ΚΑ'.
« Συμβιβασμός.»
Την τύχη τη δική μου δεν την έχει κανείς! Τι κάθουμαι και συλλογιούμαι να μην κάμω τρέλλες ή να μην πω ανοησίες; Μήτε τρέλλες θα κάμω μήτε ανοησίες θα πω. Δεν μπορώ νάχω τέτοιο φόβο• είμαι γεμάτος νου και γνώση, η σοφία μου ξεχειλίζει, η φρόνηση με πνίγει. Ας παν άλλοι να πέσουν μπρόμυτα στη λάσπη, να περιφέρνουνται στους δρόμους και να μη βλέπουν πού πατούν. Εγώ έχω έναν που με βαστά από το χέρι, έχω το Μέντορά μου. Ο Τελέμαχος δεν μπορούσε να πη λέξη που να μην είναι σωστή• του είταν αδύνατο να στραβοπατήση, μια αλλόκοτη πράξη δεν κατώρθωνε να κάμη• ήθελε δεν ήθελε, έπρεπε όλο τον ίσιο δρόμο να παίρνη. Γιατί τούτο, σας παρακαλώ; Γιατί είχε το Μέντορα πάντα μαζί του. Για τούτο στάθηκε τόσο φρόνιμος νιος και παινέθηκε στον κόσμο. Το ίδιο θα πάθω και γω. Ήσυχος είμαι, τώρα που πάω στην Αθήνα!
Ο Μέντοράς μου με προσέχει σ' ό τι κάμω. Όταν ταξιδέβω και δεν τον έχω πλάγι μου, θυμούμαι τα λόγια του και κυβερνιούμαι καλήτερα. Μπορείς και συ, και κάθε άθρωπος, εκεί που περπατείς και χάσκεις κοιτάζοντας στα σύννεφα, άξαφνα να σκουντάψης σε καμιά πέτρα, να πέσης με τα μούτρα ή και να στραγγουλίσης το πόδι σου. Το πράμα είναι πολύ δυσάρεστο, γιατί πρέπει να σηκωθής, ή κανείς να σε σηκώση, να γυρίσης, σπίτι, να φωνάξης το γιατρό, ίσως να δείρης τη γυναίκα σου. Τότες καταλαβαίνεις τι χρήσιμος που θα σου είταν κανένας καλός οδηγός. Τέτοιονα έχω και χαίρουμαι. Είμαι κομμάτι λωλούτσικος, θέλω χαλινάρι να με σφίγγη το στόμα. Ο σεβαστός μου ο φίλος ξέρει πολλά να με πη για μετριοφροσύνη, για σωφροσύνη, για μετριότητα. Όλα μέτρια ταγαπά. Μια μέρα, στην εξοχή που σεργιανίζαμε κ' οι δυο μας, ανεβήκαμε μαζί σ' ένα ψηλό βουνό• είταν αποκάτω μας βράχοι. Έβλεπα θάλασσα πέρα πέρα και μ’ έπιασε τόση αγάπη για το μαβί της το χρώμα, που πήγα να σταθώ στο βράχο κοντά για να τη χορτάσουν τα μάτια μου πιο καλά. Ο Μέντορας μου με τράβηξε από το ρούχο και μ' είπε• — « Ανάγκη δεν είναι να πέσης στον γκρεμνό. Μηδέν άγαν. Παν μέτρον άριστον. Μετριοφροσύνη κοσμεί τον αληθώς άνδρα. Εν τω μέσω κείται η αρετή.»
Ποιος δεν τόπαθε στη ζωή του ή να λυπηθή πάρα πολύ ή να καταχαρή, να ξεκαρδίζεται από τα γέλοια κάθε λίγο δίχως κανένα λόγο, ή να του περεχύνουν την καρδιά δάκρια πικρά σαν το φαρμάκι; Ποιος καμιά φορά δεν είναι υπερβολικός; Παραδείματος χάρη, είναι βέβαιο που θα πης άγγελο την πρώτη γυναίκα που θαγαπήσης• ίσια με το ταβάνι θα πηδήξης με το πρώτο φιλί που θα σε δώση. Είναι μάλιστα πολύ πιθανό να της κάμης όρκο που θα την αγαπήσης όλη σου τη ζωή κι ακόμη παραπάνω. Άμα πάλε χάσης την αγάπη σου, κατάντησε γενικό σύστημα να δέρνεσαι, να κλαις σαν το βόδι την ώρα που το σφάζουν και να φωνάζης που ποτές σου πια δε θαγαπήσης, που θα πεθάνης ή τουλάχιστο που θα γίνης καλόγερος. Το κάτω κάτω ντροπιάζεσαι με τέτοια λόγια και πέφτεις μικρός, γιατί ζης, τρως, κοιμάσαι και σ' ένα μήνα ξέχασες όρκους, θάνατο και τον άγγελο μαζί. Ως τόσο την ώρα που τα λες, τα πιστέβεις• μάλιστα νοιώθεις μέσα σου μια ανάγκη να τα πης, κι α δεν τάλεγες θα σε φαίνουνταν πως δεν αγαπάς με τα σωστά σου. Ο Μέντοράς μου μ' έμαθε με τι τρόπο είναι φρόνιμο να φέρνεται κανείς σε τέτοια περίσταση, για να τα ταιριάξη όλα και να μην το παρακάμη• — « Σε τέτοιες ώρες, λέει, χρειάζεται συμβιβασμός. Πες της αγάπης σου που θα την αγαπήσης μόνο τη μισή σου τη ζωή. Φώναζε που θα μισοπεθάνης ή που θα γίνης μισοκαλόγερος. Έτσι όλα συμβιβάζονται. Μηδέν άγαν. Παν μέτρον άριστον κτλ.»
Δεν είναι άθρωπος που καμιά φορά να μη θύμωσε, βλέποντας που δυο και δυο κάμνουν πάντα τέσσερα. Με το συβιβασμό κι αφτό το διορθώνεις• τα δυο και δυο τα κάμνεις πέντε, — φτάνει να βρεθής σ' ανάγκη. Η αριθμητική, σαν που την ξέρει ο καθένας, έχει κάτι απόλυτους νόμους που δεν αλλάζουν• της λείπει σωφροσύνη, δεν έχει μέτρο. Με το σύστημα του Μέντορα μου βάζει γνώση και κείνη. Πάρε τώρα τη γεωμετρία. Τι σε λέει; — « Κάθε τρίγωνο έχει τρεις γωνιές, — όχι παραπάνω —, κ' οι τρεις γωνιές κάθε τρίγωνου, αν τις βάλης τη μια με την άλλη, είναι ίσιες με δυο ορθογωνιές, αν τις βάλης τη μια με την άλλη»• ή πάλε• «Το τετράγωνο της υποτείνουσας, για τα ορθογώνια τρίγωνα, είναι ίσιο με τα τετράγωνα που βγάζουν τάλλα δυο πλεβρά, όταν τα πολλαπλασιάσης το ένα με τάλο.» Αμέσως βλέπει ο καθένας που το παρακάμνει η γεωμετρία. Πολύ πιο σωστό και φρόνιμο θα είταν αν έλεγε• — « Είναι τρίγωνα που έχουν τρεις γωνιές, αλλά πάλε μπορεί να μην έχουν και τόσες» ή « οι δυο γωνιές είναι ίσιες με δυο μισογωνιές ή με δυο μισορθογωνιές» ή μάλιστα «είναι ίσιες και δεν είναι». Ο Αριστοτέλης δε θα μπορούσε να το πη καλήτερα, κι όταν έδειχτε και δίδασκε που η αρετή βρίσκεται πάντα στη μέση, τέτοια πράματα θα είχε στο νου του. Η αρχή είναι φρόνιμη και παντού ταιριάζει. Μπορεί να χρησιμέψη και κει που δεν το προσμένει κανείς. Αν τα βάλουμε με τους Τούρκους, βγαίνεις άξαφνα και μας λες• — «Μίσα τον Τούρκο, μα μπορείς κι όλας λιγάκι να τον αγαπάς. Μας αφάνισε, μας έγδειρε, μας σκότωσε, αλήθεια! Μα διές τώρα τι διαφορά! Μας μισογδέρνει, μας μισαφανίζει, μας μισοσκοτώνει• πρέπει και μεις να μισαγαπούμε τους Τούρκους.» Τέτοια λόγια να πης, χαίρεται ο κόσμος που σ' ακούει. Στην Ελλάδα μάλιστα ο πολιτικός αφτός συμβιβασμός κατάντησε νόμος. Στην Τουρκιά είναι γενική συνήθεια. Με τους Τούρκους μπορεί ο χριστιανός να κερδίση παράδες και με παράδες τι δε συμβιβάζεις;
Πούπετις όμως δεν ταιριάζει τόσο καλά, πούπετις ο συμβιβασμός δεν έχει τόσο τον τόπο του, όσο στο ζήτημα της γλώσσης. Εκεί βλέπεις στα γεμάτα τι αξίζει το λαμπρό τούτο το σύστημα, εκεί φανερώνεται με μιας όλο το βάθος της καινούριας αφτής φιλοσοφίας. Να ξέρη κανείς τέλεια την αρχαία τη γλώσσα, λέει ο συμβιβασμός, ή να θέλη να μάθη όλους τους κανόνες της νέας, είναι υπερβολή. Βάλε που έχει το πράμα και τη δυσκολία του. Το φρόνιμο είναι να ξέρης μισά τη μια, και μισά την άλλη. Μηδέν άγαν. Παν μέτρον άριστον. Μετριοφροσύνη κοσμεί τον αληθώς άνδρα. Εν τω μέσω κείται η αρετή. Έτσι πέφτουν όλοι σύφωνοι ή να το πούμε καλήτερα, μισοσύφωνοι.»
Ας προσέξουμε τώρα και στη λέξη συμβιβασμός. Θα διής που μονάχη της μπορεί να σε δείξη τι είναι ο συμβιβασμός. Παρακαλώ, λίγη πομονή, να κάμουμε και μεις το φιλόλογο. Ο Ησύχιος κι ο Σουΐδας αναφέρνουν τη λέξη συμβίβασις• δε γνωρίζουν τον τύπο συμβιβασμός. Ο Αρτεμίδωρος ο Δαλδιανός γράφει (βιβλ. Α', παραγρ. 67)• « Πέπονες δε προς μεν φιλίας και συμβιβάσεις εισίν αγαθοί». Ο Αρτεμίδωρος έζησε, καθώς ξέρει ο καθένας, δυο αιώνες μετά Χριστό, άγνωστος ακόμη και τότες ο συμβιβασμός. Έτσι λεν και τα σκόλια του Εβριπίδη, στις Φοίν., στ. 375 (συμβιβάσεις) και 587 (ξυμβίβασιν), στην έγδ. του Dindorf. Πρώτη φορά απαντάς τόνομα συμβιβασμός στου Γιώργη Πισίδη το Εξαήμερο, στ. 1409• «και συμβιβασμός γίνεται των σχισμάτων.» Έχουν τη λέξη κ' οι Παντέχτες• « Διάλυσίς έστιν αμφιβαλλομένου χρέους συμβιβασμός.» Ο άγ. Επιφάνιος, (αίρ. Ξς’, ιδ'), κι ο Ιάμπλιχος (Β. Π. παρ. 69, σελ. 50, 2 στην έγδ. του Α. Nauck, 1884) βάζουν, ο πρώτος• « πείσαι αμφοτέρους εις συμβιβασμόν ειρήνης» κι ο δέφτερος « Εναντίων δυνάμεων ειρήνευσιν και συμβιβασμόν». Στους αρχαίους δε βρίσκεται συμβιβασμός. Απ' αφτά τι βγαίνει; Βγαίνει που η λέξη δεν είναι αρχαία• δεν είναι και νέα• είναι μεσαιωνική. Τέτοιος κι ο συμβιβασμός. Όλα τα θέλει μισά, ως και τη χρονολογία του.
Ας κάμουμε τώρα και λίγη γλωσσολογία — για τους γλωσσολόγους• θέλω να πω που ο συμβιβασμός δεν έχει ανάγκη να μας διαβάση• δεν έχουμε ανάγκη και μεις να γράφουμε για το συμβιβασμό. Ας τα πούμε μόλον τούτο καθαρά καθαρά, για να μας καταλάβουν, αν τύχη, και τα παιδιά, δε λέω οι δασκάλοι. Η φωνολογία μας σήμερα δεν παραδέχεται την πλοκή_μφ νθ νχ_. Το ν δεν προφέρνεται• ο καθένας θα πη νύφη πεθερός θυμούμαι και κόχη, αντίς νύμφη πενθερός ενθυμούμαι (το θυμούμαι το δικό μας δεν έχει να κάμη με το θυμούμαι της αρχαίας, γιατί και το νόημα είναι όλους διόλου διαφορετικό και γιατί σώζεται στην Κύπρο το ρήμα αθθυμούμαι), κόγχη κτλ. Ό, τι είναι αλήθεια για το φ θ χ, πρέπει να είναι αλήθεια και για το β δ και γ. Θα πούμε με τον ίδιο τρόπο το βασιλιά το διάβολο το γέρο, αντίς τον βασιλιά, τον διάβολο, τον γέρο. (1) Αφού το φθχ και το β δ και γ δε θέλουν το ν, φυσικά δεν μπορεί μήτε το σ και ζ νάχη ν μπροστά του. Για τούτο λέμε Κωσταντίνος, Κωστής, τη ζωή, τη ζήση, αντίς Κωνσταντίνος, Κωνστής, την ζωή, την ζήση. Ποιος είναι ο λόγος; Να το διούμε τώρα. Όλα αφτά τα φωνήματα, φθχ, βδγ, σζ μοιάζουν αναμεταξύ τους κ' έχουν κάτι που τους είναι κοινό• όλα τους είναι ημίφωνα, θα πη που μπορείς να προφέρης ένα φ όση ώρα θέλεις κι όσο δεν πιάνεται η αναπνοή σου• το π όμως, που είναι άφωνο, πρέπει με μιας να το βγάλη το στόμα σου — και τελειώνει. Όλα τάλλα φθχ, β δ γ, σ ζ, τα μακραίνεις και τα λες. Αφτό είναι το γνώρισμά τους και δεν έχεις παρά να δοκιμάσης να προφέρης ένα π κ’ ένα φ, να το διής. Αφού έχουν τα ημίφωνα συγγένεια αναμεταξύ τους και χαραχτήρα που τα ξεχωρίζει από κάθε άλλο φτόγγο, πρέπει ό τι γίνη με το ένα να γίνη και με τάλλο, ό τι πάθη το ένα και τάλλο να το πάθη, ό τι συνέπειες έχει του ενός η γειτονιά να τις έχη και ταλλουνού. Για τούτο με κανένα ημίφωνο ν δεν προφέρνεται κ' έχουμε νόμο στη γλώσσα μας• « Στα ημίφωνα μπροστά ν δεν ταιριάζει.»
*** 1) Οι τύποι τον βασιλέα, τον διάβολον, τον γενναίον είναι ξένοι. Τους έφτειαξαν οι δασκάλοι• και τους έμαθαν πού και πού στο λαό. Η αρχαία δεν πρόφερε ποτές τον βασιλέα κτλ., σαν που τα προφέρνουν οι δασκάλοι και δεν μπορούσε να τα προφέρη έτσι, γιατί οι αρχαίοι ήξεραν τη γλώσσα τους. ***
Τον ίδιο νόμο έχει κ' η αρχαία• δε λέει σύνζυγος, μα σύζυγος• δε λέει συνστέλλω, μα συστέλλω• δε συνηθίζει να λέη συνσίτιον, μα αναδιπλασιάζει το σ και το κάμνει συσσίτιον. Ο αναδιπλασιασμός έχει και κείνος το νόημά του• σημαίνει που δεν ταιριάζουν πλάγι πλάγι ν και σ, αφού γίνουνται ένα. Με τον αναδιπλασιασμό έπαψε και στη γλώσσα μας νακούγεται το ν• πρώτα έγινε νύφφη πεθθερός θθυμούμαι, κ' έπειτα νύφη πεθερός θυμούμαι, καθώς έγινε σήμερα και στην καθαρέβουσα το άλλος άλος και συσίτιον το συσσιτίον που αναφέραμε, γιατί χάθηκε στην κοινή γλώσσα ο αναδιπλασιασμός. Πώς γίνεται όμως τώρα που η αρχαία, αντίς ναναδιπλασιάση το νθ, σαν το νσ, λέει άνθρωπος με ν, και ξεναντίας με το φθχ, με το βδ και γ έχει παντού το ν. Γιατί τούτο, θα με πης; Γιατί τότες το φθχ, το βδ και το γ δεν είταν ημίφωνα• είταν άφωνα κ' έτσι τα ξέρουν και τα λεν οι παλιοί μας γραμματολόγοι. Σήμερα που τάφωνα πλήθαιναν, είταν ανάγκη ο ίδιος νόμος να κυβερνήση και πιώτερες λέξες. Το κάτω κάτω, μπορούμε να πούμε που όποιος λέει νύφη πεθερός και κόχη, μιλεί σαν τους αρχαίους, αφού προσέχει τον ίδιο κανόνα και δε βάζει ν με τα ημίφωνα. Όποιος λέει νύμφη πενθερός τον γείτονα τον χειμώνα κι άλλα τέτοια με ν, καταπατεί τον κανόνα της αρχαίας, αφού βάζει ν με τα ημίφωνα και μιλεί σαν τους ξένους, γιατί μόνο οι ξένοι φτειάνουν κανόνες του κεφαλιού τους σε μια γλώσσα που δεν ξέρουν. Ο γραικικός μας ο λαός πούπετις και σε κανένα μέρος της Ελλάδας δε βάζει το ν, όπου δεν πρέπει. Η αρχαία γλώσσα δε χάθηκε• θα τη βρης στο στόμα του λαού. Η αρχαία θα σε κάμη να καταλάβης τη νέα, και με τη νέα μπαίνεις στο νόημα της αρχαίας. Η γλώσσα μας η ρωμέικη είναι συνέχεια της ελληνικής• για να είναι συνέχεια, έπρεπε ναλλάξη, αλλιώς θα είταν πάντοτες η ίδια — και μήτε η αρχαία, στην ιστορική της σειρά, έμεινε πάντοτες η ίδια, μήτε βρέθηκε στον κόσμο ποτές γλώσσα ζωντανή που να μην αλλάξη. Οι γλώσσες που δεν αλλάζουν είναι οι ξεχασμένες, οι πεθαμμένες οι γλώσσες που άθρωπος πια δεν τις μιλεί.
Ας σημειώσουμε το λοιπό την αρχαία την προφορά με γράμματα πιο μάβρα &φ θ χ β δ γ&, για να τα διακρίνουμε καλήτερα, κ' έτσι να διούμε τι απόγινε με το &φθχ&. Το &φ& το &θ& και το &χ& είταν άφωνα διπλά• το &δ β& και το &γ& είταν απλά. Όταν έλεγαν το &φθχ&, ακούγουνταν πρώτα ένα &π τ κ&, ύστερα μια δασεία. Λίγο λίγο, με την προφορά, χάνουνταν το π τ κ κ' έπερνε η δασεία πιώτερο τόνο και τόπο, γιατί λέγοντας το &φ&, το &β& ή το &χ&, αντίς νανοίξουν καλά το στόμα, το σφαλνούσαν πιο γρήγορα κ' έτσι είταν ανάγκη να χαθή η δασεία που θέλει στόμα ανοιχτό, και να μείνη στο τέλος μόνο το ημίφωνο &φθχ&, που δε μοιάζει πια με τάφωνο ταρχαίο. Την ίδια σειρά ακουλούθησε το λατινικό Porta, όταν πήρε τη λέξη η γερμανική• έγινε πρώτα φorte (πάει να πη, π με δασεία, σαν ταρχαίο το φ), έπειτα πφorte, και τέλος φorte σε μερικές επαρχίες. Για τούτο μήτε μπόρεσε το ν να μείνη μπροστά σε &φθχ&, άμα δεν είταν πια &φθχ&, μήτε κατώρθωσε να σώση το πτκ του &φβχ&, μόλον ό τι το ν ταιριάζει καλά με τάφωνα. Η δασεία είχε επικρατήσει και μάκραινε την προφορά, με τρόπο που τάφωνα γίνουνταν ημίφωνα κ' έτσι από το &φ& βγήκε το φ, από το &θ& το θ, κι από το &χ& το σημερνό μας το χ.
Όπου είταν όμως ν της αρχαίας μπροστά σε &β δ& και &γ&, σώθηκε και το ν κ' η παλιά προφορά του &β δ& και &γ&, γιατί το &β δ& και &γ& είταν άφωνα απλά κ' έτσι δεν μπορούσε δασεία να τα χαλάση. Οι αρχαίοι, για το &μβ νδ νγ& είχαν την ίδια προφορά που έχουμε σήμερα, άμα λέμε ομπρός πάντα τον κόπο. Δεν τα λέμε με π τ κ, τα λέμε με &β δ γ&. Μη βλέπης που μιλούμε για το ν κι όμως γράφουμε μ, άμα είναι &β& στη μέση. Το ν, μόνο που βρίσκεται μπροστά σε &β&, γίνεται &μ&• έτσι και το δικό μας το άμποτες, το κάμνουμε με &μ&• κι ως τόσο είναι με ν (αν ποτέ)• το ν γίνεται χειλικό με τα χειλικά (πφβ) και λαρυγγικό με τα λαρυγγικά (κχγ&χγ&)• είναι όμως πάντα ν, και για τούτο στις αρχαίες επιγραφές μπορείς συχνά να διαβάσης συνπαρόντων συνβίου συνκλητικός. Αφτό το ν δεν έπρεπε λοιπό να χαθή, γιατί το ν της αρχαίας, που δεν ήθελε ημίφωνα κατόπι του, ταίριαζε με τάφωνα. Ο ίδιος νόμος βασιλέβει ακόμη και σήμερα, σαν που μπορεί να το διή ο καθένας στους τύπους πάντα έμπορος τον κόπο• ποτές ο λαός δεν είπε και δε θα πη πάτα έπορος το κόπο. Σε τέτοια περίσταση μάλιστα, το πτκ γίνεται ηχικό (πάει να πη που αντηχεί η γλωσσίδα στο λάρυγγα μέσα άμα προφέρης τα ηχικά, όπως αντηχεί όταν πης ζ δυνατά) από άνηχο που είταν (η γλωσσίδα δε σαλέβει όταν είναι πτκ κι ο λάρυγγας δεν αντηχεί με το σ, σα με το ζ). Για τούτο λέμε παν&δ&α έμ&β&ορος τον &γ&όπο. Στη γλώσσα μας, ένα ηχικό φέρνει τάλλο, και του ν δεν του φτάνει να βρίσκεται σ' άφωνα μπροστά, θέλει αφτά τάφωνα να είναι κ' ηχικά. Αν είταν το &β& ταρχαίο σαν το δικό μας το β, θα είταν αδύνατο νάχη μπροστά του ν, γιατί τότες θα είταν το &β& ημίφωνο, και ξέρουμε που τα ημίφωνα, στην αρχαία και στη νέα, ν δε θέλουν.
Είναι φυσιολογικός νόμος το μ να γεννά &β& κι όχι β, για το λόγο που ένα μ έχει πιότερη συγγένεια με το &β& παρά με το β και μπορείς μάλιστα να πης που κάθε μ έχει μέσα του ένα &β&. Η προφορά μβ είναι αδύνατο πράμα, κ' έπρεπε να είταν οι αρχαίοι βάρβαροι για να την έχουν. Οι δασκάλοι μπορεί να κάμουν τους αρχαίους να φαίνουνται βάρβαροι, εμείς όχι.
Γι' αφτή την αιτία είναι μάλιστα πιο σωστό να γράφουμε σήμερα, σαν που το κάμαμε, το κύριο όνομα Ιάμβλιχος με π αντίς β. Ο λαός δεν ξέρει ακόμη αφτό τόνομα, κι αν το μάθη, είναι καλήτερο να το μάθη με π• αν του το πούμε με β, θα το κάμη Ιάβλιχος• με π θα φυλάξη τουλάχιστο την αρχαία την προφορά, που συφωνεί με τη δική του. Τόνομα αφτό είναι αραβικό κι αραβικά δεν έχει μήτε β μήτε π• έχει μόνο μλ. Οι Έλληνες, όταν το πήραν, έβαλαν το &β&, όπως και πριν είχαν πει αμβροσία αντίς αμροσία, που θα είταν ο σωστός τύπος, κι άμ&β&ροτος αντίς άμροτος, που είναι το πιο αρχαίο, κ' έτσι, — κατά λάθος, για να μιλήσουμε σαν τους δασκάλους, — βγήκε τόνομα &β&ροτός από το σύθετο άμ&β&ροτος. Αφτό το &β&, για νάχη το λόγο του, έπρεπε να είναι άφωνο &β& και με τέτοιο τρόπο μπορούμε να καταλάβουμε γιατί ακούστηκε ένα &β& στόνομα Ιάμ&β&λιχος. Τόνομα είναι πολύ σημαντικό• μας δείχτει που και στον τέταρτο αιώνα μ Χ. σώζουνταν ακόμη η προφορά του αρχαίου του &β&.
Αφού λοιπό, καθώς είπαμε, ταιριάζει το ν και με &β δ γ& και με πτκ, είταν ανάγκη, πρώτο• το &β& να μη γίνη β, όταν είχε μπροστά του ν, δέφτερο• το &β& ταρχαίο να μείνη και σήμερα, σ' όποια λέξη το &β& έχει ένα ν μπροστά του. Το ίδιο και με το &δ& και &γ&. Έτσι λέμε σήμερα μπαίνω κουμπί γαμπρός μπάλλωμα, άντρας έντεκα ντύνουμαι σεντόνι, εγγόνι αγγίξω και τέτοια πολλά που σώζουν την αρχαία προφορά εμ&β&αίνω κόμ&β&ος (κομ&β&ίον• τάτονο ο γίνεται στη γλώσσα μας ου) γαμ&β&ρός εμ&β&άλλωμα, άν&δ&ρα, έν&δ&εκα εν&δ&ύνω σιν&δ&ών (σιν&δ&όνιον), έν&γ&ονος (εν&γ&όνιον) εν&γ&ίζω. Έχουμε τώρα, μ' αφτά που είπαμε, και νέους όρους• σ' όποια λέξη κανείς ακούση την προφορά νπ ντ νκ, αντίς &μβ νδ νγ (γγ)& που γράφουν οι αρχαίοι, αμέσως μπορεί να πη, δίχως να κάμη λάθος, που η λέξη είναι αρχαία, δηλαδής που την άκουσε και την έχει ο λαός από τα παλιά τα χρόνια και που δεν του τη χάλασαν ακόμη οι δασκάλοι. Δε σημαίνει τίποτις να βρίσκεται ή να μη βρίσκεται η λέξη στα λεξικά και στους λεξικογράφους• οι αρχαίοι δεν έγραψαν όσες λέξες έλεγαν, και πολλές που συνήθιζαν μπορεί να μη γράφηκαν ποτές. Φτάνει να είναι το &β& το &δ& ή το &γ& με το ν, και βλέπουμε αμέσως που για να λέμε σήμερα μ&β&, ν&δ&, ν&γ& αντίς μβ νδ νγ έπρεπε μια τέτοια λέξη να υπάρχη τουλάχιστο στον τέταρτο αιώνα μ. Χ., στου Χρυσόστομου τον καιρό. Με τη νέα μας τη γλώσσα έτσι πλουτίζει κ' η σπουδή της αρχαίας. Το νόστιμο είναι που οι καλοί μας οι δασκάλοι κάμνουν τον περήφανο σηκώνουν τη μύτη και καταφρονούν το πρόστυχο και χυδαίο μπάλλωμα. Να όμως που η επιστήμη τους δείχτει που αφτό το χυδαίο το μπάλλωμα είναι πολύ πιο αρχαίο και πιο σωστό από το καταλαμβάνω το δικό τους!
Πρέπει όμως, για να μείνη η αρχαία προφορά, το &μβ νδ νγ& να είναι μέσα στην ίδια λέξη. Ά δεν είναι μέσα στην ίδια λέξη, τότες αλλάζει το ζήτημα. Μπορείς να το καταλάβης από του αρσενικού άρθρου το ν, από το ν του θηλυκού κι απ’ όλα τα τελικά τα ν που βρίσκουνται μπροστά σ' αρχικό &β δ γ& της ακόλουθης λέξης, ή μπροστά σ' ό τι άλλο ημίφωνο κι αν είναι. Δε λέμε τομπασιλιά, λέμε το βασιλιά. Γιατί τούτο; Γιατί το κοινό όνομα &βασιλεύς& δεν είχε μόνο αιτιατική• ταρχικό &β& μπορούσε λοιπό νακουστή χωριστά από τον της αιτιατικής, αφού έκλιναν &ο βασιλεύς, του βασιλέως, τω βασιλεί, οι βασιλείς& κτλ. Άμα δεν είταν κανένα ν στο &β& μπροστά, γίνουνταν το &β& β, γιατί το &β& είναι φυσικό να γίνη β, το β όμως δε γίνεται &β&. Αφού όμως το &β& έγινε β, βρίσκουνταν κάθε φορά που έκλιναν τόνομα το ν της αιτιατικής του άρθρου μπροστά στο β της αιτιατικής βασιλέα. Μα είδαμε που αφτή η πλοκή μβ δεν μπορούσε να μείνη• ο τύπος τον βασιλιά έπρεπε αμέσως να κατασταλάξη στον τύπο το ββασιλιά, με δυο β, κι αφτός ο τύπος είναι που μας έδωσε την αιτιατική της κοινής το βασιλιά, γιατί σαν που το είπαμε αρχήτερα, ο αναδιπλασιασμός δεν ακούγεται πια στην κοινή γλώσσα. Όπου βρέθηκε τελικό ν και κατόπι του ημίφωνο, συνέβηκε το ίδιο. Γι' αφτό το λόγο χάθηκε σήμερα στη γλώσσα μας το ν της αιτιατικής του θηλυκού κι αρσενικού άρθρου• μνίσκει μόνο όπου είναι κπτ, ίσια ίσια γιατί το κ, το π και τ είναι άφωνα κι όχι ημίφωνα. Μ' όλα τάλλα (χ γ φ β θ δ σ ζ μ ν ρ λ) αναδιπλασιάζουνταν το ν• με το κπτ δεν μπορούσε ναναδιπλασιαστή, αφού το ν με κπτ παριστάνει δυο φτόγγους διαφορετικούς. Το ίδιο έπαθαν και τα μόρια δεν και αν. Τα μόρια και τάρθρο δε λέγουνται ποτές ξεχωριστά• μοναχά τους δεν μπορείς να τα πης• πρέπει νάχης κατόπι άλλη λέξη. Για τούτο τα μόρια δεν, αν, οι αιτιατιακές την και τον του ενικού άρθρου ενώνουνται τόσο σφιχτά με την ακόλουθη λέξη, που μοιάζει σα να είταν τόνομα και τάρθρο μια μόνη λέξη. Χάρη σ' αφτό, έμεινε το ν μπροστά στο κ, το π και το τ και στα φωνήεντα σαν που έμεινε μέσα στην ίδια λέξη. Μπροστά σ' όλα τάλλα, έπρεπε πρώτα ναναδιπλασιαστή κ' ύστερα να βγη. Με τα επίθετα, με τις αντωνυμίες και με τα ρήματα έπρεπε φυσικά να παν τα πράματα διαφορετικά, αφού οι αντωνυμίες, τα επίθετα και τα ρήματα έχουν ύπαρξη ανεξάρτητη και μπορείς να τα πης ξεχωριστά. Έχει μια σημασία το καθένα, κι αν το φέρης και μοναχό του. Μ' αφτό το σύστημα, αντίς να λέμε τον καλόν φίλον ή είχεν φίλον, όλοι θα πούμε σήμερα τον καλό φίλο, είχε φίλο. Έναν καιρό έλεγαν, καλό φφίλο, είχε φφίλο, και το βλέπουμε από χωριανές γλώσσες που ακόμη σήμερα έτσι μιλούν. Και τόντις πολλά χωριά έσωσαν αφτή την προφορά, γιατί τα χωριά βρίσκουνται συχνά σ' ένα γλωσσικό στάδιο που η κοινή γλώσσα ξεπέρασε και για τούτο θακούσης σε κάμποσα νησιά να σε πουν τοχχορό, τοφφίλο, τοθθεό, τογγάμο, τηγγυναίκα, τοββασιλέ, τοδδούλο, τησσούβλα, τηζζωή, τημμάννα, τοννόμο, τηρράχη, τολλόγο, ή άθθος, νύφφη, ρουχχαλίζω, πεθθερός, συγγυρίζω• κ' έτσι θα στα πουν όλα, κάθε φορά που βρίσκεται το ν μπροστά σε κάθε άλλο σύφωνο παρά κπτ• δεν έχει καμιά εξαίρεση και δε θα κάμη ποτές λάθος ο χωρικός. Επειδής όμως τα επίθετα κλίνουνται και δεν έχουν αιτιατική μοναχά, έγινε απάνω κάτω το ίδιο που έγινε με το &β& του &βασιλεύς&. Οι αντωνυμίες, τα ονόματα και τα επίθετα δεν κράτησαν το ν μήτε όταν έρχουνταν κατόπι κ π τ ή φωνήεντο. Άμα χάθηκε ο αναδιπλασιασμός, άμα είπαν καλό φίλο αντίς καλό φφίλο, δεν είταν πια κανένας λόγος το ν της αιτιατικής να ξαναφανή πουθενά, γιατί μπορεί το επίθετο να μπη κατόπι και να πούμε φίλο καλό• έτσι δε φαίνεται πια το ν μήτε στόνομα μήτε στο επίθετο. Ο τύπος της αιτιατικής είχε καταντήσει καλό για τα επίθετα, και φίλο για τα ονόματα, χωρίς ν. Όσο για τα ρήματα, ο νόμος είναι ο ίδιος_ μόνο στην κοινή γλώσσα, που δεν έχει πια τον αναδιπλασιασμό, δεν μπορείς να διακρίνης το πρώτο πρόσωπο του ενικού αόριστου είχα φίλο και το τρίτο του πληθυντικού είχα φίλο, α δε βάλης το ν. Τα χωριανά διακρίνουν τα δυο πρόσωπα χωρίς ν, γιατί λένε, για το πρώτο, είχα φίλο και για το τρίτο, είχαφφίλο. Η κοινή αναγκάστηκε λοιπό, για λόγους ψυχολογικούς κι όχι φυσιολογικούς, να φυλάξη το ν μπροστά στα φωνήεντα και στάφωνα, μα έπρεπε να βάλη μπροστά στα ημίφωνα τους τύπους έχουνε, είχανε, λένε ή γράφανε κάμανε αντίς έγραφαν έκαμαν. Αφτούς τους τύπους τους πήρε από άλλα γλωσσικά συστήματα, από άλλα χωριά• κ' έπρεπε τόντις να τους πάρη, γιατί θάκαμνε λάθος αν έλεγε είχαν φίλο, κι ως τόσο δεν μπορούσε να πη είχα φίλο. Να παρατηρήσης όμως που μόνο στα τρίτα πληθυντικά πρόσωπα βάζει το ε και το ν• δεν τόχει ποτές στο πρώτο έχουμε κι αφτό σε δείχτει που λέει είχανε (και χάρη στην αναλογία έχουνε) μόνο και μόνο για ναποφύγη τη δυσκολία. Έτσι βγαίνει στη γλώσσα μας κι άλλος όρος. Το τελικό ν (το ν του άρθρου, του αν και του δεν, τελικό δεν είναι) χάθηκε με τον αναδιπλασιασμό. Μέσα στην ίδια λέξη (φυσικά και στα μόρια και στάρθρο), έμεινε το ν μόνο μπροστά στάφωνα και στα φωνήεντα.
Τι θα πούμε τώρα, όταν απαντήσουμαι στη γλώσσα του λαού τους τύπους συβουλή, κίδυνος, σύδεσμος, κι άλλους τέτοιους τύπους; Αρχαίοι τύποι δεν είναι• αν τους είχε μάθει ο λαός από τους αρχαίους, αν τους είχε κλερονομήσει κατεφτείας από τους προγόνους, θάλεγε συμ&β&ουλή, κίν&δ&υνος, σύν&δ&εσμος. Πρέπει λοιπό να συμπεραίνουμε που τους έμαθε μόνο σε μια εποχή που ταρχαίο το &β& είχε γίνη β, κι αφτό είναι το σωστό συμπέρασμα. Αφτούς τους τύπους τους βρήκαν οι λόγιοι στα βιβλία, ή στους μεσαιωνικούς χρόνους ή και στους δικούς μας. Είδαν που τα βιβλία έγραφαν παντού β, δεν ήξεραν που το &β&, όταν έρχεται μ κατόπι, είναι αρχαία προφορά, νόμισαν που το λεν πάντοτες &β&• το είπαν έτσι και σ' αφτές τις λέξες. Από το στόμα τους τις πήρε τότες ο λαός και τις κανόνισε• φύλαξε τον αρχαίο το νόμο κ' είπε συβουλή, κίδυνος, σύδεσμος, γιατί είδαμε που δεν ταιριάζει με τα ημίφωνα το ν, κι άμα είναι νόμος, ό τι κάμουν οι λόγιοι, δεν μπορεί να τον αλλάξουν• ο λαός τον έχει πάντα και τον προσέχει. Τέτοιες λέξες είναι λοιπό μισοδημοτικές μισοδασκάλικες και μπορούμε να τις γράφουμε, αφού τις διόρθωσε τουλάχιστο ο λαός. Μισοδημοτικούς μισοδασκάλικους τύπους έχει κάθε γλώσσα κι αναγκάζεται να τους έχη. Έτσι το θέλει ο καθαφτό συβιβασμός κι όλος ο κόσμος στην Εβρώπη έτσι εννοεί τον αληθινό συβιβασμό. Το μόνο που μπορείς να πης είναι που τόντις αρχαίος και σωστός τύπος είναι ο δημοτικός, και που πιώτερο αξίζει και πολύ πιο κανονικός είναι ο τύπος &β&άλλωμα ή άν&δ&ρας παρά ο τύπος κίδυνος ή συβουλή.
Όταν όμως ακούσης σε μια λέξη να λεν όλο μβ νδ κι ο λαός μήτε να γνωρίζη τη λέξη, τότες βλέπεις τι τρέχει• φτάνει οι λόγιοι να σε πουν τους τύπους άμβων, καταλαμβάνω με β, σαν που τους λεν, κι αμέσως καταλαβαίνεις εσύ που η προφορά αφτή του β είναι πλάσμα καινούριο• ο λαός τέτοια λέξη δεν ξέρει, γιατί δεν είναι ορθή• αρχαία δεν είναι, αφού δε λεν άμβωνας, μήτε άμ&β&ων κ' έτσι καταπατούν τους φωνολογικούς νόμους της αρχαίας, που δε θέλει πλάγι πλάγι ν κ' ημίφωνα• είναι τέρας. Ποιος βγαίνει βάρβαρος; ο δάσκαλος. Και ποιος λέει βάρβαρο το λαό; Ο δάσκαλος που πρώτος βαρβαρίζει. Κατάλαβες, ελπίζω, τώρα τι θα πη συμβιβασμός• είναι λάθος στην αρχαία γλώσσα και στη νέα. Τέτοιος είναι κι ο συμβιβασμός. Δεν είναι μισό λάθος• είναι λάθος σωστό.
Για να τελειώσουμε, ας κάμουμε τώρα μια στιγμή και το λεξικολόγο. &Β&ιβάζω σημαίνει κάμνω κανέναν ή κανένα πράμα να πηγαίνει, να βαδίζη, το βάζω στο δρόμο του. Η πρόθεση συν, όλος ο κόσμος το ξέρει, θα πη μαζί. Έτσι βλέπουμε τουλάχιστο τι νόημα έχει ο συμβιβασμός• κάμνει δυο πράματα να ταιριάζουν το ένα με τάλλο, μαζί να πηγαίνουν, τον ίδιο δρόμο να πάρουν. Ποια είναι αφτά τα δυο; ο συμβιβασμός δε μας το λέει, μα πιστέβω που θέλει να πη την αρχαία και τη νέα. Με τι τρόπο συμβιβάζει και τις δυο; Τώρα να το διούμε. Ο συμβιβασμός ντρέπεται να πη ήπια, που είναι πάρα πολύ χυδαίος τύπος• δε θέλει πάλε και να πη έπιον, που είναι πάρα πολύ αρχαίος. Τι κάμνει; Παίρνει λίγο από το έπιον και λιγάκι από το ήπια, μισό μισό το καθένα, τα ταιριάζει μαζί, τανακατώνει και σε βγάζει έναν αόριστο έπια. — «Καλά! λες εσύ, μα γιατί τάχατις έπια κι όχι ήπιον; Κάλλια μ' άρεζε εμένα ένας αόριστος ήπιον.» Κι αφτό γίνεται, παιδί μου, μη χολοσκάνης! Μπορείς κ' ήπιον να το πης• φτάνει να πάρης μισά μισά την αρχαία και τη νέα• άλλο νόμο δεν έχεις να φυλάξης. Όσο μισό είναι το έπια, τόσο μισό είναι και το ήπιον. Καλά λοιπό και τα δυο.
Βλέπεις τι πονηριά που την έχει ο συμβιβασμός, τι φρόνιμα που οικονομιέται, τι συμβιβαστικά που τα συμβιβάζει όλα ο συμβιβασμός. Σε λέει που κάμνει δυο πράματα να πηγαίνουν πλάγι πλάγι, να πάρουν τον ίδιο δρόμο• μα αν είναι να μάθης αφτός ο δρόμος πού αρχίζει και πού τελειώνει, ο συμβιβασμός αφτό δε στο λέει, κι από κει μπορείς να καταλάβης όλη του τη φρονιμάδα και την τέχνη. Ίσως ο ίδιος δεν το ξέρει να στο πη. Κάθε δρόμος έχει δυο άκρες, κάθε πράμα μια αρχή κ' ένα τέλος. Ο καημένος ο συμβιβασμός προσπαθεί να βρη τη μέση του δρόμου. Το κακό είναι που δεν ξέρει μήτε πού αρχίζει ο δρόμος, μήτε πού τελειώνει. Πώς θέλεις εσύ τώρα να βρη τη μέση; Του κάκου πολεμά. Πόσοι είναι σήμερα στην Ελλάδα που συμβιβάζουν ή συμβιβάζουσιν_, και σ' αφτούς μέσα πόσοι είναι που γράφουν την ίδια γλώσσα• Δεν μπορεί να συφωνήση ο ένας με τον άλλο. Ο καθένας με τη φαντασία του κυβερνιέται. Πάρε δυο απ’ αφτούς που συμβιβάζουν ή συμβιβάζουσιν και θα διής που κ' οι δυο τους έχουν άλλη γραμματική, γράφουν άλλη γλώσσα. Ο πρώτος σε λέει που παραδέχεται την ονομαστική πατέρας και μητέρα. Χωρίς ο ίδιος να το καταλάβη, είναι σα να σ' έλεγε που παραδέχεται ισοσύλλαβα αντίς περιττοσύλλαβα_. Κι ως τόσο σε λίγο θα σε πη• — «Όσο για την ονομαστική πόλις, βρύσις, με φαίνεται πιο σωστό να τα γράφουμε με το σ» — και νάσου περιττοσύλλαβα κ' ισοσύλλαβα πλάγι πλάγι. Μην του ρωτάς να στο ξηγήση• έτσι του φαίνεται. Ο δέφτερος πάλε βγάζει κι αποφασίζει που για τα ρήματα θα βάλη τη δημοτική κατάληξη της κοινής — ουν• όσο για τα ονόματα, λέει, θα κάμη την κατάληξη αρχαία και νομίζει πιο καλό να γράφη αι ώραι, αι ημέραι. Μ' αφτό, κάτι θαρρεί πως είπε. Γιατί το ένα αρχαίο κι όχι τάλλο; μη βασανίζεσαι να το βρης. Μη γυρέβης να μάθης τους λόγους. Έτσι τώρισε το κεφαλάκι του, και του φτάνει Ένας τρίτος πάλε σε φτειάνει άλλο κανόνα, συμβιβάζει και του λόγου του• με πολύ φρόνιμο τρόπο, μ' ήσυχο και συγκαταβατικό ύφος σε κάμνει παραχωρήσεις — και ποιος τον είπε να παραχωρήση τίποτις; — «Ναι βέβαια, λέει, παραιτώ τον απαρέφατο• παραδέχουμαι το να, μα μπορούμε τουλάχιστο να βάζουμε η στην υποταχτική και να γράφουμε να νομίζητε αντίς να νομίζετε» Έτσι το νομοθετεί και τόσο χωρεί το καημένο του το μυαλό. Μη ζητής να σε πη γιατί έχει η η αρχαία και για ποιο λόγο συνηθίζει η νέα το ε. Εδώ τα μπερδέβει. Ως τόσο περνά για σοφός κι ο ίδιος χαίρεται με τη γνώση του, και καμαρώνει τη φρόνησή του.
Έτσι πηγαίνουν και λεν. Άλλα μη γυρέβης. Πού τέχνη; πού σύστημα; πού μάθηση; Σύστημα δε θέλουν — και χωρίς σύστημα πότε γράφηκε γλώσσα; Ο συμβιβασμός δε βασίζεται πούπετις, μήτε στην αρχαία μήτε στη νέα. Δεν έχει χώμα πού να πατήση• όπου τύχη τρέχει• πετά με τον άνεμο σαν το λωλό το φύλλο. Για τούτο κ' οι συμβιβασμοί δε συμβιβάζονται αναμεταξύ τους. Τι σας φαίνεται; Εγώ λέω, πρώτα να συμβιβασθώσιν, να συμβιβασθώσι, να συμβιβαστώσι, να συμβιβαστούν ή να συβιβαστούν οι συμβιβασμοί ο ένας με τον άλλο κ' ύστερα να μας κατηχίσουν. Το κάτω κάτω όμως τι είναι; Καταντήσαμε να μην ξέρουμε τη γλώσσα μας. Βάλε έναν απ’ αφτούς που μιλούν όλο για μάθηση, για γραμματική και που λεν τη γλώσσα του λαού ακανόνιστη, να σε γράψη σ' αφτή τη γλώσσα, που καταφρονεί τόσο, μια μόνη σελίδα χωρίς να κάμη λάθος. Δε θα μπορέση! Θανακατώση μαζί τύπους κάθε λογής.
Δε συλλογίστηκε μήτε πώς μήτε πότε πρέπει να δανειστή λέξες από την αρχαία και με τι τρόπο θα τις συγυρίση για να φαίνουνται δημοτικές, για να μπορέση, μια μέρα να τις παραδεχτή ο λαός. Δε διακρίνει την κοινή, την πανελλήνια, τη γενική γλώσσα από τη γλώσσα που συνηθίζουνε μόνο σε μερικά μέρη. Μήτε βλέπει που υπάρχει μια γραμματική της κοινής. Καταφρονεί τους άλλους, θέλει να τους κυβερνήση, να τους μάθη, κάμνει το σοφό και δε γνωρίζει τους πιο απλούς νόμους της γλώσσας του λαού. Σήμερα θα πη εκείνος άβριο κείνος, το πρωί απάνω κάτω το βράδυ απάνου κάτου, κάπου δεν και κάπου δε• μα πότε χρειάζεται το ένα και πού ταιριάζει τάλλο μήτε τωνειρέφτηκε στη ζωή του κι αφτή του την αμάθεια τη βάφτισε σωφροσύνη. Για τούτο κάμνει τον περήφανο, φωνάζει που όρια δεν αρέσει. Θέλει λεφτεριά. Δεν το λέγαμε και πριν; Η αριθμητική φέρνει σταναχώρια. Τα δυο και δυο πάντα τέσσερα τα θέλει. Είναι σα να φώναζε στα καημένα τα δυο, ξεχωριστά στο καθένα• — «Έχετε δεν έχετε, θα συβιβαστήτε όπως σας το προστάζω γω, και πέντε δε θα γίνετε ποτές σας.» — Δεν είναι τυραννία; — « Και ποια είσαι συ, κερά Αριθμητική, έτσι δούλους σου να μας έχης; Πρέπει να κάμουμε τάχατις όπως θέλεις εσύ, κι όχι όπως εμείς θέλουμε; Εγώ να σε δείξω!» — Τέτοια λόγια της λέει ο συμβιβασμός κ' έχει δίκιο• πρέπει να φανούμε ανεξάρτητοι, να βαστάξουμε το φιλότιμό μας. Πλήξη πιάνει τον άθρωπο όσο βλέπει τη φύση να κυβερνά τον κόσμο με τόση τυραννία. Η θάλασσα ως ένα μέρος θα πάη και θα σταθή. Οι πλανήτες τον ίδιο γύρο θα κάμουν κάθε χρόνο, κι από τον κύκλο τους δε θα βγουν — ή πρέπει να χαθούν. Τα τριαντάφυλλα μόνο το καλοκαίρι θανοίξουν, κι όχι το χειμώνα. Κάθε πράμα έχει όρια δικά του, και δεν μπορεί παρέκει να προχωρήση. Όταν έλεγαν οι αρχαίοι για σωφροσύνη, για μέτρο και για γνώση, υποθέτω που ήθελαν τέτοια να πουν• εννοούσαν, ο καθένας και το κάθε πράμα να σέβουνται και να μην ξεπεράσουν τα φυσικά τους όρια. Σ' αφτή την αρχή είταν η φρονιμάδα τους όλη.
Ο συμβιβασμός νομίζει πως έχει τέτοια αρχή και πως μιλεί σαν τους αρχαίους, μα δίχως ο ίδιος να το ξέρη, λέει άλλα. Κάμνει όπως του φανή, κ' οι αρχαίοι, έλεγαν ίσια ίσια να μην κάμνη κανείς όπως του φαίνεται, αλλά όπως το θέλει η ορθή κρίση. Το μέτρον των αρχαίων ο συμβιβασμός το γυρέβει μέσα του, στο νου του, στη μικρή του τη γνώση, όχι στης γλώσσας μας τους νόμους μήτε στην ιστορική της σειρά. Δεν μπορούν όμως οι αθρώποι να φτειάξουν όρια του κεφαλιού τους• τα όρια τα βάζει η φύση, και τη φύση πρέπει νακούμε, όχι τη σοφία τη δική μας. Ο συμβιβασμός δεν παραδέχεται τέτοιο σύστημα• δε λογαριάζει για τίποτις μήτε τη φύση, που είναι η γλώσσα του λαού, μήτε τους φυσικούς της τους όρους, μήτε την επιστήμη που μας μαθαίνει να βρούμε τους όρους αφτούς και να καταλάβουμε τη φύση. Έπρεπε να φανή ο συμβιβασμός, για να διούμε ταξιοπερίεργο αφτό το κατόρθωμα, οι φυσικοί νόμοι ναλλάξουν και τα ποτάμια πίσω να γυρίσουν.
Ο Σωκράτης είχε άδικο να λέη που το _Γνώθι σαυτόν είναι η αρχή της σοφίας. Η αρχή της σοφίας είναι ο συμβιβασμός. Ο συμβιβασμός το ξέρει και για τούτο έχει τόση ιδέα για τη φρόνησή του και τόση πέραση στον κόσμο. Ίσως η σοφία του, αν κοιτάξης καλά, κρυφτεί μέσα της κατιτίς άλλο παρά σοφία. Το παρατήρησαν και στην Εβρώπη• ο σπουδαστής ο γραικός που έρχεται στο Παρίσι, που πάει στη Γερμανία ή στην Αγγλία, έφκολα μαθαίνει και θα καταλάβει ό τι του πης. Μα γρήγορα σταματά• ίσια μ’ ένα βαθμό θα προκόψη κι όχι παρέκει. — ή γιατί νομίζει πως όλα τα ξέρει ή γιατί κουράζεται και δεν μπορεί. Τέτοιος είναι ο Γραικός• όλα ταρχινούμε, μπαίνουμε στη δουλειά με πόθο και με καρδιά, ο κόπος δε μας τρομάζει. Να μας ακούσης, τον κόσμο θα τον κάμουμε δικό μας. Κι αλήθεια θα τον κάμναμε δικό μας, γιατί μέσα μας έχουμε κάτι και μεις. Μα…. είναι και το μα. Άλλο κάτι μας λείπει. Όλα ταρχινούμε, τίποτις δεν τελειώνουμε. Τίποτις δεν μπορούμε να τελειωποίσουμε. Η συνέχεια μας σκοτίζει το νου, η αδιάκοπη προσοχή μας ζαλίζει, η ίδια δουλειά μέρα νύχτα μας κουράζει. Στην επιστήμη, στα πολιτικά, στη μάθηση, στη φιλολογία δεν έχουμε μήτε πομονή, μήτε, — για να πούμε μια αρχαία λέξη που εδώ ταιριάζει — μήτε επιμονή. Πάντοτες μνίσκουμε στη μέση του δρόμου. Δεν τολμούμε, δεν μπορούμε να πιάσουμε μια ιδέα και να τη βαστάξουμε ίσια με την άκρη, ίσια με το τέλος. Έχουμε μισή μάθηση, μισή τέχνη, μισή γνώση και μισή φιλολογία. Το ζήτημα δεν είναι μόνο φιλολογικό κι ο συμβιβασμός δεν έχει να πη μόνο για τη γλώσσα• έχει πιο γενική, έχει εθνική σημασία και σ' όλα συμβιβάζομεν, όλα τα κάμνουμε μισά, γιατί και το κεφάλι μας είναι μισό και δεν έχουμε μήτε δύναμη μήτε σωστή ενέργεια. Έτσι βγάλαμε και μισή γλώσσα. Καταντούμε όμως λίγο λίγο να πιστέβουμε που το μισό που κατορθώνουμε να κάμουμε, είναι το μόνο σωστό. Παρηγοριούμαστε λέγοντας που τέτοιο είταν των αρχαίων το σύστημα, που αφτό θα πη παν μέτρον άριστον και μηδέν άγαν. Τα κάτω κάτω, ο συμβιβασμός άλλο τίποτις δεν είναι παρά η παντοτινή μας αφτή η ανημποριά σε κάθε πράμα και σε κάθε εργασία.
Εμένα πάλε τι με μέλει; Τον κόσμο βέβαια δε θα τον αλλάξω. Μάλιστα χαίρουμαι που είναι ο κόσμος όπως είναι• χαίρουμαι που είναι στον κόσμο κι ο συμβιβασμός. Αφτός θα φανή ο σωτήρας μου. Δίχως φόβο τρέχω μέσα στα κύματα που με πάνε στην Ελλάδα. Ο Μέντοράς μου δε θα μ' αφήση να ποντιστώ σαν το Μυρτίλο. Τώρα που ξέρω και γω να συμβιβάζω, θα χαρούν όλοι οι Αθηναίοι άμα με διούν. Όλοι μαζί μου θα γοητευθώσιν. Ο Μέντοράς μου μάλιστα μ’ έμαθε να συμβιβάζω τον ένα με τον άλλο τους χίλιους συμβιβασμούς που λουλουδιάζουν την ώρα που μιλούμε στωραίο χώμα της πατρίδας. — « Να σε δείξω τι σύστημα έχουμε όλοι σήμερα στην Ελλάδα. Μήτε γράφουσιν όλο να κλίνης, μήτε γράφουν. Άμα βάλης ένα γράφουν εδώ, ένα γράφουσιν εκεί, κάμνεις του καθενός το χατίρι. Μη λες μόνον η μητέρα• κάπου κάπου κοίταξε να χώσης και μια ονομαστική μήτηρ. Πες αι ώραι κ' οι ώρες, πες η πόλις κ' η ράχη, μη νομίζητε, αλλά και μη νομίζετε. Για να μη σε λείψη κι απαρέφατος, μπορείς όταν τύχη να γλυστρήσης πούπετις ένα ουδέτερο το φαγείν. Οι λόγιοι θα σε πουν που πρέπει να το κάμης φαγείον. Εσύ βγαίνεις τότες πιο δάσκαλος από τους δασκάλους, πιο σοφός από τους σοφούς και τους λες• — « Όχι! γιατί είναι απαρέφατος το φαγείν.» Έτσι χαίρεσαι που είπες το λόγο σου και συ• κολακέβεσαι με τη μάθησή σου κι ο κόσμος απορεί με την παιδεία σου. Όμως και τούτο μην το παρακάμης. Πρόσεχε νάχης μόνο μισή παιδεία. Παν μέτρον άριστον. Μηδέν άγαν. Η σωφροσύνη κοσμεί τον αληθώς άνδρα. Εν τω μέσω κείται η αρετή. Να σε πω μάλιστα το κάτω κάτω, με γραμματική δε φτειάνεις γλώσσα, δε φτειάνεις φιλολογία. Τέτοια ιδέα έχουμε σήμερα όλοι στην Ελλάδα. Καλό να την έχης και συ και να φαίνεσαι φρόνιμος σ' ό τι κάμης και σ' ό τι πης. Θυμήσου τι λέει ο ποιητής• πρέπει να ζη κανείς senza infamia e senza lode.
Όσο φέρνεσαι με τέτοιο τρόπο, θα σ' αγαπήσουν όλοι οι ομογενείς. Φτάνει να μην πιάσης και γράψης τίποτις. Ποιος είσαι συ; Νομίζεις τάχατις πως μπορείς να γράφης σαν και μας, να βγης άξαφνα ποιητής και να μάθης τι θα πη τέχνη και φιλολογία; Για συλλογίσου το καλά. Είναι δική μας δουλειά να κανονίσουμε τη γλώσσα και να συμβιβάσωμεν τους συμβιβασμούς, γιατί όποιος γράφει, τι κάμνει; κανονίζει, και να διής που μια μέρα όλοι θα παραδεχτούν την ιδέα μου. Εσύ για τέτοια δουλειά δεν είσαι γεννημένος. Κάτσε, παιδί μου, στη γωνιά σου και μη βάζης στο νου σου letteratura (ο φίλος μου κάπου κάπου ωμή ξερή κι αχώνεφτη σε τίναζε καμιά ξένη λέξη). Ψύλλους στάχερα να γυρέβης. Φαντασία, ιδέες, κοντύλι, ποίηση δεν είναι για σένα. Να περιορίζεσαι στη γραμματική σου. Δε μας βλέπεις εμάς; Στη γραμματική δεν ανακατώνεται κανένας από μας και μήτε θέλουμε να την ξέρουμε. Μην ανακατώνεσαι και συ στα δικά μας. Είσαι καλός μόνο για γραμματική και γλωσσολογία.»
Για νακούσω το Μέντορά μου, έκαμα και γω σήμερα το γλωσσολόγο.
ΚΒ'.
Οι αρχαίοι.
Δε με μέλει τώρα να πεθάνω! Με φτάνει η ζωή, αφού είδα την Αθήνα. Εδώ γεννήθηκε ο κόσμος. Εδώ και στη Ρώμη μορφώθηκε η Εβρώπη. Μικρός τόπος και γέμισε τη γις. Από δω μας ήρθαν και νους και σκέψη κ’ ιδέες. Αφτή μας έκαμε αθρώπους. Αθήνα τη λεν και ποτές όνομα στον κόσμο, με τόσο λίγες συλλαβές, δε σήμανε τόσα. Φτάνει τόνομά της να πης και τα λες όλα. Με σέβας το χώμα της να πατήσης, εσύ που έρχεσαι σε τέτοια χώρα• τον ουρανό που βλέπεις, τον έβλεπαν και τότες οι μεγάλοι• τον ορίζοντα που κοιτάζεις με τόση χαρά, τον κοίταζαν τα μάτια τους κάθε μέρα. Μέσα σ' αφτή την ατμοσφαίρα γεννιούνταν οι φωτερές ιδέες, έβγαιναν ποίηση και φιλοσοφία. Όταν ανέβαιναν οι γενναίοι στην Ακρόπολη απάνω, την ίδια θάλασσα θωρούσαν που θωρείς τώρα και συ.
Με πόση χάρη, με πόση νοστιμάδα αράδιασε η φύση τους λόφους και τα βουνάκια που βλέπεις γύρω γύρω στην Αθήνα. Τι ωραία, τι χαδεφτική μορφή κατώρθωσε να τους δώση! Με τι γλύκα, με πόση αγάπη ζουγράφισε κάθε γραμμή. Με πόσο ρυθμό και μέτρο, με πόση αρμονία έγλυψε τη γις, έστρωσε τα περιγιάλια και στρογγύλωσε τους γιαλούς! Στόλισε την Αθήνα με της πιο χαριτωμένες, με της πιο απαλές της ομορφιές. Την έκαμε με πόθο και χαρά, τη συγύρισε σαν παιδί της. Τάχει όλα ταιριασμένα,• εδώ ταριστουργήματα της τέχνης φαίνουνται σα να βγήκαν από το χώμα, σα να είναι του τόπου γεννήματα, αφού και τα πλάσματα της φύσης έχουν τόση φαιδρότητα και τέχνη.
Αιώνια χώρα θα μείνης — και μη σε μέλη! Μπορεί να σε καταπατήσουν οι βάρβαροι, μπορεί τα σκυλιά στον Παρθενώνα σου να χυθούν. Ήσυχη να είσαι! Θα καταστραφούν τα σκυλιά και θα χαθούν οι βάρβαροι• μια μέρα θα δέρνουνται και θα κλαιν την τόση τους τόλμη. Εσύ πάντα θα βασιλέβης• εσύ θα στέκεσαι παντοτινά, γιατί εσένα πάντα σε κοιτάζει η γλαφκομάτα μεγάλη θεά, γιατί εσένα πάντα σε προσέχει το πελώριο μάτι του Δία!
Εδώ ζούσε λαός μοναδικός στην ιστορία. Άλλος δε θα βρεθή που να του μοιάξη• μπορούμε να τόχουμε κάφκημα και δόξα, μόλον ό τι και μεις δε θα του μοιάξουμε ποτές. Ο πιο πρόστυχος άθρωπος έννοιωθε μέσα του τι θα πη τέχνη και ποίηση, ήξερε, χωρίς να του το μάθη κανείς, ποιο είναι το καλό και τωραίο. Δεν είχε δασκάλο παρά τη φύση. Για να γίνουν έργα μεγάλα, δε φτάνει ένας μόνο να τα κάμη• χρειάζεται η συνέργεια ολωνών πρέπει να τα καταλάβουν όλοι κι όλοι να ταρέσουν. Καλλιτέχνης είταν ο λαός όλος. Σε κάθε πέτρα χάραξε την ιδέα του• ο νους του μπήκε σα βούλλα μέσα σε κάθε μάρμαρο, σε κάθε στίχο. Στους ναούς και στα βιβλία, στου Παρθενώνα το μέτωπο και τις κολώνες, μας άφησε την καλήτερή του διδαχή. Μας έμαθε τι θα πη ειλικρίνεια και τέχνη. Ψεφτιές εδώ δεν έχει• δεν έχει πολύπλοκες τεχνουργίες• βάλε μια πέτρα απάνω στην άλλη και βγήκε ο Παρθενός. Πιο απλά μέσα, πιο απονήρεφτοι τρόποι δε γίνουνται. Ο Αθηναίος δε γύρεβε να θαμπώση τον κόσμο, να μας γελάση με τέχνες, με σοφίες και με γύρους. Δεν είταν ο σκοπός τους να φαντάξουν. Ένα μόνο κυνηγούσαν, πώς να πουν την ιδέα τους, πώς να την παραστήσουν απλά και φυσικά, για να την καταλάβη ο καθένας• δεν τους έμελε για τίποτις άλλο, κ' ίσια ίσια γιατί δεν είχαν άλλο σκοπό κατώρθωσαν κ' είχαν τόση τέχνη.
Την Ακρόπολη την είδα όπως βέβαια δεν την είδε κανένας ξένος• για τούτο σας μιλώ με τόση ζωηρότητα. Να μάθετε τι τρέχει• ίσως δεν ταποδείχτω, μα πολύ μ' αρέσουν οι αρχαίοι. Τα πήγαμε πάντα καλά μαζί. Οι αρχαίοι περήφανοι δεν είναι. Όταν είμουν παιδί στα σκολειό, δε μ' έρχουνταν τα λόγια τους• με φαίνουνταν όλο πως οι αρχαίοι άλλο τίποτις δεν είταν παρά ένα σωρό δασκάλοι• έτσι το θαρρούσα, ίσως γιατί δασκάλοι με τους παράδιδαν• τους είχα για κατσούφηδες, μαχμούρηδες, σκολαστικούς αθρώπους, και να πω το κάτω κάτω, βαρετούς με τα παραπάνω. Λαχταρούσα πότε να φέξουν οι διακοπές. Όταν πήρα μοναχός μου να τους σπουδάξω, άλλαξα γνώμη με μιας. Κατάλαβα που πιο γελαστοί, πιο καλής ψυχής αθρώποι δε γίνουνται. Τους έβαλα μέσα στην καρδιά μου — κι από τότες τα πάμε λαμπρά. Άμα αδειάσω λίγη ώρα το χειμώνα, — όταν πέφτουν όξω τα χιόνια πηχτά πηχτά και κάθουμαι ήσυχα κοντά στη φωτιά μου, — πολύ μ' αρέσει να κουβεντιάζω με τους αρχαίους! Πιάνω ένα βιβλίο και τα λέμε. Πόσα γέλοια κάμνουμε μαζί! Πόση χαρά με περεχύνουν τα λόγια τους! Πόσο θυμώνω, άμα θυμώσουν• πόσο κλαίω, άμα δακρίσουν• πόσο με διασκεδάζουν τα παραμύθια τους και πόσο με γλυκαίνει την ψυχή η καλή τους, η ψηλή τους φιλοσοφία και ποίηση. Τάχουμε πολύ καλά μαζί. Δεν κάμνουν τον περήφανο• φτάνει να τους αγαπάς με την καρδιά σου, να μην τους έχης για σοφολογιότατους και με πολλή καλοσύνη σε ξεσκεπάζουν τις ιδέες τους, σε φανερώνουν τις ομορφιές τους και πιάνουν τα λόγια. Πολύ μ' αρέσουν οι αρχαίοι! Όλο πιθυμούσα νανταμωθούμε καμιά μέρα.
Ταξιώθηκα κι αφτό, ό τι πάτησα στην Αθήνα. Κόντεβε μεσημέρι• γρήγορα γρήγορα έτρεχε ο καθένας από τη ζέστη να χωθή μέσα στα κελλάρια. Έτσι κρύφτηκαν όλοι και στους δρόμους δε φαίνουνταν πια ψυχή. Ο ήλιος φωτοβολούσε, που σε θάμπωνε τα μάτια. Όλα τάβλεπες κάτασπρα, η Αθήνα γυάλιζε σαν τη ζάχαρη• έλεγες που είχε χλωμιάσει κι ο ουρανός από την αντηλιά. Ησυχία δεν έχω στο ταξίδι• πρέπει να είμαι πάντα στο ποδάρι. Σηκώθηκα λοιπό να πάω στην Ακρόπολη. Προτού νανεβώ, στάθηκα κάτω μια στιγμή και κοίταξα απάνω, να διώ. Τι βλέπω; όλους τους αρχαίους μαζωμένους στην Ακρόπολη, ξυπόλυτους κι ασπροντυμένους, με τους μακριούς χιτώνες. Τα πρόσωπά τους είταν κάπως χλωμά, μα πάντοτες ωραία. Προχώρησα και τους είδα από πιο κοντά. Περπατούσαν και μιλούσαν αναμεταξύ τους. Άλλοι ανεβοκατέβαιναν τη σκάλα του Beulé• άλλοι πάλε έρχουνταν ίσια με κάτω, στου Διόνυσου το θέατρο, καθούντανε γύρω γύρω στα σκαμνιά και πρόσμεναν — ποιος ξέρει τι; ίσως καμιά παράσταση που δε θα γίνη ποτές. Άλλοι είταν καθισμένοι με την αράδα στα σκαλοπάτια του Παρθενώνα, κοίταζαν το χόρτο που είχε φυτρώσει στις πέτρες ή θωρούσαν τη θάλασσα μπροστά τους. Είχαν ομιλίες κ' έσκυφτε ο ένας να πη κάτι ταλλουνού. Ο Σωκράτης έτριβε τα γόνατά του• θυμούνταν που τρίβοντας τα γόνατά του είχε πεθάνει και γλυκά χαμογελούσε. Τι καλός εκείνος ο Σωκράτης! Χαίρουνταν όλοι τους να τον ακούν. Είταν ένα γλέντι για τον κόσμο. Έπρεπε να διής τον ήσυχο το γέρο, όταν είχε στο νου του να πη καμιά νοστιμάδα ή να κάμη κανένα χωρατά• τότες είταν που έβγαζε από το στόμα του λόγια γεμάτα ιδέες μεγάλες και πανάγιες αλήθειες. Παίζοντας και σα να μην προσέχη έλεγε τα πιο σοβαρά πράματα. Σε τέτοιες ώρες είχε μάλιστα το συνήθειο να κατεβάζη τα φρύδια και να πετά στραβά μια ματιά, τάχατις σα νάκαμνε το σπουδαίο ή το θυμωμένο. Ο Πλάτωνας τον πείραζε λέγοντας πως μοιάζει τάβρος.
Ο Ηρόδοτος, με χάρη μοναδική, διγούνταν παρέκει κάτι ιστορίες που τελειωμό δεν είχαν. Κάθουνταν τα ελληνόπαιδα τριγύρω και τον άκουγαν όλοι σαν παππού τους. Σκυθρωπός σαν το λιοντάρι, ο Θουκυδίδης μελετούσε. Γύρεβε θεμέλια για να στηλώση την αλήθεια. Μάζωνε πληροφορίες εδώ και κει, ρωτούσε τους στρατιώτες, μιλούσε με τους γέρους, πολεμούσε να διαβάση τις επιγραφές και τα μνημεία. Κάποτες χαμογελούσε το λιοντάρι• έβλεπε που το έργο του είχε μείνει στους αιώνες και που μοναχός του, πριν ακόμη μάθη ο κόσμος τι θα πη επιστήμη και κριτική τέχνη, είχε δείξει την αληθινή, τη μόνη μέθοδο της επιστήμης και της ιστορίας.