη την ώρα ο καπετάνιος — ένας Τούρκος — είχε δουλειά από τάλλο το μέρος. Κάθισα το λοιπό με την ησυχία μου από την άλλη μεριά. Η καρέγλα μου βρίσκουνταν από πάνω από τα ταμπούρλα κι άκουγα τις ρόδες που γύριζαν. Έβλεπα δεξιά τον καπετάνιο που κοίταζε μπροστά του και πρόσταζε. Ο καμαρώτος μ' έφερε ένα σκαμνί για τα ρούχα, ένα σκαμνί να ξαπλώσω τα ποδάρια μου, ένα σκαμνί να με βάλη καφέ και λουκούμι. Του έδωσα μερικούς παράδες, και με γελαστό πρόσωπο, με ζαχαρένιο χαμογέλοιο, στάθηκε μια στιγμή κι άπλωσε το χέρι, τάχατις για να με δώση να καταλάβω που θα βλέπω λαμπρά στη θέση που κάθουμουν και να με δείξη το θέαμα. Έκαμε δυο τρεις τεμενάδες κ' έφυγε.

Είταν η θέα τόντις μοναδική. Όσο προχωρούσαμε, ξεσκέπαζε το Μπογάζι τις ομορφιές του. Όλο μ' έδειχτε καινούρια μεγαλεία. Πιώτερο από κάθετίς άλλο μ' άρεζαν τα νερά του• στα νερά πρόσεχα, στα νερά είχα το νου μου. Τη θάλασσα δεν μπορούσα να τη χορτάσω. Απορούσα με το πολύ το νερό. Το Μπογάζι έχει νερό όσο θέλεις. Τι καλό μέρος για να πνίξη κανείς όλα τα σκυλιά που κυλιούνται στα σοκάκια! Τα σκυλιά να τα φοβάστε• μην τα βλέπετε τώρα που σέρνουνται μισοκοιμισμένα στους δρόμους. Μάθαμε που μπορούν καμιά μέρα να λυσσιάξουν, και τότες αλλοίμονο! Ο Παστέρ, όσο άξιος κι αν είναι, ίσως δεν μπορέση να μας γιατρέψη. Πάλε πιο ήσυχοι θα είμαστε, όταν τα ρίξουμε στο νερό. Εκείνο το νερό του Κατάστενου, δεν ξέρετε τι θάματα που τα κάμνει. Έχει κάτι μέσα του, εκείνο το νερό. Όλη αφτή η θάλασσα που λούζει την Πόλη έχει κρυμμένη βαθιά κάτω στον πάτο της μια μυστική δύναμη. Όποιος περάση αφτή τη θάλασσα για νάρθη στην Πόλη, είναι χαμένος άθρωπος. Για να μη χαθή κανείς, πρέπει να βρεθή στην Πόλη, δίχως νάχη περασμένη τη θάλασσα. Διέστε τόντις τι παράξενη δουλειά!

Ο Βόσπορος, καθώς μπορεί ο καθένας να το μάθη από τη γεωγραφία που διαβάζει στο σκολειό, χωρίζει Ασία κ' Εβρώπη, πάει να πη που βρίσκεται ανάμεσα στην Ασία και στην Εβρώπη. Μόλον τούτο στην Πόλη κάθουνται Ασία κ' Εβρώπη μαζί, η μια πλάγι στην άλλη• αφτό το περιστατικό οι χάρτες δεν το γράφουνε, μάλιστα οι χάρτες που δημοσιεύονται αδεία του Υπουργείου της Παιδείας. Ανεβαίνοντας δεξιά μεριά έβλεπα την Ανατολή και, για να πω την αλήθεια, μ' όσα είχα μάθει στο σκολειό, δεν μπορούσα καλά να διακρίνω που είταν Ασία, και που είταν Εβρώπη. Δεξιά και ζερβιά έβλεπα τα ίδια. Είδα πολλά, μα ένα μ' έκαμε ναπορήσω. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί στέκουνταν τόσα τζαμιά, τόσα παλάτια μισογκρεμισμένα, παραιτημένα, ολόρημα. Ο Τούρκος, άμα χτίση σπίτι — κι άμα κάμη τίποτις — το βαριέται• είναι μαθημένος με τέντες κι άλλο δεν ξέρει. Οι Αγαρηνοί είναι νομάδες, ή σαν που λέμε, κατσιβέλοι. Ο Τούρκος ένα ένα συχαίνεται τα σπίτια που κάμνει, νοιώθει πως είναι περαστικά ταγαθάτου, κι άμα συχαθή ένα πράμα, αμέσως ταφίνει. Ταφίνει και δε γυρίζει πια να το διή — σα να μην είταν ποτές δικό του. Δάχτυλο δε θα κουνήση, ή τοίχο να σιάξη, ή ταβάνι να διορθώση, ή πέτρες να ξαναβάλη, όπου πέσουν. Το χτίριο που κάμη δεν έμαθε να το διατηρή• δεν το φροντίζει. Τι είναι τέτοια φροντίδα, μήτε το ξέρει. Κι από κει μπορείς να καταλάβης τι θα πη βάρβαρος και τι θα πη πολιτισμένος.

Ο πασάς, εκεί που δεν πρέπει να μετρήση τα χρήματα, έφκολα τα ξοδέβει. Μικρά έξοδα δεν μπορεί να κάμη• αγαπά μόνο τα μεγάλα. Ή θα βγάλη να δώση πολλά, ή τίποτις δε θα δώση. Ο πλούσιος που δεν έδωσε δυο γρόσια το ράφτη του για να του ράψη ένα κουμπί, δε θα μείνη πλούσιος όλη του τη ζωή. Μαζί του φτωχαίνει και το έθνος. Ο πασάς τέτοια φιλοσοφία δεν έμαθε. Φτάνει να το θελήση το κέφι του, κι αν έχει λίρες, αμέσως τις πετά. Άμα γίνη ανάγκη να λογαριάση πόσοι παράδες χρειάζουνται για να ξαναβάλη μια πέτρα, να σιάξη ένα κανάτι, βαριέται τους λογαριασμούς. Δεν αξίζει, λέει. Το κεφάλι του ζαλίζεται με τέτοιες μικρολογίες. Όταν είναι να χαρή τίποτις, πρέπει να το χαρή αμέσως, αμέσως να γίνη το πράμα και με μιας. Δε βλέπει άλλο παρά το κέφι του, κι ό τι του αρέσει, του αρέσει την ώρα που το θέλει• παρέκει δεν πάει ο νους του. Στην Αθήνα πάλε, κι ο μπακάλης που θα κάμη σπίτι, κάθε μέρα θα φροντίση για το σπιτάκι του, θα το νοικοκερέψη. Θα τόχη έννοια. Θα προσπαθήση μάλιστα με κάθε τρόπο να βάλη δυο σκαλοπάτια μαρμαρένια, παντού να ρίξη σίδερα και πέτρα, για να γίνη, λέει, το σπίτι πιο γερό. Ο Γραικός όλα αιώνια τα θέλει.

Χαμογελώντας αντανακλούσε το Μπογάζι τα τούρκικα παλάτια, τα μισογκρεμισμένα τα τζαμιά. Γρήγορα γρήγορα πήγαινε το βαποράκι, σα νάτρεχε στα κύματα μέσα. Η θάλασσα έχει κάτι που σε μαγέβει. Όταν κοιτάζει κανείς την πλώρη που με τόλμη σκίζει τα νερά για να περάση, νομίζει τότες που μπορεί άξαφνα κι ο ίδιος να κόψη δρόμο μεγάλο. Η φαντασία πετιέται και τρέχει με το βαπόρι• ο νους φουσκώνει τα παννιά του. Έτσι τόπαθα και γω. Θα πάμε και μεις ομπρός, έλεγα μέσα μου, ανοιχτά θα πάρουμε τη θάλασσα, θα τραβήξουμε μακριά μακριά, και καμιά μέρα, σαν τον Κολώμπο, θανακαλύψουμε μια νέα, μια περίφημη, ηλιοφώτιστη Αμερική. Αιώνια θα μείνουν τα έργα και τόνομά μας.

Στη στιγμή που μελετούσα τέτοια μεγαλεία, ξαναφάνηκε ο καμαρώτος. Ήρθε πλάγι μου και μ' έδωσε να καταλάβω πως έπρεπε ναλλάξω θέση. Ο καπετάνιος είχε τώρα δουλειά στο μέρος που κάθουμουν• έπρεπε να περάση ζερβιά. Ο τόπος είτανε στενός και δεν μπορούσαμε να μείνουμε κ' οι δυο μαζί• είταν ανάγκη ή ο ένας ή ο άλλος να φύγη. Ο καμαρώτος, για να τον καταλάβω καλήτερα, με το είπε μάλιστα τούρκικα• — «Να σηκωθής, γιατί ο καπετάνιος έρχεται», λέει, «καπιτάν μπουρντά γκελίορ».

Με πολλή εβγένεια, πρέπει να το μολογήσω, και με τρόπο καλό μ' είπε ο άθρωπος αφτά τα λόγια. Δεν ξέρω γιατί αφτές οι τρεις τούρκικες λέξες μ' έρχουνταν τόσο παράξενα σταφτί. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ! τον άκουγα και με φώναζε. Ο καπετάνιος έρχεται. Τι παράδοξη φράση! Ο καπετάνιος είταν Τούρκος, ομορφάθρωπος, αψηλός• έμοιαζε σα να είταν όλο μαζί αφέντης σκληρός κι αντρειωμένο παλληκάρι. Με φάνηκε που στα μάτια του μέσα, στο πρόσωπό του έβλεπα με μιας όλη την Τουρκιά. Τέτοιος Θα είταν, έλεγα μέσα μου, κι ο πρώτος ο Τούρκος που πάτησε τούτο το χώμα, ο πρώτος ο καταχτητής. Τέτοια λόγια θα είπε, όταν μπήκε στην Πόλη, όταν καταστράφηκε ο στρατός μας στον πόλεμο τον τρομερό, κι όταν έπεσε ο βασιλιάς μας. — «Καπιτάν μπουρντά γκελίορ! Όξω, όξω, ραγιάδες, γκιαούρηδες, σκυλιά. Να φύγετε από μπροστά μου. Νάτος που έρχεται ο καπετάνιος! ο καπετάνιος φτάνει!» Με το σπαθί στο χέρι, στάλογό του καβαλλάρης, έρχουνταν ο Τούρκος, έρχουνταν ο καπετάνιος — κ' έπρεπε ο καθένας από το δρόμο του να φύγη.

Σα να καταλάβαινα για πρώτη φορά όλη μας την ιστορία, σα να ζωντάνεβε μπροστά μου για πρώτη φορά. Με φάνηκε πως έβλεπαν τα μάτια μου τώρα κανένα άγριο, φοβερό, ολέθριο πράμα, γεμάτο αίματα και σφαγή. «Σήκω, σήκω, χριστιανέ από κει που κάθουσουν ήσυχος και θάμαζες τη φύση με τις ομορφιές της, και φιλοσοφούσες, και κοίταζες το νερό κ' έπαιρνε η φαντασία σου δρόμο. Σήκω• η Πόλη είναι δική μου. Όπου σε διώ, όπου σε βρω, όπου φανής, εσύ, η γυναίκα σου, τα παιδιά σου, όπου διώ, όπου βρω, όπου φανή τίποτις δικό σου, — σπίτι, χρήματα, χωράφι ή παλάτι, — όλα όλα πρέπει να με ταφήσης. Το αίμα σου θέλω να πιω, και τη ζωή σου να ρουφήξω. Άμα σε ζητήξω αίμα και ζωή, θα με δώσης τη ζωή σου και το αίμα σου θα με φέρης. Από το στόμα σου λέξη να μη βγη. Δε χωρατέβω. Ξέρεις ποιος είμαι; Να το μάθης. Ο αφέντης σου είμαι γω, ο βασιλιάς σου, η τρομάρα σου και το βάσανό σου. Σήκω φύγε, γιατί έρχουμαι• σήκω φύγε, γιατί φτάνω. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ.»

Τι δυσάρεστη, τι λυπητερή φαντασία που την έχω! Πάντα θέλει τα πράματα να τα μεγαλώνη• τον ποντικό τον κάμνει γιαννίτσαρη. Η φαντασία μου με χάλασε όλο μου το κέφι. Μόλις έκατσα δυο ώρες στο Μπουγιούχντερε. Μόλις πρόφταξα να διώ τους φίλους μου, να πάω στο σκολειό, νακούσω το δάσκαλο που γύρεβε να μάθη στα χωριατόπουλα τις εβγένειες της γλώσσας μας. Είμουν όλο συλλογισμένος, βαρεμένος• είχα μια τρομερή σταναχώρια. Αχ! που είσαι Γιάννη μου, αδερφέ μου; Να σ' είχα βοηθό! Να μπορούσαμε κ' οι δυο μας μαζί να ξεφορτωθούμε τον Τούρκο, να τον κάμουμε να φύγη πια, να τον πετάξουμε στο νερό, να βγάλουμε από το λαιμό μας και καταχτητή και καπετάνιο. Ή τουλάχιστο με τις κουβέντες, με τα γέλοια να ξεχάσω ο δύστυχος εκείνα τα λόγια! Και πάλε ταπόγεμα, στις τέσσερεις, ξαναπήρα το βαπόρι. Μα δεν κοίταζα, δεν πρόσεχα τίποτις, μήτε Μπογάζι, μήτε θάλασσα, μήτε ουρανό. Πήγα να κλειδωθώ κάτω σε μια καμπίνα, που δεν είταν κανείς. Η ίδια φράση όλο μ' έδερνε το νου, όλο μ' έτρωγε το κεφάλι. Όλο έλεγα μέσα μου σιγά σιγά• «Καπιτάν μπουρντά γκελίορ!»

ΙΓ'.

Τα Μνηματάκια.

Κόντεβε να φτάξη το βαπόρι. Είταν η ώρα που μισοφέγγουν ακόμη τα βουνά και που αρχινούν οι κοιλάδες να μαβρίζουν. Η μέρα πήγαινε να σωθή κι ο ήλιος έλεγε να βασιλέψη. Η ροδοσκότεινη βραδιά κατέβαινε λίγο λίγο από πάνω από τον ουρανό και προχωρούσε να μας ανταμώση. Το Μπογάζι έμοιαζε λυπημένο. Οι γλάροι σαν παραπονεμένες ψυχές πετούσαν κ' έψαλναν το μοιρολόγι τους. Ο ήλιος αποχαιρετούσε το Μπογάζι κ' έσερνε απάνω στους λόφους τις υστερνές του τις αχτίδες, που φαίνουνται σα βαρεμένες, σαν κουρασμένες από τη λάψη και μελαχολικά φιλούν τη γις.

Όταν αράζαμε στο γεφύρι, είτανε νύχτα. Σαν της θάλασσας τα ρέματα που ανεβοκατεβαίνουν, έτσι και στην καρδιά μου μέσα ανάμνησες παλιές, κύματα κι αναφόρια με πολεμούσαν την ψυχή. Με το μέτωπο κατεβασμένο, μ' αργοκούνητο ποδάρι, πήγαινα σιγά σιγά ανάμεσα στο λαό, μέσα στα πλήθος που με σκουντούσε, που με ζουλούσε, που με πατούσε για να περάση. Και να πάλε, σαν πρώτα στο Παρίσι, — τη νύχτα που σέρνουμουν τριγύρω στον τάφο του Ποιητή και που προσκυνούσα την τροπαιόφορη Καμάρα, — να πάλε που πρόσμενα κάτι να γίνη, καμιά μεγάλη δουλειά να ξεσπάση. Και να πάλε, σα στα Παρίσι, να που μ' άρεζε να περπατώ μέσα στο λαό, ήσυχος κι' άγνωστος εγώ.

Η φαντασία μου αμέσως παίρνει δρόμο• στράφτει ο νους μου• στο κεφάλι μου μέσα σηκώνουνται φουρτούνες. Μάλιστα, άμα βρεθώ κοντά στους δικούς μου, μ' έρχεται μια δύναμη ξεχωριστή• κάτι θέλω να φανώ, κάτι θέλω να τους είμαι. Δε συφωνούμε σ' όλα, μα δε με μέλει! Ότι έχω μέσα μου, θα τους το πω, θα το βγάλω όξω, θα τους καταπείσω, θα τους πολεμήσω κι ας πιαστούμε, αν τύχη, χέρια με χέρια! Γίνουμαι σαν τον αρχαίο μας το γίγα, όταν άγγιζε τη γις. Τέτοιες ώρες πλατάνους ξερριζώνω.

Κι ως τόσο άλλα συλλογιούμουν. Την πρώτη μου την αγάπη πήγε να θυμηθή η βασανισμένη μου η ψυχή. Θυμούμουν τα χρόνια τα παλιά που παίζαμε στην Πόλη μαζί. Με τη γλυκειά της, με τη χαδεμένη της τη φωνή μ' έλεγε κι όλο με ξανάλεγε• « Εγώ γυναίκα σου θα γίνω• εσένα θα πάρω κι άλλο άντρα δε θέλω.» Πόσο μ' άρεζε να την ακούω• πόσο με κολάκεβαν τα λόγια της παιδί.

Ύστερα την ξαναείδα, όταν έγινα δεκοχτώ χρονώ παλληκάρι, γεμάτος ελπίδες, έτοιμος να της το πω. Πόσα τραγούδια, πόσες μελωδίες ψιθύριζε η καρδιά μου! Τι ουράνια μουσική έπαιζε στο στήθος μου μέσα και τόκαμνε όλο χαρά! Τι γλυκό πράμα με φαίνουνταν η νιότη, χαρούμενη και λαφριά σαν το πουλί… Ένα βράδυ που είχαμε μείνει μονάχοι βγήκαμε στο παράθυρο κι ακκουμπήσαμε στο κάγκελλο κ' οι δυο μας. Με γλυκό μάτι μας κοίταζε το φεγγάρι, και ταγαπημένο μου το ταίρι μ' έπιασε το χέρι και μ' είπε ήσυχα και σιγά• « Τι καλά έκαμες και γύρισες στην Πόλη.

Όταν άκουσα πως θα μας έρθης, χάρηκα που θα σε ξαναδιώ. Εσύ είσαι ο φίλος μου ο παλιός. Εσένα όλα τα λέω. Θέλω να μάθης το κρυφό μου. Ο πατέρας μου θέλει να με παντρέψη. Κανείς ακόμη δεν το ξέρει. Με λεν πως είναι πλούσιος• εμένα μ' αρέσει, γιατί μοιάζει καλός. Δε θέλησα όμως να τον πάρω, χωρίς να στο πω.»…

Τέτοια συλλογιούμουν, ανεβαίνοντας το Γαλατά. Έτσι είχα στο νου μου την πρώτη μου την αγάπη, τις χίλιες της νοστιμάδες και τις ομορφιές της. Κι όσο τη θυμούμουν, κι όσο συλλογιούμουν τα παλιά μας, τα παιδιακήσια μας τα παιχνίδια, τόσο πιώτερο με τρέλλαινε η αγάπη που την είχα• αν την έβλεπα μπροστά μου, ίσως πάλε θα την παρακαλούσα να με πιάση το χέρι σαν εκείνη τη βραδιά, να με πη όσα μ' έλεγε τότες, — τουλάχιστο για να ξανακούσω τη φωνή της. Οι γυναίκες έχουνε φτερά και μ' ένα τους λόγο ίσια με τον ουρανό σε σηκώνουν• οι γυναίκες γίνουνται μολύβι, μολύβι βαρύ, και κάτω κάτω, στης θάλασσας τον πάτο, σε τραβούν.

Αφτούς τους λογισμούς έστρεφα και ξανάστρεφα στο νου μου. Δεν είχα όρεξη άθρωπο να διώ μήτε να μιλήσω με κανέναν όλο πήγαινα μπροστά μου. Γύρεβα μοναξιά κ' είταν η ψυχή μου με τους πεθαμμένους. Τι να συλλογιστώ παρά θάνατο και σκοτάδι; Με φαίνουνταν πως άνοιγαν μπροστά μου όλα τα μνήματα που είχα διεί στη ζωή μου. Έβγαιναν όξω οι πεθαμμένοι φίλοι κι αργοκουνούσαν το χέρι. Η γλυκειά μου η μαννούλα με κοίταζε με πόνο. Η πρώτη μου η αγάπη μ' αποχαιρετούσε• κείτουνταν οι νιόνυφες ελπίδες τυλιμένες στο κιβούρι με τα χρυσά τους ρούχα. Πού τα νιάτα κ' οι χαρές; Πού τα δέντρα που παίζαμε μαζί, πού οι σκάλες που τρέχαμε με τα γέλοια; Πούλησαν και το σπίτι που την αγάπησα παιδί. Το πούλησαν και κείνο, γιατί χρειάστηκε ο Τούρκος παράδες. Άραγες και την αγάπη μου, και την καρδιά μου, που την είχα αφήσει μέσα στο σπίτι, με το σπίτι μαζί την πούλησαν και κείνη; Σπίτι και καρδιά, όλα θα μας τα πάρουν! Όπου γυρίσης να διής, πίσω ή μπροστά, παντού βλέπεις θάνατο και θλίψη. Η τύχη μας είναι βαρειά• μας πικραίνουν τα παλιά μας τα βάσανα και σήμερα πάλε, άλλο τριγύρω σου δε βλέπεις παρά βάσανα και χαμό.

Προχωρούσα, προχωρούσα χωρίς να ξέρω καλά καλά που με πήγαιναν τα ποδάρια μου. Δεν πρόσεχα πια και δε μ' έμελε πού θα καταντήσω. Πάντοτες ομπρός! Από την κούραση τη μεγάλη, έννοιωθα μόνο πως είταν ανίφορος, γιατί είχα τα γόνατα σπασμένα. Άξαφνα σκούνταψα και κόντεψα να πέσω. Κόντεψα να πέσω με τη μύτη κάτω. Είχα σκουντάψει σε μια πέτρα που στέκουνταν ολόρθα και φορούσε στην άκρη σαρίκι, βαμμένο κόκκινα και πράσινα. Χωρίς να το καταλάβω, είχα πάει ως το Σταβροδρόμι, και βρίσκουμουν ίσια ίσια στα Μνηματάκια.

Κάθισα μια στιγμή κατά γης, να πάρω την αναπνοή μου. Είμουν ανάμεσα στα τούρκικα μνήματα. Είταν πανώρια νύχτα. Ξαπλώθηκα λιγάκι χάμω κι από το λόφο που κείτουμουν, οι τάφοι τριγύρω μου με φαίνουνταν πως κατέβαιναν ίσια με τη θάλασσα κάτω, δίχως να κοπή η σειρά τους. Ολόφωτο φεγγάρι περεχούσε τον Κετχανά. Η θάλασσα χαμογελούσε• φυσούσε αγέρι λιγοστό και σιγά σιγά κουνιούνταν τα κύματα, σα νάπαιζε το φεγγάρι με το νερό. Στο πλάγι μου, κάτι ψηλά κυπαρίσσια έσειαν την κορφή τους, σα να είχαν πανηγύρι. Τα κυπαρίσσια με μισοσκέπαζαν αντίκρυ την Πόλη• μπορούσα όμως να διακρίνω ζερβά δυο μιναρέδες της Αγιά-Σοφιάς• παρέκει, δεξιά, έβλεπα τοίχους παλιούς με βασιλικές καμάρες όλο πέτρα, κι αφτοκρατορικά παλάτια γκρεμισμένα.

Ένα σύννεφο μικρό κάπου κάπου σκέπαζε το φεγγάρι• όσο πήγαινε κ' έρχουνταν το συννεφάκι, τα σαρίκια ξάπλωναν ή μάζωναν τον ίσκιο τους• νόμιζες πως είτανε χέρια και σάλεβαν• κόνταιναν και μεγάλωναν κάθε ώρα. Πολύ πολύ δε μ' αρέσει να κάθουμαι στα μνήματα μέσα. Δεν ξέρει κανείς τι μπορεί να του τύχη. Μπορεί μέσα στο σκοτάδι κανένας άξαφνα να σε τραβήξη, μια φωνή νακούσης σταφτί σου κοντά και να μην καταλάβης από πού βγαίνει. Τότες σε πιάνει τρομάρα και δεν ξέρεις πια τι σου γίνεται.

Πίσω μου με φάνηκε πως κάποιος περπατούσε και μετρούσε τα βήματά του, σαν το στρατιώτη που βιγλίζει κι ανεβοκατεβαίνει. Είχα τη ράχη γυρισμένη και δεν έβλεπα καλά. Μήπως είταν ο αδερφός μου ο Γιάννης που πρόσμενε να του φωνάξω; Δεν πρόσεχα πολύ, γιατί είταν ο νους μου αλλού. Λίγο παρέκει κι απάνω μεριά, στο δημόσιο κήπο, έπαιζε μια λωλή, μια διαβολεμένη μουσική. Τι είχαν οι μουσικάντοι, και φαίνουνταν τρέλλα να τους έπιασε με μιας; Τι είχανε μέσα τους, που τους δαιμόνιζε με τέτοιο τρόπο; Είχαν έρωτα και φωτιά. Άκουγα τις νότες που πηδούσαν και χόρεβαν ένα χορό τρομερό, κ' η μια με την άλλη, ενωμένες, σα σφιχταγκαλιασμένες, συρτά συρτά στους ουρανούς πετούσαν. Τίποτις δεν ξέρω που να ξανοίγη, που νανάφτη την ψυχή σαν τη μουσική. Σε παίρνει νου και καρδιά, σε κάμνει να γυρέβης πράματα μεγάλα, να συλλογιέσαι γι' αγάπη και για δόξα. Με τρέλλαινε αφτή η μελωδία• έμοιαζε σα νάμπαινε στα σωθικά μου μέσα, για να διώξη λύπες και πίκρες, για να βγάλη όξω βάσανα και θλίψη, να πάρη τους πόνους και να πετάξη ψηλά ψηλά• — «Έλα, μ' έλεγε, έλα μαζί μου. Στάστρα τουρανού που χαδέβουν τα φτερά μου και που γλυκαίνουνται με τη φωνή μου, έλα έλα και συ μαζί μου νανεβής.»