WeRead Powered by ReaderPub
Ο αρχαιολόγος cover

Ο αρχαιολόγος

Chapter 9: ΠΟΘΟΣ ΚΑΙ ΠΟΝΟΣ
Open in WeRead

About This Book

An elderly peasant dies, leaving land and a modest house to his sons; the narrative traces his family's decline under a rival clan, the slow recovery across generations, and the sons' differing temperaments as they confront hopes of restoring ancestral status. It sketches village life, disputes over land and honor, cycles of poverty and aspiration, and the social pressures that shape choices and fate. Themes include inheritance, pride, social change, and resilience amid economic hardship, with detailed rural description and an emphasis on generational memory and the tensions between ambition and reality.

Ο Αριστόδημος κατάπιε τη θλίψη του και δεν είπε τίποτα. Ένας λόγος ναι, ένας λόγος· μα κάποτε και σημαντικός!.. .

Ο Δημητράκης έπειτ' από τον όχτο έσκαψε πέρα για πέρα την αυλή. Την έσκαψε, φύτεψε δεντρικά, έσπειρε όσπρια και κάθε άλλο χρειαζούμενο του σπιτιού. Το νεράκι της βρύσης τού χρησίμευε για πότισμα. Κ' η αυλή του σε λίγο έγινε αγνώριστη· πρασίνισε όλη απ' άκρη σ' άκρη. Άρχισε και να σοδιάζη με τον καιρό. Ο Δημητράκης κρατούσε για το σπίτι και τάλλα τα πουλούσε στην αγορά ή τάλλαζε με σιτάρι κι αραποσίτι που δεν έκανε η αυλή του· Ο Αριστόδημος για τούτα όλα δεν έλεγε τίποτα· ούτε ρώταγε πως κυβερνιέται το σπίτι· Έτρωγε καλά, ντυνότανε καλήτερα, έκανε τις ιδιοτροπίες του και τόβρισκε φυσικό! Μάλιστα η καλοζωή κ' οι περιποίησες της Ελπίδας τον έκαναν πολλές φορές πιο απαιτητικό και ιδιότροπο. Μιλούσε κάποτε σε κείνη με τρόπο βαρύ και προσταχτικό. Της έρριχνε κατάμουτρα την ταπεινή καταγωγή της και της έδειχνε ξέσκεπα πως του ήταν βάρος μέσα στο σπίτι. Εκείνη δε θύμωνε· τον είχε συνηθίση πια Δε θύμωνε μα τούμπαινε πολλές φορές και στη μύτη. Μάλιστα ένα πρωί που ο Αριστόδημος έλειπε από το σπίτι, σοφίστηκε να τον σκυλιάση στα γερά. Πήρε το κέντημά της, το μεγάλο κέντημα που είχε απάνω την Ιστορία των Ευμορφόπουλων και το κάρφωσε φαρδύ πλατύ στον τοίχο του γραφείου. Το κρέμασε ίσα κοντά στο άγαλμα της Δόξας κι ανάμεσα στις βιβλιοθήκες. Έπειτα έκατσε στην ταράτσα κι άρχισε να πλέκη την κάλτσα της. Έπλεκε νευρικά και συχνοκύτταζε το δρόμο, ανυπόμονη πότε να φανή ο Αριστόδημος.

Δεν πέρασε πολλή ώρα και να τος ο καλός σου. Ερχόταν κορδωμένος και γελαστός σαν τραπεζίτης που ασφάλισε για καλά τα χρήματά του. Η μόνη θλίψη που του θάμπωνε τη ζωή, ήταν που δεν εύρισκε το κατάλληλο βάθρο της Δόξας του. Είχε αληθινά τον κορμό της καρυάς, μα τώρα κάμποσες μέρες τον εύρισκε αταίριαστον κι αυτόν. Τι τα θες, αδερφέ! δεν πήγαινε καρυά να βαστάη έν' άγαλμα! Σκέφτονταν να ξεφλουδίση τον κορμό και να τον περάση με βάμμα. Τι βάμμα όμως να προτιμήση; Γαλάζιο, μαύρο, κόκκινο, βυσσινί; ή να βάλη καλήτερα ξανθό, καστανό, πράσινο, σταχτί; Μα τάχα και το κίτρινο δεν είν' ώμορφο; 'Αμ' εκείνο το σοκολατί πάλε τι σου λέει!

— Γειά σου, κυρά νύφη· είπε στην κοπέλλα αναμπαιχτηκά· δε μου δίνεις και συ μια γνώμη;

Σηκώθηκε ορθή.

— Τι γνώμη;

— Να, θέλω ένα χρώμα για το βάθρο της Δόξας μου· τόσον καιρό παιδεύουμαι κι ακόμα να το βρω.

— Πού ξέρω γω, η φτωχή, από τέτοια.

— Μ… βέβαια· πού να ξέρης εσύ από τέτοια! είπε με λύπηση.

Έπειτα κυττάζοντας το πρόστυχο πλέξιμό της επρόσθεσε ξαναβρίσκοντας την όρεξη του·

— Δουλειά, βλέπω, δουλειά! έτσ' είσαστ' εσείς οι προκομμένοι! …

 — Τι να κάνουμε· είπ' εκείνη χαμογελώντας
πονηρά.

 — Καλά κάνετε· δουλέψτε τώρα που είστε νέοι… Έτσι δούλεψα κ'
εγώ στα νιάτα μου· δούλεψα…

Και τέντωσε πίσω το κορμί του, θέλοντας να δείξη πως οι πλάτες του ήταν ακόμη πιασμένες από την πολλή δουλειά. Έπειτα ορθός και λυγιστός μπήκε στο γραφείο του κ' έκλεισε την πόρτα. Ξεκαπελλώθηκε, πήγε ίσα στάγαλμα της Δόξας και το κύτταξε για κάμποση ώρα.

— Γαλάζιο, άσπρο, μαύρο, κόκκινο η βυσσινί; εψιθύρισε σα να ρωτούσε το άγαλμα.

Μα τότε είδε το κέντημα κ' έβγαλε δυνατή φωνή.

— Ποιος διάολος το κρέμασ' εδώ μέσα!.. Άπλωσε το χέρι του να το ξεκρεμάση.

Η Ελπίδα που κύτταξε από την κλειδαρότρυπα, καθώς άκουσε τις φωνές ετοιμάστηκε να το βάλη στα πόδια. Μα η περιέργεια νίκησε το φόβο της και στάθηκε να ιδή. Το κέντημα κι ο Αριστόδημος έμεναν καρφωμένοι στη θέση τους. Κυττάζονταν και ξανακυττάζονταν επίμονα, λες κ' ήθελε ο ένας να μαγέψη τον άλλον. Λίγο — λίγο ξεθύμωνε ο αρχαιολόγος και το πρόσωπό του ξεμούσκλωνε.

— Μωρ' είν' ωραίο! εξαίσιο! εφώναξε άξαφνα· μα το Θεό είνε τέλειο! Και τι τέχνη! τι αρμονία!… Αμ' δεν είνε κέντημα αυτό· είνε ποίημα!… ποίημα κι απ' τα καλήτερά μας!…

Έπειτα πήγε μακρύτερα κι άρχισε να κυττάζη ένα με τάλλο τ άγαλμα και τ' αργόχερο, θέλοντας να κάμη σύγκριση.

— Ουμ!… έκαμε πισωπλατίζοντας τη Δόξα και μορφάζοντας σα να δάγκωσε ξινόμηλο· μα όχι, όχι· πρόσθεσε αμέσως, χαϊδεύοντάς την σα μικρό παιδί· εσύ, εσύ είσαι το τέλειο και το πρότυπο….

— Έχασα! είπε η Ελπίδα στο Δημητράκη που έφτασε κείνη τη στιγμή· εγώ είπα να τον πεισμώσω μα δεν πέτυχα.

— Κακή! της είπε ο νέος χαϊδευτικά, δίνοντάς της ένα φιλί.

— Δεν είμαι κακή· διαμαρτυρήθηκε η κόρη γλαρωμένη· μα μου αρέσουνε οι θυμοί του· είνε τόσο αστείοι!..

Ο Δημητράκης δε ρίχτηκε με τα μούτρα μόνον στη δουλειά μα και στη μελέτη! Αλήθεια έδινε τα πρωτεία σε κείνη· και τούτη όμως δεν την αμελούσε. Η μία ήταν απόλυτη ανάγκη για τη ζωή του· μα κ' η άλλη ήταν το ίδιο για το πνεύμα του. Στη μια αφιέρωνε όλες τις εργάσιμες ημέρες του χρόνου και στην άλλη τις σκολινές και τις νύχτες του χειμώνα. Το καλό είνε που κατώρθωσε να κράτηση το εγώ του ασκλάβωτο κι από τις δυο κ' έπεφτε από τη μια στην άλλη με την ίδια ευχαρίστηση. Θες βιβλίο κρατούσε στο χέρι του θες αξίνα ήταν στη θέση του.

— Καθένα έχει το σκοπό του — σεβαστό και ιερό σκοπό· δεν είν' έτσι; ρώταγε κάθε τόσο την Ελπίδα.

Πότε στον ίσκιο της ταράτσας, πότε δίπλα στο παραγώνι καθόντουσαν οι δυο αγαπημένοι και διάβαζαν ένα με τάλλο τα παλιά χερόγραφα. Κάποτε διάβαζε ο Δημητράκης κι άκουε η Ελπίδα, γνέθοντας τη ρόκα της. Μα τις περισσότερες φορές διάβαζε η κόρη κι άκουε ο νιος. Άκουε και κρεμότανε από τα χείλη της. Οι φράσες κυλούσαν ξάστερες, ζωντανές κι αρμονικές σαν το γάργαρο νερό από τα χείλη μιας βρύσης. Κ' εκείνος έπινε· έπινε διψασμένα κι αχόρταγα κ' ένοιωθε αμολόγητη χαρά. Τα λόγια κ' οι πράξες των προγόνων αντρείευαν την ψυχή του κι ατσάλωναν τα νεύρα του. Πότε του φέρνανε δάκρυα στα μάτια, πότε του χάριζαν γέλοιο στα χείλη· πότε στο μέτωπό του άπλωναν σύγνεφα και πότε στο πρόσωπό του περηφάνια. Κάθε φράση ή στίχος του χερόγραφου άνθιζε μέσα του κι απόδινε γοργά τα φύλλα και τους καρπούς του.

 — Μα τούτο είνε παραμύθι! έκοψε ξαφνικά την Ελπίδα μια βραδυά που
διάβαζαν τον Ηρόδοτο.

 — Παραμύθι· άμ τι θες να είνε; τον ρώτησε κείνη μ' απορία. Κι ο
Όμηρος που διαβάσαμε πριν είν' ένα μεγάλο αρματωλικό τραγούδι κι ο
Θεόκριτος τραγούδια τσοπάνικα…

— Με γελάς.

— Όχι να ζήσουμε· να εδώ, βλέπεις τον Ησίοδο; ξέρεις τ' έχει μέσα ;

— Τσ…

 — Λέει με στίχους τον τρόπο και τον καιρό που έπρεπε να σπέρνουν
και να θερίζουν οι παλιοί μας.

 — Έσπερναν λοιπόν κ' εκείνοι; ρώτησε ο νέος με παιδιάτικη
αφέλεια.

Η κόρη τον κύτταξε κατάματα για να μάθη αν της μιλούσε σοβαρά.

— Έχεις δίκιο· είπε σε λίγο κουνώντας το κεφάλι της· θα μαίνουμαι μάλιστα πώς δε ρωτάς κι αν έτρωγαν ακόμη. Εσείς την πάθατε όπως οι κάτοικοι της γης με το φεγγάρι· βλέπετε πάντα τη ζωή των Ευμορφόπουλων από τη μια της όψη, τη λαμπρή. Έτσι σας έφτιασε το σκολειό·

— Γιατί;

— Γιατί έτσι· σας έθρεψε τη φαντασία και σας σκότωσε την πράξη. Σας έδειξε την αρχαία Ελλάδα ένα απέραντο τεμπελχανιό. Μα δεν ήταν τέτοια — μάθε το από μένα — δεν ήταν τέτοια. Ήταν έν' αργαστήρι, μεγάλο αργαστήρι απ' όλες τις τέχνες της ζωής.

— Μπα!… έκαμε κείνος ανοίγοντας τόσα τα μάτια του.

— Μάλιστα· κι αν δεν πιστεύης άκουσε. Πήρε ένα μικρό χερόγραφο κι άρχισε να διαβάζη αργά και δυνατά:

— Στις άλλες πολιτείες όλοι όσο μπορούνε χρηματολογούν· ποιος κάνει το γεωργό, ποιος το ναύτη, ποιος τον έμπορο· άλλοι πάλε ζουν από την τέχνη τους …

— Κ' είνε απ' τους παλιούς μας αυτά;

— Να δε βλέπεις· τα λέει ο Ξενοφώντας, είπε η κόρη βάζοντας μπρος στα μάτια του το χερόγραφο.

Ο Δημητράκης έβαλε το κεφάλι στα χέρια του κ' έμεινε σε βύθος για πολλή ώρα. Το τι ένοιωθε δεν ήταν σε θέση να μολογήση κι ο ίδιος. Μέσα στο κρανίο του κόσμοι χαλιόνταν και κόσμοι ανασταίνονταν με καταπληχτική γοργάδα. Σήκωσε τέλος τα μάτια του και κύτταξε την κόρη με φανερή απογοήτεψη.

— Ξέρεις τι συλλογιέμαι; τη ρώτησε.

— Τι;

— Τα χρόνια πόχασα… Όλα όσα μου διάβασες τα διάβασα, θυμούμαι κ' εγώ σαν ήμουν παιδί. Μα ξέρεις πώς μου φαίνονταν; μου φαίνονταν… πώς να στο ειπώ;… να, βιβλία!…

Από την άλλη μέρα άρχισε να συχνομπαίνη και στο γραφείο τ' Αρχαιολόγου. Το πνεύμα των βιβλίων τον έσπρωχνε ίσα στων μαρμάρων το πνεύμα. Πριν δεν ήταν γι' αυτόν παρά σωρός πέτρες, όγκοι μεγάλοι και θαυμαστοί. Δεν του κεντούσαν άλλο τι παρά την απορία. Απορούσε κ' έλεγε συχνά τι διαβολοσύνεργα μεταχειρίστηκαν οι πρόγονοί του για να τα μετατοπίζουν. Κι απ' αυτό εσχημάτιζε την ιδέα πόσο μεγάλοι και δυνατοί ήταν εκείνοι. Όλοι πέρα πέρα Ηρακλήδες και Βριάρεοι! Τώρα όμως του γενούσαν άλλο αίσθημα. Έφτανε ένα και μοναχό λιθαράκι για να του φέρνη μπροστά ατόφιο κ' ζωντανό το καλλιτέχνημα· και κείνο πάλι έφτανε για να του δείχνη κινούμενη την προγονική ψυχή. Όσο που κατάντησε ατός και μοναχός του να σμίγη την ψυχή του βιβλίου με του μαρμάρου την ψυχή και να βγάνη μια ζωή ολόχαρη, παλληκαρίσια και δοξολουσμένη.

 — Μπα!.. έλεγε συχνά μισοκλείοντας τα μάτια του σα να θαμπώνονταν
από το φως.

Η Ελπίδα που παρακολουθούσε άγρυπνα τη νιόβγαλτη σκέψη του άρχισε ν' ανησυχή.

 — Κύτταξε καλά, βαστάξου! του είπε μια μέρα σοβαρά. Όποιος
πολυβλέπει τον ήλιο σκοντάβει στο δρόμο του.

— Μη φοβάσαι, κοπέλλα μου, μη φοβάσαι, την καθησύχασε κείνος· έχω δυο μάτια εγώ, δυο μάτια που βλέπω· ένα για τα ψηλά κ' ένα για τα χαμλά… μη φοβάσαι.

— Δυο μάτια είχε κι ο αδερφός σου.

— Μα δεν είχε μαζί του το φυλαχτό.

— Ποιο φυλαχτό;

— Εσένα, ψυχούλα μου…

Έφτασε ως τόσο κ' η μέρα του γάμου. Από την προπαραμονή άρχισαν νάρχωνται πλήθος τα δώρα. Οι σκορπισμένοι κολλήγοι σαν έμαθαν το συγκέσιο πήρανε θάρρος. Εκείνοι που δούλευαν στα κοντινά χτήματα έστειλαν τα κανίσκια τους κ' ειδοποίησαν πως θα παρασταθούν κ' οι ίδιοι στα στέφανα· όσοι ήταν μακρυά στείλανε πλουσιώτερα δώρα και μεγαλείτερες ευκές. Μα το δώρο που ευχαρίστησε περισσότερο τους νιους ήταν του Αλαμανού. Ήρθε από βραδύς με το ταχυδρομείο. Ο Δημητράκης χάλασε ανυπόμονα τις σφραγίδες του, έκοψε τα δεσίματα, έσκισε το τύλιγμα κ' έβαλε τις φωνές.

— Ελπίδα — Ελπίδα· έλα να χαρής.

— Τ' είνε; τι τρέχει; τον ρώτησε κείνη ανεβαίνοντας τη σκάλα.

 — Ο Αλαμάνος μας στέλνει το βιβλίο του· να το. Μωρέ το σκυλί!
πότε το κατάφερε κιόλας!

Κ' έδειξε στην κόρη ένα μεγάλον τόμο από δυο χιλιάδες σελίδες σχήμα όγδοο.

 — Η ψυχή των Ευμορφόπουλων ίδια κι απαράλλαχτη· διάβασε
κυττάζοντας κατάματα την κόρη.

— Εύγε του· είπε η Ελπίδα ενθουσιασμένη.

Ακκούμπησε στον ώμο του κι άρχισαν να ξεφυλλίζουν το βιβλίο και να τρώνε με το μάτι τις σελίδες του. Ήταν αλήθεια βαθιάς σπουδής σύγγραμμα. Άρχιζε από τα Βυζαντινά χρόνια, πέρναε στα χρόνια της σκλαβιάς και τελείωνε στον Αντρέα τον Ευμορφόπουλο — Αντρέα τον Ελευθερωτή, όπως τον έλεγε. Δεν ήταν βιβλίο παρά καθρέφτης. Κάθε Ευμορφόπουλος φαινόταν εκεί μέσα ίδιος κι απαράλλαχτος όπως ήταν στην εποχή που έζησε. Ένας καταλαχάρης άνθρωπος θάλεγε πως αυτοί όλοι ήταν ξεχωριστοί κι άμοιαστοι μεταξύ τους. Ο Αλαμάνος όμως με τη βαθιά του κρίση απόδειχνε στον πρόλογο και στα σχόλια του βιβλίου πως όλους τους ένωνε το ίδιο αίσθημα, ίδια αντίληψη της ζωής, κοινές ελπίδες και κοινές πρόληψες. Η διαφορά ήταν απ' όξω, μα από μέσα όχι.

Απάνω στη χαρά τους φάνηκε ο Αριστόδημος στη σκάλα. Μα ήταν σε κακή κατάσταση· το καπέλλο του τσαλακωμένο, το φόρεμά του λασπωμένο κι ο λαιμοδέτης του λυτός. Είχε μάλιστα και μια γρατζουνιά στη μύτη.

— Τι έπαθες; τον ρώτησε η Ελπίδα, τρέχοντας φοβισμένη κοντά του.

— Τίποτα, δεν είνε τίποτα. Μα τι κόσμος, μωρέ παιδιά, τι κόσμος!… να μη θέλη ν' ακούση το συμφέρον του!

— Τι σου συνέβη; τον ρώτησε κι ο Δημητράκης από τη θέση του.

— Να, εκείνος ο παλιάνθρωπος ο Κουρδουκέφαλος. Ξέρεις, μια βδομάδα τώρα καθόμουν απ' τη φράχτη μας κ' έβλεπα την καλλιέργεια πούκανε. Μα τι έκανε; Την κακή του ημέρα. Δέντρα, δέντρα, δέντρα· τον αποδάσωσε τον τόπο. Και τι; όλα ανάκατα, φύρδην — μίγδην. Σήμερα λοιπόν δε βάσταξα! Να χαθή, είπα· ας πάω να τον συμβουλέψω. Τι θα είπη πως μου πήρε το χτήμα· αύριο πάλε το παίρνω.

— Σωστό· εψιθύρισε ο Δημητράκης σοβαρά.

— Πήγα λοιπόν κι άρχισα να τον ορμηνεύω: όχι τούτο, όχι κείνο· έτσι τούτο, έτσι κείνο. Μα αυτός τη δουλειά του· δεν ήθελε να μ' ακούση…

— Δεν τον άφινες να κάνη ό,τι θέλει· του είπε η Ελπίδα.

— Ό,τι θέλει! πως θα τον αφήσω να κάνη ό,τι θέλει! Πιάνω, που λες, μια μηλιά που είχε φυτεμένη δίπλα σε καρυά, την ξερριζώνω και τη βάνω παραπέρα. — Να, μωρέ κουλούκι, του λέω· εδώ είν' η θέση της. Εκείνος θύμωσε· αρπάζει τη μηλιά απ' το χέρι μου και μου δίνει μια σπρωξιά. Να, έτσι έπεσα και λερώθηκα… Μα τι στραβόκοσμος! τι στραβόκοσμος!..

— Τι ήθελες ν' ανακατωθής του λόγου σου, είπε ο Δημητράκης.

 — Γιατί, κύριε! τον ρώτησε ο Αριστόδημος με θυμό. Το μυαλό δεν
τόχει κανείς μοναχά για τον εαυτό του· τόχει και για τους ξένους.

Έβγαλε από την τσέπη του ένα πούρο, τ' άναψε και κύτταξε περιφρονητικά τους δυο νέους.

— Τι διαβάζετε; τους ρώτησε.

— Μόλις το λάβαμε· για ιδές το και συ· είπε ο Δημητράκης, δίνοντας του το βιβλίο, περίεργος να ιδή την εντύπωση που θα τούκανε.

Εκείνος το πήρε· μα μόλις διάβασε τον τίτλο και τ' όνομα του συγγραφέα το γύρισε πίσω.

— Αυτός είν' ένας επιπόλαιος· είπε· ένας αγράμματος… Αυτό μας έμεινε, να μας δείξουν οι ξένοι το σπίτι μας!… Εγώ το είπα, το λέω και θαν το λέω ως που να πεθάνω· μόνον ένας Ευμορφόπουλος μπορεί να γράψη για τέτοιο ζήτημα…

Ο Δημητράκης φουρκίστηκε· τούρριξε άγριες ματιές κ' ήταν έτοιμος να λογοπιαστή.

— Σσ… του σφύριξε η Ελπίδα στ' αφτί ανασηκώνοντας τους ώμους της. Μπα! βλέπεις Τι γράφει στο γράμμα; θάρθη, λέει, στο γάμο και θα μας στεφανώση αν θέλουμε. ..

 — Αν θέλουμε! ακούς αν θέλουμε· είπε χαρούμενος ο Δημητράκης,
παίρνοντας το γράμμα από τα χέρια της.

Ο Αριστόδημος πηγαινορχόταν απ' άκρη σ' άκρη στην ταράτσα, κουνώντας το ραβδί και καπνίζοντας το πούρο του αφρόντιστα.

 — Δε μου λες· από τους άλλους δεν είχατε τίποτε; στάθηκε άξαφνα
και ρώτησε το Δημητράκη.

— Ποιους άλλους ;

— Να· τον Περαχώρα. .. το Γκενεβέζο…

— Όχι.

 — Περίεργο! πολύ περίεργο!… τους περιποιήθηκα τόσο και να μη
στείλουν ένα γράμμα!

Κι άρχισε πάλε το σουλάτσο του νευρικός, μασώντας το πούρο του, τρικλίζοντας κάποτε και συχνοψιθυρίζοντας:

— Ούτ' ένα γράμμα!… ούτ' ένα γράμμα! περίεργο!

— Θάχουν πολλές δουλειές· είπε η Ελπίδα στο βρόντο.

— Α, ναι· έχεις δίκιο· έχεις μεγάλο δίκιο! Θα έχουν δουλειές· αλλοιώς δεν ημπορούσαν να μας λησμονήσουν.

Και αμέσως ησύχασε. Έκραξε ψι…,ψι…ψι…τη γάτα πούβγαινε κείνη την ώρα από το γραφείο του, την πήρε στα χέρια κι άρχισε να την φιλή τρυφερά, να την χαϊδεύη και να τρίβη το κεφάλι της στο πρόσωπό του. Εκείνη τον πλήρωνε με τα ίδια χαϊδολογήματα. Σκάλωνε απάνου του με μισοκλεισμένα μάτια, λάου — λάου σα να πήγαινε ν' αρπάξη κάτι τι πίσ' από το κεφάλι του. Άξαφνα όμως έσκουξε δυνατά· νιάου! Ο Αρχαιολόγος της έσφιξε την ουρά. Κι άμα την κατάλαβε πως πονεί την έσφιξε δυνατώτερα. Η γάτα έκανε χίλιους τρόπους για να γλυτώση από τα χέρια του. Νιαούριζε, σπαρτάριζε, κάρφωνε τα νύχια της στα φορέματα του. Μα εκείνος ήσυχος, με κρύο χαμόγελο την κύτταζε και τις τράβαε τ' αφτιά, της στραγγούλιζε τα πόδια, της έσφιγγε το κεφάλι.

 — Μα τι σου κάνει το ζω και το πιλατεύεις; του είπε ο Δημητράκης
από τη θέση του.

Εκείνος τη δουλειά του· η γάτα παράδερνε στα χέρια του και νιαούριζε απελπισμένα.

 — Μα είσαι τύραννος! του φώναξε η Ελπίδα με θυμό, βγάζοντας το ζω
από τα χέρια του.

— Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων, φώναξε ο Αριστόδημος μη δίνοντας προσοχή στα λόγια της, τιμιώτερον και αγιώτερον και σεμνότερον εστίν η πατρίς!….

— Μπράβο! ξέσπασαν χεροκροτώντας οι νέοι.

Το τι γίνηκε ανήμερα δε μολογιέται. Ήταν μέρα χινοπωριάτικη, κατσουφιασμένη και κρύα. Τα φύλλα πέφτανε αργά ένα — ένα κ' έστρωναν το χώμα με κόκκινο ταπί· οι περικοκλάδες που σκάλωναν στους τοίχους ανατρίχιαζαν από τη γύμνια. Το κλήμα που γενιάστηκε από το σπίτι της Ελπίδας ο Δημητράκης σκέπαζε πέρα — πέρα την αυλή. Ήταν άφυλλο από τον καιρό· μα τα κλαριά του θρασομανούσαν ψηλά και χαμηλά, λες κι ανυπομονούσαν ν' αγκαλιάσουν το άπειρο. Δίπλα το ρέμμα κύλαε θολά νερά, βροντομαχώντας κι αφρίζοντας. Η βρύση της αυλής έτρεχε ακόμη με μουρμουρητό, σα φλύαρο στόμα γριάς που λέει τα ευτυχισμένα χρόνια της. Και το σπιτάκι με τους μουχλιασμένους τοίχους και τη μαύρη του σκεπή, φαινόταν βυθισμένο σε συλλογή. Μα ήρθαν οι άνθρωποι κι άλλαξαν για μιας μέσα κι όξω την όψη του. Μπαμ — μπουμ εδώ· μπαμ — μπουμ! εκεί· φωνές, αντάρες, γέλοια, κακό! η χαρά ξεχείλιζε. Οι κολλήγοι πλάκωναν μπουλούκια — μπουλούκια παστρικαλλαγμένοι και καλόκαρδοι. Φέρνανε σφαχτά, φέρνανε ψωμιά, κουβαλούσαν φορτώματα κρασί ξεδιαλεγμένο. Μερικοί ωδηγούσαν βόδια ζωντανά, ταύρους άζευτους κι αμουνούχιστους· άλλοι άλογα βαρβάτα· άλλοι κριάρια χρυσοκέρατα. Ήρθε κι ο γιος του Χαγάνου σταλμένος από τον πατέρα του με πολλή παρουσία. Καβαλλίκευε χρυσοκάπουλη μούλα κ' είχε γύρω του έξη κολλήγους πεζούς μα χρυσοφορεμένους σα βασιλόπουλα. Άλλος κολλήγας από πίσω ωδηγούσε αράπικο άτι σελοχαλινωμένο για το γαμπρό. Ήρθε κι ο Μήτρος ο Γλάμης μαζί με το Βασίλη Ζάρακα με δώδεκα μουλάρια φορτωμένα όσπρια τ' αποδοσίδια της γης τους. Κοντά στο μεσημέρι φάνηκε κι ατός του ο Θεομίσητος φτωχόρρουχα ντυμένος· μα το κανίσκι του ήταν όλως διόλου αταίριαστο με τη φορεσιά του· ήταν ένα λάφι περήφανο με κέρατα χρυσά και με χρώματα αφύσικα.

Ο Ζάρακας πειράχτηκε που είδε τέτοιο δώρο κ' ηθέλησε να τον κεντήση.

— Μεγάλο δεντρί φυτεύεται σήμερα δίπλα σου, κουμπάρε· του είπε με κάκια. Σε κάνα — δυο χρόνια θα ρίξη τον ίσκιο του ίσα στο περβόλι σου. Να πάρης, λέω, τα μέτρα σου από τώρα μη σου ξεράνη τα κλήματα…

 — Α! τάχω φυλαμένα και δε φοβάμαι, τ' απάντησε μ' αδιαφορία
εκείνος.

 — Κι αν τα ξεράνη, τάχα δεν τα ξεκολλώνομε; είπε ο Μπαλαούρας. Κ'
εμείς δουλειά θέλουμε.

— Δε θα σε βάλω σε κόπο· είπε σε κείνον ο Θεομίσητος.

Δεν ήθελε να δείξη πως το σκέφτεται καθόλου, μα μέσα του δούλευε το σκουλήκι. Δεν έβλεπε με καλό μάτι το γάμο. Η δραστηριότη του Δημητράκη από καιρό τον ανησυχούσε· στην προκοπή εκεινού έβλεπε φως φανερά το δικό του θάνατο. Τόβλεπε αυτός όπως τόβλεπε κι ο Χαγάνος. Μα δεν ήθελαν να το φανερώσουν.

Ο Αριστόδημος όμως έπιασε γι' αυτούς μεγάλη φιλονεικία με τον αδερφό του. Ήθελε να τους διώξουν από το γάμο· να μη δεχθούν ούτε αυτούς ούτε τα δώρα τους.

 — Αυτοί, μωρέ παιδί μου, δεν ήρθαν γι' άλλο παρά να μας
εξευτελίσουν έλεγε θυμωμένος.

 — Κάτσε ήσυχος, κάτσε ήσυχος, μωρ' αδερφέ, που θα διώξουμε τον
κόσμο! τούλεγε ο Δημητράκης. Ταχυά και μεις τους τ' αποδίνουμε.

Τυχερό εκείνη την ώρα πλάκωσε κι ο Αλαμάνος κι έτσι κόπηκε η φιλονεικία τους. Ο νέος σοφός έτρεξε αμέσως να σφίξη τα χέρια ολονών, να δικαιολογηθή για την άργητά του.

— Δεν ξέρετε, είπε γυρίζοντας από τον ένα στον άλλο· χίλιες δυο δυσκολίες βρέθηκαν στο δρόμο μου. Φαντασθήτε! Το ποτάμι της Καμινίτσας το πέρασα μέσα· έπλεξα σαν παπί.

— Θα είσαι βρεμένος; είπε η Ελπίδα, κυττάζοντας τα ρούχα του ανήσυχα.

— Όχι, άλλαξα — είχα ρούχα μαζί μου.

 — Α, εσείς! όλα τα νικάτε· όλα τα προβλέπετε και τα νικάτε! είπε
ο Δημητράκης θαμάζοντάς τον.

 — θα λυπούμαστε πολύ αν δεν ερχόσουνα, του πρόσθεσε η Ελπίδα· εγώ
κι ο Δημητράκης ανησυχούσαμε.

 — Κ' εγώ το ίδιο, κ' εγώ το ίδιο· μα μπορούσα να μην έρθω σε
τέτοια χαρά!…

Ο Αριστόδημος συγκινήθηκε από την καλοσύνη του. Περίεργο! δεν τόλπιζε νάχη τέτοια αισθήματα αυτός ο βάρβαρος σοφός! Ενώ εκείν' οι άλλοι ούτ' ένα γράμμα δεν έστειλαν ούτ' ένα γράμμα! Τι θα ειπή; μπορούσαν νάχουν όσο ήθελαν αντίθετες ιδέες με το Δημητράκη. Άσε πούπρεπε ναρθούνε και στο γάμο· μα ούτ' ένα γράμμα!

— Εντούτοις τους περιποιήθηκα τόσο! Έκαμα τόσας θυσίας προς χάριν τους· αχάριστοι! Είπε πικροκαταπίνοντας.

Και πήγε ίσα στον Αλαμάνο· τούσφιξε για δεύτερη φορά το χέρι, έπειτα στάθηκε αντίκρυ του κ' ετοιμάστηκε να βγάλη λόγο. Ήθελε να συγχαρή το νέο σοφό που έλαβε την τιμή να βρεθή σ' ένα τέτοιο γάμο — γάμο του Ευμορφόπουλου! — και να κατηγορήση τους άλλους για την αχαριστία τους. Έννοια σου και θαν τους έλουζε για καλά.

Μα εκείνη τη στιγμή μπήκε ο παππάς κι άρχισε το στεφάνωμα. Ο
Αριστόδημος αναγκάστηκε ν' αναβάλη την εκδίκηση του για το βράδυ.

— Το βράδυ στο τραπέζι θα είνε καλήτερα — σκέφτηκε κ' ησύχασε.

Μόλις όμως άρχιζε το Ησαΐα χόρευε, μπήκε χαρούμενος ο Κουτρουμπής και του σφύριξε στ' αυτί:

— Ήρθανε.

— Ποιος;

— Ο Περαχώρας κι ο άλλος· οι σοφοί. ..

— Αλήθεια! φώναξε, πηδώντας όξω από την πόρτα.

Έτρεξε, τους βόησε να κατεβούν από τάλογα, τους ρώτησε μην είνε κουρασμένοι, έκαμε χίλιους τρόπους για να δείξη τη χαρά του που τους ξανάβλεπε.

— Το έλεγα κ' εγώ, το έλεγα· δεν ημπορούν να λησμονήσουν τους παλαιούς των φίλους.

— Α! ποτέ! ποτέ!… είπε ο Περαχώρας.

— Τους παλαιούς και τους νέους· επρόσθεσε ο Γκενεβέζος.

Το βράδυ που ετοιμαζόταν το τραπέζι, τα δυο αδέρφια λογόφεραν πάλε. Ο Αριστόδημος ήθελε σώνει και καλά να βάλουν στην τραπεζαρία και το άγαλμα της Δόξας. Έτσι θα τόβλεπαν όλοι οι καλεσμένοι και θα τους καθόταν καρφί στα μάτια.

 — Ηθέλησαν να μας δείξουν τα πλούτη τους· να τους δείξουμε και
ημείς τα ιδικά μας.

 — Μα τώρα θα μας μάθουνε! τούλεγε μαλακά ο Δημητράκης· τη Δόξα
μας όλοι την ξέρουν.

 — Ας την ξεύρουν να την ιδούν πάλι· επίμενε ο Αριστόδημος. Τέτοιο
αριστούργημα δεν το βλέπει κανείς μια φορά!…

Ο Δημητράκης δε βάσταξε.

— Επί τέλους εγώ δε γίνουμε γελοίος με τις παραξενιές σου! είπε· οι άνθρωποι ήρθαν να γλεντίσουν δεν ήρθαν να σπουδάσουν καλλιτεχνία.

— Καλά· τότε κ' εγώ δεν κάθημαι στο τραπέζι. Ο Δημητράκης έτρεμε από τη φούρκα του· τα μάτια του έβγαζαν σπίθες. Ήταν έτοιμος να σηκώση το χέρι του και να του δώση κατάμουτρα. Μα εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα η Ελπίδα με το νυφιάτικο φόρεμά της, λάμποντας όλη από χαρά και νιάτα.

— Τι πάθατε; είπε χαμογελώντας· απ' όξω σας ακούνε· δεν ντρεπώστε!…

— Να, άκουσέ τον κ' εσύ! είπε ο Δημητράκης αφίνοντάς τους.

Η Ελπίδα σαν άκουσε το θέλημά του Αριστόδημου στάθηκε αποσβολωμένη. Μπα ντροπές μας! Γρήγορα όμως συνήρθε, τον έπιασε από το μπράτσο και του ψιθύρισε χαδιάρικα :

— Ας τον αυτόν δεν ξέρει τι του γένεται· εσύ έχεις δίκιο· καλά του λες…

Εκείνος φούσκωσε σα διάνος.

— Δόξα σοι ο Θεός! φώναξε χαρούμενος· να που εύρα άνθρωπο να συνενοηθώ…

— Μα δεν κάνουμε καλήτερα ένα πράμα;

— Τι;

— Έπειτ' από το τραπέζι να δώσουμε τον καφέ στο γραφείο σου· έτσι θα ιδούν όχι μόνο τη Δόξα μα και τάλλα ταρχαία· έτσι είνε φυσικώτερο· έ, δεν είνε ;

— Βέβαια· παραδέχτηκε ο Αριστόδημος ημερώνοντας· μα θα γίνη· δε θα με γελάσης.

— Να σε γελάσω! τι λες; Να ιδής που κ' εγώ έλεγα κάτι τέτοιο να τους κάνουμε, μα δεν ήξερα πώς. Καλά που το σκέφτηκες. Μα εγώ πάντα τόλεγα πως έχεις κεφάλι του λόγου σου, έχεις γερό κεφάλι!… Και τι φούρκα που θαν την πάρουνε! του πρόσθεσε γελώντας και σέρνοντάς τον ευχαριστημένον στην τραπεζαρία.

— Τα κατάφερες; — μπράβο σου! της είπε σιγά ο Δημητράκης.

— Τι να κάμης; στα παιδιά πρέπει να μιλάη κανείς παιδιάτικα…

Στο τραπέζι κάθισαν ένας κ' ένας οι επίσημοι. Η Ελπίδα είχε στα δεξιά της τον Αλαμάνο και σταριστερά το Δημητράκη. Ο Αριστόδημος κάθισε ανάμεσα στο γιο του Χαγάνου και στο Θεομίσητο. Τις άλλες θέσες τις είχαν ο Ζάρακας, ο Γλάμης, ο Περαχώρας, ο Γκενεβέζος, κι' άλλοι. Έξω στην ταράτσα και κάτω στην αυλή οι κολλήγοι ετρωγόπιναν και τραγουδούσαν παινέματα για τη νύφη και για τον γαμπρό. Κάθε τόσο έφταναν απάνω σαν ομοβροντία οι φωνές τους.

— Να ζήσουν τα παιδιά μας ! να ζήσουνε ! και με γιους ! . . .

— Μακάρι Παναγιά μου, μακάρι· και σταρχοντόπουλά σας ! τους εύχονταν οι Μαλαματένιοι.

Τρέχανε κ' οι δυο από παρέα σε παρέα, έπαιρναν κ' έδιναν ευκές, κουβαλούσαν φαγιά, κρασιά ό,τι ζήταγαν. Φρόντιζαν να μη φύγη παραπονεμένος κανείς. Ο γέρος κάπου κάπου τράβαγε και κανένα κρασάκι· η γριά θύμωνε και μουρμούριζε·

— Πιε ντε ! πιε ναν το ξαραθυμίσης.

— Και βέβαια θα πιω ! θα πιω ! γιατί όχι ; το παιδί μου παντρεύω σήμερα· το παιδί μου !

— Παιδί σου κι άλλη μια βολά.

— Μη με σκας, γυναίκα ! μη με σκας και θα στο φωνάξω. Μα τον ύψιστο θα στο φωνάξω . . .

— Τι θα φωνάξης ;

— Τι ; να, ξέρω γω γιατ' είσαι θυμωμένη.

— Γιατί ;

— Ζηλεύεις τη νύφη απόψε· να γιατί!

— Να χαθής, σκατζόχερα.

Την ώρα που πλησίαζε να τελειώση το τραπέζι, ο Αλαμάνος σηκώθηκε να κάμη την πρόποση. Με το ποτήρι στο χέρι μίλησε απλά και σύντομα. Είπε πως ήταν σημαντικός στην ιστορία ο σημερνός γάμος. Αποδώ κι ομπρός άρχιζε νέα ζωή για τους Μορφόπουλους. Παίνεψε την προκοπή του γαμπρού· παίνεψε την υπομονή και την ωμορφιά της νύφης. Στο τέλος ανάφερε με τέχνη την αχορταγιά του Κουρδουκέφαλου και τη θυσία της Ελπίδας.

— Δε θέλω να προσβάλλω κανένα, είπε· μα δίχως αυτή τη θυσία σήμερα ίσως δε θα είχαμε την τιμή να βρισκώμαστε κάτω από μια τόσο δοξασμένη στέγη.

Όλοι χεροκρότησαν το τέλος της πρόποσης· ένας με τον άλλον άρχισαν ν' αδειάζουν τα ποτήρια και να συγχαίρουνται τη νύφη για τη πράξη της. Μα ο Αριστόδημος πειράχτηκε· πήρε για προσβολή τα υστερνά λόγια του Αλαμάνου.

— Να είστε βέβαιοι, είπε από τη θέση του, πως και άνευ της Ελπίδος το σπίτι των Ευμορφόπουλων δεν θα εγίνετο κτήμα ουδενός· ναι, ουδενός !

— Πιθανόν είπε ο Αλαμάνος.

 — Όχι πιθανόν· είνε βέβαιον ! είπε ο Αριστόδημος ορθοστεκάμενος.
Τόσο βέβαιον όσο πως είμ' εγώ που σας ομιλώ τώρα.

— Δεν υπάρχει αμφιβολία· είπε ο Μήτρος ο Γλάμης.

— Μάλιστα αφού το λέτε σεις το πιστεύουμε· είπε κι ο Θεομίσητος.

— Μάλιστα, το λέω γω γιατί είμαι γω· ναι, είμαι Ευμορφόπουλος ! φώναξε δυνατά ο Αριστόδημος. Κ' οι Ευμορφόπουλοι - να το ξεύρετε τ' όνειρο και την πράξη τα είχαν ένα· να, έτσι δα, έτσι δα! είπε σφιχτοπλέκοντας τα δάχτυλά του. Εγώ, άφες που το ήξευρα και πριν, μα μου το είπε κ' ένα όνειρο προχθές. Θέλετε ν' ακούσετε;

— Βέβαια, θέλουμε· είπαν όλοι μονόγνωμοι.

— Είμαστε περίεργοι· επρόσθεσε ο Θεομίσητος χαμογελώντας.

— Ακούσατε λοιπόν: Ο Κουρδουκέφαλος έρχεται και μου λέγει: ή τον παρά ή το σπίτι. — Ούτε παρά ούτε σπίτι· τ' απαντώ εγώ αξιοπρεπώς. — Θα σε πολεμήσω! μου λέγει. — Πολέμα! του λέγω. Παίρνω αμέσως τους κολλήγους, τους βάνω στον τράφο, τους δίνω τους γκράδες στα χέρια.

— Βαράτε, λέω, στο κρέας· ίσα στο κρέας· ρουθούνι να μη μείνη! Βγάνω και πέντε κανόνια, πέντε τοπομαχικά και τα στένω στη σκάλα. Να σου κι ο Κουρδουκέφαλος με το φουσάτο του· γιόμισαν οι ράχες· μπροστά τα κανόνια, πίσω ιππικόν του. — Δος μου το σπίτι να μη χυθή άδικα αίμα· μου ξαναλέγει. — Έλα ναν το πάρης τ' απαντώ, μολών λαβέ! — έτσι μίλαγαν οι πάποι μου. Κι αρχίζει το κανόνι· πιάνεται το λιανοτούφεκο: μπαμ! μπουμ! φσ… φσ… μπιμ! μπουμ! μπαμ!… Ορθός εγώ μπροστά στο κανόνι· βροχή οι σφαίρες απάνω μου· φσ… φσ… μπαμ!.. μπουμ!.. μπιμ!….

Η Ελπίδα κι ο Αλαμάνος μετατόπιζαν ένα με τάλλο τα πιάτα, τα ποτήρια, τις λάμπες και τα κεφάλια τους· αν τα λάχαιναν τα γροθοκοπήματά του θα τάκαναν σύψαλα. Ο Δημητράκης έμενε ακίνητος στη θέση του, χλωμός σα θειαφοκέρι και κύτταζε τον αδερφό του με θλίψη. Τον κύτταζαν κ' οι άλλοι κ' έσφιγγαν τα χείλη τους να μη σκάσουν τα γέλοια. Μα εκείνος σα να ήταν ολομόναχος εξακολουθούσε να γροθοκοπάη τον αέρα και να μπομπαρδίζη τον οχτρό του.

— Μπαμ! μπουμ!.. φσ. … φσ…. μπαμ! μπουμ! .. μπιμ! …

Άξαφνα όμως βρόντησαν τα γέλοια. Ο Δημητράκης εμάντεψε τη στενοχώρια των αλλουνών κ' έκαμε την αρχή. Αμέσως εκείνοι άφηκαν ελεύθερη την όρεξη τους. Το σαράβαλο χτίριο βούιξε σαν ταβέρνα. Ο Αρχαιολόγος ξαφνίστηκε και τους κύτταξε με θολά μάτια, σα να τους ρωτούσε την αιτία. Έπειτα όμως συνήρθε, κούνησε το κεφάλι….

— Γελάτε; γελάτε; είπε στα σοβαρά εκεί να σας είχα για να ιδώ αν θα γελούσατε…

Και με κίνημα περιφρονητικό βγήκε από την τραπεζαρία και πήγε στο γραφείο του. Μα εκεί θυμήθηκε, τα σχέδια που έκανε με την Ελπίδα και γαλήνεψε αμέσως. Άναψε τη λάμπα του και κύτταξε περίγυρα. Τα προγονικά λείψανα ήταν όλα στη θέση τους. Πόδια, χέρια, κεφάλια, κορμιά κάθονταν απάνου στα βάθρα τους περήφανα, λες κ' είχαν νικημένο το Χάρο. Σε μερικά διατηρούνταν ακόμα οι βαφές που τους είχε βάλη ο τεχνίτης. Άλλα έδειχναν μ' αναγέλασμα τις πληγές που τους έδωκε σε περασμένα χρόνια ο βάρβαρος καταχτητής· άλλα κρατούσαν απαράλλαχτο το χαμόγελο και τη χαρά του καιρού τους. Μάλιστα κάτι γυναίκεια κεφάλια είχαν τόση γαλήνη στο πρόσωπο και το βλέμμα τους, που έλεγες πως ήταν σημερνές νυφάδες. Πέρα στις γωνιές κάθονταν τα τετράδιά του, κιτρινοφυλλιασμένα και σκουντουφλιάρικα, σα μούμιες βασιλειάδων στις γωνιές μιας πυραμίδας. Κοντά του έστεκαν οι βιβλιοθήκες κι απάνω στη μεσανή καθότανε σα Σφίγγα η γάτα του σπιτιού, ακόμα βουτηγμένη στο άγνωστο όνειρό της. Στον τοίχο κρεμότανε το κέντημα της Ελπίδας κ' έλαμπαν πέρα — δώθε τα χρυσάφια του, σαν διάφανο νερό στα μαύρα χάλαρα λαγκαδιού.

Ο Αριστόδημος το κύτταξε για πολλή ώρα σκεφτικός. Να το ξεκρεμάση ή να τ' αφήση; Τι θάλεγαν οι καλεσμένοι σαν τόβλεπαν ; Θα ντρόπιαζε τους Ευμορφόπουλους ή θα τους τιμούσε περισσότερο; Η δική του γνώμη ήταν να τ' αφήση· μάλιστα τόβρισκε πολύ ταιριαστό. Οι αρχαιότητες και το κέντημα έτσι πλάι βαλμένα, έμοιαζαν στη χάρη σα να ήταν αδέρφια. Έλεγες πως βγήκαν από μια πηγή μεγάλη και πολυπρόσωπη. Μα οι ξένοι; τι θάλεγαν οι ξένοι;

— Μωρέ! φώναξε άξαφνα χτυπώντας το μέτωπό του, σα νάπαθε μεγάλη συφορά.

Η Δόξα δεν ήταν ακόμα στη θέση που της έπρεπε. Μα τώρα δεν του έμενε καιρός. Οι ξένοι όπου κι αν είνε θάμπαιναν να πάρουν τον καφέ τους κ' έπρεπε όπως — όπως να την τοποθετήση. Το σπουδαίο ήταν να μη την ιδούν απάνου στο μαρμαρένιο βάθρο της. Προσπάθησε να σύρη τον κορμό της καρυάς κοντά στο τραπέζι του· μα στάθηκε αδύνατο· πού να μετακινηθή τόσο βάρος! Κ' η ώρα πλάκωνε. Σκέφτηκε τότε να σηκώση τάγαλμα και να ταπιθώση στον κορμό. Ας ήταν κ' εκεί που ήταν δεν πείραζε. Βέβαια κοντά στο τραπέζι ήταν η καλήτερη θέση· μόλις άνοιγε κανείς την πόρτα τ' αντίκρυζε· μα τι να γίνη; τέτοια ώρα — τέτοια λόγια. Αγκάλιασε λοιπόν το άγαλμα και θέλησε να το σηκώση. Κ' εκείνο όμως ήταν βαρύ, πολύ βαρύ για τα χέρια του. Μα η επιμονή και τι δεν κάνει; Έδωκε — πήρε, κατώρθωσε να το σηκώση στην αγκαλιά του. Μόλις όμως θέλησε να κάμη δυο βήματα άρχισε να τρικλίζη κι άπλωσε το χέρι στον τοίχο να κρατηθή. Μα δεν άδραξε παρά μιαν άκρη από το κέντημα. Σύγκαιρα το πελώριο άγαλμα έγυρε ζερβά, εθρυμμάτισε τη μια βιβλιοθήκη και σωριάστηκε με το λάτρη του στο πάτωμα.

Σείστηκε το σπίτι συθέμελο. Οι τραπεζοκαθισμένοι πήδησαν χλωμοί από το φόβο τους. Ο Δημητράκης με τον Αλαμάνο τρέξανε πρώτοι στο γραφείο.

 — Α!… μια γάτα, μια γάτα!… φώναξε ο σοφός, πισωπατώντας στην
πόρτα.

 — Δεν είνε τίποτα· η γάτα της βιβλιοθήκης ξύπνησε, είπε ο
Δημητράκης· εμπρός!…

Βρέθηκαν στο σκοτάδι· η λάμπα είχε πέσει μαζί με το τραπέζι κ' έγινε σύψαλα στο πάτωμα.

 — Αριστόδημε!… πού είσαι Αριστόδημε! αδερφέ! φώναξε ο
Δημητράκης περίτρομος.

— Α!… αίματα… πατάω αίματα!… είπε η Ελπίδα ανατριχιάζοντας.

— Φως!… ένα φως!… πρόσταξε ο Δημητράκης τον Κουτρουμπή· γρήγορα . .

Ο Αλαμάνος έτρεξε στο παράθυρο και τ' άνοιξε με μια γροθιά. Χύθηκε μέσα το γλυκοχάραμα· ένα γλυκοχάραμα κόκκινο σαν πυρκαγιά. Όλοι πισωπάτησαν αχνοί. Ο Αρχαιολόγος κοίτονταν κατάχαμα και μόλις ανάσαινε. Το αίμα έτρεχε από το στόμα και τ' αφτιά του και κοκκίνιζε τις σανίδες· στο μέτωπό του έχασκε φοβερή πληγή. Απάνω στο δεξί του μπράτσο σα σε προσκέφαλο αναπαυόταν άκορμο το κεφάλι της Δόξας. Το ζερβί του χέρι ανάερο έσφιγγε ακόμη την άκρη από το κέντημα. Στο στήθος, στην κοιλιά και στα πόδια του κάθονταν ανάκατα βιβλία και συντρίμμια· άλλα συντρίμμια σκέπαζαν απ' άκρη σ' άκρη το πάτωμα σαν ποταμού κατεβασιά.

— Θρήνος έγινε! είπε με φρίκη ο γιος του Χαγάνου.

— Καταστροφή!… μεγάλη καταστροφή! είπε κι ο Περαχώρας με θλίψη.

 — Πέτρα στην πέτρα — σπάσανε κι οι δυο εψιθύρισε στ' αφτί του
Ζάρακα ο Θεομίσητος.

— Ντροπή επί τέλους! του είπε κείνος αυστηρά.

Η Ελπίδα κι ο Δημητράκης γονατιστοί ζερβόδεξα στον Αρχαιολόγο του σφούγκιζαν τα αίματα κ' έκλαιγαν σιγαλά. Ο Αλαμάνος σκεφτικός προσπαθούσε να τον απαλλάξη από τα συντρίμματα. Μια στιγμή άνοιξε τα μάτια εκείνος και τους κύτταξε περίεργα.

— Γιατί κλαίτε; τους ψιθύρισε· είνε ωραίος τέτοιος θάνατος, πολύ ωραίος!.. είνε ζωή!

Και τάκλεισε πάλι.

— Αχ, κακομοίρη! κακομοίρη!… ρέκαξε τ' αντρόγυνο με ψυχοπόνια.

 — Μα στ' αλήθια κλαίνε ; ρώτησε με απορία ο Θεομίσητος το διπλανό
του.

 — Έτσι φαίνεται· και τέτοιος που ήταν τον ήθελαν. Το λένε αυτοί:
Το αίμα νερό δε γίνεται.

— Έφτασε το φως! είπε ο Κουτρουμπής μπαίνοντας με μια λάμπα.

— Δε χρειάζεται· του είπε ο Αλαμάνος με κρυφή χαρά· ξημέρωσε πια.

Πέθανε· τον έθαψαν τον Αρχαιολόγο.

Κ' έμειναν εκείνοι καλά κ' εμείς εδώ καλήτερα. 1903.

ΠΟΘΟΣ ΚΑΙ ΠΟΝΟΣ

Μπαμ!… εξάφνισε τον αντίλαλο του δάσου κ' έκοψε των πουλιών το λάλημα. Και πριν ακόμα βουβαθή ο σάλαγος, πριν σβύση ο καπνός που έσυρε μαγνάδι ξωτικιάς στο πεύκο πέρα, σκυλί γαύγισε πρόσχαρα, τσαλαπάτησε τα χαμοκλάδια κι άρχισε να πηλαλά σαν άτι στο αμμουδερό ξέφωτο. Σύγκαιρα επρόβαλλε νιος φουστανελλάς, με τη φλοκάτα στον ώμο και στον άλλο το γκραδάκι του· έπειτα χεροπιασμένες του Μήτρου Κούλα η χήρα και Ζαφείρω η θυγατέρα της — λεβεντονιά ασημοφορτωμένη η κόρη, σάψαλο χρονών και φτώχιας η μάννα. Και παραπίσω φάνηκε αργά ένα γαλανομμάτικο βλαχάκι με κόμματο ψωμιού στα δόντια, ανίδεο κι αδιάφορο για τη χαρά της νιας και της γριάς το βάσανο. Και σαν εκείνο ανίδεα κι αδιάφορα στέκανε γύρω τα δέντρα, τα χαμοκλάδια, τα λούλουδα και παραπίσω ψήλωναν τα βουνά και παραπάνου ο ήλιος, άγουρος αγκάλιαζε τα πάντα

 — Σαν φτάσης στα κρύα νερά και τα πολλά τα δάσα μη μας ξεχνάς,
Ζαφείρω μου.

— Όχι, μάννα μ'! .. . όχι, μάννα μ'!…

— Σα μπαίνης πρώτη στο χορό και σα γλεντάς στην τάβλα, μη μας ξεχάσης, θύγω μου.

— Όχι, μάννα μ'!… όχι, μάννα μ' …

— Σα βάνης την αρματωσιά και τη βαρειά φλοκάτα, να μην ξεχνάς της μάννας σου την τρύπια τη σεγκούνα.

— Όχι, μάννα μ'! .. , όχι, μάννα μ'! …

Ανήσυχα η Μητροκούλενα ζητούσε την αλησμονιά κ' η κόρη πρόθυμα την υποσχότανε. Η μια την ήθελε ακοίμητη, νευρική· η άλλη την έδινε απεριόριστη, αποκλειστική, αιώνια. Η μια ζητιάνευε κ' η άλλη σπαταλούσε. Μα κ' οι δυο τους σφραγίζανε το χωρισμό με δάκρυα πολλά, μ' αναφυλλητά. Κ' εκεί που ζητούσε η γριά, φανταζότανε την καλύβα της σκουντουφλιάρα, παντέρημη και ζύγωνε στη νια να γίνη ένα μαζί της, λες κ' ήθελε να πάρη τη δροσιά και τις ελπίδες της. Κ' εκεί που υποσχότανε η κόρη, σφούγγιζε με το μανικοπουκάμισο τα δάκρυά της και κύτταζε τον άντρα της ποθητά κ' έβλεπε το μονοπάτι που ξετυλιγόταν μακρυά, μέσα στου δάσου τα χλωροκύματα. Και βλέποντας έσερνε ανάλαφρα τα χέρια της απ' τις σφιχτοκλεισμένες παλάμες της γριάς και τίναζε το κορμί, σα να τη στένευαν τα ρούχα της.

Παντρεύτηκε η Ζαφείρω ενός τσέλιγγα το γιο και τώρα έκανε τα Πιστρόφια στο πατρικό της· τα Πιστρόφια και τον αποχαιρετισμό. Αύριο σύναυγα το τσελιγγάτο θ' άφινε το χειμαδιό ν' ανέβη στα βουνά. Ακέριο ξάμηνο θάκανε η Μητροκούλενα για να ιδή την κόρη της. Μονάχα ξάμηνο η και περισσότερο ; ποιος το ξέρει! Μια την είχε· και τα μοναχοπαίδια τα κυνηγούν χίλια κακά. Μα και το ξάμηνο λίγο δεν είνε.

Καλά — καλά δεν πρόφτασε να πιστέψη πως την πήραν από την καλύβα της και λεν να συνηθίση στο χωρισμό της! Μ' αν έρθη θάνατος! κι αν έρθη αρρώστια! Μ' αν η φτώχια γίνη πείνα αγριόδοντη στην πόρτα της! Ποιος θα καθίση παρηγοριά στο προσκεφάλι της; ποιος θα ταγίση το παιδί; Ωιμέ! πικρός που είνε ο πόνος της. Κυττάζει κατάματα την κόρη της, τη σφίγγει στην αγκαλιά της, φιλεί την και ξορκίζει με ολότρεμη φωνή :

— Σα θα γροικάς το βέλασμα και το κουδουνολάσι, μη μας ξεχάσης, θύγω μου.

— Όχι, μάννα μ'!… όχι, μάννα μ'!…

— Έλα, σώνει σου, γριά· αφ' την τώρα να πααίνουμε! … φώναξε άξαφνα ο γαμπρός.

Και τηράζοντας αντίκρυ έδειξε στη γυναίκα του ψηλά το διάσελο. Έπρεπε να φτάσουν εκεί για να ροβολήσουν στις καλύβες τους. Ένα μεγάλο ολανθισμένο αγιόκλημα καθόταν εκεί, σα να περίμενε. Το είδε η γριά και της φάνηκε Χάρος· το είδε κ' η νια, χαμογέλασε.

— Άφσε με, μαννίτσα … είπε ανυπόμονα.

— Ναι· σ' αφίνω … εψιθύρισε η γριά πάσχοντας να κράτηση τ' αναφυλλητό.

Σήκωσε τ' άσαρκα χέρια της, πήρε της νύφης τ' όμορφο κεφάλι, ψήλωσε στα νύχια και κόλλησε τα χείλη στ' αφτί της. Έκαμε να μιλήση· κόμπιασε. Έκαμε πάλι· ξανακόμπιασε. Μα τέλος κάτι κατάφερε να ειπή. Κάτι πικρό και θλιβερό σαν στερνοθέλημα, σαν στερνοφίλημα. Η κόρη πισωπάτησε τρομασμένη, κίτρινη.

— Όχι, μάννα μ'! . , . όχι, μάννα μ'! … αργοψιθύρισε.

— Έλα· πάμε! ξανάειπε ο νιος· έχε γειά, μάννα· έχετε γειά!. . .

Έσκυψε και φίλησε το χέρι της γριάς. Έσκυψε κ' η Ζαφείρω λούστηκαν κ' οι δυο στα δάκρυα.

— Σύρτε στο καλό … σύρτε στο καλό … ευχήθηκε η Μητροκούλενα.

Κίνησε το αντρόγυνο στο δρόμο του: μπροστά ο άντρας με τη φλοκάτα στον ώμο και στον άλλο το γκραδάκι του· πίσω η λεβεντονιά σφουγγίζοντας τα δάκρυα. Στην αρχή ώκνευαν· κάποτε γύρισαν να ιδούνε πίσω τους. Έπειτ' αγνάντεψαν ψηλά το διάσελο· τάχυναν το βήμα τους. Το σκυλί γαύγισε πάλι πρόσχαρα, τσαλαπάτησε τα χαμοκλάδια, πήρε πηλαλώντας τον ανήφορο. Τα πουλιά ξανάρχισαν το λάλημα. Τ' ασήμια της λυγερής γέλασαν απάνου της.

Η Μητροκούλενα έβαλε το χέρι στα μάτια να ρίξη το φως τους στη διαβάτισσα χαρά. Είδε τη φουστανέλλα του γαμπρού ν' αρμενίζη στις πρασινάδες. Είδε το φεγγοβόλημα των ασημιών της νύφης, τα χτυπητά χρώματα της φουστανοποδιάς να παίξουν στα δροσολουσμένα ρείκια. Άκουσε το γαύγισμα του σκυλιού· των πουλιών το λάλημα. Μιαν άφαντη παλάμη ένοιωσε να σφίγγη δυνατά την καρδιά της.

— Πάμε, δόλιε!… αργοψιθύρισε πιάνοντας από το χέρι το βλαχάκι.

Μπαμ!.. αντιλάλησε σύγκαιρα στη λαγγαδιά. Γύρισε ψηλά· το αντρόγυνο έπαιρνε τον ανήφορο πηδητά — κυνηγητά, σαν ζευγάρι αγριόγιδα στην ώρα της λαύρας τους. Τραγουδούσε ο γαμπρός, κ' ήταν το τραγούδι του χαρά και υπόσχεση. Γέλοιο πηδούσε μικρό και λιγοθυμισμένο από τα πύρινα στήθη της νύφης. Το χιονάτο αγιόκλημα περίμενε σα νυφιάτικη κλίνη στο διάσελο· έσυρε το ταίρι στους δροσερούς κρυψώνες του.

— Άι — ου! … ρέκαξε η δόλια η μάννα.

1900.