WeRead Powered by ReaderPub
Ο αρχαιολόγος cover

Ο αρχαιολόγος

Chapter 12: ΣΤΙΣ ΔΟΞΕΣ
Open in WeRead

About This Book

An elderly peasant dies, leaving land and a modest house to his sons; the narrative traces his family's decline under a rival clan, the slow recovery across generations, and the sons' differing temperaments as they confront hopes of restoring ancestral status. It sketches village life, disputes over land and honor, cycles of poverty and aspiration, and the social pressures that shape choices and fate. Themes include inheritance, pride, social change, and resilience amid economic hardship, with detailed rural description and an emphasis on generational memory and the tensions between ambition and reality.

ΤΟ ΚΟΝΙΣΜΑ

Καταϊδρωμένος ο Πέτρος ο Τσαϊπάς ανέβηκε στον τράφο ν' αγναντέψη· δεν είχε δύναμη ούτε όρεξη να πάη μακρύτερα. Το λιοπύρι ήταν ανυπόφορο· έπεφτε και τρυπούσε τη σάρκα σα βελονοβροχή. Τα στεκάμενα νερά της Λάκκας έζεχναν και φαρμάκωναν. Ζερβόδεξα τ' αμπελοχώραφα, τα λιοστάσια, οι καλαμιώνες, τα βάτα κουρνιαχτισμένα κι άτρεμα φαίνονταν πεθαμένα. Μα η ζωή ακολουθούσε υπομονετικά το δρόμο της. Φωνή της λαύρας χυνότανε ολούθε η φλυαρία του τζίτζικα και στο χωριό περνοδίναν οι στρατοκόποι. Όπως ο Τσαϊπάς βγήκαν κ' εκείνοι να ιδούν τη λιτανεία.

Ο Κώστας ο Αρλετής έφερε μιαν είδηση στο χωριό και το χωριό ανατρόμαξε. Ένα κόνισμα, λέει, βγήκε νύχτα στην ακρογιαλιά του Άηθανάση. Πούθ' ερχότανε, για πού πήγαινε, κανείς δεν ήξερε να ειπή. Η αλήθεια είνε πως ερχόταν ολόρθο στα κύματα. Μπροστά του ένα φως τρανό του φώτιζε το δρόμο. Έλαμπε το φως· μα πιο πολύ έλαμπε το τίμιο το ξύλο. Περίγυρα το πέλαγο απέραντο και μελαψό ανάδευε με σύγκρυο. Ήρθε το κόνισμα και στάθηκα σιγά στον άμμο, κρύφτηκα σε μια βουρλιά. Και το φως κοντά του παραμόνευε. Κάποιο καλογεράκι σύρθηκε απάνω του και γνώρισε το θάμα. Τόμαθαν· έτρεξαν οι καλόγεροι, το πήραν στο μοναστήρι τους και το λιβανίζουν μερόνυχτα.

Έτσι μίλησε ο Αρλετής και το χωριό ανατρόμαξε σύσπιτο. Θρησκευτικός ανεμοστρόβιλος εσήκωσε για μιας του λαού την αδιαφορία. Μικροί μεγάλοι είπαν πως είνε θάμα. Και συμφώνησαν όλοι πως το θάμα πρέπει να το πάρουν στο χωριό, τιμή και φυλαχτό του τόπου τους. Λίγο τάχα είνε νάχης έναν άγιο πατριώτη! Ψες βράδυ ακούστηκε, σήμερα κίνησαν όλοι και πάνε να το φέρουν. Οι καμπάνες από την αυγή σημαίνουν πρόσχαρα. Νήστεψαν, ντύθηκαν τα γιορτινά τους. κλείσανε τα μαγαζιά, έπαψε κάθε δουλειά, κάθε άλλη σκέψη και κάθε κουβέντα. Ήρθαν πάλι στου Θεού τη στράτα οι άνθρωποι.

Μόνον ο Τσαϊπάς σκέφτηκε να μείνη αδιάφορος. Πφ!…. θάματα δεν πίστευε αυτός Ήταν φοιτητής — σπουδασμένος άνθρωπος. Είχε γνώση και κρίση· δεν ήθελε να πιστεύη παρά εκείνο που' βλεπαν τα μάτια του — ίδια τα μάτια του!

Από τα πρώτα χρόνια της σπουδής του ο Τσαϊπάς ήθελε να ξεχωρίζη από τους άλλους συντοπίτες του. Όχι μόνον τους αγράμματους συντοπίτες του, τους απλούς οξωμάχους, μα κι από τους σπουδασμένους ακόμη. Εκείνοι βγήκαν από το χωριό, σπούδασαν, έφαγαν τη ζωή τους στα βιβλία και σαν γυρίσανε πίσω έγιναν ένα με τους άλλους. Ακολούθησαν τυφλά την κοινωνική πρόληψη και τη γεροντική παράδοση. Κ' έτσι τι κάναμε! Α! όχι! Ο Τσαϊπάς θα ξεφύγη · θα γίνη κύριος του εαυτού του· θα κλωτσοπατήση το κάθε τι που δεν είνε σύμφωνο με τη γνώμη του. Και δεν είνε κανένα· εντελώς κανένα! Όλα στραβά και παράλογα. Κ' ήθελε όλα να τ' αλλάξη με το παράδειγμά του, με τα φερσίματα του και με τα λόγια του. Μα τα λόγια και τα φερσίματά του ήταν τόσο ξαφνικά που ετρόμαζαν τους χωριάτες· τους ξυπνούσαν την υποψία. Καθώς ήταν ριζωμένοι στις συνήθειες τους, έστεκαν αντίκρυ του ανήσυχοι κι αγριεμένοι.

Ο Τσαϊπάς ούτε το φανταζότανε· μα και να το φανταζότανε λίγο τον έμελλε. Φτάνει που πίστευε πως εκειό που έκανε ήταν και σωστό. Τώρα είπε ναρνηθή το θάμα και τ' αρνήθηκε. Δε θα βγη από το σπίτι του, δε θα πάη πουθενά, δε θέλει να ιδή τίποτα!… Η συγκίνηση όμως του λαού τον ανησύχησε. Όσο πρόβαινε η μέρα, τόσο βασανιζότανε. Δυο ψυχές και δυο εποχές πάλαιβαν μέσα του. Το καμπάνισμα, οι προετοιμασίες, το σούσουρο που γινόταν έξω στους δρόμους και μέσα στο σπίτι του, δεν τον άφιναν ήσυχο. Η αθέμελη άρνησή του άρχισε να κλονίζεται. Βαστάχτηκε ως τ' απόγιωμα· τέλος νικήθηκε. Ντύθηκε βιαστικά, πεισμωμένος τώρα για ό,τι έκαμε, έτρεξε, ανέβηκε στον τράφο ν' αγναντέψη τη λιτανεία που έρχεται.

Ένα βουνό από σκόνη μαυρειδερή σέρνεται στο δρόμο, κυλιέται και προβαίνει οκνό, σαν άρρωστο. Ο ήλιος το χτυπά κατακέφαλα και το δείχνει θεριό παράξενο. Η χήτη του κοκκινίζει και καίγεται. Κάποια σημάδια μέσα του σβύνουν και ξαναλάμπουν από στιγμή σε στιγμή, σβύνουν και ξαναλάμπουν σα λεπίδες σπαθιών. Ακούεται βαρύς και βαθύς ο ανασασμός του, βαθύς και βαρύς σα μακρινό μπουμπουνητό. Έπειτα ιχνογράφονται ανάερα σταυροί, ξεφτέρια, τόρτσες, φανάρια και χρυσοΰφαντα λάβαρα. Σε λίγο ξεχωρίζουν κεφάλια και ώμο, πλήθος, τουλούπες μαλλιά και γένεια, πρόσωπα χλωμά και μάτια θαμπωμένα, σαν αγιογραφία στον τοίχο βυζαντινού ναού. Άξαφνα ο κουρνιαχτός άνοιξε και πρόβαλαν τα παιδιά παιγνιδιάρικα· έπειτα φάνηκαν οι παπάδες με τα χρυσά τους άμφια, οι ψαλτάδες, ο δήμαρχος, οι προύχοντες και πίσω ο λαός. Ήταν όλοι ξεσκούφωτοι κ' έδειχναν μεγάλην ευλάβεια· νόμιζε κανείς πως όλοι τους ανατράφηκαν σε μοναστήρι. Πέντε παλληκάρια έφερναν στα χέρια τους μακρύστενη σανίδα, θαμπή, με πολλά σκαλίσματα. Αργοπατούσαν και τρίκλιζαν κι αγκομαχούσαν κάθε λίγο από το βάρος της σανίδας τα παλληκάρια. Ο ίδρωτας όμπριζε στα μέτωπα τους· μα την ήθελαν τέτοιαν αγγάρεια. Γύρω τους άλλα παλληκάρια, της δουλειάς και της ταβέρνας παιδιά, ακολουθούσαν προσεχτικά, έτοιμα να πάρουν τη θέση τους.

— Κύριε λέησον, μωρέ παιδιά!… ακούεται βροντερή φωνή.

Είνε ο Κώστας ο Αρλετής, ο γλυκόφωνος ψάλτης του Άηδημήτρη· είνε φρεσκοξουρισμένος και παστρικαλλαγμένος σα γαμπρός. Η χαρά του είνε μεγάλη κ' η περηφάνεια του ακόμη μεγαλείτερη. Είνε δικό του το κατόρθωμα. Αν θάχη το χωριό θαματουργόν άγιο, σε κείνον θα το χρωστά. Αυτός έγινε — μήστητί μου, Κύριε! — το σκεύος του Κυρίου το εκλεχτό. Αν δεν ήταν αυτός, ποιος ξέρει; Μπορεί να το είχαν ακόμα οι νταυλοκαλογέροι και να κερδοσκοπούσαν με δαύτο. . . .

Είχε πολλά χρόνια ψάλτης ο Κώστας ο Αρλέτης· μα δεν ήταν περισσότερο από τους άλλους θρήσκος. Ήταν ψηλόσωμος, ροδοκόκκινος, αράθυμος και χαροκόπος παλάβρας· με τη φωνή του μπορούσε ν' αποστομώση όλες τις καμπάνες του χωριού. Κι' αυτό ήταν το καύχημα του, η περηφάνεια του. Τη θέση του ψάλτη την αγαπούσε· αγαπούσε όμως και κάθε άλλη θέση που του έδινε αφορμή να δείξη τη φωνή του. Είτε στο στασίδι της εκκλησιάς, είτε στον πάγκο της ταβέρνας, είτε σε γάμου τραπέζι ήταν ίδιος κι απαράλλαχτος. Σήκωνε τα μάτια ψηλά, πλάγιαζε το κεφάλι, έπαιζε ρυθμικά τα δάχτυλα κ' έχυνε αργυρά κύματ' από τα χείλη του, ευτυχισμένος όπως το πουλί απάνω στο κλαδί του. Τ' ήταν ο κόσμος τότε γι' αυτόν παρά ένα περιβόλι απέραντο, καταπράσινο και μοσκοβολισμένο περιβόλι! Και τ' ήταν αυτός παρά ένας και μοναχός τραγουδιστής, που έχυνε τη φωνή του όχι για τίποτ' άλλο παρά για να ξετυλίξη την ψυχή του στα ψηλά και μέσα της να πνίξη όλο το είνε του! Είχε όμως κι από την εκκλησιά του μία απαίτηση· την ήθελε πρώτη και καλήτερη. Το χτίριό της μεγάλο και σοβαρό· τις καμπάνες της πιο βροντερές, τους παπάδες της πιο καλοφορεμένους· τα κονίσματά της, τα ξεφτέρια, τους πολυέλαιους, το τέμπλο, τα μανουάλια πιο περίτεχνα. Κι αληθινά ήταν· δε μπορούσε νάχη παράπονο. Έμενε τώρα ν' αποχτήση κ' ένα θαματουργόν άγιο. Και να, που βρέθηκε το κόνισμα! Ήρθε ακάλεστο, λες κ' ήξερε την ανάγκη και την επιθυμία του. Μα τώρα ενόμιζε πως ήταν υποχρεωμένος κι αυτός να φανή άξιος· να κάμη όσο μπορούσε μεγαλείτερη την υποδοχή του. Για τούτο δεν έπαυε να παρακινή τους άλλους να δείξουν με ξελαρυγγιάσματα τη χαρά τους.

— Κύριε λέησον, μωρέ παιδιά!

— Κύριε ελέησον!… Κύριε ελέησον!… Κύριε ελέησον!…

Βγαίνει αμέσως φωνή από το πλήθος και σκεπάζει τη φλυαρία του τζίτζικα. Βγαίνει και φαίνεται σα να παρακαλή και σύγκαιρα να προστάζη τον Κύριο για να το ελεήσει. Και σε κάθε βήμα της λιτανείας βγαίνουν και σμίγουν από τα χτήματα, από τους τράφους, από τα μονοπάτια άλλοι στρατοκόποι. Βγαίνουν παιδιά, μικρομάννες, γριές και γέροι, σαλίγκαροι του χρόνου κούτσα — κούτσα με τα δικανίκια τους. Άλλοι κρατούν κεριά, άλλοι σε κεραμίδες θυμίαμα κι άλλοι λάδι στις μποτιλίτσες τους. Σκύβουν ταπεινά, σταυροκοπούνται, δακρύζουν οι γριές κι όλοι κυττάζουν, ξανακυττάζουν το κόνισμα. Κανείς δεν ξέρει τι άγιος είνε· κανείς δε νοιώθει τι θάμα παρασταίνει. Μα όλοι αυθόρμητα κάνουν το σταυρό τους, σκύβουν το κεφάλι, μια φωνή και μια ψυχή φωνάζουν κάθε τόσο ρυθμικά και μονότονα :

— Κύριε ελέησον!… Κύριε ελέησον!… Κύριε ελέησον! — .

Όταν η λιτανεία έφτασε κοντά στον Τσαϊπά, σήκωσε κ' εκείνος το χέρι να κάμη το σταυρό του. Μα δεν τελείωσε. Το κόνισμα του φάνηκε παράξενο· κάθε άλλο παρά κόνισμα. Δεν είδε παρά ένα δικέφαλον αητό με τα φτερά του ανοιχτά. Τα κεφάλια ζερβόδεξα με τη γλώσσα όξω και τα ράμφη γυριστά, έδειχναν θυμό κι αχορταγιά μεγάλη. Στα κεφάλια καθότανε κορώνα σταυροφόρα· κι άλλη κορώνα πιο μεγάλη τάσμιγε από πάνω. Τα νυχοπόδαρά του κρατούσανε το Σκήπτρο και μια σφαίρα με σταυρό. Και κάτω από τα πόδια του μια κορδέλλα ξεδιπλωμένη είχε απάνω της γράμματα παράξενα. Τριγύρω άλλα μικροσκαλίσματα χρυσαλειμμένα, πουλιά, βαγιόκλαδα και χοντρόρρωγα σταφύλια. Μα το μόνο σημάδι που μπορούσε να το κάμη σεβαστό ήταν οι σταυροί του. Τίποτ' άλλο. Ο Τσαϊπάς στάθηκε ακίνητος, μη ξέροντας τι να σκεφτή και τι να κάμη. Ο κόσμος τον είδε κ' ένας με τον άλλον στύλωσαν όλοι τα μάτια καταπάνω του. Όπως έστεκε στο ψήλωμα το ανάστημα του ιχνογράφονταν στον ασπρογάλανο ουρανό, σα μαύρο είδωλο που τρέχει ο λαός να πετροβολήση.

— Το καπέλλο σου! βγήκε άξαφνα φωνή από το πλήθος.

— Το καπέλλο σου! δευτέρωσε άλλη φωνή.

— Το καπέλλο σου!.. το καπέλλο σου! .. το καπέλλο σου!…

Υποψιάστηκαν πως τόκανε για περιφρόνηση και αγανάχτησαν όλοι. Μα περισσότερο απ' όλους ο Αρλετής. Την έπαιρνε κατάμουτρα την προσβολή. Του διαβόλου ο γιος! Έμαθε πέντε γράμματα και θαρρεί πως έγινε σοφός! Μωρέ καλά το λένε πως η Αθήνα έγινε για καταστροφή του τόπου! Στέλνουν τα παιδιά τους να ξεστραβωθούν κ' εκείνα δίνουν την ψυχή τους στο Σατανά! Αντί να γυρίσουν άνθρωποι, γυρίζουν κούκλες· αντί νάρθουν χριστιανοί, έρχονται αλούτεροι… Πού είνε τώρα ο μακαρίτης ο Τσαϊπάς να καμαρώση το γιο του; Έφαε τη ζωή του απάνω στο τσαγκαρόσουβλο για να τον κάμη άνθρωπο και να, — τον έκαμε και τον ξέκαμε!

— Κύριε λέησον, μωρέ παιδιά!… ξαναφώναξε. Μα η φωνή του έσβυσε ασυντρόφιαστη και τα μικρά παιδιά έστεκαν άλαλα, κυττάζοντας το φοιτητή με απορία και θυμό. Ο ψάλτης αναψοκοκκίνισε. Δεύτερος μπάτσος πάλε αυτός. Κανείς δεν τον άκουε. Ο φοιτητής του έπαιρνε και τη δύναμη· τον ρεζίλευε! Μα τις εδεκεί λοιπόν θα τ' αφήσουν το κόνισμα για να γίνη το κέφι του! Ή μην ήθελαν να κάμη έτσι το χέρι του και να τον κατεβάση σωρό — κουβάρι από το ψήλωμα; Ο σκοπός είνε να μη φτάση κανείς σε τέτοια.

 — Κύριε λέησον, μωρέ, το σταυρό σας!.. εφώναξε με λύσσα
αντιπατώντας το πόδι του.

 — Κύριε ελέησον!… Κύριε ελέησον!.. Κύριε ελέησον!.. . εβγήκε
τρανταχτό απ' όλα τα στόματα του λαού.

Ο φοιτητής αλαφιάστηκε σα να βρυχήθηκε θάλασσα τριγύρω του. Έβγαλε βιαστικά το καπέλλο του, έκαμε το σταυρό του, κατέβηκε κι ακολούθησε τη λιτανεία με κεφάλι σκυφτό, παραπατώντας σαν υπνοβάτης.

— Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια!.. ¦ εχύθηκε μελωδική η φωνή των παπάδων.

Κ' η λιτανεία τράβηξε πάλι το δρόμο της.

Δεν πέρασε πολλή ώρα κι ο Τσαϊπάς αιστάνθηκ' ένα χέρι να περνά στο μπράτσο του και δυο μάτια να τον κυττάζουν παράξενα και περιγελαστικά.

— Πώς σου φαίνεται;

Ήταν ο Σταθόπουλος παλιός συμμαθητής και συμφοιτητής του τώρα στα Νομικά. Ήταν νέος ζωηρός, κομψοντυμένος, με ψηλά κολλάρα και λαιμοδέτη κόκκινον. 'Από τότε που γράφηκε φοιτητής φάνηκε το μέλλον του· βγήκε στον κόσμο θαρρετά, ανακατώθηκε με τους χωριάτες στο κρασοπουλειό και στον καφενέ κι άρχισε να συχνάζη στο ειρηνοδικείο· το δεύτερο χρόνο, χωρίς να πατήση διόλου στο Πανεπιστήμιο έκανε το δικολάβο. Κ' είχε δουλειές ου! πάρα πολλές δουλειές. Κανενός δε χάλαε την καρδιά· ποτέ δεν έλεγε πως έχει άδικο ο πελάτης του ή πως θα χάση τη δίκη. Όλα μέλι — γάλα τάβρισκε κ' οι χωριάτες ήταν ενθουσιασμένοι μαζί του. Τέλος πάντων! να που βρέθηκε κ' ένας άνθρωπος για τη φτώχια. Δεν έβλεπαν την ώρα πότε νάρθη σε ηλικία για να τον βγάλουνε βουλευτή.

 — Μωρ' τι νε τούτο! τον ρώτησε ο Τσαϊπάς μόλις τον είδε κοντά
του.

 — Ξέρω κ' εγώ· έκαμε κείνος ανασηκώνοντας τους ώμους· ξέρω κ'
εγώ; Μα κόνισμα βέβαια δεν είνε.

— Και δεν το λες λοιπόν!

— Σσ… του σφύριξε ο Σταθόπουλος στ' αφτί. Μυαλό θα βάλης στην κολοκύθα τους; Να το ειπώ! Και ποιος τολμάει; Ξέρεις τι έγινε στον Άηθανάση ;

— Τι;

— Μόλις μας είδαν οι καλόγεροι κατάλαβαν το σκοπό μας και πυροβόλησαν στο σωρό· πλήγωσαν μάλιστα και τον Κουφό στον ώμο. Ρίχτηκαν όμως ετούτοι απάνω τους· άστραψαν κάμες, πιστόλες, έπεσαν πέτρες που κλείστηκαν οι καλόγεροι περίτρομοι στα κελλιά τους. Άνοιξαν τότε την εκκλησιά, έσπασαν τις εικόνες, αναποδογύρισαν την Άγια Τράπεζα ως που βρήκαν το κόνισμα. Και πού το βρήκαν θαρρείς ; Κάτου από ένα σωρό κλήματα. Εκεί τόχε πεταμένο η ευλάβεια των καλόγερων! Η αλήθεια είνε πως μόλις το ίδαμε στο φως, όλοι σταθήκαμε δίβουλοι. Μα για μια στιγμή· έπειτα το άρπαξαν στα χέρια, έβαλαν τους παπάδες μπροστά και να μας. Ούτε ξέρουμε τι κάνουμε.

— Μα ο δήμαρχος… εψιθύρισε ο Τσαϊπάς

— Τι δήμαρχος!.. Αν μίλαε θα τον έπαιρναν με τις πέτρες.

Ο Τσαϊπάς κύτταξε για μια στιγμή το φίλο του κατάματα· έπειτα έσκασε τα γέλοια. Εγέλασε τόσο δυνατά που ο δικολάβος αναγκάστηκε να φύγη από κοντά του. Πίσω μου, Σατανά! με παλαβούς δεν είνε να καταπιάνεται κανείς!· Έτσι, φίλε μου, προσβάλλεις το θρησκευτικό αίστημα τ' αλλουνού! Ν' αγριέψη ο κόσμος και νάχουμε φασαρίες!.. Έτρεξε πίσω από τους παπάδες, δίπλα στο κόνισμα κ' έδειχνε μεγάλη κατάνυξη. Όταν φώναζε το πλήθος το «Κύριε ελέησον!» άνοιγε το στόμα, το φώναζε κ' εκείνος δυνατά, ρυθμικά και μονότονα. Μόλις άρχιζαν τα σταυροκοπήματα, τ' άρχιζε κ' εκείνος και δεν έπαυε αν δεν έπαυαν πρώτα οι άλλοι. Ήρθαν μάλιστα στιγμές που φάνηκε πρόθυμος να πιάση το κόνισμα, να κοπιάση κι αυτός για τη Χάρη του.

 — Τρομώ και λέω το διάολο έχουμε μαζί μας!.. είπε δυνατά ο
Αρλετής, φουρκισμένος για τα γέλοια του Τσαϊπά.

Εκείνος δεν ταράχτηκε καθόλου· ο θυμός του σήκωσε κάθε άλλο αίστημα. Τι διάβολο! σάπισε λοιπόν αυτός ο τόπος! Αν τόπαιρναν τουλάχιστον όλοι για κόνισμα, δε θα είχε κανείς αντιλογία. Έφτανε η τυφλή πίστη να τους δικαιώση. Ή αν τόπαιρναν για σημάδι άλλης εποχής, της πεθαμένης Αυτοκρατορίας μας, πάλι καλά. Εύγε τους και τρισεύγε τους. Μπορεί να ξύπναγαν μ' αυτό οι παλιές ελπίδες· ίσως να γινόταν δίστομο σπαθί η κοιμάμενη συνείδηση. Ποιος ξέρει; Μα όχι· τίποτ' απ' αυτά. Λείπουν κ' η τυφλή πίστη και το μεγάλο τόνειρο. Λείπουν, έσβυσαν, πάνε. Κ' ίσως δε θα ξαναγυρίσουν ποτέ! Έμεινε και θα μείνη στον τόπο η ψευτιά, η ραθυμία, η βαγαποντιά! Να ο δήμαρχος, ο δικηγόρος, ίσως κ' οι παπάδες που στηθοδέρνονται και σταυροκοπούνται μπροστά στο παλιοσάνιδο. Και γιατί; Γιατί δεν έχουν το θάρρος ν' αντικρύσουν το ψέμμα, ν' ανοίξουν τα μάτια των τυφλών ναχαλάσουν το κέφι μερικών πεισματάρηδων. Να η μεγάλη μας αρρώστεια, να τηνε. Αντί να σύρουμε το λαό με το μέρος μας, πάμε μεις με το δικό του.

Ο Τσαϊπάς σήκωσε τα μάτια ψηλά σα να ζητούσε συχώρεση για του χωριού του τη ντροπή. Όταν τα χαμήλωσε, πέσανε άθελα στο κόνισμα. Η σανίδα ντυμένη στις χρυσαλοιφές, κυκλωμένη με του λαού το σεβασμό ερχόταν απάνω στο ζωντανό θρόνο της με κάποια κωμική αξιοπρέπεια. Ο φοιτητής αγανάχτησε. Νόμισε πως το ξύλο ανάμπαιζε τη θρησκεία του· τους παπάδες και το λαό, τα λιβάνια και τα λάβαρα, όλα τον αγέλαε. Του ήρθε να φωνάξη, να διαμαρτυρηθή. Είπε να χυθή απάνω του, να ταρπάξη από τα χέρια των παλληκαριών και να το ποδοκυλήση χάμου, μέσα στον κουρνιαχτό και τις καβαλίνες. Είπε· μα δεν έκαμε τίποτα. Τα πόδια του δε θέλησαν να πάνε μπροστά· τα χέρια του έμειναν κάτω κρεμασμένα. Τόσο που αν είχε πρόληψες ο Τσαϊπάς θα νόμιζε πως το κόνισμα άρχισε απ' αυτόν τα θάματά του. Μα δεν ήταν τέτοιος κ' ήξερε καλά τον εαυτό του. Ο ραγιάς ήταν ακόμη στο αίμα και του αλυσόδενε τη θέληση. Ναι δυστυχώς! το σκαρί κ' εκεινού δεν ήταν διαφορετικό από το σκαρί των αλλονών, όχι!… Κ' έξω φρενών για την αρρώστεια του, γύρισε το θυμό εναντίον του. Εχώριζε το είνε του σε δυο, άδραζε ένας τον άλλον από το λαιμό, τον έσφιγγε με λύσσα, τον έφτυνε κατάμουτρα, θέλοντας να πλύνη τη ντροπή από πάνω του.

— Άτιμε! ταρτούφο!…. θεομπαίχτη! .. . εψιθύριζε.

Η λιτανεία ως τόσο ακολουθούσε το δρόμο της. Τώρα προχωρούσε μέσα στο χωριά, από τους κεντρικούς δρόμους. Το λιοπύρι άναβε τα καύκαλα. Ο κόσμος έτρεχε από πίσω καταϊδρωμένος, κατασκονισμένος, μισοπαράλυτος. Και δεν έπαυε να φωνάζη κάθε τόσο ρυθμικά και μονότονα :

— Κύριε ελέησον!… Κύριε ελέησον!… Κύριε ελέησον!…

Έτσι έφτασε στο σταυροπάζαρο· ερμιά στο δρόμο· τα μαγαζιά όλα κατάκλειστα. Πέρασε το γεφύρι του Τζαφέρη και χύθηκε σαν πλημμύρα στην πλατεία του Άηδημήτρη. Η εκκλησία με τις αρχαίες κολώνες της μυρτοστολισμένες, έδειχνε χαρά μεγάλη· φαινόταν να στην πόρτα πως περίμενε τον ερχομό του. Το καμπαναριό έχυνε κλαγγή ακατάπαυτη σα να τούλεγε ανυπόμονα έλα!

— Γκλαν — γκλαν!… γκλαν — γκλαν!… γκλαν — γκλαν!…

Η λιτανεία σκόρπισε αμέσως. Τα παιδιά που κρατούσαν τις τόρτσες, τα ξεφτέρια, τα μανουάλια, τα λάβαρα χύθηκαν με φωνές και κακό στο νάρθηκα σα να κυρίεψαν οχύρωμα. Γοργά τ' ακλούθησαν οι παπάδες, οι ψαλτάδες, ο δήμαρχος, η αρχοντιά. Σφούγγιζαν με τα μαντήλια τον ίδρωτα, αερίζονταν με τα καπέλλα τους, ξεκούμπωναν τα ρούχα τους και λαχάνιαζαν βαρειά κι αποσταμένα. Μερικοί όπου βρίσκανε ίσκιο, πέτρα ή ξύλο σωριάζονταν απάνου, τέντωναν τα πόδια τους· κύτταζαν με λύπη τα χαλασμένα παπούτσια τους, τις ματωμένες γάμπες τους. Βαθύ ξανάσασμα έβγαινε από τα στήθη ολουνών που τέλειωσαν. Πάει κι αυτό! Κάμποσοι αργαστηριάρηδες έφευγαν με τα κλειδιά στα χέρια για ν' ανοίξουν τ' αργαστήρια τους, να πιάσουν πάλε τη δουλειά. Άλλοι που το πρωί δε σκέφτηκαν πως μπορούσε να πεινάσουν, ρώταγαν τις γυναίκες τους αν μαγέρεψαν τίποτα. Την ώρα όμως που το κόνισμα άγγιζε σχεδόν στην πόρτα της εκκλησιάς, μια φωνή τρεμάμενη μα δυνατή ακούστηκε :

— Σταθήτε!…

Όλοι πάψανε αμέσως· κόπηκαν οι ψαλμοί μέση· στάθηκε καθένας στη θέση του όπως βρέθηκε.

Ήταν ο Τσαϊπάς που έβγαλε τη φωνή· δε μπόρεσε να κρατηθή περισσότερο. Μα σαν να τρόμαξε από την ίδια του φωνή στάθηκε κατακίτρινος, με τα χέρι απλωμένο στην πόρτα, με τα μάτια γουρλωμένα· τα μαλλιά του ήταν άνω κάτω. Οι χωριάτες τον κύτταζαν· τον ρωτούσαν τι τρέχει. Τους κύτταζε κ' εκείνος δίχως να μπορή να βγάλη λέξη. Επί τέλους συνήρθε, κατέβασε το χέρι του, χαμογέλασε κ' είπε με φωνή παρακαλεστική.

— Σταθήτε, βρε παιδιά… κάμετέ μου τη χάρη ν' ακούστε και μένα. .. Δεν το θέλω για τον εαυτό μου· για σας το λέω, για την ψυχή σας, για την ψυχή όλων μας. Λέω να τ' αφήσουμε όξω' να στο κελλί, ως που να ιδούμε… Λέμε πως είνε κόνισμα· μ' αν δεν είνε; Τι θα γίνη τότες τι θα μας ψάλλουν τ' άλλα τα χωριά;

Ένας δισταγμός ζωγραφήθηκε αμέσως σε πολλά πρόσωπα· μερικοί κούνησαν το κεφάλι· σύμφωνοι. Ακούστηκαν και ψιθυρίσματα. Εκείνοι που βάσταγαν τη σανίδα έσκυψαν και την απίθωσαν χάμου, την ακκούμπησαν σε μια κολώνα κι ανακλαδίστηκαν να διώξουν την κούραση. Άλλοι που ήταν όξω από τον νάρθηκα σήκωσαν τα χέρια στο καμπαναριό για να πάψη το καμπάνισμα. Και χύθηκε τόση ησυχία, θλιμένη ησυχία, λες και σταμάτησε άξαφνα η ζωή. Μα τότε βαρειά και θυμωμένη ακούστηκε η φωνή του Αρλετή.

— Να κεφάλι!.. είπε δείχνοντας με τη χερούκλα του το φοιτητή. Τόσος λαός εδώ και δεν ξέρει τι κάνει· ήρθε του λόγου του να μας βάλη μυαλό.

— Όχι να σας βάλω μυαλό· είπε ο Τσαϊπάς δειλά· να ειπώ το σωστό.

— Το σωστό! εφώναξε αγριοκυττάζοντάς τον ο Αρλετής, το σωστό! που τόβρες, μωρέ, το σωστό… Μην τόφερες απ' την Αθήνα μαζί με τα κολλαράκια σου!

Ξέσπασαν όλοι στα γέλοια· ο δήμαρχος, οι παπάδες, οι ψαλτάδες, ο λαός όλοι γέλασαν με την καρδιά τους. Οι γυναίκες γύρισαν τα μούτρα τους αλλού, χαχάνισαν κ' εκείνες πίσω από τα μαντήλια τους. Κ' έπειτα μια στιγμή ο λαός αγρίεψε. — Μωρέ μυαλό, ο μπαγάσας!… Εκείνοι ξεθεώθηκαν για να το φέρουν· άφηκαν το μεροκάματό τους, έχυσαν αίμα για τη Χάρη του και τούτος έρχεται τώρα να τους πη πως δεν είνε κόνισμα!… Σούσουρο έγινε, βρισιές ακούστηκαν, γρόθοι σηκώθηκαν φοβεροί.

— Το καλό που σου θέλω να φύγης· του είπε μυστικά ο Σταθόπουλος, τραβώντας τον έξω από το πλήθος.

Ο Τσαϊπάς σήκωσε το κεφάλι περήφανα. Τ' έκαμε λέει; Όχι θα σταθή, θ' αντιμιλήση, θα τα βάλη μ' όλους ως που να τους ξεστραβώση. Μα δε μπόρεσε να βγάλη λέξη· στόμα είχε, μιλιά δεν είχε.

— Πάμε του ξανάειπε ο Σταθόπουλος.

Εκείνος έσκυψε το κεφάλι, σούφρωσε τα φρύδια του, άφησε να τον σύρη ο φίλος του.

— Ήλιος! φώναξαν δυο — τρία παιδιά στο διάβα του.

 — Ούθε το πρώτο μου παπούτσι!… ούθε το πρώτο μου παπούτσι! …
φώναξε δυνατά ο Αρλετής.

Ο αντίλαλος του νάρθηκα αδερφώθηκε και κείνος με τη βάναυση φωνή του ψάλτη.

— Παπούτσι…. παπούτσι!…

— Ελάτε, ρε παιδιά· βοηθάτε να τελειώσουμε· είπε ο Αρλετής πιάνοντας το κόνισμα.

Κανείς δεν έσκυψε· όλοι έμειναν άφωνοι, τηράζοντάς το σα να ζητούσαν τη γνώμη του. Έπειτ' άρχισαν να το ψηλαφάνε, να το γυρίζουν μπρός — πίσω, να το ξετάζουν, για να μάθουνε το νόημα του. Έλεγαν χίλιες γνώμες μυστικά και φανερά, έβγαζαν διάφορα συμπεράσματα· μα κανένα δεν πίστευαν πως ήταν και σωστό. Ό,τι έλεγε ο ένας αμέσως άλλος το πολέμαε. Άρχιζαν ν' αντιφέρνωνται, να στενοχωρούνται και μυστικά να θυμώνουν μ' εκείνο που τους έβαλε σε μπελάδες. Ποιος ξέρει; Τάχα δεν ήταν όργανο του Σατανά αν ήρθε να τους ρίξη σε σύγχιση; Τι διάβολο! αν ήταν αληθινός άγιος, το χωριό τους θάβρισκε να κονέψη!…

— Πού ήσουνα, κυρ Γερόλυμε! φώναξε άξαφνα ο δήμαρχος· έλα βρε αδερφέ, να μας χωρίσης· μπλέξαμε στα καλά με τούτον το διάολο!…

Μα συνήρθε αμέσως κι άρχισε τα σταυροκοπήματα.

— Φτου! .. φτου!.. προσκυνώ τη χάρη του .. με κόλασε ο τρισκατάρατος!

Γέλασε το πλήθος δυνατά με το πάθημα του κυρ δήμαρχου. Έπειτα έκαμε τόπο κι ανέβηκε οκνά τη σκάλα ο Γερόλυμος ο Προβατάς. Ήταν ένας γέρος νησιώτης, κοσμοπερπατημένος και πολυκάτεχος. Η τύχη τον έρριξε στο χωριό κ' έμειν' εκεί από χρόνια, σαν ξύλο παντοπλάνητο που κατακάθεται σε μιαν ακρογιαλιά ώστε να σαπίση και να διαλυθή. Από τα λόγια του κι από τα φερσίματα — μπορεί κι από τ' άγνωστα περασμένα του — είχε καταντήση σεβαστός και πολυζήτητος. Μόλις τον είδαν κι ανάσαναν όλοι· σκέφτηκαν πως δίχως άλλο θα τους βγάλη από τη στενοχώρια. Παραμερίσανε για να ιδή το κόνισμα. Εκείνος μόλις το είδε σούφρωσε τα χείλη του και γύρισε τις πλάτες.

— Λοιπόν; ρώτησαν δυο — τρεις ανυπόμονα.

— Στολίδια της πρύμης· είπε σιγά· στολίδια καραβιού· — πάρτε το.

Όλοι χλώμιασαν και χαμογέλασαν σύγκαιρα· όλοι τον κύτταξαν περίλυπα σα νάπαιρνε μαζί του την ελπίδα τους. Οι παπάδες μπήκανε στην εκκλησιά τρεχάτοι, γονάτισαν καταμεσίς και σήκωσαν τα χέρια σε δέηση. Ήμαρτον, Θε μου! μη μας συνεριστής!…. Το πλήθος άρχισε να σκορπά·

 — Μα είσαι βέβαιος, γέρο Προβατά; τον ρώτησε λυπημένα ο Αρλετής.
Για κύττα το καλά· μην κάνης λάθος;

— Τι λάθος, αδερφέ Κωσταντή; είνε στολίδι από Ρούσικο καράβι· βασιλικό καράβι! Να, δε διαβάζης τα γράμματα: Πέτρος ο Μέγας· έτσι γράφει απάνου…

Ο Αρλετής εσταύρωσε τα χέρια, έγυρε το κεφάλι κ' έμειν' εκεί άφων- άλαλος για πολλή ώρα. Απελπισία κυρίεψε την ψυχή του σα νάβλεπε την εκκλησιά του γκρεμισμένη. Μωρέ! ποτέ δεν τόλπιζε να πάθη τέτοιο ρεζιλίκι το χωριό!.. Άξαφνα του φάνηκε πως τα κεφάλια του αητού κουνήθηκαν από τη θέση τους, κουλουριάστηκαν και κάμανε μαζί μια προσωπίδα μεγάλη. Τι μεγάλη προσωπίδα και τι παράξενη! Έπιανε όλο το χωριό. Όχι μόνον το χωριό μα και τ' άλλα περίγυρα, την Πάτρα και τον Πύργο, ακόμη και τη Ζάκυθο. Κι όσο πήγαινε όλο μεγάλωνε. Μεγάλωνε δεξιά, μεγάλωνε ζερβά.

ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΤΗΣ

— Φεύγω τώρα… μου σφύριξε στ' αφτί ένα μεσημέρι χειμωνιάτικο, κουφό, καταχνιασμένο κι άχαρο μεσημέρι. Κ' έφυγε· έφυγε στ' αληθινά, πέρασε σαν ίσκιος απάν' από τα δέντρα του κήπου μας, στάθηκε λιγάκι στη μουριά κάπως συλλογισμένο κ' έπειτα χύθηκε στο αντικρυνό μας σπίτι. Και ποιανού ήταν αυτό το σπίτι; Του Γιάννη Τούρτουρη του κακομοίρη, του άκαρδου και τ' άθεου του Γιάννη Τούρτουρη που τον είχαμε οχτρό. Εκείνος πάντα μας πολέμαγε, μας φτονούσε. δεν ήθελε να βλέπη ψωμί στα δόντια μας. Τον άντρα μου το μακαρίτη — πάντα κόντρα του πήγαινε· εμένα με κακολόγησε· τη θυγατέρα μου — την όμορφη Χρυσούλα μου, έβαλε πεζούς καβαλλαρέους ναν τη χωρίση από το στεφάνι της. Το μοναχογιό μου τον έκλεισε χρόνο στη φυλακή γιατί δεν έστρεγε να πάρη την κόρη του, την παστρογωνιά του… Μα δεν του πέρασε!.. Κι ο γιος μου παντρεύτηκε σύμφωνα με τη θέση του, κ' η θυγατέρα μου χάρηκε το στεφάνι της κ' εγώ απόλαψα τα καλά μου κι ο άντρας μου του στάθηκε παλούκι στο μάτι. Δέκα χρόνια πόλεμο και πάντα του βγήκε νικημένος. Ήταν έτοιμος να ρίξη τ' άρματα, έτοιμος να μολογήση την κακογνωμιά του και να ζητήση συμπάθειο· έτοιμος ν' απλώση χέρι στο έλεός μου. Μα τη γλύτωσε. Ήρθε στα χείλη του γκρεμού κι αντί να πέση μέσα ψήλωσε στα μεσούρανα. Πλούτη, δόξα, τιμές σωριάστηκαν απάνου σ' αυτόν τον κάβουρα! Κ' έχωσα εγώ το γκρεμό, εγώ κι ο άντρας μου, εγώ και τα καλά μου, τα σπίτια μου, οι τίμιες μου χαρές και τ' απίκρατα χρόνια μου. Όλα πήγαν με μι' ανεμοριπή.

Μα γιατί να φύγη; πες τε μου γιατί να φύγη; Να φύγη από μένα και να πάη στ' οχτρού μου το ρημαδιακό! Να σηκώση από μένα την καλοτυχιά και ναν τη ρίξη σε κείνον τον ατσίγγανο, το βρωμιάρη, τον ελεεινό! Πες τε μου μην ακούσατε, μην εμάθατε, μην είδατε το γιατί; Ωχ, Θεούλη μου! Και να πάη εκεί, να συνέμπη στην αμάχη μας, να δώκη συντρομή στον οχτρό μου! Τόσα σπίτια στο χωριό και διάλεξε το σίχαμα! Γιατί; σε τι του φταίξαμε ; Ποιος το πίκρανε; ποιος τ' ασκημομίλησε. Εγώ μια φορά τ' άκουσα, μιαν ώρα, μια στιγμή καλή και βλογημένη κ' έπειτα τόχασα· μούδωκε την άξια του υπόσκεση και χάθηκε σα φάντασμα.

Έτσι ήταν μεσημέρι χειμωνιάτικο, κουφό μα καλόβουλο και καλόκαρδο μεσημέρι εδώ και δέκα χρόνια. Έμπαινα για να θρονιαστώ στο καινούριο σπίτι μας· το σπιτάκι μας τ' απλόχωρο με τις πόρτες τις τορνευτές και τις μαρμαρένιες σκάλες του. Το σπιτάκι μου, τ' αρχοντικό μου που σφαλάγγι τώρα το χαίρεται ο Τουρτούρης όπως κι όλο το έχει μας. Έμπαινα κ' η καρδιά μου αναγάλλιαζε. Είχα τόσα χρόνια που τ' ωνειριαζόμουν ένα τέτοιο σπίτι. Για φαντάσου! Από τον καιρό που με πήρε νύφη μου το υποσκέθηκε ο μακαρίτης. — Θα κάμω ένα σπίτι έτσι κι αλλοιώς. Κ' εγώ το περίμενα μέρα σε μέρα· χρόνο με χρόνο. Το σπίτι το παλιό ήταν σαράβαλο. Τόχτισαν όπως — όπως οι γέροι στον καιρό του Καποδίστρια· σκεπή ζήταγαν να βάλουν το κεφάλι τους και τίποτ' άλλο. Μα χρόνο με το χρόνο το σπίτι γέραζε και πλήθαινε η φαμελιά. Ήρθ' ένα παιδί, ήρθε άλλο· πού να μας χωρέση! Το σπίτι αδυνάτιζε και τα πόδια των παιδιών δυνάμωναν, δυνάμωναν στα καλά. Κάθε πήδημα του παιδιού και μια πληγή στο πάτωμα. Τόνοιωθαν κ' εκείνα· άρχισαν κ' εκείνα να τ' αποζητούν το καινούριο. Το είχαν βλέπεις στο αίμα τους.

Ε τι γίνηκε σα ρίξαμε το θεμέλιο! Λίρα εγώ, λίρα ο μακαρίτης, κολλωνάτα τα παιδιά. Σφάξαμε και τον κόκκορα, έναν κόκκορα τόσον δα! στοιχειό μονάχο. Κι από τότε πού να βρούμε ησυχία. Μέρα νύχτα το σπίτι μπροστά μας· όσο ψήλωνε, ψήλωνε κ' εμάς τόνειρό μας. Και τώρα έμπαινα σα νάμπαινα στον Παράδεισο. Στάθηκα καταμεσίς στη σάλα και τήραξα τις ώμορφες ζωγραφιές του τοίχου, τ' άστρα του ταβανιού, ταγγελούδια στις αγκωνές. Τήραζα και θάμαζα τις αέρινες κουρτίνες, τους μεγάλους καθρέφτες, τους καναπέδες και τ' ακριβά τους γεμίσματα. Έλεγα πως είμουν μέσα σε ναό — ναό της φαμίλιας μου. Και την άκουσα τότε τη φωνή του, μυστική και πρόσχαρη σα φωνή της ευτυχίας.

— Έλα, έλα που σε προσμένω τόσον καιρό! Όσο είμαι γω δω μέσα μη φοβάσαι· θα ζήσετε πλούσια.

Έτσι μου είπε η φωνή κ' έτρεξα να ιδώ το ριζικάρη. Γύρισα όλες τις κάμαρες, κύτταξα πίσω από τις πόρτες, κάτω και ψηλά· μα δεν είδα τίποτα. Το σπίτι ολάνοιχτο στον αέρα και το φως ψυχή δεν έδειχνε. Τότε τάχασα· τρόμαξα στ' αληθινά· έβαλα τις φωνές κ' έπεσα στο κρεββάτι. Μ' αν εχόλιασε γι' αυτό εγώ τι φταίω; Ήμουν άπραγη σε τέτοια. Κι όχι εγώ μονάχα μα κι ο μακαρίτης που τάκουσε ανατρόμαξε· κ' οι δικοί μας που τόμαθαν έκαμαν το σταυρό τους. Κάψαμε λιβάνι, ανάψαμε κεριά, διαβάσαμε αγιασμό για να διώξουμε όχι κείνο μα τους δαιμόνους που κολάζουν τις άδολες ψυχές. Όλοι μας είμαστ' άπραγοι, άπραγοι!.. Ως που ήρθε η Ζωγάκενα, η πολυκάτεχη γριά και μ' έβγαλε από την έγνοια.

— Και δε χαίρεσαι Σάββανα ; και δεν καλοκαρδίζεις, Καλίτσα μου; Ήταν του σπιτιού σας το στοιχειό που σε συχάρηκε νοικοκυρά. Και να ιδής που θα κράτηση το λόγο του· να είσαι βέβαιη πως θα κράτηση το λόγο του…

Έτσι μου είπε· κ' εγώ της έδωκα ό,τι φορούσα για την καλή τη φώτιση. Άφησα το κρεββάτι αμέσως κ' έτρεξα να τον ζητήσω, να του γυρέψω συχώρεση για το φόβο μου. Δεν το ήθελα· ήμουν άμαθη στα τέτοια… Α! πώς ήθελα ν' άκουγα πάλε τη φωνή του· τη γλυκειά, την πρόσχαρη, την καλορρίζικη φωνή του. — «Έλα που σε προσμένω. … Θα ζήσετε πλούσια». Μα δε φάνηκε, δεν ακούστηκε πια! Δε φάνηκε το είδωλο του, δεν ακούστηκε η φωνή του· δεν έλειψε όμως κι από κοντά μας. Δέκα χρόνια στρωτά μας συντρόφιαζε και μας καλοτύχιζε. Στις δουλειές του ο νοικοκύρης μου τόνοιωθε πάντα στο πλευρό του. Όλα, όλα μας πήγαιναν καλά και προκομμένα. Τα χτήματα μας έδιναν καρπό· τα ζωντανά μας άλλα ζωντανά· ο γιος μου πρόκοβε στα γράμματα κ' η κόρη μου στα κεντίδια. Ο γάμος της σαν την πάντρεψα έγινε άκουσμα στο χωριό κι ακόμη πέρα. Και το σπίτι μου, τ' αρχοντικό μου ψήλωνε και θέριευε των φτωχών κυβέρνια, των φίλων παίνεμα και φτόνος των οχτρών. Κ' εγώ δεν έπαυα ν' αποζητώ το ριζικάρη, τον καλό μας άγγελο, του σπιτιού μας το στοιχειό. Τον ζήτησα στα κατώγεια και στ' ανώγεια, μέρα και νύχτα τον έκραζα. Μα δεν καταδέχτηκε ναρθή να μου μιλήση, νιο να ρίξη κρασί στο ποτήρι της χαράς μου. Μόνο και μοναχά τη νύχτα κάποτε σαν αγρυπνούσα, άκουγα το ζεμπερέκι να χτυπάη κρα… κρα .. σα να ήθελε ν' ανοίξη την πόρτα.

— Καλώς τον!.. καλώς τον!.. του φώναζα εγώ από μέσα.

Μα στη φωνή έπαυε αμέσως το ζεμπερέκι σα να ήταν κλέφτης κ' έφευγε μην τον πιάσουμε. Έφευγε και πήγαινε στον κήπο κι άκουα την αλυσίδα του πηγαδιού γρι — γρι!… γρι — γρι!… όλη νύχτα Και την αυγή βρίσκαμε γιομάτες νερό τις σκάφες, έτοιμες για την πλύση. Και κάθε τόσο που έπεφτε πολλή δουλειά, πήγαινε μόνος του και ξύπναε τις δούλες για το ξενύχτι.

Σ' όλα σ' όλα είχε την έγνοια μας, την κυβέρνια μας δέκα χρόνια στρωτά. Κι άξαφνα χωρίς να του κάνουμε τίποτα, έρχεται στην ώρα την πικρή, στο χειμωνιάτικο εκείνο μεσημέρι και μου λέει με την ίδια του φωνή.

— Φεύγω τώρα….

Κ' έφυγε στ' αληθινά πέταξε ήσυχα, ανάερα και πήγε να στολίση την κούρνια του οχτρού μου! Έφυγε ήσυχα, γλυκά, χωρίς να ρίξη κάνε τ' αστροπόβολο απάνου μου, να κάψη το κορμί πριν γνωρίση τα μαύρα τα μελλάμενα.

Δεν πέρασαν δυο μέρες και μούφεραν στο κάρρο τον άντρα μου. Κι ως που να κλάψω κείνον έκλαψα τα ξανθά μας γεννήματα φωτιά πήρε και τάκαψε! Ψόφος έπεσε στα ζωντανά μας. Ο γιος μου αρρώστησε απ' το κακό και τον συγούρεψα στον χρόνο απάνου. Ένα με τ' άλλο σωριάστηκαν τα κακά στο κεφάλι μου, όπως το χιόνι απάνου στο βουνό. Πάει τ' αρχοντικό, πάνε οι χαρές, πάει το βιο μας! Κ' εγώ απόμεινα εγώ κακογεράματη, απελπισμένη, αδύνατη, να κλαίω κουκουβάγια του σπιτιού μου το γκρέμισμα.

Μα γιατί μου είπε — Φεύγω τώρα, εκείνο ; Γιατί να θρονιαστή στου οχτρού μου το σπίτι; Δε μπορώ, δε μπορώ, δε μπορώ να καταλάβω ακόμα…..»

1901.

ΣΤΙΣ ΔΟΞΕΣ

Η Ασημίνα η Αντριώτισσα πριν να μπη δούλα στο σπίτι του Παναγιώτη
Μαχαλά, ηθέλησε να κάμη ορθά — κοφτά τις συμφωνίες της.

«Θα κάνη όλες τις δουλιές, ναι· θ' ακούη τα λόγια της κυρίας της· θα δέχεται τις παραξενιές του κυρίου· θα είνε καθαρή, λιγόλογη και τίμια. Μα… θα βγαίνη στο παράθυρο συχνά, θα βγαίνη και στους δρόμους συχνότερα…

Συχνότερα στους δρόμους; η κυρία Μαχαλά ανησύχησε. Τι την ήθελε λοιπόν; Δούλα θάμπαζε ή κυρά; Άναψε, φουρκίστηκε· έβρισε την Αστυνομία, τους δουλομεσίτες, την εποχή μας. Θυμήθηκε τους παλιούς καιρούς που τα δουλικά στόμα είχαν και μιλιά δεν είχαν· που ευχαριστιώνταν σε ό,τι τους έδινες κ' έλεγαν σπολλάτη. Κ' είπε αποδώ κι ομπρός θα προτιμήση να κάνη τις δουλειές μοναχή της· δεν υποφέρεται!…

Η γριά όμως που συντρόφευε την Ασημίνα, την καταπράυνε. Δεν άξιζε δα να δίνη και μεγάλη προσοχή στα λόγια του κοριτσιού! Δεν ήταν όσο ήθελε να δείξη κακή· ούτε περπάσα, ούτε περίεργη ήταν στ' αληθινά. Μόνον φαντασία είχε. Και για τούτο της άρεσαν οι συμφωνίες. Κάθε υποχρέωση την θεωρούσε μιαν αλυσίδα στο λαιμό της, μια καδένα, όπως την έλεγε. Κ' ήθελε νάχη απ' αυτές όσο μπορούσε λίγες και μετρημένες απάνου της. Αύριο, σου λέει, ξέρω τι γίνεται; Περνάει το βασιλόπουλο, τη βλέπει και της λέει «πάμε!…» Τι θα ειπής τότε του λόγου σου;

Η κυρία Μαχαλά ξέσπασε από το θυμό στα γέλοια.

— Μα τότε λοιπόν είνε παλαβή! είπε.

— Όχι, κυρία· δεν είνε παλαβή· μη φοβάσαι. Έτσ' είνε ο νους της φτιασμένος· στις δόξες πάει. Μα για δουλειά και για σπίτι είνε μάννα! Και — πού είσαι — ούτε θα γυρέψη να βγη όξω. Πάρ' τηνε και θα ιδής.

Η κυρία Μαχαλά δεν πείστηκε τόσο στα λόγια της γριάς όσο στην ανάγκη. Ήταν μικρομάννα, κρατούσε και σπίτι ανοιχτό. Δεν είν' εύκολο να κάνη όσα λέει κανείς απάνου στο θυμό του. Την κράτησε χωρίς όμως και να ησυχάση. Τι άνεμο! Ένα δουλικό που κάνει τέτοιες συμφωνίες, θα ειπή πως είνε για τα πανηγύρια. Ποιος ξέρει τι ξαδερφολόι και κακό θα μπαινοβγαίνη στο σπίτι της! Κ' επειδή η κυρία Μαχαλά δεν τις ήθελε τέτοιες φασαρίες, σκέφτηκε να υπομονέψη ως που νάβρη την καλήτερη. — Άμα την εύρω, δίνω τα παπούτσια στο χέρι της σουρεκλεμές· συλλογίστηκε.

Μα τι παράξενο! Πέρασαν δυο μήνες και ξέχασε την υπομονή της. Όχι την ξέχασε· δεν τη χρειάστηκε καθόλου. Η Ασημίνα απ' όλες τις συμφωνίες της δεν κύτταξε ως τώρα παρά εκείνες που εσύφερναν τ' αφεντικά της. Τις δουλιές, την υπακουή, την πάστρα, τη λιγολογιά. Τις δικές της δεν τις σκέφτηκε καθόλου. Ούτε στο παραθύρι βγήκε, ούτε στους δρόμους. Μόνον την πρώτη Κυριακή ζήτησε να βγη για να συνάξη κάτι πράματά της, λέει. Η κυρία Μαχαλά κούνησε το κεφάλι. Πάει! δε θα την ξαναϊδή. Μα η Ασημίνα γύρισε το βράδυ και νωρίς — νωρίς μάλιστα. Και από τότε δεν το πάτησε τα κατώφλι. Έλα Χριστέ και Παναγιά! Ο κύριος και η κυρία έκαναν το σταυρό τους. Άρχισαν ν' ανυπομονούν. Επί τέλους πότε θα βγη όξω! στο παράθυρο τουλάχιστο πότε θα προβάλη ; Σχεδόν εθύμωναν. Τι έκανε λοιπόν τόσες συμφωνίες;

— Άκουσε, Ασημίνα. Αύριο δε θα σε χρειαστώ· της είπε τ' απομεσήμερο η κυρία της. Εμείς θα λείψουμε όλη την ημέρα. Μπορείς και συ, αν θες, να πας στις φίλες σου.

— Α μπα, κυρία· δεν έχω να πάω πουθενά. δεν έχω φίλες· απάντησε αμέσως εκείνη.

— Σε καλό σου, κορίτσι μου! είπε με ψυχοπόνια η κυρία. Εσύ πριν έρθης μας ζάλισες με το έξω σου. Και τώρα πώς έγινες έτσι; Μην αρρώστησες; μη σου συμβαίνει τίποτε;

— Όχι, κυρία. Μα βλέπεις από τότε άλλαξαν τα πράματα. Ποιόν να ιδώ έξω; τίνος να μιλήσω ; Εδώ κάθουμαι και τα λέω με τον αρρεβωνιαστικό μου.

 — Με τον αρρεβωνιαστικό σου! Πού τον ηύρες τον αρρεβωνιαστικό
εσύ;

 — Πώς πού τον ηύρα; Τάχα δεν τον ξέρεις του λόγου σου; Τον
ξέρεις.

— Εγώ;

— Ναι, του λόγου σου. Μ' αφού τον έχεις μέσ' στη σάλα!

Στη σάλα! Η κυρία Μαχαλά πήγε να ξεφωνήση. Ποτέ δε φανταζότανε πως η Ασημίνα θα τολμούσε να μπάση, τον αρρεβωνιαστικό στη σάλα της. Στην κουζίνα, ναι· μα στη σάλα! Τέτοια αυθάδεια δεν την περίμενε. Την κύτταξε κατάματα και σύνωρα ο νους της σκάλιζε να μαντέψη ποιος ήταν αυτός ο αρρεβωνιαστικός, που τόσο ελεύθερα μπαινόβγαινε σπίτι της. Τόσον καιρό δε θυμότανε κανένα να μιλεί με την Ασημίνα. Ούτε σκαπανέα ούτε πολίτη. Έτρεξε στη σάλα με την απόφαση να γκρεμοτσακίση τον ακάλεστο γαμπρό. Τρομάρα του όποιος κι αν ήτανε! Άνοιξε την πόρτα διάπλατα, χύθηκε μέσα, στα δόντια κρατώντας τις βρισές, μ' εκείνες που θα έλουζε πατόκορφα τον ξένο. Στάθηκε όμως μάρμαρο στη μέση της σάλας. Κανείς δεν ήταν εκεί. Ούτε πίσω από τις κουρτίνες, ούτε πίσω από τις πολυθρόνες, ούτε πίσω από το πιάνο. Και άλλη πόρτα δεν είχε να ειπής άνοιξε κ' έφυγε. Τι έγεινε λοιπόν; Ανελήφτηκε; Έβαλε τις φωνές:

— Ασημίνα!. … Ασημίνα!… Έλα δω, Ασημίνα!… Γρήγορα!…

Η κόρη επρόβαλλε στο θυρόφυλλο τρομασμένη, κυττάζοντας με απορία την κυρία της. Δε μπορούσε να καταλάβη την τόση της αγανάχτηση. Τι την έμελλε τάχα κι αν είχε τον αρρεβωνιαστικό της; Τι την πείραζε κι αν ήταν μέσα στη σάλα; Θα την έτρωγε τη σάλα της; Όχι βέβαια. Θα την στόλιζε. Απ' όλους εκεί μέσα, κανείς δεν άξιζε σαν τον δικό της. Άστραφτε από την ωμορφιά κι από τη ντυμασιά του. Πώς παίζει το ρουμπίνι στο δάχτυλο του κυρίου; — Έτσι παίζουν τα μάτια στο πανώριο πρόσωπο τ' αγαπημένου της. Πώς λάμπει ο χρυσός σταυρός στο λαιμό της κυρίας; — Έτσι λάμπει το χαμόγελο τσα τζιτζιφένια χείλη του καλού της. Βασιλικός στη γλάστρα είνε το κορμί του μέσα στη στολή. Και η στολή του φαρφουρένιο ανθογιάλι μοιάζει μέσα στα πλούσια σωθέματα της σάλας. Κύττα κορμί, κύττα στολή, κύττα δόξα!… Λάμπει στο χρυσάφι και στ' ασήμι ο σπαθάτος της, ο σπιρουνάτος της. Έλα…. έλα!… έλα!…

Η Ασημίνα δεν κρατήθηκε περισσότερο. Ένας ένας οι συλλογισμοί καθρεφτίζονταν στο πρόσωπό της. Και το πρόσωπό της ήταν λαμπρό σύγκαιρα και πονεμένο. Δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, δεν άκουε τίποτα. Ο μαγνήτης ήταν εκεί και το δυστυχισμένο ψίχαλο, έτρεχε να κολλήση απάνω του. Άπλωσε η δούλα τα χέρια σαν σε δέηση, έπειτα χύθηκε όλη στο πιάνο, άρπαξε μια φωτογραφία, την κόλλησε βιαστικά στα χείλη της και χάθηκε από την σάλα.

— Δόξα μου! τιμή μου! κορώνα μου.

Η κυρία Μαχαλά απολιθώθηκε. Ούτε μιλιά έβγαλε ούτε κουνήθηκε. Σπασμός της ήρθε. Μύριοι συλλογισμοί χύθηκαν ανάκατα στο κεφάλι της· κάτι της δάγκωσε την καρδιά. Η φωτογραφία ήταν του Πέτρου Ντάλαρη, του ανθυπολοχαγού· νέου μορφωμένου, συμπαθητικού και γλυκομίλητου. Εγνώριζε την οικογένεια Μαχαλά κάπου δυο χρόνια. Έτυχε να συναντηθούν μια πρωτοχρονιά στο σπίτι της κ. Πουλημένου, γνωρίστηκαν, σχετίστηκαν. Από τότε ο αξιωματικός έγινε του σπιτιού· μπαινόβγαινε σα συγγενής. Αυτός και η κυρία Μαχαλά έγιναν στενοί φίλοι. Τόσο στενοί που δεν άργησε το σούσουρο τριγύρω στ' όνομά τους. Μάλιστα βρέθηκαν καναδυό στενές φίλες που την ρώτησαν στα σοβαρά. Και η κυρία Μαχαλά ρώτησε τότε στα σοβαρά τον εαυτό της: τον αγαπούσε τάχα τον αξιωματικό; Ήταν φιλία ή αίστημα μεταξύ τους; Πέρασαν μήνες από τότε που την έβαλαν σε υποψία οι φίλες της. Συχνά, όταν ήταν μόνη ή και με τον αξιωματικό, έφερνε το καλό ρώτημα στο νου της. Μα ποτέ δε μπόρεσε να λάβη ρητή απάντηση. Ούτε ναι, ούτε όχι. Και τώρα να, αυτήν τη στιγμή, δεν ήξερε τίποτε. Μιαν αγανάχτηση μόνον, μιαν άγρια αγανάχτηση αιστάνθηκε να φεύγη από την καρδιά και να κυριεύη όλο το είνε της. Ακούς εκεί μια παλιομαμούρα!

Κατάχλωμη κι αναμαλλιάρα έτρεξε στο μαγεριό, σαν αφρισμένο κύμα πίσω από το δύστυχο το ναυαγό. Δεν ηύρε την Ασημίνα. Δίπλα ήταν η καμαρούλα που κοιμότανε. Άνοιξε την πόρτα με μια κλωτσιά και στο θέαμα πήγε να τρελλαθή. Η δούλα της πεσμένη προύμυτα, κρατούσε την εικόνα στην αγκαλιά και τη φιλούσε, τη δάγκωνε, την έβρεχε με δάκρυα, και ξεφωνούσε :

— Άστρο μου, φως μου, ζωούλα μου!

Ζήλια άναψε το αίμα της κυρίας Μαχαλά. Όχι φωτογραφία παρά τον ίδιον τον αξιωματικό, είδε ριχμένον στο κρεββάτι. Το συμπαθητικό κεφαλάκι του με το ξανθό μουστάκι και τα γαλανά χαδιάρικα μάτια του, το βεργολυγερό κορμί του τόβλεπε ξαπλωμένο στα πρόστυχα στρωσίδια, παραδομένο στην ερωτική λύσσα της δούλας της, σαν ολόδροσο κρίνο στα δόντια ενός χοίρου. Έβλεπε… αλοίμονο και τι δεν έβλεπε! Έβγαλε μια φωνή κι άρπαξε από τα χέρια της Ασημίνας την εικόνα. Εκείνη τινάχτηκε ολόρθη μ' ένα φυσομάνημα σα λάμια.

— Μη την σκίζετε, κυρία, να ζη ο αφέντης.

Δεν είχε τέτοια σκέψη η κυρία Μαχαλά· μα η Ασημίνα της την έδωκε. Πώς αλλοιώς θα την κάμη να πονέση περισσότερο, να πνιγή στα δάκρυα, να μαραθή από τη λύπη; Εστρηφογύρισε την εικόνα στα χέρια της με κάκια και χαρά, την κομμάτιασε κ' έρριξε τα κομμάτια απάνου της.

— Να, μωρή, φά' τα! είπε.

Κ' έκλεισε την πόρτα πίσω της δυνατά Η Ασημίνα έκατσε στο κρεββάτι κυττάζοντας τα κομμάτια με χαύνες ματιές. Ένα κραχ! αιστάνθηκε μέσα της. Έγινε όλη κίτρινη, μαραμμένη σαν κομμένο λουλούδι. Έλυωνε, έσβυνε το κορμί της λαμπάδα μπροστά στην αγάπη της. Ένα κομμάτι από τη φωτογραφία ήταν στα πόδια της και το πάτησε με τη μύτη του παπουτσιού της. Περίμενε να πονέση το χαρτί, να βγάλη φωνή, να της ειπή «μη!». Όχι· τίποτα. Έν' άλλο κομμάτι είχε πέσει στην ποδιά της. Το πήρε, το κύτταξε καλά — καλά. Είχε το κεφάλι του αξιωματικού, τ' όμορφο, το αγαπημένο κεφαλάκι του, άσπλαχνα κομμένο από το κορμί. Το πέταξε χάμου κ' εκείνο. Πάει, πέθανε, ξεψύχησε ο καλός της! Σηκώθηκε με ορμή, ανακλαδίστηκε, τράβηξε τα μάγουλά της. Έπειτα έσκυψε, μάζωξε τα ρουχαλάκια της ένα δέμα, τα πήρε και τράβηξε να φύγη. Στη σκάλα ο αξιωματικός ανέβαινε δυο — δυο τα σκαλιά, βιαστικός και χαρούμενος.

— Πού πας, Ασημίνα; φεύγεις; τη ρώτησε.

Εκείνη τρόμαξε· πίστεψε πως έβλεπε φάντασμα. Στριμώχτηκε όσο μπόρεσε στον τοίχο για να μη την αγγίξη στο πέρασμά του. Όταν έφτασε στην πόρτα αναστέναξε, σα να κύλισε πέτρα απ' το στήθος της. Εγύρισε και είδε πίσω της στα σκοτεινά της σκάλας. Στο κεφαλόσκαλο σαν προύτζινα αγάλματα φαίνονταν οι κορμοστασιές του αξιωματικού και της κυρίας της.

— Πάω πέρα, στις δόξες! τους φώναξε δυνατά.

Και χάραξε με το χέρι της αόριστη γραμμή πέρα στο χρυσό ηλιοβασίλεμα. 1903.

***

ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΜΕΣΑ

Ο ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ……… σελ. 3

ΠΟΘΟΣ ΚΑΙ ΠΟΝΟΣ…….. « 93
ΤΟ ΚΟΝΙΣΜΑ……….. « 99
ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΤΗΣ « 219
ΣΤΙΣ ΔΟΞΕΣ……….. « 225

***

Έτοιμο για τύπωμα

Ο ΑΡΜΑΤΩΛΟΣ

Ιστορικό μυθιστόρημα του 1750