Θα σας πω ακόμη κι άλλο. Όταν οι Αουστριακοί κρατούσαν τη Βενετία, είταν αδύνατο να διής τσιγάρο σε βενετσιάνικο στόμα. Οι Βενετσιάνοι, που κάπνιζαν πρώτα σαν το καμίνι, έπαψαν άξαφνα να καπνίζουν. Οι Αουστριακοί είχαν τα καπνά και κάλλια βασανίζουνταν ο Βενετσιάνος ολημέρα, παρά να κάμη τον Αουστριακό να κερδίση μισό παρά. Κάτι θα πη ηρωισμός, ομόνοια, ζωντανό μίσος, έχτρα που μάτι δε σφαλνά, που μέρα νύχτα βιγλίζει. Πολύ σας τα συστήνω κι αφτά.
Τόσα είχα απάνω κάτω να σας πω για τις ξένες λέξες. Όταν κάμετε καλό στρατό, όταν αφήσουν το τσιγάρο στην Ανατολή, όταν άλλο δε βάλετε στα νου σας παρά μπαρούτι και φωτιά, τότες πάλε βρίσκουμε καιρό και φιλολογούμε. Οι ξένες λέξες κανένα κακό δε μ' έκαμαν• τις έχω μάλιστα ανάγκη για να πω πολλά πράματα που δε μ' έρχεται και δε γίνεται να τα πω αλλιώς• έτσι τις έκαμα δικές μου• τις έβαλα να δουλέβουν την ιδέα μου. Δεν ταιριάζει να κάμνουμε τους περήφανους με τις λέξες κι όχι με τους αθρώπους, να μη θέλουμε τούρκικα και να καλοπιάνουμε τους Τούρκους. Είναι περιττό να καθαρίζουμε τη γλώσσα που δεν τόχει ανάγκη και δε βρωμά• κάλλια να καθαρίσουμε την Ανατολή. Το τουφέκι από τη γλώσσα μας να το βγάλουμε, δε γίνεται, γιατί σκοτώνει Τούρκο• πολύ πιο φρόνιμο να βγάλετε τον Τούρκο από τα νησιά κι από τις επαρχίες, γιατί ο Τούρκος μπορεί να σκοτώση χριστιανούς. Σκοτώνει τους χριστιανούς ο καταραμένος και τι βγαίνει τότες; Ας λέμε όσο θέλουμε πυροβόλον κι άλλες τέτοιες νοστιμάδες. Αχ! τάπιστα τα σκυλιά, τους συχαμένους τους βαρβάρους! Ποιος είναι Γραικός και μπορεί άλλο να γυρέβη, άλλο να ποθή μέρα και νύχτα παρά να πάρη την ψυχή τους; Ποιος μπορεί σήμερα να λέγεται άθρωπος, ποιος μιλεί για πολιτισμό κι αφίνει τέτοια ζώα στον κόσμο; Ομπρός λοιπό, τα παιδιά• ορμήστε, παλληκάρια, στο κριάς, στο πετσί! Χτυπάτε, όσο μπορείτε, — κι όταν μπορείτε. Αν έχετε τουφέκια, πάρτε τα τουφέκια• αν τα τουφέκια σας λείψουν, πάρτε πέτρες• αν και πέτρες δε βρεθούν, πολεμήστε με τα νύχια• αν τα νύχια σπάσουν και κείνα, με το στόμα, με τη γλώσσα, με τα δόντια, ρουφήξτε αίμα, δαγκάστε πρόσωπο, φάτε κόκκαλα. Όξω, όξω πρώτα τους ξένους. Για τις ξένες λέξες βλέπουμε κατόπι.»
ΚΔ'.
Ξένη γλώσσα.
Τα σπίτια στην Αθήνα είναι ωραία. Με πολύ γούστο τα κάμνουν και δεν είταν έφκολο πράμα, κοντά στην Ακρόπολη, να φτειάξουν παλάτια και να χτίσουν πόλη που να φαντάζη, που νάχη τόση χάρη. Οι πέτρες είναι πέτρες σωστές, κι όχι μουκαβάς. Το μάρμαρο ψέφτικο δεν είναι• είναι μάρμαρο αληθινό. Το κακό είναι όμως που το σπίτι το λεν οικία και οίκος• μ' αφτό τελειώνει η αλήθεια κι αρχίζει —… πώς να το φέρουμε; ας πούμε κ' ένα δυσάρεστο… — αρχίζει η ψεφτιά. Να μη θυμώσης και θα με καταλάβης• μάλιστα θα διής που άλλη λέξη δεν έχει. Μιλούμε για το καλό κι όχι για να βρίσουμε. Αν είναι πάλε και θυμώση ο αναγνώστης μου, ας το ρίξη στους δασκάλους• γιατί κοιτάξτε τι τρέχει. Όταν ο Γραικός είναι μοναχός του και μιλεί για λόγου του, μέσα στο νου του λέει σπίτι. Άμα ανοίξη το στόμα μπροστά σε κανέναν ξένο ή και σ' ένα δικό του, θυμάται που πρέπει να το πη αλλιώς• το μεταφράζει στη στιγμή και στο βγάζει οικία. Ο άλλος ο Γραικός που τον ακούει, σπίτι ξέρει και κείνος — να μην πη πως δεν το ξέρει έτσι, γιατί τότες εμείς του λέμε που ξέχασε τη γλώσσα του. Ως τόσο, τι κάμνει; όταν ακούση οικία, γρήγορα γρήγορα μέσα του λέει• « Για σπίτι μιλεί.» Το μεταφράζει την ίδια ώρα κ' έτσι τρέχουν τα λόγια. Και για κάθε λέξη, για το ψωμί, το τυρί, το κρασί, για το νερό, τη φωτιά, για τα μάτια, τα δόντια, τα φρύδια, τα ποδάρια, τα χέρια, τα μπράτσα, τα παιδιά, ταγώρια και τα κορίτσια, γίνεται η ίδια εργασία μέσα στο νου του• μεταφράζει. Άλλα έχει μέσα του ο Γραικός κι άλλα λέει. Δεν είναι μόνο το στόμα που λέει μάθημα, μα και ταφτιά δεν κάμνουν άλλη δουλειά στην Αθήνα και σ' όλη την Ανατολή παρά αιώνια να μεταφράζουν. Τώρα μπορεί να με ρωτήξης σε τι χρησιμέβουν όλα αφτά τα μεταφράσματα και τι βγαίνει από την κωμωδία; Ανόητος που δεν το βλέπεις! Δεν το κατάλαβες ακόμη; Με τη μετάφραση πρώτα θα δείξουμε στους ξένους που η γλώσσα μας δεν άλλαξε συλλαβή και που έμεινε αιώνες η ίδια. Ο Περικλής, όταν αποχαιρετούσε την Ασπασία, βέβαια θα της έλεγε• — «Φιλτάτη, υπάγω εις την οικίαν.» — Έτσι το λέμε και μεις σήμερα. — Δέφτερο, λέγοντας οικία αντίς σπίτι, ανεβαίνουμε κομμάτι• φαντάζει ο ένας μπροστά στον άλλο• ο Γραικός καμαρώνει το Γραικό. Βλέπει αμέσως ο ένας που έμαθε ο άλλος δυο τρία ελληνικά και για να μη μείνη πίσω και κείνος, κάμνει πως τον καταλαβαίνει. Δεν είπαμε και πριν που μόνο οι αρχαίες λέξες έχουν εβγένεια; Έτσι και μεις με μια μόνη λέξη φανερώνουμε την εβγένεια της ψυχής μας. Όλη μας η εβγένεια είναι στα λεξικά. Ίσως δεν έχουμε κι άλλη να δείξουμε• συφέρει λοιπό να λέμε οικία κι όχι σπίτι. — Είναι κ' ένα τρίτο. Όσο κι αν πολέμησαν οι δασκάλοι, όσο κι αν αναποδογύρισαν το κάθε πράμα, δεν κατόρθωσαν όμως να βγάλουν από τη γλώσσα μας μερικούς τύπους δημοτικούς• δεν έδιωξαν ακόμη το καημένο, το σακατεμένο το θα• δεν ξερρίζωσαν το βάρβαρο να. Δεν ξωλόθρεψαν όλους τους ξενισμούς• κάθε φορά που λέμε Μάρτης, Μάης και τους άλλους μήνες, ακόμη και σήμερα μιλούμε λατινικά, γιατί ο Μάρτης, ο Μάης κ' οι άλλοι μήνες ελληνικές λέξες δεν είναι• λατινικά μιλούμε, άμα πούμε τον Κωσταντίνο κι άλλα τέτοια. Τι να κάμουμε; Να μη λέμε Μάρτης, Μάης και Κωσταντίνος; Να μη γράφουμε το θα και το να; Το συλλογιούνται κ' οι δασκάλοι. Τουλάχιστο το διορθώνουνε. Βάζοντας στην ίδια φράση το θα ή το να μαζί με το σπίτι, έχεις δυο βάρβαρους τύπους αντίς έναν• όταν όμως πης ένα θα και πιο κάτω χώσης έναν οίκον, τότες μοιάζει σα να μην άλλαξε η γλώσσα. Πες• «θα υπάγω εις τον οίκον» ή «Θα υπάγω εις το σπίτι.» Σύγκρινε τα και τα δυο. Ποιο σε φαίνεται πιο ελληνικό; Ποιο λες από τα δυο να συνήθιζε ο Περικλής; Βέβαια το πρώτο. Κατάλαβες; Εκεί που το θα μπορεί να σε προδώση αν το βάλης με ξένη λέξη και να δείξη που η γλώσσα σου άλλαξε, άμα ταιριάξης, το θα με μια λέξη αρχαία, γίνεται αρχαίο και το θα. Έτσι έσιαξες τις ανωμαλίες• έτσι ξελληνίζεις τους ξενισμούς. Φτάνει να κάμης το Μάρτη Μάρτιον, τον Κωσταντίνο Κωνσταντίνον• αμέσως πάστρεψες, ξέπλυνες τη γλώσσα. Τώρα βλέπεις που με τη μετάφραση κάμποσα κατάφερες.
Ας είναι πάλε καλά οι Ρωμαίοι! Χωρίς τους Ρωμαίους, θα μνίσκαμε στα κρύα του λουτρού. Δε θα ξέραμε τι μήνα έχουμε• τα χρόνια θα περνούσαν και δε θα το νοιώθαμε• δε θα μπορούσαν οι δασκάλοι να προδέψουν• πάντα θα κοπάνιζαν τα ίδια. Με το μηνολόγι που μας έδωσε η Ρώμη, ξέρουμε τουλάχιστο τι μας γίνεται. Οι Ρωμαίοι μας έμαθαν πολλά χρήσιμα πράματα• χάρη στους Ρωμαίους έχουμε σπίτι και καθούμαστε• χάρη στους Ρωμαίους ανοίγουμε και σφαλνούμε πόρτες. Ας ήναι καλά κ' οι αρχαίοι! Κάμποσα τους χρωστούμε. Α δεν είταν οι αρχαίοι, δε θα ξέραμε πώς να πούμε τον άθρωπο. Χωρίς τους αρχαίους, κι αφτή η Αθήνα όνομα δε θα είχε. Είναι τόντις κρίμα που αφτές οι δυο λέξες άνθρωπος και Αθήναι είταν ξένες στην αρχαία γλώσσα. Ελληνική ρίζα δεν έχουν κι από κάπου θα τις έκλεψαν οι προγόνοι μας. Οι δασκάλοι τούτο δεν το ξετάζουν• οι δασκάλοι δεν ξετάζουν που η λέξη πόρτα βρέθηκε στη γλώσσα μας από του Ιουστινιανού τα χρόνια. Ακούν τους Ιταλούς να λεν πόρτα• νομίζουν αμέσως που μας τόμαθαν οι Ιταλοί. Γράμματα δεν ξέρουν οι καημένοι• για τούτο βρίζουν και κατατρέχουν αφτή τη λέξη• το Μάρτη και το Μάη τους αφίνουν ήσυχους. Μόλον τούτο, όσο αρχαίος είναι ο Μάρτης, τόσο αρχαία είναι κ' η πόρτα, μάλιστα πιο αρχαία. Οι δασκάλοι δε λεν τίποτις μήτε για τη λέξη άνθρωπος μήτε για τόνομα Αθήναι — κι ως τόσο θα σε πουν πολύ σοβαρά που ξένες λέξες δε θέλουν. Όρος• «ξένες λέξες είναι όσες θαρρούν ξένες οι δασκάλοι. Άμα δεν ξέρουν οι δασκάλοι, ξένες λέξες δεν υπάρχουν.»
Όπως κι αν το γυρίσουν οι δασκάλοι, δε θαλλάξουν την ιστορία• ό τι έγινε, έγινε. Η γλώσσα μας άλλαξε, γιατί όλες οι γλώσσες αλλάζουν. Αφτό η Εβρώπη το ξέρει, κι από μας δε θα πάρη μαθήματα. Εβγένεια δεν είναι να λέη κανείς άλλα άντ' άλλα. Ας είταν όμως και μεγαλήτερη εβγένεια να λέμε οικία αντίς σπίτι, άρτος αντίς ψωμί, πάντα θα είταν εβγένεια ψέφτικη να το λέμε έτσι. Τι θα πη ψεφτιά; να σε κάμω να πιστέψης ένα πράμα που δεν είναι. Τι κάμνουμε όμως τώρα; Θέλουμε ο κόσμος να πιστέψη που η γλώσσα μας δεν άλλαξε• θέλουμε να το πιστέψουμε κ' οι ίδιοι• προσπαθούμε να δείξουμε εβγένειες που δεν έχουμε. Η αλήθεια μέσα σ' αφτά τι γίνεται; Χάνεται, κ' η ψεφτιά βασιλέβει. Είναι έτσι ή δεν είναι; Όποιος θύμωσε πρέπει τώρα να ξεθυμώση. Άδικος θυμός! Νομίζουμε τάχατις πως κάτι κατωρθώσαμε με τα δασκαλικά μας και δε βλέπουμε πολύ πιο σοβαρά πράματα. Με τη μετάφραση και με το σύστημά μας αφτό νάχουμε άλλη γλώσσα στο νου κι άλλη στο στόμα, το κάτω κάτω τι δουλειά κάμνουμε; Την ίδια δουλειά που κάμνουν όσοι μιλούν ξένη γλώσσα. Ξένη γλώσσα είναι μια γλώσσα που δεν την ξέρει κανείς φυσικά και που πρέπει να τη μάθη με το δασκάλο, για να τη μιλήση. Έτσι το παθαίνουμε με τα κορακίστικα που μιλούμε. Και δεν ντρεπούμαστε. Μάλιστα προσμένουν οι δασκάλοι να τους καμαρώσουν οι Εβρωπαίοι! Οι Εβρωπαίοι ως τόσο τι λεν; που δεν ξέρουμε τη γλώσσα μας και που μας τη χάλασαν οι δασκάλοι. Το φραγκόπαιδο δεν έχει ανάγκη να του πουν πώς πρέπει να λέη σπίτι και ψωμί• τακούτε και θα τα πη όπως τα λέει όλος ο κόσμος. Ξέρει τη γλώσσα του φυσικά. Εμείς θα τη μάθουμε πρώτα στο σκολειό, και το μάθημα τούτο τολμούν οι δασκάλοι και το λεν εθνική γλώσσα! Ένα μόνο ξεχνούν οι δασκάλοι• οι ξένες λέξες δεν είναι το σπίτι, το τουφέκι και το παπούτσι, γιατί τις λέξες αφτές τις έκαμε δικές του ο λαός κ' έγιναν τώρα γραικικές. Άμα τις πης, θα τις καταλάβη ο καθένας κι από κει μπορείς να κρίνης• μόνο τη δική του τη γλώσσα καταλαβαίνει ένας άθρωπος, χωρίς νάχη ανάγκη δασκάλο. Γλώσσα μας το λοιπό κατάντησαν κι αφτές οι λέξες. Άλλη είναι η ξένη γλώσσα.
Μια μέρα περνούσα από ένα σπίτι μπροστά. Στην πόρτα στέκουνταν ένα παιδί δώδεκα χρονώ, με χαρούμενο πρόσωπο και μάτια γελαστά. Φορούσε στιβάλια ψηλά, φτερνίστρες, και βαστούσε καμτζίκι στο χέρι. Είταν έτοιμο να φύγη. Έλεγε της μάννας του που είτανε μέσα στο σπίτι• — « Μάννα, θα πάω καβάλλα.» — «Να μη σ' ακούσω, να μη σ' ακούσω! μάνιζε η μητέρα του. Τέτοιες λέξες να μη λες και θα σε δείρω! Να πης• θα υπάγω να ιππεύσω.» Σάστιζε το παιδί σα να μην καταλάβαινε. Η μάννα του και κείνη δεν έβλεπε και δεν έννοιωθε τι βάρβαρη γλώσσα πολεμούσε να μάθη του παιδιού της, όταν τόβαζε να λέη ταναλυτικό μας το θα με ταρχαίο το ιππεύσω• και το μεσαιωνικό το υπάγω. Νόμιζε πως τόντις κάτι κατάφερνε και δεν καταλάβαινε η ίδια το τρομερό λάθος που έκαμνε. Κατάλαβα τότες όμως εγώ που η μόνη ξένη γλώσσα στην Ελλάδα είναι η καθαρέβουσα• το παιδί δεν μπορεί να την καταλάβη κ' η μάννα η ίδια δεν την ξέρει. Έφυγα με τον καημό στην καρδιά. Τι θα γίνη ένα έθνος, που μαθαίνει τέτοια γλώσσα η μάννα του παιδιού της!
ΚΕ'.
Χαμένα λόγια.
Κάποτες μ' έρχεται να φωνάξω δυνατά, που όλος ο κόσμος να μ' ακούση• — « Μη! Μη! Μη! Μη χαλνάτε τη γλώσσα! Καταστρέφετε την αρχαία και τη νέα μαζί. Θέλετε γλώσσα που να μοιάζη τόντις με την αρχαία, που να είναι η ίδια γλώσσα; Πάρτε τη γλώσσα του λαού. Θέλετε ξένη γλώσσα; Πάρτε την καθαρέβουσα• θα δείξη σ' όλο τον κόσμο, που τόντις χάθηκε η αρχαία. Θέλετε να παίξετε; Θέλετε νοστιμάδες, χωρατάδες και κωμωδίες; Τότες να γράφετε την καθαρέβουσα! Θέλετε επιστήμη, κόπο και μάθηση; Θέλετε να πιάσετε σοβαρή δουλειά; Να γράφετε την εθνική σας γλώσσα. Από την απόφαση σας, θα φανή αν είστε ή άντρες ή παιδιά.
Αφήστε την ψεφτομάθηση, την ψεφτοσοφία, τους συμβιβασμούς και τους δασκάλους. Μην πιστέβετε όσα λεν, που βαθμηδόν η γλώσσα θα καλητερέψη και που θα γράφουμε μια μέρα σαν τον Ξενοφώντα. Μόνο που σας λέει κανείς τέτοιο λόγο, σας δείχτει που δεν κατάλαβε ακόμη μήτε τι είναι Ξενοφώντας μήτε τι θα πη γλώσσα. Βαθμηδόν ξέρετε τι θα γίνη; Θα χαθή η εθνική μας γλώσσα και θαφανίσετε την αρχαία. Τι με μέλει που θυμώνετε τώρα μ' όσους σας μιλούν έτσι; Μια μέρα θα καταλάβετε οι ίδιοι το κακό που μας κάμνετε όλους• θα κλαίτε και θα λυπάστε και δε θα μπορήτε πια να διορθώσετε το λάθος σας. Αχ! τι βάσανο που είναι να βλέπη κανείς την αλήθεια και να μην μπορή να τη δείξη στους άλλους!
Μην τα θέλετε όλα μισά. Αμάθεια και περηφάνεια σας έφεραν τέτοιο κακό• περηφάνεια, γιατί θέλει ο καθένας να φαντάξη και να μην είναι σαν το λαό• αμάθεια, γιατί καταντήσαμε να μην ξέρουμε τη γλώσσα του λαού, γιατί τόλμησαν οι δασκάλοι να βρίσουν όλο το έθνος και να πούνε βάρβαρη μια γλώσσα, που δεν τη σπούδαξαν ακόμη. Αφτή η γλώσσα όμως υπάρχει• μπορείτε να την κάμετε κομμάτια• κανείς δε θα μας τη σηκώση. Με κανέναν τρόπο δε θα γυρίση πίσω η αρχαία. Οι ιστορικοί νόμοι για σας δε θαλλάξουν. Του κάκου βρίζετε την εθνική μας γλώσσα και τη λέτε πρόστυχη, και καμώνεστε πως μήτε ξέρετε τι είναι, και πολεμάτε να μας δείξετε που μιλείτε την αρχαία, που η αρχαία ακόμη ζη.
Ποτές, όχι! ποτές δε θα κάμετε τον κόσμο να σας πιστέψη. Του κάκου γράφετε γραμματικές της καθωμιλημένης και βάζετε μέσα όλη την αρχαία γραμματική, περιττοσύλλαβα, υπερσυντελικούς και μετοχές, ύστερα μάλιστα χαρίζετε τα βιβλία σας στους ξένους, τάχατις για να σας καμαρώσουν. Πάντα θα σας καταδικάση η επιστήμη κ' η ορθή κρίση. Πάντα κάπου θα βρεθή ένας να σας το πη — κι αν πάλε δε βρεθή, δεν πειράζει! Η αλήθεια θα μείνη αλήθεια. Η αλήθεια, για να υπάρχη, δεν έχει ανάγκη μήτε να τη διούμε, μήτε μάλιστα να ξέρουμε την ύπαρξή της. Η αλήθεια μοιάζει με τα μακρινά τάστρα που δε φαίνουνται μέσα στον ουρανό, κι ως τόσο λάμπουν ολομόναχα, κι ας μην τα βλέπη κανένας!
Η καρδιά μου πονεί να σας ακούω! Το χαμό σας θέλετε• το κακό σας γυρέβετε μόνο. Αν ήξεραν οι δασκάλοι την αρχαία με τα σωστά τους, δε θα πολεμούσαν κάθε ώρα να μας δείξουν πως την ξέρουν και θάγραφαν τη δημοτική, αφού κ' οι αρχαίοι οι ίδιοι έγραφαν τη δημοτική τους γλώσσα. Με την ψεφτογραμματική δε φτειάνεται γλώσσα, δε φτειάνεται φιλολογία. Τι λόγια να βρω για να με πιστέψετε; Χαλνάτε μια γλώσσα που είναι θησαβρός για την επιστήμη, που θα σας δοξάση στον κόσμο. Χαλνάτε μια γλώσσα που μόνη της μπορεί να σας δώση μια μέρα εθνική φιλολογία, ποίηση και φήμη, μια γλώσσα που θα σας κάμη να μοιάξετε ίσως και σεις τους αρχαίους. Μη! Μη! Μη!»
Αχ! Να είμουν κάτι και γω! Να μπορούσε κανείς να μ' ακούση! Αφτό το κεφάλαιο να μπορούσαν όλοι να το διαβάσουν — και να με πιστέψουν! Τι ζητούμε; το καλό. Τι πολεμούμε; να προκόψη, να μεγαλώση το έθνος. Έπρεπε κ' οι δασκάλοι να είναι μαζί μας. Αφτό θέλουν και κείνοι• ας διούν το λοιπό με τι τρόπο θα το κατορθώσουν. Ας πάρουν καλήτερο δρόμο. Αχ! να μας έκαμναν τουλάχιστο μια παραχώρηση• να μη λεν πρόστυχη τη γλώσσα του λαού, να μάθουν τέλος πάντα που ο λαός και μόνος ο λαός έκαμε και κάμνει όλες τις γλώσσες του κόσμου. Τόσο μ' έφτανε κι άλλο δε θα ζητούσα. Τότες δε θα μ' έμελε για τίποτις πια και θα πρόσμενα το θάνατο με χαρά.
ΚΣΤ'•
Οικιακά κυνάρια.
Όσα είπα τα παίρνω πίσω• δε μιλούν πούπετις σα στην Αθήνα (εννοείται, δε μιλούν τόσο καλά). Θυμήθηκα τις γαζίες της Πόλης. Στην Πόλη, όταν κόψη ο μπαχτσεβάνης τις γαζίες, τις δένει με μια ψιλή κλωστή σε κάτι μικρά ξυλάκια• τρυπά ένα κολοκύθι και βάζει τα ξυλάκια• το κολοκύθι, όλο τρυπημένο με τα ξυλάκια και γεμάτο γαζίες, σε φαίνεται πως λουλουδιάζει και μοσκοβολά. Μια μια πουλεί ο μπαχτσεβάνης τις γαζίες κι απομνίσκει το κολοκύθι ολόξερο, χωρίς καμιά μυρωδιά. Σαν τις γαζίες, ψες το βράδυ σε μια βεγγέρα που βρίσκουμουν, τα μεν, τα δε, τα γαρ, τα μέντοι, τα δη κι όλες οι άλλες ελληνικούρες στόλιζαν και κεντούσαν την ομιλία. Πόσες φορές έπρεπε νακούσω θυγατράσι και πατράσι! Πόσα κοχλιάρια να καταπιώ! Πόσα τέια να χορτάσω! Πόσα λίαν γοητεύομαι να φάω! Πόσα ώστε να χωνέψω!
Τη νύχτα, που πήγα να πέσω στο κρεββάτι, δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Έκαμνα όλο το ίδιο όνειρο• όλο το ίδιο φάντασμα με κυνηγούσε. Σφαλνούσα τα μάτια και με φαίνουνταν πως ένα σωρό γαϊδουράκια, — νόστιμα γαϊδουράκια, καλοσιασμένα και καλοστολισμένα — στέκουνταν τριγύρω μου, άνοιγαν το στόμα τους μεγάλο μεγάλο και γκάριζαν όσο μπορούσαν. Ξυπνούσα και ξανάπεφτα. Τα γαϊδουράκια με μιας γίνουνταν ονάρια, τα ονάρια όνοι, οι όνοι πάλε σκυλιά και το κάθε σκυλί έβγαινε κύων• οι κύνες γάβγιζαν που κόντεβε να σκάσουν. Πηδούσαν απάνω μου τα ζώα, σα λυσσιασμένα, και δάγκαναν τις χυδαιότατες μου γάμπες.
Το πρωί, είχα δουλειά στον Περαιά και πήρα το σιδερόδρομο. Αγόρασα μια φημερίδα να διαβάσω. Στην Αθήνα, γρήγορα διαδίδουνται τα νέα• ξέρουν το κάθε πράμα άμα γίνη, κάποτες πρι γίνη, και πολλές φορές χωρίς να γίνη διόλου. Η γαζέττα έλεγε• — « Λύσσα λύσσην πέφυκε. Τα μεν, ο εν Παρισίοις άμουσος τε και βάρβαρος έλλην καθηγητής, κ. Ι. Ν. Ψυχάρης, ο μυρίαις μανίαις οιστρηλατούμενος, ο καταστροφεύς της ημετέρας γλώσσης, ο υβριστής έθνους ολοκλήρου, ο λίαν καταλλήλως επικληθείς Ηρόστρατος ο Β', ο Ζωίλος του ημετέρου Ομήρου, η ξένως φθεγγομένη χελιδών (το χελιδόνι με κολάκεβε), ο την αθώον ψυχήν και τον των των Αθηνών γλωσσολόγων ηρέμα ρέοντα βίον καταταράξας, ο τον εν ειρήνη διάγοντα Χατσιδάκιον καταξυγκυκήσας, ο της απείρου και παγκοσμίου αυτών δόξης ζηλώσας τους δασκάλους, ο εν γερμανικαίς εφημερίσι δικαίως υπό των ημετέρων λογίων διαβληθείς και σφόδρα επικριθείς (βαριούμαι και δεν αντιγράφω τους άλλους μου τίτλους), ο κύριος ούτος, άτε λυσσητικός, ε δ ή χ θ η τη παρελθόντι νυκτί υπό τινος οικιακού κυναρίου. Μικρού γε και δει, ο κ. καθηγητής τα ετσίτωσεν. Τα δε (καιρός είταν!), αποβήσεται (άλλα φύλλα έβαζαν αποβήσει, άλλα θέλει αποβή ή απεβή, άλλα πάλε ίνα αποβή• κάθε γαζέττα είχε τον τύπο της) εν Παρισίοις (δεν έγραφε κανένας εις Παρισίους• είναι χυδαίο το εις)• λύσσα γαρ εάλω το κυνάριον. Αναγκασθήσεται ουν ο βάρβαρος ομογενής ίνα επιζητήση θεραπείαν παρά τω περιφήμω της Γαλατίας Ποιμένι. Ίνα επάρη αυτόν ο υπερίδρομος!»
Πρέπει να πω την αλήθεια• δυσκολέβουμαι να διαβάζω φημερίδες και συχνά δεν μπορώ να καταλάβω τι γράφουν• έχουν πάρα πολύ σοφία. Μια μέρα παραπονιούμουν που πολλές φορές με ξεφέβγει το νόημα μιας λέξης, και πολύ φρόνιμα μ' είπε μια νόστιμη κυρία• — «Φαίνεται ό τι δεν εμάθετε ικανά ελληνικά εις το σχολείον.» Καλά που τάκουσα κι αφτό! Είχε δίκιο η νόστιμη κυρία. Για τούτο βασανίζουμουν και τώρα• δεν μπορούσα να καταλάβω τι είχε και καλά να με δείξη το σκυλί. Γιατί έλεγε η γαζέττα εδήχθη; Σα να μισοκαταλάβαινα που το σπιτόσκυλο μ' είχε δαγκάσει, αφού διάβαζα για λύσσα. Μα έπρεπε κι όλας να με δείξη; Τι μ' έδειχτε; τάχατις για να με βγάλη μασκαρά ή να πη τον Παστέρ• — « Εδώ σε θέλω! Διές πώς στον έκαμα. Γιάτρεψτον τώρα, αν μπορείς!»
Κάθουμουν και λυπούμουν τον καιρό που πέρασα παιδί στο σκολειό και στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Χαμένος κόπος! Σπούδαξα στο Παρίσι, και για τούτο δεν ξέρω, σαν που τόγραφε μια μέρα ένας φίλος μου, μήτε ταρχαία μήτε τα μεσαιωνικά μήτε τη δημοτική. Γιατί δε μ' έβαλε ο πατέρας μου να σπουδάξω ή στην Πόλη ή στην Αθήνα; Θα μάθαινα τουλάχιστο δυο ελληνικά και θα με φαίνουνταν η καθαρέβουσα μάλαμα. Δεν κάθισα στην Πόλη κ' η τιμωρία μου σήμερα είταν που δεν μπορούσα να καταλάβω τι έγραφε για μένα η φημερίδα. Για την καλή μου τύχη βρίσκουνταν πλάγι μου στο βαγόνι ο φίλος μου ο Ω και με τα ξήγησε όλα πολύ καθαρά• (ο Ω είχε σπουδάξει στην Αθήνα). — « Το εδήχθη γράφεται με η• είναι παθητικός αόριστος α'• ο ενεστώς της ενεργητικής φωνής είναι δάκνω• σημαίνει το αυτό και το βάρβαρον δαγκάνω και κλίνεται δάκνω, δάκνεις, δάκνει• μέσος μέλλων δήξομαι, δήξη• έδακον, έδηξα, δεδηχώς, δέδηγμαι, εδήχθην, όθεν και το δηχθείς.» — «Τι λωλό ρήμα, πετώ και του λέω! σα να τόπιασε τρέλλα με μιας. Το δάκνω πάει και γίνεται δήξομαι κι από το δήξομαι το ίδια ρήμα πηδά στο εδήχθην! Έχουν το λόγο τους τέτοιοι τύποι; Η γραμματική πώς τους ξηγά;» — «Τους εξηγείται άριστα• είναι ανώμαλοι.» — «Τι με λέτε; Έχει λοιπό κ' η αρχαία γλώσσα ανωμαλίες;» — Ο φίλος μου Ω δε μ' άκουγε• — « Το εδείχθη γράφεται με ει• είναι παθητικός αόριστος α'• ο ενεστώς της ενεργητικής φωνής είναι δείκνυμι — παρατηρήσατε δε, παρακαλώ, την κατάληξιν μι• είναι αρχαιοτάτη• το μι είναι συναίρεσις του εγώ. Οι λέγοντες ουν δείκνυμι αρχαιότατοι τυγχάνουσιν όντες και την σήμερον —. Το δε δείκνυμι σημαίνει το αυτό και το βάρβαρον δείχνω ή δείχτω• κλίνεται δείκνυμι, δείκνυς, δείκνυσι, ενεργητικός μέλλων δείξω, έδειξα, δειχθήσομαι, εδείχθην, όθεν και το δειχθείς.» — «Και πώς θα διακρίνουμε, τόλμησα να ρωτήξω, αφτά τα δυο ρήματα, εδείχθην και δειχθείς, δηχθείς κ' εδήχθην;» Ο Ω• — «Λίαν αγράμματος τυγχάνετε ων• δια του η και του ει κατέστη η διαφορά πασίδηλος• οι αρχαίοι, σοφοί όντες και φρόνιμοι, ίνα διακρίνωσι το μεν από του δε, έγραφον πότε διά του ει, πότε δια του η.» — «Ένα πράμα με βασανίζει. Όταν έγραφαν, πάει καλά! μα όταν είταν και μιλούσαν, πώς έκαμναν; Παραδείματος χάρη, όταν έλεγε ένας αρχαίος• έδειξα του δείνα τον… τη ράχη μου (ή κάτι άλλο), φοβούμαι να μη φαίνουνταν πως λέει ανοησία, γιατί είναι κάτι πράματα, — με συμπάθειο! — που μπορεί πολύ έφκολα ο καθένας να δείξη με ει, και που φαίνεται αδύνατο να δήξη με η.»
Χωρίς να με δώση απάντηση, ξακουλούθησε ο λογιώτατος. — « Ο παθητικός αόριστος α' εδήχθην, εν χρήσει νυν παρ' ιμίν, (με γιώτα τάκουγα κείνη την ώρα, με γιώτα το γράφω) και παρ' ιμίν θα ήτο εν χρήσει, εάν και ιμείς είχετε σπουδάσειν εν τοις ιμετέροις γυμνασίοις και ούτως εμανθάνετε ελληνικά• (στα δυο τα ιμίν έβαζε ο φίλος μου ένα χυδαιότατο ι μα τώρα καταλάβαινα τη νοστιμάδα• το πρώτο είταν ημίν κ' υμίν το δέφτερο• μόνο για τα γυμνάσια, με φάνηκε σα σκοτεινούτσικο το ιμετέροις). Οι δε ηροστρατούντες και ζωιλεύοντες (αφτό το ζωιλεύοντες τόλεγε με κάποιο τόνο και σα να το καμάρωνε) αγνοούσιν τα τοιαύτα• αιώνια μυστήρια μενεί αυτοίς το τε εδείχθην και το εδήχθην, χαίρουσιν γαρ μόνον καθυβρίζοντες το έθνος.» Όνειρο δεν είταν• αλήθεια με δάγκαναν τα σκυλιά.
Κατέβηκα στον Περαιά κι απορούσα μ' όσα έβλεπαν τα μάτια μου. Τι ακάματος λαός! Τι ενέργεια που την έχει! Με τι πόθο πιάνει τη δουλειά. Είναι τώρα πενήντα χρόνια, μόλις είταν η Αθήνα! κοντέβουν τριάντα χρόνια που πήγα πρώτη φορά παιδί στον Περαιά, και μόλις είταν ο Περαιάς. Σήμερα βλέπεις παντού δρόμους, μαγαζιά, μηχανές, φάμπρικες, βιομηχανία, κίνηση κ' εμπόριο. Οι φάμπρικες αφτές πόσο μ' αρέσουν! Η λέξη μπορεί να είναι ξένης παραγωγής• οι φάμπρικες όμως είναι δικές σας — κι αφτό μας φτάνει, παιδιά. Πρέπει νάρθη κανείς από την Τουρκιά, για να καταλάβη τη διαφορά, για να διή τι θα πη έθνος, τι είναι λαός, τι γίνεται με της ψυχής την ενέργεια, με την αγάπη της πατρίδας, τι μπορεί να κατορθώση η λεφτεριά. Σας βεβαιώνω που ο Παρθενώνας δε μ' αρέσει όσο μ' αρέσει τόνομά της• η Ακρόπολη τόσο ωραία δεν είναι. Μια φορά μόνο είδα την Ακρόπολη και δε θέλησα να την ξαναδιώ. Μ' έφτανε που πατούσα λέφτερο χώμα. Από την Τουρκιά κατεβαίνω και ξανοίγει η καρδιά μου. Ο Φειδίας δεν μπορεί να με δείξη ωραιότητες πιο μεγάλες από τη χαρά που φαίνεται σ' όλα τα μάτια, από τη λεφτεριά που καθαρίζει τον ουρανό, που σ' ολωνών την όψη φέγγει κι ολωνών τα πρόσωπα φωτίζει. Εδώ βλέπω έθνος! Εδώ βλέπω ζωή!
Βλέπω κάπου κάπου και κάτι άνοστα γραψίματα στα μαγαζιά• — « Τη καλαισθησία» ή « Αποθήκη οίνων και πνευματωδών ποτών». Μα δεν πειράζει. Σα να μην είτανε γραμμένα! Ο καλός μας ο λαός κορακίστικα δεν ξέρει• το κρασί πάντα κρασί το λέει. Αφίνει τις ψεφτιές στους άλλους• ας πα να γελά ο δάσκαλος και τον εμαφτό του και τον κόσμο, γράφοντας οίνος, εκεί που πίνει κρασί. Εμάς, αδέρφια, δε μας μέλει! Για πήτε μου, παιδιά, είναι πουθενά καμιά λέξη που ναξίζη το κρασάκι το δικό μας, το κρασάκι που πίνουμε και που μας βάζει στην καρδιά πόθο για τη δουλειά και στα κεφάλι τη ζωηρή του φλόγα; Με τα λαό πάντα τα συφωνούμε. Ξέρει που τον αγαπώ και δεν πιστέβει τους δασκάλους, όσο κι αν του φωνάζουν πως δεν έχω πατριωτισμό. Ας με δαγκάσουν και βλέπουν! Ο αδερφός μου ο Γιάννης δε σηκώνει τέτοιους χωρατάδες. Για τούτο και γω τρελλαίνουμαι για τον καλό μας το γραικικό λαό. Έχω μάλιστα μια ιδέα• η νέα μας φιλολογία θα βγη καμιά μέρα μέσα από τα σπλάχνα του λαού. Στα νησιά, όσο τραγουδούν τα τραγούδια τους, άξαφνα ξεφυτρώνει κανένας Όμηρος και βάζει κάτω τους δασκάλους. Στα πρόστυχα θέατρα που μαζώνεται ο λαός, που συνάζουνται νάφτες, μπακάληδες και δουλεφτάδες, άξαφνα φαίνεται κανένας Σαικσπείρος, χυδαίος σαν το Σαικσπείρο. Είναι καιρός που θα τον είχαμε, α δεν είταν τόσα σκολειά κι αν ολημέρα δε μας χαλνούσαν και γλώσσα και μυαλό. Ας παν άλλοι να παραστήνουν το Φιλοχτήτη στα θέατρα, και να νομίζουν οι δύστυχοι πως τον καταλαβαίνουν. Όταν είμουν παιδί δεκαπέντε χρονώ στο λύκειο, θυμούμαι που μας έβαλε ο δάσκαλος μας να μάθουμε απ' όξω και να παραστήσουμε το Φιλοχτήτη. Ό τι στα Παρίσι κάμνουν τα παιδιά, στην Αθήνα το κάμνουν οι μεγάλοι. Απ' αφτούς τους μεγάλους δε θα βγη όμως, σας το λέω γω, κανένας Σοφοκλής. Ώςπου να διούμε και μεις τον ποιητή που προσμένω, μια συβουλή να δώσουμε στους νέους. Τραβάτε, παιδιά, ίσια στον Πειραιά, να μάθετε τη γλώσσα.
Καλήτερα θα τη μάθετε στον Περαιά παρά στο σκολειό. Από την καθαρέβουσα τίποτις δε βγαίνει• δεν είναι άξια να σας δείξη τι θα πη αληθινή τέχνη. Οι δασκάλοι νομίζουν πως φτάνει κανείς να βάλη δοτικές, νακουλουθή τη γραμματική της αρχαίας και να λέη ήκουσα αντίς άκουσα και παιδίον αντίς παιδί, για να γράφη καλά. Είναι όμως ώρα να διούμε το κάτω κάτω τι τρέχει. Αλήθεια το παρακάμαμε με τα κορακίστικα κι ο κόσμος αρχίζει να το λέη. Μας χαλνούν τη γλώσσα, καταντούν και κωμωδία, γιατί να διήτε τι γίνεται. Ένας δάσκαλος ακούει άλλο δασκάλο που βγάζει λόγο και ρητορέβει• « Μάσι ράσι κάσι οίεν φλοίεν κουκουροίεν πατραμητραφρυγακακαούσας περιώρισται.» Αρπάζει το περιώρισται ο δάσκαλος (τάλλα ο δύστυχος δεν μπόρεσε να τα καταλάβη) — « Μπα; λέει μέσα του• αφτός που μιλεί ξέρει το λοιπό που ο παθητικός παρακείμενος είναι περιώρισται!» Χαίρεται. Έπειτα γυρίζει και σου λέει — « Ο τάδε γράφει καλά!» Τι θα πη αφτό το γράφει καλά; θα πη που ξέρει να βάλη περιώρισται. Μόνο αφτό θα πη; Όχι! Θα πη κ' ένα άλλο• — «Το ξέρει του λόγου του, μα τα ξέρω και γω, αφού τα κατάλαβα. Σοφοί κ' οι δυο μας.» Για να γράψη κανείς καλά, δεν είναι ανάγκη νάχη μήτε τέχνη, μήτε πνέμα, μήτε φαντασία, μήτε νου• πρέπει να βάζη φάσι μάσι ράσι και περιώρισται.
Το έθνος των Ελλήνων είναι έξυπνο έθνος• μόνο στο ζήτημα της γλώσσης είναι που τα μπερδέβει. Με τέτοια φάσι μάσι ράσι πιάνεται ο κόσμος. Είναι μια αηδία που πάει να φρίξη κανείς μόνο που το συλλογιέται. Οι νέοι μας τουλάχιστο δεν πρέπει νακούν αφτά τα φάσια μάσια και μήτε να τα θέλουν πια. Βλέπω που κοντέβουν και κείνοι να βαρεθούν τους δασκάλους κι αλήθεια ταξίζουν οι δασκάλοι. Χάρηκα που είδα έναν ή δυο νάχουν αφτή τη γνώμη• φοβούνται όμως να μιλήσουν και ντρέπουνται τους σοφολογιώτατους. Κάπου κάπου, μέσα σε χίλιους αθρώπους βρίσκεις μισό άθρωπο που συχάθηκε τα δασκαλικά, που διψά νακούση γλώσσα δική του. Αφτός ο μισός θα γίνη ένας σωστός και δε θα τα θέλη μισά• αφτός ο ένας ο σωστός θα γίνη πάλε χιλιάδα, κι αφτή η χιλιάδα θα γίνη χιλιάδες και χιλιάδες. Έτσι λίγο λίγο προχωρούμε και στο τέλος μας φωτίζει η αλήθεια. Σταθήτε μόνο να βγη ένας που να νοιώθη από τέχνη, που νάχη φαντασία και ποίηση• να διήτε πώς βάζει κάτω τον κακόμοιρο το δασκάλο που γράφει καλά• αφτός ο ένας — ακούτε με και μένα — από τον Περαιά θα μας βγη καμιά μέρα.
Πολλή ώρα όμως δεν είχα να κάτσω στον Περαιά μήτε να προσέξω σ' όσα κοίταζα. Είχα άλλες ιδέες στο κεφάλι. Δεν είναι μόνο το ζήτημα της γλώσσης που μας βασανίζει• είναι και το ζήτημα της προφοράς. Όλο συλλογιούμουν τα λόγια του φίλου μου του Ω. Τι καλά που μ' είχε διδάξει! Αφτό το ζήτημα της προφοράς, τώρα πρώτα το καταλάβαινα. Με τα λίγα που μ' είπε, φωτίζουνταν ο νους μου. Είδα πόση σοφία είχαν τόντις οι αρχαίοι• δεν τη φαντάζουνται στην Εβρώπη. Πριν πη λέξη ο πρώτος Έλληνας που άρχισε να μιλήση τη γλώσσα του, ήξερε να γράφη. Πριν ανοίξη το στόμα του, είχε μάθει ταρφαβήτα. Και βέβαια! Στην αρχή, — καθώς το κατάλαβαν όλοι σήμερα στην Ελλάδα, — η γλώσσα είταν ολογεμάτη ι• με τον ίδιο τρόπο πρόφερναν το ι, η, υ, ει, υι, και το οι. Τι έκαμε τότες ο Γραικός; Από τότες είταν ξύπνος και πήρε απόφαση, για ναποφύγη τη μονοτονία, να βάζη κάπου ι, κάπου η, υ, ει, υι, ή οι. Βλέπεις όμως, που για να καταφέρη τέτοιο πράμα, έπρεπε να γράφη πριν ακόμη να μάθη να μιλή, γιατί αλλιώς απαρχής όλα θα τα μπέρδεβε. Δε θα μπορούσε να διακρίνη τη μια λέξη από την άλλη• η γλώσσα μας θα είχε τρομερή μονοτονία• ο πρώτος Γραικός που άρχισε να γράφη, δε θα μπορούσε να ξέρη με τι τρόπο έπρεπε να γράψη όσα άκουγε, αφού όλα είχαν την ίδια προφορά. Ύπαρχε λοιπό αρφάβητο, πρι γίνη γλώσσα.
Μάλιστα, για πιώτερη ασφάλεια, άμα ο ένας έλεγε μια λέξη, τη συλλάβιζε κι όλας• έτσι καταλάβαινε ο άλλος πώς έπρεπε να τη γράψη. Αν είτανε να πη ειδοποίησις, δεν τόλεγε απλά σαν που το λέμε τώρα• πρώτα πρόφερνε τη λέξη, ύστερα με την ίδια φράση και με μια αναπνοή περνούσε ξεχωριστά κάθε ψηφί• — « Ειδοποίησις, τούτ' έστι ε ψιλόν ιώτα ψιλή δέλτα ο μικρόν πι ο μικρόν ιώτα οξεία ήτα σίγμα ιώτα σίγμα». — Το σύστημα τούτο καταντούσε αναγκαίο. Στου Περικλή τα χρόνια, όταν τόφερνε ο λόγος να πη ένας αθηναίος ταλλουνού ισέρχετε, έπρεπε να το συλλαβίση στην ίδια στιγμή, για να διή ο άλλος αθηναίος τι πράμα έρχεται; γουρούνι (υς έρχεται); πρόβατο (οις έρχεται); καμιά ουράνια δύναμη (ις έρχεται); ή απλά αν μπαίνει κανείς μέσα (εισέρχεται). Δεν έφτανε ταφτί• η προφορά δεν αρκούσε• ορθογραφούσαν και μιλούσαν. Έτσι δεν έκαμναν ποτές λάθος.
Αφτό το σύστημα πολύ το συστήνω στους δικούς μας• πρέπει να συλλαβίζουν. Αλλιώς δε θα ξέρουμε τι γλώσσα μιλούν. Όταν τη γράφουν, από την ορθογραφία μπορούμε τουλάχιστο να καταλάβουμε που ο σκοπός τους είναι να γράψουν την αρχαία. Μα όταν τους ακούμε και μιλούν, πώς θα κάμουμε για να καταλάβουμε αν τόντις αρχαίους τύπους μεταχερίζουνται ή όχι; Όσο τους διαβάζεις, σε φαίνεται που η γλώσσα τους είναι αρχαία• μα σε παρακαλώ μια στιγμή να ξεχάσης, αν είναι δυνατό, που έχεις μπροστά σου τυπωμένο βιβλίο, και να το διαβάσης, όχι με τα μάτια, αλλά με ταφτιά. Άκουσε τι λέει, γιατί ας είναι δάσκαλος ή μπακάλης, πλούσιος ή φτωχός, όλος ο κόσμος θα προφέρη όπως τα σημειώνω τώρα•
«Ενdίς νεοτέρις χρόνις σπουδέαν κε, ούτος ιπίν, απότομον μετάβασιν ιπέστι ι ελινικί γλόσα, εξού ο Κοραίς μετά δινάμεος κε τόλμις ανdεπεξελθόν κατά του παρελθόνdος, ιπέθετο τα θεμέλια εφόν στιριζομένι προέβι ι νέα ελινικί. (Μην απορής που βλέπεις μια γλώσσα νάχη θεμέλια, να στηρίζεται σ' αφτά τα θεμέλια, κι ως τόσο να προβαίνη. Αφτά είναι που σε δείχτουν την σπουδαίαν και, ούτως ειπείν, απότομον μετάβασιν κτλ.) Αλά του αιδίμου ανδρός ι εργασία, ος ικός, δεν ιδίνατο να ίνε επί πολί επαρκίς. I επελθούσα ελεφθερία, ο σιμbαρακολουθόν αφτί πολιτιζμός, δεν ιδίνανdο να αρκεσθόσιν ιζ γλόσαν διμιουργιθίσαν εν δουλία κε βαρβαρότιτι. (Τέτοια λεν, τέτοια διδάσκουν ακόμη και σήμερα οι δεινοί μας γλωσσολόγοι• η γλώσσα μας μορφώθηκε εν δουλεία, και βαρβαρότητι• φαίνεται όμως, για να το λεν, πως η γλωσσολογική τους επιστήμη δεν προέβη ακόμη αρκετά• για τούτο νομίζω και γω που η εργασία τους δεν δύναται, να είναι επί πολύ επαρκής). Ούτο δε ι καθιμάς γλόσα ιπο τις ανάγκις οθουμένι ιπερεπίδισε τα πριν στενά όρια• αλ επίισε τούτο άνεφ τινός χαλινού, κε δια τούτο παρατιρούμεν εν αφτί παρισιγμένας κε φράσις κε ρίσις ξενικάς κε ατόπους (πρβλ. Κεφ. Θ') κε ίφος παράχορδον κε καθόλου έλιψιν αρμονίας κε ομαλότιτος. Τιν bαρεκτροπίν δε τάφτην τιζ γλόσις, από πολού ίδι καταφανί γενομένιν, πολίμεν επεχίρισαν να αναστίλοσιν, αλά τΟ κ. Κόντο προέκιτο να αναλάβι τον δινόν αγόνα τιζ διορθόσεος αφτίς κε καθάρσεος διά τιζ διμοσιέφσεος τον Γλοσικόν αφτού Παρατιρίσεον. (Ησύχασα τώρα! Καλά που βρέθηκε ένας άθρωπος να διορθώση μοναχός του όσα έκαμαν τόσοι αιώνες και να δώση καθάρσιο στην ιστορία!)
Δισχερούς δε, ανμί αδινάτου, ούσις τις περίσιναγογίς τον φιλαδίον, εν ις σποράδιν ίνε κατάκεχοριζμένε ε Γλοσικέ Παρατιρίσις, παρακαλέσαμεν τον επιφανί καθιγιτίν, όστις (το όστις είναι βέβαια αττικισμός) προθίμος παρέσχε τιν ίλιν του σίμερον εκδιδομένου τόμου, όν κε παραδίδομεν ις του κινού τιν χρίσιν (Σπολλάτη και να μας ζήση!).
Εν Αθίνες τι 30 οκτοβρίου 1882
Εκ τον Καταστιμάτον Ανδρέου Κορομιλά.»
Έτσι λεν τα Καταστήματα. Έτσι μιλούν οι δασκάλοι. Πολύ πολύ παρακαλώ τον αναγνώστη μου να μη νομίση πως χωρατέβω. Ας βάλη το παιδί του ή κανένα του φίλο να του διαβάση αφτό το κατεβατό, σαν που τόχω γραμμένο• έπειτα ας τορθογραφίση όπως θέλει κι ας το διαβάση ο ίδιος δυνατά του φίλου του ή του παιδιού του• δε θάχη καμιά διαφορά. Ο ένας κι ο άλλος θα προφέρουν κάθε λέξη απαράλλαχτα με τον τρόπο που σημειώσαμε την καθεμιά. Μήτε οι, μήτε ω θα πη στην πρώτη φράση• εν τοις νεωτέροις χρόνοις• θα το πη σα να είτανε γραμμένο εν τις νεοτέρις χρόνις• μάλιστα αντίς τ θα βάλη d γαλλικό ύστερα από το ν. Λέξις και λέξεις έχουν την ίδια προφορά• ι βάζεις και στα δυο. Μ' άλλα λόγια, όταν ο δάσκαλος μιλεί, δεν τα λέει όμορφα και παστρικά όπως τα γράφει• τα λέει ίσια ίσια με την ορθογραφία που βάλαμε σ' όλο κείνο το κατεβατό. Τι θα πουν όμως οι ξένοι άμα το διούν και καταλάβουν πως έτσι μιλούμε; Βέβαια θα τους φανή γλώσσα «δημιουργηθείσα εν δουλεία και βαρβαρότητι.» Πολύ πιο φρόνιμο λοιπό να συλλαβίζουμε από τώρα κι ομπρός. Χωρίς το συλλαβισμό, κ' η ορθογραφία δεν έχει πια το λόγο της. Γιατί πάντα μπορεί να μας πη κανείς• από που ήξεραν οι αρχαίοι την ορθογραφία τους, αν τόντις μιλούσανε σαν που μιλούν κ' οι δασκάλοι σήμερα; Ή είχαν άλλη προφορά ή έγραφαν πολύ ανόητα ύλη, εν τοις νεωτέροις, γλώσσα, αντίς να γράψουν ίλι, εν τις νεοτέρις, γλόσα, όπως μπορούμε και γράφουμε τώρα, χωρίς ναλλάξη η προφορά μας με την ορθογραφία.
Φανταστήτε σήμερα στη Γαλλία να μην ήξερε να γράφη κανένας, να μην είταν πούπετις αρφάβητο στον κόσμο. Μ' άλλα λόγια, ας συλλογιστούμε πως βρίσκεται η Γαλλία στην ίδια θέση που βρέθηκαν όλοι οι λαοί στην αρχή, γιατί στην αρχή, πρώτα μίλησαν οι αθρώποι, ύστερα έγραψαν (τους Έλληνες, εννοείται, δεν τους λογαριάζουμε μαζί με τους άλλους• είταν ξεχωριστοί σε κάθε πράμα). Στην αγράμματη Γαλλία έρχεται άξαφνα ένας ξένος. Ακούει τη γλώσσα και του αρέσει• θέλει να τη βάλη στο χαρτί θέλει να τη γράψη. Πώς να κάμη; Ο ξένος αρφάβητο δεν έχει• ετυμολογίες δεν ξέρει• από λατινικά, από συγκριτική γραμματολογία δεν άκουσε στη ζωή του• είναι αγράμματος σαν τους άλλους. Άξαφνα του περνά μια ιδέα από το κεφάλι• βρίσκει σημεία για κάθε προφορά• βρίσκει το γαλλικό αρφάβητο. Τώρα που βρήκε ταρφάβητο, με τι τρόπο θα γράψη τις λέξες που θακούση; Όπως τις ακούση κι όχι αλλιώς. Θα σημειώση την προφορά• το beau θα το κάμη σήμερα bo και το aimer θα το κάμη émé. Ο ίδιος άθρωπος, να πάη στην Ελλάδα, πώς θα γράψη τη λέξη ειδοποίησις; θα τη γράψη ιδοπίισις, αφού έτσι τη λεν οι δασκάλοι. Πρώτα, γράφουν οι αθρώποι όπως μιλούν• έπειτα, με τα χρόνια, αλλάζει η προφορά, μα στέκεται πάντοτες η ίδια ορθογραφία, γιατί έτσι συνήθισαν το aimer, δεν είναι ακόμη πολύς καιρός που λέγουνταν aimer, με αϊ και ρ, αϊμέρ• κατάντησε όμως να είναι σήμερα εμέ• κι ως τόσο το γράφουν πάντοτες aimer, πάει να πη αϊμέρ.
Στην Ελλάδα, πήραν τα πράματα άλλο δρόμο κι απαρχής έγραφαν όσα κανένα στόμα δεν πρόφερε ποτές• ήξεραν από τότες που δεν είναι πατριωτισμός ναλλάξη. η προφορά ενός λαού. Για τούτο σκόρπιζαν εδώ και κει πνέματα, τόνους που δεν είχαν αξία καμιά, αφού σήμερα δε λέμε μήτε ψιλή, μήτε δασεία, μήτε οξεία, μήτε βαρεία, μήτε περισπωμένη. Μη με πης πως για τους τόνους και τα πνέματα μπορεί να υπάρχη διαφορά. Ο θεός να σε φυλάξη να με κάμης τέτοια παραχώρηση! Άμα το λες, παραδέχεσαι που άλλαξε η προφορά, κι άμα άλλαξε, είναι τάχατις μεγαλήτερη ντροπή, το αι νάγινε ε, παρά να μην έχουμε πια την περισπωμένη και την οξεία, αφού σήμερα μήτε νοιώθει ο κόσμος τι μπορεί να είταν περισπωμένη κι οξεία; Ο τονισμός είναι ως τόσο η πιο σημαντική διαφορά που μπορεί να διακρίνη μια γλώσσα από την άλλη• ο τονισμός της αρχαίας είναι που την ξεχωρίζει, που τη διακρίνει από τη νέα. Αφτή η περισπωμένη που δε σε φαίνεται τίποτις, αφτή η οξεία που τη λες μικρό πράμα, είναι τα χαραχτηριστικά σημάδια της αρχαίας. Είναι βουνά και μας χωρίζουν από τους αρχαίους. Μάλιστα, αν προσέξης καλά, θα διής που η αλλαγή του τονισμού έφερε στη νέα μας τη γλώσσα, στη δημοτική, όλες τις άλλες αλλαγές. Μόνο και μόνο γι αφτό το λόγο, μορφώθηκαν τόσοι καινούριοι τύποι. Μπροστά στον τονισμό, το ε αντίς αι, το β αντίς &β& κι όλα τάλλα είναι παιχνίδια. Μην πης το λοιπό που είχαν οι αρχαίοι περισπωμένη κι οξεία• να λες πως έβαζαν τους τόνους, γιατί φάνταζαν καλά στο χαρτί, γιατί τους φαίνουνταν οι τόνοι σα μια νόστιμη ζουγραφιά που στόλιζε τα βιβλία τους, και για τούτο τους έφτειαξαν οι γραμματολόγοι• να λες πως οι αρχαίοι ήξεραν τη γραμματική, πρι να ξέρουν τη γλώσσα.
Αμέ ο Όμηρος, ο Σοφοκλής, ο Εβριπίδης πώς το κατάφερναν, όταν έκαμναν τους στίχους των; Πώς μπορούσαν, ας πούμε, να διακρίνουν το α υ ι [μακρά] από το α υ ι [βραχέα]; Πώς γνώριζαν τι διαφορά είχαν αναμεταξύ τους το ι και το ει; Θέλεις να στο πω; Έπαιρναν το λεξικό και σκάλιζαν κάθε λέξη. Η προφορά, δηλαδής η ζωντανή γλώσσα του λαού, δεν μπορούσε να τους δείξη την προσωδία… Αφτά λεν οι δασκάλοι, χωρίς να το βλέπουν κ' οι ίδιοι. Πρέπει κανείς να μη σπούδαξε στη ζωή του κι αφτή την αρχαία, για να κάθεται να μας λέη πως δεν άλλαξε η προφορά• ωστόσο τέτοια παιδιακήσια ζητήματα έχουν οι δικοί μας στο στόμα• γίνουνται περιγέλοιο στον κόσμο• ο κόσμος φωνάζει που δεν μπορούμε να βάλουμε στο νου μας τι είναι επιστήμη — κ' οι δασκάλοι το λεν πατριωτισμό.
ΚΖ'•
Ελληνικός στρατός.
Χαίρουμαι να βλέπω ελληνικό στρατό! Είδα στην Αθήνα αξιωματικούς και στρατιώτες. Στην Αθήνα, όλος ο κόσμος δεν τους αγαπά• λεν πως κάμνουν τον περήφανο, το φαντασμένο, που καμαρώνουν, που έχουν ύφος. Εμένα μ' αρέσουνε. Θέλω το στρατιώτη με περηφάνεια• θέλω νάχη το φιλότιμό του. Τι θαρρείτε; Θα είμαι ωραίο παλληκάρι, θα φορώ λαμπρή στολή, θα γυαλίζουν τα κουμπιά μου, θα σέρνω σπαθί και δε θάχω λίγο ύφος και λίγη περηφάνεια; Μήπως μ' έχετε για δασκάλο, που δε σηκώνει τη μύτη του μέσα από τα βιβλία; Τέτοιος δεν είμαι! Θέλω μάλιστα να με καμαρώνουν. Τι σας πειράζει να βαστώ ίσια το κεφάλι μου; Στον πόλεμο να με διήτε! ξέρω και κει ίσια να το βαστώ. Και κει περήφανος είμαι• μπροστά στον Τούρκο δε φέβγω. Μη με βλέπετε που κοιτάζω τις όμορφες γυναίκες, που το μάτι μου νίκη γυρέβει. Η νίκη σ' όλα μ' αρέσει• φτάνει να είναι πόλεμος, και τότες, σαν που το συνηθίζω τώρα με τις κοπέλλες, παίρνω κάστρο και πόλη κυριέβω!
Έναν κουρελλιασμένο στρατιώτη δεν είδα στην Ελλάδα. Η φορεσιά τους πάντα σωστή, το φέρσιμό τους απλό και καλό, οι τρόποι τους γενναίοι. Από πολεμικά πράματα δε γνωρίζω, μα αξιωματικούς σα δυο τρεις που απάντησα στην Αθήνα, δεν πιστέβω και στην Εβρώπη καλήτερους να βρης. Ξέρουν τι θα πη τάξη και πειθαρχία — ή τουλάχιστο είναι άξιοι να το μάθουν. Ο λόγος δεν είναι, άμα γεννηθή κανείς, να είναι σ' όλα τέλειος και προτέρημα να μην του λείπη• φτάνει νάχη μέσα του την πρώτη αρχή, την πρώτη βάση. Ας είναι το χώμα καλό, ας αξίζη ο σπόρος και γρήγορα ο κάμπος λουλουδιάζει.
Οι στρατιωτικοί και γω σε πολλά συφωνούμε. Και κείνοι παραπονιούνται με τη βάρβαρη γλώσσα που τους έφτειαξαν οι δασκάλοι. Για να την καταλάβη ο απλός στρατιώτης, για να τη μάθη ο χωρικός, χρειάζουνται χρόνια σπουδή και με τα γλωσσικά μαθήματα περνά ο πολύτιμος καιρός που έπρεπε να είναι όλος για μαθήματα πολεμικά. Πρώτα ξέρει ο στρατιώτης πώς παίζει το σπαθί κ' ύστερα βλέπει πώς πρέπει να το πη. Ώςπου να πάη σπίτι του, τα ξεχνά. Οι δασκάλοι φουσκώνουν που προστάζει ο αξιωματικός το στρατιώτη του πυρ αντίς φωτιά• νομίζουν τάχατις που έτσι θα εισάξωσιν την αρχαίαν. Τα καημένα τα δασκάλικα κεφάλια! Μόνο, μ' αφτό βλέπεις πόσο κοντόμυαλοι είναι. Ας το μάθουν καλά, για να το ξέρουν πια• δεν είσαξαν τίποτις! Το παραμικρό πυρ δεν είσαξαν ίσια με τώρα. Είσαξαν ένα ξερό πιρ, γιατί έτσι το λέει ο στρατιώτης κ' έτσι το νοιώθει. Το πυρ κατάντησε ένα είδος επίρρημα, ή για να το πούμε πιο σωστά, έγινε, σαν που λέει η γραμματική, επιφώνημα. Βάλε το στρατιώτη να λέη πρι, πρου ή πρρ! και το ίδιο κατώρθωσες. Δεν έχει κανένα άλλο νόημα για το στρατιώτη, και πρέπει να του πουν τι σημαίνει, για να καταλάβη τι είναι. Το πυρ μοναχό του δεν έχει καμιά σημασία για το λαό• αν ο λαός δεν έλεγε φωτιά, δε θα μπορούσε να μάθη ποτές τι έννοια έχει το πυρ. Αν το κλίνη, θα το κάμη του πυρ. Άμα γυρίση σπίτι του, τη φωτιά του θανάψη, όχι το πυρ του. Για να λεν οι δασκάλοι που θα εισάξωσιν τοιουτοτρόπως την αρχαίαν και που τόντις εισήχθη, χρειάζουνται άλλα πολλά που μήτε τα συλλογιούνται. Πρέπει πρώτα το πυρ να είναι αλήθεια πυρ και να λέμε περισπωμένη με υ. Ας μην είναι κι αφτό, πρέπει τουλάχιστο, σ' όλη την Ελλάδα, κανένας πια να μην πη στη ζωή του φωτιά• πρέπει ο καθένας να κλίνη στα τρεχάτα και στα καθημερνά, σα να το είχε μάθει από παιδί το πυρ, του πυρός, τω πυρί, μάλιστα να κάμη δοτική πληθυντική τοις πυροίς. Τέτοιο πράμα θα γίνη ποτές; Όχι! Τότες του κάκου τα πολλά λόγια.
Οι δασκάλοι μας πολεμούνε ναλλάξουν την αθρώπινη φύση. Λογαριάζουν πως βαθμηδόν όλος ο λαός σ' όλη την Ελλάδα θα ξέρη λαμπρά τη γραμματική, που φτάνει να πάη στο σκολειό κι ο καθένας μια μέρα (ποια μέρα;) θα μάθη το τυπικό της αρχαίας, θα λέη όλους τους τύπους σαν που τους διδάσκουν τα βιβλία, θα τους έχη και θα τους βαστά στους αιώνες, χωρίς ναλλάξη ένα γιώτα. Έτσι μας έβαλαν και λέμε ζωμός αντίς ζουμί κι άλλα τέτοια πολλά. Τι κατώρθωσαν; Ο λαός μπερδέβει τα δυο μαζί, μήτε ζουμί ξέρει πια να σε πη, μήτε μπορεί να καταπιή ένα ζωμός, που είναι ανώμαλο στη γλώσσα μας σήμερα, και στο βγάζει ζουμός, κάπου και ζωμί. Η καθαρέβουσα είναι καταστροφή και χαμός της αρχαίας και της νέας. Καταστρέφεται η γλώσσα και πάει• ό τι κι αν πουν οι δασκάλοι, καμιά δύναμη στον κόσμο δε θα κάμη το λαό να μην είναι λαός. Θα μας χαλάσουν την εθνική μας γλώσσα και δε θα εισάξουν την αρχαία. Θα κατορθώσουν ένα μόνο, να φορτώσουν την καθαρή μας γλώσσα με βάρβαρους τύπους σαν το ζουμός και το ζωμί. Τέτοιους τύπους θα φτειάνη ο λαός κάθε μέρα, γιατί όσο κι αν πολεμήσης, ας είσαι και θεός, δε θα κάμης τους αθρώπους βιβλία. Την αρχαία τη γλώσσα δεν την ξέρει κανένας φυσικά• χρειάζεται γραμματική για να τη μάθη. Δε βρέθηκε όμως ίσια με τώρα και δε θα βρεθή, μήτε σ' αφτή την Ελλάδα, ένα έθνος αλάκαιρο, που να μη βγάζη άλλο παρά γραμματισμένους και γραμματολόγους. Μας έπνιξαν τα καλαμαράδικα. Μας έφαγαν τη ζωή μας. Αφήστε τα πια και μην ακούτε τους δασκάλους. Θέλετε γραψίματα; τότες κάμτε πέννα το σπαθί και με το σπαθί — σαν τον Μπότσαρη — γράψτε τίποτις που να σας διαβάση ο κόσμος.
Κάλλια να φανήτε στρατιώτες παρά γραμματολόγοι! Στον πόλεμο, παιδιά, πρέπει να καταλαβαίνη γρήγορα κ' έφκολα ο ένας τον άλλο• άμα προστάξης, πρέπει να σ' ακούσουν, πρέπει να ξέρουν τι λες. Τα δασκαλικά δεν ταιριάζουν• άλλα θέλουμε. Ζεστά και φλογερά, μέσα από την ψυχή κι όχι μέσα από τα λεξικά, πρέπει να πεταχτούν τα λόγια. Η ψυχή θανάψη την ψυχή και θα της δώση θάρρος. Στα τέτοια η γραμματική δεν έχει να πη λόγο και με τους καλαμαράδες δε γίνεται δουλειά. Για τούτο οι καλοί μας στρατιώτες, άμα είναι να παίξη το τουφέκι κι άμα μυριστούν το μπαρούτι, ξεχνούν αμέσως το Χαντζερή, κι αρχινούν τη γλώσσα που τους έμαθε η νίκη και που τους μαθαίνει να νικούν.
Ο Σολωμός είχε τους λόγους του που έβαζε μαζί τους Τούρκους και τους δασκάλους. «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατή τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει πατήση ογλήγορα τα σοφολογιωτατίστικα, και έπειτα αγκαλιασμέναις και η δύο θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω, αν κανένας Σοφολογιότατος κρώζη, ή κανένας Τούρκος βαβίζη• γιατί για 'με είναι όμοιοι και οι δύο.»… « Μου πονεί η ψυχή μου• οι δικοί μας χύνουν το αίμα τους αποκάτου από το Σταυρό, για να μας κάμουν ελεύθερους, και τούτος (ο Σοφολογιότατος) και όσοι του ομοιάζουν, πολεμούν, γι' ανταμοιβή, να τους σηκώσουν τη γλώσσα.» Ο Σολωμός ήξερε φιλοσοφία κ' ιστορία• δε μιλούσε με τέτοιο τρόπο, μόνο για να πειράξη τους δασκάλους ή να βρίση τους Τούρκους. Ο νους του πήγαινε πιο ψηλά• έβλεπε τους αιωνίους νόμους της ιστορίας. Ένας λαός, για να γίνη έθνος, δεν έχει παρά μια μόνη ανάγκη• θέλει λεφτεριά. Πρέπει να είναι ανεξάρτητος, του χρειάζεται μ' άλλα λόγια σωματική και πνεματική ανεξαρτησία. Όταν του λείπει λεφτεριά, μοιάζει σα να συμμαζώνεται και να ζαρώνη• όταν την έχει, ξαπλώνεται και με κάποιο τρόπο, ξετυλιέται. Αέρα, τόπο κι ουρανό γυρέβει ο νους του και το κορμί του. Κάμνει βασίλειο δικό του, πολεμά να το μεγαλώση• όσο μεγαλήτερο είναι, όσο πιο γερό κι ασφαλισμένο, τόσο πιο πολύ κ' οι ιδέες του πληθαίνουν και μεγαλώνουν. Το πρώτο θεμέλιο είναι η γις• μόνο με τέτοια βάση, κατορθώνει κάτι να κάμη ένας λαός. Θέλει όμως και γλώσσα δική του, γλώσσα καινούρια κι όχι παλιά• μόνο με τέτοια γλώσσα, βγάζει εθνική φιλολογία κ' έχει σωστή λεφτεριά, ανεξαρτησία αλάκαιρη.