WeRead Powered by ReaderPub
Το Ταξείδι μου cover

Το Ταξείδι μου

Chapter 8: Ε'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The author combines travel sketches, lyrical landscape scenes, and polemical essays to advocate for the use and cultivation of the vernacular Greek. Framing reflections around a journey through the East and Greece, the text alternates evocative descriptions with explicit discussion of language, education, and national identity, explaining the choice to adapt ancient words when necessary and rejecting artificial literary forms. It offers practical examples of prose in the popular tongue, invites critical evaluation of its aims, and seeks both to entertain readers and to model how the living language can be written and taught.

The Project Gutenberg eBook of Το Ταξείδι μου

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Το Ταξείδι μου

Author: Ioannis Psicharis

Release date: March 8, 2010 [eBook #31562]
Most recently updated: January 6, 2021

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΤΟ ΤΑΞΕΊΔΙ ΜΟΥ ***

Produced by Sophia Canoni

Note: One footnote has been transferred at the end of the paragraph. Bold characters have been included in &&, while words in italics have been included in _. The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed.

Σημείωση: Μια υποδημείωση έχει μεταφερθεί στο τέλος της παραγράφου. Έντονοι χαρακτήρες έχουν περιληφθεί σε &, ενώ λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες σε _. Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.

ΨΥΧΑΡΗΣ

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΟΥ

        αμύνεσθαι περί πάτρης
            Ιλ. Μ, 243.

ΑΘΗΝΑ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ Σ. Κ. ΒΛΑΣΤΟΥ

Άλλα βιβλία και φυλλάδια του κ. Ψυχάρη.

— Essais de grammaire historique néo-grecque. Tome I, Paris, 1886. — Tome II, Etudes sur la langue médiévale, Paris, 1888, E. Leroux, 28, rue Bonaparte.

— Essai de phonétique néo-grecque. Futur compose du grec moderne, θα γράφω, θα γράψω, Paris, Imprimerie Nationale, 1884 (en dépôt chez Ε. Leroux).

— Essai de phonétique néo-grecque. Doublets syntactiques. Όταν, όνταν. Paris, Imprimerie Nationale, 1885 (chez E. Leroux).

— Le poème a spaneas, Paris, F. Vieweg, 67, rue Richelieu, 1886.

 — Observations phonétiques et étymologiques sur quelques phénomènes
néo-grecs. Paris, Imprimerie Nationale, 1888 (chez E. Leroux).

 — Observations sur la langue littéraire moderne et le style de
Solomos. Paris, E. Leroux, 1888.

 — Quelques observations sur la phonétique des patois et leur
influence sur la langue commune. Paris, 1888 (chez E. Leroux).

— Introduction, sous forme de Lettre, a la Grammaire de la langue grecque vulgaire de S. Portius, écrite en 1636 et rééditée avec un commentaire grammatical par M. W. Meyer. Paris, Vieweg, 1888.

— Observations sur la prononciation ancienne et moderne du grec, a propos d'un livre récent, Revue critique, Paris, 1887, No 14 (du 1 Avril).

Coup d'oeil sur le développement de la langue néogrecque, Revue critique, Déc., 1884, No 49. Nos 10

Τ Ο

Τ Α Ξ Ι Δ Ι Μ Ο Υ

ΨΥΧΑΡΗΣ

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΟΥ

        αμύνεσθαι περί πάτρης
            Ιλ. Μ, 243.

ΑΘΗΝΑ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕ10 ΤΟΥ Σ. Κ. ΒΛΑΣΤΟΥ

Δυο λόγια.

Όποιος με διαβάση θα καταλάβη με τι σκοπό έγραψα το Ταξίδι μου. Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο. Να πολεμά κανείς για την πατρίδα του ή για την εθνική τη γλώσσα, ένας είναι ο αγώνας. Πάντα_αμύνεται περί πάτρης_.

Η ζωή μου είναι της Γαλλίας. Ό τι είμαι, στη Γαλλία το χρωστώ. Την αγαπώ σα μητέρα και σαν πατρίδα. Έγινα παιδί της στην ώρα της δυστυχίας και της θλίψης• πώς να μην τη λατρέβω; Γεννήθηκα όμως Γραικός και δεν μπορώ να το ξεχάσω• έχω χρέη και στην Ελλάδα. Θέλησα να της το δείξω. Αφού δεν μπορεί να της είμαι χρήσιμος στον πόλεμο, τουλάχιστο πολεμώ για την εθνική μας γλώσσα. Ένα έθνος, για να γίνη έθνος, θέλει δυο πράματα• να μεγαλώσουν τα σύνορά του και να κάμη φιλολογία δική του. Άμα δείξη που ξέρει τι αξίζει η δημοτική του γλώσσα κι άμα δεν ντραπή γι' αφτή τη γλώσσα, βλέπουμε που τόντις είναι έθνος. Πρέπει να μεγαλώση όχι μόνο τα φυσικά, μα και τα νοερά του τα σύνορα. Γι' αφτά τα σύνορα πολεμώ.

Άλλα δεν είχα να πω στον πρόλογό μου. Όσοι πιάσουν το βιβλίο μου στο χέρι για να διασκεδάσουν και να περάση η ώρα — να το πω φανερά, γι' αφτούς γράφω — δεν έχουν ανάγκη μήτε να τους ξηγήσω τορθογραφικό σύστημα που ακουλούθησα, μήτε να τους δώσω λόγο για κάθε λέξη, για κάθε φράση που έγραψα. Δεν έβαλα έναν τύπο γραμματικό, δεν έγραψα μια λέξη, μία συλλαβή στο βιβλίο μου, χωρίς να το συλλογιστώ πριν ώρες, μπορώ μάλιστα να πω χρόνια, αφού κάθε χειμώνα στα δημόσια μαθήματα που δίνω, της γλώσσας μας την ιστορία μελετώ.

Όποιος πάλε θέλει να με διαβάση για να με κατακρίνη, για να βρη λάθη, για να κάμη το δάσκαλο, τον παρακαλώ πρώτα να ρίξη μια ματιά στα επιστημονικά και φιλολογικά μου δοκίμια — στα Ιστορικά ζητήματα και στα γαλλικά μου συγράμματα. Για να με κατηγορήση, πρέπει πρώτα να διή με τι ιδέα γράφω κι αν ακουλούθησα παντού την ίδια ιδέα ή όχι. Θα με κάμουν παρατήρηση για πολλά πράματα που αποκρίθηκα αλλού, χωρίς μάλιστα να προσμένω την παρατήρηση. Δε θαπαντήσω και δέφτερη φορά. Δική μου γλώσσα δεν έχω και δεν έφτειαξα γλώσσα, γιατί πλάστης δεν είμαι. Γράφω την κοινή γλώσσα του λαού• όταν η δημοτική μας γλώσσα δεν έχει μια λέξη που μας χρειάζεται, παίρνω τη λέξη από την αρχαία και προσπαθώ, όσο είναι δυνατό, να την ταιριάξω με τη γραμματική του λαού. Έτσι έκαμαν όλα τα έθνη του κόσμου• έτσι θα κάμουμε και μεις. Με φαίνεται που για πρώτη φορά, σ' αφτό το βιβλίο, γράφηκε με κάποια σειρά κ' ενότητα η γλώσσα του λαού. Προσπάθησα να τη γράψω κανονικά, να φυλάξω τους νόμους της, να προσέξω στη φωνολογία, στη μορφολογία, στο τυπικό και στη σύνταξη της δημοτικής γραμματικής.

Δεν είμαι τόσο νέος, δεν είμαι και τόσο παιδί, για να νομίζω που κατώρθωσα μ' αφτό μου το βιβλίο να λύσω το πρόβλημα που μας βασανίζει όλους. Για να το λύσουμε, χρειάζουνται ακόμη πολλά• πρέπει πρώτα ο καθένας να πιάση να μάθη με τα σωστά του αφτή τη γλώσσα που καταφρονεί χωρίς να την ξέρη, να γίνουνε γραμματικές, να παραδίδεται η αληθινή μας γλώσσα κι όχι μόνο η καθαρέβουσα στα σκολειά και στο Πανεπιστήμιο. Πρέπει μάλιστα να σπουδάξουμε καλήτερα την αρχαία, για να καταλάβουμε την ιστορική αξία της δημοτικής, να τη μελετήσουμε με σέβας και να διούμε που μόνο τη δημοτική είναι δυνατό να καλλιεργήσουμε και να γράψουμε. Προσπάθησα να δείξω που μπορεί κανείς να γράψη αφτή τη γλώσσα και πεζά. Το λέω φανερά και μ' όλη μου την καρδιά• αν το βιβλίο μου δεν είναι καλό, φταίω γω• η γλώσσα μας δε φταίει.

Γραμματική όμως δε θέλησα να κάμω. Το βιβλίο μου άλλο δεν είναι παρά φαντασία και ποίηση. Πήρα πρόφαση το ταξίδι που έκαμα, κοντέβουν τώρα δυο χρόνια, στην Ανατολή και στην Ελλάδα. Πολλοί ταξιδιώτες συνηθίζουν και μας λεν τι έκαμαν τη δεφτέρα και την τρίτη, τι ώρα έφταξαν και τι ώρα έφυγαν, τι κρασί ήπιαν, πόσα κουνούπια τους δάγκασαν, ποιόνα είδαν εκεί που κατέβηκαν, τι μαλλιά είχαν η νοικοκερά κι ο νοικοκύρης του σπιτιού. Έπειτα, σ' ό τι χώρα κι αν πατήσουν, κάθουνται και μας διγούνται τα ιστορικά της. Τέτοια δεν έχω. Ο guide Joanne είναι πολύ πιο χρήσιμος οδηγός από μένα. Κανένα απ' όσα λέω στο βιβλίο μου δε συνέβηκε αλήθεια. Αλήθεια είναι μόνο το μίσος που έχει κάθε Γραικός για τον Τούρκο κ' η αγάπη που έχει για την πατρίδα του και για τη γλώσσα που του μίλησε η μάννα του παιδί. Ποτές στη ζωή μου δεν έδωσα μεγάλη προσοχή στάτομα• ο άθρωπος μοναχά, η ιδέα κι ο νους έχουν κάποια αξία στον κόσμο. Τα γενικά ζητήματα είναι τα μόνα σπουδαία ζητήματα. Για τούτο, όπου γράφω το εγώ, είναι τύπος ρητορικής• εγώ τίποτις δεν είμαι• η εθνική ψυχή κάτι σημαίνει• προσπάθησα να διώ πού και πού τι έχει μέσα της αφτή η ψυχή, και μιλώντας για μένα, συλλογιούμαι τους άλλους. Το βιβλίο μου είναι παραμύθι, όχι ταξίδι.

Αφτό θέλησα. Θέλησα και κάτιτις άλλο• να διασκεδάση ο αναγνώστης μου, κι αν είναι δυνατό να μη με βαρεθή, ακόμη κι όταν του μιλώ για σοβαρά κ' επιστημονικά ζητήματα. Μα πρώτα απόλα θέλησα να μπορέση ο καθένας να με καταλάβη.

Παρίσι, 1888.

Α'.

Πόθος κρυφός.

Ένα πρωί στην εξοχή, που μυροβολούσαν οι πεδιάδες και που τα δέντρα κελαδούσαν, πουλιά γεμάτα, βγήκα και γω, — κάτω στης δυτικής Γαλλίας τα μακρινά παράλια που βρίσκουμουν τότες, — να σεργιανίσω όξω στους κάμπους και να λούσω στη δροσιά της αβγής κορμί και ψυχή. Ανέβηκα απάνω σ' ένα λόφο μικρό. Στο πλάγι μου, τα χόρτα είχαν ξαπλωμένη τη λαμπρή τους πρασινάδα• μισοβρεμένα από την πρωινή δροσιά, σαν καμαρωμένα μέσα στο ζωηρό τους το χρώμα, όλα τους φορούσαν τη στολή τους, διαμάντια, σμαράγδια και μαργαριτάρια. Το χορτάρι, χρυσολούλουδα κεντημένο, έμοιαζε ύφασμα ζωντανό. Τα τριαντάφυλλα άνοιγαν τα κόκκινα τους φύλλα. Ταγιόκλημα, η αλιφασκιά, οι σπαρτιές περεχούσαν την καρδιά με τη μυρωδιά τους. Φυσούσε αγέρι σιγαλό• παρέκει, σε μια κοιλάδα, κουνιούνταν τα στάχια αγάλια αγάλια κ' έκαμναν την κουβέντα τους• έσκυφτε το ένα στάλλο, σα να χαιρετιούνταν. Είταν όλο χαρούμενα που τα ζέσταινε ο ήλιος με τις γλυκές του αχτίδες. Ο ουρανός ερωτεμένος γλυκοκοίταζε τη γις, σαν που κοιτάζει την αγάπη του ένας νιος, όταν περάση και τη διή. Τόσο φως, τόση φλόγα σκόρπιζε αποκεί απάνω στον κόρφο της μέσα, που φαίνουνταν, αλήθεια, σα να μην ήξερε ο ήλιος πώς να προφτάξη από τα τρελλά φιλιά που γύρεβε να της δώση. Η άνοιξη είναι ο μεγάλος έρωτας που μας ανάφτει και που κάθε χρόνο τον κόσμο γεννά. Όλα τα ξανοίγει, όλη τη φύση, όλες τις ψυχές• είναι σα μια πλημμύρα ζωή που κατεβαίνει.

Κάθουμουν ήσυχος, δίχως φροντίδα, δίχως καμιά συλλογή. Γαλήνη γίνουνταν η ψυχή μου. Μ' όλη μου τη δύναμη τέντωνα τα στήθια μου, για να τα γεμίση ζωή. Χαίρουμουν και γω την άνοιξη, τη φύση, τον κόσμο. Η εφτυχία, τι είναι; ενέργεια και τίποτις άλλο. Όλα ενεργούσαν τριγύρω μου και μέσα μου, τα δέντρα για να λουλουδιάσουν, η καρδιά μου για να καταλάβη ακόμη καλήτερα τη γλυκύτητα, την καλλονή του βίου. Άκουγα τη φύση και τραγουδούσε κοντά κοντά στ' αφτιά μου το παντοτινό της το τραγούδι, που κάθε χρόνο το ξαναλέει, το τραγούδι της ζωής και της αγάπης. Έβλεπα την όμορφη θέα που είχα μπροστά μου, από πάνω μου τον ουρανό με τη λαμπρότητά του, στο πλάγι μου κάμπους και πρασινάδα κι άξαφνα πιο κάτω, άμα σήκωνα τα μάτια, απέραντη θάλασσα με τα μαβιά της κύματα, θάλασσα γελαστή, άσπρους αφρούς στολισμένη.

Αχ! τη θάλασσα, γιατί να τη διώ; γιατί να μη μου τη σκεπάσουν οι πλατάνοι, οι ιτιές και τάλλα τα δέντρα που βγάζει το χώμα το γαλλικό; Μόλις την είδα τη θάλασσα, και πήρε η φαντασία μου άλλο δρόμο. Θυμήθηκα την πατρίδα! Και στην πατρίδα θάλασσα θα με πάη. Ότι το συλλογίστηκα, ό τι έβαλα τέτοια ιδέα στο νου μου, του κάκου! δεν μπορούσα πια τίποτις άλλο να συλλογιστώ. Ξέχασα την πρασινάδα, τα λουλούδια, τον ουρανό, και τη φύση που πρώτα δε χόρταινα να τη βλέπω. Κάτι με τραβούσε! Μια λιγούρα μ' έτρωγε την καρδιά και δε μ' άφινε ησυχία. Στη στιγμή έπρεπε να σηκωθώ, να γυρίσω σπίτι, να μετρήσω τους παράδες μου — να βγω στο ταξίδι.

— «Ναι! έλεγα μέσα μου όσο περπατούσα και πήγαινα σπίτι, είναι ανάγκη πια! Πρέπει, πρέπει χωρίς άλλο να διώ τους ομογενείς! Αφτή τη λαχτάρα έχει η καρδιά μου. Δεν ξέρω, μα σα να με φαίνεται πως γέρασα πάρα πολύ. Είναι καιρός να πάω να ξανανιώσω, να πέσω μέσα στον Ιλισσό, το νόστιμο το ποτάμι που δε φταίει το κακόμοιρο α δεν τρέχει, αφού δεν έχει μήτε μια σταλιά νερό. Πρέπει να διώ τους δικούς μου, να διώ την Πόλη, τη Χιο και την Αθήνα! Πόσα χρόνια είναι τώρα που άφησα την πατρίδα, πόσα χρόνια που ζω ήσυχος, φτυχισμένος στην καινούρια μου, την αγαπημένη πατρίδα! Εδώ τίποτις άλλο δεν έπαθα παρά καλό. Καιρός, καιρός είναι να μαλλώσουμε λιγάκι με τους ομογενείς. Πότε θα τους χαρώ και γω τους βλογημένους μου Γραικούς, τους καλούς μου πατριώτες; Πάντα ψηλά πετά ο νους τους, όλο εβγένεια πνέει η ψυχή τους• ζουν ακόμη με το Σωκράτη και τον Περικλή. Από τους αρχαίους χρόνους τίποτις ίσια με τώρα δεν άλλαξε, γλώσσα, αίμα, προφορά. Φτάνει να τους ρωτήξης• έχουν πάντα χίλια δυο να σε πούνε για να σταποδείξουν — και να σε βρίσουν, αν πης όχι.

Τις βρισιές τους, να τις ξανακούσω μια ώρα αρχήτερα! Εδώ στη Γαλλία που κάθουμαι, ποτές, όχι! ποτές κανένας μου φίλος — αλήθεια είναι, πρέπει να το πω — μήτε θύμωσε, μήτε τα χάλασε μαζί μου, μήτε με το βάσταξε βαρύ, μήτε μια γροθιά μ' έδωσε στη ζωή μου. Αν και δε συφωνούσαν πάντα οι ιδέες μας, συφωνούσαν οι καρδιές μας. Το φέρσιμό μας είταν πάντα καλό. Γίνεται τέτοια μονοτονία! Βαρέθηκα την τύχη μου. Θα φιλήσω τον πρώτο που θα με βρίση. Καβγάδες δίψασε η ψυχή μου• Είναι καιρός που έχω σα μια λιγούρα στην καρδιά. Λαχτάρα μ' έπιασε να ξαναδιώ τη μάννα μου, — την Ελλάδα! Ο νους μου μεγάλα γυρέβει. Θέλω δόξα και γροθιές!

Πόσους είδα, πόσους γνώρισα στον κόσμο! Όσους φωστήρες έχει η καλή μου Γαλλία, μικρούς και μεγάλους, τους ξέρω. Πρόφταξα και τον περίφημο το γέρο, το Βιχτώρ Ουγκώ. Μ' έκαμε σωρό τεμενάδες και μ' είπε• — «Μεγάλος είσαι συ• τι είμαι γω;» Μόνο τους δικούς μας τους μεγάλους, μόνο τους καλούς μας δασκάλους δε θα τρέξω να διώ; Και τι να την κάμω τότες τη ζωή; Κάλλια μια ώρα να τους πλησιάσω και να πεθάνω, παρά να ζω χρόνια και να μην τους βλέπω! Ξέρεις τι γλύκα, τι νοστιμάδα που την έχει ένας που σε πετά πρώτα στο πρόσωπο όσα λόγια, όσες βρισιές ξέρει και δεν ξέρει, κ' έπειτα πετιέται κι ο ίδιος στην αγκαλιά σου, λέγοντας• Μπρε αδερφέ! έλα να σε φιλήσω!

— «Γυναίκα μου, να σε χαρώ, νάχης έτοιμο το σεντούκι. Ή αν το θέλεις κ' έτσι «πλήρωσον το κιβώτιον και κράτει τας αποσκευάς ετοίμους». Θα σε πάω στην Ελλάδα Ας αφήσουμε για τρεις μήνες — το πολύ πολύ — τη γλυκειά μας τη γωνιά που καθούμαστε κουκουλωμένοι ζεστά στην αγάπη μας μέσα, σαν το πουλί στη φωλιά του. Έλα να διής του αντρός σου την πατρίδα. Έλα να καταλάβης πώς μιλούσαν ο Πλάτωνας κι ο Σωκράτης. Έλα νακούσουν τα βάρβαρά σου ταφτιά την προφορά που έβγαζε του Όμηρου το στόμα. Τι κάμνουν οι σοφοί της Εβρώπης, οι επιστήμονες, οι αρχαιολόγοι, οι γλωσσολόγοι, όταν κανένα δύσκολο ζήτημα τους σκοτίζει το κεφάλι, όταν πολεμούνε να καταλάβουν πώς ζούσαν οι αρχαίοι, με τι τρόπο ντύνουνταν, πώς έβαζαν τη φορεσιά τους, πώς πεινούσαν και πώς έτρωγαν; Τι κάμνουν, όταν απαντήσουν άξαφνα σε κανένα συγραφέα, πεζογράφο ή ποιητή, μια φράση που τους ξεφέβγει, μια λέξη που δεν εννοούν; Τι κάμνουν, όταν άλλη βοήθεια δεν έχουν πια, για να φωτιστή ο νους τους, παρά κανέναν κώδικα μισοσβισμένο, και προσπαθούν, όλοι τους μαζί, να διορθώσουν τα σακατεμένα χωρία ενός χερογράφου; Μήπως κάθουνται και σπουδάζουν, ανοίγουν ή σφαλνούν τα βιβλία της επιστήμης, σκαλίζουν επιγραφές και σπάνουν το κεφάλι τους για να ξεδιαλύσουν την αλήθεια, με τα λίγα μνημεία της αρχαιότητας που σώθηκαν ίσια με τώρα; Όχι βέβαια! Οι σοφοί Εβρωπαίοι, αν κανένας αρχαίος ζούσε ακόμη και σήμερα, θάτρεχαν αμέσως, θα φιλούσαν τα πόδια του για να τους πη την έννοια της λέξης που δεν ξέρουν, το νόημα του χωρίου που τους βασανίζει, τα μέτρα του στίχου, την ποιότητα και την ποσότητα κάθε συλλαβής. Τώρα παν όλοι στην Ελλάδα, κ' είναι σα να μιλούσαν κανέναν αρχαίο. Ρωτούν ένα δάσκαλο ή ένα χωρικό, κι ο δάσκαλος ή ο χωρικός αμέσως λέει του σοφού ό τι θέλει νακούση• όλες του τις απορίες με μια λέξη θα του τις λύση, γιατί ξέρει ο καθένας στην Εβρώπη που άμα πατήση στο βασίλειο, θα βρη την αρχαία Ελλάδα απαράλλαχτη και ζωντανή.

Ας πάμε και μεις. Άβριο φέβγουμε. Ακόμη μια παραγγελιά να σε δώσω. Μην ξεχάσης, ζωή μου, σε παρακαλώ, να βάλης δυο τρεις σταφίδες στο σεντούκι. Είναι της αθρωπιάς να φέρουμε και μεις κανένα χάρισμα στους ομογενείς. Μπορεί να σώθηκαν κ' οι σταφίδες. Πρόσεχε, φως μου, και θυμήσου να πάρης καμιά Γραμματική της νεοελληνικής. Πρέπει να ξέρουμε να μιλούμε. Κάτω κάτω στο σεντούκι, ρίξε, ψυχίτσα μου, την Grammaire du grec actuel του Rangabe.»

Β'.

Η γ ι α ν ο ύ λ α.

Δεν έκαμα τίποτις στη ζωή μου, χωρίς να ρωτήξω πρώτα τη γιαγιά μου. Εμένα αγαπούσε μέσα σ' όλα της τα παιδάκια. Την έλεγα γιανούλα και της άρεζε να τακούη. Όλα της τα χάδια, όταν είμουν παιδί, όλες μου τις τρέλλες και τα τρυφερά της μαλλώματα, τα θυμούμουν κάθε φορά που τη φώναζα γιανούλα. Έβλεπε αμέσως που γύρεβα να την καλοπιάσω. Όταν έγινα μεγάλος, συχνά ακόμη έτσι της μιλούσα. Τι μοναδική γυναίκα που είταν εκείνη! Πόσες ανοησίες μ' εμπόδισε να κάμω, κι ας έμοιαζαν κάποτες οι ανοησίες μου σωστές! Πόσα καλά, πόσα φρόνιμα λόγια είχε πάντοτες να με πη! Με τι τρόπο ήξερε να μ' αρμηνέψη! Μόνες οι γυναίκες γνωρίζουνε, χωρίς να την έμαθαν ποτές, την τέχνη που μαλακώνει την καρδιά και πείθει το νου. Ο λόγος τους μπαίνει ίσια μέσα στην ψυχή. Η γυναίκα, ό τι γεννηθή, είναι μάννα• μάννα την έχει η φύση καμωμένη, και με τον ίδιο τρόπο που ξέρει μωρά να μας νανουρίζη, να μας ησυχάζη με το φιλί της, έτσι και κατόπι, με την ίδια καλοσύνη, με την ίδια αγάπη, ξέρει να παρηγορή, ξέρει να κάμη μέλι τη ζωή μας.

Μια γλύκα ξεχωριστή είχαν της γιανούλας μου τα λόγια• είχαν τα λόγια της μια φρόνηση δική τους. Το πρόσωπό της είχε ένα χαμογέλοιο έξυπνο και τρυφερό όλο μαζί• τέτοιο είταν και το μίλημά της. Δεν είμουν εγώ που την έκαμνα κάπου κάπου να ξεχνά τις πολλές πίκρες της ζωής της, τις δυστυχίες που σαν ταγκάθια κεντούσαν την καρδιά της• μ' όλα της τα χρόνια είταν εκείνη που μ' έσπρωχτε, που μ' έδινε θάρρος, που μ' έλεγε πάντα να μην απελπίζουμαι. Μαζί της ησύχαζα. Άμα είχα κανέναν καημό, αμέσως στη γιανούλα! Έτσι και τώρα. Όση βία κι αν είχα να βγω στο ταξίδι, να διώ την πατρίδα, να χαιρετήσω τους δασκάλους, συλλογίστηκα μέσα μου• — «Καλό είναι να πάω πρώτα να βρω τη γιαγιά μου, τι θα με πη.»

Όταν πήγα, την ήβρα καθισμένη στην πολτρόνα της• φορούσε τη μάβρη της σκούφια λίγο στραβά στο πλάγι που της σκέπαζε το ένα της ταφτί• είταν πάντα μαβροντυμένη κι ωςτόσο την έβλεπες πάντα με το καλό της το χαμογέλοιο, που έλαμπε μέσα στα ζωηρά της, τα γλυκά της τα μάτια.

— « Γιανούλα μου χρυσή, την εφκή σας! Τόχω απόφαση από χτες• θα σείρω στην Ελλάδα. Αποθύμησα τους ομογενείς (αφτή τη λέξη, θυμούμαι, η γιανούλα δεν την αγαπούσε). Κοιμάται μέσα στο στήθος βαθιά της πατρίδας η αγάπη• άξαφνα μια μέρα, και κει που κανείς δεν το προσμένει, παίρνει φωτιά, κορώνει σα σπίθα κρυφή και σου καίει γλυκά την ψυχή.»

— « Ο ίδιος είσαι που είσουν πάντα, ορμητικό, πεταχτό παιδί, μεγαλόκαρδο κι αστόχαστο. Δεν κάθεσαι, Γιάννη μου, στη γωνιά σου; Καλό ναγαπά κανείς την πατρίδα του, να τη θυμάται, ακόμη κι αν έκαμε άλλη πατρίδα• η ιδέα σου φρόνιμη μοιάζει κι ο πόθος σου φαίνεται καλός. Μα δεν το βλέπεις που κάμνεις τρέλλα;

Πρώτα πρώτα δε με λες, από πότε σ' έπιασε τόσος πατριωτισμός, εσύ που δε θέλεις νακούσης τέτοια λέξη;»

— « Από χτες, γιαγιάκα μου, από χτες! Αλήθεια είναι, τόχω αφτό το κακό• συχαίνουμαι τα λόγια και ντρέπουμαι, για το παραμικρό πράμα που θα κάμη κανείς, να βγάζει τόση λέξη από το στόμα του. Συχαίνουμαι τον πατριωτισμό, γιατί κάτι νομίζουν πως λεν όσοι για πατριωτισμό σου μιλούνε. Συχαίνουμαι τους φαφλατάδες, τους φωνακλάδες τους μισώ! Μ' αρέσει δουλειά, όχι ρητορική και φωνές.»

— «Τι πας τότες στην Ελλάδα; Τι πας να κάμης με τους ομογενείς; Όλες σας οι ιδέες διαφορετικές• έλα να τις πάρουμε μια μια. Πρώτα πρώτα, ποτές σου δε θέλησες να πιστέψης που δεν έχουμε στις φλέβες μας μέσα, ίδιο κι απαράλλαχτο, των αρχαίων το αίμα. Λες που και σε μας, σα σ' όλους τους λαούς του κόσμου, αρχαίους και νέους, αίματα ξένα πολλά με τον καιρό ανακατώθηκαν και στο τέλος έγιναν ένα.»

— «Δεν πρέπει λοιπό να λέμε τέτοιο πράμα;»

— «Όχι! Πρέπει να μη μοιάζουμε με κανένα άλλο έθνος. Να είναι το πράμα όπως το λες, πάει καλά• αν είναι, πώς μπορούμε πάλε να κάμουμε να μην είναι; Να πούμε όμως την αλήθεια, δε γίνεται. Για στοχάσου το λιγάκι! Εσύ τώρα, είχες έναν παππού Ιταλό• ο άλλος σου πάππους είτανε Χιώτης και μένα ο πατέρας μου Αρβανίτης. Ταιριάζει, σε παρακαλώ, να φανερώσης ποτές τέτοια γενιά; Πρέπει να την αρνηθής. Η Εβρώπη, που σ' έχει απόγονο του Περικλή, τι θα πη, άμα το μάθη; Αμέσως ξεπέφτεις!»

— «Όχι μόνο δεν ξεπέφτω• με φαίνεται μάλιστα που ανεβαίνω. Ο Θεός να με φυλάξη να ντραπώ να πω την αλήθεια• πιώτερο από καθετίς μας τιμά. Πήραμε αίματα ξένα, τα κάμαμε δικά μας. Ποιος βλέπει σήμερα στην Ελλάδα που και Φράγκοι και Σλάβοι την έχουν πατημένη και που μας έχυσαν ο ένας κι ο άλλος μια σταλιά αίμα από κάτω από το πετσί; Γραικός είναι, Γραικός λέγεται ο καθένας κ' η καρδιά του φωνάζει Γραικό. Νίκησε το ελληνικό το στοιχείο, κ' έτσι πλουτίσαμε με δύναμη νέα και νέα ζωή.»

— «Τέτοια φιλοσοφία, παιδάκι μου, δεν τη σηκώνουμε ακόμη. Θέλεις να συφωνούν οι άλλοι με την ιδέα σου; πρέπει πρώτα να πάρης εσύ τη δική τους. Ποιοι είναι που έχουν πέραση στον κόσμο; Όσοι ξέρουν και κολακέβουν τους αθρώπους. Ποιους αγαπούνε στην Ελλάδα; Όσους όλο τα ίδια κοπανίζουν. Έτσι να το κάμης και συ. Ό τι σε πουν, ποτές σου να μην πης όχι. Αν ακούσης μάλιστα τίποτις για την προφορά, αμέσως σώπα. Θα το καταφέρης; Δεν το πιστέβω. Κανείς ως τώρα δεν μπόρεσε να σε καταπείση, που δυο και τρεις χιλιάδες χρόνια στάθηκε δυνατό να προφέρνουμε πάντοτες με τον ίδιο τρόπο. Κάθε τριάντα χρόνια παντού, λες, αλλάζει κάθε προφορά. Πρόσεχε καλά• θα πείραξες και τους άλλους λαούς. Φαντάσου να βγουν τώρα στη μέση κ' οι Εβρωπαίοι! Αν πούμε τους Γάλλους που δε μιλούνε σήμερα απαράλλαχτα σαν που μιλούσαν ή στα χίλια ή στα χίλια διακόσια, θα νομίσουν που τους βρίζουμε. Μήπως κι αφτοί δεν είναι οι ίδιοι Γάλλοι που είταν και τότες; Τον πατριωτισμό τι τον κάμνεις;»

— «Τον αφίνω κει που πρέπει. Ο Πλάτωνας βέβαια δεν πρόφερνε σαν τον Όμηρο. Στοχάστηκε ποτές κανένας να του πη που δεν είταν Έλληνας και κείνος σαν τον Όμηρο; Δεν είμαστε ακόμη σαν τους πεθαμμένους. Δε μας πλάκωσε ο τάφος, να βουβαθούμε. Οι πεθαμμένοι μοναχά δεν αλλάζουν. Ένας ζωηρός, δραστήριος λαός σαν το δικό μας, τουλάχιστο κάθε τριάντα χρόνια βγάζει καινούρια προφορά κιαπό κει φαίνεται που είναι ο ίδιος λαός. Έτσι είναι που μας δείχτει ίσια ίσια πόση ενέργεια έχει μέσα του η ψυχή του, πόσο τρέχει μέσα στο στόμα του η γλώσσα του. Ίσως είναι ταφτιά μου χαλασμένα• μα τέτοια ακούω να με λέη σιγά σιγά ο πατριωτισμός. Ο πατριωτισμός θέλει πρώτα πρώτα να ξέρουμε τι γίνεται στον κόσμο, τι λεν και τι κάμνουν οι σοφοί. Καιρός είναι που κατάλαβε η επιστήμη με τι τρόπο, με τι νου πρέπει κανείς να πιάνη τέτοια ζητήματα• έμαθε να ξεχωρίζη πράματα που μαζί δεν ταιριάζουν• άλλο πατριωτισμός κι άλλο γλωσσολογία. Μόνοι μας θα μείνουμε πίσω, μέσα στάλλα τα έθνη; Ένα βλέπω και λυπούμαι, που με τις ιδέες μας, με το μπόσικό μας το πείσμα γενήκαμε περιγέλοιο στον κόσμο. Και τη λύπη μου τούτη τη λέω πατριωτισμό.»

— «Εμένα, θα με γελάσης με τα λόγια σου; Σε κατάλαβα και βλέπω πού θέλεις να με φέρης. Τους δασκάλους και τη γλώσσα τους πολεμάς να ξεπαστρέψης. Και ποιόνα ελπίζεις νάχης μαζί σου; Όλος ο κόσμος λέει τη γλώσσα μας βάρβαρη• εσύ λες που να μην την ξέρουμε είναι ντροπή. Εμείς φωνάζουμε που διόρθωση θέλει• εσύ γράφεις που διόρθωση θέλει το κεφάλι μας. Άραγες θα βρεθή κανένας να σε πιστέψη; Ο καθένας νομίζει που γυρέβεις το κακό μας. Δεν είναι πιο φρόνιμο, δεν είναι πιο σωστό να μιλούμε μια γλώσσα σαν την αρχαία, που κανένας μας πια σήμερα δεν τη νοιώθει, παρά να καθούμαστε να μελετούμε τη μητρική μας γλώσσα, που και τα μωρά παιδιά μπορεί σήμερα να την καταλάβουν; Τι να σε πω; Αφού με λεν που με ξεβγενίζει η καθαρέβουσα, άρχισε και μένα να μ' αρέση τω δασκάλων το σύστημα.»

— « Γιαγιάκα μου, ξέρετε όλα νόστιμα να τα λέτε. Βλέπω και γω η γνώμη σας πού πέφτει. Η μόνη εβγένεια είναι της αλήθειας η αγάπη, κ' η εβγένεια τούτη δεν κάθεται στο στόμα• βρίσκεται μοναχά μέσα στην ψυχή• δεν την κάμνουν τα λόγια• γεννιέται στο νου. Από την αλήθεια δεν μπορεί να βγη παρά καλό. Γίνεται τώρα να βρίζουμε της μάννας μας τη γλώσσα και μάλιστα να το θαρρούμε σωστό; Η γλώσσα που με μιλήσετε παιδί είναι σα θησαβρός κρυμμένος στην καρδιά μου. Τη σέβουμαι όσο σας σέβουμαι και σας. Τα καλά τα αιστήματα κάμνουν και τις ιδέες τις καλές. Θα ξεχάσω ποτές που με παίρνατε στα γόνατά σας και που με λέγατε παιδί μου. Πώς να τολμήσω λοιπό το παιδί μου που άκουγα τότες, τώρα να το κάμω τέκνον μου

— « Με τα χάδια δεν πιάνεις τους δασκάλους. Εμένα μπορείς να με πιάσης. Κάμε καλήτερα καμιά παραχώρηση. Κοίταξε να τα σιάξης με τους ομογενείς. Βάλε νερό στο κρασί σου.»

— « Το κρασί, μάννα μου, καλό και το νερό που πίνουμε στην πατρίδα λάμπει σαν τον ήλιο κ' είναι καθαρό σαν το διαμάντι. Δε θέλει κρασί• πίνεται μοναχό του. Έτσι και με την αλήθεια. Να μην την ανακατώνουμε• καθαρή να την πίνουμε, για να μας δροσίζη το νου.

Το κρασί, λέω μάλιστα να ταφήσουμε όλους διόλου• το κρασί μοιάζει σα να είναι το φοβερό εκείνο το γραικικό φιλότιμο, που μας ζαλίζει το κεφάλι και που μας θολώνει την αλήθεια. Κάμαμε γλώσσα καινούρια, αλλάξαμε προφορά, με το δικό μας μαζί πήραμε κάπου κάπου στις φλέβες μας μέσα κι άλλο αίμα. Το πρώτο μας χρέος είναι να το ξέρουμε και να το λέμε. Ένας λαός υψώνεται άμα δείξη που δε φοβάται την αλήθεια. Όταν τη φοβάται, θα πη που δεν τιμά, που δε σέβεται τον εμαφτό του. Στολίζεται με ξένα ρούχα και βάζει ψέφτικες θωριές στο πρόσωπό του, σα να του φαίνουνταν πως δεν του φτάνουν τα φυσικά του στολίδια. Πρέπει νάχουμε συνείδηση καθαρή. Ας έχουμε και καλήτερη ιδέα για την καινούρια μας την Ελλάδα και για το νέο μας το λαό. Ας μην ντραπούμε να φανούμε ό τι είμαστε. Έτσι θα δείξουμε πιώτερη αξιοπρέπεια. Να μη ζητούμε ξένα φτειασίδια και προτερήματα που δεν έχουμε. Όσο μικρά κι αν είναι τα δικά μας, θα προκόψουμε την ημέρα που θάχουμε το θάρρος να περηφανεφτούμε με τα δικά μας μοναχά.»

— «Κάλλια, παιδί μου, νάπιανες νάγραφες κινέζικα, κάλλια να καταγίνουσουν — είναι καιρός ακόμη — με καμιά γλώσσα της Αουστραλίας ή της Αφρικής, παρά να διαβάζης τα γραικικά. Μη σε μέλη• οι δικοί μας ποτές γνώση δε θα βάλουν και συ άδικα θα χολοσκάνης. Ο μπελάς στο κεφάλι σου θα ξεσπάση. Ή θα σε βρίσουν ή θα κάμουν πως δε σε ξέρουν. Τουλάχιστο να με τα λες εμένα• μην τα λες εκείνους.»

— «Το χρέος του πρέπει να κάμη ο καθένας, όσο ζη, και την πεποίθηση που έχει μέσα ριζωμένη στην καρδιά του, σα σκλάβος να την ακούη. Η πεποίθηση μέσα φωνάζει κ' η φωνή της, άμα βροντήση μέσα στο στήθος, πρέπει με κάθε τρόπο όξω να βγη!»

— «Πήγαινε το λοιπό, αφού έτσι το θέλεις! Ποιος σε πιάνει; Μια χάρη μόνο θα σε ζητήξω. Πρόσεχε, παιδί μου, τη θρησκεία να μην την αγγίξης. Θρησκεία σε μας πατριωτισμό σημαίνει και τον πατριωτισμό τον έχουμε ανάγκη για την ώρα.

Άκουσε κ' ένα άλλο, να σε βρίζουν και να μη βρίζης• τράβα ίσια το δρόμο σου και μη σε μέλη. Τρόπους καλούς μπορούμε νάχουμε πάντα• έχε τους και συ. Ό τι κι α σε πουν, πάντοτες να λες ναι• όταν πιάσης την πέννα, τότες αλλάζει• όσο θέλεις, το όχι σου να το γράφης. Οι καβγάδες δε φελούν• οι αθρώποι πιάνουνται με τα καλά λόγια. Για να το θυμηθής ακόμη καλήτερα, βάστα στο νου σου και τούτο μου το λόγο•

    Μ' όλους όμορφα, παιδί μου,
    Να φερθής μη λησμονήσης
     — Και στον Κόντο να μην κάμης
    Γλωσσικάς Παρατηρήσεις.»

Ταξίδι.

Γιούλιο μήνα, στις τριάντα σωστά, μέρα Παρασκεβή, η ώρα ξήμισυ το βράδυ, — αφού αποχαιρετήσαμε τη γιανούλα και κλειδώσαμε το σπίτι, — με τα σεντούκια και με τα σακκιά σηκωθήκαμε να πάμε στο σταθμό, για να πάρουμε το σιδερόδρομο. Είχαμε καλό αμάξι, μα έβρεχε φοβερά.

Άμα φτάξαμε, δώσαμε τα μπαούλα στα φορτώματα, μας έδωσαν την απόδειξη και την έβαλα στην τζέπη μου, για να μην τη χάσω. Τότες είναι που μπήκαμε στο ξενοδοχείο του σταθμού. Πήραμε ένα ζουμί, φάγαμε δύο μπριζόλες, μισό πουλί, τρεις ρόγες σταφύλι, μας έφεραν καφέ, πλερώσαμε οχτώ φράγκα και τριάντα πέντε λεφτά. Είταν και πέντε σολδιά παραπάνω για το γκαρσόνι.

Ανεβήκαμε στο βαγόνι στις εφτά και δέκα. Στις εφτά και τέταρτο σωστά κούνησε το τραίνο. Κάμαμε ταξίδι μοναδικό• δεν έσπασε ρόδα, δε χάλασε αμάξι, άλλο τραίνο δεν απαντήσαμε να μας πλακώση — και δε μας σκότωσε κανείς. Το σάββατο πρωί, στις δέκα και δωδεκάμισυ, φτάξαμε στη Μαρσίλια.

Κάμαμε στου θειου μου πρόγεμα λαμπρό• είχαμε πολύ καλή όρεξη κι όχι λίγη δίψα. Κάτσαμε, φάγαμε, γελάσαμε κ' έτσι ήρθε πια κι ώρα να μπαρκαριστούμε.

Στις τρεις, ανέβηκα στο βαπόρι με τη γυναίκα μου. Φύγαμε στις πέντε. Στο ταξίδι, κάμαμε κάμποσες γνωριμίες• η συντροφιά καλή, οι κυρίες νόστιμες κι ώσπου να φτάξουμε στην Πόλη, περνούσε με τις κουβέντες ο καιρός.

Να μην ξεχάσω να το πω κι αφτό! στο σιδερόδρομο, στη Μαρσίλια, στου θειου μου, στο βαπόρι, μήτε ψύλλους είδαμε μήτε μισό κουνούπι. «Σεντ» είταν τόνομα του βαποριού.

Δ’.

Παρίσι.

Παρίσι μου, να σε ξεχάσω δεν μπορώ! Οι κουβέντες, τα γέλοια και τα παιχνίδια δε με διασκεδάζουν. Πάντα σε σένα πάει ο νους μου. Κι ως τόσο μπορούσα άλλα να συλλογιστώ, μπορούσε να χαρή η καρδιά μου. Προβαίνει το βαπόρι και με δείχτει νέα θάλασσα, νέο κόσμο• σα να περηφανέβεται που βλέπει τόσα κύματα και δεν τα φοβάται• ήσυχο προχωρεί και ξεσκεπάζει στα μάτια μου μπροστά, όταν είναι μέρα, την αιώνια γλυκύτητα τουρανού μας, όταν είναι νύχτα, τις άπειρες λαμπάδες που τρέμουν εκεί απάνω μέσα στο σκοτεινό τους το φως.

Το κορμί μου μοναχά σέρνει μαζί του το βαπόρι, την ψυχή μου πίσω την αφίνει. Του κάκου συλλογιούμαι που σε λίγες μέρες θα πατήσω το ξακουστό της πατρίδας το χώμα, που η ώρα κοντέβει τα μάτια μου να χαρούν την πανώρια θέα της Ελλάδας, που θα πλησιάσω τόσα θάματα της φύσης, τόσα ιερά της ιστορίας μεγαλεία! Του κάκου λέω μέσα μου που γρήγορα θα διώ την Αγιά Σοφιά, μοναδικό κατόρθωμα της τέχνης, τον Παρθενώνα, παντοτινή φαιδρότητα του κόσμου!

Όχι! Παρίσι μου αγαπημένο! Πάντοτες εσένα ποθεί, εσένα σε κλαίει πάντοτες η καρδιά μου. Η πατρίδα μου είσαι συ. Εσύ με γέννησες νου και ψυχή. Πού είναι πόλη να σ' αξίζη; Ποιος σε γνώρισε ποτές

και δε σ’ αγάπησε για πάντα; Με τη βαρειά σου την ατμόσφαιρα, με το συννεφιασμένο σου τον ουρανό, με τον ψυχρό σου τον αγέρα, το γκάζι σου που βρωμά και το κακό σου το κλίμα, μάγεψες τον κόσμο. Τι νόστιμη που είναι η λάσπη σου, τι γλύκα που την έχει η βροχή σου! Η λάσπη σου μιλεί και λέει του διαβάτη• — « Εσύ που λερώνεις τα παπούτσια σου κι αφανίζεις το πανταλόνι σου, μη σε μέλη! Ιδέες γεμίζεις το μυαλό σου. Άγιο χώμα πατείς. Φρονήματα γενναία, σοβαρούς λογισμούς, αγάπη της λεφτεριάς, της πρόοδος και της πατρίδας, φτάνει νανοίξης το στόμα σου κιόλα μαζί ταναπνέεις. Για διές τις, τις ιδέες πώς πετούν τριγύρω σου στον αγέρα, από δω κι από κει κι από κάθε μεριά. Η ατμόσφαιρα που καταπίνεις είναι ιδέες φορτωμένη• από παντού σε τριγερνούν το κεφάλι, ποια να πρωτομπή.»

Κι όλο τρέχει στους δρόμους, κάμνει, κοπιάζει, δουλέβει ο λαός σου. Ξυπνός, εργατικός λαός, ορμητικά παιδιά και γενναία, πρόθυμα για το καλό, φοβερά στο θυμό τους. Δεν πρέπει να τα πειράξης• ξέρεις να τα πιάσης, σαν πρόβατα σ' ακουλουθούν ορμούνε σαν το θεριό, άμα ταγγίξης. Δε θέλουνε σκλαβιά• τους βασιλιάδες δεν τους φοβούνται, κι όταν τους βαρεθούν, απλώνουν το χέρι και σαν παιχνίδια τους σπάνουν. Οι πέτρες στους δρόμους σηκώνουνται μοναχές τους• η μια απάνω στην άλλη ανεβαίνει• ταμάξια που περνούν εφτύς γίνουνται πύργοι• τα κάγκελλα τα κάμνουν κοντάρια, και το φύσημά τους μπαρούτι. Πριν προφτάξης να το διής, βρέθηκαν μπάλλες, πιστόλια και τουφέκια• δεν ξέρεις από πού βγήκαν. Από πάνω από τα σπίτια, από κάτω από τα κελλάρια, μαζώνουνται, πηδούν, ξεφυτρώνουν καρέγλες, ξύλα, γυαλιά, σίδερα και μολύβι. Όλα μαζί στη μέση του δρόμου σωρέβουνται, μεγαλώνουν, άξαφνα γίνουνται βουνό κι αφτό το βουνό — αχ! Πόλη μου καημένη, πού να τα ξέρης εσύ αφτά; — λέει τους τυράννους• — « Ίσια με δω, αρχοντικό μου, κι όχι παρέκει!»

Με τα βουνά σου τα ξαφνικά, Παρίσι μου ποθητό, έσωσες την Εβρώπη κι ακόμη θα τη σώσης. Όλα σε σένα τα χρωστούμε. Εσύ θυσιάστηκες για τον κόσμο. Από σένα πρωτομάθαμε λεφτεριά τι θα πη. Δε σ' έμελε μόνο για σένα• την αθρωπότητα αλάκαιρη συλλογιούσουν. Τους δικούς σου τους τυράννους δε σ' έφταξε όξω να τους πετάξης• είχες στο νου σου την οικουμένη• τη γις θέλησες να γλυτώσης. «Όλοι οι αθρώποι είναι αδέρφια κ' έχουν ένα νόμο». Έτσι μηνούσες της Εβρώπης, όταν και μικροί και μεγάλοι, βασίλεια και δημοκρατίες, έτρεμαν μπροστά σου κ' έσκυφταν το κεφάλι. «Λεφτεριά, ισότη, αδερφοσύνη», τέτοια λόγια μας έλεγες τότες κι ακούστηκε μακριά μακριά η φωνή σου. Θέλει δε θέλει, αργά ή νωρίς, από το δρόμο που μας άνοιξες, πρέπει σήμερα ο κόσμος να περάση. Οι βάρβαροι πολλή ώρα δε θα βαστάξουν. Όποιος δεν ξέρει λεφτεριά, ισότη κι αδερφοσύνη, — όποιος γυναίκες δεν ψηφά και λέει τους άντρες σκυλιά — ας ξολοτρεφτή η βασιλεία του κι ας αφανιστή τόνομά του!

Γίνεται λοιπό, Παρίσι μου, να σε ξεχάσω τώρα που τρέχω στη χώρα της σκλαβιάς, τώρα που πάω στην Πόλη; Τι με μέλει η Αγιά Σοφιά; Την ιστορία σου μελετώ, τη φήμη σου τη ζουλέβω• με πόνο ψυχής, με καρδιοχτύπι και με δάκρια σε θυμούμαι. Άντρα μ' έκαμες εσύ• μ' έμαθες να δοξάζω τη λεφτεριά, να σέβουμαι, ναγαπώ τα μεγάλα τα κεφάλια που γέννησες και που πάντα γεννάς, — να τα σέβουμαι γιατί κυνηγούν το καλό και ξέρουνε να μας δείξουν πού θα το βρούμε και μεις, — να ταγαπώ, γιατί μαζί τους γεμίζει θάρρος η καρδιά και σα να σου φωνάζουν• — «Πρόσεχε, παιδί μου, και συ κάτι να φανής, την πατρίδα σου να δουλέψης.» Εσύ μ' έθρεψες το νου• έφαγα το ψωμί σου, βύζαξα το γάλα σου, και το χώμα σου έγινε χώμα μου.

Για τούτο και τώρα στο ταξίδι, τη νύχτα που βγαίνουν τάστρα στο σεργιάνι, τραβιούμαι μοναχός μου στο κατάστρωμα, ακκουμπώ στο κατάρτι και σε συλλογιούμαι. Όλα με μιας τα θυμούμαι, όλα τα ξαναβλέπω, όσο η φύση κοιμάται κι ο ουρανός ξαπλώνει απάνω στη θάλασσα το μυστικό του σκοτάδι. Ένα δεν μπορώ να ξεχάσω, ένα με δέρνει το νου, σαν το κύμα που δέρνει το βαπόρι. Ποτές σα σε κείνη την ώρα δεν ταράχτηκα στη ζωή μου. Νύχτα είταν και τότες, νύχτα τρομαχτική για μένα. Είχε πεθάνει ο μεγάλος ο γέρος, ο Βιχτώρ Ουγκώ, ο γενναίος ο φίλος της Ελλάδας. Όσο ζούσε, πήγαινα σπίτι του συχνά και τον έβλεπα. Ένα βράδυ, με τη βαρειά του φωνή — σα να μιλούσε μνήμα — μ' είπε δυο του στίχους για την Ελλάδα. Σε λίγες μέρες πέθανε. Και πολύ πιώτερο ακόμη απ' όλα τα λόγια που μ' έλεγε, με τάραξε ο θάνατός του.

Ε'.

Δόξα και μοναξιά.

Προτού να τον πάρη για πάντα η μάβρη γις και το χώμα να σκεπάση το πρόσωπό του, θέλησε το Παρίσι να προσκυνήση τον ποιητή του, να γονατίση στο μνήμα του μπροστά. Ξέρει το Παρίσι να τιμά τα μεγάλα του τα παιδιά. Τον έβαλε να κοιμηθή μια μέρα και μια νύχτα στο κέντρο της Πόλης, από κάτω από τη μεγάλη την τροπαιόφορη καμάρα που είχε χτίσει ο μεγάλος ο Ναπολέοντας με δόξα και με πέτρα. Κοντά στο μέρος που είχε χαράξει ο αφτοκράτορας τις χίλιες νίκες του στρατού του, έβαλαν τους τίτλους του άλλου του νικητή, έγραψαν των έργων του τα ονόματα. Έτυχε κι όλας, το μάβρο σκέπασμα που είχαν κρεμάσει στην αψίδα κείνη την ημέρα και που έπεφτε από πάνω ίσια με τη μέση, πέφτοντας ναγγίξη, με την άκρη του, τον πέτρινο στέφανο που φορεί ο αφτοκράτορας κάτω στο σκάλισμα της πόρτας. Φαίνουνταν και κείνος να λυπάται. Έτσι μια νύχτα αλάκαιρη κοιμήθηκε αδερφικά η μια δόξα κοντά στην άλλη.

Το Μάη, στις τριάντα μια, η ώρα οχτώ το πρωί, μέρα Κεριακή, είτανε να φέρουν το λείψανο για να τακκουμπήσουν από κάτω από τη μεγάλη την Καμάρα. Τριγύρω στέκουνταν πολύς λαός, κόσμος πολύς μαζωμένος να τον προσμένη. Με σέβας, με λύπη, μα και με κάποια περηφάνεια για τέτοιο ποιητή, τον καρτερούσε το πλήθος, κι άμα τον είδαν, ξεσκεπάστηκαν όλα τα κεφάλια. Πρι ναρθή ίσια με κει κάτω, πρωί πρωί είχα πάει στο σπίτι του κι από το σπίτι του με λίγους φίλους, μαζί με την οικογένεια και τα εγγόνια του, ακουλουθούσαμε το λείψανο μοναχοί μας. Δε συλλογιούμαστε το λαό που μας περίμενε• μόνο γέμιζαν τα μάτια μας δάκρια, γιατί ξέραμε που δε θα ξαναδιούμε το καλό του, το σοβαρό του πρόσωπο, που ποτές δε θα ξανακούσουμε πια τη φωνή του. Ναι! είχε δίκιο η μεγάλη πατρίδα να προσκυνά το μεγάλο της τον πατριώτη• είχε δίκιο ο λαός να δοξάζη τόνομά του• βλέπαμε φανερά της ποίησης τη νίκη, την αποθέωση του ποιητή. Μα τι μας φελούσε που το βλέπαμε; Κλαίγαμε τον άντρα, όχι μόνο τον ποιητή. Ότι κι αν τον έκαμνε τώρα το Παρίσι, όσο κι αν τιμούσε τη μνήμη του, τι μ' αφτά; Εμείς που τον είχαμε γνωρίσει, βαριαναστέναζε μέσα η καρδιά μας. Πάει, πάει και μας άφησε για πάντα. Καλές οι πολυτέλειες και τα μεγαλεία, μα τι κατάλαβες τώρα που κείτεται πεθαμμένος, τι θα κάμουμε τώρα που πια τα μάτια μας δε θα τον ξαναδιούν;

Τι κρύο, τι ψυχρό, τι έρημο πράμα που είναι η δόξα! Όσο κείτουνταν έτσι στο κιβούρι, σε τόσο κόσμο μπροστά, με φαίνουνταν πως είταν ολομόναχος και ξενιτεμένος. Έφυγαν οι φίλοι• γύρισαν οι δικοί του καταλυπημένοι στο σπίτι. Μια στιγμή στάθηκε στον τάφο κοντά το δύστυχό του το εγγόνι• γύρεβε καμιά κόχη, καμιά γωνιά για να μπορέση κρυφά να γονατίση, ίσως κάτι να του πη. Του κάκου! Μπορεί τώρα νακκουμπήση πουθενά τορφανό, τώρα που τα χίλια μάτια του λαού τους κοιτάζουν και τους δυο, τώρα που του πήρε το Παρίσι τον παππού του; πού θα πέση, να τον προσκυνήση; σε ποιο μέρος θα τραβηχτή να χύση όσα δάκρια έχει μέσα του η καρδιά του; πώς θαναστενάξη, δίχως να τον ακούση κανείς; πώς θα πάη να πη σιγά σιγά σταφτί του περίφημου γέρου• « Παππού μου, παππού μου, έτσι μ' αφίνεις και φέβγεις και δε με λυπάσαι!» Αχ! το πλήθος που στέκεται τριγύρω στον τάφο, τι μοναξιά που την έχει, μια τέτοια ώρα, για τους πεθαμμένους!

Κι ως τόσο το καλό το γεροντάκι αγαπούσε, λάτρεβε τα παιδιά του. Άλλη φροντίδα στην αρρώστια του δεν είχε, παρά να μη νοιώσουν τα εγγόνια του τα βάσανα που τραβούσε. Πάλεψε με το Χάρο μέρες και νύχτες. Ψυχομαχούσε κ' έκρυφτε τους πόνους του. Το κακό που τον είχε πλακώσει του ράγιζε την καρδιά• πιάνουνταν η αναπνοή του κι αρχινούσε να τρέμη σαν το φύλλο, όταν ο άνεμος δέρνει και ταράζει το δέντρο και πάει να το ρίξη κατά γης. Πρόσεχε όμως να μην το καταλάβη κανένας. Όσο είταν τα παιδιά του μπροστά, στο πλάγι του κοντά, χαμογελούσε γλυκά και τα σπλάχνα του τα θέριζε ο θάνατος. Τη νύχτα, που δεν είταν εκείνα μπροστά, σηκώνουνταν όρθιος, τίναζε χέρια και ποδάρια, χτυπούσε το κεφάλι του στους τοίχους, έτριζε τα δόντια του, και δίχως φόβο να διούν τίποτις τα παιδιά, ήσυχα και στα γεμάτα άφινε τον πόνο να του τρώη κορμί και ψυχή.

Και τώρα κείτεται μόνος. Είταν πεπρωμένο, γραμμένο στον ουρανό. Όποιος θυσιάζεται για την πατρίδα και δουλέβει για το έθνος, όποιος φανή μεγάλος, όποιος υψωθή, μήτε πατέρα, μήτε μάννα, μήτε παιδιά, μήτε φίλους πρέπει νάχη. Αλάκαιρο τον παίρνει η πατρίδα. Τον έχει μοναχή της, με σιδερένιο χέρι τον αρπάζει, και τον κάμνει δικότης — ίσια με τον τάφο και παρέκει….. Τι κρύο, τι ψυχρό, τι έρημο πράμα που είναι η δόξα!

ΣΤ'•

Ο Ποιητής.

Έφυγα και γω τότες από κειπέρα. Γύρεβα μοναξιά νανασάνη η καρδιά μου. Κι ωςτόσο πάντα κάτι με τραβούσε, κάτι μ' έσπρωχτε να γυρίσω πίσω, να ξαναδιώ την Καμάρα και τον τάφο. Όλο στέκουνταν το πλήθος μαζωμένο. Πήγαινα μέσα στον όχλο που με σκουντούσε, που με ζουλούσε, που με πατούσε για να περάση. Δεν μπορούσα να φύγω. Μια δύναμη με βαστούσε, μ' είχε καρφωμένο σε κείνο το μέρος — σα να πρόσμενα κάτι να διώ, κάτι να καταλάβω που δεν ήξερα ακόμη. Όλη την ημέρα ζαλισμένος, γεμάτο φροντίδες το κεφάλι, σέρνουμουν, κυλιούμουν από δω κι από κει, κουρασμένος, μισοσακατεμένος.

Τέλος πλάκωσε κ' η νύχτα. Δεν το κουνούσα. Έλαμπαν αναμμένα όλα τα φώτα. Τριγύρω στον τάφο, έκαιγαν τέσσερεις λαμπάδες μαβροτυλιμένες. Έλεγε το Παρίσι να ξενυχτίση, να μείνη μπροστά στο μνήμα του ποιητή, ώςπου να σηκώσουν το λείψανο το πρωί. Χώθηκα παράμερα σ' ένα σοκάκι σκοτεινό, με τρόπο ναποφύγω τον τόσο κόσμο κι όμως πάντα να βλέπω την Καμάρα με το μνήμα.

Δεν ξέρω τι με κατέβηκε τότες• από την κούραση είταν, από τη λύπη την πολλή, δεν μπορούσα να σταθώ στα ποδάρια μου. Είτανε σα μουδιασμένη μέσα μου η ψυχή μου. Αναγκάστηκα να κάτσω απάνω σε μια πέτρα, να πάρω την αναπνοή μου. Άμα βρέθηκα μοναχός μου, με φάνηκε σα να μην έβλεπα πια τίποτις απόσα είχα διεί όλη την ημέρα. Ξέχασα τον ποιητή, ξέχασα το λείψανο, ξέχασα το Παρίσι. Ορμητικά πήγε ο νους μου στην πατρίδα — και ποτές στη ζωή μου, ποτές μέσα μου δεν έγινε τόση ταραχή, δεν ξέσπασε τόση φουρτούνα. Κάποτες στέκουμουν ώρες βυθισμένος, αφανισμένος, με μια ταπείνωση που μήτε γίνουνταν πιο μεγάλη, κ' έκαιγε η πίκρα την καρδιά μου. Κάποτες πάλε, ξανάπαιρνα θάρρος, στέκουμουν όρθιος και κοίταζα ψηλά ψηλά στον ουρανό. Τόση πλήξη, τόση σταναχώρια, τόση θλίψη δεν έτυχε νάχω ποτές — και ποτές δεν έβαλα στο νου μου τόσες ελπίδες, ποτές στο στήθος μου τόσες χαρές. Σαν τανήσυχο πουλί που τρέμει και πηδά μέσα στα κλαδιά, λαχταρούσε η καρδιά μου και πετούσε από χαρά σε λύπη κι από λύπη σε χαρά.

Θέμου, Θέμου παντοδύναμε, τι νυχτιά είταν εκείνη! Τι είτανε, Θέμου, το τόσο σκοτάδι! Τρόμαξα και φώναξα μοναχός μου• — « Μήπως σήμερα την πατρίδα μου θάφτουν; Τώρα μόλις γεννήθηκε, τώρα θαποθάνη; Θέμου παντοδύναμε, μην το θελήσης! Αχ! πόσα χρόνια πρέπει να ζήση ένας λαός, για να γίνη έθνος! Αφτά τα φώτα τα μισοσκεπασμένα, που μόλις φαίνουνται κει κάτω, τι σημαίνουν και γιατί καιν; Ίσως είναι για να μας δείξουν τη μικρή μας τη δόξα, μπροστά σε τέτοια μεγαλεία! Θα το κατορθώσουμε ποτές νάχουμε και μεις τέτοιους άντρες; Τούτο το μνήμα παριστάνει έργα περίφημα, παλιά ιστορία, αιώνες κόπο, δουλειά, πόνους, λεφτεριά και δόξα. Πόσα πρέπει να τραβήξη ένας λαός για να φτάξη στο σημείο που έφταξε τούτος ο λαός! Δεν έχει πια σήμερα ανάγκη τους προγόνους του — τους Λατίνους και τη Ρώμη. Ζη δική του ζωή. Πρόγονο μπορεί και κείνονα μια μέρα άλλοι να τον καφκηθούν.

Πού να το διούμε και μεις τέτοιο πράμα; Σαν το παιδί που τη μάννα του δεν μπορεί ναφήση, γιατί νοιώθει πως είναι αδύνατο ακόμη, έτσι και μεις μόλις έχουμε πόδι να πατήσουμε κατά γης• άντρες δε γίναμε ακόμη. Έχουμε ανάγκη, οι προγόνοι να μας βαστούν από το χέρι και να μας πηγαίνουν. Όλο προγόνους φωνάζουμε. Έπαινό μας θαρρούμε ίσια ίσια κείνο που δείχτει τη λίγη μας δύναμη. Έθνος αφτεξούσιο δε γίναμε, κ' ίσως δε θα γίνουμε ποτές. Η δόξα μας η παλιά θα καταντήση ο χαμός μας. Δε μας αφίνει να μεγαλώσουμε, να περπατούμε με τα δικά μας τα ποδάρια, να συλλογιούμαστε με το κεφάλι μας, να βλέπουμε με τα μάτια μας, να μιλούμε δική μας γλώσσα. Όλο προσπαθούμε να κάμουμε σαν και κείνους. Σ' ένα μόνο δεν τους μιμηθήκαμε• προγόνους εκείνοι δεν είχαν! Εμείς, δε θα ταξιωθούμε ποτές και μας μια μέρα προγόνους άλλοι να μας λεν.

Όσο μέσα μου έλεγα τέτοια μοναχός μου, τραβιούμουν, τραβιούμουν όλο πίσω, γιατί ντρέπουμουν τον ποιητή κ' έβλεπα πόσο μικροί, πόσο ασήμαντοι μπροστά σε τέτοιους αθρώπους είμαστε ακόμη. Όσοι στην Εβρώπη είναι μόλις μαθητάδες, εμείς μπορεί να τους πάρουμε για δασκάλους, και τώρα πέρασε ο καιρός που έλεγαν την Αθήνα δασκάλισσα του κόσμου! Τάλλα τα έθνη, όσο περίφημοι κι αν είταν οι πατέρες τους, άφησαν πίσω την παλιά τους ιστορία• ξανάκαμαν καινούρια, δική τους. Η Ιταλία κ' η Γαλλία ξέχασαν τη Ρώμη και της είπαν — « Όσο μεγάλη είσουν εσύ, τόσο και μεις θα γίνουμε μεγάλοι. Μας φτάνει το δικό μας το μυαλό και το αίμα που πήραμε από σένα.»

Βγήκαν τότες από παντού, άπειρα σαν τα λουλούδια που την άνοιξη ορμούν από μέσα από τη γις, βγήκαν έργα κάθε λογής, της τέχνης, τω γραμμάτων, της επιστήμης. Βγήκε και μια γλώσσα καινούρια. Άλλες λέξες, άλλη γραμματική χρειάστηκαν τότες παντού για τις ιδέες, για το νου και για την καρδιά του καθενός. Η μια σπίθα άναψε την άλλη, διαδώθηκαν ιδέες, τέχνες, επιστήμες, ο καθείς έφερνε το μερτικό του και το δάνειζε ταλλουνού. Έτσι μορφώθηκε μια Εβρώπη κι ανάμεσα στους λαούς έπιασε συγκοινωνία διανοητική. Εμείς πίσω, όλο πίσω! Πού η δύστυχη πατρίδα, με των παιδιών της την αμάθεια, την περηφάνεια και την τρέλλα, να μπορέση και κείνη να ζήση, το μεγάλο, το χαρούμενο βίο της ξαναγεννημένης Εβρώπης!

Έτσι με μιλούσε το μνήμα, γιατί η όψη του μονάχη με θύμιζε την ελεεινή μας κατάσταση. Κι ως τόσο ποιος από τους δικούς μας κατάλαβε ποτές του τι μας λείπει; Περηφανέβεται ο Γραικός με τους προγόνους του, νομίζει που τους μοιάζει, κ' επειδής σαν το αγράμματο χάλασε τη φυσική του γλώσσα, θαρρώντας που τη διώρθωσε, προσμένει κάθε μέρα να φανή Σοφοκλής.