Αλήθεια μ' έδινε θάρρος η μουσική. Έννοιωθα μέσα μου που γίνουμουν άξαφνα πιο γενναίος, πιο αντρειωμένος παρά ποτές. Κοίταζα αντίκρυ στην Πόλη, κοίταζα κάτω στο μέρος που είταν η Αγιά-Σοφιά, που φαίνουνταν τα τούρκικα τζαμιά και παρέκει τα μνήματα τω Σουλτάνων. Κοίταζα με μάτι αγριωμένο, φοβερό. Είχα την καρδιά γεμάτη πείσμα και μ' έρχουνταν όλο να φωνάξω• — « Εδώ είμαι• κανένα σας δε φοβούμαι. Χριστιανός Τούρκο δεν τρέμει.» Αστραπές είταν οι ματιές μου, οι γροθιές μου σηκωμένες και γίνουμουν όλος μέσα μου θεριό.
Εκεί που κοίταζα κ' έβραζε η καρδιά μου, άξαφνα βλέπω κάτω κάτω στην Πόλη μια παράξενη ασπράδα. Με πήρε ανατριχήλα, σαν παίρνει στις ώρες που μεγάλα πράματα πα να γίνουν. Η ασπράδα έρχουνταν από κει που είναι η Αγιά-Σοφιά, έβγαινε μέσα από του Μαχμούτη τον τουρμπέ κι άρχιζε να κουνιέται. Με το χόντρος της σκέπαζε όλη τη μέση Οδό του Βυζαντίου. Πρώτα δεν μπορούσα να καταλάβω τι είταν. Έμοιαζε σαν κάτασπρο σεντόνι τεντωμένο που πετούσε. Έπειτα είδα που είχε μισοφέγγαρο μπροστά, σα να το φορούσε ίσια ίσια στο μέτωπο. Πήγαινε καβάλλα σε μια πέτρα ολόμακρη, που είχε σαρίκι στην άκρη. Το φάντασμα μεγάλωνε, μεγάλωνε και προχωρούσε. Κατάλαβα που εμένα ζητούσε, γιατί έρχουνταν ίσια στον τόπο που κάθουμουν. Τώρα μάλιστα μπορούσα να διώ που βαστούσε στο χέρι σκυρτό τούρκικο σπαθί. Το σπαθί γυάλιζε με το φεγγάρι.
Στάθηκα μια στιγμή, τρομασμένος. Σε τι περίεργη διάθεση βρίσκουνταν η ψυχή μου! Αντίθετες ιδέες με πολεμούσαν. Είμουν όλο μαζί γεμάτος έχτρα, σικλέτι, φόβο, μίσος, αγάπη, αθυμιά κι άπειρο θάρρος. Το φάντασμα κόντεβε να με φτάξη, — γιατί είταν τόντις φάντασμα. Φαίνουνταν τώρα και το πρόσωπο• είχε μάβρα γένεια κι ολόχλωμο, κίτρινο το πετσί. Κάτασπρα είταν τα μάτια. Έκαμε ένα πήδημα και βρέθηκε αμέσως πλάγι μου στο λόφο. Είταν ο Σουλτά Μαχμούτης. Στέκουνταν από πάνω μου ολόρθιος, με το σπαθί στο χέρι. Εγώ είμουν πάντα ξαπλωμένος κατά γης• σήκωσα λιγάκι τα μάτια για να διώ καλήτερα το πρόσωπό του. Πρόσμενα τι θα με πη.
ΙΔ'.
Ο Μαχμούτης.
Ο σουλτά Μαχμούτης πολύ κέφι δεν είχε. Πιώτερο έμοιαζε Μαχμούρης παρά Μαχμούτης. Αγριοκοίταζε και με θυμό είχε τα μάτια του σε μένα. Άρχισε τότες και μ' έβγαλε λόγο, — ένα λόγο που βάσταξε κάμποσο καιρό, γιατί είχε φαίνεται πολλά να με πη ο σουλτά Μαχμούτης. Ο βάρβαρος είναι μωρόλογος και δεν έμαθε να συμμαζέβεται μήτε να συγκεντρώνη το νου του. Έλεγα μέσα μου και γω• — « Άμα πιάση ο Τούρκος τις κουβέντες, θα πη που δε θα παίξη το σπαθί. Ας διούμε τι μας θέλει και βλέπουμε.» Σοβαρά, αραδιαστά και μάλιστα με κάποια βαρύτητα, μιλούσε ο σουλτά Μαχμούτης. Μα όσο κι αν ήθελε να το κρύψη, έτρεμε η φωνή του κι ο θυμός του άναφτε και μεγάλωνε με κάθε λέξη που έβγαζε το στόμα του.
« Καιρός είναι να τα πούμε. Αφότου μας ήρθες στην Πόλη, σε γυρέβω να σε μιλήσω. Δε με λες; τι τρόπος είναι ο δικός σου; τι είναι τούτο το φέρσιμο; Τον μπελά μου βρήκα μαζί σου. Πού τάμαθες αφτά που μας βγάζεις κάθε ώρα στη μέση; Παραπονιέσαι που δεν κοιμάσαι. Περπατείς στους δρόμους και φωνάζεις που το αίμα σου βράζει. Μπαρούτι πνες και φωτιά… Μπαρούτι; πρόσεχε καμιά μέρα να μη σε τινάξω γω στον αέρα… Λεφτεριά λες όλο που θέλεις και που δε μας θέλεις εμάς! Από την Εβρώπη μας τις έφερες αφτές τις ιδέες. Τι μιλείς για σκλαβιά; Σιχτίρ, σιχτίρ, γκιαούρ! Μήπως ξέχασες, τσελεμπάκι μου, που είσαι ραγιάς, που είσαι σκυλί και τίποτις άλλο; Μήπως δεν το ξέρεις που όλοι σας μαζί, όλη η γραικολογιά που σήμερα σηκώνει ψηλά τη μύτη, δεν είσαστε μια φορά κ' έναν καιρό παρά σκυλιά που μας έγλυφαν τα πόδια; Κάτι με κοιτάζεις; Ο αφέντης σου είμαι γω, η τρομάρα σου και το βάσανό σου. Τι κάθεσαι ήσυχα και δε σηκώνεσαι, που σε μιλεί ο βασιλιάς της Ανατολής, ο αφτοκράτορας της Πόλης;
Για διές καλήτερα τους «ομογενείς», τι αγάπη που μ' έχουν τώρα! Πάρε παράδειμα και συ. Όλο με κολακέβουν και με καλοπιάνουν. Ο μεγαλήτερός τους φίλος έγινα σήμερα. Κάμε και συ σαν και κείνους. Φτάνουν τα μπόσικα λόγια. Τίποτις από τα τέτοια δε βγαίνει. Έλα μαζί μου. Δε βλέπεις που ξέχασαν το παλιό το μίσος και την πρώτη σκλαβιά και τα δάκρια; Γιατί τάχατις δεν έρχεσαι σε μένα; Μήπως εσύ θυμάσαι και δε συχωρνάς; Τι; δεν το ξέχασες άραγες ακόμη που οι δικοί σου δεν μπορούσαν πρώτα στο δρόμο να βγουν, α δεν τους έδινα την άδεια, που οι μαννάδες σας έπρεπε σα χανούμισσες να σκεπάζουν το πρόσωπό τους, που μια εκκλησιά δεν είχετε να πάτε, που τους πλούσιους τους έσφαζα σαν τα πρόβατα, και που τις χριστιανές σαν πατσαβούρες τις πατούσα; Μήπως έχεις υποψία που αν μπορούσα, θα ξανάκαμνα πάλε τα ίδια; Δεν κατάλαβες που πια κανείς δεν τα θυμάται τα τέτοια; Σκλάβοι, σκλάβοι γεννηθήκετε στην Πόλη και θα πεθάνετε σκλάβοι!
Να σε πω το κάτω κάτω, δε με μέλει πολύ για τα λόγια σου. Ρίξε πέτρα στη θάλασσα, και πες με αν μπορείς να μετρήσης τι βάθος έχει. Έτσι και μαζί μου. Ποτές σου δε θα καταλάβης, κι αν πέτρες χιλιάδες ρίξης μέσα, ως που πάει το μίσος μου για σένα. Όχι! δεν το λέω σωστά. Πού να σε μισήσω; μήτε σε ψηφώ. Φαφλατάς και συ σαν τους άλλους. Βέρος πολίτης! Με τις φωνές και με τις ρητορικές δε θα κάμης δουλειά. Αφτά ξέρετε σήμερα• μα τα λόγια δε φελούν. Έτσι δε μας πιάνεις. Το λιοντάρι πολεμάς να φοβερίσης;
Εμείς άλλα θέλουμε. Οι γονιοί σας ήξεραν την τέχνη. Ας είσουν και συ σαν το Μισέ — Γιάννη! Να άθρωπος! Λόγια πολλά δε συνήθιζε• ως τόσο φτάνει να ζητούσε κατιτίς, αμέσως του τόκαμνα. Τον έλεγαν το μάτι της Χιος και το στόμα του βασιλιά. Μη σε μέλη! όλοι οι Γραικοί δε φιλούσαν πόδι. Μια μέρα πήγε στου βεζίρη μου, θύμωσε για ένα λόγο που του είπε ο βεζίρης, και του πέταξε το φέσι του στο πρόσωπο. Τέτοιοι είταν οι ραγιάδες. Μ' άρεζε πολύ κείνος ο άθρωπος. Του έδωσα τη Χιο, να την έχη• τόντις την είχε, γιατί δεν άφινε Τούρκος να πατήση στη Χιο, αν πρώτα δεν του ζητούσε άδεια. « Γιατί μας σφάξετε και μας γδείρετε, έλεγε, γίνεται τάχατις όλο να μας σφάζετε και να μας γδέρνετε;» Τι να τον πης έναν άθρωπο που σε μιλεί σωστά; Όσο βάρβαρους κι α μας έχεις, φτάνει να φερθής με κρίση και με τρόπο• νοιώθουμε και μεις από δικιοσύνη. Κάπου κάπου μ’ έφερνε πορτοκάλια, μαστίχα, λεμόνια σ' ολόχρυσα πανέρια• ήξερε να με πη κ' ένα λόγο ζαχαρένιο να με κολακέψη• — « Νάσου, αφέντη μου, κ' ένα λουλούδι του μπαχτσέ σου.» Ως τόσο τον μπαχτσέ, εκείνος τον είχε. Πιώτερο καλό σας έκαμαν οι τέτοιοι παρά οι σημερνοί σας διπλωμάτες. Όλο φρόντιζε για τους δικούς του και μόλον τούτο είτανε φίλος πιστός και μ' αγαπούσε. Τον ερίφη! Πόσο τον αγαπούσα και γω! Όταν πέθανα, μόνος εκείνος ήρθε στο λείψανό μου. Ακόμη δεν το ξεχνώ. Όλοι τον είχαν πατέρα και προστάτη κι όταν έφταξε η ώρα του και κεινού, έμειναν οι Ρωμιοί ωρφανεμένοι, σαν πρόβατα δίχως τσοπάνη.
Εσύ για μένα τι έκαμες; Με ζήτηξες τίποτις ποτές σου; Με γύρεψες τη Χιο; Ήρθες στο λείψανό μου; Πώς τολμάς τώρα και βγαίνεις στον τόπο μου μέσα να με βρίζης; Σιχτίρ, σιχτίρ, γκιαούρ! Πρόσεχε καλά. Ο Τούρκος είναι ήσυχος και δε σε πειράζει, όσο δεν του δώσης αφορμή. Μα φτάνει να τον πειράξης, και τότες φαίνεται τι είναι και τι τον έκαμε η φύση• βάρβαρο θεριό. Μη νομίζης που για το χατίρι σου θαλλάξω. Σιχτίρ, σιχτίρ, γκιαούρ! Πήγαινε στις επαρχίες να διής αν μπορεί να κουνήση ο ραγιάς. Εκεί θα μάθης με τι σιδερένιο χέρι σας βαστώ. Εδώ είμαι αναγκασμένος να φέρνουμαι διαφορετικά• στην Πόλη φοβούμαι, γιατί με βλέπει η Εβρώπη. Μα μην πάρης θάρρος. Και δω μπορώ καμιά ώρα ναγριέψω. Ο Τούρκος είναι πάντοτες Τούρκος. Στο λέω, για να το ξέρης. Έλα, όσο είναι καιρός, να γίνης δικός μου• έλα να σε δώσω καμιά δουλειά στο παλάτι. Μπαίνεις υπάλληλος κ' έπειτα κάθεσαι και μιλείς ήσυχα και σοφά για τις εβγένειες της γλώσσας, για τον Ξενοφώντα, σκορπίζεις δοτικές, κόφτεις όσα λόγια κόφτει η γλώσσα σου για την αναγέννηση της Ελλάδας κι όλος ο κόσμος απορεί με τη ρητορική σου.
Δε θέλεις; τότες βλέπεις ποίος είμαι. Μη νομίσης που προσμένω να πολιορκίσουν την Πόλη ή να την πάρουνε, για να σας σφάξω όλους σας στα σοκάκια. Μη θαρρής που για να ξανακάμουμε κανένα γιουρούσι, πρέπει πρώτα νανάψη μέσα μας ο φανατισμός. Και τώρα σας ξεπαστρέβω. Ας ορίσουν κατόπι οι Δυνάμες. Σιχτίρ, σιχτίρ, γκιαούρ! Ο Μαχμούτης είμαι γω. Δεν τους βλέπεις όλους αφτούς που κείτουνται γύρω γύρω στα μνήματά τους; Ένα λόγο φτάνει να πω κι όλοι τους σηκώνουνται με μιας, όλοι τους αρπάζουν το σπαθί, γιατί άλλο τίποτις δεν είστε για μας παρά ραγιάδες, γκιαούρηδες, σκυλιά και με μια κλωτσιά στο Σαράι μπουρνού σας πετούμε.»
Τέτοια μ' έλεχε ο Μαχμούτης• έτριζαν τα δόντια του, βροντούσε η φωνή του, κι όσο μιλούσε σάλεβαν τα σαρίκια, άνοιγε το χώμα κ' ένας ένας οι Τούρκοι έβγαιναν από τον τάφο τους και τριγύριζαν τον καλίφη τους.
Τον κοίταζα καλά καλά μέσα στα κάτασπρά του μάτια και πολλά λόγια δεν του είπα.
— « Τη Χιο μήτε στη ζήτηξα, μήτε στη ζητώ, μήτε θα στη ζητήξω ποτές. Από σένα δεν την προσμένω. Μάθε το, Μαχμούτη, γιατί φαίνεται που δεν το ξέρεις. Ο κόσμος είναι δικός μου. Μη ρωτάς τόνομά μου• μη γυρέβης να σε πω α με λεν Πέτρο, Γιάννη ή Θανάση. Τόνομά μου; θέλεις να στο χτυπήσω στη μούρη και να στράψη στο μάγουλό σου σαν μπατσιά; Λεφτεριά, Λεφτεριά με λένε. Δεν είμαι ένας, είμαι λαός. Δεν είμαι άθρωπος, είμαι ιδέα. Δεν είμαι Γραικός, είμαι Εβρώπη. Να το ξέρης• η Λεφτεριά σουλτάνους δε φοβάται. Ότι πη θα γίνη• όπου περάση, θα χαθής. Από παντού σα σκύλο θα σε διώξη. Μια πήχη γις σ' όλη την οικουμένη δε θα βρης για να μπήξης το παλούκι που θα βγη η ψυχή σου. Μεγαλήτερο από το δικό σου, είναι το βασίλειο το δικό μου• είναι απέραντο σαν τον κόσμο κ' οι πολίτες του αρίφνητοι σαν ταστέρια. Τη δύναμή μου, μήτε στόνειρό σου την είδες, γιατί ως τώρα δε φοβήθηκα βασιλιάδες, με φοβήθηκαν εκείνοι κι απορώ με την τόλμη σου και με το θυμό σου• ποιος είσαι συ και με μιλείς με τόσο θάρρος; Από το δρόμο μου να φύγης! Δεν το βλέπεις, σουλτά Μαχμούτη, που είσαι σκιά, σκιά και τίποτις άλλο; Φτάνει να το θέλω, και σα σκόνη, σαν κουρέλλι, σα σκουπίδι μ' ένα χτύπημα του χεριού μου σε ξεπαστρέβω.»
Σηκώθηκα τότες, ήσυχος και φοβερός. Φύσηξα κι άρχισε ο Μαχμούτης να τρέμη σαν το ψάρι. Του κάκου προσπαθούσε, του κάκου πολεμούσαν οι δικοί του να με σπρώξουν, ο ένας με το σπαθί, ο άλλος με το κοντάρι. Έπρεπε, έπρεπε όλοι τους να φύγουν από μπρος μου• έτσι είτανε στον ουρανό γραμμένο. Δε χωράτεβα πια. Κοντά κοντά πήγαινα στους Τούρκους, κι όσο προχωρούσα, πίσω πίσω τραβιούνταν οι καταραμένοι.
Άξαφνα ακούστηκε μια φωνή — τρομάρα! — σαν το θάνατο φοβερή. Ταράχτηκε η γις, σείστηκε ο κουλάς, κλωνίζουνταν η Εβρώπη. Άρχισα να τρέμω. Σαν το λιοντάρι που ξαφνικά προβάλλει στην άκρη του βουνού και κατεβαίνει, φάνηκε ο αδερφός μου ο Γιάννης απάνω στο λόφο. Στάθηκε μια στιγμή, και μ' όλη του την ορμή τον είδα να κατεβή, να πεταχτή, να πέση απάνω στα σκυλιά. Τρέχαμε κ' οι δυο μας, εκείνος μπροστά, εγώ πίσω. Κατρακυλούσαν οι Τούρκοι ο ένας απάνω στον άλλο, με το Μαχμούτη μαζί. Ίσια με κάτω στο γιαλό τους σπρώχταμε, για να πνιγούνε στη θάλασσα μέσα. «Δρόμο, δρόμο», φώναζε δυνατά το λαμπρό μου το παλληκάρι• « Έρχεται και νάτος! ταφεντικό σας φτάνει!» Έβραζε ο θυμός του• σειούνταν το κορμί του σαν το δέντρο που άνεμος το περεχύνει• εμένα έδειχτε στους Τούρκους με φοβέρες και γίνουνταν όλεθρος η φωνή του• — «Δρόμο, δρόμο τα σκυλιά. Καπιτάν μπονρντά γκελίορ!»
ΙΕ'.
Μάθημα.
Με τους σουλτάνους δεν είναι φρόνιμο να μαλλώνη κανείς, ας είναι και πεθαμμένοι. Τέτοιοι καβγάδες έχουν κάτι συνέπειες δυσάρεστες. Συλλογίστηκα πως θα είταν καλό να φύγω γρήγορα από την Πόλη. Έπειτα, να πούμε την αλήθεια, αφτοί οι καβγάδες δε φελούν και πολύ. Σας είπα που έσπρωξα το Σουλτάνο ίσια με κάτω στο γιαλό• καλά! μα μπορούσα να τον πιάσω; Όχι βέβαια, αφού είτανε σκιά. Και ποια είναι η δύναμη του Τούρκου; ίσια ίσια που είναι σκιά. Γι' αφτό κ' η Εβρώπη δεν τον πιάνει.
Για να μη με πιάση και κείνος στα ξημερώματα, αποφάσισα να φύγω πρωί πρωί. Είχε βαπόρι την ίδια μέρα. Μπαρκαρίστηκα και πήρα δρόμο για τη Χιο.
Η θάλασσα είταν καλή• είχαμε και καλή συντροφιά. Στο ταξίδι κάμνει κανείς γρήγορα φίλους• τελειώνει το ταξίδι, τέλειωσε κ' η φιλία. Απάντησα έναν ταξιδιώτη στο κατάστρωμα κι αρχίσαμε τις κουβέντες. Μ' είπε που είτανε δάσκαλος, δε θυμούμαι πού• είχα όμως ξεχάσει όλους διόλου να του πω τι γύρεβα κι από που έρχουμουν, και δε με ρώτηξε ο ίδιος. Μιλούσαμε για το ένα και για τάλλο, για το λαμπρό τον καιρό, για τα κύματα που είναι μαβιά και για τα σύννεφα που είναι άσπρα, κι ως τόσο κάπου μαβρίζουν. Εκεί που μιλούσαμε, δεν ξέρω πια τώρα καλά καλά τι έλεγα, μα θυμούμαι που πήγαινα ναρχίσω μια φράση με τη λέξη• «Νόμισα…»
— Με διακόφτει αμέσως ο δάσκαλος — το συνηθίζουν κάποτες μαζί μου — και με λέει• «Ενόμισα.» — Αθώα κι απλά του κάμνω γω• — «Γιατί τάχατις ενόμισα;»
— « Διότι, μ' απαντά, η αρχαία είναι ευγενεστέρα και δια του ε καταντά ευγενικώτερος ο τύπος.»
Δεν ξέρω αν είδες ποτές σου στους κάμπους μαραμένα λουλουδάκια να γέρνουν τα κεφαλάκι τους λυπημένα κατά γης; Στάσου να πέση στη στεφάνη τους μέσα μια σταλαματιά νερό• τα βλέπεις αμέσως χαρούμενα και γελαστά. Έτσι τόπαθα και γω• για το διψασμένο, για το καταξερό μου το μυαλό, δροσιά είταν τα λόγια του δασκάλου. Με φάνηκε που με μιας φωτίζουνταν ο νους μου, που τέλος ποτίζουνταν αλήθεια. Τώρα καταλάβαινα ξαφνικά τι θα πη ορθή κρίση. Ζούσα στο σκότος και να που θωρούσα τον ήλιο για πρώτη φορά. Τόσο μεγάλος, τόσο φρόνιμος μ' ήρθε ο λόγος του δασκάλου, που κατέβηκα αμέσως να κλειδωθώ στο καμεράκι μου κάτω, για να μπορέσω πιο ήσυχα να μετρήσω, σαν το φιλάργερο, πόσους θησαβρούς είχα μαζώξει στο κεφάλι μου μέσα σε διάστημα μιας στιγμής, σε μια μόνη λέξη.
Θαρρούσα πρώτα που όλη η εβγένεια του αθρώπου είναι μέσα στην ψυχή του• νόμιζα που ένα πράμα, ό τι όνομα κι αν του δώσης, δεν αλλάζει τη φύση του. Έλεγα• — «Να μεθήσω με κρασί ή με οίνον, το ίδιο μεθώ. Κι αν πω μεθύω, με φαίνεται που πολύ δεν πρόκοψα.» Ο ποιητής, που θα κάμη στίχους, πρώτα θα κοιτάξη να διή αν είναι τόντις ποιητής• τότες βάζει ποίηση και στη γλώσσα που θα γράψη. Αν του έρχουνται πού και πού δυο ιδέες, αν έχει κεφάλι, καρδιά και λίγη τέχνη, ανάγκη καμιά δεν είναι να κάμνη τον Κινέζο• θέλω να πω, δε θα πιστέβη που ένα ψώφιο πράμα — σαν το ψηφί —, έχει μέσα του καμιά εβγένεια ξεχωριστή, καμιά αξία δική του• το ψηφί, για να ζωντανέψη, πρέπει το πνέμα να φυσήξη και να του δώση έννοια κ' εβγένεια. Για να φανή κανείς μεγάλος, δε θα προσέξη μόνο στους τύπους• θάχη το νου του στο νόημα που βγαίνει από τα λόγια του. Ο Όμηρος, που μιλούσε χυδαία στην εποχή του, στάθηκε βέβαια μεγαλήτερος ποιητής από τους σημερνούς μας τους δασκάλους που γράφουν την καθαρέβουσα. Έτσι θαρρούσα• μα βλέπω που το σύστημά μου τούτο είναι κακορίζικο• το παραιτώ και τώρα πιάνω άλλο.
Ναι! δασκαλάκι μου, κατάλαβα και μη σε μέλη! Όλο σαν και σένα θα λέω. Με το σύστημα το δικό σου, όλα πιο σωστά μ' έρχουνται σήμερα. Πού να το συλλογιστώ, πρι να με το πης, που ένα μικρούτσικο ε έχει τόση αξία; Τούτο το ε δε φαίνεται, κι όμως από ζώο που είμουν, άθρωπο με κάμνει. Με ξεβγενίζει. Δεν το παρατηρούσα πριν κ' έλεγα μέσα μου• — « Οι παλιοί μας οι προγόνοι έβαζαν εκεί ένα ε• εμείς δεν το βάζουμε. Ας λέω λοιπό νόμισα αφού δεν πάλιωσα ακόμη.» Εσύ τώρα μ' έδειξες την τύφλα που είχα. Το ε τούτο, που το είχα για τίποτις, βγαίνει πριγκιπάτο. Με πλουτίζει• με δίνει εβγένεια, τιμή, δόξα, μπορεί να με φέρη και παράδες. Ποιος ξέρει; καμιά ώρα, όταν το μάθουν πως λέω « ενόμισα» κι όχι « νόμισα», αφτό το ε θα με κάμη να διοριστώ καθηγητής στο Παρίσι, αργότερα να γίνω της Ακαδημίας, άξαφνα και πρόεδρος της Δημοκρατίας. Σήμερα έννοιωσα για πρώτη φορά τι θα πη_» αύξησις»• αφξάνει_, μεγαλώνει τον άθρωπο. Οι γλωσσολόγοι σπάνουν το κεφάλι τους για να καταλάβουν τι νόημα είχε τούτο το ε και γιατί το κάθιζαν οι Έλληνες στον παρατατικό και στον αόριστο, γιατί μόνο στην οριστική, και γιατί στην αρχή δεν τόβαζαν κάπου διόλου. Εγώ τώρα ξέρω καλήτερα και βλέπω τη σημασία του ε, Οι Έλληνες είταν ξυπνοί αθρώποι• συνήθισαν το ε οι μαριόλοι, μόνο και μόνο για να δείξουν εβγένεια μεγαλήτερη. Η εβγένεια, τι θαρρείτε πως είναι; Είναι πάντοτες εκεί που πρέπει να βάζης εκείνο που πρέπει. Και διές! όχι μόνο στο « ενόμισα» έχωσαν το ε, αλλά τόβαλαν και στο «εμέ», χωρίς λόγο κανένα, γιατί και το «με» είταν αρχαίο κ' έμοιαζε πως φτάνει. Οι Έλληνες ως τόσο, μοναχοί τους μέσα στους άλλους λαούς της εβρωπαϊκής φυλλής, έφτειαξαν ένα «εμέ». Του κάκου βασανίζουνται οι καημένοι οι γλωσσολόγοι, για να βρουν την αιτία αφτουνού του ε. Ποιος δε βλέπει τώρα την αιτία; Οι αρχαίοι κοίταζαν πώς να δείξουνε στους ξένους την εβγένεια της ψυχής των• όπου μπορούσαν το λοιπό, γλυστρούσαν ένα ε. Έτσι τόκαμαν και με την αντωνυμία• είταν ανάγκη να το βάλουν άδικα και παράλογα και στην αιτιατική, αφού το είχε πια η ονομαστική εγώ. Έφτανε να κάμη λόγο ένας αρχαίος για τον εμαφτό του και να πη εγώ ή εμέ• από το ε καταλάβαινε αμέσως ο ξένος πόσο τόντις εβγενής είταν ο αρχαίος.
Διέστε όμως πώς το ένα φέρνει τάλλο, πως μ' ένα λόγο σωστό μπορεί κανείς να βάλη πράματα στο νου του που μήτε τα στοχάζουνταν πριν. Έπιασε ποτές σας κανένας να ξετάση γιατί τάχατις οι αρχαίοι είχαν τόσο κεφάλι, έγραφαν τόσο καλά, έκαμναν τέτοιους στίχους, και σε πετούσανε μια φαντασία, κάτι ιδέες που σήμερα ακόμη ο κόσμος απορεί; Γιατί βγήκε Πλάτωνας, Όμηρος, Σοφοκλής; Γιατί; το ρωτάς; Γιατί μιλούσαν αρχαία. Άμα μιλήσης, αρχαία, όχι μόνο μιλείς καλά, μιλείς και μ' εβγένεια. Κοίταξε τώρα τους δικούς μας και θα τα καταλάβης καλήτερα. Είναι πράμα γνωστό που οι δασκάλοι δεν έχουνε μήτε φαντασία, μήτε ιδέες, μήτε νου, μήτε καρδιά, μήτε κεφάλι. Τα μυαλό τους δε γέννησε ποτές μισή ιδεΐτσα. Τι είναι τέχνη, τι θα πη ποίηση ή φιλολογία, μήτε το ξέρουν. Ως τόσο δε με λες πώς το κατωρθώσαμε κ' έχουμε σήμερα τη μεγαλήτερη, την ωραιότερη φιλολογία της Εβρώπης; Γιατί μας δοξάζει ο κόσμος; γιατί μας ζούλεψαν κ' οι αρχαίοι; Για ποιο λόγο η Θεοδώρα του Κλέωνος Ραγκαβή ακούστηκε στα Παρίσι, μεταφράστηκε σ' όλες τις γλώσσες, και κατάντησε σήμερα στην Εβρώπη πολύ πιο γνωστή από την Ιλιάδα; Γιατί τάχατις, σ' ό τι μελάνι κι α βουτήξη ο δάσκαλος την πέννα του, λες πως στάζουν από την πέννα του χρυσές σταλαματιές; Τα κατάλαβες γιατί; Γιατί γράφουμε την αρχαία!
Και δεν είναι μόνο που γράφουμε την αρχαία• κάμνουμε μάλιστα και τις καινούριες μας τις λέξες να φαίνουνται σαν αρχαίες. Τώρα θα διής τι συνέπειες μπορεί νάχη το σύστημα του δασκάλου μου, πόσο πατριωτισμό είναι γεμάτο, πόση τιμή θα φέρη σ' όλο το έθνος. Τι δουλειά θα πιάσης με τα ξένα ονόματα, για να μη φαίνουνται ξένα; Τη χανούμισσα πώς θα την πης; Τους μπέηδες που θα τους βάλης; Το βεζίρη πώς θα τον κλίνης; Το κονάκι με τι τρόπο θα το σιάξης; Μήπως θα γράψης «οι χανούμισσες, ο μπέης, του βεζίρη, το κονάκι»; Ο θεός να σε φυλάξη! Αν το πης έτσι, θα φανής πρόστυχος, χυδαίος, βάρβαρος, ρωμιός. Πες το καλήτερα « αι χανούμισσαι, της χανουμίσσης, ο βέης, του βέου, οι βέοι, του βεζίρου, τοις βεζίραις, ίσως και βεζίρσι, το κονάκιον, τω κονακίω». Αμέσως γίνεσαι Περικλής.
Έχουμε κάτι άλλους λεκέδες στη νέα μας την ιστορία, που μπορούμε να τους ξεπλύνουμε με το σύστημα του δασκάλου. Κάτι ονόματα είναι τόντις ντροπή για το έθνος και για τον ελληνισμό. Γίνεται ένας άθρωπος να λέγεται Μπότσαρης; Γίνεται να λέμε Χατζηπέτρος, Μισολόγγι; Μπορεί ο Μαρκομπότσαρης να είταν ήρωας σαν το Λεωνίδα, μα δεν έννοιωθε τίποτις για τη γλώσσα• με τέτοιο χυδαίο όνομα μας έκαμε να ντροπιαστούμε στην Εβρώπη. Αμέ ο Αντρούτσος! Τι άλλο κακό είναι πάλε τούτο; Έχουμε άραγες στη γλώσσα μας τους βάρβαρους αφτούς τους φράγκικους φτόγγους και θαρχίσουμε τώρα σαν τους Γάλλους να λέμε b d και g; Θα το καταδεχτούμε να μιλούμε με μπ και τσ; Μήπως θα κάμουμε μια γενική «Μπότσαρη», με την ελεεινή κατάληξη η; Μας ταιριάζει ένας Χατζής, εμάς που είμαστε γνήσια παιδιά του Θεμιστοκλή; Δόξα σοι ο Θεός, που μπορούμε τουλάχιστο να λιγοστέψουμε το κακό. Δεν είναι πια δυνατό — και πολύ λυπούμαι — να ξεχάσουμε τέτοια ονόματα, να τα βγάλουμε από τη μέση. Μπορούμε όμως να λέμε «Μεσολόγγιον, Μεσολογγίου». Και τι; χρειάζεται άραγες νάχουμε σέβας για τέτοια κακορίζικα ονόματα; Ας κλίνουμε ο Βόσσαρις, του Βοσσάρεως• ας γράφουμε [Άζη] Πέτρος, μισοσκεπάζοντας τον Αζή. Τον Αντρούτσο, ας τον κάμουμε Ανδρούσσο. Έτσι δεν είναι πια ανάγκη να ντραπούμε για τον Μπότσαρη. Έχουμε μάλιστα στην καλή μας την ελληνίζουσα γλώσσα μια λέξη που δεν την έχει η χυδαία, και που ταιριάζει όλους διόλου για τέτοια δουλειά. Ιεροσυλία.
Καθαρέβουσα για ποιο λόγο λεν τη γλώσσα τους οι δασκάλοι; Γιατί όλα τα κάμνει άσπρα σαν το χιόνι, παστρικά σαν τα νερό. Με την καθαρέβουσα λες ό τι θέλεις, φτάνει να το πης ελληνικά. Άμα ο τύπος είναι αρχαίος, βλέπεις κ' έχουν τα λόγια σου κάτι που αμέσως αρέσει• αμέσως φαντάζουν. Οι πιο μπόσικες ιδέες σα διαμάντι γυαλίζουν τα πιο παρακατιανά φρονήματα, με την καθαρέβουσα, σε φαίνουνται μαργαριτάρια. Η καθαρέβουσα σε παστρέβει την ψυχή• στην ξεπλύνει• είναι σα νάπαιρνες καθάρσιο. Αφτή την αρχή μην την ξεχάσης ποτές• για να κυβερνηθή κανείς στη ζωή, για να προκόψη, πρέπει νάχη μια βάση καλή. Καλήτερη μη γυρέβης. Πρόσεχε στον τύπο• όλη η εβγένεια της ψυχής είναι στον τύπο μέσα. Μ' αφτό το σύστημα μπορείς να πης κακοήθειες• μπορείς να βρίσης τον κόσμο δίχως ο κόσμος να θυμώση, δίχως και συ να φανής χυδαίος. Το δάσκαλο, αν τον πης γαϊδούρι, θα πειραχτή και θάχη δίκιο. Αν τον πης όμως «όνον», τον κολακέβεις.
Τα πιο πρόστυχα πράματα, φτάνει να τα πης αρχαία, και τα βγάζεις όλη τους την προστυχιά. Μπορεί στη γλώσσα που μιλείς, — στου μπαμπά σου τη γλώσσα — να βρεθούν κάτι πράματα που ντρέπεσαι να τα πης με τόνομά τους. Όσο για μένα, το μολογώ, δεν κατώρθωσα ποτές να μιλήσω για ένα κάποιο πολύ χρήσιμο στρογγυλό πραματάκι, που βάζω κάθε νύχτα από κάτω από το κρεββάτι μου. Είναι μόνο και μόνο γιατί δεν ξέρω την αρχαία. Ένας δάσκαλος φίλος μου, που με φιλοξένησε σπίτι του μια βραδιά, με πολλή εβγένεια μ' έδωσε να καταλάβω τι ήθελε να με πη. Αφού με πήγε στην κάμερή μου, ήρθε πλάγι μου, με κοίταξε στο πρόσωπο και με πολύ σοβαρό ύφος μ' είπε τέτοια λόγια. — « Εντιμότατε κύριε καθηγητά, υπό της κλίνης ευρήσετε ευκόλως τα αγγείον, εν ω θέλετε δυνηθήν ίνα ουρήσητε νύκτωρ.»
Τι κάθουμαι και λέω; Η καθαρέβουσα μπορεί θάματα να καταφέρη. Τα πρόστυχα αντικείμενα, που είναι πρόστυχα φυσικά, μ' ένα λόγο μπορείς να τα ξεβγενίσης. Τη φύση τους αλλάζεις• γίνεσαι θεός• τα μεταμορφώνεις. Το γουρούνι, αν το πης νέτα σκέτα γουρούνι, δεν ταιριάζει• αν το πης χοίρος, από γουρούνι που είταν, αμέσως το κάμνεις λιοντάρι• η λέξη ναλλάξη, αλλάζει και το πράμα. Το κουρέλλι δεν είναι τρόπος να το βάλης στη γλώσσα σου, γιατί βρωμά• πες το τουλάχιστο κουρέλλιον κι αμέσως μοσκοβολά• δεν είναι πια κουρέλλι, είναι κουρέλλιον. Τα μούσμουλα είναι κάτι φρούττα σάπια, ολόμαβρα κι ο καθένας μπορεί ναγοράση. Εσύ μούσμουλα μην τα λες• βάφτιστα μέσπιλα και βγαίνουνε ρόδα.
Ξεναντίας ένα πράμα, όσο ωραίο κι αν είναι, ξεπέφτει άμα του δώσης ταληθινό του τόνομα. Το λιοντάρι, αν το πης λιοντάρι, το κάμνεις και μοιάζει κατσίκι. Το λουλούδι, αν ταφήσης λουλούδι και δεν το βγάλης άνθος, χάνει όλη του τη μυρωδιά. Λεφτεριά να φωνάζης, με ξεσκίζεις ταφτιά• πολύ πιο νόστιμο είναι, αγάλια και με τρόπο να ψιθυρίζης• «ελευθερίαν». Είναι τώρα δυνατό να λες τη μητέρα σου μάννα ή νενέ; Τι σ' έκαμε να τη βρίζης; Λέγε της «μήτερ» και πάντα προσπάθιζε να ελληνίζης.
Τώρα που το συλλογιούμαι, λυπούμαι τους καημένους τους Εβρωπαίους, Γάλλους, Ιταλούς, Γερμανούς και τους άλλους. Ελάτε να τους μάθουμε πώς πρέπει να φέρνουνται. Δε βλέπουν οι δύστυχοι πόσο βάρβαροι, πόσο πρόστυχοι είναι. Για τούτο δεν το κατώρθωσαν κι όλας νάχουν και μια φιλολογία της αθρωπιάς. Μιλούν τη γλώσσα του λαού και δεν τόχουν ντροπή. Ο λαός λέει padre• κάθεται ο Ιταλός και γράφει padre. Φωνάζει ο λαός κάθε ώρα liberté• να κι ο Γάλλος που τυπώνει liberté. Ως τόσο έφκολο τους είναι να ξεβγενίσουν τη γλώσσα τους. Τι τους κοστίζει; Ο Γάλλος δεν έχει παρά ναλλάξη δυο γράμματα για να το κάμη libertas, που είναι αρχαίο. Ο Ιταλός φτάνει λιγάκι να το σιάξη, και γίνεται το padre pater ή τουλάχιστο pader. Ο Γερμανός πάλε δεν έχει παρά να βάλη ένα ο, ένα s και λέει Άrtztος το γιατρό. Ποια είναι τάχατις η δυσκολία; ο καθένας θα τους καταλάβη, αν πουν pader, libertas, ή Άrtztος. Να τους μάθουμε το σύστημά μας, για να μην κυλιούνται στη λάσπη που κυλιούνται, να τους υψώσουμε το νου, να τους δείξουμε που είναι πολύ πιο σωστό να γράφουν και να λένε Chiffonium, Handschuhon, Asinos. Για τον κόπο, ίσως μας δώσουν και μας καμιά μέρα, όχι ένα brevet du gouvernement, αλλά κανένα βρεβέτιον του γοβερναμεντίου.
Όσο προχωρούσε το βαποράκι και κοντέβαμε να φτάξουμε στη Χιο, είχα στο νου μου τα λόγια του δασκάλου. Πόσο χαίρουμαι που μ' έδωσε ο λογιώτατος τέτοιο μάθημα. Τώρα βλέπω που πήραμε καλήτερο δρόμο από τους Εβρωπαίους• μπήκαμε σε πιο ψηλή σειρά. Εγώ λέω μάλιστα να ξεπεράσουμε τους αρχαίους. Γιατί τάχατις θέλουμε μόνο τους αρχαίους τους τύπους και δε σκορπίζουμε τα ε και κει που δεν τα είχαν οι αρχαίοι; Ξέρω που και χωρίς αφτό βάζουμε κάτω τους προγόνους, αφού στο μεσαιώνα αντίς « τοίος» λέγαμε συχνά «ετοίος», και σήμερα βγάλαμε ένα «εσύ» και κάπου ένα «ετούτος». Έτσι δείξαμε που και μεις έχουμε κάποια εβγένεια δική μας• κάμαμε δυο τύπους καινούριους εκεί που οι αρχαίοι είχαν έναν τύπο μόνο με το παράλογο το ε, την αιτιατική εμέ. Αλλά μπορούμε να φανούμε πολύ πιο άξιοι. Το «ετούτος» και το «εσύ» τάφτειαξε ο πρόστυχος λαός, ο ίδιος ο λαός που και πρώτα είχε φτειάξει το «εμέ». Εμείς οι γραμματισμένοι μπορούμε να ταιριάξουμε τύπους της φαντασίας μας. Φτάνει κανείς μια φορά στη ζωή του να καταλάβη με τι τρόπο πρέπει να φέρνεται στον κόσμο• ο καλός ο τρόπος για κάθε περίσταση θα του είναι χρήσιμος. Να διήτε τι αναγκαίο που μπορεί να μας έρθη καμιά μέρα το σύστημα του δασκάλου. Άβριο βγαίνω στο δρόμο, περνώ μπροστά από ένα μαγαζί, βλέπω μέσα διαμάντια, ρολόγια, πετράδια, μαργαριτάρια. Μπαίνω γρήγορα γρήγορα, αρπάζω τα διαμάντια και τρέχω. Τρέχει πίσω μου ο χρυσοχός και με πιάνει. Φωνάζει τον αστυνόμο κι ο αστυνόμος θέλει να με βάλη στη φυλακή. Με την καθαρέβουσα δε φοβούμαι τον αστυνόμο, γιατί του μιλώ αρχαία κι αμέσως βλέπει την εβγένεια της ψυχής μου. Άμα μ' αρπάξη και με πη• — «Εσύ είσαι ο κλέφτης;», τον κοιτάζω με περήφανο μάτι και για να καταλάβη τι άθρωπος είμαι, του λέω σοβαρά• — «Κύριε αστυνόμε, ουκ ενομίζω. Άπιθι εούν• κλωψ γαρ ειμί, ουχί δε κλέφτης.»
ΙΣΤ'.
Πόνοι κι αναστενασμοί.
Μήπως είναι πουλάκι που κελαδεί στην καρδιά μου; Μήπως είναι τα φτερά του που τρέμουν; Όχι! Είναι μόνο και μόνο που ο Χιώτης, όπου κι αν πάη, ποτές δεν ξεχνά την πατρίδα και πάντα γλυκαίνεται να τη βλέπη. Από μακριά την είδαμε τη Χιο κι αμέσως, σαν τα σύννεφα στον άνεμο, σκορπίστηκαν από το νου μου όλα τα λόγια του δασκάλου. Από μακριά την είδαμε τη Χιο, και μας φάνηκε, στα κύματα μέσα, σα χρυσολούλουδο του πελάγου. Από μακριά μυροβολούσε, ίσως για να μας χαιρετήση. Την καημένη τη Χιο! Ποιος θα τη διή και δε θα λυπηθή η ψυχή του; ποιος θα πατήση το χώμα της και δε θα κλάψη; Πόσα δεν έπαθε το δυστυχισμένο το νησί! Τι να τα λέμε; Έβγα στους δρόμους της όξω, ανέβα στα βουνά της και θα το καταλάβης. Φτάνει να κοιτάξης τους αθρώπους που είναι μέσα και δίχως να μιλήσουνε, θα στο πουν.
Όσο πήγαινε το βαπόρι, τόσο και κείνη προχωρούσε να μας απαντήση. Έρχουνταν η Χιο με τα βουνά της, με τους κάμπους της, με τις παντοτινές της πρασινάδες. Έρχουνταν κι όλο μυροβολούσε. Ο ήλιος κόντεβε να βασιλέψη• οι αχτίδες του είταν ακόμη σαν πλαγιασμένες απάνω στους λόφους και στις πεδιάδες• έλεγες πως κοιμούνταν. Κι ως τόσο σιγά σιγά παραπονιούνταν η Χιο. Μέσα από τα λαγκάδια, από τους βράχους κι από τα λιβάδια, μέσα από τους κάμπους κι από τα βουνά, μαζί με τω δέντρων τις μυρωδιές και ταρώματα τω λουλουδιών, έβγαιναν κρυφοί, μυριάδες αναστενασμοί. Τα λαγκάδια, οι βράχοι και τα λιβάδια, οι κάμποι και τα βουνά, οι πέτρες, το χώμα, τα λουλούδια, έμοιαζε πως είχανε φωνή κι όλο τα δύστυχο τα νησί αγάλια αγάλια μοιρολογούσε• — « Πότε, αχ! πότε θα φύγουν οι Τούρτσοι;»
Αναστέναζε η Χιο κι άλλα νησιά της απαντούσαν. Κ' η Κρήτη, κ' η Μυτιλήνη, κ' η Ρόδο, κ' η Σάμο κ' η θάλασσα όλη παραπονιούνταν. Η Χιο μοιρολογούσε πιώτερα από τάλλα τα νησιά• πια χαμηλή, κάτι πιο ντροπαλή μ’ έρχουνταν η φωνή της. Έλεγαν το ίδιο όλα τα νησιά κι από τον πόνο πήγαινε η καρδιά μας να ραγίση. Όλα λεφτεριά ζητούσαν. Έτριζε τα δόντια ο Κρητικός, θύμωνε το παλληκάρι στον πόνο του απάνω• — « Πότε θα τα διώξουμε τα σκυλιά;» Δεν είτανε νησί που να μην κλαίη. Από τον τόσο καημό έμοιαζε κ' η ατμόσφαιρα σαν πιο βαρειά, — σαν παραπονεμένη και κείνη.
Είχε γεμίσει ο ουρανός με τω νησιών τους αναστενασμούς. Με φάνηκε που τα παράπονά τους και τα κλάματα τα πικρά μισοσκέπαζαν τον ήλιο με το φως του• έμοιαζε σα να είταν ψιλός ψιλός αχνός, σα λεφτούτσικος καπνός που θόλωνε το γαλάζι. Κι ως τόσο δεν πήγαινε στον ουρανό η φωνή τους, δεν ανέβαινε στα ψηλά, μα σα συννεφάκι στέκουνταν πρώτα πρώτα στον αγέρα κ' έπειτα τραβούσαν οι αναστενασμοί ίσια ίσια στην Ελλάδα, ίσια ίσια στην Εβρώπη. Έλεγαν της Εβρώπης τα νησιά• — « Έλα! μη μας αφήσης μονάχα στων Τούρκων τα χέρια. Λυπήσου τα ορφανά, τα έρημα τα παιδιά.» Έλεγαν της Ελλάδας τα νησιά• «Μη μας ξεχνάς! Παραίτα τις μακρινές, τις δύσκολες ελπίδες. Μην κυνηγάς την Πόλη. Τους Σλάβους μην τους κυνηγάς. Μην έχης όλο στο νου σου μεγάλες ιδέες• ύστερα βλέπουμε. Έλα πρώτα σε μας• θα σε δώσουμε παλληκάρια να πολεμήσης• θα σε δώσουμε φόρους για να πλουτίσης. Με στρατιώτη και με παρά, ό τι θέλεις κατορθώνεις.
« Μη μας περιφρονής, μη λες• « Τα νησιά πάντα δικά μας.» Από μας πρέπει ναρχίσης. Διές μας και μας. Τι προσμένουμε; Λίγη βοήθεια να μας δώσης. Κάτι μπορούμε και μεις, γιατί πάντα, αγαπημένη μητέρα, εσένα ποθούμε, η λατρεία μας είσαι συ. Τη σημαία σου να διούμε και μας κάμνεις ό τι θέλεις. Τι φοβάσαι την Εβρώπη; Τι θα πη; μάννα μας δεν είσαι; Αμά πατήσης τούτο το χώμα, ποιος θα σε πη να φύγης; Έλα, έλα, γιατί μας βάραινε η σκλαβειά• στον κόρφο σου μέσα να μας πάρης• τα παιδιά σου σε ζητούν. Την πατρίδα μας θέλουμε όλα, και δε θέλουμε τίποτις άλλο.» —
Έτσι δέρνουνταν τα νησιά, τέτοιες κουβέντες είχαν ανάμεσά τους και σα σωστά με φάνηκαν τα λόγια τους. Την πονεμένη τη Χιο λυπήθηκα πιώτερα από τάλλα. Η τύχη της είναι ξεχωριστή. Βάσανα από πάνω κι από κάτω. Μέσα της έχει φωτιά που την τρώει. Βαθιά βαθιά στη θάλασσα κρυμμένο καίει το καμίνι, και κει που τη βλέπεις χαρούμενη, στα σωθικά της θρέφει το χαλασμό της. Από κάτω είναι κούφιο το χώμα κι ως τον πάτο της γης όλο βράζει το καζάνι. Κάπου κάπου ξεσπάνει και κλωνίζουνται τα βουνά, γκρεμνούν τα σπίτια και σκοτώνουν τους αθρώπους. Από πάνω άλλη φωτιά, άλλο καμίνι• ο Τούρκος κάθεται σαν την πλάκα στο κεφάλι της απάνω. Ο Τούρκος ξεσπάνει κάπου κάπου και κείνος• τότες πέφτουν τα κεφάλια. Αχ! πάλε κάλλια, παιδιά, ο σεισμός παρά το γιουρούσι. Κάλλια το καμίνι που βράζει παρά ο Τούρκος που σας πατεί. Τη φωτιά τουλάχιστο δεν τη βλέπετε• τον Τούρκο τον έχετε μπροστά σας κάθε μέρα, Η φλόγα που καίει στάντερα μέσα της Χιος σας πήρε μόνο το χώμα που ζήτε• ο Τούρκος σας έκλεψε τον ουρανό, σας σκεπάζει τον ήλιο που λάμπει για όλους, σας αρπάζει τον αγέρα που αναπνέουν όλα τα στήθια• σας σκλάβωσε και την ψυχή. Μια λέξη να πήτε δυνατά, λέφτερα να κοιτάξετε τον ουρανό δε σας αφίνει. Ανάθεμάν τον κι ανάθεμάν τον!
Είναι πούπετις νησί που νάπαθε τόσα; Ο Τούρκος αίμα δεν άφησε που να μη χύση. Όσους δεν έσφαξε, τους έκαμε δούλους. Πήρε παιδιά και μαννάδες, πήρε τα κορίτσια. Πόσους άκουσα να με τα λεν! Ποιος δεν τα θυμάται; Και να μη νομίζουμε που αφτά έγιναν και δε γίνουνται πια. Δεν τέλειωσαν τα βάσανα της Χιος. Με το σπαθί στο χέρι, στέκεται ο Τούρκος από πάνω της και τη φοβερίζει. Ας πάμε στη Χιο να τα διούμε. Κ' οι σεισμοί δεν τρομάζουν τον Τούρκο. Στο χαλασμό που έγινε είναι τώρα πέντε χρόνια, δεν ντράπηκε να μαζώξη φόρους. Πού να ξέρη ο Τούρκος τι έκαμε η Εβρώπη στο Μπερλίνο κι αν έφτειαξε συθήκες ή όχι; Η Εβρώπη είναι μακριά και δεν τη φοβάται; Τον παρά σου πρέπει να δώσης ή να σε πάρη τη ζωή σου. Διακόσιους στρατιώτες έστειλαν απάνω στα βουνά, για να κάμουν τι πράμα; Ένα χωριό να πολεμήσουν και να σκοτώσουν άντρες, γυναίκες και παιδιά. Οι πεινασμένοι, οι κουρελλιασμένοι πρέπει τώρα διπλούς φόρους να πλερώσουν και για ποιο λόγο; Για να χτίση στρατώνα η αφεντειά του, που με τους δικούς του παράδες δεν μπορεί μήτε στρατώνα να χτίση.
Οι γέροντες στα χωριά, όσο κι αν πονεί η καρδιά τους, πρέπει να κλειδώνουν τις πόρτες, άμα είναι να σηκώσουν τους φόρους, για να μη βγη χωρικός στη δουλειά, δίχως να δώση πρώτα τον παρά του. Άλλοι πάλε, που δεν έχουν ψωμί να φαν, προτιμούν από το παράθυρο όξω στα δρόμο να πέσουν, κι ας σπάσουν το κεφάλι τους. Ένας ζητιάνος είπε μια μέρα που φόρο να πλερώση δεν έχει, που όσο κι αν το θέλει δεν μπορεί. Ήρθε ένας ζαφτιές, να τον πάη κάτω στη χώρα• πήγαινε μπροστά ο ζητιάνος και πίσω του ο ζαφτιές. Κάθε ώρα τον έσπρωχτε, του σκουντούσε τη μέση με το κοντάκι, τον έκαμνε όλο αίμα και πληγή και του φώναζε τέτοια λόγια• — « Ο αφέντης μου σε προστάζει να του δώσης φόρο και τολμάς να μην τον ακούσης! Εσύ βγήκες, ψωρογκιαούρη, να βρίσης το βασιλιά μου και δεν ξέρεις που όλοι οι βασιλιάδες της Εβρώπης τόσο τον τρέμουν, που κανείς τους δεν τολμά να τον πειράξη.»
Οι δικοί μας στην Ελλάδα, τι κάμνουν, όσο μιλούν οι ζαφτιέδες με τέτοιο τρόπο; Λογαριάζουν πότε θα πάρουν την Πόλη, μετρούν πόσες δοτικές κατορθώνουν κάθε μέρα να πουν ή να γράψουν, πόσες είπαν τη δεφτέρα και πόσες την τρίτη. Καθαρίζουν τη γλώσσα. Ως τόσο κλαιν τα νησιά και δε βαστά η καρδιά σου να τακούς.
Φτάξαμε βράδυ στη Χιο κ' έπεσα να πλαγιάσω. Στις τέσσερεις το πρωί ξύπνησα άξαφνα. Με φάνηκε που κανένα ζώο τρομερό, κανένα θεριό μεγάλο πολεμούσε να σηκώση το σπίτι, για να περάση• η ράχη του έμοιαζε σαν τη θάλασσα να σηκώνεται και να πέφτη. Είτανε σεισμός. Ξαπλωμένος στο κρεββάτι μου, που σαν την κούνια πήγαινε κ' έρχουνταν, πρόσμενα να διώ τι θα γίνη. Έλεγα μέσα μου• — «Θα πέση το σπίτι; Σώθηκαν οι μέρες μας ή κι άβριο πάλε θα διούμε τον ήλιο;» Το κρεββάτι στάθηκε και δεν πάθαμε τίποτις. Μα να πω την αλήθεια, όταν άρχισε ο σεισμός, πολύ ήσυχος δεν είμουν• είχα κάποια σταναχώρια. Το πρώτο κούνημα του κρεββατιού μ' ήρθε κάτι δυσάρεστο• το δέφτερο με φάνηκε σαν πιο ποφερτό• στο τρίτο, κόντεβα να συνηθίσω. Μάλιστα, όταν τέλειωσε, πήγα να λυπηθώ. Αφτός ο σεισμός έχει τη φιλοσοφία του. Κάθε Γραικός έπρεπε νάρθη μια νύχτα να πλαγιάση στη Χιο. Τότες θα καταλάβη καλά ποια είναι η τύχη του Γραικού όχι μόνο στη Χιο, αλλά στην Ελλάδα και στην Εβρώπη. Δε στερεώθηκε ακόμη κι όλο κουνιέται. Δεν ξέρει σήμερα τι μπορεί να γίνη άβριο και λέει μέσα του• — « Θα γκρεμήσουν άξαφνα όλα ή θα χαρώ πάλε και το πρωί τον ήλιο της ζωής;»
ΙΖ'.
Το Πυργί.
Καλήτερα παίρνει κανείς την αναπνοή του στα βουνά. Στη Χώρα είναι πάρα πολλοί Τούρκοι και μ' έρχεται πλήξη να τους βλέπω. Σηκώθηκα το λοιπό να πάω να σεργιανίσω τη Χιο. Ένα πρωί, με το Σιορ Κωστή, κάτσαμε ο καθένας στο μουλάρι μας και σείραμε για τα μαστιχόχωρα. Ανεβαίναμε ψηλά ψηλά με τα ζα• κάποτες πάλε, κατεβαίναμε κάτω κάτω και πηγαίναμε κοντά κοντά στο γιαλό. Κάθε φορά που πηγαίναμε κοντά κοντά στο γιαλό, μ' έλεγε ο Σιορ Κωστής• — «Συχνά θα τραβούσε με το μουλάρι του στο γιαλό, συχνά θάρχουνταν ο Όμηρος νακκουμπήση σ' αφτό το βράχο που βλέπεις τώρα μπροστά σου. Εδώ θάγραψε την πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας και κοιτάζοντας τη θάλασσα, θάλεγε μέσα του• «παρά θίνα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης». Αφτά τα κύματα, που ακούμε και σήμερα να δέρνουν το περιγιάλι, θα τόδερναν και τότες. Τάκουγε ο Όμηρος και στιχουργούσε.»
Του αποκρίνουμουν εγώ πάλε• — «Σιορ Κωστή, ο Όμηρος δεν έγραφε, γιατί δεν ήξερε να γράφη. Στον καιρό του αρφάβητο δεν είταν ακόμη. Δεν μπορούσε λοιπό να δώση αριθμούς στις ραψωδίες και να πη άρφα τη μια, βήτα την άλλη. Ο Όμηρος είταν αγράμματος άθρωπος• να τόχης για βέβαιο, Σιορ Κωστή, οι δασκάλοι μας σήμερα ξέρουν πολλά πιώτερα. Σιορ Κωστή, ένας Όμηρος δεν είταν• είταν πολλοί. Η Ελλάδα μας στάθηκε πλούσιος τόπος• ένας μόνος ποιητής δεν της έφτανε• έβγαζε πολλούς μαζί. Όλοι τους αφτοί οι ποιητάδες πήγαιναν από δω κι από κει σ' όλη την Ελλάδα• ο καθένας είχε να πη το δικό του• άλλος έλεγε για τα καράβια που μαζώχτηκαν τότες στην Τρωάδα• άλλος για τη βρισιά που πάτησε ο Αχιλλές του Αγαμέμνωνα• άλλος για το Διομήδη που είχε όλο μαζί δύναμη και μαργιολιά• άλλος πάλε τραγουδούσε για τον Πρίαμο το γέρο, που μοναχός του πρόβαλε τη νύχτα ίσια με την τέντα του Αχιλλέα, για να πάρη με κλάματα και με πόνους του γιούκα του το κορμί• άλλος ήξερε άλλα να πη για την Ελένη, που με μάτι ουράνιες χάρες γεμάτο, κοίταζε από πάνω από τα κάστρα το κακό που γίνουνταν κάτω• θάμπωνε τους γέρους η ομορφιά της. Αφτούς τους φτωχούς, τους πεινασμένους που περπατούσαν και τραγουδούσαν και ζητούσαν ένα κομμάτι κρέας για ανταμοιβή τους, τους λέμε ραψωδούς. Ποίηση και φαντασία δεν είχε τότες ένας άθρωπος μόνος• είχε όλος ο λαός κ' είταν πράμα μεγάλο, σε μια μικρή χώρα σαν την Ελλάδα, με μιας να βρεθούν τόσα και τέτοια κεφάλια. Να σε πω μάλιστα κ' ένα άλλο, Σιορ Κωστή, γιατί έχω και γω την ιδέα μου. Όχι μόνο δεν έκαμε ένας ποιητής την Ιλιάδα, αλλά μήτε έγινε στον ίδιο τόπο• βγήκε μέσα από πολλά χωριά. Ένα χωριό μάθαινε μια ραψωδία, κι από το πρώτο το χωριό την έπαιρνε κ' ένα άλλο. Το καθένα την έσιαζε, την ξανάφτειανε, έβαζε μέσα και τη γλώσσα του. Για τούτο βρίσκεις τόσους αντίθετους, τόσους αλλοιώτικους τύπους στην Ιλιάδα• είναι χαμός καιρού να κάθεται κανείς να γυρέβη την πρωτότυπη γλώσσα της Ιλιάδας και να νομίζη που αφτή η γλώσσα είτανε μια και μόνη, ή που είχε ποτές ενώτητα και γραμματική απλή. Μην τα πιστέβης αφτά. Οι ραψωδίες, Σιορ Κωστή, άλλο τίποτις δεν είταν παρά δημοτικά τραγούδια, σαν τα δικά μας, απ’ αφτά που συνάζεις η εβγενεία σου και που σημειώνω κάποτες και γω. Και στα τραγούδια μας μέσα θα βρης τύπους αντίθετους, αλλοιώτικα γραμματικά συστήματα. Σ' ένα παραμύθι που θα σε πούνε σ' ένα χιώτικο χωριό, ακούς άξαφνα έναν τύπο που τον έχουνε μόνο στη Μακεδονία ή στο Μωριά! Μαζί με τους αθρώπους τρέχουν και τα παραμύθια. Αποφάσισε αν μπορείς σε τι γλώσσα έγινε πρώτα το παραμύθι. Απ' αφτά τα διάφορα τα τραγούδια ίσως βγη πάλε, Κωστάκη μου, καμιά μέρα και κει που δεν το προσμένει κανείς, μια καινούρια Ιλιάδα. Μη νομίσης που θα την παινέσουν οι δασκάλοι• θα πουν πρόστυχους τους στίχους, καθώς θάλεγαν και τον Όμηρο πρόστυχο, αν και σε κείνα τα χρόνια ζούσαν οι δασκάλοι, γιατί κι ο Όμηρος, σαν που λες, είταν αγράμματος ποιητής του λαού. Κι αν ο Όμηρος δε μιλούσε τη γλώσσα του λαού, πώς θα μάθαινε απ’ όξω τον Όμηρο ο λαός; Για βάλε το λαό μας, Σιορ Κωστή, να μάθη απ' όξω τη Θεοδώρα και τον Ηράκλειο. Να διούμε θα μπορέση;»
Ο Σιορ Κωστής τσίτωνε ταφτιά του κι άκουγε με προσοχή. Ο Σιορ Κωστής είναι σπάνιος Γραικός και δε μοιάζει τους άλλους• έχει περιέργεια ο νους του κι όλο θέλει να μάθη• δε νομίζει πως τα ξέρει όλα. Όταν του μιλείς για τον Όμηρο, δε θαρρεί που του τα λες για να τον πειράξης και τάχατις για να τον προσβάλης. Βλέπει που αφτά τα ζητήματα έχουν ένα σκοπό μόνο, την επιστημονική αλήθεια. Με τέτοιο σύντροφο μ' αρέσει το ταξίδι. Κεντήσαμε τα μουλάρια και πήγαμε μπρος. Ο σκοπός μας είταν καμιά δεκαπενταριά μέρες να μείνουμε στο Πυργί. Ας παν άλλοι να σεργιανίσουν την Εβρώπη• ας πα να διούν όσοι θέλουν, την Ασία με ταπέραντά της τα κράτη, την Αφρική με τα λιοντάρια, με τους άμμους και τα νερά της. Εμένα μ' αρέσει το Πυργί• τρελλαίνουμαι για τους Πυργούσους• στο Πυργί ξανοίγει η καρδιά μου.
Χάρηκα, άμα που το είδα το Πυργί. Στο Πυργί κ' οι πέτρες γελούν. Ο Πυργούσης δε σκύφτει το κεφάλι• λεφτεριά και καλοσύνη βλέπεις στο πρόσωπό του. Αχάριστος δεν είναι κι όλο θυμάται το καλό. Είναι έξυπνος κι ό τι πης, αμέσως το καταλαβαίνει. Ο Πυργούσης σέβεται τα παλιά του τα έθιμα• μάλιστα περηφανέβεται που τα βαστά. Έχει δίκιο ο Πυργούσης• ποτές σου δεν πρέπει ναρνηθής μήτε τόνομα, μήτε τη θρησκεία μήτε τη γλώσσα του πατέρα σου.
Όταν μπήκα στο Πυργί, ήρθαν όλοι τους να μ' ανταμώσουν. Κόντεβε να βραδυάση και σα λουλούδι στον ουρανό λίγο λίγο ξάνοιγε το φεγγάρι κι άρχιζε να χρησίζη. Νόμισα πως έβλεπα μπροστά μου παραμύθι ζωντανό και που ζούσα και γω μέσα, όταν τους είδα μαζωμένους δεξιά και ζερβιά στους στενούτσικους δρόμους, ανάμεσα στα πέτρινα σπίτια, τον καθένα με το δαδί στο χέρι, κάτασπρα ντυμένους να με χαιρετούν. Κάθουμουν απάνω στο μουλάρι και προχωρούσα σιγά κ' έδινα χεριές από δω, χεριές από κει και τα πρόσωπα γελούσαν και σα να δάκριζαν τα μάτια μου.
Σαν μπέης, μπέης έρχεσαι, σαν μπέης κατεβαίνεις
Σαν κυπαρίσσιν αψηλό μεσ' στο χωριό μας μπαίνεις.
Όχι, Πυργουσάκια μου, δεν είμαι μπέης κι ο Μαχμούτης το ξέρει• δεν είμαι κυπαρίσσι και μεγαλεία δε γυρέβω. Είμαι χωριατόπουλο σαν και σας και τα χωριάτικα μ’ αρέσουν. Η προφορά σας με γλυκοχαδέβει ταφτιά κι απορώ με τις φορεσιές σας. Ο Πυργούσης άλλο δεν ξέρει παρά την παλιά του τη φορεσιά. Άσπρα ρούχα φορούν οι άντροι, άσπρα ρούχα οι γυναίκες, άσπρα τα παιδιά. Πρέπει μάλιστα τις Πυργούσαινες να τις διής, τι χάρη που την έχουν, όταν αγάλια αγάλια, με χρόνο και με ρυθμό, σαν καράβι που κουνιέται και πάει, περνούν από κάτω από τις καμάρες, βγαίνουν από τις στενάδες μέσα, κι άξαφνα προβάλλουν όξω στη στράτα, για να πάνε στην πηγή, με το σταμνί στην πλάτη, με το μπράτσο ξεστρογγυλωμένο που βαστά το σταμνί, — όλες ασπροντυμένες, σα ζωντανές μαρμαροκολώνες που περπατούν, και φέγγουν απάνω στο γαλανό χρώμα τουρανού.
Παιδιά, σας έβαλα στην καρδιά μου! Ένα μάλιστα μ’ άρεσε στο Πυργί• ποτές δεν πάτησε Πυργούσης στο σκολειό. Για τούτο τους αγάπησα τόσο. Ένας Πυργούσης με μίλησε με πολλή γνώση• — « Τα γράμματα, λέει, τι θα τα κάμουμε; Αν είταν τουλάχιστο γράμματα που να μπορούσαν κάτι να μας χρησιμέψουνε, δε θάλεγα τίποτις• μα τα γράμματα που μαθαίνουμε, δεν έχουν κανένα νόημα για μας. Παίρνεις ένα χωριατόπουλο που μέρα νύχτα λέει τον πατέρα του Φέντη, που κλίνει ο φέντης μου και του φέντη μου• έρχεσαι του λόγου σου, καθίζεις το χωριατόπουλο στο σκολειό και του μαθαίνεις που πρέπει να κλίνη ο πατήρ, τω πατρί, ω πατερ. Το κάμνεις κι όλας να διαβάζη κάτι πατράσι, και πατέρε, που ποτές δε θα τα χρειαστή, στη ζωή του. Τον Ξενοφώντα με την αττική του δεν τον έχουμε ανάγκη• μας φτάνει να ξέρουμε τη γλώσσα μας. Αν έβαζαν τουλάχιστο το παιδί να κλίνη ο πατέρας, του πατέρα, τον πατέρα, μπορούσε κάτι να φεληθή το παιδί• έτσι θα μάθαινε να μιλή και μ' όλους τους άλλους Ρωμιούς, με τους ομογενείς σαν που τους λεν και θα καταλάβαινε που όλοι μας μαζί, μια γλώσσα έχουμε που μας ενώνει.
Εγώ, τσελεμπή μου, είμαι αγράμματος κι όσα σε λέω στα λέω με τα μικρά μου τα μυαλά. Έτσι με φαίνεται πιο σωστό. Έπειτα να σε πω την αλήθεια; Μας έπνιξαν τα γράμματα. Τα γράμματα είναι λούσσο. Έχει κανείς άλλα να συλλογιστή. Δε με λες, εσύ που γύρισες την Εβρώπη, τι χρειάζεται ένα έθνος για να γίνη μεγάλο και ξακουστό; Να στο πω σαν που το ξέρω και βλέπουμε α συφωνούμε. Ένα έθνος θέλει δυο πράματα για να μεγαλώση• θέλει μάθηση και στρατό. Τώρα σε παρακαλώ να με πης με τι τρόπο μπορεί ναποχτήση μάθηση και στρατό; Με τι παράδες θα πλερώση και το δασκάλο και το στρατιώτη; Με τους παράδες τους δικούς μου. Με του έμπορου τους παράδες, που μέρα νύχτα δουλέβει, με τους παράδες του χωριανού που ιδρώνει και σκάφτει τη γις. Είναι φρόνιμο λοιπό να κοιτάξουμε πρώτα να κερδίσουμε τους παράδες. Ο έμπορος κι ο χωριανός είναι τα πρώτα σου θεμέλια, κι αν έχεις στο νου σου να χτίσης παλάτι, απάνω στη πλάτη τους θα το χτίσης. Να μη σταβρώνουμε τα χέρια, νομίζοντας πως δεν ταιριάζει να κοπιάζουμε, πως τάχατις ξεπέφτουμε. Ξέρω που κάποτες μας περιφρονούν εμάς ή που βωλοσηκώνουμε ή που κάμνουμε τον έμπορο• κοντέβουν όλοι οι Γραικοί να γίνουνε δικηγόροι και γιατροί. Ως τόσο, το γιατρό και το δικηγόρο, εγώ είμαι πάλε που τους σπουδάζω.»
Να είχα χρήματα, Πυργούση μου, που τα λες τόσο καλά, με χρυσά γράμματα θα τύπωνα τα λόγια σου να τα μοιράσω στην Ελλάδα. Ας τα χαράξουμε στο νου μας, που δεν κοστίζει και παρά. Όλοι στο Πυργί τέτοιες ιδέες έχουν. Ένας μοναχά με χάλασε το κέφι• είταν ένα παιδί καμιά δεκαπενταριά χρονώ, φορούσε φράγκικα και πολεμούσε να μιλήση παστρικά. Μια μέρα περνούσα από το σπίτι του μπροστά• είταν ίσια η ώρα που έρχουνταν από το μάθημα το παιδί. Τάκουγα και φώναζε μέσα του πατέρα του• — «Δεν ντρέπεσαι για τη βάρβαρή σου τη γλώσσα• Βαρέθηκα το σπίτι που μιλούν τόσο πρόστυχα. Με κάμνει ντροπή να σ' ακούω. Δεν μπορώ πια να ζήσω στο χωριό. Έμαθα καλήτερα και θα γίνω δασκάλος.»