— Ήρθε· είπε ο δούλος από την πόρτα.
— Ας έμπη!
Ο δούλος σήκωσε το μεταξωτό παραπέτασμα και φάνηκε στην πόρτα ο Θεομίσητος. Προσκύνησε από τη θέση του ταπεινά σαν φτωχοκακόμοιρος. Έκαμε δυο βήματα μέσα· στάθηκε πάλε, ξαναπροσκύνησε ταπεινότερα. Έπειτα σα να τον έσπρωξε κανείς ήρθε γοργά, γονάτισε μπροστά στο σοφά και φίλησε το χέρι του Χαγάνου. Εκείνος ορθοκάθισε αμίλητος και φοβερός. Όλη η περηφάνεια κ' η ξυππασιά της φυλής του ζωγραφήθηκαν στο πρόσωπό του. Η ταπεινοσύνη του Θεομίσητου του άρεσε πολύ.
— Σήκω, Πέτρο· του είπε με χαμόγελο. Εκείνος σηκώθηκε· μα έμεινε ορθός μπροστά του με το κεφάλι σκυμμένο. Ήθελε να δείξη πως δεν τολμούσε να κυττάξη στα μάτια τον αφέντη του.
— Έλα, Πέτρο· κάτσε! του είπε δείχνοντας θέση κοντά του.
Εκείνος τίποτα. Ξαναπροσκύνησε μα δε σάλεψε από τη θέση του. Ο Χαγάνος καταυχαριστημένος τον έπιασε από το χέρι και τον έβαλε κάπως στανικά να καθίση. Έπειτα τον κύτταξε από τα πόδια ως το κεφάλι με περιέργεια. Δεν τον είχε ιδή πολλές φορές από κοντά. Μα κι όσες τον είδε ποτέ δεν τον πρόσεξε. Την περιφρόνηση που έτρεφαν σ' αυτόν οι πρόγονοί του, την έτρεφε κ' εκείνος από παράδοση. Τώρα όμως έβλεπε πως είχε άδικο. Ο Πέτρος δε φαινότανε και τόσο αξιοκαταφρόνητος. Ήταν ένας χωριάτης άξιος και δυνατός. Είχε μέτριο ανάστημα, χοντροπελεκημένο κορμί, στρογγυλό κεφάλι, πλατειές πατούσες. Χοντρές και ξανθοκόκκινες οι παλάμες του, έλεγες πως ήταν βουτημένες στο ριζάρι. Το πρόσωπό του στρωτό με χείλη χοντρά και μύτη πλακουτσή θύμιζε πουρναρόρριζα. Τα μάτια του σαν μικρά και κρύα τα σαλιγκάρια. Καθώς ήταν στα μάλλινα φορέματά του έμοιαζε με σακκί παραγεμισμένο από σάρκες και κόκκαλα. Μα έβγαινε από κείνο το σακκί κάποια ψυχή άπλαστη κι αράθυμη. Όσο τον πρόσεχε ο Χαγάνος τόσο ανησυχούσε. Ο Θεομίσητος ήταν απαράλλαχτος με το χωριάτη που είδε στ' όνειρό του. Μα τι περίεργο! Ανησυχούσε όχι όμως και πολύ· του φαινόταν πως έβλεπε συγγενή του. Ήταν έτοιμος να του σφίξη το χέρι, να τον αγκαλιάση σαν αδερφό. Θυμήθηκε όμως την πράξη του και τον κυρίεψε ο θυμός.
— Δε μου λες, ορέ Πέτρο· είπε κρατώντας τα λόγια στα δόντια του. Τι σούρθε και πάτησες τον τόπο μου ; Με πήρες για πεθαμένον ορέ κ' έτρεξες να με κληρονομήσης ;
— Όχι, αφέντη μου· αποκρίθηκε ο Πέτρος με ξεψυχισμένη φωνή, προσκυνώντας τον πάλε. Εγώ δεν πήγα να σου πατήσω τον τόπο. Δε μ' έφτανε ο δικός μου και πέρασα να σπείρω λιγάκι, να χορτάσουν τα παιδιά μου ψωμί. Ο αφέντης, είπα, έχει τόπο απέραντο· δε θα φτωχύνη με μια λουριδίτσα. Έπειτα, αφέντη μ' και το χτήμα μου δικός σου τόπος δεν είνε; Η καλωσύνη σου μου τόδωκε· μπορείς και να το πάρης πίσω σα θελήσης.
— Ναι, σα θελήσω, ορέ! είπε φουσκώνοντας ο Χαγάνος. Και θα σ' το πάρω πίσω· να το ξέρης πως θα σ' το πάρω! Όχι· δε θα σας αφήσω να μου σηκώσετε κεφάλι. Έτσι κ' εκείνος ο αλαφρόμυαλος ο αρχαιολόγος μου σήκωσε κεφάλι τις προάλλες. Μα εγώ τούσπασα την κούτρα. Του πήρα πίσω κ' εκείνο που είχε. Και δεν του τόδωκα παρά σα θέλησα εγώ… Ίδια θα σ' το κάνω και σένα, ορέ, και ξέρε το. . .
— Εγώ, αφέντη μ', δε σου σήκωσα κεφάλι. Μπορεί το μερμήγκι να τα βάλη με το λιοντάρι; Εκείνος ναι· και καλά τούκαμες. Κ' έπρεπε να μην του το δώκης πίσω · να το πάρης όλο· να τον ρίξης στο γιαλό, να πάη να χαθή· να λείψη μια λέρ' από τον κόσμο!. .. Ψε! έφαγε τα μούτρο του και γνώση δεν έβαλε· ακόμα φωνάζει για τα δίκια του. Μα εγώ, ο δόλιος, δε μίλησα. Ό,τι μου δωκε η μεγαλόδωρη ψυχή σου το πήρα κ' είπα και σπολλάτη. Μα δικό σου είνε πάλε· δικό σου το χτήμα, δικό σου και το κεφάλι μου και τα παιδιά μου. ..
Ήταν φοβερός στην υπόκρισή του ο Πέτρος ο Θεομίσητος. Ήταν ίδιος στα λόγια όπως και στα έργα. Εκείνα που έλεγε για τον αντίπαλο τα πίστευε και τα ποθούσε με όλη του την ψυχή. Οι Χαγάνοι — το είπαμε — ετυράννισαν τη γενιά του Θεομίσητου όπως και τη γενιά του Μορφόπουλου. Καταπάτησαν τον τόπο της, εσκόρπισαν τους ανθρώπους της, αφάνισαν τ' αγαθά της. Μα εκείνη δεν εμίσησε τόσο τον τύραννό της όσο το Μορφόπουλο. Εκείνος την προστάτεψε όσο μπόρεσε και δε μπόρεσε, την ημέρωσε, της έδωκε θρησκεία και νόμους, εκιντύνεψε πολλές φορές για χατήρι της· μα τίποτα. Για πληρωμή απόχτησε το μίσος της. Ούτε οι τάφοι δεν ήταν ικανοί να στομώσουν την οργή της.
Για να φέρνετ' έτσι είχε, βέβαια, το σκοπό της. Του Χαγάνου η ζωή φαινότανε λιγόημερη. Τα παιδιά του δεν ήταν ικανά για να κρατήσουν την κληρονομιά. Θα έμενε φυσικά στον καλήτερο και το δυνατώτερο. Καλήτερος ήταν ο Ευμορφόπουλος και το αναγνώριζε. Μα έλεγε πως ήταν δυνατώτερος ο Πέτρος κ' ήθελε να παλαίψη στήθος με στήθος μαζί του. Αν κατώρθωνε να τον ξετοπίση, το απέραντο χτήμα θα ήταν όλο δικό του. Και για να τα καταφέρη δεν πισωδρομούσε στο τίποτα. Ο Χαγάνος τα γνώριζε και δεν έδινε πίστη στα λόγια του. Μα δεν το φανέρωνε. Του άρεσε να βλέπη να μακελλοκόβωνται μπροστά του κ' έδινε μάλιστα συντρομή στον αδύνατο για ν' αδυνατίζη ο ισχυρός. Ήξερε πως απ' αυτό κρεμότανε η δική του ζωή.
— Καλά, είπε τώρα· καλά τα λόγια που λες μα δε δείχνουν το ίδιο και τα καμώματά σου. Ο Μορφόπουλος ησύχασε τώρα και κυττάει τη δουλειά του. Μα εσύ. ..
— Τη δουλειά του ; τον έκοψε ο Πέτρος τάχα φουρκισμένος. Τη δουλειά του κυττάει; Τι λες αφέντη! Δε ρίχνεις μια ματιά στο χτήμα του να ιδής;
— Το ξέρω· κάνει ανασκαφές.
— Ανασκαφές! κάνει ανασκαφές! Και το λες τόσο ήσυχα! Δε ρωτάς λοιπόν να μάθης γιατί τις κάνει τις ανασκαφές ;
— Να ξεθάψη τα χτίρια των παππούδων του· τι μ' αυτό;
— Και να θαμπώση τον κόσμο· επρόσθεσε βιαστικά ο χωριάτης. Να δείξη μ' εκείνα το σόι του. Κ' έπειτα να ζητήση το δικό του. Οι παλιοί του θέλησαν να διώξουν τους δικούς σου με τα κονίσματα. Όχι στα χέρια τους, στο θαύμα βασίζονταν. Τούτος θέλει να σε διώξη με τσ' αρχαιότητες!
— Αμάν, Χριστιανοί μου, λυπηθήτε με. Να ποιοι ήταν οι Ευμορφόπουλοι κ' εγώ το παιδί τους υποφέρω. Δεν έχω σπίτι να καθίσω, δεν έχω χωράφι· μου τ' άρπαξε όλα ο Χαγάνος. Ο άγριος, ο μοβόρος, ο φονιάς ο Χαγάνος! Κι αν τον ακούσουν οι Χριστιανοί, κι αν τον λυπηθούνε κι αν τον συντρέξουνε, ποιος θα χάση; Εγώ; Όχι βέβαια.
Εκείνος τον άκουε με προσοχή κι όλο άναβε. Κάπως σωστά του φαίνονταν τα επιχειρήματα του Θεομίσητου. Μήπως στον καιρό του πατέρα του δεν έγινε το ίδιο; Έτσι γι αυτές τις αρχαιότητες και για τους προγόνους συνάχτηκαν μερικοί θερμοκέφαλοι, φώναξαν, έκλαψαν κ' έκαμαν τον αγιοχώματο, θέλοντας και μη, να δώση εκείνο το μοιράδι.
— Α, όχι! δε θα ξαναγίνη αυτό! εφώναξε πηδώντας ορθός. Όσο ζω εγώ, δε θα ξαναγίνη· τ' ορκίζουμε!
Έκαμε λίγα βήματα στο δωμάτιο· νευρικά και γοργά βήματα σαν κάποιος από πίσω να του φώναζε: «Τρέχα!» Έπειτα στάθηκε απότομα, γύρισε κατάμπροστα στο Θεομίσητο και με φοβέρα του είπε :
— Τήραξε καλά· σύρε αμέσως να σηκοτραφίσης τον τόπο σου!…
— Μα… ηθέλησε ν' αντιμιλήση εκείνος, κάνοντας το μισοκακόμοιρο.
— Τίποτα· είπε ο Χαγάνος με σοβαρή χερονομία· πήγαινε γρήγορα για να μη μ' ιδής άξαφνα μέσα στο δικό σου.
Και του γύρισε τις πλάτες. Εκείνος κατάλαβε. Όταν ο αφέντης θυμώνη, ο δούλος σκύβει και προσκυνά. Το είχε προπατορικό του αξίωμα. Έβγαλε βαθύ στεναγμό, σύρθηκε ως την πόρτα, σήκωσε το παραπέτασμα κ' έφυγε.
Μα η ανησυχία δεν άφινε ακόμα τον αφέντη. Πήγε πάλε στο παράθυρο και κύτταξε κάτω με πολλή θλίψη. Ο ήλιος βασίλευε στο αντικρυνό διάσελο. Μαύρα σύγνεφα κρέμονταν μπροστά του κ' έρριχαν στο μετόχι μαύρους ίσκιους, σα μεγάλες νυχτερίδες. Ο βραδυνός αέρας ερχόταν από τα χιονισμένα βουνά κρύος. Ανατρίχιασε κ' έκαμε να κλείση το παράθυρο. Μα την ίδια στιγμή αγνάντεψε πέρα δυο ίσκιους. Τους γνώρισε αμέσως. Ήταν η κυρά Πανώρια κι ο γιος της ο Δημητράκης. Ήταν ιδρωμένος κ' είχε τα πόδια πληγωμένα. Στην ίδια κατάσταση βρισκόταν κ' η μάννα του. Η φορεσιά της ήταν καθαρή μα ξεσκλιάρικη. Τα παπούτσια της μισά και τρύπια. Αίμα έτρεχε από τα πόδια της κι από τα μάτια της δάκρυα. Εβάδιζε όμως ορθά και μεγαλόπρεπα δίπλα στο γιο της, σα να ήθελε να δείξη και στη συφορά της την αρχοντιά και την περηφάνεια της.
— Φεύγετε; ακούστηκε αναγελάστρα η φωνή του Θεομίσητου. Ο αρχαιολόγος, βλέπω, σας διώρθωσε.
Η κυρά Πανώρια γύρισε αλλού το κεφάλι της. Αηδίαζε και να τον βλέπη. Όχι τόσο για την αμάχη που είχε στη φαμελιά της όσο για την ταπεινή σειριά του τον συχαινότανε. Της άρεσε κ' εκείνης να μεγαλοπιάνεται. Να σκλαβωθή από έναν περήφανο πολεμιστή το είχε για παίνια της. Μα να κακοπάθη το ελάχιστο από έναν τιποτένιο, δεν το χώνευε. Ο Δημητράκης όμως δεν έκαμε το ίδιο. Στάθηκε και σταύρωσε τα μάτια του με τα μάτια του εχτρού του σα να ήθελε να τον βαλαντώση.
— Ναι· του είπε με σοβαρή και άτρεμη φωνή· φεύγουμε· μα θα ξαναρθούμε· θα ξαναρθούμε και τότε …
Κ' έδειξε το γρόθο του στο Θεομίσητο.
— Χα! χα! χα!… αποκρίθηκε με περιφρονητικό χασκογέλασμα
εκείνος.
— Διαολοσπορές! είπε ο Χαγάνος, σφαλώντας με θυμό το παραθύρι
του.
Το σπιτάκι της Ελπίδας ήταν ψηλά στο κορφοβούνι. Καθώς ήταν μικρό και χορταριασμένο έμοιαζε με Βυζαντινό ερημοκκλήσι. Πότε τα σύγνεφα το τύλιγαν στις μελαψές τουλούπες τους, πότε ο ήλιος στα χρυσά του δίχτυα. Εκεί βροντοκυλούσανε τ' αστραποπέλεκα, ροβόλαγαν τα νερά, απολύονταν οι σιφούνοι, έδερναν και λάμπαζαν απ' άκρη σ' άκρη τον τόπο. Μα εκεί ψηλά λούζονταν και χόρευαν οι Νεράιδες· κλώθανε οι Μοίρες τη ζωή του ανθρώπου· μάντριζε ο Αράπης τα τάλλαρά του με το σιδερένιο τοπούζι του. Εκεί λημέριαζαν οι αντρειωμένοι, ρίχνανε το λιθάρι, πάλευαν για την Πεντάμορφη και της Κάτω γης ο γιος ανέβαινε να χαροκοπήση. Ό,τι πης πράμα — θάμα εκεί πάνου ήτανε.
Το σπιτάκι βρέθηκε χτισμένο στο σύνορο. Έσμιγε και χώριζε το μετόχι του Ευμορφόπουλου από το μετόχι του Χαγάνου. Η αυλή του έπαιρνε κι από τους δυο. Τα περιστέρια και τα ορνίθια, τα ζώα μικρά μεγάλα, πέρναγαν από τόνα στ' άλλο δίχως ξεσυνέριση· πίνανε το νερό τους, σήκωναν το χώμα τους, έτρωγαν το χορτάρι και τους καρπούς ανεμπόδιστα. Οι μέλισσες τρυγούσαν τον ανθό πότε αποδώ και πότε αποκεί, με την ίδια ευχαρίστηση. Έτσι το ηύραν από μιας αρχής, πριν να γίνη ο Ευμορφόπουλος χτηματίας. Μα όπως τότε και τώρα σήκωναν τα περισσότερα από το Χαγάνο. Γιατί ο Αριστόδημος όπως την Ελπίδα μάχονταν και τα ζωντανά της. Ενώ από φυσικό του ήταν ανοιχτοχέρης και δε χάλαε την καρδιά κανενός, για την Ελπίδα γινότανε καρμίρης. Οι ξένοι μπορούσαν ν' απολάνε τ' άλογά τους, να κόβουν ξύλα, να συνάζουν φυντάνια, να ξερριζώνουν δεντρικά, να κόβουν πωρικά ό,τι ώρα ήθελαν. Ξέφραγο ήταν το χτήμα κι αράδιαζαν οι στρατοκόποι μερόνυχτα. Εκείνος τους έβλεπε και δεν έδινε πεντάρα.
— Ας πάρη ο κοσμάκης, έλεγε στη μάννα του που του παραπονιόταν βρίσκει και παίρνει. Γιατί ο Θεός έκαμε τους πλούσιους, παρά για να κυβερνιώνται οι φτωχοί;
Μα σαν έβλεπε κανένα ζωντανό της Ελπίδας φρένιαζε από το κακό του. Φώναζε τους αγροφυλάκους να πάρουνε τους γκράδες· ήθελε να τα ξεκάμη για να γλυτώση από δαύτα.
— Τι; μισακό τον έχουμε τον τόπο! συχνόλεγε με θυμό. Της το είπα χίλιες φορές· όποιος θέλει θρεφτάρια ν' αγοράση και κουμάσι· δεν τόχω σκοπό ν' αναθρέψω εγώ τα μπαστάρδικα.
Για να τα ξεκόψη σοφίστηκε χίλια δυο κακά. Το κεφαλάρι που έβγαινε έρριζα στο σπιτάκι, έβαλε και τόχτισαν με ξερολιθιά. Το νερό χυνότανε κάτω στο δικό του χτήμα, πότιζε τα δικά του δεντρικά και τώρα εκιντύνευαν να ξεραθούν. Μα δεν τον έμελλε. Προτιμούσε να τα χάση, παρά να χαρίση στάλα στα ζωντανά της Ελπίδας. Τις κουμαριές που σκέπαζαν την πλαγιά κ' έκαναν οι μέλισσες το θαυμάσιο μέλι τους τις έκαψε. Τις μυρτιές που γλύκαιναν τα περιστέρια έβαλε και τις ξερρίζωσαν. Το ίδιο έκαμε και σε κάτι πεύκα που είχαν τα πουλάκια για κούρνια τους. Εκείνα πήρανε τόσο φόβο μαζί του που αρατίζονταν μόλις άκουαν τη φωνή του. Μα θες από πείσμα θες από αγάπη, δε μπορούσαν να ξεκόψουν κι ολότελα. Πήγαιναν να ζητήσουν τροφή και πόση στον τόπο του Χαγάνου· τα λαλήματα όμως και τα παιγνίδια τους τα είχανε για τον Αριστόδημο. Ποτέ κόττα δεν ξενόμισε· ποτέ μελίσσι δεν πήγε να στήση αλλού το κουβέλι του. Ένας μάλιστα κόκκορας προχωρούσε άφοβα ως το σπίτι. Ήταν ο μεγαλείτερος κι ο ωμορφότερος κόκκορας της γειτονιάς, με πούπουλα χρυσοκόκκινα σαν κουμαρίσα φωτιά. Πήγαινε και βάτευε τις κόττες του, έμπαζε τα κλωσσοπούλια στα φτερά της μάννας τους και βίγλιζε τον πετρίτη που τριγυρόφερνε ψηλά για ν' αρπάξη κανένα. Και το χάραμα ανέβαινε στη στέγη κ' έκραζε — Κουκουρίκου! σα νάλεγε στον Αριστόδημο το «φύλακες γρηγορείτε! …»
Το χαμώγειο ήταν χωρισμένο με καλάμι. Στο ένα χώρισμα καθόταν η Ελπίδα μονάχη της· στο άλλο ζούσε ο Μαλαματένιος με τη γριά του. Απόξω ήταν το μαγεριό δίπλα ένα κελλάρι για τ' αποδοσίδια της γης και για τα ύπεργα. Τι αποδοσίδια και τι ύπεργα θα ειπής; Ξινάρια και λισγάρια, ένα πατητήρι και μια κάδη ψηλή και στρογγυλή σαν καλοθρεμμένος γούμενος. Πέντε βαρέλια στη γραμμή μεγάλα και δυνατά, σίγουρα καθισμένα στα σκαριά σαν παντουβάνες κόττες στ' αυγά τους. Εκείνες καρκαρίζουν για να βγάλουν τα πουλιά τους. Τα βαρέλια της Ελπίδας σιγοβράζουνε το μούστο που εμπιστεύθηκε στους κόρφους τους. Μαθαίνουν στο κρασί τα λόγια και τους σκοπούς που θα βάλη αργά — γλήγορα στο χείλη των γλεντζέδων. Εκεί ψηλά που την ξόρισε η απονιά του Χαγάνου κ' η περιφρόνηση του Ευμορφόπουλου, τίποτ' άλλο δε φυτρώνει από το κλήμα. Φύτρωσε απομοναχό του κ' η Ελπίδα με τους Μαλαματένιους το καλλιέργησαν. Ένα κλήμα ήταν και τώρα δασοφύτρωσε. Κάνει σταφύλι ραζακί και το κρασί μοσκάτο. Ποιος βλέπει το ρουμπίνι του και δε θαμπώνεται; Ποιος το βάνει στα χείλη και δεν ανασταίνεται; Μα τήρα τι οργή Θεού! Το κρασί λίγοι το ξέρουν στο χωριό κι ακόμα λιγώτεροι το πίνουν. Αν ήταν ξύδι θ' ανέβαιναν να το πιουν και ν' ακριβοπληρώσουν. Για τούτο, τίποτα. Η Ελπίδα το τρυγά, το ρίχνει στα βαρέλια της και προσμένει ολοχρονικής τους γλεντζέδες. Μα δεν έρχεται κανείς. Και σαν πλακώση ο άλλος τρύγος ανοίγει τα βαρέλια και ποτίζει τη γη με δαύτο.
— Χόρτασε γη μου, της λέει λυπημένα· από να το πιουν ανάξια στόματα, καλήτερα εσύ να το πάρης στα σπλάχνα σου.
Ο γέρο Μαλαματένιος μηχανεύεται χίλια δυο πράματα. Κόβει ξύλα και τα πουλεί στα σπίτια· κόβει έλατα και φτιάνει κλειδοπίνακα, βαρελάκια, τσότρες, ξυλοκάνατα. Κόβει στο ρέμμα λυγαριές και πλέκει κανίστρες και κοφίνια για τον τρύγο. Κεντά αγκλίτσες για τους τσελιγκάδες, μπαστούνια για τους προεστούς, δεκανίκια για τις γριές, φλογέρες για τους πιστικούς και για τα βοσκαρούδια σουραύλια. Άμα συνάξη αρκετά, φορτώνει το γαϊδουράκι του και πηγαίνει κάτου στο χωριό να τα ξεκάμη. Έχει μια ωρισμένη θέση στο παζάρι κ' εκεί ξεφορτώνει. Τ' απλώνει απάνου στην πλάκα κι αρχίζει το διαλάλημα. Δε διαλαλή με φωνές παρά με το σουραύλι του. Τ' αρμόζει καλά στα χείλη του κι αρχίζει να στέλνη περαδώθε τους ηχούς. Οι χωριάτες ξαφνίζονται· αφίνουν αμέσως τα παζάρια τους και το τριγυρίζουν, σαν πουλάκια στο κράξιμο της νοικοκυράς. Εκείνος λαλεί· λαλεί και τους χύνει στα στήθη καημούς γνώριμους μα ξεχασμένους· χαρές αφάνταστες, πόνους και τρόπους κοιμισμένους, ρυθμούς αμολόγητους. Άξαφνα η ψυχή τους ξυπνάει ποθοπλάνταχτη σαν την κοιμάμενη βασιλοπούλα. Τα ξυλένια εργόχερα γίνονται ζηλευτά στολίδια στα μάτια τους. Τα κεντίδια τους αναδεύουν, μιλούνε, δένουν σα μάγια την ψυχή τους. Και σε μια στιγμή αδειάζουν τις σακούλες τους στην πλάκα και παίρνουν από κείνα, περήφανοι και κάπως λυπημένοι που δε μπορούν ν' αγοράσουν περισσότερα.
Έτσι πέρασαν τη ζωή τους ο γέρο Μαλαματένιος κ' η γυναίκα του. Δούλευαν το κλήμα, δούλευαν και τα εργόχερα. Μα δούλευαν μονάχα· ήταν τα χέρια τα καλά και τα χρήσιμα και τίποτ' άλλο. Η τέχνη που τάκανε τόσο ποθητά ήταν η ψυχή της Ελπίδας. Εκείνη τα σχεδίαζε, τα στάφνιζε, τους έδινε τη χάρη και το ρυθμό. Σε τίποτα δεν καταπιανόταν το γέρικο αντρόγυνο χωρίς το θέλημα της κόρης. Και όμως τώρα που τους πλάκωσαν τα χρόνια αρχίσανε κ' οι δυο τους τις αναποδιές. Βλέπουν την Ελπίδα που μεγαλώνει και ανησυχούν για το μέλλον της.
— Γούρμασε το κορίτσι, γριά! γούρμασε το κορίτσι και δε μαζώνεται! της λέει σήμερα ο γέρος εκεί που δούλευαν στον προσηλιακό.
— Σώπα, καϋμένε γέρο! πάψε πια τις μουρμούρες σου και δε βαστώ· του είπε η γριά φουρκισμένη. Τι το θέλεις μαθές· ολημέρα να κάθεται κοντά μας σαν τη γάτα στη γωνιά!
— Αλήθεια, μωρέ γυναίκα, γωνιά· και τι γωνιά; γύφτικη π' ανάθεμα τη! είπε ο γέρος στενάζοντας. Μα για τούτο, διάολε, σου λέω και γω πως γούρμασε το κορίτσι· επρόσθεσε αμέσως με μαλακό θυμό.
— Κι αν γούρμασε και τι; καιρός του δεν είνε;
— Καιρός του· ποιος λέει όχι. Εσύ στα χρόνια του τάτρωγες τα ξυνόμηλα με το καλάθι.
— Ουφ, ανάλατε! δε μαζώνεις, λέω, τη βρωμόγλωσσά σου.
— Τώρα, βέβαια, βρωμόγλωσσα. Μα ήταν μια φορά νόστιμη και ξέρω
ένα κορίτσι που τη λιμπίζονταν.
— Ου, πράμα που ήθελα λιμπιστώ! Πως με γέλασες μοναχά και
μπερδεύτηκα μαζί σου χωρίς να το καταλάβω.
— Σε γέλασα ή με γέλασες ; Εσύ, μωρέ, φαρομανούσες από μικρή. Δεν
είσουνα δέκα χρονών και γύρευες άντρα.
— Καλάκαμα! έτσ' ήθελα! είπε πεισμωμένη η γριά. Μην ήθελες να
είμουνα σαν εσένα τον αχμάκη;
— Αχμάκης — ξαχμάκης, δούλεψα όσο μπόρεσα.
— Δούλεψες — δε δούλεψες; πούνε το λοιπόν η σοδειά σου; Α δε μούστελνε ο Θεός το κορίτσι, θα καθόμουν ολομόναχη σαν κουρούνα να κλαίω την ερμιά μου!
— Έχεις άδικο, γριά· μα τον Ύψιστο έχεις άδικο να με μαλώνης. Τι φταίω 'γω σ' αυτό;
— Τι, εγώ φταίω;
— Όχι, δεν είπα τέτοιο πράμα· είπε ο γέρος, χαμογελώντας με το θυμό της. Ούτε συ φταις ούτε γω. Έτσι θέλησε ο Θεός κ' έτσι έγινε. Πώς μπορούμε μεις ν' αλλάξουμε τα θελήματά Του.
— Σωστά …
— Να ξέρης, μωρέ γυναίκα, που ο Θεός βλέπει μακρύτερ' από μας· είπε ο γέρος αφίνοντας κάτω το πελέκι του. Άφηκε τόπο εύκαιρο για την Ελπίδα. Αν είχαμε κ' εμείς παιδιά, τι θα γινότανε το βρέφος. Αί ; όχι, σου λέει, πολλά. Ένα και καλό.
— Καλό και χρυσό, μάτια μου, αλήθεια· καλό και χρυσό, προσκυνώ τη Χάρη του! είπε η γριά κάνοντας το σταυρό της. Από την ώρα που μας τόστειλε ο Χαγάνος, στην καρδιά μου τόβαλα.
— Μα είνε να το ιδή κανείς και να μην τ' αγαπήση; είπε κι ο γέρος με λαμποκόπημα των ματιών. Από μικρό γλύκα έσταζε το σιχαμένο. Και τώρα που μεγάλωσε — ωχ θεούλη μου! — δεν έχει ταίρι στον κόσμο — δεν έχει! … Και να συλλογιέται κανείς πως θα μείνη απροστάτευτη! έρμη κι απροστάτευτη! πρόσθεσε κουνώντας με θλίψη το κεφάλι του.
— Σώπα, καϋμένε γέρο· σώπα και δεν ήρθε ακόμα η ώρα μας.
— Δεν ήρθε; τι λες μωρή γριά! πλάκωσε δε λες. Να, έτσι μας φέρνει γυροβολιά, σαν τον ψαρά με την απόχη του. Δε βλέπεις που δε μπορώ να σηκώσω την αξίνα.
— Έτσι το λες πάσα χρόνο· μα το σκάψαμε και φέτο τ' αμπελάκι μας.
— Το σκάψαμε μα ποιος θαν το τρύγηση; Σήμερα — γι άκουσε να ιδής — Κατά πως βάρεσα την αξίνα πιάστηκε για καλά. Ρίζα ηύρε, λιθάρι, δεν ξέρω· μα πιάστηκε. Κάνω να την τραβήξω, δίνω — δίνω· ναι! «Έλα δω» με τράβαγε. Θυμώνω· μα θυμώνει κ' εκείνη. Τραβάω γω, τραβάει κ' εκείνη. Τέλος μου δίνει μια και με ξαπλώνει τ' ανάσκελα στο κουτρούλι. Κ' έκαμα ώρα για να σηκωθώ από κει!… Τι μου λες τώρα του λόγου σου;
— Ε! δε λέω πως είμαστε στα νιάτα μας· είπε η γριά χασκογελώντας για το πάθημα του γέρου. Μα όχι πως μας πλάκωσε κι ο Χάρος.
— Μωρέ σαν έρθη, καλώς νάρθη· θαρρείς πως τον φοβάμαι; Τι θ' απογίνη το κορίτσι συλλογέμαι. Βλέπεις, ο Χαγάνος ούτε ρωτάει πια για δαύτη. Τις προάλλες που πήγα ναν του μιλήσω, μου γύρισε τις πλάτες. — Να πας στο Μορφόπουλο, μου λέει· αίμα δικό του είναι· δεν είναι δικό μου …»
— Και καλά λέει. Τ' έχει να κάμη ο Χαγάνος στο κορίτσι μας;
— Το ξέρω που δεν έχει να κάμη. Μα βλέπεις κ' οι Μορφόπουλοι την αρνιούνται. Όχι την αρνιούνται, μα τη μισάνε κι όλα. Από τότε που πήρανε το χτήμα δε θέλουν να την ξέρουν.
— Που να μην έσωνε να το πάρουν! είπε πεισμωμένη η γριά. Ψήλωσε, βλέπεις, η μύτη τους.
— Έλα ντε! και να ξέρη κανείς πως δεν είναι κορακοζώητος.
— Μη ζαλίζεσαι, πατέρα, μη ζαλίζεσαι· ακούστηκε από μέσα δροσερή φωνή.
Οι γέροι αναγάλλιασαν και σήκωσαν τα μάτια τους στην πόρτα, όπως το λιοτρόπι στο ήλιο. Η Ελπίδα κρατώντας ένα κέντημα στο χέρι, έστεκε στο κατώφλι και τους κύτταζε με χαμόγελο.
— Γιατί, πατέρα, κάθεσαι και ζαλίζεσαι για μένα· είπε στο
Μαλαματένιο. Ας τους Μορφόπουλους να κάνουν τα κέφια τους.
— Λέει την αλήθεια του Θεού, κόρη μου! είπε η γριά· τι τους
έκαμες και σε μάχουνται τόσο ; Τα μάτια τους έβγαλες, μαθές!
— Καλά δε θέλουν να σε ξέρουν πρόσθεσε ο γέρος. Μα να σε βρίζουν
κι όλα!
— Κι αν βρίζουν και τι; Οι βρισές απάνω τους γυρίζουν κ' έγνοια σας. Δείχνεται η ξυππασιά κ' η αμυαλιά τους. Εγώ δεν έχω την ανάγκη τους. Όχι οι Μορφόπουλοι, μα κι όλος ο κόσμος να μου ριχτή, τίποτα δεν παθαίνω και μη φοβάστε.
— Τώρα καλά, κόρη μου· είπε ο γέρος στενάζοντας. Μα αύριο που θα φύγουμε μεις, πως θα ζήσης μοναχή σου;
— Θα ζήσω κ' έγνοια σας. Εγώ — να το ξέρτε — δε γεννήθηκα για να πεθάνω εύκολα… Μα τι κάθουμαι και σας ψέλνω· επρόσθεσε σκάζοντας τα γέλοια. Κ' εσείς θα ζήστε· θα ζήσουμε μαζί ακόμα για πολύ· αργεί η ώρα σας.
Οι γέροι κούνησαν μονόγνωμοι το κεφάλι σα να έλεγαν: «από το στόμα σου και στου θεού τ' αυτί». Εκείνη την ώρα ακούστηκαν έξω αλυχτήματα και βαρειά πατήματα, σαν κάποιος να πλησίαζε στο σπιτάκι. Ο Μαλαματένιος έκαμε να σηκωθή από τη θέση του· μα τον πρόλαβε η Ελπίδα. Μ' ένα αντροπήδημα τινάχτηκε όξω κ' έβαλε ολόχαρες φωνές :
— Μπα, καλώς τους! καλώς ήρθατε. Για τούτο λοιπόν σπάρναε σήμερα
το μάτι μου;
— Καλώς κοπιάζετε στο φτωχικό μας· είπε κι ο Μαλαματένιος,
βγάζοντας το φέσι του· καλορροίζικο το κίνημά σας.
Και τρέχοντας σα ζάρκαδος στο μαγεριό φώναξε:
— Γριά! έβγα να ιδής το θάμα, γριά! Η κυρά Πανώρια έφτασε, ο
Δημητράκης! έβγα να ιδής· οι Μορφόπουλοι στο φτωχικό μας!…
— Θε μου και Κύργε μου! αλήθεια; είπε η γριά, κάνοντας το σταυρό
της.
— Αλήθεια! και ρωτάς ακόμα, μωρή κατσίκα; δεν ανοίς τα στραβά σου
να ιδής; είπε δίνοντας της μια τσιμπιά στο μηρί.
— Ωχ! έκαμε κείνη σαλτάροντας από τον πόνο. Μπα που να σου κοπή το χέρι! είπε φουρκισμένη· λωλάθηκες, λέω, και δεν ξέρεις τι κάνεις.
— Λωλάθηκα, μουρλάθηκα, παλάβωσα, ό,τι θες πες· είπε ο γέρος μακραίνοντας από κοντά της. Μα ψηλά τα χέρια σου! ψηλά τα χέρια σου κ' είνε ντροπής!
— Για σένα δεν ήταν ντροπής! είπε η γριά αρπάζοντας ξαφνικά το
μπράτσο του.
— Ωχ! έκαμε ο γέρος, πιάνοντας το μέλος του με μορφασμό. Ε!
είμαστε πάτσι τώρα· πάτσι κι απαγάι δε λέω καλά;
— Και να συλλογιστώ πως δυο λεφτά πριν τους κακογλωσσίζαμε.
— Σουτ! σκασμός μη σ' ακούσουνε! Το κεφάλι μου βάνω πως κάτι καλό
θα βγάλη το κίνημα τους. Ήμαρτον, Θε μου, μη μας συνεριστής.
Κλαίγανε κ' οι δυο τους από χαρά. Μα στην ίδια θέση βρισκότανε κ' η Ελπίδα.
— Το ήξερα πως θα σας ιδώ μια μέρα στο φτωχικό μου· έλεγε
φιλώντας το χέρι της κυρά Πανώριας.
— Να καθίσω, κόρη μου· είπε κείνη ακκουμπώντας απάνου της.
— Ναι· είπε ο Δημητράκης. Είμαστε πολύ κουρασμένοι κ' οι δυο. Ο ανήφορος μας αφάνισε.
— Δεν είνε και λίγος! δεν είνε και λίγος, ανάθεμά τονε! είπε ο Μαλαματένιος, τριγυροφέρνοντας σα να τάχε χαμένα. Μα εδώ έγνοια σας, θα καλοπεράσετε. Και γυρίζοντας στη γριά. Κουνήσου ντε! της φώναξε· πριν μώκανες τη νια· δείξε μας το λοιπόν τα νιάτα σου. Γλήγορα φωτιά, στρώματα, ρούχα! Σφάξε και την κόττα τη λαθουράτη και ρίχτηνε στην κατσαρόλα.
— Μα είσαι μούσκεμα, Κυρά! είπε η Ελπίδα, πιάνοντας τα ρούχα της
κυρά Πανώριας. Βραχήκατε στο δρόμο;
— Ναι, μας έπιασε βροχή· μα δεν είνε τίποτα, είπε ο Δημητράκης·
τώρα που φτάσαμ' εδώ όλα θα περάσουν δεν είν' αλήθεια, μάννα;
— Ναι, παιδί μου' εψιθύρισε κείνη χαμογελώντας.
Μπήκανε στο δωμάτιο κ' η γερόντισσα παραδόθηκε στη φροντίδα της κόρης. Αλήθεια ήταν πολύ κουρασμένη. Η θλίψη με την κούραση μάλωναν στο πρόσωπό της και τόκαναν αυστηρό και συμπαθητικό. Κάθισε στον καναπέ, ακκούμπησε στο χέρι το κεφάλι της και κύτταξε γύρω τα σωθέματα μ' ευχάριστο ξάφνισμα. Αντίκρυ το κρεββάτι ασπροντυμένο έμοιαζε μ' ανθισμένο αγιόκλημα. Σε μιαν άκρη ήταν στημένος αργαλειός με μισοϋφασμένο παννί και δίπλα η ανέμη έτοιμη να μασουρίση χρυσόγνεμα. Στον τοίχο κρεμόταν το δοξάρι και μια κιθάρα. Το δοξάρι για το βαμπάκι της — βαμπάκι για φορεσιές κ' η κιθάρα για το τραγούδι — τραγούδι για καϋμούς, για πόθους και για έρωτες. Τους άλλους τοίχους τους στολίζανε ζωγραφιές παλιές μα ολοζώντανες, σα να έφυγε τώρα το κοντύλι από πάνω τους. Η μια έδειχνε την Αρετούσα στη φυλακή να βρέχη με τα δάκρυά της το δαχτυλίδι του Ρωτόκριτου. Στην άλλη παράδερνε η Αροδαφνούσα στον πύρινο θυμό της Ρήγισσας κι ο Ρήγας παραπέρα ξάμωνε το σπαθί του να πετσοκόψη τη ζηλιάρα. Η Βοσκοπούλα σ' άλλη ψυχομαχούσε μέσα στο ανθοσπαρμένο σπήλιο της, αναζητώντας τον άγνωστο βοσκό. Και σ' άλλες ζωγραφίζονταν άλλα μαρτύρια, τρυφερά ειδύλλια με θλιμμένο τέλος, σα να ήταν το δωμάτιο ναός κάποιου τρομερού θεού. Ο άσβυστος Πόθος κ' η Ζήλια η ωχροπράσινη μαζί με την Απάτη και τη μαύρη Καταφρόνια, σκόρπιζαν τα θύματά τους σαν κομμένα κρίνα εδώ κ' εκεί. Κ' ήταν τα θύματα γλυκές παρθένες και ζηλεμένοι νιοι, κ' ήταν το πάθημά τους πεταλούδας πάθημα. Εκείνη κύτταζε τις ζωγραφιές και η λύπη πλάκωνε το μέτωπό της. Η Ελπίδα ορθή μπροστά της χτένιζε τ' αργυρά μαλλιά και τη χαμόβλεπε χωρίς να τολμάη να της χαλάση τους στοχασμούς.
Έπειτα θέλησε ν' αλλάξη τα βρεμένα ρούχα της. Άνοιξε το τοιχαρμάρι κ' έβγαλε από μέσα χιονάτα ασπρόρρουχα. Μια δυνατή μυρουδιά λεβάντας σμιγμένης με αμάραντο αναδύθηκε και γέμισε το δωμάτιο σα ν' άναψε θυμιατήρι. Η κυρά Πανώρια ένοιωσε τη μυρουδιά και χαμογέλασε. Η Ελπίδα σάστισε· νόμισε πως χαμογέλασε για τα φτωχικά τ' ασπρόρρουχά της.
— Τι να κάμω, Κυρά μου ; είπε κατακόκκινη σαν τριαντάφυλλο. Το ξέρω πως δεν πρέπουν στο κορμί σου τ' ασπρόρρουχά μου· μα δεν έχω άλλα. Να τόξερα πως θα τα φέρη ο θεός τόσο γρήγορα να σε ντύσω 'γώ, θα σου ύφαινα παννί απ' του ήλιου τη χάρη. Μα δεν τόλπιζα και θα σε προστυχοντύσω.
— Δεν πειράζει, κόρη μου· δεν πειράζει· είπε η γερόντισσα με
καλοκάγαθη φωνή· το ντύμα δεν τιμάει τον άνθρωπο.
— Ο άνθρωπος τιμάει το ντύμα· το ξέρω. Και τα φτωχόρρουχα τα δικά
μου θα γίνουν στο κορμί σου πουκάμισο της Παναγιάς.
Βοηθούσε την κυρά Πανώρια στο άλλαγμα και τα χέρια της έτρεμαν από τη συγκίνηση. Τα μάτια της έβλεπαν για πρώτη φορά το καλοπλασμένο κορμί με το αχνό σαν ελεφαντοκόκκαλο δέρμα του. Ο κρουσταλλένιος λαιμός με τις γαλάζιες φλέβες του, τα μεστωμένα στήθη κ' οι στρογγυλοί λαγόνες της, έφερναν στο νου της ίδια τη Φύση με τους πύρινους χυμούς της. Άθελα η Ελπίδα θυμήθηκε τον Αριστόδημο κ' η μελαγχολία σαν κύμα νεκροθάλασσας πλάκωσε την ψυχή της. «Τι κατάρα έπεσε ξαφνικά στο σπίτι της! σκέφτηκε. Η μήτρα η καμωμένη από του θεού το χέρι για να γεννά θεόκορμα και δυνατά παιδιά, γιατί τάχα κατάντησε να γεννά ξεθεώματα;»
— Αχ, Κυρά μου, τι κακό είνε τούτο! τι κακό! είπε αρχίζοντας τα
δάκρυα.
— Τ' είνε, κόρη μου; την ρώτησε η γερόντισσα ξαφνισμένη από το
θρήνο της.
Η Ελπίδα συνήρθε αμέσως και μάσησε τα λόγια της. Δεν ήθελε να ειπή το στοχασμό της και να την λυπήση περισσότερο.
— Τα πόδια σου, Κυρά μου, τα πόδια σου είνε καταματωμένα! είπε μ' αναφυλλητό. Ποιος τόλπιζε τέτοιο κακό στου Μορφόπουλου τη γυναίκα! ποιος τόλπιζε!..
Έπεσε στα γόνατα, άρχισε να φιλή και να λούζη με δάκρυα τα πόδια της, να βγάνη ένα ένα τ' αγκάθια. Σε κάθε στεναγμό της γριάς τρόμαζε κ' ήταν έτοιμη να λιγοθυμήση.
— Κρυώνω, κόρη μου· είπε σιγά η κυρά Πανώρια, μαζώνοντας τις πλάτες της.
— Δεν πέφτεις, Κυρά μου, στο κρεββάτι; είπε η Ελπίδα φοβισμένη και παρακαλεστική. Δε θα ήταν άσκημα να πέσης λίγο να ζεστοκοπηθής.
Εκείνη θέλησε ν' αρνηθή. Α μπα! δεν ήταν τίποτα· ανατριχίλα ήταν, θα περάση. Δεν ήταν δα και τόσο γριά να πέφτη με το παραμικρό στο κρεββάτι! Μα το ρίγος σέρνονταν σα φίδι παγωμένο στο κορμί της. Οι σαγονιές της χτυπούσαν άναψαν τα μάγουλά της. Δέχτηκε τέλος να πέση στο κρεββάτι. Η Ελπίδα πήρε μια μάλλινη αντρωμίδα και τη σκέπασε καλά.
— Έτσι θα ζεσταθής, Κυρά· της είπε σα να μιλούσε σε χαδιάρικο παιδί. Ο ύπνος θα σου δώση δύναμη.
— Έχε την ευκή μου, κόρη μου· εψιθύρισε η κυρά Πανώρια.
Η Ελπίδα ίσαξε καλά το σκέπασμα, πήρε το κέντημά της και βγήκε τραβώντας πίσω της την πόρτα.
— Πού είνε ο Δημητράκης ; ρώτησε το γέρο Μαλαματένιο.
— Όξω γυρίζει. Πηδάει και χορεύει σα μικρό παιδί.
Αλήθεια ο Δημητράκης ήταν διαφορετικά από τη μάννα του· ούτε θλίψη ένοιωθε ούτε κούραση. Το να φύγη μακρυά από τον Αριστόδημο του φαινόταν σωτηρία. Όχι πως δεν τον λύπησε η καταστροφή που έκαμε ο αδερφός του στο χτήμα. Την επρόβλεπε όμως και παρακαλούσε νάρθη μια ώρ' αρχήτερα. Όσο γρηγορώτερα η καταστροφή, τόσο γρηγορώτερα έλπιζε και την ανόρθωση. Τη νέα ζωή της γενιάς του τη χώριζε σε δυο εποχές κ' έλεγε να φύγη η πρώτη για νάρθη η δεύτερη. Για τούτο μόλις τον είδε να βγαίνη από τα σύνορα της λογικής τον παραίτησε. Τυχερό που η κυρά Πανώρια ήταν σύμφωνη. Κίνησαν κ' οι δυο χωρίς να ειπή ο ένας στον άλλον καταπού θα πάνε. Πήρανε τον ίδιο δρόμο σα να τον είχανε προμελετημένο. Φτάσανε στο σπίτι της Ελπίδας με αγώνα και κόπο, μα φτάσανε. Γύριζε τώρα στ' αμπέλι της σα νοικοκύρης. Ήθελε κάτι να κάμη, από κάτι να καταπιαστή για να δοκιμάση τη δύναμή του. Άξαφνα είδε την αξίνα του Μαλαματένιου σ' ένα κουτρούλι και την άδραξε στα χέρια. Έδωκε μια κι αναποδογύρισε ένα κομμάτι χώμα ίσαμε δέκα πλίθες. Έπειτα άρχισε να σκάφτη βιαστικά, σηκώνοντας και κατεβάζοντας την αξίνα με πείσμα, λες κ' ήταν εχτρός του η γη κ' ήθελε να την τελέψη.
— Μπα μπα σε καλό σου! ακούστηκε πίσω του η φωνή της κόρης. Ακόμα δεν ήρθες κ' έπιασες τη δουλειά!
— Δε μένει καιρός για καθισό, Ελπίδα· ούτε στιγμή δε μένει καιρός… Εκεί κάτου στο σπίτι μας μουχλιάζει κανείς· είνε ναρκωμένος ο αέρας. Εδώ φυσάει δροσερός και ζωογόνος. Κεντάει τα νεύρα μου στη δουλειά, σαν το σπιρούνι το γερό τ' άλογο. Μην παραξενεύεσαι· είπε τρυφερά αφίνοντας την αξίνα και πιάνοντάς την από το χέρι. Μήπως εδώ σ' αυτήν τη θέση, δε μου είπες άλλοτες εκείνη τη συμβουλή.
— Ποια συμβουλή ; τον ρώτησε η κόρη ψάχνοντας το νου της.
— Εκείνη την προγονική μας· πως την είπες ; ξέχασα τα λόγια τώρα. Ξέχασα τα λόγια, μα θυμάμε καλά το νόημα τους. Τόχω σφιχτοκλεισμένο στην ψυχή μου και θέλω να το κάμω αλήθεια. Στάσου να ιδής πως αρχίζει· Στρατιώτες . . .
— Αγάπα τα στρατιωτικά ;
— Ναι, ναι· τώρα θυμήθηκα.
Αγάπα τα στρατιωτικά, πάντοτε μάνθανέ τα. Στρατιώται ήσαν οι όλοι σου και πάπποι και προπάπποι. Και όλον το γενολόγι σου καλούς στρατιώτας είχε ..
Μα επρόσθεσε συλλογισμένος· στρατιώτες είχε τάχα ή σοφιστές ;
— Και τα δυο· είπε η κόρη. Στη γενιά μας μαλώνουν τα δυο τους όλον τον καιρό, σαν το Αγαθό με το Κακό στον κόσμο. Πότε τόνα νικάει και πότε τ' άλλο. Με τη διαφορά πως όταν νικούν οι πρώτοι, απλώνουν τα σύνορά μας ίσαμε το Γάγγη. Μα όταν νικούν οι δεύτεροι…
— Αφεντεύει ο ξένος μέσα στο σπίτι μας, εσυμπλήρωσε ο Δημητράκης.
Για κακή μας τύχη και τώρα νικάνε οι δεύτεροι. Το σπίτι του
Μορφόπουλου γέμισε από σοφιστείες.
Την έσυρε όξω από τ' αμπέλι σ' έναν όχτο πρασινοντυμένο. Περίγυρα τα βουνά ψήλωναν γαλάζια και διάφανα σαν αχνοκάμωτα. Απάνου σε μια κορφή τους το Ερωτόκαστρο, με τα χρυσά του τείχη και τους διαμαντένιους πύργους του έλαμπε, σα να πλουτίστηκε με δεύτερο ήλιο η πλάση. Δεξιά σε μιαν ομάλια, το παλάτι της Πεντάμορφης καθρέφτιζε στην άτρεμη λίμνη τους χιονάτους τοίχους του και τις δαντελωτές σκεπές του. Σ' ένα του παραθύρι καθότανε η κυρά του κ' έπαιζε τα χρυσόμηλα με το αντρειωμένο βασιλόπουλο, τον αφέντη της. Έλαμπε το παραθύρι, έλαμπαν τα χρυσόμηλα, έλαμπε κι ο νιος γαμπρός από την ομορφιά της. Οι δράκοι και τ' αραπόπουλα και τ' άλλα κακότροπα στοιχειά που θέλησαν ν' αντισκόψουν το θριαμβευτικό δρόμο του νιου, τώρα δαμασμένα γύριζαν στην αυλή πρόθυμοι βιγλατόροι τους. Στη λίμνη ένα καράβι ολόχρυσο με προύτζινα κατάρτια και μεταξωτά παννιά αρμένιζε ίσα στο παλάτι. Ψυχή δεν είχε μέσα· ούτε ναύτης, ούτε κυβερνήτης, ούτε τιμονιέρης φαινόταν πουθενά. Μα το πλεούμενο αρμένιζε σα να είχε δική του ψυχή και δική του κυβέρνια. Μην είνε τάχα το μαγεμένο καράβι πώρχεται να πάρη άθελα το βασιλόπουλο και να κάμη χήρα την Πεντάμορφη ; Εκείνη τ' αγναντεύει από το παραθύρι κ' η θλίψη φυτρώνει σαν τσουκνίδα στην καρδιά της. Το βασιλόπουλο μπήκε σε πειρασμό· θέλει να κατεβή για να μάθη το μυστικό του καραβιού. Μα εκείνη χύνεται στον κόρφο του, δε θέλει να σαλέψη από κοντά της. Κλαίει και μαργαριτάρια κυλούν από τα μάτια της· γελάει και δροσερά τριαντάφυλλα πέφτουν από τα μαγουλά της· στενάζει και στενάζει το παλάτι σα σπασμένη κιθάρα. Άμοιρη νια! θα μπορέσης τάχα ν' αλλάξης το πικρό μοιρογράφημα;
Κάτω ξετυλίγεται απέραντο πανόραμα με λαγκαδιές, με κάμπους, με θάλασσες, και με χωριά. Φαίνονται οι χώρες του Χαγάνου, οι χώρες του Θεομίσητου, του Ζάρακα, του Μήτρου Γλάμη κι αλλουνών. Ένα προς ένα ξεχωρίζουν τα παλάτια τα δικά τους και τα χαμώγεια των κολλήγων τους. Απόπερα στη ρίζα της ομάλιας τρεμολάμπει σα νιόβγαλτο αστέρι και το σπιτάκι του Ευμορφόπουλου. Δίπλα στο σπιτάκι κι απάνου σ' ένα θεόχτιστο κοτρώνι, ξεχωρίζουν κάτι χτίρια μισά και σαραβαλιασμένα. Πίσω τους ένα μαύρο σύγνεφο σα δικέφαλος αητός με τις φτερούγες ολάνοιχτες έσκυβε απάνω τους σαν όρνιο στο ψοφήμι. Πότ' έδειχνε πως τα ξέσχιζε με το ράμφος του και πότε πως ήθελε να τα σηκώση στις φτερούγες του και να τα πάρη μαζί του. Μα και το σύγνεφο δεν έκανε άλλο παρά να δείχνη την ομορφιά και τη χάρη τους. Τα μάρμαρα έπαιρναν ένα χρώμα κιτρινόλευκο σα να ήταν από ελεφαντοκόκκαλο. Οι σπαθισμένες κολλώνες του, έλεγες πως στήριζαν τον ουρανό.
— Δε σου φαίνεται πως και τα δυο βγήκαν απ' τον ίδιον τεχνίτη ; ρώτησε η κόρη το Δημητράκη, δείχνοντας τα χαλάσματα και το παλάτι της Πεντάμορφης.
— Ναι· μοιάζουνε σαν πατέρας με παιδί, είπε κυττάζοντάς τα στοχαστικά. Αχ, πώς ήθελα να σκότωνα τον πατέρα! πρόσθεσε άξαφνα. Να μπορούσα να τον σκότωνα!
— Τι λες ; τον ρώτησε ξαφνισμένη από τις άγριες ματιές του η κόρη.
— Είνε ασέβεια ο λόγος μου· τα ξέρω· μα ήθελα να τόκανα. Να σκότωνα τον πατέρα για να ζήση το παιδί. Αυτός ο Παρθενώνας μας στέρεψε όλες τις βρύσες της ζωής.
— Ενώ μπορούσε να τις πληθύνη.
— Μπορούσε, δε λέω τ' όχι. Μα δεν τόκαμε.
— Δεν είνε δικό του το σφάλμα.
— Σπολλάτη που με φώτισες, είπε με πικρό χαμόγελο. Δεν ξετάζω την αφορμή· βλέπω τ' αποτέλεσμα, το θλιβερό αποτέλεσμα!… Αχ, πώς ήθελα να μην είχα δοξασμένους προγόνους!…
Ξαπλώθηκε στον όχτο και τράβηξε την Ελπίδα κοντά του.
— Μα τώρα μου φαίνεται πως ξανανιώνω· είπε κυττάζοντάς την στα μάτια.
Εκείνη χαμογέλασε.
— Κ' εγώ δεν ξέρεις πόσο χάρηκα! εδώ θα είμαστ' ελεύθεροι να τα
λέμε.
— Εσύ να λες κ' εγώ να μαθαίνω· δεν είν' έτσι; Πού είνε η μάννα
μου;
— Κοιμάται· δε μου φαίνεται καλά· είνε πολύ αδύνατη και κλαμένη.
— Πώς να μην είνε; Έπειτ' απ' αυτά που είδε στα γεράματά της· να ξεσπιτωθή!…
Γ’
— Κ' εδώ σπίτι της δεν είνε; τον έκοψε η κόρη με παράπονο. Εσείς μπορεί να μη θέλετε, μα εγώ το θέλω· είνε μάννα μου και κάτι καλήτερα· είνε κυρά μου.
— Όχι, Ελπίδα, με συμπαθάς· δε θέλω να ειπώ αυτό. Μα για συλλογίσου στην ηλικία της να πάθη τέτοιο κακό; Ξέρεις ο Αριστόδημος το ρήμαξε όλο το μετόχι· δεν άφηκε κούρβουλο.
— Δεν το ξέρω, μα το περίμενα. Ο δρόμος που πήρε έδειχνε πού θάφτανε.
— Έχεις δίκιο· κ' εγώ τόξερα. Μα βλέπεις, η γριά πάντα κάτι έλπιζε. Ε, ας πάη να κουρεύεται! είπε άξαφνα θέλοντας ν' αλλάξουν κουβέντα. Για δείξε μου τι κεντάς αυτού.
— Βρίσκουμαι στο τέλος· είπε απλώνοντας το κέντημα στα γόνατά της και παίρνοντας το βελόνι· βιάζομαι να τελειώσω σήμερα. Από δω κι ομπρός ποιος ξέρει τι θ' αρχινήσω.
— Μπωμπώ! τι σκούρα κλωστή! έκαμε ο Δημητράκης ανατριχιάζοντας.
— Σκούρα ναι· ταιριάζει με την υπόθεση.
Και σύγκαιρα το παχουλό χεράκι ερράμφισε το μεταξωτό, σαν άσπρο περιστέρι απάνω στη χλωροσιά. Έπαιζε το χέρι αστόχαστα και το κέντημα γινότανε, θαρρείς, μοναχό του.
— Μα είνε πόλεμος βλέπω! είπε ο Δημητράκης με θαυμασμό.
— Ναι· ο πόλεμος πώκαμαν οι δικοί μας. Πίστεψαν πως με τις παλάβρες θα νικήσουν τον Τούρκο. Μα κείνος ρίχτηκε αψής, τους πήρε του κυνήγου και τους αφάνισε. Δεν ήταν τόσος ο αφανισμός όσο η ντροπή. Για τούτο έβαλα σκούρα κλωστή. Κάτω απ' τη μαύρη σκέπη κλαίει ανόχλητα τη χαμένη παρθενιά της η κόρη.
— Σωστά· είπε ο Δημητράκης θλιμμένος. Άνοιξε το όλο να ζήσης. Όλο το κέντημα είνε για τον πόλεμό μας ;
— Α μπα· εδώ είνε κεντημένη όλη η ιστορία της γενιάς σας.
— Της γενιάς μας· ήθελες να πης.
— Όπως θες.
Και σύγκαιρα ξετύλιξε απάνου στο χορτάρι ένα κομμάτι ατλάζι πλατύ και μακρύ σα σεντόνι. Ήταν όλο γεμάτο από κεντήματα. Πούλιες, τιρτίρια, χρυσογάιτανα έσμιγαν εκεί με κάθε λογής πετράδι. Τα πετράδια εθάμπωναν, τα χρυσάφια γυάλιζαν μα της κεντήστρας η τέχνη έκανε το μεγαλήτερο θαύμα. Κάθε σταυροβελονιά και γινόταν σχήμα και το σχήμα έδειχνε ό,τι δεν ήταν. Κάστρα δεν ήταν και κάστρα φαίνονταν· πολεμιστές δεν ήταν και πολέμους άνοιγαν· σαλπιστές δεν ήταν και σάλπιγγες ηχολογούσαν. Έβλεπες το τριαντάφυλλο κι άρπαζες σύνωρα το μοσκοβόλημά του· έβλεπες θέρο κ' ένοιωθες το ψωμί δίπλα σου· έβλεπες φονικό κι ανατρίχιαζες σύψυχος· έβλεπες εχτροτσάκισμα και φώναζες: απάνω τους!
— Ωραίο κέντημα! Είπε ο Δημητράκης. Νόμιζα πως μονάχα η φύση μπορούσε να μας δώση τόσο τέλειο κέντημα.
— Και μήπως εγώ δεν είμαι γέννημα της φύσης! Κ' εγώ κ' εσύ και όλοι μας. Μην κυττάς που ψευτίζουμε με τον καιρό. Φεύγουμε από τη μάννα και πάμε στην παραμάννα γι' αυτό. Δόξα σοι ο Θεός, εγώ δεν τόπαθα τέτοιο κακό. Έμεινα πάντα στον κόρφο της μάννας μου.
— Αλήθεια· δόξα σοι ο Θεός! είπε ο Δημητράκης με λύπη. Μα εγώ δε μπορώ να το καυχηθώ για τον εαυτό μου. Εγώ έφυγα έφυγα κ' είνε ζήτημα αν θα μπορέσω να την ξαναυρώ. Για τούτο τώρα δε μπορώ να νοιώσω το κέντημά σου. Δε μου το ξηγάς;
— Γιατί όχι· χαρά μου είνε να σε ξαναφέρω πάλε στη μάννα σου. Για ποιόν άλλον τόκαμα το κέντημα παρά για σένα. Να, βλέπεις εδώ το μεγάλο κύκλο με τα ρουμπίνια.
— Ναι, τον βλέπω· παίζουν γλυκόχρωμα στα μάτια μου τα ρουμπίνια· μα στέλνουν και κάποια αρμονία στην ψυχή μου. Μην είνε αίματα και χλαλοή πολέμου;
— Είνε ο κύκλος ο Ακριτικός· κάθε ρουμπίνι και ήρωας. Να ο Διγενής· να ο Αρμούρης, ο Ξανθίνος, ο Σαββατογέννητος. Διαβάζεις τα γράμματα ;
— Ναι, στάσου· είπε σκύβοντας στο κέντημα ο Δημητράκης και συλλαβίζοντας. Δράκοι και δρακοντόπουλα Ρωμαίικα παλληκάρια. Ποιοι είνε;
— Όλοι από τη γενιά μας. Πριν καταιβή ο Χαγάνος καταδώθε. Άνοιγαν πολέμους νύχτα και ημέρα. Πολεμούσανε με τους ανθρώπους, με τα θεριά και με το Χάρο ακόμα.
— Θα είνε πολύ παλαιοί.
— Όχι και πολύ· στην εποχή που το μετόχι μας έφτανε κάτου στη Μεσοποταμία. Έπειτα ήρθαν οι Τσιμισκήδες, οι Κομνηνοί, οι Φωκάδες, οι Βουλγαροχτόνοι. Να εδώ· βλέπεις;
— Ναι· τι μεγάλο ποτάμι! και μέσ' στα κύματά του κυλάει κεφάλια.
Τι άσκημα κεφάλια που είνε!
— Είνε Βουλγάρικα. Τάκοψε ο Βασίλειος κι από τότε η γενιά του
Θεομίσητου δούλευε σκλάβα στη δική μας.
— Τι αθάνατοι! εψιθύρισε ο Δημητράκης.
— Αθάνατοι μα κι άγνωστοι σε σας.
— Αλήθεια· εγώ διάβασα το Δημοσθένη.
— Το λογά το Δημοσθένη! είπε η κόρη με αποστροφή. Και όμως τούτοι είνε σιμώτερα στην ψυχή μας· τόσο στην ψυχή μας όσο και στη δόξα και στην τύχη της γενιάς μας.
— Μα δεν τους άκουσα ποτέ.
— Δεν τους άκουσες γιατ' έτσι θέλησε ο Αριστόδημος. Παίρνει τη ρίζα του δέντρου και τα φύλλα. Τον κορμό τον απαρνιέται. Δεν του φαίνεται τόσο ζηλευτός. Και δε συλλογίστηκε ποτέ, πρόσθεσε η κόρη θυμωμένη, δε συλλογίστηκε πως ο κορμός είν' εκείνος που δένει τη ρίζα με τα φύλλα.
— Να σου ειπώ την αλήθεια, Ελπίδα; είπε ο Δημητράκης αφωσιωμένος στο κέντημα· θλίψη και πόνος με πιάνει με το κέντημά σου. Η σκούρα κλωστή βασιλεύει ολούθε. Πού και πού φαίνεται τ' ασήμι και το χρυσάφι. Αλήθεια φαίνεται πιο λαμπρότερο σα νάνε σκεπασμένο από καταχνιά.
— Είνε η καταχνιά που πλάκωσε τους Μορφόπουλους. Να ιδές εδώ αυτόν τον καβαλλάρη.
— Α! τι περήφανη ζωγραφιά! Τ' άλογό του πατάει απάνου σε κουφάρια. Η ματιά του σφάζει περισσότερο από το σπαθί του. Έχει κορώνα στο κεφάλι. Ποιος είν' Ελπίδα, ποιος είνε;
— Είνε ο πρώτος μας· εκείνος που αντίκρυσε άφοβα το σπαθί του Χαγάνου. Ρίχτηκε με τάλογό του μέσα στο σίφουνα κι άδραξε την αθανασία.
— Δε διάβασα τέτοιο θάνατο πουθενά.