[Το ΠΝΕΥΜΑ νεύει του ΑΜΛΕΤΟΥ.
ΟΡΑΤΙΟΣ
Ιδού, σου κάμνει νεύμα
αλλού να πας μαζί του, ωσάν να θέλη κάτι
να φανερώση προς εσένα μόνον.
ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ
Κύττα,
με ήθος πόσο ευγενικό σε καλεί πέρα
εις μέρος πλέον μακρυνόν· όμως μαζί του
μη πας.
ΟΡΑΤΙΟΣ
Όχι, ποσώς, καθόλου.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Αυτό δεν θέλει
ομιλήση· λοιπόν θα το ακολουθήσω.
ΟΡΑΤΙΟΣ
Κύριε, μη το κάμης.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Τι; Ποιος θα 'ναι ο φόβος;
Δεν λογαριάζω ουδέ βελόνι την ζωήν μου·
όσο διά την ψυχήν μου, τι μπορεί να πάθη
από αθάνατο πνεύμ' αθάνατη κ' εκείνη;
Με καλεί πάλι πέρα· θα το ακολουθήσω.
ΟΡΑΤΙΟΣ
Πώς, Κύριέ μου; Και αν αυτό σε ξεπλανέση
εις το ποτάμ' (39) ή 'ς τον φρικτόν βράχον που επάνω
'ς την βάσιν του υψηλός προς τα πελάγη κλίνει,
και πάρη εκεί κάποιαν μορφήν άλλην του τρόμου,
και σου αφαιρέση του νοός την εξουσίαν,
ώστε να σε τρελλάνη; Τούτο συλλογίσου·
βάζει ο τόπος αυτός, χωρίς άλλην αιτίαν,
θανάτου πειρασμούς 'ς την κεφαλήν εκείνου,
'πού την θάλασσαν βλέπει τόσα μέτρα κάτω
και την ακούει να βροντά.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Καλεί με πάλι. —
Πήγαιν' εμπρός· κ' εγώ θέλει σε ακολουθήσω.
ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ
Κύριέ μου, δεν θα πας.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Μακράν τα χέρια, λέγω!
ΟΡΑΤΙΟΣ
Άκουσε! δεν θα πας.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Η μοίρα μου κραυγάζει,
και 'ς το κορμί μου κάθε αρμόν ενδυναμόνει
ωσάν τα νεύρα του θηρίου της Νεμέας (40).
[Το ΠΝΕΤΜΑ νεύει
Καλούμαι ακόμη; — Κύριοι, λύσετέ με, αλλέως θα κάμω πνεύμα εκείνον οπού μ' εμποδίζει. Αφήστε μ', είπα! — Εμπρός, κ' εγώ θ' ακολουθήσω.
[Εξέρχονται ΠΝΕΥΜΑ και ΑΜΛΕΤΟΣ.
ΟΡΑΤΙΟΣ
'Σ απελπισία τον ρίχνει τώρα η φαντασία.
ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ
Ας του πάμε κατόπι, και δεν είναι πρέπον
'ς αυτό να του υπακούμε.
ΟΡΑΤΙΟΣ
Εμπρός, ας πάμε. — Τούτο
πού θα τελειώση;
ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ
Κάτι σαπημένον έχει
το κράτος της Δανίας.
ΟΡΑΤΙΟΣ
Ίσια θα τα φέρη
ο Θεός.
ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ
Αλλ' εμείς κατόπι του να πάμε.
ΣΚΗΝΉ Ε'.
Άλλο μέρος απομακρυσμένο εις τον ΠΡΟΜΑΧΩΝΑ.
Εισέρχονται ΠΝΕΥΜΑ και ΑΜΛΕΤΟΣ
ΑΜΛΕΤΟΣ
Πού θα με πας; (41) Ομίλει· δεν θα προχωρήσω.
ΠΝΕΥΜΑ
Πρόσεχε.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Θα προσέχω.
ΠΝΕΥΜΑ
Προσεγγίζ' η ώρα
'πού 'ς ταις πίσσιναις φλόγαις πρέπει ν' αποδώσω
τον εαυτόν μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Αχ! καϋμένο Πνεύμα!
ΠΝΕΥΜΑ
Όχι,
να μη με συμπονής, και σοβαρά ν' ακούσης
ό,τι θα φανερώσω.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ειπέ, πρέπει ν' ακούσω.
ΠΝΕΥΜΑ
Κ' εκδικητής να γίνης, άμ' ακούσης, πρέπει.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Και τι;
ΠΝΕΥΜΑ
Το πνεύμα εγώ 'μαι του πατρός σου κ' έχω
καταδίκην 'ς την γην την νύκτα να πλανώμαι,
και την ημέραν μες ταις φλόγαις να λιμάζω (42),
ως 'πού το πυρ να καθαρίση όσα' χω πράξη
κρίματα 'ς ταις ημέραις της φθαρτής ζωής
και αν άνωθεν 'ς εμέ δεν ήτο εμποδισμένο
να φανερώσω τα κρυφά της φυλακής μου,
ήθελε ακούσης από εμέ μιαν ιστορίαν,
'πού εις την παραμικρήν της λέξιν να τρομάζη
η ψυχή σου, το νέον αίμα σου να πήξη,
τα δυο σου μάτι' από τους κύκλους των, ως άστρα,
εμπρός να πεταχθούν, τα κολλητά σγουρά σου
να χωρισθούν και κάθε τρίχα ορθήν να στήσουν,
ως η τριχιά του θυμωμένου ακανθοχοίρου·
αλλά 'ς αυτιά 'πό σάρκα κ' αίμα δεν αρμόζει
τούτ' η φανέρωσις αφθάρτου κόσμου. Αμλέτε,
ακροάσου, ακροάσου! Και αν, οπότ' εζούσε,
τον γλυκόν σου πατέρ' αγάπησες, —
ΑΜΛΕΤΟΣ
Θεέ μου! (43)
ΠΝΕΥΜΑ
τον μιαρόν εκδίκ' αφύσικόν του φόνον.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Φόνον;
ΠΝΕΥΜΑ
Και μιαρόν, ως κάθε φόνος και όταν
δικαιολόγησιν έχη, αλλ' όμως ωσάν τούτος
αφύσικος και μιαρός δεν έγιν' άλλος.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Μην αργής να το ειπής, και 'ς την εκδίκησιν μου
θα ορμήσω με πτερά γοργότατα όσον είναι
της θείας προσευχής ή της θερμής αγάπης.
ΠΝΕΥΜΑ
Πρόθυμος είσαι· και, αν αυτό δεν σε κινούσε,
θα 'σουν οκνότερος του χόρτου οπού 'ς της Λήθης
την ακροποταμιά σαπαίνει αναπαυμένα.
Λοιπόν άκουσε, Αμλέτε· ειπώθη κ' επιστεύθη
ότι 'ς τον κήπον μου, ενώ κοιμώμουν, φίδι
μ' επλήγωσεν· ιδού, πώς όλην την Δανίαν
με πλαστόν τρόπον του θανάτου μου απατήσαν·
αλλά μάθε, ω γενναίε, 'πού το φίδι εκείνο
που του πατρός σου την ζωήν πλήγωσε, τώρα
φορεί το στέμμα του.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ω προφήτισσα ψυχή μου!
Ο θείος μου;
ΠΝΕΥΜΑ Αυτό το κτήνος, ο αιμομίκτης, ο μοιχός, με διαβόλου πνεύμα και με δώρα επίβουλα, — ω πνεύμα πονηρόν, ω δώρα τόσον άξια να φθείρουν την ψυχήν του ανθρώπου έσυρε 'ς την αδιάντροπήν του επιθυμίαν την τόσ', ως έδειχνεν, αγνήν βασίλισσάν μου. Αμλέτε, ποίος ξεπεσμός εστάθη εκείνος! Από εμέ, 'πού ευγενώς τόσο την αγαπούσα ώστε με την ευχήν του γάμου αδελφωμένη εβάδιζεν η αγάπη, να ξεπέση 'ς έναν αχρείον και γυμνόν απ' όσαις 'ς εμέ χάρες η φύσις είχε δώση· αλλ' όπως δεν κλονείται η αρετή ποτέ κ' εάν η αναισχυντία με σχήμα θείο προσπαθεί να της αρέση, ομοίως κ' η ασέλγεια (44), και αν τύχη να σμίξη μ' άγγελον φωτεινόν, και αφού την ουρανίαν κλίνην χαρή θα στρέψη 'ς το ψοφίμι. Στάσου! της χαραυγής, θαρρώ, μυρίζομαι τ' αέρι· σύντομα πρέπει να τα ειπώ. Κει 'πού κοιμώμουν 'ς τον κήπον μου μεσημερίς, ως συνηθούσα, ήλθε 'ς την ώραν της μεγάλης μου ησυχίας ο θείος σου κλεφτά, μ' ένα ρογί γεμάτο από χυλόν του καταράτου μηλοχόρτου (45), και 'ς των αυτιών μου ταις αυλαίς έχυσεν όλο το λεπροφόρον αποστάλαγμα, κ' εκείνο με το αίμα του ανθρώπου τόσην έχθραν έχει, 'πού ωσάν υδράργυρος γοργά διαβαίνει 'ς όσαις πύλαις και δρόμους φυσικούς έχει το σώμα, και με σφοδρήν ενέργειαν κόβει ευθύς και πήγει το καθαρό μας αίμα, ωσάν μέσα 'ς το γάλα ξυναίς σταλαγματιαίς· και αυτό 'ς εμέ συνέβη· και ξάφνου επάνω 'ς όλο τ' ομαλό κορμί μου εξέσπασε λειχήνα, ως του Λαζάρου λώβα (46), 'πού αχρεία κλόδα βρωμερή την έκρυβ' όλην. Ιδού, πώς αδελφός τα πάντα, ενώ κοιμώμουν, ζωήν, κορώναν και βασίλισσαν μου επήρε. Εκόπην μέσα 'ς τ' άνθος των αμαρτιών μου, χωρίς να ετοιμασθώ, χωρίς να λάβω μύρον (47), χωρίς μετάληψιν, χωρίς να διορθώσω την ψυχήν μου, αλλά λόγον μ' έστειλαν να δώσω σκυμμένος απ' το βάρος των ελλείψεών μου. Ω φρίκη! ω φρίκη! ω φρίκη! Και αν αίσθησιν έχεις, μη το υποφέρης· μην αφήσης της Δανίας την κλίνην την βασιλικήν κοίτη να ήναι πόθων αισχρών και μιαρής αιμομιξίας. Αλλ' όπως και αν συ μέλλης τούτο να ενεργήσης, φύλαξε την καρδιά σου αγνήν και της μητρός σου κακά να κάμης μη σκεφθής, αλλ' άφησέ την 'ς τον θεόν και 'ς αυτά τ' αγκάθια 'πού 'ς τα σπλάχνα μέσα της κατοικούν, πικρά να την πληγόνουν. Τώρ' αποχαιρετώ σε· η λαμπυρίδα (48) δείχνει ότι σιμόν' η αυγή, και αρχίζει να χλωμαίνη το άνεργό της φως. Ω! χαίρε, Αμλέτε, χαίρε! Να μη με λησμονήσης. [Εξέρχεται.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ω των Ουρανίων
τάγματα όλα! Ω Γη! τι άλλο; και τον Άδην
μ' αυτά θα ενώσω; Αίσχος! Συ, καρδιά μου, βάστα·
νεύρα μου, σεις μη ξάφνου τώρα μου γεράστε,
στηρίξτε με σφικτά! Να μη σε λησμονήσω;
Ναι, καϋμένο μου πνεύμα, ενόσω η μνήμη τόπον
'ς την σαλευμένην τούτην σφαίραν (49) έχει ακόμη.
Να μη σε λησμονήσω; Ναι, από της μνήμης
τον πίνακα θα σβύσω κάθ' ενθύμημά μου
ανούσιο, κοινό, κάθε ρητό παρμένο
από βιβλία, και όσα σχήματα και τύπους
των περασμένων μου καιρών έχ' η νεότης
αντιχαράξη εκεί καθώς τα αισθάνθη κ' είδε·
και μόν' η προσταγή σου μέσα εις το βιβλίο
του εγκεφάλου μου θα ζη μακράν απ' ό,τι
πρόστυχον είναι· μάρτυς μου ο Θεός, τ' ομόνω!
Γυνή (50) ω πόσο διεστραμμένη! Συ, αχρείε!
κακούργε, αχρείε, με γλυκόγελο 'ς τα χείλη!
Το σημειωματάρι (51) μου· θα γράψω τούτο·
να 'χη μπορεί κάνεις γλυκόγελο 'ς τα χείλη
και να ήναι κακούργος· τούτο εις την Δανίαν
[γράφει
τουλάχιστον συμβαίνει· σ' έχω εδώ γραμμένον,
ω θείε μου! — Και πάλιν προς το σύνθημά μου·
είναι· «χαίρε, ω χαίρε, μη με λησμονήσης»,
τ' ωρκίσθηκα.
ΟΡΑΤΙΟΣ [από μέσα.
Πού είσαι, Κύριέ μου;
ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ [από μέσα
Κύριε,
Αμλέτε!
ΟΡΑΤΙΟΣ [από μέσα.
Ο Θεός να τον φυλάξη.
ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ [από μέσα.
Γένοιτο.
ΟΡΑΤΙΟΣ [από μέσα.
Ω Κύριέ μου, ω!
ΑΜΛΕΤΟΣ
Καλέ μου, ω πουλί μου (52),
έλα, κατέβα!
Εισέρχονται ΟΡΑΤΙΟΣ και ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ
ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ
Τι συμβαίνει, Κύριέ μου;
ΟΡΑΤΙΟΣ
Τι νέα, Κύριε;
ΑΜΛΕΤΟΣ
Θαυμαστά!
ΟΡΑΤΙΟΣ
Δεν μας τα λέγεις,
καλέ μας Κύριε;
ΑΜΛΕΤΟΣ
Όχι· τα κοινολογείτε.
ΟΡΑΤΙΟΣ
Εγώ 'χι, Κύριε, 'ς τον Θεόν.
ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ
Ούτ' εγώ, Κύριε,
ΑΜΛΕΤΟΣ
Τι λέγετε λοιπόν; Α! πότε ανθρώπου φρένες
φαντάσθηκαν αυτά; Το μυστικό κρατείτε;
ΟΡΑΤΙΟΣ και ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ
Ναι, Κύριε, 'ς τον Θεόν.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Εις την Δανίαν όλην
δεν σώζεται (53) κακούργος 'πού να μη 'ναι αχρείος
γνωστός.
ΟΡΑΤΙΟΣ
Να μας διδάξη τούτο, Κύριέ μου,
δεν είναι ανάγκη πνεύμα να 'βγη από τον τάφον.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ό,τ' είπες, ορθόν είναι, ορθότατο· και, δίχως
άλλαις περιστροφαίς, καλόν ευρίσκω τώρα
να σφίξωμε τα χέρια και να χωρισθούμε,
εσείς, οπού σας φέρνει ο πόθος και η φροντίδα·
καθένας έχει πόθους, έχει και φροντίδαις,
όποιαις και αν ήναι· ως προς εμέ τον καϋμένον,
θα υπάγω να προσευχηθώ.
ΟΡΑΤΙΟΣ
Τούτα δεν είναι
ειμή λόγια του ανέμου και γεμάτα ζάλην.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Λυπούμαι οπού σας πρόσβαλαν, πολύ λυπούμαι
'ς την τιμήν μου.
ΟΡΑΤΙΟΣ
Ποσώς δεν μας προσβάλλουν, Κύριε.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ναι· πλην, μα τον Θεόν, υπάρχει και μεγάλη,
Οράτιε, προσβολή· (54) και ως προς τ' όραμα εκείνο,
είναι πνεύμα καλό, τούτο να ειπώ σας φθάνει·
και την επιθυμία να μάθετ' ό,τι τρέχει
μεταξύ μας, δαμάσετ' όπως ημπορείτε.
Και τώρα, καλοί φίλοι, ως είσθε φίλοι αρχαίοι,
και σπουδασμένοι και στρατιώταις, μίαν μόνην
χάριν μικρήν ζητώ σας.
ΟΡΑΤΙΟΣ
Κύριε, τι θέλεις;
θα γίνη ευθύς.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Γνωστό μη κάμετ' ό,τι απόψε
είδετε.
ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ και ΟΡΑΤΙΟΣ
Κύριε, ποτέ.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Θα τ' ορκισθήτε.
ΟΡΑΤΙΟΣ
Εις την τιμήν μου, Κύριε.
ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ
Κύριε, 'ς την τιμήν μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Εις το σπαθί μου (55).
ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ
Κύριε, τώρα εδώκαμ' όρκον (56).
ΑΜΛΕΤΟΣ
Εις το σπαθί μου, 'ς το σπαθί μου.
ΠΝΕΥΜΑ [από κάτω.
Ορκισθήτε.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Α! Α! συ, παλληκάρι, τούτο λέγεις; Είσαι
κει κάτω, τιμημέν' εργάτη (57); — Ελάτε· ακούτε
τον άνθρωπον αυτόν 'ς τα κατωκέλλι· στέρξτε
να ορκισθήτε.
ΟΡΑΤΙΟΣ
Τον όρκον, Κύριε, πρόβαλέ μας.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ό,τι έχετε ιδή, ποτέ να μην ειπήτε.
θα ορκισθήτε 'ς το σπαθί μου.
ΠΝΕΤΜΑ [από κάτω,
Ορκισθήτε.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Λοιπόν α π α ν τ α χ ο ύ παρών; Α! πρέπει τόπον
ν' αλλάξωμεν (58)· εδώ περάστε, Κύριοί μου.
Τα χέρια θέστε πάλι επάνω 'ς το σπαθί μου,
και ορκισθήτε ποτέ να μην ειπήτε λόγον
ως προς αυτό 'πού τώρ' ακούσετε (59).
ΠΝΕΥΜΑ [από κάτω.
Ορκισθήτε
ΑΜΛΕΤΟΣ
Καλά τα λέγεις, γέρε χάμουργα! Και πόσο
γλήγορα εργάζεσαι 'ς την γην! Α! σκαπανέας
είσαι καλός! — Και πάλι ας κινηθούμε, φίλοι.
ΟΡΑΤΙΟΣ
Θεέ του Ελέους! αλλά τούτο πράγμα ξένο
είναι πραγματικώς!
ΑΜΛΕΤΟΣ
Και συ λοιπόν ως ξένον (60)
να το καλοδεχθής. Πολλά (61) πράγματα, Οράτιε,
ο Ουρανός έχει και η Γη, 'πού καν δεν είδε
'ς τ' όνειρό της αυτή σας η φιλοσοφία.
Αλλά (62) ελάτ' εδώ, 'σαν πρώτα, ότι ποτέ σας
(να σας σκέπη ο Θεός) — Όσο και αν δείξη ξένο,
παράδοξο, το φέρσιμό μου, καθώς ίσως
θα κρίνω πρέπον 'ς το εξής να πάρω ήθος
αλλόκοτο, μωρό, — δεν θα συμβή ποτέ σας,
όταν 'ς εκείναις ταις στιγμαίς και σεις με ιδήτε,
τα χέρια (63) να σταυρώσετ' έτσι, ή να κουνήστε
έτσι την κεφαλήν, ή λόγος να σας φύγη
αμφίβολος, ωσάν «χεμ! χεμ! ξεύρομε κάτι»,
ή «να ηθέλαμεν!» ή «θα ελέγαμεν, αν ήταν
συγχωρημένον» ή «δεν λείπουν, αν μπορούσαν» (64)
ή μ' ομιλίαις άλλαις ύποπταις να δείξτε
πως ηξεύρετε κάτι από τα πράγματά μου, —
ότι αυτά δεν θα πράξετε (και ας ήναι η θεία
χάρις 'ς την ώραν της ανάγκης βοηθός σας)
ορκισθήτε.
ΠΝΕΥΜΑ [από κάτω.
Ορκισθήτε.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ταραγμένο πνεύμα,
αναπαύσου, αναπαύσου! — Τώρα, κύριοι μου,
'ς εσάς συσταίνομ' όλος μ' όλην την ψυχήν μου,
και ό,τ' ημπορεί πτωχός άνθρωπος, όπως είναι
ο Αμλέτος, να κάμη διά να δείξη πόσην
αγάπην τρέφει προς εσάς, δεν θέλει λείψη,
αν θελήση ο Θεός. Και τώρα μέσ' ας πάμε
όλοι μαζί· και πάντοτε σας εξορκίζω
το δάκτυλο εις τα χείλη επάνω να κρατήτε.
Εξαρθρώθη ο καιρός· της μοίρας πείσμα ω πόσο
πικρόν, εγώ να γεννηθώ να τον διορθώσω.
Και τώρα ελάτε, να πηγαίνωμεν αντάμα.
[Εξέρχονται.
ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ
ΣΚΗΝΗ Δ'.
Δωμάτων εις το σπίτι του ΠΟΛΩΝΙΟΥ.
Εισέρχονται ΠΟΛΩΝΙΟΣ και ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Πάρε και δος του αυτά τα χρήματα, Ρεϋνάλδε,
και αυτά τα γράμματα.
ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ
Θα γίνη, Κύριέ μου.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Καλέ Ρεϋνάλδε, πόσην φρόνησιν θα δείξης
αν, πριν πας να τον εύρης, εξετάσης πρώτα
την διαγωγήν του.
ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ
Κύριε, κατά νουν το είχα.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Εύγε σου, εξαίρετα, λαμπρά, μα την ζωήν μου.
Πρόσεχε τώρα· πρώτα θέλει μου ερευνήσης
τίνες ευρίσκονται Δανοί 'ς τους Παρισίους,
ποίοι και πώς, τα μέσα 'πώχουν, και πού μένουν,
ποια συντροφιά, τι δαπανούν και άμα με τούτο
το κλωθογύρισμα του λόγου μάθης ότι
γνωρίζουν τον υιόν μου, ιδού πώς θέλει φθάσης
ταχύτερα παρ' αν αμέσως ερωτούσες·
δείξε πώς τάχ' από μακρυά μόνον τον ξεύρεις·
«τον πατέρα του» ειπέ «και φίλους του γνωρίζω,
και αυτόν κάπως». Νοείς τούτο, Ρεϋνάλδε;
ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ
Κύριε,
πολύ καλά.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
«Κάπως και αυτόν· όμως» θα λέγης
«ολίγο, αλλ', αν εκείνος είναι οπού απεικάζω,
είν' άτακτος πολύ, 'ς αυτό και αυτό δοσμένος».
και πλάσε εις βάρος του όσα θέλεις· όμως όχι
τόσο χοντρά 'πού να τον ατιμάζουν, — έχε
εδώ τον νουν σου· αλλά θα ειπής ταις τρέλλαις όλαις,
τα λάθη και τα πάθη, οπού 'ναι μαθημένη
η νεότης να εμπλέκη αν έχη ελευθερίαν.
ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ
Λόγου χάριν πώς παίζει.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Ναι, και πώς του αρέσει
να πίνη, να σπαθοκοπά, να θεουλίζη,
να μαλόνη, να βλέπη αμαρτωλαίς· να φθάσης
ημπορείς ως αυτού.
ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ
Τούτο αν ειπούμε, Κύριε,
θε να τον ατιμάσωμε.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Ποσώς, διόλου·
όπως εσύ θ' αρτύσης την κατηγορίαν·
μη πάλι του φορτώσης τ' όνειδος πως είναι
εις άσωτην ζωήν παραδομένος· τούτο
δεν εννοώ· θα χρωματίσης τα κακά του
όμορφα, ωσάν ψεγάδια της ελευθερίας,
μιας φλογερής ψυχής οπού ξεσπά και αστράφτει,
αίματος ζωντανού, 'πού χαλινόν δεν έχει,
πάθημα γενικόν.
ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ
Αλλά, καλέ μου Κύριε, —
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Και προς τι θέλω αυτό να κάμης;
ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ
Κύριέ μου,
τούτο να μάθω επιθυμούσα.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Αυτού, καλέ μου,
είν' όλο μου το σχέδιο, μηχανή, πιστεύω,
μεγάλη· και ιδού πώς. Ενώ συ τον υιόν μου
με τέτοιους ρύπους ελαφρούς χρισμένον δείχνεις,
ως πράγμα, οπού 'ς το μεταχείρισμα ελερώθη, —
εδώ πρόσεχε — αν ο συνομιλητής σου,
αυτός, 'πού τον ψαχνοερωτάς, είδε ποτέ του
'ς τα ελαττώματα εκείνα να 'χη πέση ο νέος,
οπού του μελετάς, μην αμφιβάλης ότι
τούτο μαζί σου το συμπέρασμα θα κλείση·
Άρχοντά μου' θα ειπή ή «φίλε» ή κ' «Εντιμότης»,
όπως η γλώσσα το 'χει και κατά τον τρόπον
'πού ο τόπος συνηθά.
ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ
Κάλλιστα, Κύριέ μου.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Και τότε, φίλε, αυτός αρχίζει, αυτός αρχίζει —
Α! τι 'θελα να ειπώ; Μα την ζωήν μου κάτι
είχα 'ς τον νουν να ειπώ! Πού στάθηκεν ο λόγος;
ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ
Εις το «συμπέρασμα θα κλείση» και εις το «φίλε»
ή κ' «Εντιμότης».
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
'Σ το «συμπέρασμα θα κλείση»
Α! τωύρηκα! ιδού με σέ πώς θε να κλείση·
«Τον κύριον γνωρίζω· χθες εγώ τον είδα
ή και προχθές, ή τότε, ή τότε, με τον δείνα
άνθρωπον ή τον δείνα, και, καθώς το λέγεις,
εδώ να παίζη εκεί με φίλους να μεθάη,
αλλού, την σφαίραν ενώ ρίχναν, να μαλόνη».
Ίσως ειπή και αυτό' «Τον έχω ιδή να εμπαίνη
'ς ένα σπίτι κακό» τουτέστι πορνοστάσι,
και καθεξής· είδες λοιπόν συ, με το ψέμα
δόλωμα, πιάνεις τούτο το γριβάδι αλήθειαν.
Να, πώς εμείς οι γνωστικοί και πνευματώδεις
ευρίσκομε με γύραις, από παρακλάδια
στραβά, τον ίσιον δρόμον· και μ' αυτόν τον τρόπον,
'πού σώχω δείξη και διδάξη, και συ πρέπει
να ξεσκεπάσης τον υιόν μου. Εμπήκες τώρα;
ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ
Εμπήκα, Κύριε.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Χαίρε, και ο Θεός κοντά σου.
ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ
Καλέ μου Κύριε!
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Κρίνε (1) συ την διάθεσίν του
από τον εαυτόν σου.
ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ
Αυτό, Κύριε, θα κάμω
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Και άφησέ τον να λαλή την μουσικήν του (2).
ΡΕΫΝΑΛΔΟΣ
Κύριέ μου, καλό.
[Εξέρχεται.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Υγίαινε!
Εισέρχεται ΟΦΗΛΙΑ
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Οφηλία,
τι έπαθες; τι τρέχει;
ΟΦΗΛΙΑ
Ω! φόβος 'πού μ' επήρε,
Κύριε, —
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Και από τι, 'ς το όνομα του Υψίστου;
ΟΦΗΛΙΑ
Έρραφτα μόνη μέσα 'ς τα δωμάτιόν μου·
ο πρίγκιπας Αμλέτος, με ξεκουμπωμένο
σωκάρδι, ασκούφωτος, με κάλτσαις ξελυμέναις,
βρώμιαις, συρταίς, 'σάν κλάπαις (3), 'ς τ' αστραγάλι,
[και άσπρος
'σάν το υποκάμισό του, με τα γόνατά του
'πού αντικτυπιόνταν, μ' όψιν καταλυπημένην,
ωσάν ο Άδης να τον είχεν απολύση
να ξεστομίση τρόμους, φανερώθη εμπρός μου.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Τρελλός από τον έρωτά σου;
ΟΦΗΛΙΑ
Δεν γνωρίζω,
αλλά τωόντι, Κύριε, το φοβούμαι.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Τι 'πε;
ΟΦΗΛΙΑ
Μ' έπιασε απ' τον αρμόν (4) και, όπως σφικτά μ' εκράτει,
'ς το μάκρος του βραχίονός του οπίσω κλίνει,
και με την άλλην του παλάμην, έτσι (5), επάνω
'ς τα φρύδια του, να ιδή το πρόσωπό μου εβάλθη
ως να 'χε να το ζωγραφίση· και 'ς την στάσιν
αυτήν μένει πολληώρα· τέλος, αφού πρώτα
μου τίναξ' ελαφρά το χέρι και άνω κάτω
εκούνησ', έτσι, τρεις φοραίς την κεφαλήν του,
έσυρε από τα βάθη στεναγμόν του πόνου,
'πού 'θελε ειπής πως θα του ανοίξη όλο το σώμα,
αυτού να ξεψυχήση· κ' ύστερα μ' αφίνει,
και με την κεφαλήν στριμμένην προς τους ώμους
τον δρόμον του εύρισκε χωρίς τους οφθαλμούς του,
ότι χωρίς να τον βοηθούν εβγήκεν έξω,
και ως το τέλος 'ς εμέ προσήλονε το φως τους.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Έλα μαζί μου· θε να ευρώ τον βασιλέα·
έκστασις είναι τούτη ερωτική, που τόσην
την ορμήν έχει οπού χαλά τον εαυτόν της,
και την θέλησιν σέρν' εις έργ' απελπισίας,
όσο πάθος κανέν' απ' όσα εδώ του ανθρώπου
την φύσιν βασανίζουν. Α! πολύ λυπούμαι, —
μήπως τώρ' ύστερα σκληρά λόγια του είπες;
ΟΦΗΛΙΑ
Κύριέ μου, ποσώς· αλλ' ως μ' έχεις προστάξη
του γύρισα τα γράμματά του και του αρνήθην
να τον δεχθώ.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Και αυτό τον έφερε 'ς την τρέλλαν.
Έπρεπ', ωιμέ, προσεκτικά να τον σπουδάσω
καλήτερα· εφοβούμουν μήπως παίζη κ' έχη
σκοπόν να σ' αφανίση' ανάθεμα 'ς εκείνην
την υποψίαν μου! Ναι, φαίνεται ότι σπρώχνουν
την γνώμην τους οι γέροι πέρ' απ' ό,τι πρέπει,
καθώς οι νέοι πάλιν πρόβλεψιν δεν έχουν.
'Σ τον Βασιλέα πάμε· πρέπει να του γίνη
ο έρωτας γνωστός, κ' εάν θα σπείρη μίση,
ότι κρυμμένος πόνους άλλους θα γεννήση (6).
Έλα.
[Εξέρχονται.
ΣΚΗΝΗ Β'.
Δωμάτιον εις το ΚΑΣΤΕΛΙ
Σαλπισμοί. Εισέρχονται ΒΑΣΙΛΕΑΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ και ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Χαίρετε, ω φίλοι, Ροζενκράς και Γυιλδενστέρνη!
Και πόθον είχαμε πολύν να σας ιδούμε,
και ν' αναλάβετε διά μας χρήσιμον έργον
ανάγκην είχαμε· δι' αυτό με τόσην βίαν
σας εμηνύσαμε. Θ' ακούσετ' ίσως κάτι
ως προς την μεταμόρφωσιν του Αμλέτου, κ' είναι
καθώς την λέγω, αφού μ' ό,τ' ήταν πρώτα μήτε
ο έξω άνθρωπος, και μήτε ο μέσα, ομοιάζει.
Τι άλλο τάχα παρ' η θλίψις του θανάτου
του πατρός του εδυνήθη να τον καταντήση
να μη γνωρίζη αυτός τον εαυτόν του πλέον,
να φαντασθώ δεν ημπορώ· και σας τους δύο,
ως παιδιόθεν είσθε συνανάτροφοί του,
και κατόπι αδελφοί 'ς την νειότη και 'ς την γνώμην,
παρακαλούμεν να σας έχωμεν ολίγον
καιρόν εις την Αυλήν μας, και να τον κινήτε
εις ξεφαντώματα μαζί σας να πηγαίνη,
ώστε να δυνηθήτε από ταις ευκαιρίαις
να συνάξετε κάτι, και αν τον βασανίζει
τι άγνωστο 'ς εμάς, κ' εάν φανερωμένο
το πάθος θαύρισκε απ' εμάς την ιατρείαν.
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Κύριοί μου, συχνά διά σας έκαμε λόγον·
ουδ' άλλους δύο 'σάν εσάς ο κόσμος έχει,
'πού εκείνος τόσο ν' αγαπά· και αν να δειχθήτε
θελήσετε 'ς εμάς καλόγνωμοι και φίλοι,
ώστε ολίγον καιρόν να χάσετε κοντά μας,
και φως με σας εις ταις ελπίδες μας να ιδούμε,
διά την επίσκεψιν αυτήν θα 'χετε χάρες,
όπως βασιλική ταις δίδει ευγνωμοσύνη.
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Μεγαλειότατε και Μεγαλειοτάτη,
ως είμασθε 'ς την φοβερήν σας εξουσίαν,
δύναται 'ς ό,τι θέλ' η σεβαστή σας χάρις,
όχι να μας παρακαλή, να μας προστάζη.
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
Ιδού, και οι δύο την υποταγήν μας και όλον
τον εαυτόν μας εις τα πόδια σας με ζήλον
εθέσαμ', έτοιμοι 'ς την κάθε προσταγήν σας.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Ευχαριστώ σε Ροζενκράς, κ' ευγενικέ μου
συ, Γυιλδενστέρνη.
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Ευχαριστώ σε, Γυιλδενστέρνη,
κ' ευγενικέ μου Ροζενκράς. Να επισκεφθήτε
ευθύς, θερμά παρακαλώ σας, τον υιόν μου,
'πού τόσον άλλαξεν, ωιμέ! — Σεις των κυρίων
[Προς τους ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣ
δείξετε αμέσως πού θα εύρουν τον Αμλέτον.
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
Να ευδοκήση ο Θεός χαράν αυτός να λάβη
κ' ελάφρωσιν απ' την δικήν μας παρουσίαν,
και απ' όσα προσπαθήσωμε.
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Ο Θεός να κάμη!
Εξέρχονται ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ και ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ
Εισέρχεται ΠΟΛΩΝΙΟΣ
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Οι πρέσβεις, σεβαστέ μου, από την Νορβηγίαν
επέστρεψαν φαιδροί.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Καλών ειδήσεων είσαι
πάντοτε συ πατέρας.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Δεν είν' έτσι, Κύριε;
Πίστευσε, σεβαστέ, πως έχω αφιερώση
την πίστιν και όλην την ψυχήν μου εις τον Θεόν μου
και αδιακρίτως 'ς τον καλόν μου βασιλέα·
και νομίζω, — εκτός αν τούτος ο εγκέφαλός μου
έχασε την λεπτήν πολιτικήν οσμήν του, —
πως την αληθινήν και μόνην ηύρα αιτίαν
της τρέλλας του Αμλέτου.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Α! κείνο να λέγης·
αυτό να μάθω αναζητώ.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Να δεχθής πρώτα
τους πρέσβεις σου· τα νέα μου κατόπι θα 'λθουν,
του δείπνου εκείνου παραφάγια (7).
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Τίμησέ τους
εσύ, κ' εδώ συνόδευσέ τους
[Εξέρχεται ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Ω γλυκειά μου
βασίλισσα, μου λέγει αυτός οπού την ρίζαν
ηύρε και την πηγήν του πάθους 'πώχει ο υιός σου.
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Μία και μόν' είναι, φοβούμαι, — του πατρός του
ο θάνατος και οι τόσο βιαστικοί μας γάμοι.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Θε να τον δοκιμάσωμε.
Εισέρχεται ΠΟΛΩΝΙΟΣ με τον ΒΟΛΤΙΜΑΝΔΟΝ και ΚΟΡΝΗΛΙΟΝ
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Καλοί μας φίλοι,
καλώς μας ήλθετε. Βολτίμανδε, τι λέγει
των Νορβηγών ο βασιλέας και αδελφός μας;
ΒΟΛΤΙΜΑΝΔΟΣ
Άδολον ασπασμόν κ' ευχαίς σου ανταποδίδει.
Έστειλ' ευθύς να κόψη την στρατολογίαν
του ανεψιού του, οπού του ελέγαν πως εγίνη
διά να κτυπήσουν τους λαούς της Πολωνίας·
αλλ', άμα ερεύνησε καλά, πληροφορήθη
ότι εκείνος σκοπούσε πόλεμον να φέρη
'ς την Υψηλότητά σου· και βαρύ του εφάνη
ότι, επειδή 'ναι γέρος και άρρωστος 'ς την κλίνην,
με δόλον τον επήραν· ώστ' ευθύς προστάζει
τον Φορτιμπράς να πιάσουν· παραδόθη ο νέος,
και αυστηρώς ωνειδίσθη από τον βασιλέα
και θείον του, κ' ευθύς με όρκον τού υποσχέθη
ποτέ να μη προσβάλη το βασίλειό σου.
Όθεν των Νορβηγών ο γέρος βασιλέας,
περίχαρος, του δίδει δώρο τρεις χιλιάδαις
κορώναις χρονικώς, και διαταγήν ακόμη
'ς των Πολωνών τα μέρη να ριχθή μ' εκείνους
τους άνδραις, 'πού 'χε, ως είπα πριν, στρατολογήση.
Και σε παρακαλεί, καθώς εδώ σου γράφει
[Του δίδει ένα έγγραφον
ήσυχην μέσ' από τα κράτη σου να δώσης πέρασιν, όταν ο στρατός του ξεκινήση 'ς τον πόλεμον αυτόν, με το να λάβης όσαις ανταμοιβαίς και ασφάλειαις μέσα εδώ σου ορίζει καταλεπτώς γραμμέναις.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Τούτο ευχαριστεί μας.
Εις ησυχώτερον καιρόν τα γράμματά του
θ' αναγνωσθούν, και θ' απαντήσωμε, αφού πρώτα
γίνη σκέψις. Ωστόσο σας ευχαριστούμε
διά τους καλούς σας κόπους· πορευθήτε τώρα
να ησυχάσετε· θα 'σθε απόψε σύνδειπνοί μας.
Καλώς ήλθετε πάλι 'ς την πατρίδα!
[Εξέρχονται ΒΟΛΤΙΜΑΝΔΟΣ και ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Τέλος
εις την υπόθεσιν αυτήν καλόν εδόθη. —
Βασιλειά (8) μου σεπτέ, σεπτή Βασίλισσά μου,
εάν έμελλ' εδώ να στρώσωμε ομιλίαν,
ποιαν πρέπει να 'χη θέσιν η Μεγαλειότης,
τι 'ναι το σέβας, και διατί 'ναι η 'μέρα ημέρα,
η νύκτα νύκτα, και ο καιρός καιρός, θα ήταν
αυτό χαμός καιρού, νυκτός και ημέρας· όθεν,
αν το πνεύμα ψυχήν την συντομίαν έχει,
και σώμα και στολίδι την πολυλογίαν,
θα 'μαι συντομολόγος. Ο ευγενής υιός σας
είναι τρελλός· τρελλόν τον λέγω εγώ, διότι,
αν θέλης την πραγματικήν τρέλλαν να ορίσης,
άλλο να ειπής δεν έχεις παρ' ότ' είναι τρέλλα.
Πλην ας τ' αφήσωμεν αυτά.
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Δος μας ουσίαν,
και ολιγώτερην τέχνην.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Α! σε βεβαιόνω,
δεν ομιλώ ποσώς με τέχνην, δέσποινά μου,
μα τον Θεόν· είναι τρελλός, τούτ' είναι αλήθεια,
και αλήθεια 'πού 'ναι κρίμα, κρίμα που 'ναι αλήθεια·
μωρό το σχήμα, τ' αθετώ· τέχνην δεν θέλω.
Τρελλόν λοιπόν θα τον ειπούμε· μένει τώρα
του φαινομένου (9) τούτου ναύρωμε τον λόγον,
ή και του λόγου, αν θέλεις, την παραλογίαν,
ότι θα υπάρχη αυτού του παραλόγου ο λόγος.
Τούτο απομένει (10)· και ιδού πώς το απομεινάρι
θα κρίνετε· μιαν κόρην έχω, — και την έχω
όσο 'πού 'ναι δική μου, — αυτή, κατά το χρέος
και την υπακοήν της, τούτο μώχει δώση·
κυττάξτε τώρα· συμπεράνετε, σκεφθήτε.
[Αναγινώσκει]
«Προς την ουρανίαν, προς το είδωλο της ψυχής μου, την ωραιωμένην (11) Οφηλίαν»
Ιδού μία φράσις κακή, μία φράσις αχρεία· «ωραιωμένη»
είναι μία αχρεία φράσις. Αλλά θ' ακούσετε· ιδού·
[Αναγινώσκει]
«Εις τον εξαισίως υπέρλευκον κόλπον της (12) τούτα κ.λ.»
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Αυτά της έγραψεν ο Αμλέτος;
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Έχε ολίγην,
Βασίλισσα μου, υπομονήν· πιστόν θα μ' εύρης.
[Αναγινώσκει]
_Ν' αμφιβάλλης αν τ' άστρα είναι φωτιά σου συγ-
[χωρείται,
διά τον ήλιον σ' αφίνω να διστάζης αν κινείται,
διά την αλήθειαν να υποψιάζης μήπως ψέμα λέει,
όχι να ειπής ότ' η ψυχή μου απ' έρωτα δεν καίει.
Ω αγαπημένη μου Οφηλία! στενοχωρούμαι με
αυτούς τους στίχους· δεν είμαι καλός να μετρώ τα στε-
νάγματά μου αλλ' ότι σε ακριβαγαπώ, ω ακριβή
μου, πίστευσέ το. Χαίρε.
Ο παντοτεινός σου, ω αγαπημένη Κυρία,
ενόσω τούτ' η μηχανή (13) είναι δική του_
ΑΜΛΕΤΟΣ
Η κόρη μου υποτακτικώς μώδειξε τούτο,
και ακόμη μου 'καμε γνωστό με πόσην ζέσιν,
με ποιαν επιμονήν, και πού και πώς και πότε,
αυτός ζητούσε την καρδιά της να κερδίση.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Αλλά τον έρωτά του πώς εδέχθη εκείνη;
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Τι μ' έχετε;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Άνθρωπον πιστόν και τιμημένον.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Κ' εύχομαι να το δείξω. Αλλά τι 'θελε ειπήτε,
αν μόλις είδα να πτερώση εκείν' η αγάπη, —
και την είχα νοήση, μάθετέ το, ακόμη
και πριν η κόρη μου το ειπή — τι 'θελε ειπήτε,
συ, σεβαστέ μου, και η γλυκειά βασίλισσά σου,
αν έστεκα 'σάν αναλόγ' (14) ή 'σάν γραφείο,
εάν εμώρονα βουβός την αίσθησίν μου,
ή τον ερώτ' αυτόν με μάτι οκνό θωρούσα,
τι 'θελε ειπήτε; Αλλ' όχι, εγώ καιρόν δεν χάνω,
και προς την τρυφερήν μου κόρην λέγω αμέσως·
«Ο Αμλέτος είναι βασιλόπουλον, εις άλλην
σφαίραν ανήκει, και δεν πρέπει αυτό να γίνη.»
Και την διώρισα 'ς το εξής να μη του ανοίγη
την θύραν της, μηδέ να δέχεται κανένα
μήνυμά του, μηδέ θυμητικό του πλέον.
Έκοψ' εκείνη τους καρπούς της συμβουλής μου,
και αυτός διωγμένος, — διά να μη μακρολογήσω —
έβαλε αρχήν να πέση 'ς την βαρυκαρδίαν,
εκείθε 'ς την νηστείαν, κείθε 'ς την αγρύπνια,
εκείθε 'ς την αδυναμία, και πάλι εκείθε
'ς την ελαφρομυαλιά, κ' έτσι μ' αυτό 'πού λέγω
το κατρακύλισμα ερροβόλησε 'ς την τρέλλαν,
οπού δέρνεται ο νους του και όλοι εμείς τον κλαίμε.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Φρονείς πώς είναι τούτο;
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Πιθανόν ομοιάζει
πολύ.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Παρακαλώ σας να μου ειπήτε πότε
συνέβη εγώ να λέγω θετικώς· έ τ σ' ε ί ν α ι,
κ' έπειτα να δειχθή πώς είν' αλλέως;
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Όσο
γνωρίζω εγώ, ποτέ.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Κ' εάν αλλέως ήναι
τούτο από τούτο κόψετέ μου·
[δείχνει την κεφαλήν και τους ώμους του]
αν με βοηθήσουν η ευκαιρίαις, ικανός είμαι να πιάσω την αλήθειαν κρυμμένην μες της γης το κέντρον.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Πώς μπορούσε και άλλη δοκιμή να γίνη;
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Ηξεύρετε οπού κάποτ' ώραις και ώραις κάμνει
περίπατον εδώ 'ς το μακρυνάρι.
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Αλήθεια.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
'Σ εκείνον τον καιρόν εγώ θα του απολύσω
την κόρην μου, και σεις οπίσω απ' την αυλαίαν
μ' εμέ κρυμμένοι θα παρατηρήτ' εκείνην
την συναπάντησιν· και αν δεν την αγαπάει,
αν από έρωτα τον νουν δεν έχει χάση,
σύμβουλος να μην ήμ' εγώ της πολιτείας,
αλλ' επιστάτης των αγρών και ζευγολάτης.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Ας γίν' η δοκιμή.
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Στάσου! Ο δυστυχισμένος
θλιφτά πώς έρχεται σκυμμένος 'ς το βιβλίο!
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Παρακαλώ ν' αποσυρθήτε σεις οι δύο·
εγώ θα τον πλησιάσω.
[Εξέρχονται ΒΑΣΙΛΕΑΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ και ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ
Εισέρχεται ΑΜΛΕΤΟΣ [αναγινώσκοντας]
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Με την άδειάν σας·
Τι κάμνει ο καλός μου πρίγκιπας Αμλέτος;
ΑΜΛΕΤΟΣ
Με την χάριν του Θεού καλά.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Κύριέ μου, με γνωρίζεις;
ΑΜΛΕΤΟΣ
Πολύ καλά· είσαι ένας ψαράς.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Όχι δα, Κύριέ μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Τότε επιθυμούσα να ήσουν τίμιος όσον είν' εκείνοι.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Τίμιος, Κύριέ μου!
ΑΜΛΕΤΟΣ
Μάλιστα, Κύριε· αν είσαι τίμιος, όπως πηγαίνει τώρα ο
κόσμος, είσαι ένας διαλεκτός μέσ' από δέκα χιλιάδαις.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Είπες, Κύριε, την αγίαν αλήθειαν.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Διότι αν (15) ο ήλιος γεννά σκουλήκια εις έναν ψόφιον σκύ-
λον, — ψοφίμι καλό για φίλημα — Έχεις θυγατέρα;
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Έχω, Κύριέ μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Να μη περιπατή 'ς τον ήλιον· η σύλληψις είναι ευλο-
γία, όχι όμως όπως τυχαίνει να συλλάβη η κόρη σου. Εις
αυτό, φίλε, έχε τον νουν σου.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Τι θέλεις να ειπής με τούτο; — [μόνος του] Πάντοτε κρούει
την χορδήν της κόρης μου· όμως κατ' αρχάς δεν μ' εγνώ-
ρισε, μ' επήρε δια ψαρά· ο νους του είναι φευγάτος πέρα,
πολύ πέρα· κ' εγώ εις τα νειάτα μου έχω πάθη φοβερά από
τον έρωτα, σχεδόν όμοια με αυτό 'πού βλέπω. — Τι ανα-
γνώθεις, Κύριέ μου;
ΑΜΛΕΤΟΣ
Λέξες! Λέξες! Λέξες!
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Ποία είναι η υπόθεσις, Κύριέ μου;
ΑΜΛΕΤΟΣ
Μεταξύ τίνων;
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Εννοώ, Κύριέ μου, την υπόθεσιν του αναγνώσματός σου
ΑΜΛΕΤΟΣ
Καταλαλιαίς, Κύριε· φαντάσου, αυτό το ανδράποδο, ο
σατυριστής (16), εδώ, λέγει ότι οι γέροντες έχουν τα γένεια
στακτερά και το πρόσωπο ζαρωμένο· ότι τα μάτια τους ξερ-
νούν πηκτήν άμπραν και δενδρόκομμι· ότι πάσχουν από
φοβερήν έλλειψιν πνεύματος, και ότι τα μεριά τους είναι
ζουριασμένα. Όλ' αυτά, Κύριε, και εγώ τα πιστεύω και
τα ομολογώ, αλλά δεν στοχάζομαι καλό και τίμιο πράγμα
να στρώνωνται κάτω, όπως τα γράφει· διότι και συ ο
ίδιος θα είχες την ηλικίαν μου αν ημπορούσες, ως ο κά-
βουρας, να οπισθοποδήσης.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
[μόνος του] Είναι τρέλλα, αλλά έχει την τάξιν της. —
Θέλεις, Κύριέ μου, να βγης από τον αέρα;
ΑΜΛΕΤΟΣ
Εις το μνήμα μου;
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Τωόντι, αυτό είναι έξω από τον αέρα. — [μόνος του] Πόσο
μεστωμέναις είναι κάποτε η απάντησές του! Τι χάρις, η
τρέλλα συχνά να εφευρίσκη ό,τι ο ύγιος νους δύσκολα θα
εγεννούσε! Θα τον αφήσω και θα οργανίσω ευθύς τον τρό-
πον να συναπαντηθή με την κόρην μου. — Ευγενέστατε,
θα σου πάρω ταπεινότατα την άδειαν να αναχωρήσω.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Κανένα πράγμα δεν θα ευχαριστηθώ τόσο να μου πά-
ρης όσον αυτό, αν εξαιρέσης την ζωήν μου, την ζωήν
μου, την ζωήν μου!
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Έχε υγείαν, Κύριέ μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Βαρετοί γέροντες ξεμωραμένοι!
Εισέρχονται ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Αν ζητείτε τον Πρίγκιπα Αμλέτον, αυτού είναι.
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
[προς τον ΠΟΛΩΝΙΟΝ] Κύριε, χαίρε!
[εξέρχ. ΠΟΛΩΝΙΟΣ
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
Σεβαστέ μου Κύριε!
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Αγαπητέ μου Κύριε!
ΑΜΛΕΤΟΣ
Καλώς ήλθετε οι αξιόλογοι μου φίλοι! Τι μου κά-
μνεις, Γυιλδενστέρνη; Α! Ροζενκράς! Καλά παλληκά-
ρια, τι κάμνετε και οι δύο;
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Ωσάν αλογάριαστα παιδιά της γης.
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
Τόσο ευτυχείς όσο πολύ δεν ευτυχούμε·
δεν μας φορεί κομπί 'ς τον σκούφον της η Τύχη.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ούτε πατούνα 'ς το υπόδημά της;
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Ούτε, Κύριέ μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Τότε ζήτε ολόγυρα εις την μέσην της ή μες το κέν-
τρο της καλοσύνης της.
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
Μα τον Θεόν, μας έχει δορυφόρους.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Εις τ' απόκρυφα της Τύχης; Ε! πραγματικώς αυτή
είναι μία ξεντρόπιαστη. — Τι νεώτερα;
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Κανένα, Κύριέ μου, ειμή ότι ο κόσμος έγινε τίμιος.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Θα πλησιάζη λοιπόν η ημέρα της Κρίσεως. Αλλά τα
νεώτερα σας δεν αληθεύουν. Ας σας ερωτήσω μερικώ-
τερα· τι επταίσετε, καλοί μου φίλοι, της Τύχης και αυτή
σας στέλνει εδώ εις την φυλακήν;
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
Εις την φυλακήν, Κύριέ μου;
ΑΜΛΕΤΟΣ
Η Δανία είναι φυλακή.
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Λοιπόν ο κόσμος είναι φυλακή (17).
ΑΜΛΕΤΟΣ
Και πολύ τεχνική· έχει πολλά περιφράγματα, φυλα-
κτήρια, και υπόγεια· η Δανία είναι ένα από τα χειρότερα.
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Εμείς δεν στοχαζόμασθε έτσι, Κύριέ μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ε! τότε διά σας δεν είναι φυλακή· διότι κανένα
πράγμα δεν είναι καλό ή κακό ειμή όπως το κάμνει ο
λογισμός· δι' εμέ είναι φυλακή.
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Η φιλοδοξία σου λοιπόν την κάμνει φυλακήν· είναι παρά
πολύ στενόχωρη διά τον λογισμόν σου.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ω Θεέ μου! Και αν ήμουν περιωρισμένος μέσα εις ένα
καρυδόφλουδο, θα ελόγιαζα πως είμαι βασιλέας εις απέ-
ραντο διάστημα· αμμή οπού βλέπω ονείρατα (18) κακά.
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
Ίσα ίσα αυτά τα ονείρατα είναι η φιλοδοξία· διότι της
φιλοδοξίας η ουσία είναι μόνον ονείρου σκιά.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Και τα όνειρο καθ' εαυτό άλλο δεν είναι ειμή σκιά.
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Αλήθεια· και εγώ νομίζω πως τα ιδίωμα της φιλο-
δοξίας είναι τόσον άυλο, τόσον ελαφρό, ώστε αυτή άλλο
δεν είναι ειμή σκιά σκιάς.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Λοιπόν οι πένητές μας (19) είναι σώματα, και οι βασιλείς
και οι τεντωμένοι μας ήρωες σκιαίς των πενήτων μας. —
θα πάμε (20) εις την Αυλήν, διότι, μα τον Θεόν, δεν είμαι
εις κατάστασιν να σκέπτωμαι
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ και ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Θα μας έχης σιμά σου.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Όχι αυτό· δεν θα σας βάλω με τους άλλους ανθρώπους
της ακολουθίας μου· διότι, εις την τιμήν μου σας το λέγω,
έχω (21) τρομερήν ακολουθίαν. Αλλά, εις την καθαρήν φι-
λίαν μας, διατί ήλθετε εις την Ελσινόρην;
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Διά να σ' επισκεφθούμε, Κύριέ μου· δι' αυτό και μόνον.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Πένητας οπού είμαι. Και εις ταις ευχαριστίαις είμαι
πάμπτωχος· όμως σας ευχαριστώ, μ' όλον ότι, αγαπητοί
μου φίλοι, μόλις έναν οβολόν αξίζουν η ευχαριστίαις μου.
Δεν σας εμήνυσαν; Ήλθετε από δικήν σας επιθυμίαν; Η
επίσκεψις αυτή είναι αυτοπροαίρετη; Ελάτε, ελάτε· φερ-
θήτε σωστά με εμέ· ελάτε, ελάτε, ειπήτε.
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
Τι έχομε να ειπούμε, Κύριέ μου;
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ε! ό,τι θέλετε· αλλά μόνον εις το προκείμενον. Σας
εμήνυσαν, και ξανοίγω κάπως την εξομολόγησιν μέσα εις
τα μάτια σας· η άκακαις ψυχαίς σας δεν έχουν την δύνα-
μιν να την σκεπάσουν. Γνωρίζω ότι ο καλός βασιλέας και
η βασίλισσα σας έχουν μηνύση.
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Διά ποίον σκοπόν; Κύριέ μου;
ΑΜΛΕΤΟΣ
Αυτό θα μου το φανερώσετε σεις. Αλλά ας σας εξορ-
κίσω εις την αρχαίαν μας φιλίαν, εις την ομογνωμίαν
της νεότητός μας, εις την υποχρέωσιν της σταθερής μας
αγάπης, και εις ό,τι άλλο ακριβώτερο ημπορούσε να σας
προβάλη άλλος ομιλητής καλήτερός μου, να ήσθε προς
εμέ δίκαιοι και ειλικρινείς, και να ειπήτε αν σας έχουν
μηνύση ή όχι.