— Κύτταξε!... Περίεργο... Δεν είνε παράξενο να γεννήθηκε σακάτικο αυτό το αρνί, παιδί μου Γιάννη.
Εξηκολούθησεν ησύχως να κατακόπτη το ψητόν, είτα επανέλαβε:
— Πολλά παράξενα σημεία και θάμματα γίνονται 'ς αυτά τα στερνά τα χρόνια... Για βάλε με το νου σου, να φέρω αρνί σακάτικο γεννημένο απ' τη μάνα του, και να μην το καταλάβω!.. Τι να γένη, ας έχη δόξα ο Θεός!
Ο Γιάννης ο Μπουκώσης δεν είπε γρυ. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν, καθ' ην παρετίθετο επί της τραπέζης το ψητόν, ο μπάρμπα-Δημήτρης έκρυψεν επιτηδείως τας δύο στάμνας του νερού οπού είχεν ακόμη γεμάταις, κ' επαρουσίασεν εις την τράπεζαν δύο άδειαις, λέγων ότι δυστυχώς είχε λησμονήσει να στείλη εγκαίρως εις του Χαιρημονά την βρύσιν να πάρη νερόν, και ήτον ανάγκη να υπάγη τώρα κάποιος.
— 'Σ εσένα πέφτει ο κλήρος, παιδί μου Γιάννη, είπεν αποτεινόμενος προς τον Μπουκώσην. Σύρε να γεμίσης τα δυο σταμνιά, νάχης την ευκή του παπά μας, και σε καρτερούμε, δεν τρώμε... Πάρε και μια αναμμένη λαμπάδα να βλέπης στο δρόμο, και πάτει γερά, ώμορφα ώμορφα... να μη σπάσης τα σταμνιά, και το πάθης σαν το τραγούδι που λένε... και μας αφήσης κ' εμάς χωρίς νερό.
Ο Γιάννης ο Μπουκώσης επεθύμει ν' αρνηθή, αλλά δεν ετόλμα. Εφορτώθη τα δύο σταμνία κ' εξεκίνησε διά την πηγήν του Χαιρημονά, ήτις απείχε περί τα δύο μίλια, και ήτις έτρεχε τόσον φειδωλή ως το δάκρυ των εξηντλημένων οφθαλμών. Εχρειάζετο σωστήν μίαν ώραν διά να υπάγη να γεμίση τα σταμνία και να επιστρέψη.
Ευθύς ως ανεχώρησεν ούτος, ο μπάρμπα-Δημήτρης ο Καμπογιάννης, έβγαλεν εις το φανερόν τας δύο πλήρεις στάμνας, και επειδή ο ιερεύς δεν εννόει, εξηγήθη και είπεν: — Είχα νερό, μα ήθελα να τονε παιδέψω, τον αφιλότιμο... Ακούς εκεί, να μου κάμη γρουσουζιά χρονιάρα μέρα, να μου κόψη μεζέδες απ' το σφαχτό, ενώ το έψηνα, και να μην πάρω κάβο!...
***
Όταν επέστρεψεν από την βρύσιν του Χαιρημονά, φέρων τα δύο σταμνία ο Γιάννης ο Μπουκώσης, ήτο ήδη ημέρα, το ψητόν είχε καταβροχθισθή, και μόνη η διακριτική φιλαδελφία της θειά Μαθηνώς της Ψευτομετάνισσας, και της θειά Σεραΐνας, της σημαιοφόρου των πανηγυριών, του είχε φυλάξει ολίγα τεμάχια του αμνού διά να φάγη και κάμη Λαμπρήν, ο πειναλέος ανθρωπίσκος.
ΤΕΛΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΩΝ ΗΛΙΑ Ν. ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΡΓΑ Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ ΚΑΙ ΠΩΛΟΥΜΕΝΑ ΕΝ ΤΩ ΗΜΕΤΕΡΩ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΩ
ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
ΔΡΑΧ. 2.50
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ « 2.
50
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΑ
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ «
2.50
1) Κούτρης, (ήτοι κέσφος = κεφαλάς) καλείται παρ'
ημίν το αβάπτιστον άρρεν, Κοσσού δε το θήλυ· Δράκος
και Δρακούλα, καλούνται τα βαπτισμένα βρέφη,
κατόπιν δυσχερούς τινος ή επιφόβου και αντιπαθούς νόσου,
οίον σπασμών, επιληψίας, κτλ. λαμβάνοντα την προσηγορίαν
ταύτην ως αλεξητήριον και φυλακτικόν κατά πάσης βασκανίας.
Εν τω κειμένω ο Κούτρης = σπανός.↩
2) άσ'βος, άσουβος = άβυσος.↩
3) Αι Πράξεις των Αποστόλων αναγινώσκονται, κατά το αρχαίον Τυπικόν, εν τοις ιεροίς μοναστηρίοις αφ' εσπέρας του Μ. Σαββάτου, προ της Παννυχίδος δηλ. και του όρθρου του Πάσχα.↩
4) Ιδιόρρυθμα λέγονται τα μοναστήρια όσα δεν είνε Κ ο ι ν ό β ι α, δεν τηρούσι δηλ. την αρχαίαν αυστηράν κοινοβιακήν τάξιν.↩