WeRead Powered by ReaderPub
Ο αρχαιολόγος cover

Ο αρχαιολόγος

Chapter 7: Ζ'
Open in WeRead

About This Book

An elderly peasant dies, leaving land and a modest house to his sons; the narrative traces his family's decline under a rival clan, the slow recovery across generations, and the sons' differing temperaments as they confront hopes of restoring ancestral status. It sketches village life, disputes over land and honor, cycles of poverty and aspiration, and the social pressures that shape choices and fate. Themes include inheritance, pride, social change, and resilience amid economic hardship, with detailed rural description and an emphasis on generational memory and the tensions between ambition and reality.

Έσκυψε, έκαμε δυο βήματα μέσα, άρπαξε με τα χέρια το κεφάλι και ρίχτηκε στο κρεββάτι βογγώντας. Το χωριατόπουλο άνοιξε τόσα τα μάτια του. Έπειτα σιγά κι ανάλαφρα τραβήχτηκε στη σκάλα, την κατέβηκε στα τέσσερα κ' έκλεισε την ξώπορτα πίσω του. Στο χτύπο ξαφνίστηκε ο Αριστόδημος· γύρισε τα δακρυσμένα μάτια του και δεν είδε το χωριατόπουλο. Θυμήθηκε πως δεν το ρώτησε πού πέθανε η μάννα του. Μπορεί στο σπίτι της Ελπίδας· μα δεν ήταν και βέβαιος. Πήδησε, έτρεξε στην πόρτα, βρέθηκε στην αυλή.

— Παιδί!.. παιδί! .. έβαλε τις φωνές.

Πού παιδί! Έπρεπε να βγη έξω για να μάθη. Πλύθηκε — ντύθηκε γοργά. Δυο πόνοι του σφάζανε τώρα την καρδιά. Η λύπη που έχασε τη μάννα του κ' η ντροπή που πέθανε όξω απ' το σπίτι της. Ο άντρας της παιδεύτηκε να την σπιτώση κι ο γιος την ξεσπίτωσε! Τι καταφρόνια στη γυναίκα του Ευμορφόπουλου να πεθάνη σε ξένα χέρια!..

Την ώρα που κατέβαινε τη σκάλα να σου ο πάρεδρος του χωριού με το δικαστικό κλητήρα· Έρχονταν συζητώντας κ' οι δυο και γελώντας ποιος ξέρει γιατί. Μόλις όμως τον είδαν, σοβαρεύτηκαν κι ο πάρεδρος με θλιμμένη φωνή του είπε σφίγγοντας το χέρι του.

— Το μάθαμε… ζωή σε λόγου σου· ήταν καλή γυναίκα η μακαρίτισσα.

— Ζωή σε λόγου σου· του είπε κι ο κλητήρας.

— Ναι… ευχαριστώ· εψιθύρισε ο Αριστόδημος.

— Είνε αλήθεια λυπηρό· μα τι να γίνη; του ξανάειπε ο πάρεδρος, κυττάζοντάς τον με τα μικρά και πονηρά ματάκια του· αυτά 'χει ο κόσμος. Πέθανε στο σπίτι της Ελπίδας ναι, το μάθαμε· προτίμησε το μικρότερό της γιο. Ε, έτσι είνε οι μαννάδες· τη μοιράζουν και την αγάπη· τη μοιράζουνε. Και όχι σαν ανθρώποι· σα θεοί, σα θεοί· σ' άλλον περσότερη, σ' άλλον λιγώτερη. Μα τι να γίνη ;.. Ήταν καλή γυναίκα, η αγιοχώματη· καλή γυναίκα! Μήπως πηγαίνετε στην κηδεία;

— Ναι· εκεί πάω· αποκρίθηκε στενοχωρεμένος ο Αριστόδημος.

— Πηγαίνετε, πηγαίνετε· μην εμποδιζώστε καθόλου· μα καθόλου. Εμείς θα κάνουμε τη δουλειά μας. Τι να γίνη ; αυτά 'χει ο κόσμος· άλλοι πεθαίνουν κι άλλοι γεννιώνται. Ξέρτε, οι οχτώ ημέρες έληξαν και θα κάμω κατάσκεση.

— Κατάσκεση! είπε πισωπατώντας ο Αριστόδημος.

Τώρα θυμήθηκε πως εδώ κι οχτώ ημέρες του κοινοποίησαν την τελευταία προθεσμία που δίνει το δικαστήριο στο χρεωφειλέτη. Μα ούτε τη διάβασε, ούτε τη θυμήθηκε ως σήμερα. Πού να δώση προσοχή σε τέτοια μικροπράμματα!

— Ναι, κατάσκεση· του ξανάειπε ο κλητήρας· είνε για το χρέος του κυρ Κουρδουκέφαλου. Μα μην εμποδιζώστε διόλου, σας παρακαλώ. Θα τα κάνω όλα στην εντέλεια· να είστε ήσυχος. Εσείς πηγαίνετε στην κηδεία της μάννας σας.

— Ναι, πηγαίνω· κάμετε όπως ξέρετε.

Ο Αριστόδημος έφυγε βιαστικά, λες και τον απόλυσαν από τα σίδερα. Ήταν ανυπόμονος να ιδή τη μάννα του. Ο θάνατός της τον ξάφνισε σαν κάτι παράδοξο κι αφύσικο.

— Ας όψεται· έλεγε κάθε στιγμή στενάζοντας.

Κι ο στεναγμός μαζί με το στοχασμό του τον αλάφρωσαν για καλά. Είχε την πεποίθηση πως η μάννα του επλάσθηκε κ' ήταν αληθινά αθάνατη. Ούτε αρρώστια, ούτε φόνος, σκοινί — παλούκι, ότι κι αν μεταχειρίζονταν τα παιδιά της είτε οι ξένοι εναντίον της, ήταν ικανά να την πεθάνουν. Αν πέθανε τώρα, δεν ήταν αίτιος αυτός, όχι. Αυτός σε τίποτα δεν έφταιγε. Ο αληθινός φταίστης ήταν ο Δημητράκης με τη λιγομυαλιά και με τα πείσματά του. Αυτός ο μισοπάλαβος, ο αγράμματος, ο προδότης! Και τι έκαμε; Την πήρε μαζί του και να! την πέθανε· Αν έμενε στο σπίτι της, θα ζούσε ακόμα!… Και τη θέση της λύπης πήρε τώρα το μίσος του· μίσος κι αποστροφή για τον αδερφό του.

Έτσι πήρε τον ανήφορο κ' έφτασε λαχανιάζοντας στο σπίτι της Ελπίδας. Μα το σπίτι δεν έδειχνε καθόλου πως είχε λείψανο. Τα πορτοπαρέθυρά του ήταν ορθάνοιχτα και μπαινόβγαινε ο ήλιος σα χρυσοφορεμένος γαμπρός. Στην αυλή μελισσολόι ο κόσμος· ντόπιοι και ξένοι ανάκατα. Γιατί μέσα στο χωριό και στ' άλλα περίγυρα δεν ήταν άνθρωπος που να μην ήξερε την κυρά Πανώρια. Άλλος απ' ακουή κι άλλος από ιδεί όλοι την ήξεραν κι όλοι τη λάτρευαν. Κ' οι οχτροί της ακόμα — όχι δικοί της παρά τ' αντρός και των παιδιών της οχτροί — κ' εκείνοι δεν είχαν κακό λόγο για δαύτη.

Η κρεββατοκάμαρα της Ελπίδας έγινε νεκρικός θάλαμος. Καταμεσής η κυρά Πανώρια ξαπλωμένη στην κάσσα της· δε φαινότανε παρά το πρόσωπό της. Το άλλο σώμα της ήταν σκεπασμένο από χίλιων ειδών λουλούδια και βότανα. Κάτι μεγάλα και κόκκινα τριαντάφυλλα, κάποιες ωχρόδροσες μοσκιές και ρόδα απριλιάτικα, έζωναν τους τίμιους λαγόνες της, σαν ουράνιο τόξο. Κάτω οι μυρτιές και οι βιόλες και παρακάτω τα δαφνόκλαδα ψήλωναν και θέριευαν, λες και βρήκαν εκεί την αληθινή πατρίδα τους. Μα στο χλωμόδροσο πρόσωπό της κάθονταν ανάλαφρα ο πόνος κ' η θλίψη του χωρισμού. Για κείνη όχι· αλλά για κείνους που άφινε. Ζερβόδεξα κοντά στο κεφάλι της, κάθονταν σταυροπόδι ο Δημητράκης κ' η Ελπίδα. Κάθονταν ακκουμπώντας στην παλάμη το πρόσωπο και κυττάζοντάς την προσεχτικά, σα να πρόσμεναν τα λόγια της. Επίσης ζερβόδεξα στα πόδια της κάθονταν ο γέρο Μαλαματένιος κ' η γριά του σκυφτοί κι αμίλητοι, σα να κρατούσαν τη σκεπή απάνου τους. Η Ελπίδα έλεγε το μυρολόι της σιγά και ταπεινά, σα βρυσούλα που κλαίει την ερμιά της μέσ' στο δάσος. Τα λόγια της ήταν απλά και συνειθισμένα· μα τους έδινε τέτοιο αίσθημα η λαλιά της που τάκανε ουρανοκατέβατα. Ο πόνος πάλαιβε με το πάθος και το πάθος με το θρίαμβο μέσα τους. Και κάθε φορά που τέλειωνε ο στίχος, το γέρικο αντρόγυνο έβγαζε κάποιο στέναγμα βαθύ κι ατέλειωτο, λες κι ανάσαινε ο Κάτου κόσμος.

— Ωχ — ωχ! ωιμένανε!…

Γύρω στη νεκρή κάθονταν οι τρανοί ένας κ' ένας. Ο Χαγάνος με το γιο του· ο Βασίλης ο Ζάρακας, ο Μήτρος ο Γλάμης κι ο Θεομίσητος. Ανάμεσά τους κάθονταν ο Περαχώρας κι ο Γκενεβέζος και πίσω απ' το Δημητράκη, σκυφτός προς την Ελπίδα ο Αλαμάνος. Ήταν όλοι συναγμένοι εκεί, επίσημα ντυμένοι, σοβαροί στα καθήκοντά τους.

 — Νεκρή είνε, και θαρρεί κανείς πως κοιμάται· είπε ο Χαγάνος
σιγαλά στο διπλανό του.

 — Όπως η ζωή της ήταν ύμνος στη Δημιουργία, έτσι κι ο θάνατός της
είνε ύμνος στο Χάρο· επρόσθεσε ο Περαχώρας.

 — Αν είν' ο Χάρος να στολίζη έτσι το θάνατο, βέβαια ο θάνατος
είνε προτιμότερος από τη ζωή· εσυμπέρανε ο Βασίλης ο Ζάρακας.

 — Τη βλέπει κανείς και νομίζει πως άμα κρυφθή στη γη θα κρυφθή κι
ο ήλιος μαζί της· είπε ο Μήτρος ο Γλάμης.

— Ήταν στην όλη Δημιουργία κάτι από τα πιο σημαντικά και δοξασμένα μέρη της κ' είνε φόβος με τον αφανισμό της να χαλάση τώρα κι ο κόσμος· εψιθύρισε με θλίψη του ο Γκενεβέζος.

Ο Θεομίσητος δάγκωσε τα χείλη του. Δε θα πάψουν πια αυτά τα λιβανίσματα σ' ένα κουφάρι! Ο φθόνος με το φόβο έσμιγαν και βασάνιζαν την αράθυμη ψυχή του. Και νεκρή ακόμα την έτρεμε την Κυρά Πανώρια. Βέβαια δεν πίστευε πως μπορούσε να ξαναζήση. Το θετικό μυαλό του δεν πίστευε στα φαντάσματα. Η ζωή της όμως είχε ακόμα επιρροή στην κοινή συνείδηση κ' ήταν κακή δικλοποδιά στην πρόοδό του.

— Ψε!.. είπε κουνώντας το κεφάλι· μεγάλη μάννα, αλήθεια· μα τι παιδιά έκαμε!…

Ο Αλαμάνος γύρισε και τον κύτταξε με περιφρόνηση. Ούτε κι ο θάνατος, λοιπόν, δε στόμωνε το μίσος του! Με τη θαυμαστή επιμονή του κατώρθωσε ο Αλαμάνος να τα ισάξη όλα στην πατρίδα του και να τρέξη πάλε στο μεγάλο του σκοπό. Έτυχε απάνω στο ψυχομάχημα της κυρά Πανώριας· μα κ' εκείνο ήταν σημαντικό για την υπόθεσή του. Το ψυχομάχημα, ο θάνατος, το πένθος, οι ετοιμασίες όλα ήταν για τη σκέψη του ψηφίδες που τούδειχναν μια θαυμαστή και μεγαλόπρεπη εικόνα. Σκυφτός άκουε το μυρολόγι της Ελπίδας κ' ένοιωθε το πνεύμα του να γυρίζη μέσα στα χερόγραφα των παλιών Ευμορφόπουλων.

— Εγώ σε βεβαιώνω, είπε άξαφνα με φαρμάκι στο Θεομίσητο, πως και τα παιδιά έχουν την ψυχή της μάννας τους. Το μόνο κακό είνε πως δεν ξέρουν ακόμα τον τρόπο για να τη φανερώσουν. Να, για πρόσεξε· δε σου φαίνεται πως η Αντρομάχη κλαίει τον Έχτορά της;

— Μάννα μ', να σε ρωτήσουμε και να μας μολογήσης,

Τίνος αφίνεις τα κλειδιά από τ' αρχοντικό σου ;

Ρώταγε παραπονετικά η Ελπίδα. Εκείνη τη στιγμή φάνηκε στην πόρτα ο Αριστόδημος· Μόλις πάτησε το κατώφλι θέλησε να πέση και ν' αγκαλιάση το φέρετρο. — «Μάννα, μαννούλα μου γλυκειά!» του ήρθαν οι λέξες στα χείλη. Κρατήθηκε όμως μόλις είδε τους ξένους. Σκέφτηκε πως έπρεπε να φανή επιφυλαχτικός, σοβαρός, επίσημος μπροστά τους. Μέσα του υπόφερνε πολύ· κατώρθωσε όμως να σφίξη τον πόνο του. Έβγαλε το καπέλλο του, προχώρησε, στάθηκε κοντά στο λείψανο και σταύρωσε τα χέρια.

— Κείσαι λοιπόν νεκρά, ω μήτερ Θεών και κοιτίς ημιθέων! είπε άξαφνα με βροντερή και άτρεμη φωνή. Ναι κείσαι! επρόσθεσε κατεβάζοντας στο λείψανο το χέρι του και κυττάζοντας αυστηρά όλους. Και εκείνοι οίτινες εβύθισαν το εγχειρίδιον εντός της τιμίας σου πλευράς ίστανται νυν ενώπιόν σου προσπεπασσαλευμένοι και ευτελείς ως παίδες λαθροχειρούντες. Αλλά καίτοι νεκρά ζης, ναι ζης αθάνατος· και από του αδαμαντίνου βάθρου της αθανασίας σου περιφρονείς ως εμπρέπει τους δολοφόνους και τους τυμβωρύχους σου!..

Έτσι εξακολούθησε το λόγο του για πολύ ακόμη ο Αριστόδημος. Το προαιώνιο όπλο της γενιάς του είχε τώρα στα χέρια του και πίστευε μ' εκείνο να σαρώση τους εχτρούς του. Κ' ήταν όλοι εχτροί του εκεί μέσα· ο Χαγάνος, ο Γλάμης, ο Ζάρακας, ο Θεομίσητος. Κι όχι μόνον αυτοί αλλά κ' οι παλιοί φίλοι του. Όσο τους έβλεπε να κάθωνται μαζί με τους εχτρούς του και να συνομιλούν σκυφτά και μπιστεμμένα, τόσο άναβε η φιλυποψία του. Ήθελε να τους δείξη με το λόγο του ποιοι ήταν εκείνοι και ποιος ήταν αυτός. Άρχισε λοιπόν να υμνολογή τη γενιά του. Είπε για τους Ευμορφόπουλους· για την καταγωγή, για τη δόξα, για την τέχνη τους. Ό,τι κατόρθωμα σημαντικό από χιλιάδες χρόνια είχε η γενιά το ανάφερε με βροντές και πάταγο. Όχι μόνον τα σημαντικά μα και τα ελάχιστα. Τ' άρπαζε στον καταρράχτη της πολυλογίας του, τα ψήλωνε στα μεσούρανα, τάλεγε δυσκολόβρετα στην παγκόσμια ιστορία. Εμακάριζε τη μητέρα που είχε την τιμή να γεννήση τέτοια παιδιά και συγχαιρότανε τα παιδιά που είχαν τύχη να γεννηθούν από τέτοια μητέρα. Προσκαλούσε τους προγονικούς ήσκιους να παρασταθούν περίλυποι στην κηδεία της. Τα μάτια του δεν είχαν δάκρυα ούτε το πρόσωπό του συγκίνηση. Αχτινοβολούσε όλος από χαρά και περηφάνεια. Τα χέρια του γροθοκοπούσαν τον αέρα, σα να πάλευε με αόρατο δαίμονα.

 — Υμνεί τη μητέρα του ή ρητορεύει; εψιθύρισε στ' αφτί του
Γκενεβέζου ο Περαχώρας.

— Είνε φυσικό του· αποκρίθηκε με τον ίδιον τρόπο εκείνος. Χρειάζεται, να σου ειπώ, λίγη ιλαρότητα. Το μυρολόγι της Ελπίδας μούσφιξε την καρδιά.

Η θλίψη τώρα είχε φύγει από το νεκρικό θάλαμο σαν πουλάκι φοβισμένο. Το αίσθημα υποχώρησε στα λόγια. Δεν ηύρε θέση να τρυπώση παρά στα στήθη της Ελπίδας και τον Δημητράκη. Οι ξένοι μ' ένα στεναγμό έβγαλαν και το βάρος από πάνω τους. Σήκωσαν το κεφάλι, κύτταξαν προσεχτικά το ρήτορα και τα πρόσωπά τους δείχνονταν γαληνεμένα σα να μην έγινε τίποτα.

Δεν ήταν όμως έτσι και τα δυο παιδιά. Η Ελπίδα με το κεφάλι σκυμμένο στη νεκρή φαινότανε βυθισμένη στους κόσμους τους δικούς της· ούτε πρόσεχε ούτε άκουε το λόγο. Ο Δημητράκης όμως είχε άλλες σκέψες.

Από την ώρα που είδε στο κατώφλι τον Αριστόδημο εμάντεψε το σκοπό του· ο θυμός του άναψε. Δεν έφτανε που την πέθανε με τις αμυαλιές του· ήρθε και να την ρεζιλέψη! Μα βαστάχτηκε· χαμήλωσε στο λείψανο το κεφάλι και φρόντιζε να μη βλέπη και να μην ακούη το ρήτορα. Ήταν όμως αδύνατο. Ο Αριστόδημος έλεγε κ' έλεγε κ' έδειχνε πως δεν είχε σκοπό να τελειώση. Και τα λόγια του έκαναν στο Δημητράκη όλως διόλου αντίθετη εντύπωση απ' ό,τι έκαναν στους άλλους ακροατές. Τον συγκινούσαν γιατ' ήταν τέτοια, μωρά κι ανάξια για το θέμα που είχαν. Ποίος μπορούσε αλήθεια να φαντασθή πως η γυναίκα του Ευμορφόπουλου θα είχε ένα τέτοιον επικήδειο ; Και η σκέψη εκείνη, πολύ θλιβερώτερη από το θάνατο του έφερε δυνατό λυγμό κ' έπεσε απάνω στο λείψανο·

— Αχ! μαννούλα μου!., μαννούλα μου!..

Εκείνη τη στιγμή τελείωσε κι ο Αριστόδημος το λόγο του. Έρριξε βλέμμα γιομάτο περιφρόνηση στον αδερφό του κ' ήρθε και στάθηκε μπροστά του ψιθυρίζοντας :

— Ανάξιε!

Οι ακροατές σηκώθηκαν μονόγνωμοι κ' ήρθαν να συγχαρούν και να συλλυπηθούνε τον Αριστόδημο.

— Ευχαριστώ…. ευχαριστώ…. απαντούσε στον καθένα εκείνος, σφίγγοντάς τους τα χέρια. Ξέρετε· ηθέλησα να πλησιάσω το δαιμόνιον ύφος του Περικλέους, είπε μπιστεμένα στον Περαχώρα.

 — Και να σας ειπώ το κατωρθώσατε· του είπε με πικρό χαμόγελο ο
Γκενεβέζος.

 — Αλήθεια! εφώναξε ολόχαρος εκείνος· ω! με κολοκεύετε, με
κολακεύετε πολύ… ευχαριστώ!

Κανείς όμως από τους τόσους ακροατές δεν μπόρεσε να καταλάβη τα λόγια του. Εκείνο το «ευχαριστώ» ήταν τάχα για τα συλλυπητήρια ή για τα συγχαρητήριά τους;

Ζ'

— Που θα πη, μωρέ γυναίκα, μοιάσαμε τους Οβριούς στην κακοτυχιά· είπε ο γέρω Μαλαματένιος στη γριά του, απιθόνοντας κάτω ένα πόδι αργαλειού.

— Φτου τσ' αντίχριστους! μη μου τους μελετάς! φώναξε κείνη αγαναχτησμένη. Σε καλό σου, γέρο! Τι σούρθε κ' έπιασες να μας παρομοιάσης με τσ' αλάδωτους!…

— Τ' έπαθα, λέει! τ' έπαθα! Και τι άλλο μας μένει να πάθουμε; Έχω ακουστά πως κ' εκείνους τους κακορρίζικους έτσι τους τυραννούσαν. Τσ' άρπαξε ο ένας από δω και χωπ! στη Βαβυλώνα. Τσ' έπαιρνε άλλοι από κει χωπ! στη Δαμασκό. Ερχόταν τρίτος χωπ! πάλε στα Γεροσόλυμα. Από τον Άννα στον Καγιάφα που θα ειπή. Το ίδιο και μεις. Τη μια φορά ο Χαγάνος μάς παίρνει απ' το καλύβι μας και μας ρίχνει στο σπίτι της Ελπίδας. Τώρα μας παίρν' η Ελπίδα χωπ! στο σπίτι του Μορφόπουλου. Να τι θα ειπή να ζη κανείς πολλά χρόνια! Α, μα το ψωμάκι· τη βαρέθηκα τέτοια ζωή…

— Μα τώρα δεν έχει πια να μας κουνήση κανείς από 'κεί.

— Κανείς! δεν έχει να μας κουνήση κανείς! τι λες άραχλη ;

— Εκειό που σου λέω· τώρα θα ησυχάσουμε για καλά.

— Για καλά; Βέβαια, σα νάχης δίκιο. Από 'κεί θα φύγουμε με ξένα πόδια.

— Τι; καβάλλα;

 — Ναίσκε· καβάλλα στο ξυλάλογο· σα να λέμε στην κάσσα. Ξέχασες,
βλέπω, το στερνό σου ταξείδι.

 — Ου!… έκαμε η γριά μ' ανατριχίλα, βάζοντας μπροστά το χέρι της
για να διώξη το κακό.

— Ω, διάτανε! το φοβάσαι βλέπω το θάνατο σα να ήσουνα χίλιω χρονώ. Μα στην πίστη μου σου λέω έχεις άδικο, γριά! Έχεις μεγάλο άδικο. Εκεί να ιδής σπίτι μια βολά. Θεμέλιο δεν έχει και θεμελιωμένο είνε· κλειδωνιές δεν έχει και κλειδωμένο είνε. Ούτε Χαγάνος έρχεται να σε νοχλήση, ούτε Μορφόπουλος, ούτ' Ελπίδα. Αν και να σου ειπώ την αλήθεια, για την Ελπίδα πρόθυμα θα βασανιζόμουνα και στον τάφο… Μα σου δίνω το λόγο μου, μωρή γριά· αν είνε τυχερό σου και πας πρώτη, θα σου χτίσω ένα σπίτι όχι και καλήτερο…

 — Ου, καϋμένε! πάψε πια τις σαχλαμάρες κι ανάγκασε. Δε βλέπεις
που μας πήρε η νύχτα!

 — Σαχλαμάρες. … σαχλαμάρες… μα τι οργή Θεού τούτος ο κόσμος!
και την πιο φανερή αλήθεια τη σιχαίνεται!. ..

Ο γέρο Μαλαματένιος σήκωσε πάλι στο νώμο τον αργαλειό και πήρε τον κατήφορο. Σήκωσε κ' η γριά του το μπόγο κι' άρχισε να κατεβαίνη τρικλίζοντας κι αγκομαχώντας.

Η Ελπίδα μετακόμιζε τώρα οριστικά στο σπίτι του Ευμορφόπουλου. Από την ώρα που πέθανε η κυρά Πανώρια άλλαξαν πρόσωπα και πράματα. Μα πιο πολύ άλλαξε ο Αριστόδημος. Πρώτα ο θάνατος της μάννας του κ' η ερμιά του μέσα στο σπίτι· έπειτα η χρηματική στενοχώρια τον έφεραν κάπως σε θεογνωσία. Έβαλε μεσίτες στο Δημητράκη για να κατεβή στο χωριό, να κυττάξουν τις δουλειές τους. Εκείνος επρότεινε τους όρους του· θα κατεβή ναι, αν κατεβούν μαζί του κ' η Ελπίδα με τους Μαλαματένιους. Αλλοιώς δε γένεται. Ο Αρχαιολόγος αναγκάστηκε να δεχτή.

— Ας έρθουν, είπε· φτάνει να μην έχουν μαζί μου κουβέντες· δικό μου και δικό τους. Μονάχα ένα τραπέζι — ας το βάλουν στο νου τους — μονάχα ένα τραπέζι θα μας σμίγη…

— Ας είνε κ' ένα τραπέζι· παραδέχτηκε ο Δημητράκης.

Έτσι η Ελπίδα πήρε τη θέση της κυρά Πανώριας στο νοικοκυριό· πήρε και το δωμάτιό της. Μα δεν άλλαξε τίποτα από τα σωθέματά του. Τάφηκε όπως τάχε τοποθετημένα η γριά κ' έμπαινε μέσα όπως μπαίνει ο καλός χριστιανός στην εκκλησιά του. Στο παραμέσα κελλάρι έστησε το κρεββάτι του Δημητράκη· τους Μαλαματένιους τους έβαλε από κάτου και φρόντιζε να μην τους λείψη τίποτα. Ο Αριστόδημος κράτησε το γραφείο του με τα βιβλία και τις αρχαιότητες. Όσο για ζωή περνούσε όχι και καλήτερα. Τα τετράδια που σύναζε τις προπατορικές λέξες είχαν γίνη σωροί· χρειαζότανε άλλες δυο βιβλιοθήκες για να τα βάλη. Μα κ' εκεί έμεναν οι λέξες άκαρπες και νεκρές σαν τους σπόρους στην ξηρασία. Πού και πού καμιά να βλαστοβολήση στην ψυχή του· μα με τούτο έχανε το είδος της· γινότανε του συρμού. Εκείνος δεν απελπιζότανε· είχε τις ελπίδες του στον καιρό και στην επιμονή του.

— Θα ξαναζήσουν, έλεγε· θα ξαναζήσουν δε γένεται. Μια, δυο, τρεις το πολύ γενεές κ' έπειτα: Μήνιν άειδε Θεά… Οι Ευμορφόπουλοι θα ζηλεύουν τα παιδιά τους.

Την ίδια επιμονή έδειχνε και στις αρχαιότητες. Μόνος του τις καθάριζε, έφτιανε στρίποδα, βάθρα, τραπεζάκια και τις έβαζε απάνου! Έπειτα στεκότανε μπροστά τους ώρες ολάκερες και τις καμάρωνε. Κ' εκεί που τις καμάρωνε ξεχνιότανε ως που τα μάτια του βασίλευαν και δεν έβλεπε τίποτα. Κανόνι νάρριχνες δίπλα του δε σάλευε. Και όταν τέλος ερχόταν στον εαυτό του, εύρισκε πως δεν ήταν καλά βαλμένες κι άρχιζε πάλε να τους αλλάζη τη θέση. Μα πιο πολύ απ' όλα τον βασάνιζε η τοποθέτηση της Δόξας. Ήθελε νάβρη για κείνη ένα βάθρο πολύτιμο, όλως διόλου άξιο για τέτοιο καλλιτέχνημα. Τις έφτιασε ένα από μάρμαρο λευκό και την τοποθέτησε δίπλα στο τραπέζι της δουλειάς του.

Μα το μάρμαρο του φαινότανε πρόστυχο. Αντί να δείχνη την ωμορφιά της την έκρυβε. Παράγγειλε λοιπόν έναν κορμό καρυάς ψηλόν ως ένα μέτρο και τον έφεραν στο γραφείο του. Τον είχε κάπου μια βδομάδα εκεί κι ακόμα δεν αποφάσιζε. Γύριζε γύρω — τριγύρω στον κορμό, τον κύτταζε και τον ξανακύτταξε, μια πήγαινε κοντά και τον ψηλαφούσε, μια στεκότανε μακρυά· πότε τον εύρισκε καλόν και χαμογέλαε, πότε άσχημον και σούφρωνε τα φρύδια του έτοιμος να κλάψη.

— Γιατί μου τα κάνουν αυτά!.. γιατί μου τα κάνουν!.. φώναξε άξαφνα πιάνοντας το κεφάλι με τα χέρια του.

Άνοιξε βιαστικά την πόρτα του γραφείου του και βγήκε στην ταράτσα. Κάτω στο χτήμα του αξίνες έλαμπαν σαν ασημένια φύλλα και χώνευαν στο χώμα πεισματικά σα να το πρόσταζαν: δώσε! Σκαφτιάδες έσκαφταν τους σωρούς, έχωναν τους λάκκους, ίσαζαν τα χαντάκια της ανασκαφής, με τραγούδια και γέλοια. Ένας μηχανικός μετρούσε τη γη κ' οι βοηθοί του φύτευαν νέα δεντρικά στη γραμμή και σε ωρισμένη απόσταση. Μα κι ο μηχανικός κ' οι σκαφτιάδες ήταν ξένοι κι απόξενοι. Του Αριστόδημου το πρόσωπο αγρίεψε.

— Είνε ατιμίες αυτές! να που στο λέω· είνε ατιμίες!.. Θα τρέξω· θα το φωνάξω ολούθε… Είνε ατιμίες τα όσα μου κάνεις· με κλέβεις!… φώναζε κουνώντας περαδώθε τα χέρια και τρέμοντας ολόκορμος.

Ένας εργάτης σήκωσε τα μάτια και τον κύτταξε προσεχτικά. Έπειτα παραίτησε την αξίνα του κ' ήρθε κάτου από την ταράτσα. Ήταν ο Κουρδουκέφαλος ο δανειστής κι ο νοικοκύρης τώρα του μετοχιού. Όταν βγήκε στη δημοπρασία επλειοδότησε και το μετόχι κατακυρώθηκε στ' όνομά του.

 — Σε κλέβω; εγώ σε κλέβω, κύριε Αριστόδημε! ρώτησε μαλακά τον
αρχαιολόγο. Μα το σταυρό μ' αδικείς.

 — Δε σ' αδικώ καθόλου· με κλέβεις! με κλέβεις! με κλέβεις!..
φώναξε πεισματικά εκείνος.

— Μα γιατί σε κλέβω, βρε αδερφέ· ψέμματα είνε πως σε δάνεισα;

— Με δάνεισες; το ξέρω πως με δάνεισες· με δάνεισες ναι!

— Δεν είχαμε συμφωνία να μου τα δώκης στα έβγα του χρόνου;

— Ναι, στα έβγα του χρόνου· το θυμάμαι.

— Και πέρασαν δυο χρόνια· ή όχι;

— Ναι, πέρασαν δεν τ' αρνιέμαι. Μα ό,τι κάνεις δεν το κάνεις από λόγου σου. Μπορούσες να περιμένης ακόμα. Μα δε σ' αφίνουν οι άλλοι· οι απόξω δε σ' αφίνουν.

— Τι απόξω, αδερφέ; Θέλω να πάρω τον παρά μου.

— Το ξέρω ποιος σε βάνει· το ξέρω! εξακολούθησε με πείσμα ο Αριστόδημος. Κείνος ο Θεομίσητος, το χτήνος, ο παλιάνθρωπος! Α, θαν του δείξω γω! επρόσθεσε κινώντας φοβεριστικά το χέρι του κατά κείθε. Θαν του δείξω γω… θαν του στρήψω το καρύδι έτσι να!.. έτσι να!..

Έβαλε τα δάχτυλα στο λαιμό του κ' έσφιγγε δυνατά σα νάσφιγγε το καρύδι του Θεομίσητου. Μα ο Δημητράκης έτρεξε και του ξεκόλλησε με δυσκολία τα χέρια.

— Βρε, αδερφέ, τι σου φταίει ο κόσμος και τον φορτώνεσαι; του είπε αυστηρά.

Έπειτα σκύβοντας κάτω·

— Έχεις δίκιο κ. Κουρδουκέφαλε· έχεις δίκιο· είπε μαλακά. Μάς δάνεισες, να πάρης πίσω τα λεφτά σου. Το χτήμα κατακυρώθηκε στ' όνομά σου· να το χαίρεσαι. Τι μας φταίν' οι ξένοι σα δεν μπορούμε μεις να κυβερνηθούμε.

— Δε γύρεψα παρά τα λεφτά μου, σε βεβαιώνω, είπε ο Κουρδουκέφαλος γυρίζοντας στο Δημητράκη. Εγώ, ξέρεις, τη φαμίλια σου την εχτιμώ· τους προγόνους σας τους θαμάζω. Ό,τι ανθρωπισμό έχουμε σήμερα σε κείνους τον χρωστάμε. Μα τι να κάμω; άνθρωπος είμαι και γω. Θέλω τα λεφτά μου να ζήσω.

— Σωστό. .. σωστό κ. Κουρδουκέφαλε· να κυττάξτε την δουλειά σας· δε σας αδικεί κανείς.

Ο Αριστόδημος έτρωγε τα νύχια του από λύσσα. Ήταν το μόνο αίσθημα που του έμεινε πια. Στην παραμικρή ταραχή που γινότανε γύρω του, θες στον εαυτό του θες σε ξένον, του φαινόταν πως κάποιος τον τραβούσε από τα μαλλιά. Τον τραβούσε και τον έσερνε, λέει, σ' έναν κατήφορο στρωμένον με στουρναρόπετρα. Τώρα δεν του τόβγαζε κανείς πως το πούλημα του μετοχιού προήρθε από το Θεομίσητο.

— Ο άτιμος! εψιθύριζε, βηματίζοντας πέρα — δώθε· ο άτιμος! όλες τις βαγαποντιές του κόσμου τις μεταχειρίζεται.

— Ναι, όλες· είπε ο Δημητράκης, μαντεύοντας τα λόγια του. Τον καιρό που στάλεγα εγώ δε μ' άκουες. Καμάρωσε τώρα! Βλέπεις; επρόσθεσε δείχνοντας το χτήμα του Θεομίσητου· όλο και κοντοζυγώνει σε μας. Όταν πρωτόειδε ο Χαγάνος πως του πατάει το χτήμα ρίχτηκε να τον πετσοκόψη. Μα εκείνος με τις μαγλειφιές του τον καταπράυνε. Και τώρα; όχι μοναχά τον συμπάθησε μα του παραχώρησε κι άλλο να καλλιεργήση. Κολλήγα του τον έκαμε. Μερδικό θέλει, κι ας γίνη ό,τι γίνη. Για ιδές.

Ο Αριστόδημος στύλωσε τα μάτια του κατά το χτήμα του Χαγάνου. Ο κυπαρισσώνας έλειπε· δεν είχε πια ανάγκη να δουλεύη μυστικά ο Θεομίσητος και τον έκοψε. Πρόβαινε καταδώθε σα νοικοκύρης και σαν καταχτητής.

Κι αν ήταν μόνον ο Θεομίσητος λίγο το κακό· μα τώρα ξεφυτρώσανε κι άλλοι. Το παράδειγμά του κέντησε την όρεξη όλης της γειτονιάς. Ο Μήτρος Γλάμης μόλις ειρήνεψε το δικό του πέρασε στο ξένο· το ίδιο κι ο Βασίλης ο Ζάρακας· το ίδιο κι άλλοι, κοντινοί και μακρινοί. Καθένας που ένοιωθε δύναμη στα χέρια του κι αχορταγιά στην ψυχή του, πήδαγε με το έτσι θέλω στο χτήμα του Χαγάνου κ' έκανε ότι ήθελε. Άλλος ξερρίξωνε ταμπέλια και τάσπερνε σιτάρι· άλλος έκοβε τα λιοστάσια και φύτευε αμπέλια· άλλος έκαιε τα δάση και τάφινε λιβάδια. Ό,τι καλό δεντρί χαιρότανε ακόμη τη ζωή του από τον καιρό των Ευμορφόπουλων, πέθαινε τώρα με ληστρικό πελέκι. Και σύγκαιρα συνατοί τους ή καθένας μοναχός οι ακάλεστοι κολλήγοι μοίραζαν το χτήμα, σα να ήταν πατρογονικό τους. Ο Χαγάνος τάβλεπε με θλίψη του και δεν τολμούσε να τους εμποδίση. Όχι μόνον δεν τολμούσε· μα και μέσα στην παμπόνηρη ψυχή του τόβρισκε για καλό του αυτό το μαλλοτράβηγμα. Οι πολλοί γαμπροί, έλεγε, κάνουν καμμιά φορά τη νύφη και γεράζη στο σπίτι του πατέρα της.

— Μα είνε ατιμία! φώναξε αγριεύοντας ο Αριστόδημος.

— Ατιμία — ξατιμία, τι να κάνουμε ;

— Τι να κάνουμε; Τώρα θα σου δείξω γω τι θα κάμω.

Έτρεξε μέσα, πήρε το καπέλλο του και το ραβδί του κ' ετοιμάστηκε να κατεβή τη σκάλα.

 — Πού πάς; τον ρώτησε ο Δημητράκης, πιάνοντάς τον απ' το χέρι
αλαφρά.

 — Πού πάω; θα πάρω τους κολλήγους και θα πάω ίσα ναν του χαλάσω
τη σπορά. Δε θαν τον αφήσω γω να καλλιεργήση μπροστά στη μύτη μου!

 — Κάτσε ήσυχα, μωρ' αδερφέ· κάτσε ήσυχα να ζήσης· του είπε με
μαλακή φωνή ο Δημητράκης.

— Γιατί να κάτσω ήσυχα αφού πατάει τον τόπο μου ;

— Μα καλά· πούθε θα περάσης για να πας ως εκεί; Ο Χαγάνος είνε στη μέση. Σ' αφίνει ο Χαγάνος να πατήσης το χτήμα του ;

— Εκειόν γιατί τον αφίνει;

— Γιατί δε μπορεί να τον μποδίση· να γιατί.

Δούλεψε από καιρό εκείνος· τόκαμε σκοπό του τόσα χρόνια. Μια ξινιά στο ιδικό του μια στο ξένο. Και βλέπεις, απόχτησε δικαιώματα.

— Κ' εγώ τάχω πατρογονικά.

— Τάχεις με τα λόγια· με τα έργα όμως τίποτα. Έσκαψες, έσπειρες, φύτεψες, ποτέ ως τα σήμερα; Όχι. Κάμε ρόκα σου το λοιπόν. Με το όπως — όπως δε γίνεται τίποτα. «Των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγερεύουν», λέει ένας λόγος. Τώρα που πείνασες τώρα θες να μαγερέψης ;

— Τι θες να κάμω το λοιπόν; Ν' αφήσω το Θεομίσητο να μου πάρη την κληρονομιά!

— Όχι να τον αφήσης· δεν είπα τέτοιο λόγο· μα πρέπει να δουλέψουμε και μεις· να φτιάσουμε πρώτα τον τοπάκη μας. Άμα δυναμώσουμε και μεις, θα γυρέψουμε από το Χαγάνο τόπο να καλλιεργήσουμε· κι αν δε μας δώση, τον παίρνουμε με το χέρι μας. Και τότε — πού είσαι — δε θάρθη ο Θεομίσητος σε μας· θα πάμε μεις γυρεύοντάς τον… Πρώτα όμως να κάτσης να σκεφτής κ' έν' άλλο πράμα.

— Τι πράμα ; τον ρώτησε ο Αριστόδημος κυττάζοντάς τον με σβυσμένα μάτια.

— Ο Κουρδουκέφαλος θέλει να μας πάρη και το σπίτι.

— Το σπίτι!… τούτο δω ;

— Ναι, τούτο δω· δεν τώχεις και τούτο υποθήκη ;

— Δεν ξέρω… δε θυμάμαι· ψιθύρισε αφαιρεμένος ο Αρχαιολόγος.

 — Το ξέρω γω· το λοιπόν, με τον τόπο που πήρε δεν έπιασε τα λεφτά
του.

Τι λεφτά να πιάση από μια σάρα; Τώρα σκέφτεται να κατασκέση και το σπίτι.

— Για να κοπιάση· σαν του βαστάει ας κοπιάση! είπε κουνώντας το κεφάλι φοβεριστικά και πικρογελώντας. Πέντε κανόνια, πέντε τοπομαχικά θα στήσω στη σκάλα και θα τ' αδειάσω μπουμ!.. καταπάνω του. Στάχτη μπούλμπερη θα τον κάνω· όχι θα πατήση τα χτίρια των προγόνων μου.

Κύτταξε περήφανα τον αδερφό του, σα να τον έβλεπε νάνο μπροστά του. Έπειτα έρριξε χάμω το ραβδί του, σα νάρριχνε το σπασμένο του σπαθί και μπήκε στο γραφείο ψιθυρίζοντας ακόμα:

— Στάχτη — μπούλμπερη θα τον κάνω· στάχτη — μπούλμπερη, να μου το θυμάσαι.

Ο Δημητράκης τον ακλούθησε με θλιμμένα μάτια ως που έκλεισε πίσω του την πόρτα. Έπειτα σταύρωσε τα χέρια, έγειρε το κεφάλι και κατέβηκε αργά τη σκάλα.

— Μα την αλήθεια· μου φαίνεται πως είμαστε ολότελα χαμένοι· μπιτ ολότελα· είπε γονατίζοντας μπροστά στην Ελπίδα.

Και λύθηκε στα δάκρυα. Η κόρη έρριξε το χέρι απάνου του χαδιάρικα.

— Άκουσε, Δημητράκη· του είπε γλυκά· έχω ένα λόγο να σου ειπώ· κάμε μου τη χάρη να μ' ακούσης.

— Λέγε μου, Ελπίδα· λέγε ό,τι θες, της είπε κείνος φέρνοντας το χέρι στα χείλη του. Τα λόγια σου είνε για μένα όπως στους προγόνους μας της Πυθίας τα λόγια. Λέγε μου να ζήσης.

— Το σπίτι μου τώρα είνε περιττό· και το σπίτι και το κλήμα του. Έμειν' έρμο εκεί πάνου και θα χαλάση με τον καιρό. Δεν το δέχεται τάχα ο Κουρδουκέφαλος και να ξόφληση το χρέος;

— Τι λες, Ελπίδα! φώναξε ο νέος σφαλώντας ανάλαφρα με τα δάχτυλα του τα χείλη της. Όχι τέτοια θυσία· δεν τη δέχουμαι. Κάλλιο να ξεσπιτωθούμε μεις παρά συ, αγαπημένη. Για με τι σημαίνει εδώ ή άλλου; Ο κόσμος είνε πλατύς κι ο άνθρωπος που θέλει να ζήση μπορεί να το κάμη όπου κι αν βρεθή. Δε λέω· καλά είνε τα περασμένα· διπλασιάζουνε, τι λέω διπλασιάζουνε; πολλαπλασιάζουνε το θάρρος τανθρώπου. Και μάλιστα όταν είνε περασμένα σαν τα δικά μας. Μα και πόσες φορές το χαλαρώνουν!… Να παράδειγμα ο αδερφός μου. Στο χτήμα του ήταν, μα κατάντησε σήμερα ζητιάνος.

— Τα λόγια σου, Δημητράκη, είνε σωστά και φρόνιμα· τον έκοψε με ταπεινοσύνη η κόρη. Μα στον αδερφό σου δεν έφταιξε η γενιά του ούτε τα μεγαλεία της. — Το ξέρεις καλήτερ' από μένα. Έφταιξε ο δρόμος που πήρε. Άγιος ήταν κ' εκεινού ο σκοπός όπως κι ο δικός σου· μα πλανεύτηκε στα μέσα. Εσύ όμως δε θα φερθής έτσι. Θα ζητήσης τη ζωή όχι στα κόκκαλα των παπούδων σου παρά στα χέρια σου. Είσαι νέος δυνατός και θαυμαστός· είσαι…

Τον κύτταξε από τα πόδια ως το κεφάλι κ' οι ματιές της άστραψαν δυσκολοβάσταχτον πόθο. Το κυπαρισσένιο της κορμί ανάδευε απάνου του, σαν το διψασμένο δεντρί στης ζωής του τη βρύση. Είσαι ωραίος! πήγε να προσθέση· μα η παρθενική πορφύρα άναψε στα μάγουλα της και της τρόμαξε το αίσθημα.

 — Άκουσέ με και θα ιδής πως δε θα μετανοιώσης· τον συμβούλεψε
γυρίζοντας αλλού το πρόσωπο.

 — Να μετανοιώσω! Όχι, Ελπίδα· δε φοβούμαι να μετανοιώσω όταν το
λες εσύ. Μα πρέπει πρώτα να ιδούμε αν το δέχεται κι ο Αριστόδημος.

— Α, όσο γι' αυτό μη σε μέλλει· είνε δική μου δουλειά.

Η κόρη τράβηξε ίσα στο γραφείο κι άνοιξε θαρρετά την πόρτα. Μα στάθηκε στο κατώφλι ξυλιασμένη. Ο Αρχαιολόγος μ' ένα ψηλό ραβδί στη θέση του «φέρτε αρμ!» εβημάτιζε απάνου κάτου με βήμα στρατιωτικό, σα να οδηγούσε μια Μεραρχία πίσω του. Το πρόσωπό του ήταν αναμμένο, τα μάτια του άγρια και τα μαλλιά του σηκωμένα, λες και βάδιζε ίσα στον οχτρό. Ενώ βάδιζε, κουνούσε πέρα — δώθε απειλητικά το ζερβί του χέρι και φώναζε ρυθμικά:

— Παίδες Ελλήνων!.. παίδες Ελλήνων!… Παίδες Ελλήνων ίτε!.. ίτε!.. ίτε!..

Η φωνή του βροντερή κι άτρεμη στην αρχή καταντούσε σα λάλημα βραχνοκόκορα. Στο άνοιγμα της πόρτας στάθηκε ακίνητος, κυττάζοντας την κόρη με μάτια γουρλωμένα σα ν' απολιθώθηκε. Στάθηκε για πολλή ώρα έτσι κ' έπειτ' άφησε να πέση το ραβδί από τα χέρια του και πήγε τρικλίζοντας να κάτση στην πολιθρόνα. Η Ελπίδα βρήκε τον καιρό κ' έκαμε σύντομα την πρόταση της. Εκείνος την άκουσε προσεχτικά κ' έπειτα έπεσε στο κάθισμά του ξερός από τα γέλοια.

— Μωρέ κεφάλι που τώχεις! μωρέ κεφάλι πού τόχετε όλοι σας εδώ μέσα! είπε βροντώντας τα πόδια του στο πάτωμα. Μωρ' ο βρωμοκουρδουκέφαλος να πάρη το σπίτι του Ευμορφόπουλου; είσαστε καλά! Πέντε τοπομαχικά θα βάλω στη σκάλα· πέντε τοπομαχικά…

Η Ελπίδα στεκόταν σοβαρή μπροστά του, μη γνωρίζοντας αν έπρεπε να κλάψη ή να γελάση με τη θέση του.

— Μα καλά, Αριστόδημε, του είπε με φωνή μαλακή· αξίζει τάχα σε σένα, έναν Ευμορφόπουλο, ένα σοφό! να καταντήση σε τέτοια μ' έναν παλιοκουρδουκέφαλο. Δεν είνε καλήτερα να τον περιφρόνησης· να φανής μάλιστα και γενναιόδωρος;

— Α! μάλιστα· αν είν' έτσι μάλιστα· είμαστε σύμφωνοι· είπε σοβαρά· ας το πάρη. Να ξέρης εμείς οι Ευμορφόπουλοι, έτσι είμαστε πάππου προσπάππου· χαρίζαμε.

— Αυτό λέω και γω.

— Κ' έπειτα, μωρέ κόρη μου, τι θα πάρη ο χαμάλης; ένα παλιόσπιτο. Ό,τι αξίζει ένα χαλίκι του Ευμορφόπουλου δεν αξίζει όλο σου το χτήμα.

Η Ελπίδα ξαφνίστηκε σα να της έδωκαν μαχαιριά. Την έγγιξε εκεί που την πόναγε. Το σπίτι της ήξερε τι άξιζε· και το σπίτι και το κλήμα της. Κι αν τάκανε θυσία, τάκανε μόνον για να βαστάξη ψηλά τόνομα της γενιάς του· της γενιάς εκεινού και τη δική της. Ο Αριστόδημος είνε σημερνός μα η γενιά είν' αιώνια. Αύριο θ' αλλάξουν τα πρόσωπα· θ' αλλάξουν και τα μυαλά μαζί. Τώλπιζε τουλάχιστον.

— Λοιπόν, σύμφωνοι; τον ρώτησε ανοίγοντας την πόρτα.

— Ε, και θέλει ρώτημα ; είπε ο Αριστόδημος παίρνοντας πάλι το ραβδί του και ξαναρχίζοντας:

— Παίδες Ελλήνων!.. παίδες Ελλήνων! ίτε!.. ίτε!.. ίτε!..

Ο Δημητράκης περίμενε με καρδιοχτύπι την κόρη· ήξερε καλά τη φτωχοπερηφάνεια τ' αδερφού του και φοβότανε την άρνησή του.

— Ε, τι λέει; δέχεται; την ρώτησε μόλις την είδε.

 — Ναι, δέχεται· έκαμε η κόρη με το κεφάλι για να κρύψη τ'
αναφυλλητό της.

 — Μα τι; κλαις βλέπω!.. επρόσθεσε κυττάζοντάς την κατάματα· μη
σέβρισε ;

— Τσ… έκαμε κείνη· άκου.

Τον έσυρε σιγά ως την πόρτα του γραφείου και στάθηκαν εκεί σκυφτοί και λυπημένοι για κάμποση ώρα.

 — Πάμε, είπε ο Δημητράκης, σέρνοντας κατόπιν του την κόρη· δε
βαστώ πια. Μου φαίνεται πως ακούω ψυχομάχημα…

Ζ’

Οι παλιοί κολλήγοι του Ευμορφόπουλου σκόρπισαν από το χτήμα σαν του λαγού τα παιδιά. Ένας με τον άλλον πήραν όλοι τα μάτια του· Άλλοι πήγαν και ρογιάστηκαν σε γειτονικά χτήματα, άλλοι τράβηξαν πάρα πέρα, γυρεύοντας τύχη. Κ' έκαναν ό,τι δουλειά εύρισκαν άλλοι ζευγάδες, άλλοι βοσκοί, άλλοι ψιλικατζήδες, χαλκιάδες, και καλόγεροι ακόμα. Τι να κάμουν; ο τόπος τους δεν έδινε πια ψωμί κ' έπρεπε να το ζητήσουν στα ξένα. Το περίεργο είνε που ό,τι δουλειά έπιαναν στα χέρια τους ήταν πρώτοι και καλήτεροι. Οι αφεντάδες που τους έβλεπαν τόσο προκομμένους έκαναν το θάμμα τους.

— Τι διάβολο! τους έλεγαν τόσο καλοί δουλευτάδες και να πεινάτε στον τόπο σας!

— Έχουμε κατάρα εμείς· έχουμε κατάρ' από το θεό! απαντούσαν εκείνοι χασκογελώντας πικρά. Μας διώχνει το χώμα μας σαν τους αφωρεσμένους.

Μόνον ο Κουτρουμπής κι ο Μπαλαούρος δεν ξενιτεύτηκαν. Όχι δεν ξενιτεύτηκαν, μα ούτε το σκέφτηκαν τέτοιο πράμα. Πεινασμένοι — χορτασμένοι αποφάσισαν να μην αρνηθούν τους προγονικούς αφεντάδες τους. Το είχαν γι' ατιμία να τους αφήσουν τώρα στη φτώχια τους. Τι θα ειπή ; Και τα καλά δεχούμενα και τα κακά δεχούμενα· λέει ο λόγος. Πήρανε λοιπόν τα σύνεργα της δουλειάς και τις φαμίλιες τους κ' έστησαν έρριζα στον τοίχο του σπιτιού τις καλύβες τους, όταν ο Κουρδουκέφαλος έκαμε κατοχή το μετόχι.

Ο Δημητράκης συγκινήθηκε σαν είδε την αφοσίωση τους και θέλησε να τους συμβουλέψη;

— Βρε, παιδιά, είνε άδικο να χαθήτε και σεις μαζί μας, τους είπε· και το ξένο χώμα έχει ψωμί για τους δουλευτάδες· εδώ θα πεινάσετε…

 — Ας πεινάσουμε αφεντικό, μαθημένοι είμαστε· είπε ο Μπαλαούρος.
Κάλλιο πεινασμένοι μαζί σου παρά με ξένους χορτάτοι.

 — Έπειτα ποιος ξέρει; επρόσθεσε ο Κουτρουμπής με αστραπές στα
μάτια· του λόγου σου μπορεί να μας δώσης πάλι τα καλυβάκια μας.

— Άμποτε…

Ο Δημητράκης με τους δυο κολλήγους και με το γέρο Μαλαματένιο ρίχτηκε στη δουλειά με τα μούτρα. Δούλευε μεροδούλι στα ξένα χτήματα. Τόσον καιρό δουλεύοντας στ' αμπέλι της Ελπίδας κατάντησε από τους καλήτερους κι όλοι τον προτιμούσαν. Κ' εκείνος δεν αρνιόταν σε κανένα· δεν ξεχώριζε φίλους κι οχτρούς. Και στου Χαγάνου πήγαινε και στου Πέτρου Γλάμη και στου Βασίλη Ζάρακα· πήγαινε κάποτε και στου Θεομίσητου. Μάλιστα τώχε χαρά του να δουλέψη στων οχτρών του τα χτήματα. Άσε που οικονομούσε το καρβέλι, μα ήθελε να δείχνη και την αξία του. Δεν το αρνιόταν πως ο Θεομίσητος ήταν δουλευτής από τους πρώτους. Τι να ταρνηθή που φαινότανε. Μα ήταν δουλευτής κι ο Ευμορφόπουλος. Αγώνας είνε η ζωή· δουλειά σου και δουλειά μου. Όποιος μπορεί και δουλεύη περισσότερο εύγε του και τρισεύγε του. Δε φτονούσε κανένα· εκείνον ας τον φτονούνε οι άλλοι. Είνε κι ο φτόνος παίνια καμιά φορά. Άλλως τε τι βγαίνει με το φτόνο; Η δουλειά φαίνεται και στο τέλος αναγνωρίζεται από φίλους κι οχτρούς. Έπειτα σαν εδούλευε στο χτήμα του Χαγάνου ή στο χτήμα του Θεομίσητου δεν ένοιωθε κούραση· ήταν όλος χαρά και τραγούδι· νόμιζε πως καλλιεργούσε τον τόπο του· πως τ' αποδοσίδια της η γη τάκανε για δαύτον.

 — Μα δεν ξέρεις τι χώμα! έλεγε το βράδυ στην Ελπίδα· μάλαμα —
καθάριο μάλαμα. Και να τόχουν εκείνοι οι ακαμάτες!..

 — Ε, αυτά 'χει ο κόσμος· του απαντούσε η κόρη, πραΰνοντας τον
πόνο του· φορά σου και φορά μου. Σφαίρα είνε και γυρίζει. ..

Ο Αριστόδημος όμως δεν έμενε διόλου ευχαριστημένος από τον αδερφό του· δεν τον ήθελε μεροκαματιστή και ξενοδούλη. Το να πηγαίνη μάλιστα να δουλεύη στου Θεομίσητου το χτήμα δεν το χώνευε.

 — Ακούς να καταντήση δούλος του δούλου του! έλεγε συχνά στην
Ελπίδα. Ξέρεις τ' ήταν μια φορά οι Θεομίσητοι στους
Ευμορφόπουλους; Κοπέλια τους· ναι! και κάτι χειρότερ' από κοπέλια
τους.

 — Μα μην κυττάς τ' ήταν μια φορά, του απαντούσε με χαμόγελο
εκείνη· κύττα τώρα που είνε αφεντάδες.

— Αφεντάδες! αφεντάδες; φώναζε ερεθισμένος εκείνος· τέτοιους αφεντάδες εγώ τους γράφω στην πατούσα μου. Ψε! αφεντάδες! Κι αν είνε τι; Ο γιος του Ευμορφόπουλου δεν πρέπει να τους δουλεύη· όχι, δεν πρέπει.

— Και τι θα φάμε; τον ρώτησε μια ήμερα πεισμωμένη κ' εκείνη.

Ο Αριστόδημος στάθηκε ξαφνισμένος και την κύτταξε κατάματα. Του φάνηκε ανέλπιστο το ρώτημα της. Γρήγορα όμως αναψοκοκκίνισε, βρόντηξε το ποδάρι του στη γη κι απάντησε.

— Δεν ξέρω. Ένας Ευμορφόπουλος ψοφάει της πείνας μα δε δουλεύει τους δούλους του· όχι — δεν τους δουλεύει!

Και σηκώνοντας το κεφάλι περήφανα, εβάδισε αργά και μεγαλόπρεπα και μπήκε στο γραφείο του, σκυλοβρίζοντας το Θεομίσητο και τη γενιά του.

— Αυτός, παιδί μου, είνε με το νου που γεννήθηκε· είπε ο Δημητράκης στην Ελπίδα το βράδυ που του διηγήθηκε την κουβέντα τους· τόσα κακά ξέσπασαν στο κεφάλι του κ' εκείνος τίποτα· το γουδί το γουδοχέρι.

— Τι σε μέλλεις είπε η κόρη αφρόντιστα. Αυτά κι αυτά τον βαστούνε τώρα στη ζωή, άλλο τίποτα δεν έχει. Με τα λόγια χτίζ' ανώγεια και κατώγεια…

— Ναι, βέβαια, τι μας μέλλει; είπε κι ο Δημητράκης γελώντας. Ό,τι χάλασε-χάλασε. Το μέλλον είνε για μας και μεις για κείνο· δεν είν' έτσι Ελπίδα;

Την κύτταξε στα μάτια τρυφερά με απεριόριστη αφοσίωση. Άξαφνα της άρπαξε και τα δυο χέρια, τάσφιξε στη χούφτα του σα νάσφιγγε βώλο χρυσάφι.

— Να σου ειπώ κατιτί, Ελπίδα; τη ρώτησε κοντοζυγώνοντας.

 — Λέγε του· ψιθύρισε κείνη με φανερή ανησυχία, σα να μάντευε πως
το κατιτί του ήταν πολύ σοβαρό και για τους δυο.

Ο Δημητράκης στάθηκε λίγο σκυφτός, ξεροκατάπιε κ' έπειτα γρήγορα — γρήγορα σα να φοβόταν μην τον αντισκόψη κανείς.

— Να γένης γυναίκα μου· είπε δυνατά. Κ' επειδή την είδε να χαμηλώνη τα μάτια ροδοπρόσωπη και ν' αναδεύη τα χείλη κάτι για να ειπή, εκείνος άπλωσε το χέρι να την εμπόδιση.

— Άκουσε τι σκέφτηκα· είπε. Τώρα μεις μπήκαμε σ' ένα δρόμο· ψηλά — χαμηλά περνούμε. Μιλούμε για το μέλλον· μέλλον είνε το αύριο· μα είνε και το μεθαύριο. Εγώ — δε στο κρύβω — μεγάλο φόρτωμα πήρα στον ώμο μου κι ο δρόμος είνε μακρύς, μακρύς κι ανηφορικός!

Η κόρη χαμογέλασε· άπλωσε το μεστωμένο χέρι της και του χάιδεψε το μέτωπο.

— Από τώρα δείλιασες; του ψιθύρισε σκύβοντας απάνου του ανήσυχα.

— Όχι, δε δείλιασα· διαμαρτυρήθηκε αμέσως εκείνος. Στη ζωή μας, Ελπίδα· ούτε δείλιασα ούτε κουράστηκα. Θα ήταν ντροπή μου στην ηλικία μου. Μα σκέφτουμαι· κι αυτό το αξετίμωτο δώρο μου τώκαμες εσύ όπως και τόσα άλλα· εσύ αγαπημένη. Και βρίσκω πως ο αγώνας είνε μακρύς κ' η ζωή μας λίγη. Τ' είνε μια ζωή για τόσο μεγάλο σκοπό; Εγώ θ' αγωνιστώ, ναι· μα φοβάμαι, Ελπίδα, φοβάμαι. Αν κατορθώσω μονάχα την όψη της αυλής μας ν' αλλάξω, θα είμαι ευτυχής· για παραπάνω δεν το πιστεύω. Είμαι κ' εγώ αμαρτωλός, έχω κ' εγώ το μπόλι της γενιάς μας στο αίμα μου. Ονειρεύομαι, Ελπίδα, δεν το πιστεύεις; ονειρεύομαι πολύ και δουλεύω λίγο — λιγώτερο απ' ό,τι έπρεπε. Γι' αυτό λοιπόν θέλω να γίνης γυναίκα μου· να μου δώσης παιδιά, παιδιά γερά και δυνατά, πλουτισμένα με το αίσθημα σου το βαθύ, με την πραχτική σου σκέψη και με τη μεγάλη ψυχή σου. Εγώ συνάζω ένα — ένα τα λιθάρια· ας έρθουν εκείνα να χτίσουν το νέο Παρθενώνα μας. Ναι;

Την κύτταξε κρεμώντας την ψυχή του στα χείλη της, σαν προσκυνητής προσμένοντας το θάμμα. Εκείνη ξαναμμένη από τον πόθο χαμήλωνε τα μάτια της και με χέρια ολότρεμα έπαιζε με την άκρη της ποδιάς της.

— Ο λόγος σου είνε γλυκός και σωστός· είπε σε λίγο βαρυανασαίνοντας· μου σκλαβώνει την καρδιά γιατ' έχει και τα δυο σμιγμένα. Μα πώς να γίνη, πώς να γίνη ταταίριαστο; Ένας Ευμορφόπουλος να πάρη γυναίκα του μια ταπεινή…

— Κρίμα που δεν μπορώ να παινέψω κ' εγώ τα λόγια σου· την έκοψε ο Δημητράκης. Γιατί εσύ τόσο στοχαστική να μιλάς έτσι αστόχαστα; Ξέρω πως δεν τα πιστεύεις αυτά που λες· κ' έχεις δίκιο να μην τα πιστεύης. Όχι εσύ· εγώ κερδίζω μ' αυτόν το γάμο. Κι όχι μόνον εγώ — αν ήταν για μένα, δε θα φρόντιζα τόσο. Ο σκοπός μας κερδίζει, η γενιά μας.. . .

 — Μα πώς, αφού έχω αίμα νοθεμένο; του είπε κείνη με πονηρό
χαμόγελο.

 — Σε μένα μιλάς ή στον αδερφό μου; τη ρώτησε πειραγμένος ο
Δημητράκης. Εγώ δεν είπα ποτέ τέτοιο λόγο· γιατί με σκας;

— Γιατί σ' αγαπώ· φώναξε η κόρη ακράτητη.

Την άλλη μέρα που ξεμυστηρεύτηκε την απόφασή του στον Αριστόδημο, εκείνος σούφρωσε τα φρύδια του κ' έμεινε σκεφτικός για πολλή ώρα.

 — Πφ!.. έκαμε τέλος με πολλή περιφρόνηση· τι τούτη τι άλλη ; Από
σένα άρχισε το χαντάκωμα των Ευμορφόπουλων το χαντάκωμα…

Και δεν ξαναμίλησε. Ο Δημητράκης ως τόσο βάλθηκε τώρα να καλλιεργήση την αυλή του. Σήκωσε πρώτα ψηλόν όχτο γύρω να την αποκλείση από τάλλα χτήματα. Ο Αρχαιολόγος σαν είδε τον όχτο ξίνισε τα μούτρα του.

— Τι τον ήθελε τέτοιον όχτο ; είπε στην Ελπίδα· είνε σα να κλει την πόρτα να μην περάσουμε πια στο πατρικό μας· σα ν' αρνιέται τα δίκαιά μας.

— Μη φοβάσαι διόλου· απάντησε ήσυχα ο Δημητράκης από μέσα· τα δίκαιά μας τίποτα δεν παθαίνουν· να είσαι βέβαιος. Άμα έρθη ο καιρός και δυναμώσουμε, εγώ τον γκρεμίζω τον όχτο όπως τον σήκωσα… Δεν κατάλαβες, λέω, μωρ' αδερφέ, του πρόσθεσε μαλακώτερα, πως τα δίκαια είν' ένας λόγος μονάχα!..