Ο πατέρας του ο καημένος δεν τολμούσε να πη λέξη κ' έμοιαζε σα ζεματισμένος. Τι να πη; ο γιος του ήξερε γράμματα και κείνος ο δύστυχος δεν ήξερε. Δε με φάνηκε παράξενο να μιλήση έτσι το παιδί• έπρεπε να τακούσουμε κι αφτό. Κάθε ασέβεια μάθαμε. Αφού μας έδειξαν που πρέπει να καταφρονούμε του πατέρα μας τη γλώσσα, είτανε συνέπεια να καταφρονήσουμε και τον πατέρα τον ίδιο που τη μιλεί. Είπα να με φέρουν το παιδί. Ήρθε χαρούμενο, κολακεμένο που το ζητούσε ένας καθηγητής. Όλα του τα ελληνικά με τάβγαλε στη μέση με μιας. Άμα τον είδα• — « Παιδί μου, του είπα, δε με λες, του πατέρα σου πώς του φωνάζεις, όταν είναι να του μιλήσης;»
— Πετιέται το παιδί και με κάμνει• — « Πάτερ!»
— « Μπα! και γιατί τάχατις δεν του λες πατέρα;»
— « Γιατί είναι λάθος.» — «Μπράβο, παιδί μου! Βλέπω που ξέρεις γράμματα. Θέλω και γω τώρα κάτι να με μάθης. Πώς κάμνει η γενική του ενικού και του πληθυντικού;» — «Πατρός, πατέρων.» — « Καλά! Δόσε με τώρα να καταλάβω γιατί έχει ένα η η ονομαστική, και γιατί δεν έχει η η γενική μήτε του ενικού μήτε του πληθυντικού; Για ποιο λόγο η γενική πατέρων τονίζει το ε, κι από πού βγήκε αφτό το ε και γιατί δεν τόχει η γενική πατρός; Ξέρεις να με το ξηγήσης;» — «;;» (Το καημένο το παιδί δεν έβρισκε να πη γρυ). — « Πες με τώρα κι άλλο. Σαν ανώμαλο με φαίνεται αφτό το πατήρ• φοβούμαι μήπως είναι λάθος. Από που ξετρύπωσε το άρφα της δοτικής πληθυντικής πατράσι; Γιατί με μιας χάνεται το ε και πότε βλέπεις η, πότε α, πότε τονίζεται το ε και πότε δεν τονίζεται; Έχει το λόγο της η ονομαστική — αιτιατική του δυικού ή δεν έχει;» — Έχασκε το παιδί, σα να τα είχε χαμένα. — « Δεν το ξέρεις; Ας είναι! Θα ξέρης τουλάχιστο να με ξηγήσης την κλητική πατέρα. Πώς έγινε η ονομαστική πατέρας; Γιατί έχει το σ και το α; Για ποιο λόγο βαστιέται το α της ονομαστικής στην κλητική, στη γενική, στην αιτιατική; Είναι νόμος γενικός στη γλώσσα μας, ταρσενικά να κρατούν το α της ονομαστικής σ' όλο τον ενικό, ή είναι λάθος; Μ' άλλα λόγια, πρέπει να λέμε του πατέρα ή μπορούμε άξαφνα να το κάμουμε του πατέρε, του πατέρου, ή και του πατέρη, όπως τύχη; Μια κλητική πατέρο, νομίζω, θα είναι λάθος• η κλητική πατέρα πρέπει λοιπό να είναι νόμος γενικός• αν είναι νόμος γενικός, λάθος δεν είναι, γιατί το λάθος κανόνα δε γνωρίζει• κι όπως το θέλεις το κάμνεις. — Άλλο τώρα• στον πληθυντικό γιατί δεν έχουμε α; γιατί στέκεται παντού ο τόνος στο ε; γιατί μοιάζει η ονομαστική με την αιτιατική; Ποιος είναι ο λόγος; Είναι με τάξη το πράμα ή δεν είναι;» — « Μα δε με τάμαθαν αφτά, με φωνάζει το παιδί απελπισμένο.» — « Δε στάμαθαν; Τότες να σωπαίνης. Για να λες ποιο είναι λάθος και ποιο δεν είναι, πρέπει πρώτα να ξέρης για τι μιλείς. Όποιος δεν είναι άξιος να σε πη μήτε πώς μορφώθηκε η ονομαστική πατήρ, μήτε πώς έγινε η ονομαστική πατέρας, δεν έχει το παραμικρό δικαίωμα ναποφασίζη, ποιος είναι και ποιος δεν είναι ο κανονικός τύπος, γιατί πρώτα πρώτα δε νοιώθει ακόμη τι θα πη κανονικός τύπος. Δεν ταιριάζει και πολύ να μας διδάσκη τι γλώσσα πρέπει να γράφουμε. Όσα λες είναι κούφια λόγια. Δεν είσαι σε θέση να κρίνης τι είναι λάθος και τι δεν είναι. Καλά θα κάμης ναφήσης τα πάιδιακήσια και πρώτος εσύ να μην τα συνορίζεσαι.»
Ας μη συνοριστούμε και μεις τα δασκαλεμένα τα παιδιά κι ας πάμε στη δουλειά μας! Για θυμηθήτε, Πυργουσάκια, Πυργούσοι και Πυργούσες, τι χρυσές κουβέντες που τις κάμναμε μαζί! Δεν έβγαζε λέξη το στόμα σας που να μην τη γράψω•
Άης Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία,
Βαστάει κόλλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι.
Έτσι τόπαθα και γω, παιδιά. Πάντα με το χαρτί στο χέρι, κι όταν περπατούσα στους δρόμους κι όταν είχαμε βεγγέρα το βράδυ. Έρχουμουν από την Καισαρεία και γω, μακριά μακριά σαν τον Άη Βασίλη. Κ' έπρεπε νάρθω τόντις από μακριά μακριά για να σπουδάξω τη γλώσσα σας. Οι δασκάλοι μιλούν όλο για παιδεία, για επιστήμη κι ως τόσο ποιος δάσκαλος κατάλαβε που τέτοιες μελέτες θέλει σήμερα η επιστήμη κ' η γλωσσολογία, δηλαδής να κάμουμε ξεχωριστά μονογραφίες για τα χωριάτικα κάθε χωριού. Ένα μόνο καταλάβαμε για την ώρα, ετυμολογίες• « η χανούμισσα θα πη χάνω το νου μου κι από το orecchio έγινε το γροικώ.» Τέτοια πάμε και λέμε. Μας έπιασε κι άλλη μανία• συνάζουμε λέξες. Μα δεν ξέρουμε που για να συνάξουμε λέξες, για να κάμουμε μια και μόνη ετυμολογία, πρέπει πρώτα να μάθουμε ποιοι είναι οι φωνολογικοί, ποιοι οι μορφολογικοί κανόνες της γλώσσας που ετυμολογούμε στα στραβά. Να τεντώνουμε ταφτιά μας και νακούμε πώς προφέρνουν τις πιο συνηθισμένες λέξες, να προσέχουμε πώς λεν εγώ και εσύ, καλημέρα και καλησπέρα. Έτσι θα μας φανερώση η γλώσσα τους θησαβρούς της.
Αχ! να μπορούσα! να είχα δύναμη, νου και ζωή! να είχα την τέχνη και τον τρόπο! Θάτρεχα παντού στην Ελλάδα• θα πήγαινα σ' όλα, σ' όλα τα χωριά ένα ένα. Με το σάκκο στον ώμο, με το χαρτί στο χέρι, θα μάζωνα, θα μάζωνα• θάρριχτα μέσα στο σάκκο κόλλες χαρτί• θάβαζα μέσα κάθε λέξη, κάθε τύπο, κάθε προφορά. Να είχα δέκα ποδάρια να περπατώ, δέκα αφτιά νακούω! Σαν κρασάκι να πιω τα λόγια του χωρικού• να διώ πώς μιλούνε σε κάθε τόπο, ποια γλώσσα μοιάζει με την άλλη, τι ξεχωρίζει το ένα ιδίωμα από τάλλο, πόσα γλωσσικά κέντρα βρίσκουνται στην Ελλάδα, πώς λίγο λίγο μορφώνεται μια γλώσσα, πώς καταντά μια γλώσσα χωριανή να γίνη κοινή σ' όλους, πώς ξαπλώνεται και διαδίδεται, πώς αλλάζει λίγο λίγο στην ψυχή μέσα και στο στόμα η αθρώπινη λαλιά. Χάνουνται τα χωριάτικα, πριν καταλάβη ο κόσμος τι αξίζουν και πόσο η σπουδή τους θα τιμήση την Ελλάδα. Αχ! να μπορούσα! Τόσα ζητήματα που σήμερα βασανίζουν τους σοφούς, εθνολογικά, ιστορικά, φιλοσοφικά ζητήματα, φτάνει να καταδεχτής νακούσης το χωρικό που σε μιλεί και βλέπεις την αλήθεια, και σ' έρχεται φως!
Οι λόγιοι σπουδάζουν τις γλώσσες, όσο τις βλέπουν τυπωμένες στο χαρτί και νομίζουν πως οι γλώσσες δεν έχουνε ύπαρξη παρά στο χαρτί. Αν άκουγαν τον Όμηρο να μιλή, δε θα πρόσεχαν τι λέει Τον έχουν τυπωμένο και μελετούν τους στίχους του. Πόσους άκουσα να με λεν — « Πώς θα γράφουμε τη δημοτική, αφού γραμματική δεν έχει;» Θαρρούν τάχατις πως είχε η αρχαία και που ο Πλάτωνας, κάθε φορά που πήγαινε να γράψη μια φράση, σκάλιζε στη γραμματική του να μάθη πώς έπρεπε να το γυρίση και ποιο τύπο να βάλη. Γραμματική νομίζουν πως είναι μόνο η γραμματική που τυπώνεται• όσο δεν είναι τυπωμένη, όσο δεν έγινε η γραμματική βιβλίο, σε λεν πως δεν υπάρχει. Φαντάζουνται με τα σωστά τους πως μπορεί να φανή μια γλώσσα στον κόσμο και που μπορεί να μιλιέται χωρίς νάχη τη γραμματική της, κι ας μην είναι η γραμματική τυπωμένη. Είναι το ίδιο σα να φαντάζουνταν πως μπορεί ένα σπίτι να στέκεται ίσιο δίχως θεμέλια. Βλέπεις πού κατάντησε το ζήτημα της γλώσσας• με τέτοιες παιδιακήσιες ιδέες έχεις να πολεμήσης. Τέτοια πρέπει να κοπανίζης, και θέλεις καλή πομονή για να μη βαρεθής και ταφήσης όλα στη μέση. Ο σκοπός της γραμματικής δεν είναι να φτειάνη γλώσσες μήτε να τις κανονίζη• είναι να βρη τον κρυφό τους κανονισμό, τους φυσικούς τους νόμους, νακούση πώς τις μιλεί ο λαός και να καταλάβη πώς τις έκαμε.
Ζωντανή γλώσσα είταν η αρχαία κι όχι ψώφια σαν την καθαρέβουσα. Σ' όλη την Ελλάδα, τότες καθώς και σήμερα, είταν ένα πλήθος χωριά και το καθένα μιλούσε τα χωριάτικα του καιρού του. Το ένα χωριό συγκοινωνούσε με τάλλο κ' έτσι μορφώθηκε λίγο λίγο και βγήκε μια δωρική, μια ιωνική, μια αττική γλώσσα. Η αττική που ξέρουμε σήμερα δεν είταν ενός μόνου χωριού γλώσσα• είταν ανακατωμένη, κοινή γλώσσα, καμωμένη από τις διάφορες λέξες, από τους χίλιους τύπους που συνήθιζαν οι χωρικοί όλης της Αττικής. Στην αρχή κι αφτή η δωρική άλλο τίποτις δεν είταν παρά χωριανή γλώσσα, πρόστυχη, χυδαία, και στα χωριά τη μιλούσαν. Ελάτε δασκαλάκια στο Πυργί να το διήτε. Ελάτε να μάθουμε γλώσσα τι θα πη, να καταλάβουμε και πράματα πολλά της αρχαίας που δεν τα χωρεί ο νους μας, όσο τα βλέπουμε τυπωμένα. Κάθε μέρα πιάνουμε τη γραμματική και διαβάζουμε μέσα τον τύπο τιμάω—τιμώ, φιλέω—φιλώ. Τα λέμε συνηρημένα ρήματα, γιατί μας έμαθαν έτσι να τα λέμε. Δεν απορείτε όμως πώς μπόρεσε το φιλέω να καταντήση στο φιλώ; Δε σας φαίνεται παράξενο ένα τέτοιο πήδημα; Δε ρωτάτε τι έγινε ο τόνος, που πήγε το ε που τον είχε, και πώς είναι δυνατό να χαθή ένα φωνήεντο με τόνο; Η συναίρεση στο χαρτί έφκολα γίνεται• δεν έχει κανείς παρά να βάλη το φιλώ κοντά στο φιλέω, και να τραβήξη μια γραμμή για να ξεχωρίση τα γράμματα και για να το κάμη φιλέ—ω, ώ. Μα οι Έλληνες που είπαν αντίς φιλέω φιλώ, δεν τράβηξαν καμιά γραμμή• δεν έκαμαν τη συναίρεση απάνω στο χαρτί• έτσι τόφερνε η ζωντανή προφορά κ' η ζωντανή προφορά δεν έχει μήτε τυπογραφεία μήτε βιβλία. Πόσα έπρεπε πρώτα να πάθη το φιλέω για να γίνη φιλώ! Έπρεπε να χάση τον τόνο του το ε, να πάη ο τόνος στο ω, να καταντήση το ε πιο ψιλό, μόλις νακούγεται, κ' έτσι λίγο λίγο νακουστή μόνο το ω. Όσο βλέπουμε το φιλώ στα βιβλία, ένας τέτοιος τύπος δεν μπορεί παρά να μας φανή λάθος τρομαχτικό. Και τι αθρώποι είταν οι Έλληνες για να μιλούν έτσι, να χάφτουν τόνους και φωνήεντα; Ίσως, αν πάτε στο Πυργί, — και σ' άλλα χωριά, — θα διήτε πώς έγινε το πράμα. Ταρχαίο το φιλέω—ώ δε θα τακούσετε πια, μα θα βρήτε άλλα πολλά που του μοιάζουν και θα καταλάβετε με τι τρόπο αλλάζουν οι γλώσσες. Πηγαίνοντας από ένα χωριό σ' ένα άλλο, θαπαντήσετε στο καθένα την ίδια λέξη με μια άλλη προφορά• θα πάρη ταφτί σας τις πιο μικρές διαφορές που έχουν αναμεταξύ τους όλα αφτά τα χωριά, θακουλουθήσετε τάπειρα φωνολογικά στάδια ενός τύπου και θα βλέπετε την κάθε αλλαγή και τη σειρά αλάκαιρη. Σ' ένα χωριό θα λεν η ψυχή, σ' ένα άλλο ψυ'ή με δασεία αντίς χ, σ' ένα τρίτο ψυή χωρίς τη δασεία, σ' ένα τέταρτο ψυή με μισό άτονο υ, πάει να πη που μόλις θακούσετε το υ, και τότες μόνο βγαίνει ο γνωστός τύπος η ψή, που δε σε φέρνει πια καμιά δυσκολία. Με τον ίδιο τρόπο και σταρχαία τα χωριά, αν είχαμε ζήσει σε κείνα τα χρόνια, θακούγαμε κάπου φιλέω, κάπου φιλέώ, κάπου φιλεώ με μισά ε κ' έπειτα φιλώ. Σπουδάζουμε τη γραμματική, μα το νόημά της μας ξεφέβγει• προσέχουμε στα στοιχεία κι αμελούμε την αλήθεια• ανοίγουμε τα μάτια και στουμπώνουμε ταφτιά μας. Πια καλά θα καταλάβης και τη γραμματική της αρχαίας και τη γενική γραμματική αν ακούσης πώς μιλούν, παρά αν πιάσης βιβλίο να μελετήσης. Μια μέρα τα χωριάτικα θα γίνουν η πρώτη βάση της γλωσσολογικής επιστήμης. Φτάνει να τα συγκρίνης με ταρχαία κι αμέσως ζωντανέβει το βιβλίο που διαβάζεις μόνο με τα μάτια• θα σε φαίνεται τώρα που τακούς και σε μιλεί.
Δάσκαλε, δασκάλε, μην καταφρονήσης στη ζωή σου τη γλώσσα του χωριού• είναι η αρχή της σοφίας. Άκουσε κ' ένα άλλο, ναπορήσης• όσο κι αν κοπιάσης, όσο κι αν πάρης να διαβάσης Πλάτωνα και Ξενοφώντα, όσο κι αν καθαρίσης τη γλώσσα σου, να το ξέρης• ποτές δε θα το καταφέρης να μιλήσης αφτή τη γλώσσα που θέλεις, τόσο καθαρά, τόσο νόστιμα και τόσο κανονικά, όσο μιλεί την γλώσσα του ο χωριανός
Ελάτε δασκαλάκια στο χωριό. Στο χωριό, με τον καθαρό τον αγέρα, με την ωραία τη φύση, θα ξανοίξη κι ο νους κ' η καρδιά σας. Όλα καλά στο χωριό. Χαίρεσαι διπλά τη ζωή, αν και κάπου κάπου κανένας κρυφός, κανένας γλυκός πόθος γεννιέται μέσα στην ψυχή σου. Νοιώθει κανείς μ' όλα του τα δυνατά ποίηση και φύση. Έκαμα και γω δυο πυργούσικους στίχους της Μαρούς του Γιαννίρη•
Γράμματα είν' τα λόια σου τσαι το Πυργκί σχολειό μου,
Τσ εώ Πυργκούη θα εννώ, α το κάω ωργκιό μου.
ΙΗ'.
Αγάπη.
Έλα μαζί μου στο βουνό• μην κάθεσαι κάτω στη Χώρα. Εσένα διψώ, εσένα παντού τα μάτια μου σε γυρέβουν. Την αγάπη σου θέλω και για τίποτις άλλο στον κόσμο δε με μέλει. Γιατί μ' αφίνεις μοναχό; Δε θυμάσαι στην πατρίδα σου κάτω, στη λατρεμένη μας την πατρίδα, δε θυμάσαι τη θάλασσα, που κάθε μέρα σηκώνεται και τραβιέται, όπως τη σείρη το φεγγάρι; Όταν τραβιέται, πάει μίλια μίλια μακριά και το περιγιάλι απομνίσκει ολόξερο, γυμνό, σαν ορφανεμένο. Όταν πάλε σηκωθή, περεχύνει στα γεμάτα τον έρημο τον άμμο• χαίρεται το διψασμένο το χώμα και τα παράλια ζωντανέβουν. Η καρδιά μου μοιάζει με το γιαλό• όσο δε σ' έχω, είμαι σαν το ξενιτεμένο το περιγιάλι κι όλο προσμένω να δροσιστώ με της αγάπης σου την πλημμύρα.
Εσύ μόνη στον κόσμο ξέρεις να θρέφης στην καρδιά σου μεγάλες ελπίδες, στο νου σου ψηλούς λογισμούς. Το καλό, το σωστό και τωραίο, τα νοιώθεις δίχως να στα πουν. Παντού προσπαθείς την αλήθεια να βρης, στην τέχνη, στην επιστήμη, στη θρησκεία. Την αλήθεια γυρέβεις στον ουρανό και στη γις• αφτός είναι ο πόθος της ψυχής σου. Κανενός όμως δεν το λες, κανενός δεν το φανερώνεις και μήτε ξέρεις η ίδια τι αξίζεις. Έχεις όλη τη χάρη τη γυναικήσια, έχεις την αφέλεια του παιδιού που δε γνωρίζει την ομορφιά του. Όλη σου η ζωή είναι μελέτη του καλού, είναι απλότητα και νοστιμάδα, είναι χαμογέλοιο και χαρά ταπεινή. Τα λόγια σου είναι γεμάτα γλύκα, φρόνηση και γνώση• με τον καλό σου, με το χαδεμένο σου τον τρόπο ξέρεις να πης του καθενός ένα λόγο. Όλο θέλεις αψηλά νάχουμε το νου μας, κ' η σοφία που κυβερνά τη ζωή σου μοιάζει σα λαμπάδα κρυμμένη που από μέσα φωτίζει σιγά κανένα άγαλμα χαριτωμένο.
Τι να σε πω που να σ' αξίζη; Τι τραγούδι να βρω που να σ' αρέση; Σαν το πουλί που τραβά ίσια με τα σύνεφα και στέκεται στον αγέρα με τα φτερά ανοιχτά, ανεβαίνουν οι λογισμοί σου και τον ουρανό με ξεσκεπάζουν. Τι θέλεις να κάμω για σένα; Η αγάπη σου με βάζει φτερά στην ψυχή. Για μια κόρη μοναδική σαν και σένα πρέπει να κάμη κανείς κανένα έργο μοναδικό. Τι βιβλίο, τι ποίημα να σε δώσω που να το χαρής; Θέλω κάτι να είμαι! Δε θέλω να φανώ μπροστά σου σαν τους άλλους. Σ' αγαπώ και στα μάτια σου μέσα, στα γαλανά σου τα μάτια προσπαθώ να διώ καμιά μέρα που κατάλαβες ώσπου μπόρεσε η αγάπη σου να με φέρη.
Τα γαλανά σου τα μάτια! Αχ! δεν πρέπει ποτές ο θάνατος να τα κλείση. Δε γίνεται με μιας να χαθή τόσο κάλλος. Ποτές δε φοβήθηκα τόσο το Χάρο, ποτές με τόση λύπη, με τόσο καημό δε συλλογίστηκα το θάνατο, όσο τώρα που κοιτάζω τα μάτια σου και λέω που μια μέρα ο Χάρος θα τα σφαλήξη. Στα μάτια σου φαίνεται όλη σου η ψυχή. Είναι βαθιά σαν τη θάλασσα, ήσυχα σα μια λίμνη, γλυκά σαν την αβγή. Τα βλέπω και μέσα τους βλέπω τον καθαρό σου το νου, την εβγένεια σου όλη, τα φρονήματά σου τα γενναία, τις ιδέες, τους λογισμούς σου, των ιδεών το σιγανό σου το φως. Είναι σαν αντηλιά της ζωής σου. Και τι; όταν τα σκεπάση αιώνια νύχτα, μαζί τους θα χαθή κ' η ζωή σου, κι ο κόσμος θα σε ξεχάση, άμα πια δεν τα διή; Αφού είδαν οι αθρώποι τόση χάρη, τόση καλοσύνη και τέτοια ψυχή, δε γίνεται να ξεχάσουν που φάνηκες μια μέρα μπροστά τους. Είναι χαρά για τη γις, όταν το πόδι σου την πατεί, χαρά για τον κόσμο όταν έρχεσαι και σε βλέπει που προβαίνεις. Εσένα σε χαίρεται η φύση• σε θωρεί, και το πλάσμα της καμαρώνει. Θέλεις ο κόσμος να φανή αχάριστος και να μη σε θυμηθή; Η μνήμη σου πρέπει να μείνη παντοτινή. Αχ! κάμε να βρω για σένα αθάνατα λόγια, κάμε να σε δώσω αθάνατη ζωή.
Ξέρω τι θα με πης, εσύ που ποτές δε φρόντισες για τον εμαφτό σου. — « Τι θα την κάμουμε τη δόξα; Να ζήσουμε στη μνήμη των αθρώπων ή να μη ζήσουμε, τι μας μέλει; Κάλλια την αγάπη μας να χαρούμε, αφού σ' αγαπώ και μ' αγαπάς. Μην το πιστέψης, φως μου, ποτές, που για την αγάπη την πολλή η ζωή μας είναι λίγη, που για να μάθουμε τι θα πη εφτυχία, δε μας φτάνουν τα χρόνια που μας χάρισε η τύχη. Μια ώρα στον κόσμο ναγαπήσης, έβαλες αιώνες στην καρδιά σου. Μήπως δεν τις γνωρίσαμε, μήπως δεν τις ξέρουμε τις αιώνιες χαρές της ψυχής; Άμα με λες που μ' αγαπάς, με φαίνεται αθάνατη η ζωή. Και τι πειράζει να ξέρουμε μέσα στο νου μας που ο Χάρος μια μέρα θα μας θερίση, αφού την ώρα που με το λες, νοιώθω μέσα στην καρδιά μου που είναι απέραντη η αγάπη;»
Αχ! δεν ξέρεις εσύ, που χαίρεσαι τα λαμπρά σου τα νιάτα, τα πικρά βάσανα που μας βασανίζουν. Όταν περπατούμε στους κάμπους κ' οι δυο μας μαζί, δεν είμαστε μονάχοι. Μια συντρόφισσα μάς ακουλουθεί και μόλις μπορείς το βήμα της νακούσης. Είναι η καθημερνή συντρόφισσα της ζωής, η μελαχολία, που όλο στο πλάγι μας βαδίζει. Εκείνη μας κάμνει να καταλάβουμε πρώτα πρώτα τη ζωή, να γνωρίσουμε τον εμαφτό μας. Εκείνη μας δείχτει που τίποτις δεν είμαστε στον κόσμο. Εκείνη ποτίζει φαρμάκι τις χαρές μας. Πόσες φορές άκουσαν οι ποιητάδες τα λόγια που τους λέει! Σιγά σιγά ψιθυρίζει σταφτιά τους, με μια φωνή που μοιάζει δάκρια γεμάτη, παράπονα λυπητερά. Ένας μάλιστα μας τα είπε μια μέρα που πήγαινε με την αγάπη του μαζί• του κάκου χαίρουνταν η καρδιά του• κρυφά κρυφά η Μελαχολία του μιλούσε•
— « Το χώμα που σήμερα πατείτε, άλλος άβριο θα το πατήση• άλλο ταίρι αγαπημένο, σαν και σας αγκαλιαστά, θα περάση από κάτω από τον ίσκιο του πλάτανου που σας σκεπάζει. Τα δέντρα που στέκουνται γύρω γύρω, τα λουλούδια που σκύφτουν το κεφαλάκι τους να σας χαιρετήσουν, το χόρτο που χαίρεται να σας βλέπη κι ο αγέρας αφτός που γλυκαναστενάζει στα κλαδιά, θακούσουν άλλο στόμα να λέη και θα διούν άλλη γυναίκα νακούη τις ίδιες λέξες της αγάπης που λέτε σήμερα και σεις. Και σε κείνους η φύση θα κάμη τα ίδια χάδια που σας έκαμε. Οι βρύσες θα ξαναπούν το τρέμουλό τους το τραγούδι, θα κελαδήσουν τα πουλιά με την ίδια χάρη• ο άνεμος θα χαδέψη τα μαλλιά τους• η πρασινάδα του κάμπου δε θαλλάξη. Μόνοι σας εσείς οι δυο, ώςπου να πάτε στην άλλη άκρη της πεδιάδας, θα βρήτε το Χάρο που σας προσμένει κι ο κόσμος θα σας ξεχάση• μήτε θα ξέρη το χόρτο αν είχετε μια μέρα και σεις αγάπη στην καρδιά σας.»
Αχ! άσπλαχνη φύση που δεν αλλάζεις! Δεν μπορούμε τάχατις μια μέρα να γίνουμε σαν και σένα; Αφού είναι αιώνιος ο ουρανός σου, αφού είναι η πρασινάδα σου παντοτινή, άραγες δεν είναι δυνατό, εμείς που καταλάβαμε στα γεμάτα την ομορφιά σου, δεν είναι δυνατό να πάρουμε τίποτις από σένα, να βάλουμε λίγο γαλάζι τουρανού σου στην ψυχή μας, να κρύψουμε λίγη πρασινάδα του κάμπου στην καρδιά μας, να κλέψουμε, να φυλάξουμε μέσα μας τίποτις δικό σου, που να μας μείνη για πάντα και να είναι αθάνατο σαν και σένα; Είναι αλήθεια που θα μας ξεχάσης; Δε φοβάσαι οι πεθαμμένοι να δακρίσουν εκεί κάτω στον τάφο και να πουν — « Τώρα που μας κάλυψε το χώμα, γιατί δε μας θυμάσαι πια; Δείξε μας, μόνο μια στιγμή, που λυπάσαι τους πεθαμμένους. Δε σε λέμε να μας κλάψης• λίγο να κιτρινίση το χόρτο στην πέτρα που μας κρατεί, και μας φτάνει. Ρίξε μάννα, κάτω στο μνήμα μια ματιά στα παιδιά σου, για να μην είναι παραπονεμένα• κοίταξε λίγο τους πεθαμμένους, για να φυτρώσουν, καθώς φυτρώνουν τα λουλούδια απάνω στη γις που τους σκεπάζει, γλυκοί λογισμοί στην καρδιά τους.»
Ο Χάρος είναι παντού• σ' όλα μέσα κάθεται κρυμμένος κι όλα λίγο λίγο τα τρώει. Ο κόσμος είναι δικός του. Τη φύση, εκείνος την έχει και την κυβερνά. Το Χάρο θα βρης μέσα και στο πράσινο φύλλο που κιτρινίζει και στάστρο που σήμερα φέγγει στον ουρανό κι άβριο μπορεί να σκοτινιάση. Είναι μυστήριο η ζωή πρώτα για μας που τη ζούμε. Πώς θα γλυτώσουμε από το Χάρο, αφού πράμα δεν αφίνει που σιγά σιγά να μην το σπρώξη στον τάφο; Όλα παίρνουν το δρόμο που τα παγαίνει. Ό τι έχει ζωή, την έχει μόνο και μόνο για να τη δώση μια μέρα στο Χάρο• α δεν είταν ο Χάρος, δε θάβλεπες πράμα στον κόσμο ζωντανό• α δεν είτανε γραφτό να πεθάνουμε, μήτε θα γεννιούμαστε! Η φύση αλάκαιρη, ο κόσμος με τα χίλια φαινόμενά του, είναι σαν τα στάχια που κάθε ώρα τα βλέπεις και γίνουνται πιο ώριμα με τον ήλιο• ο ήλιος είναι η ζωή κι ως τόσο όλα προσμένουν ο Χάρος να τα θερίση.
Πού θα καταντήσουμε; πού πάμε; Δε μας τόμαθε κανείς. Από το βουνό που κάθουμαι βλέπω κάτω κάτω στη θάλασσα ένα καράβι που περνά με φουσκωμένα παννιά. Ρώτα τους ταξιδιώτες πού παν και θα στο πούνε στην Αθήνα, στην Πόλη, στην Σμύρνη ή στην Εβρώπη. Ξέρει κάθε διαβάτης για πού είναι. Ρώτηξε όμως του κόσμου τους διαβάτες που τρέχουν, πού πάει του καθενός η ζωή, πού πάει ο άθρωπος απάνω στη γις κ' η γις πού πάει μέσα στον ουρανό; Πού παν τάστρα που φέγγουν κάθε νύχτα; Ποιος δαίμονας, καλός ή κακός, κυβερνά τους πλανήτες που κάμνουν τον ίδιο γύρο κάθε χρόνο; Ποιος είναι ο σκοπός τους; θα σταθούν ή πάντα θα τρέχουν; Όλος αφτός ο απέραντος κόσμος πότε και πώς θα τελειώση; Σε τέτοιο ρώτημα ψυχή δε θαπαντήση. Δεν ξέρουμε μήτε πού πάμε μήτε ποιος μας έκαμε μήτε γιατί μας έκαμε. Μας έκαμε για το Χάρο. Αφτό βλέπουμε μόνο κι ώςπου να το διούμε, ο θάνατος μας τραβά.
Του κάκου ο πόνος κι ο κόπος, ο ίδρος κ' η παντοτινή δουλειά. Τι θα μας χρησιμέψη; Ό τι γεννήθηκε πρέπει να πεθάνη. Ό τι άρχισε μια μέρα πρέπει μια μέρα να τελειώση. Θα χαλάση κ' η γις αφτή που σήμερα μας σηκώνει. Ο πλανήτης μας πάντα δεν είταν αιώνιος λοιπό δε θα μείνη• θάρθη η ώρα του και κεινού. Έτσι θα χαθούμε και μεις. Τι το λοιπό; μήπως δεν είναι το ίδιο να πεθάνουμε σήμερα ή να μας πάρη ο θάνατος μόνο σε πεντακόσιες χιλιάδες χρόνια; Φαντάσου που τάζησες, αγάπη μου, τα τόσα χρόνια, κι αφού τάζησες που τέλος έφταξε η ώρα που πρέπει και συ να καταστραφής κ' η γις που πατείς κι ο ήλιος ο λαμπρός που σε φωτίζει. Σε κείνη την ώρα, εσύ που έζησες τόσους αιώνες κ' ένας που σήμερα πεθνίσκει, θάχετε την ίδια τύχη• όσο ζγιάζεις εσύ, θα ζγιάζη και κείνος. Την αιωνιότητα πού θα τη βρούμε; Ποιος θεός θα μας τη δώση; Ποιος θα σε χαρίση αθάνατη ζωή; Πώς θα μπορέσουν τα γαλανά σου τα μάτια να γλυτώσουν από το μάβρο το Χάρο; Αφού όλα χάνουνται και περνούν, πώς θα μείνη η μνήμη σου για πάντα; Είναι αδύνατο να μείνη και του κάκου το θέλω! Θάνατο βλέπω παντού, και να πάλε, σαν το φυτό που βγαίνει κρυφά κάτω στον πάτο της λίμνης κι ανεβαίνει, να που ξεφυτρώνει στην καρδιά μου η πικρή, η αγαπημένη, η γλυκειά μελαχολία που έμαθα κάτω στη Δύση• να που πάλε μέσα μου νοιώθω τον καημό που υψώνει το νου κι όμως καίει την ψυχή. Κοιτάζω το καράβι που τρέχει στα κύματα και λέω• — «Καράβι του κόσμου που τρέχεις μέσα στον ουρανό, στο θάνατο πας.»
Έλα, έλα κοντά μου, γιατί βλέπεις πόσο τυραννιέται η ψυχή μου όσο δε σ' έχω. Λύπες εδώ δεν ταιριάζουν• είμαστε στην Ελλάδα. Εδώ μόλις αρχίζει να φαίνεται η ζωή. Νέος ο λαός, νέες οι ελπίδες. Δεν είναι καιρός για τους καημούς και τα βάσανα του λογισμού. Ο καθένας γυρέβει δουλειά και θέλει να δείξη ενέργεια. Το παλληκάρι που ζώννει το σπαθί του, που παίρνει το τουφέκι στον ώμο και βάζει το φέσι του στραβά, δεν κάθεται στο βουνό να δέρνεται και να κλαίη που είναι λίγη η ζωή. Πολλά δε συλλογιέται. Φτάνει νακούση το τουφέκι και χαίρεται τη ζωή. Αφτά τα ξέρεις εσύ• εσύ ξέρεις και πιο σωστά, πιο ήσυχα, πιο ψηλά να κρίνης και να μιλής για τα πράματα του κόσμου. Τεντώνω ταφτιά μου και σ' ακούω• απάνω στο βουνό μ’ έρχεται η ουράνια, η χαριτωμένη σου η φωνή• σε θυμούμαι και με φαίνεται πως τέτοια λόγια με λες•
— « Ο άθρωπος δεν πεθαίνει• τάτομα μόνα πεθνίσκουν. Οι αθρώποι χάνουνται και παν• άλλοι παίρνουν τη θέση τους. Σαν τα φύλλα που πέφτουν κι άλλα πάλε την άνοιξη βλασταίνουν, έτσι πάμε και μεις• το δέντρο όμως στέκεται πάντα και το γένος μας δεν περνά. Οι πατέρες μας, που τώρα κείτουνται στον τάφο, δεν είναι πεθαμμένοι• μας έδωσαν πρι να φύγουν τη ζωή τους• εμείς την έχουμε σήμερα και τη βαστούμε. Η σειρά δεν τελειώνει, η αλυσίδα δε σπάνει• θάρθουν άλλοι κατόπι που θα πάρουν, που θα βαστάξουν και κείνοι μια ώρα την αιώνια ζωή που τους δώσαμε μεις. Από τον ένα στον άλλο τρέχει του αθρώπου η ψυχή και μεταβαίνει. Με την ίδια καρδιά, με τον ίδιο πόθο που αγαπήσαμε μια μέρα, θαγαπήσουν και τα παιδιά μας. Εμείς βάλαμε στο στήθος τους μέσα τον πόθο που τα κάμνει και ζουν• ο πόθος τους είναι ο δικός μας ο πόθος. Έτσι κ' η αγάπη μας δε χάνεται ποτές. Όταν το στόμα σου με λέει• σ' αγαπώ, δεν το λες εσύ• το λένε μέσα σου χίλιες γενεές που σ' έμαθαν την αγάπη. Όταν το πουν τα παιδιά μας κατόπι, σε χρόνια και χρόνια, εμείς πάλε μέσα τους θα το λέμε.
Ο κόσμος που βλέπεις είναι αιώνιος και κείνος. Τάστρα τουρανού είναι σαν τα λουλούδια• ο ουρανός είναι το μεγάλο το περιβόλι! Φυτρώνουν και ξανοίγουν τα λουλούδια, ύστερα μαραίνουνται και παν. Οι πλανήτες μπορεί να χάσουν το φως και τη θωριά τους• αδιάφορο είναι! Άλλα λουλούδια θα ξανοίξουν, άλλα αστέρια θα φέξουν το περιβόλι δεν αλλάζει• στέκεται πάντα και δε χαλνά. Η γις μας και κείνη άλλο δεν είναι παρά άτομο στον κόσμο, σαν τους αθρώπους στη γις. Μπορεί να τελειώση και να σβήση• μπορεί καμιά μέρα να μην της μείνη ζωή. Η ζωή αλλού πάλε θα ξαναρχίση, σ' άλλους πλανήτες, σ' άλλη, γις, — και πάντα, μέσα σταπέραντο, το αιώνιο το περιβόλι, κάπου σε κάποιο πλανήτη θα πρασινίζουν οι κάμποι, θάχουν τα δέντρα πανηγύρι, θα τραγουδούν τα στάχια όταν ο άνεμος τα χαδέβει, θανατέλνουν τα ρόδα με τον ήλιο, θα τρέμη και θαγαπά η καρδιά του αθρώπου.
Το βάσανο που σε βασανίζει καίει ολωνών την ψυχή• ο καημός σου είναι ο παντοτινός μας ο καημός. Δεν κλαις για τα γαλανά μου τα μάτια• την τύχη του κόσμου λυπάσαι. Μην τη λυπάσαι• μην ακούς τι λεν οι άλλοι και μη βλέπης τι γράφουν• τάτομό τους μόνο προσέχουν και δε συλλογιούνται τον απέραντο κόσμο. Εσύ να κρίνης με το δικό σου το νου και να νοιώθης με την καρδιά τη δική σου. Ο Χάρος, λες, είναι παντού κι όλα τα τρώει λίγο λίγο. Ξέχασες την αγάπη! Η αγάπη είναι παντού• όπου είναι ο Χάρος, μαζί του, στο πλάγι του, κοντά του, μέσα του θα βρης την αγάπη. Ό τι χαλάση ο Χάρος, η αγάπη το διορθώνει, κι ό τι ξεκάμη, τα ξαναφτειάνει. Όλα τα τραβά λίγο λίγο απάνω στο φως, τα σηκώνει και τα φέρνει στα λαμπρά παράλια της ζωής. Ό τι πεθάνη, η αγάπη θα ταναστήση• αλλιώς δε θα ζούσε κανένα πράμα στον κόσμο. Ο θάνατος έχει μέσα του ζωή, σαν τα θερισμένα τα στάχια που μας θρέφουν, ώςπου να θρέψουμε το χώμα και μεις κι άλλα στάχια να φυτρώσουν. Α δεν είταν πεπρωμένο όλα να ξαναζήσουν, πούπετις δε θάβλεπες το Χάρο, και για να πεθάνουν οι άλλοι πρέπει πρώτα εμείς να γεννηθούμε. Χωρίς την αγάπη μήτε θα φαίνουνταν ο Χάρος• ζη και κείνος χάρη στην αγάπη, γιατί ό τι δεν άρχισε δεν μπορεί και να τελειώση. Η αγάπη κι ο Χάρος μαζί πολεμούν. Η αγάπη πάντα θα νικήση, σαν που νίκησε ίσια με τώρα• δεν μπορεί τίποτις να μην υπάρχη• πάντα πρέπει κάτι να είναι, κι ό τι είναι, στην αγάπη το χρωστούμε. Εκείνη βάζει πράσινο φύλλο στον τόπο του φύλλου που κιτρινίζει• εκείνη στολίζει κάθε χρόνο τα κλαδιά• εκείνη ανάφτει άστρα καινούρια, για ένα άστρο που θα σβήση. Φτειάνει κόσμους κι αθρώπους γεννά. Η πνοή της παντού φυσά, παντού περεχιέται• σαν τον αρχαίο τον Έρο, τον Ουρανό βαστά στην αγκαλιά της, ζωντανέβει το Χάος και θρέφει την ύπαρξη και τη φύση.
Τους ζωντανούς με τους πεθαμμένους η αγάπη τους ενώνει. Εκείνη θα μας ενώση με τους καινούριους πλανήτες, αν τύχη ο δικός μας να χαλάση. Τίποτις δε χάνεται στον κόσμο. Το φιλί που σήμερα σε δίνω είναι αιώνιο φιλί. Όπου βρεθούν αθρώποι, όπου αγαπήσουν, τον πόθο μας, την αγάπη μας μέσα τους θάχουν, κ' έτσι στην ψυχή τους μέσα θα σωθή, αιώνια θα μείνη κ' η ψυχή μας. Ένας είναι ο τρόπος της αγάπης και το καρδιοχτύπι είναι το ίδιο παντού• όπου τρέμει αθρώπου καρδιά, ολωνώ μας η καρδιά τρέμει. Ένας παλμός στο στήθος μας μέσα γίνεται με τους χίλιους παλμούς της αθρωπότητας όλης• ο καθένας μας μέσα του θρέφει μια σπίθα παρμένη από το παγκόσμιο κέντρο, που κέντρο δεν έχει και που σκορπίζει, που μοιράζει τις αχτίδες του σ' ό τι ζη. Η φωτιά παντού καίει• τάστρο γεννιέται σαν και μας, γίνεται με την ίδια φλόγα που άναψε όλα τάστρα κ' έχει μέσα του ό τι έχουν και κείνα. Αφού όλος μας ο ουρανός είναι καμωμένος με την ίδια ζωή, αφού είναι η ίδια ύλη παντού, παντού θα είναι κ' η ίδια ψυχή. Όλα, στην αιώνια φύση, βαστιούνται σφιχτά ανάμεσά τους• μια και μόνη αρχή, ένα νόμο έχουν όλα. Όλα, όλα είναι ένα. Όπως νοιώθουν τα παιδιά που στα στήθια τους οι προγόνοι τους ζουν, έτσι και στου κόσμου τη ζωή που δεν τελειώνει, τάστρα που θα λάμπουν, αφού χαθούμε, μέσα τους θάχουν τη φλόγα και την πνοή άλλων άστρων που έζησαν πρώτα. Μέσα σε κείνη τη φλόγα θα βρεθή κ' η καρδιά μας• μέσα σε κείνη την πνοή θα βρεθή κ' η πνοή μας. Ο ίδιος άθρωπος πάντοτες ζη στους απέραντους κάμπους τουρανού, σ' όποιο πλανήτη κι αν τύχη να γεννηθή• όλο αλλάζει, όλο προδέβει και πάει, κι ως τόσο είναι πάντοτες ο ίδιος και με την ίδια καρδιά αγαπά.»
ΙΘ'.
Κατάρα.
Ο άθρωπος αλλάζει κι ο κόσμος αιώνια μεταμορφώνεται. Ξεχάσαμε όμως να πούμε που ο δάσκαλος δεν αλλάζει ποτές. Έχει κι αφτό το λόγο του• μπορεί ο δάσκαλος να μην είναι άθρωπος. Ο δάσκαλος λέει που η γλώσσα του δεν άλλαξε• το πιστέβω και γω, γιατί κ' η ανοησία στον κόσμο είναι πάντοτες η ίδια.
Όσο για την αγάπη που έχω στους δασκάλους, και κείνη ποτές δε θαλλάξη. Μην το ξεχάσης, πουλάκι μου που με μιλούσες τόσο νόστιμα, τόσο φρόνιμα στη Χώρα και γω σ' άκουγα στο Πυργί. Άλλη φορά το βάζεις κι αφτό μέσα στα λόγια που θα με πης. Καιρός τώρα ναφήσουμε πια και το Πυργί και τους δασκάλους, γιατί δε θυμούμαι κανένας δάσκαλος να μίλησε ποτές για την αγάπη μήτε να πάτησε στο Πυργί.
Την κατάρα μου νάχη το χωριό, το πρώτο χωριό που απαντήσαμε πηγαίνοντας στα Μεστά. Άμα βγήκαμε όξω από το Πυργί, μόλις κάμαμε με το Σιορ Κωστή πενήντα βήματα δρόμο, κι ακούσαμε κρότο φοβερό που μας ξέσκιζε ταφτιά. Είταν κάτι φωνές που ανέβαιναν ίσια με τον ουρανό και δόντια που έτριζαν έτριζαν, έλεγες θα σπάσουν. Όταν μπήκαμε στο χωριό που λέω, κατάλαβα τι είταν το κακό• είταν οι κάτοικοι που μάλλωναν αναμεταξύ τους και τσάκιζαν τζίκουδα όλη μέρα. Καβγάδες και φαγί, τόσο ξέρουν οι αθρώποι σε κείνο το χωριό. Δε θα πω τόνομά του• τόνομά του από το στόμα μου δεν το βγάζω. Την κατάρα μου νάχη! Η μνήμη του να χαθή. Να πέση κάτω στον γκρεμνό ή στη θάλασσα να βουλήξη. Γραικικό χωριό δεν είναι• δε σέβεται τον ξένο. Κι ο θεός να μην το λυπηθή. Να σβήσουμε τόνομά του από το χάρτη της Χιος, γιατί λερώνει τα χάρτη. Αχ! να είταν εδώ ο αδερφός μου ο Γιάννης! Μαζί κ' οι δυο μας θα χαλνούσαμε το χωριό, θα ρίχταμε κάτω τους πύργους, θα γκρεμνούσαμε τα σπίτια. Είναι μέσα κακούργοι, κλέφτηδες και ψέφτες• γλυκογελούν όσο τους μιλείς, και σε γελούν, άμα μπορέσουν. Έχουνε μέλι στο στόμα και φαρμάκι στην καρδιά. Το χώμα τους, στη ζωή του άθρωπος να μην το πατήση• ξένο σκυλί στο χωριό τους να μην πάη.
Τα κορίτσια τους αγάπη να μη χαρούν• άντρα να μη βρουν. Τα μάτια τους να μη δακρίζουν κι ο πόνος μέσα να πνίγη την καρδιά τους. Να ξεραθούν τα νιάτα τους, πρι να κατεβούν κάτω στον τάφο που θα σαπίσουν τα κορμιά τους. Να μη διούν οι πατέρες των παιδιών τους το χαμογέλοιο, αφού βρίζει η κόρη τη μάννα, όταν τη βλέπει και μιλεί με τον ξένο. Να μη χαρούν οι μαννάδες τα μωρά τους, να μην ακούσουν τη φωνή τους στην κούνια, αφού μαθαίνουν τα κορίτσια τους απάτη και ψεφτιά. Η γλώσσα τους να στέκεται στο στόμα και να μη σαλέβη — ή κάλλια να σαλέβη και να μην μπορή να βγάλη λέξη. Καβγά να γυρέβουν και να μη βρίσκουν ο ένας ταλλουνού• να θέλη να πη βρισιές και να μην μπορή. Βουβοί να γεννιούνται. Με τα χέρια, με τα μάτια, με τα ποδάρια να πολεμά ο ένας να καταλάβη τον άλλο κι όλα στραβά να τα πέρνουν, κρασί να ζητούν και ξύδι να τους ποτίζουν, αγάπη να διψούν και μίσος να πίνουν. Οι γυναίκες να προσπαθούν του κάκου να μαλλώνουν τα παιδιά τους, τα παιδιά τους πατέρες, οι πατέρες τις μαννάδες• να τρώγουνται, να δέρνουνται, να χτυπιούνται, τα κόκκαλά τους να βγάζουν — και τσίκουδο να μη φαν.
Κ'.
Τα παλληκάρια στο περιγιάλι.
Εμείς οι Γραικοί μαλλώνουμε συχνά μεταξύ μας. Μάλιστα στη Χιο είναι πατροπαράδοτο, αντίς να πολεμούν τον Τούρκο, να πιάνουνται οι Γραικοί ο ένας με τον άλλο. Για τούτο θύμωσα και γω και τόβαλα στο βιβλίο μου. Αγάπη και μίσος ζουν πλάγι πλάγι στην καρδιά μας. Με την ίδια δύναμη μισούμε κι αγαπούμε, και κάποτες από τη μια ώρα στην άλλη αγαπούμε ή μισούμε. Εμείς οι Γραικοί έχουμε κ' ένα άλλο• ξέρουμε τι μας λείπει και κάμνουμε πως δεν το βλέπουμε. Τα λαττώματά μας τα γνωρίζουμε, μα θέλουμε να τα βαστούμε κρυφά• δε μας αρέσει να τα λέμε. Για τούτο και γω δεν είπα τόνομα του αφιλόξενου του χωριού. Μπορεί πάλε να ταδίκησα• εμάς τους Γραικούς μας τυχαίνει και τούτο• όταν κορώση το κεφάλι μας, όταν κανείς μας πειράξη, τέλειωσε, πάει! Όλα τα κακά τα ρίχτουμε στο συχαμένο, τον καταραμένο που μας χάλασε το κέφι. Έφκολα το παρακάμνουμε. Έτσι τόπαθα τώρα. Αμέσως είπα στο νου μου που τίποτις καλό δε βρίσκεται στο κακορίζικο το χωριό που μ’ έκαμε να θυμώσω. Κι ως τόσο ίσια ίσια σ' αφτό το χωριό απάντησα έναν περίεργο γέρο.
Είταν ο πρώτος του χωριού, ο προύχοντας, ο προεστός, σαν που λεν εκεί, ένας από τους αρχόντους, γιατί τέτοιο όνομα έβγαλαν τους πλούσιους. Μια μέρα με πήγε σε μια γριά κ' έβαζε τα δυνατά του για να την κάμη να με μιλήση και να με πη κανένα παραμύθι. Τραβιούνταν η γριά και δεν ήθελε. Άρχισε τότες ο γέρος να της λέη τι ζητούσα, για ποιο σκοπό είχα κάμει τόσο μεγάλο ταξίδι, και που γύρεβα να μάθω την προφορά κάθε χωριού, να συγκρίνω τη μια χώρα με την άλλη, να διώ πώς μεταμορφώνεται η γλώσσα μας και πώς έγινε, πώς άρχισαν οι αθρώποι να μιλούν πρώτα μέσα στα μικρά τα χωριά, και πώς από τα πρόστυχα τα χωριά βγήκε λίγο λίγο, προχώρησε και σκορπίστηκε σ' όλη τη γις η αθρώπινη γλώσσα.
Ο αγράμματος αφτός ο χωρικός, που στα νιάτα του μόλις είχε κάμει πέντε έξη μήνες στο σκολειό, αν και μεγάλωνε τα πράματα με τη φαντασία του, τα ξηγούσε όμως με τόση ρητορική, με τόσο σωστά και παστρικά λόγια, που κατάλαβα και γω για πρώτη φορά γιατί βγήκα στο ταξίδι. Άμποτες να το καταλάβαινα σαν και κείνονα! Τα λόγια του γέρου μ' έδειχταν τόντις με τι τρόπο έπρεπε κανείς να πιάση τη δουλειά και να σπουδάξη γλώσσα. Είχα λάθος να νομίζω που ήξερα γράμματα• μ’ έπιασε απελπισία, γιατί έβλεπα που δε θα το κατορθώσω στη ζωή μου να μιλήσω τόσο καλά. Πού τάμαθε; από πού τα πήρε; πού τα φαντάστηκε; Μόλις είχα προφτάξει να του πω ένα λόγο κι αμέσως τον άρπαξε ο νους του! Ο καημένος ο γέρος! Ένα παράπονο είχε• — «Δεν μπορώ, μ' έλεγε, να διαβάσω τίποτις απ’ όσα σήμερα γράφουν. Τις φημερίδες δεν τις καταλαβαίνω κ’ έτσι δεν ξέρω και τι γίνεται στον κόσμο. Ας μας κάμουν και μας ένα βιβλίο, που να νοιώθουμε λίγο τι λέει!»
Στα Μεστά πάλε έκαμα φίλο έναν άλλο γλωσσολόγο, το Μιχάλη. Μ' έβλεπε να γράφω κι όλο να σημειώνω λέξες. Μ' είπε και κείνος μια λέξη κι αμέσως έτρεξε να διή με τι τρόπο την έγραφα. — «Άδικα, λέει, χάνεις τον κόπο σου• η δουλειά σου δεν αξίζει• γράφεις τη λέξη που σ' είπα, με γραικικά γράμματα και δε βγαίνει τίποτις. Δεν μπορείς να πάρης καλά την προφορά, αφού ίσια ίσια σε λέω γράμματα που δεν τάχει ταρφάβητό μας.» Ο Μιχάλης κι όλοι οι Μεστούσοι, αντίς απλό σ, έχουν ένα σ, σαν το sch το γερμανικό• και το λεν κάθε φορά που το σ είναι αρχικό κ' έρχεται κατόπι ε ή ι, ή που βρίσκεται ανάμεσα σε δυο φωνήεντα, φτάνει το δέφτερο φωνήεντο να είναι ε ή ι• στις λέξες που η κοινή βάζει σ και λέει σήμερα ή ασήμι, βάζουν εκείνοι αφτό το sch γιατί λέγοντας το σ στρογγυλώνουν το στόμα και πάει ναγγίξη η γλώσσα τους τον ουρανίσκο, αντίς να στέκεται ίσια, με τρόπο που το σ τους είναι υγρό, όχι ξερό σαν το δικό μας• έτσι και το ν, μ, λ, ζ στα μεστούσικα (άλλου και το τ) βρέχουνται με το ίδιο σύστημα στον ουρανίσκο, μπροστά σε ε ή ι. Ο Μιχάλης ήθελε λοιπό να με πη που αν το σιορ το γράψω με σ δικό μας, τίποτις δεν κατώρθωσα. Ησύχασα τον καλό το Μιχάλη• του έδειξα που είταν τρόπος να σημειώνη κανείς ό τι θέλει με κάτι σημεία ξεχωριστά, βάζοντας ή περισπωμένη στο σ, λ, ν, ή μια τελεία απάνω στα γράμματα που δεν έχουν τη συνηθισμένη προφορά. Του άρεσε πολύ η ιδέα και με ζήτηξε να του μάθω τον τρόπο. Του τον έμαθα όσο μπόρεσα, για να μην τον πειράξω λέγοντας όχι. Συλλογιούμουν και γω μέσα μου σαν το Μιχάλη• — « Άδικα χάνω τον κόπο μου.» Αφού πέρασαν οχτώ μέρες, χωρίς να πη τίποτις, μ' έφερε ο Μιχάλης ένα χαρτί γεμάτο λέξες σημειωμένες με τα γράμματα που του είχα δείξει και πολύ καλά σημειωμένες.
Ο Μιχάλης από το χωριό του δεν είχε βγη στη ζωή του• ήξερε μόνο να διαβάζη και να γράφη. Πώς το κατώρθωνε να μπη στο νόημα τόσο έφκολα; Πώς καταλάβαινε με μιας πράματα που σπουδάζουμε χρόνια στην Εβρώπη και που πολλοί δεν τα καταλαβαίνουν, όσο κι αν τα σπουδάξουν; Και σ' αφτό φαίνεται ο Γραικός. Είναι ξυπνός ο λαός μας. Μια λέξη του φτάνει, για να γεμίση ο νους του. Πόσοι σαν τα Μιχάλη! Πόσοι που, α μάθαιναν ποτές δυο γράμματα μ' ένα καλά δασκάλο, θα μπορούσαν ίσως και κείνοι κάτι να γίνουν. Παρατήρησα μάλιστα συχνά που η ψέφτικη μάθηση του σκολειού χαλνά τα πιο γερά κεφάλια. Αντίς να τους λεν που η γλώσσα μας είναι βάρβαρη, αντίς να τους διαβάζουν την καθαρέβουσα, αν τους μιλούσαν πιο σωστά, πιο φρόνιμα, αν τους δίδασκαν επιστήμη κι αλήθεια, πόσους προκομμένους θα είχαμε σήμερα! Πνέμα είναι, μα είναι κοιμισμένο, θέλει ξύπνηση. Στο καλό χώμα φτάνει να σπείρης, και μόνο του φυτρώνει. Πόσοι πήγαν του κάκου, γιατί τους στάθηκε αδύνατο να προκόψουν. Ποιος ξέρει, απάνω στα βουνά, στα λαγκάδια, στα χωριά, μέσα στην Ελλάδα και σ' όλη την Ανατολή, μέσα στους κάμπους που σκάφτουν, που βωλοσηκώνουν, που χτίζουν, που δουλέβουν, ποιος ξέρει πόσα μεγάλα, πόσα έξοχα κεφάλια πήγανε χαμένα, και τα στερήθηκε η επιστήμη, η ζωή! Τον πόθο τον έχει ο καθένας, ο τρόπος του λείπει. Δεν έχει τη σωστή μέθοδο• δεν έχει τα μέσα. Με φαίνεται που τους βλέπω μαζωμένους όλους τους νιους στο περιγιάλι, γύρω γύρω στα νησιά. Δεν έχουν παρά στην τζέπη• μόλις δυο γράμματα ξέρουν, πήρε ο νους τους φωτιά. Άλλο δε θέλουν παρά να φύγουν, την πατρίδα ναφήσουνε, να χωριστούν από τη μάννα που σκύφτει το λαιμό και μέρα νύχτα στον κάμπο δουλέβει.
Στέκουνται όλα τα παλληκάρια στο γιαλό, με την καρδιά ελπίδες γεμάτη, με το κεφάλι ψηλά, με περήφανο μάτι και προσμένουν. Περνά το καράβι και τους βλέπει. Φωνάζουν του καραβοκύρη• — «Να χαρής τη ζωή σου, στάσου καπετάνιο, πάρε με και μένα.» — «Πού θέλεις να πας;» — « Θέλω να πάω στην Εβρώπη, θέλω γράμματα να μάθω.» — « Και τι θα τα κάμης;» — «Θα γίνω μεγάλος. Θα τιμήσω την πατρίδα.» — « Αμέ συ; λέει ο καπετάνιος.» — « Και γω θέλω νάρθω μαζί σου. Να με πας στον τόπο που σπουδάζουν. Εκεί κάτι θα κάμω.» — « Έρχουμαι και γω. Επιστήμη θέλω να μάθω, θέλω νανεβάσω το νου μου ίσια με τάστρα, θέλω να διώ ποια δύναμη βαστά καρφωμένα στη διαμαντένια τέντα τουρανού τα χρυσά καρφιά που βλέπω και λάμπουν κάθε νύχτα. Θα μετρήσω τους γύρους που κάμνουν οι πλανήτες. Ο μεγαλήτερος αστρονόμος του κόσμου θα γίνω μια μέρα.» — «Μη με ξεχάσης και μένα, καλέ μου καπετάνιο! Θα χτίσω παλάτια, το μέτωπο του Παρθενώνα θα σιάξω. Φειδία θα με πουν.» — « Και μένα μη μ' αφήσης. Κάτι νοιώθω μέσα μου που με σπρώχτει. Η θάλασσα με τραβά. Πρέπει να μελετήσω, να προκόψω. Θέλω να γίνω ποιητής, αθάνατος ποιητής της πατρίδας.»
Έναν έναν τους παίρνει ο καπετάνιος και παν. Έρχουνται στο Παρίσι και με βρίσκουν. — « Παράδες να μας δώσης για να μάθουμε αστρονομία, αρχιτεχτονική, γλωσσολογία και ποίηση.» — « Παράδες, παιδιά, δε με χάρισε ο Θεός. Αλλιώς να το πιάσουμε το πράμα. Να συνάζουμε, αν μπορούμε. Πάμε στους πλούσιους μαζί, κάτι να σας βοηθήσουν.» Οι πλούσιοι Γραικοί είναι κάποτες και καλοί αθρώποι. Μπορεί μάλιστα καμιά φορά νάχουν και καλούς τρόπους. Ανοίγουν το πουγγί τους, βγάζουν πέντε παράδες, αν είναι κρυφά, και δέκα, αν το γράψουν οι γαζέττες. Βάζουν τους παράδες στων παλληκαριώ μας το χέρι• κάπου κάπου τους βάζουν και δυο λόγια σταφτί. Οι φρόνιμοι γέροι τους λεν — «Τι σηκωθήκετε κ' ήρθετε στο Παρίσι; Ξιππαστήκετε; Να μάθετε τουλάχιστο καμιά τέχνη που να είναι τέχνη. Μάθτε γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, ας είναι και δασκάλοι. Αφτά κάτι χρησιμέβουν και μ' αφτά πάντα θα βγάλετε το ψωμί σας. Να γυρέβετε πόρο ζωής. Μα ποίηση, αστρονομία, φιλολογία, τι παραμύθια είναι τούτα; Και πού θα σας παν; Αστρονομία; Να γίνετε μηχανικοί, που δεν έχουμε μηχανικούς! Βγάλετε και κάτι λέξες καινούριες που δεν μπορούμε να τις καταλάβουμε• όλο μιλείτε για παλαιογραφία, γλωσσολογία, ιστορία της τέχνης. Παιδιακήσιες ανοησίες! Τρελλαθήκετε; Καιρός να βάλετε γνώση.» Έτσι μιλούν οι γέροι• αν τύχη κ' είναι ο νιος μας λιγάκι περήφανος, αν τύχη και τους αποκριθή, τότες κι άλλο του λεν « Καλή η περηφάνεια, μα όταν κανένας είναι φτωχός, περηφάνεια δε χρειάζεται.»
Να περηφανέβεστε, παιδιά μου, και ψηλά να βαστάτε το κεφάλι σας. Μην ακούτε τι λεν οι γέροι. Αμέ, πού ταιριάζει καλήτερα περηφάνεια παρά στη φτώχεια; Να περηφανέβεστε, παιδιά μου, και να μη βάλετε γνώση. Να μείνετε πάντα τρελλοί. Την τρέλλα σας την αγάπησα. Οι φιλόσοφοι που σας τα ψάλνουν ένα μόνο δε βλέπουν, που η τρέλλα σας τιμά την πατρίδα. Εσείς είστε το στολίδι της Γραικίας. Η τρέλλα σας μας δείχτει τι έχει μέσα του το γραικικό αίμα. Από κει φαίνεται της μάθησης ο γενναίος ο πόθος, η αγάπη της μεγάλης της μελέτης. Εσείς έχετε θάρρος, πίστη κ' ελπίδα που θα μεγαλώση το γένος, που θα μεγαλώσετε και σεις. Φωτερές κι ολόχρυσες ελπίδες! Πολεμάτε για το μέλλο της Ελλάδας, και σε σας θα το χρωστούμε μια μέρα. Κι αφτό κάτι θα πη. Ο μέλλοντας είναι ό τι θα είστε και σεις• μέσα σας τον έχετε κ' η ιστορία μας θα γίνη ό τι την κάμετε να γίνη. Αφτό πρέπει να συλλογιούμαστε. Καλά κάμνετε, παιδιά. Μη γυρέβετε όλο τα χρήσιμα πράματα• χρήσιμα είναι όσα δε χρησιμέβουν. Οι φρόνιμοι γέροι ίσως αφτό δεν το ξέρουν ας με πιστέψουν και μένα. Μη θέλετε_πόρο ζωής!_ Μη μάθετε γιατροί, μηχανικοί και δικηγόροι. Βαρέθηκα τους γιατρούς, τους μηχανικούς και τους δικηγόρους. Μη μάθετε δασκάλοι• συχάθηκα τα γράμματα και βιβλία δεν πιάνω στο χέρι. Μάθτε κάλλια σοβαρή επιστήμη• μάθτε σκληρή δουλειά• κοπιάστε μέρα και νύχτα για να βγάλετε το γράψιμο κανενός άγνωστου χερογράφου• ας λιγνέψη το κορμί σας κι ας κιτρινίση το πρόσωπο σας, ώςπου να καταλάβετε τι λέει. Μελετήστε τις παλιές γλώσσες, σκαλήξτε τους νόμους και τη φιλοσοφία τους• ξετάξτε την ιστορία της τέχνης, να διήτε πόσα έπρεπε να μάθη ο αθρώπινος νους για να βρη το σωστό και τωραίο. Κάμτε αμέτρητους λογαριασμούς για να καταλάβετε πώς γύρω γύρω στον ήλιο χορέβουν οι πλανήτες τον ακάματό τους το χορό. Βρήτε άστρα καινούρια που δεν τα ξέρουν ακόμη, πήτε μας τη χυμική τους κράση, τον οργανισμό τους, τα σώματα που μέσα τους έχουν. Να πέσετε κατακέφαλα στη σπουδή, στη σπουδή που φαίνεται άχρηστη, περιττή, που δεν έχει σκοπό πραχτικό, που δε βγάζει παρά. Μην ακούτε τους φρόνιμους γέρους που σας κυβερνούν. Αφτά είναι που θα σας τιμήσουν. Η πατρίδα τότες μόνο θα λογαριάζη στην Εβρώπη, όταν αποχτίση και κείνη επιστήμη δική της. Ο λόγος δεν είναι όλο στα σκολειά να δίνουμε, για να γίνη το χτίριο πιο λαμπρό ή να τρων τα παιδιά καλήτερο φαγί. Ένας μεγάλος σοφός πιότερο θα σας τιμήση στην Εβρώπη παρά γυμνάσια δυο χιλιάδες. Βγάλτε κανέναν καλό παλαιογράφο, κανέναν αστρονόμο σπουδαίο που να γύρισε την Εβρώπη, κανέναν άξιο μαθηματικό και βλέπετε τότες πώς βάζει κάτω τα χτίρια τα λαμπρά και τα καλά φαγιά. Ένας που ξέρει να διαβάση κωδίκους παλιούς, που γνωρίζει την αξία του καθενός των, που είναι ικανός να τους καταλογήση όπως πρέπει, που δεν τον έχετε για τίποτις εσείς, γιατί δε φαντάζει η δουλειά που κάμνει και που μόνο δέκα αθρώποι στην Εβρώπη έμαθαν τόνομά του, πιο πολλή δόξα θα σας φέρη παρά χίλια μπόσικα βιβλία που φαντάζουν και που δεν έχουν τίποτις μέσα τους. Η σοβαρή, η αληθινή επιστήμη είναι η επιστήμη που δεν ακούγεται• ο μεγαλήτερος σοφός είναι ο σοφός που μόνο δυο τρεις ξέρουν την ύπαρξή του. Ο άγνωστος ο εργάτης που κουβαλεί τις πέτρες κάθε μέρα είναι που χτίζει το σπίτι, όχι ο μάστορης που τον προστάζει. Χωρίς τον εργάτη δε γίνεται το σπίτι. Όσοι μαζώνουν τις πέτρες μια μια, όσοι κάμνουν αδιάκοπη και ταπεινή εργασία, χτίζουν την επιστήμη• όσοι είναι περίφημοι και γνωστοί άλλο δεν έκαμαν παρά να συνάξουν και να στρώσουν των αλλωνών τη δουλειά και τη μάθηση. Πού να το καταλάβουμε ακόμη τέτοιο πράμα; Ο Γραικός όλο θέλει νακουστή, — κι ο έμπορος πάλε όλο θέλει να κερδίζουμε χρήματα. Τα έθνος είναι νέο, άπραχτα τα κεφάλια. Χρειάζεται βασίλειο μεγάλο, ιστορία παλιά για να νοιώση ένας λαός τι χρησιμέβουν οι τέχνες που χρήσιμες δεν είναι, και να κάμη Ακαδημίες να τις στεγάση.
Σας είδα, παλληκάρια, και σας ξέρω. Εσείς είστε ταληθινά γραικόπαιδα. Τρώτε ψωμί με τυρί, κάποτες μάλιστα και κείνο δεν το τρώτε, μα δε σας μέλει. Φτάνει να κάθεστε και να διαβάζετε. Πόσους βλέπω στο Παρίσι χλωμούς, με ρούχα ξεσκισμένα, με πρόσωπο λιγνό που φαίνουνται τα κόκκαλα, — με τη χαρά στα μάτια. Έρχουνται και με λεν που βρήκαν καμιά δουλειά, που βγάζουν το ψωμί τους, που κερδίζουν πενήντα φράγκα το μήνα, και που ζουν τέλος πάντα, και που δεν έχουν κανένα παράπονο, αφού μπορούν και σπουδάζουν. Εσείς που ψωμοζητείτε, νάχετε θάρρος και να μη λυπάστε! εσείς είστε οι πλούσιοι• δική σας είναι η βασιλεία του Πατρός μας.
Με τα λόγια, παιδιά, τίποτις δε γίνεται. Τι να κάμουμε; Μας χρειάζεται πομονή. Περιμέντε να μεγαλώση το παιδί, να γεράση λιγάκι η πατρίδα, να γνωστέψη. Τότες έρχεστε πάλε και με βρίσκετε. Για την ώρα καθίστε στη γωνιά σας. Δεν μπορώ τίποτις να κάμω για σας. Έχω άλλους μπελάδες στο κεφάλι. Πάω στην Αθήνα! Άβριο, άβριο αναχωρέω. Πρέπει να προσέξω καλά να μην πω ανοησίες, να λέω άρτος αντίς ψωμί, αντίς κρασί να λέω οίνος, να μιλώ κορακιστί κ' ευγενιστί, να μην πειράξω κανένα δασκάλο, να θυμηθώ τα λόγια της γιανούλας, να μη με ξεφύγη άξαφνα καμιά βάρβαρη λέξη, — να ξεχάσω τη γλώσσα μας και να μάθω την καθαρέβουσα.