ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
[ιδιαιτέρως του ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗ] Τι λέγεις συ;
ΑΜΛΕΤΟΣ
[μόνος του] Ε! τότε κάπως σας ενόησα! (22) — Αν μ' α-
γαπάτε, μη μου το κρύβετε.
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
Κύριέ μου, μας εμήνυσαν.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Εγώ θα σας ειπώ (23) διατί, και με τούτο προλαμβάνω
την εξομολόγησίν σας, ώστε η μυστικότης, την οποίαν
έχετε υποσχεθή προς τον βασιλέα και την βασίλισσαν, δεν
θα μαδήση ουδέ καν από ένα πτερό. Μου συνέβη τώρα
ύστερα να χάσω, δεν ηξεύρω διατί, την ιλαρότητά μου,
και άφησα τα μαθημένα μου γυμνάσματα· και τωόντι τόσο
βάρος αισθάνεται η ψυχή μου, ώστε το ωραίο τούτο κτί-
σμα, η γη, φαίνεται 'ς εμέ στείρο ακρωτήρι· το εξαίσιο
τούτο σκήνωμα, ο αιθέρας, βλέπετε, το γενναίο τούτο στε-
ρέωμα, όπως επάνω μας κρέμεται, ο μεγαλοπρεπής τού-
τος θόλος ο κεντητός με ακτινοβόλο χρυσάφι, ε! δεν μου
παρουσιάζεται ειμή ως ένα σιχαμένο συμμάζωμα από θα-
νατηφόρα πυκνά αναθυμιάματα. Τι αριστούργημα είναι ο
άνθρωπος! πόσο ευγενής εις τον νουν! εις τα δώρα της
ψυχής, ω πόσο απέραντος! εις την μορφήν και εις το κί-
νημα, πόσο εκφραστικός, πόσο θαυμάσιος! εις την ενέρ-
γειαν, ω πόσον ομοιάζει άγγελος! εις την νόησιν, ω πόσον
ομοιάζει Θεός! το στόλισμα του παντός! το πρότυπον των
εμψύχων πλασμάτων! Και όμως, δι' εμέ, τι είναι τούτη
η πεμπτουσία (24) του χώματος; ο άνθρωπος δεν μ' ευχαρι-
στεί, όχι, ουδέ η γυνή, μ' όλον ότι, μ' εκείνο σας το χα-
μόγελο, δείχνετε ότι δεν το πιστεύετε.
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Κύριέ μου, τούτο δεν μου πέρασε καθόλου από τον
νουν.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Διατί λοιπόν εχαμογελάσετε όταν είπα ότι «ο άνθρω-
πος δεν μ' ευχαριστεί;»
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Διότι, Κύριε, εσυλλογιζόμουν, αν δεν ευχαριστείσαι εις
τον άνθρωπον, πόσο νηστήσιμα θα φιλοξενήσης τους ηθο-
ποιούς· ενώ ερχόμεθα εδώ τους αφήσαμε οπίσω, κ' έρχον-
ται να σου προσφέρουν την υπηρεσίαν τους.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Όποιος παίζει τα πρόσωπο του βασιλέως θα ήναι καλό-
δεκτος· θα προσφέρω τα σεβάσματά μου εις την μεγαλειό-
τητά του· ο φιλοκίνδυνος ιππότης θα μεταχειρισθή το ξί-
φος και την ασπίδα του· ο ερωτευμένος δεν θ' αναστενάζη
χάρισμα· ο ιδιότροπος θέλει τελειώση το μέρος του απεί-
ρακτα· ο γελαστής θα καλοκαρδίση εκείνους οπού έχουν τα
πλευρά γαργαλιστά, και η νέα θα εξηγήση το αίσθημά
της ελεύθερα, ειδεμή ο στίχος θα σκοντάψη (25). Τίνες είναι
τούτ' οι ηθοποιοί;
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Εκείνοι, οπού σου άρεσαν τόσο, οι τραγωδοί της πρω-
τευούσης (26).
ΑΜΛΕΤΟΣ
Πώς συμβαίνει ότι ταξειδεύουν; η διαμονή τους εις
ένα μέρος και τους ωφελούσε και εμεγάλυνε την υπόληψίν
τους.
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Νομίζω πως η στενοχωρία τους προέρχεται από το
ύστερο νεωτέρισμα (27).
ΑΜΛΕΤΟΣ
Διατηρούν όσην υπόληψίν είχαν, όταν εγώ ήμουν εις
την πρωτεύουσαν; τους συντρέχει ο κόσμος ως πρώτα;
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Όχι πλέον, όχι.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Πώς συμβαίνει τούτο; αυτοί εσκούριασαν τάχα;
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Όχι, αυτοί εργάζονται πάντοτε με τον ίδιον ζήλον,
αλλά υπάρχει, Κύριέ μου, μία κλωσσιά παιδάκια, τρυ-
φερά πεταξόνια (28), οπού ξεκουφαίνουν τον κόσμον με την
φωνήν τους, και διά τούτο χειροκροτούνται τρομερά· αυ-
τοί είναι τώρα του συρμού· και τόσο καταλαλούν τα θέα-
τρα τα κοινά (καθώς αυτοί τα ονομάζουν), ώστε και πολ-
λοί κύριοι σπαθοφόροι φοβούνται τα χηνοκόνδυλα (29) και
μόλις τολμούν να πατήσουν αυτού.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Τι; παιδάκια είναι; ποίος τους διατηρεί; ποίος τους
τρέφει; μήπως δεν θα εξακολουθήσουν το έργον τους
παρά όσον καιρόν κρατήση η φωνή τους εις το τραγούδι;
και όταν κατόπιν απομείνουν και αυτοί ηθοποιοί κοινοί (κα-
θώς είναι πιθανόν, αφού δεν τους περισσεύουν τα μέσα),
τότε αυτοί οι ίδιοι δεν θα ειπούν ότι τους έβλαψαν οι δρα-
ματουργοί τους, διότι τους επαρακίνησαν να κατακρίνουν
σήμερον με τόσην κατακραυγήν το ερχόμενο στάδιό τους;
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Μα την αλήθειαν, πολλή ταραχή έγινε και από τα δύο
μέρη, και ο λαός άπονα τους ερεθίζει να αλληλομαχούν·
διά κάμποσον καιρόν δεν έβγαινε λεπτό από την παράστα-
σιν, εάν ο ποιητής και οι ηθοποιοί δεν έμπαζαν εις τους
διαλόγους τα γρονθοκοπήματα.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Αλήθεια;
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
Ω! δεν ημπορείς να φαντασθής πόσοι άνθρωποι εβασά-
νισαν δι' αυτά το κεφάλι τους.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Και τα παιδιά ενίκησαν;
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Μάλιστα, Κύριέ μου, επήραν τον Ηρακλέα με όλο το
βάρος του (30).
ΑΜΛΕΤΟΣ
Αυτά δεν είναι καθόλου παράδοξα, όταν ο θείος μου
είναι βασιλέας της Δανίας, κ' εκείνοι οπού τον εστραβο-
κύτταζαν, όταν ο πατέρας μου εζούσε, δίδουν τώρα είκο-
σι, σαράντα, πενήντα, εκατό δουκάτα διά να τον έχουν
μικροζωγραφισμένον. Μα την ζωήν μου, εις όλα τούτα υ-
πάρχει τι έξω της φύσεως, αν η φιλοσοφία ημπορούσε να
το ανεύρη!
[Σαλπισμοί μέσα]
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
Ιδού οι ηθοποιοί.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Κύριοι (31), καλώς ήλθετε εις την Ελσινόρην· τα χέρια
σας· ελάτε, ελάτε, η υποδοχή έχει τον συρμόν της και την
τάξιν της· πρέπει και προς εσάς να συμμορφωθώ με αυτόν
τον τρόπον, μήπως εις το φέρσιμό μου προς τους ηθοποιούς
(και θα ήναι, μάθετέ το, ευγενικώτατο) φανώ περιποιητι-
κώτερος. Καλώς ήλθετε· αλλά ο θειοπατέρας μου και η
μανναθειά μου είναι γελασμένοι.
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
Εις τι, Κύριέ μου;
ΑΜΛΕΤΟΣ
Δεν είμαι τρελλός ειμή όταν φυσά βορειοδυτικός (32)· όταν
πνέει νοτιάς, είμαι καλός να ξεχωρίσω γεράκι από λάκραν.
Εισέρχεται ΠΟΛΩΝΙΟΣ
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Καλώς σας εύρηκα, ευγενέστατοι.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Πρόσεχε, Γυιλδενστέρνη· — και συ ακόμη· — εις κάθε
αυτί να μη λείπη ακουστής (33)· εκείνο το τρανό παιδί οπού
βλέπεις εκεί δεν εξεσπαργανώθηκε ακόμη.
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Μη και δευτεροσπαργανώθηκε, διότι, ως λέγουν, ο γέ-
ρος είναι δεύτερη φορά μωρό.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Θα προφητεύσω· έρχεται να μου δώση την είδησιν των
ηθοποιών προσέξετε. — Σωστά (34) λέγεις, Κύριε, — ήταν
την δευτέραν το πρωί πραγματικώς.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Κύριέ μου, έχω να σου ειπώ νεώτερα.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Κύριέ μου, έχω να σου ειπώ νεώτερα. Όταν ο Ρώ-
σκιος ήταν ηθοποιός εις την Ρώμην, —
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Οι ηθοποιοί ήλθαν εδώ, Κύριέ μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Μπάα! Μπάα!
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Εις την τιμήν μου, Κύριε, —
ΑΜΛΕΤΟΣ
Τότ' (35) ήλθε κάθε ηθοποιός 'ς τον γάιδαρόν του.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Οι καλήτεροι ηθοποιοί του κόσμου· θέλεις τραγωδίαν,
θέλεις κωμωδίαν, θέλεις δράμα ιστορικό, ποιμενικό, ποι-
μενοκωμικό, ιστορικοκωμικό, τραγικοϊστορικό, ιλαροτρα-
γικοϊστορικοποιμενικό, θέλεις σκηνήν αδιαίρετην (36), θέλεις
δράμα απεριόριστο· δι' αυτούς τίποτε δεν είναι ούτε το βά-
ρος του Σενέκα, ούτε η ελαφρότης του Πλαύτου. Τόσο εις
το να αποστηθίζουν ορθώς τα γραμμένα, όσο και εις το να
αυτοσχεδιάζουν ελεύθερα, δεν έχουν ταίρι.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ιεφθάε (37), 'ς τον λαόν του Ισραήλ κριτής,
πόσο μεγάλον είχες πρώτα θησαυρόν·
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Ποίον θησαυρόν είχε, Κύριέ μου;
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ωραίαν είχε μόνην θυγατέρα,
και την αγάπα ο θλιβερός πολύ.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ [μόνος του]
Πάντοτε την θυγατέρα μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Δεν έχω δίκαιον, γέρε Ιεφθάε;
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Αν με ονομάζεις Ιεφθάε, Κύριέ μου, έχω μίαν θυγα-
τέρα οπού αγαπώ πολύ.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Δεν έρχεται αυτό κατόπιν (38).
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Τι έρχεται λοιπόν;
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ιδού· Ως η Μοίρα διορίση
και όπως ο Θεός θελήση
Και κατόπιν, ηξεύρεις
κ', εύκολο να προνοηθή, έτυχ' εκείνο να συμβή._
Η πρώτη στροφή του θρησκευτικού άσματος θα σε φω- τίση καλήτερα, διότι, ιδού, έρχονται εκείνοι οπού με δια- κόπτουν.
Εισέρχονται τέσσαροι ή πέντε ΗΘΟΠΟΙΟΙ
ΑΜΛΕΤΟΣ
Καλώς ήλθετε, Κύριοι, καλώς ήλθετε όλοι σας. Ε! χαι-
ρομαι οπού σας βλέπω καλά. Καλώς ήλθετε, φίλοι μου. —
Ω φίλε μου παλαιέ! Από την ύστερην φοράν οπού σ' έχω
ιδή, το πρόσωπό σου εγέμισε φούνταις· ήλθες εις την Δα-
νίαν διά να μου στρίφης το μουστάκι; — Ε! καλή μου
Κυρία! (39) Μα την Δέσποιναν, η Δεσποσύνη σου, αφού σε
υστεροείδα, έγινεν εγγύτερη εις τον ουρανόν από ένα ξυλο-
κάλλιγο. Προς Θεού, κάμε ώστε η φωνή σου να μη ραΐση
ωσάν γλυμμένο μάλαμα. — Κύριοι, καλώς σας εδεχθή-
καμε· θα ριχθούμε αμέσως, ως κάμνουν οι γάλλοι γερα-
κάρηδες, να κυνηγήσωμε ό,τι βλέπομε· θ' ακούσωμεν ευ-
θύς κάτι· ελάτε, δώσετέ μας κανένα δείγμα της τέχνης
σας· ελάτε, μίαν ομιλίαν περιπαθή.
Α’ ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Ποίαν, Κύριέ μου;
ΑΜΛΕΤΟΣ
Σ' έχω κάποτε ακούση να μου εκφωνής μίαν ομιλίαν·
δεν επαίχθη εις την σκηνήν, ή, το πολύ, μίαν φοράν· διότι
το δράμα, ως ενθυμούμαι, δεν άρεγε εις τους πολλούς·
διά το κοινόν ήταν χαβιάρι (40)· όμως, καθώς το έκρινα εγώ
και άλλοι από εμέ πολύ ικανώτεροι να δώσουν γνώμην εις
αυτό, το δράμα ήταν αξιόλογο, καλά χωνευμένο εις τα
μέρη του, και εκθεμένο με πολύ μέτρο και τέχνην. Κά-
ποιος, ενθυμούμαι, είπεν ότι οι στίχοι του δεν είχαν μέσα
μυρωδιαίς αρκεταίς να το καταστήσουν γευτικό και ότι η
φράσις του έδειχνεν ότι ο συγγραφέας δεν εζήτησε πολύ τα
καλλωπίσματα· έλεγεν όμως ότι η μέθοδος εκείνη ήταν
αγνή, γερή και γλυκεία, όχι στιλβωμένη αλλά πραγμα-
τικώς ωραία. Μία ομιλία προ πάντων μου είχε αρέση·
ήταν η διήγησις του Αινεία προς την Διδώ, και εξόχως
εκεί όπου περιγράφεται ο φόνος του Πριάμου. Αν σώζεται
εις την ενθύμησίν σου, άρχισε από τον ακόλουθον στίχον·
άφησε, άφησε, να ιδώ·
Ο σκληρόψυχος ο Πύρρος, το υρκανικό θηρίο·
Δεν είν' έτσι· όμως με τον «Πύρρον» αρχίζει·
Ο σκληρόψυχος ο Πύρρος, οπού η μαύρη αρματωσιά του, σκοτεινή 'σάν την ψυχήν του, ήταν όμοια με την νύχτα 'πού ξενύχτησε κρυμμένος 'ς το τετράποδο της μοίρας (41), τ' ολομέλανο έχει τώρα φοβερόν ανάστημά του με ιστορίσματα γραμμένο, οπού τρόμον άλλον πνέουν. Βούλλαις κόκκιναις γεμάτος, μες το αίμα βουτημένος και πατέρων και μητέρων και υιών και θυγατέρων, ζυμωμένος με την σκόνην απ' τους δρόμους οπού καίουν και προδοτικά τον φόνον των κυρίων τους φωτίζουν, απ' την φλόγα και απ' την λύσσαν μες τα σπλάχνα του φρυμένος, και διπλός από τον χόντρον των πηκτών μαύρων αιμάτων, μ' οφθαλμούς ανθρακολίθους, της κολάσεως γέννα, ο Πύρρος τον γενάρχην εζητούσε γέρον Πρίαμον, —
Τώρα εξακολούθησε συ.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Μα τον Θεόν, Κύριέ μου, ωραιότατα· με καλόν τόνον
και με νόημα.
Α’ ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Τον ηύρε (42)
'πού τους Έλληναις με κτύπους αδυνάτους πολεμούσε·
ανυπόταχτο εις το χέρι το πανάρχαιό του ξίφος
όπου πέση κάτω μένει· περισσός αντίπαλός του
εις τον Πρίαμον ο Πύρρος ξεσπαθόνει και με λύσσαν
μέγα χτύπημα βροντάει, και με μόνον τον αέρα
με το σύρμ' αυτό του ξίφους πέφτει άνευρος ο γέρος.
Τότε και το αναίσθητ' Ίλιον, ως να αισθάνθηκε τον κτύπον,
με την αναμμένην άκρην προς την βάσιν του όλο κλίνει,
και τ' αυτί του Πύρρου πιάνει μ' ένα τρίξιμο θανάτου·
ώστε, βλέπε! το σπαθί του, 'πού του σεβαστού Πριάμου
κατεβαίνει 'ς την χιονάτην κεφαλήν, εφάνη ξάφνου
πως εστάθη 'ς τον αέρα· τότε ακίνητος ο Πύρρος,
ως ζωγράφισμα τυράννου, έμειν’ άπρακτος 'ς την θέσιν,
ωσάν ξένος εις το πράγμα και εις την πρώτην θέλησίν του.
Αλλ', ως κάποτε θωρούμε, προτού σπάση ανεμοζάλη,
'ς τ' ουρανού τον γύρον όλον νέφη ατάρακτα να μένουν,
των ορμητικών ανέμων η πνοαίς να παύουν όλαις,
νεκρική 'ς τον κόσμον κάτω σιγαλιά να βασιλεύη,
και διά μιας τ' αστροπελέκι να διασχίση τον αέρα·
όμοια τότε και τον Πύρρον, οπού ολίγο εκοντοστάθη,
εις το έργον σπρώχνει πάλιν το φιλέκδικό του πάθος.
Τόσο αλύπητα δεν πέφτουν ουδ' η σφύραις των Κυκλώπων
εις τον θώρακα του Άρη, 'πού 'ναι αθάνατ' η βαφή του,
όσον άκαρδα του Πύρρου φονικό βροντά το ξίφος
εις το σώμα του Πριάμου. Κρύψου, Τύχη, αισχρή γυναίκα!
και, Θεοί, σεις όλοι αντάμα πάρτε αυτής την εξουσίαν,
και τ' αδράχτια του τροχού της σπάστε ομού και το στεφάνι,
και από τ' ουρανού την άκρην τ' ολοστρόγγυλο φανάρι
εις τα Τάρταρα κυλήστε κει 'πού κλειούνται οι κολασμένοι.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Τούτο είναι πολύ μακρύ.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Θα το στείλωμεν εις τον κουρέα με τα γένεια σου. —
Εξακολούθησε, σε παρακαλώ· δι' αυτόν χρειάζεται ή καν-
ένα τραγούδι του χορού ή κανένα βρωμερό παραμύθι· ει-
δεμή αποκοιμιέται· λέγε, φθάσε εις την Εκάβην.
Α’ ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Και οποίος την Εκάβην είδε πως κουκουλωμένη εβγήκε —
ΑΜΛΕΤΟΣ
Η Εκάβη «κουκουλωμένη»;
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Αυτό είναι καλό· το «κουκουλωμένη» είναι καλό.
Α’ ΗΘΟΠΟΙΟΣ
ανυπόδετη να τρέχη άνω κάτω, τυφλωμένη
απ' τα δάκρυα 'πού ταις φλόγαις να δαμάσουν φοβερίζαν,
και την κεφαλήν εκείνην, 'πού 'χε πριν χρυσήν κορώναν,
παληοπάνι να σκεπάζη, και, αντί ενδύματος πορφύρας,
να της ζώνη τα φθαρμένα, τα πολύγεννα πλευρά της
αποφόρι 'πού 'χε αρπάξη μες το ξάφνισμα του τρόμου,
όποιος είδε τούτο εμπρός του, με φαρμακωμένα χείλη
θε να εφώναζε της Τύχης δολερήν την εξουσίαν·
και αν οι Αθάνατοι την βλέπαν εις την ώραν οπού εκείνη
εθωρούσ' εκεί τον Πύρρον με χαιρέκακο παιγνίδι
να λιανίζη με την κόψιν του συντρόφου της τα μέλη,
το ξεφωνητό 'πού βγήκεν απ' τα μαύρα σωθικά της
(αν οι Αθάνατοι καθόλου διά τ' ανθρώπινα φροντίζουν)
τ' ουρανού τα πυρωμένα μάτια θα 'καμνε να ρέουν
δάκρυα και των Αθανάτων ταις ψυχαίς θα συγκινούσε.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Ιδέ, αν δεν άλλαξε η θωριά του, αν δεν έχει δάκρυα εις
τα μάτια! Παρακαλώ, παύσε.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Πολύ καλά· 'ς ολίγο θα μου εκφωνήσης το τέλος. —
Κύριέ μου, θα λάβης την καλοσύνην να διορίσης να γίνη
καλή περιποίησις εις τους ηθοποιούς. Άκουσες; να τους
καλομεταχειρισθούν, διότι αυτοί είναι η συγκεφαλαίωσις,
και το σύντομο χρονικό της εποχής· προτιμότερο να χα-
ραχθή κακή επιγραφή εις τα μνήμα σου, παρά, εις την
ζωήν σου, να κακολογηθής από αυτούς.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Κύριέ μου, θέλει τους μεταχειρισθώ κατά την αξίαν
τους.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Άνθρωπε του Θεού, πρέπει πολύ καλήτερα· μεταχειρί-
σου καθέναν κατά την αξίαν του, και τότε ποίος θα ξεφύγη
την μάστιγα; Να τους μεταχειρισθής όπως θέλει η τιμή
σου και το αξίωμά σου· όσον ολιγώτερον αυτοί αξίζουν,
τόσο μεγαλήτερη αποδείχνεται η γενναιοψυχία σου. Συνό-
δευσέ τους μέσα.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Ελάτε, Κύριοι.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ακολουθήσετέ τον, Κύριοι· θα έχωμεν αύριον μίαν πα-
ράστασιν.
Εξέρχεται ΠΟΛΩΝΙΟΣ με τους ΗΘΟΠΟΙΟΥΣ εκτός του Α'.
Φίλε μου παλαιέ, άκουσέ με· δύνασαι να παραστήσης τ ο ν
Φ ό ν ο ν τ ο υ Γ ο ν ζ ά γ ο υ;
Α’ ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Δύναμαι, Κύριέ μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Αυτή η παράστασις θα δοθή αύριο το εσπέρας, θα ημ-
πορούσες, αν ήναι ανάγκη, να σπουδάσης μίαν ομιλίαν,
όσο δώδεκα ή δεκάξι στίχους, οπού ήθελε συνθέσω και
προσθέσω εγώ εις το δράμα; Το κάμνεις;
Α’ ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Το κάμνω, Κύριέ μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Πολύ καλά. Ακολούθησε τον Κύριον εκεί και πρόσεχε
να μη τον περιπαίζης.
[Εξέρχεται ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Καλοί μου φίλοι, σας αφίνω τώρα έως το εσπέρας. Καλώς
ήλθετε εις την Ελσινόρην.
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Ο καλός μας Κύριος!
ΑΜΛΕΤΟΣ
Να σας σκέπη ο Θεός!
[Εξέρχονται ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
ΑΜΛΕΤΟΣ Τώρα είμαι μόνος· πόσον είμ' εγώ ποταπός, ανδράποδο! Δεν είναι φρικτόν; ο ηθοποιός εκείνος, σ' ένα πλάσμα, όνειρο πάθους μόνον, ικανός εφάνη 'ς το νόημά του την ψυχήν του να υποτάξη, ώστ' άχνιζ' όλος όπως ενεργούσ' εκείνη, με μάτια δακρυσμένα, μ' όψιν χαλασμένην, με κομμένην φωνήν, με κάθε κίνησίν του σύμφωνην, 'ς ταις μορφαίς, μ' όλο το νόημά του! Και όλα διά τίποτε! Διά την Εκάβην; Τι 'ναι η Εκάβη προς αυτόν, ή αυτός προς την Εκάβην, ώστε δι' αυτήν να κλαίη; Και αν 'ς το πάθος είχε λόγον και κέντημα, ως εγώ, τι 'θελε κάμη; Θα 'πνιγε την σκηνήν με ποταμούς δακρύων, του κόσμου θα 'σπανε τ' αυτιά με λόγια φρίκης, πταίσταις να τρελλαθούν, αθώοι να κερώσουν, ανήξεροι να σκοτισθούν, και όλην τωόντι τ' αυτιά κ' οι οφθαλμοί την αίσθησιν να χάσουν. Κ' εγώ, ένας αχρείος, λασποζυμωμένος, χάσκω τριγύρ' ως ο μωρός ονειροκόπος, αναίσθητος 'ς το δίκαιόν μου, και ουδέ λέξιν να βγάλω είμαι ικανός δι' έναν βασιλέα, οπού 'ς ό,τι και αν είχε και 'ς την ποθητήν του ζωήν επράχθη επικατάρατη ληστεία. Είμαι δειλός; Αχρείον (43) ποιος με λέγει; Ποίος το καύκαλο μου σχίζει; Ποιος την γενεάδα μου ανασπά και την πετά 'ς το πρόσωπόν μου; Ποίος την μύτην μου τραβά; τον λόγον (44) ποίος μου ψεύει 'ς τον λαιμόν ως τα λαγόνια κάτω; Ποιος μου τα κάμνει αυτά; Και όμως, θαρρώ, μου πρέπουν· καθώς το περιστέρι, εγώ χολήν δεν έχω, πίκραν 'ς την αδικιά, 'πού μ' έπνιξε, να χύση, αλλέως ήδη με του ανδράποδου τα σπλάχνα όλα τα όρνεα τ' ουρανού θα 'χα παχύνη. Ω αιμοπότη (45), βδελυρέ, προδότη, αχρείε, άκαρδε, ωμόψυχε, μιαρέ, κτήνος, αχρείε! Ω εκδίκησις! Α! Τι γομάρι 'πού 'μαι 'γώ! Κύτταξε ανδρεία μεγάλη! Εγώ, το τέκνον δολοφονημένου καλού πατρός, οπ' ουρανός και Άδης με σπρώχνουν εις την εκδίκησιν, εγώ θα ξεθυμαίνω με λόγια (46), ως μια δημόσια, και θα καταριώμαι ακατάπαυτα, ως κάμνει μια γλωσσού σαρώτρα. Ουφ! εντροπή μου! — Εγκέφαλέ μου, εδώ σε θέλω. Στάσου! Έχω ακούση οπού κακούργοι, ενώ καθόνταν κάποιο δράμα να ιδούν, 'ς τα βάθη της ψυχής των από την τέχνην της σκηνής επαταχθήκαν τόσο, 'πού αυτού τα εγκλήματά τους ξεφωνήσαν· διότι ο φόνος, αν και αυτός γλώσσαν δεν έχει, κάποιαν θαύρη φωνήν θαυμάσιαν να ομιλήση. Τούτους θα βάλω τους ηθοποιούς να παίξουν εις τον θείον μου εμπρός παράστασιν, να ομοιάζη τον φόνον του πατρός μου· θα παρατηρήσω την όψιν του· θα τον κεντήσ' ως το μελούδι, και, αν μόνον ταραχθή, τι θε να πράξω ηξεύρω. Το Πνεύμα (47), 'πού είδα, ο Πειρασμός μπορεί να ήναι, και ο Πειρασμός είναι ικανός μορφήν να πάρη οπού ν' αρέση· ναι, — κ' ίσως, καθώς μ' ευρίσκει αδυναμίαν να 'χω και μελαγχολίαν (και εις τέτοια πνεύματα ενεργός εξόχως είναι), με ξεπλανά διά να κολάση την ψυχήν μου. Στερεώτεραις θέλω ναύρω μαρτυρίαις· η παράστασις είν εκείν', όπου θα φθάσω του βασιλέως την συνείδησιν να πιάσω.
[Εξέρχεται.
ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ
ΣΚΗΝΗ Α'.
Δωμάτιον εις το ΚΑΣΤΕΛΙ.
Εισέρχονται ΒΑΣΙΛΕΑΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΠΟΛΩΝΙΟΣ ΟΦΗΛΙΑ
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Και δεν δύνασθε σεις με κάποιον πλάγιον τρόπον
να μάθετε απ' αυτόν διατί τάχα το σχήμα
της ζάλης τούτο ενδύθη, οπού των ημερών του
όλων εξαγριόνει τόσο την γαλήνην
μ' επικίνδυνην τρέλλαν ταραχής γεμάτην;
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Ομολογεί και αυτός 'πού εσάλευσεν ο νους του
αλλά να ειπή την αφορμήν ποσώς δεν θέλει.
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
Ουδέ σου αφίνει πιάσιν να τον εξετάσης,
αλλά με τρέλλαν πονηρήν αναμερίζει,
άμα νοεί 'πού θα τον φέρναμεν εις θέσιν
του αληθινού του πάθους κάτι να εξηγήση.
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Σας εδέχθη καλά;
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Ως ευγενής τωόντι.
ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
Με πολλήν όμως της ψυχής στενοχωρίαν.
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Σπανίως ερωτά, πλην 'ς τα ερωτήματά μας
ελεύθερ' απαντά.
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Να διασκεδάση κάπως
τον έχετε καλέση;
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Δέσποινα, συνέβη
κάποιους ηθοποιούς να ευρούμε 'ς το ταξείδι,
και ως το 'μαθε από μας εφάνη πως εχάρη.
Είν' εδώ κάπου 'ς την αυλήν κ' έλαβαν ήδη,
νομίζω, διαταγήν να κάμουν έμπροσθέν του
κάποιαν παράστασιν απόψε.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Ναι, τωόντι·
και μου 'πε, ω σεβαστοί, να σας παρακαλέσω
'ς το δράμα να παρευρεθήτε.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Ναι, με όλην
την ψυχήν μου· πολύ το χαίρομαι ν' ακούω
ότι κλίνει 'ς αυτά· και σεις να τον κεντάτε
δρόμον να πάρη ο νους του, ευγενικοί μου φίλοι,
εις τέτοια ξεφαντώματα.
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Θα γίνη, Κύριε.
[Εξέρχονται ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Γελτρούδη μου γλυκειά, και συ να μας αφήσης·
ότι εμηνύσαμε κρυφά του Αμλέτου να 'λθη,
όπως εδώ 'σάν κατά τύχην εύρη εμπρός του
την Οφηλίαν, ώστ' εμείς (συγχωρημένοι
κατάσκοποι) ο πατέρας της κ' εγώ σιμά του,
αθώρητοι, κρυμμένοι, να θωρούμεν όλα,
και κρίνωμε από αυτήν τους την συνομιλίαν
καθαρά και απ' τον τρόπον οπού εκείνος δείξη,
εάν τωόντι από τον έρωτα πηγάζει
το πάθος τούτ' οπού τον θλίβει.
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Σε υπακούω. —
Και ως προς σε, Οφηλία, τούτο επιθυμούσα,
το αγνό σου κάλλος η ευτυχής να ήν' αιτία
της ταραχής του Αμλέτου· θα 'χα τότ' ελπίδα
πως η αρεταίς σου θα τον φέρουν εις τα πρώτα
όρια του πάλιν, προς τιμήν σας και των δύο.
ΟΦΗΛΙΑ
Άμποτε, δέσποινά μου.
[Εξέρχεται ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Εδώ τώρα, Οφηλία,
συ να περιπατής. — Παρέκει, σεβαστέ μου,
να μείνωμε. [προς την Οφ.] Συ βλέπε εις τούτο το βιβλίο,
τέτοιας σπουδής το σχήμα κάποιο χρώμα δίδει
'ς την μοναξιά σου. — Ω συχνό του ανθρώπου κρίμα!
πόσαις φοραίς με την ειδή της ευσεβείας
και μ' άγιον ήθος ζαχαρόνομε τους τρόπους
και του διαβόλου.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ [Μόνος του]
Ναι, τωόντι· αυτός ο λόγος
σκληρά 'πού μαστιγόνει την συνείδησίν μου!
Της αισχρής (1) γυναικός το πρόσωπο δεν είναι
τόσο άσχημο προς την βαφήν 'πού τ' ομορφαίνει,
όσο η πράξις μου εμπρός εις τον πλαστόν μου λόγον.
Ω βάρος φοβερό!
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Θαρρώ πως τον ακούω
ερχόμενον· ν' αποσυρθούμε, Κύριέ μου.
[Εξέρχονται ΒΑΣΙΛΕΑΣ και ΠΟΛΩΝΙΟΣ. Εισέρχεται ΑΜΛΕΤΟΣ
ΑΜΛΕΤΟΣ Να ήναι (2) τις ή να μη ήναι, ιδού το ζήτημα· αν θέλ' η ευγένεια της ψυχής όλα να στέργης τα πικρά βέλη 'πού ακοντίζει τύχη αχρεία, ή (3) 'ς ένα πέλαγος κακών αρματωμένος αντίστασιν να κάμης και να παύσης όλα. Θάνατος, — ύπνος (4), — τίποτ' άλλο· και αν ειπούμε πως μ' έναν ύπνον παύει ο πόνος της καρδίας, και οι τόσοι κτύποι, της σαρκός αρχαία κλήρα, — θα ήταν τέλος άξιο των θερμών ευχών μας. Θάνατος· — ύπνος· — ύπνος! α! και όνειρα μήπως! εδώ είναι ο κόμπος· επειδή (5) κει 'ς του θανάτου τον ύπνον ποιας λογής όνειρα θα 'λθουν, άμα του κόσμου τούτου αποτινάξωμε την ζάλην, τούτο εξ ανάγκης μας κρατεί, τούτ' είναι η σκέψις, 'πού σέρνει τόσο την ζωήν της δυστυχίας (6). Ότι ποιος θα δεχόνταν του καιρού τους τόσους περιπαιγμούς και ραβδισμούς, την δυναστείαν του αδικητού, την ύβριν των υπερηφάνων, την οδύνην αγάπης καταφρονημένης, την άργητα του νόμου (7), τον αυθάδη τρόπον της εξουσίας, και όσους λακτισμούς η αξία η υπομονητική λαμβάνει απ' τον αχρείον, εάν μ' ένα μαχαίρι μόνος του ημπορούσε ν' απελευθερωθή; ποιος ήθελε απ' το βάρος μιας άχαρης ζωής να ιδρόνη, να στενάζη; μόνος ο τρόμος μήπως κάτ' υπάρχει πέραν του τάφου, — ο τόπος (8) ο ανεύρετος, απ' όπου ποτέ κανείς ταξειδιώτης δεν γυρίζει, — την θέλησιν στενοχωρεί, και (9) αυτό βιάζει τον άνθρωπον να μένη 'ς τα δεινά, 'πού πάσχει, παρά να δράμη 'ς άλλ' αγνώριστά του πάθη. Έτσ' η (10) συνείδησις δειλούς όλους μας κάμνει, κ' έτσι το (11) φυσικό της αποφάσεως χρώμα νεκρόνει ο λογισμός με την χλωμήν θωριά του, ώστε μ' αυτόν τον δισταγμόν έργα μεγάλης ουσίας στρέφουν απ' το ρεύμα τους και χάνουν και τ' όνομα της ενεργείας. Σίγα, τώρα! Η εύμορφη Οφηλία; — Νύμφη, 'ς ταις (12) ευχαίς σου μνημόνευ' όλα τ' αμαρτήματά μου.
ΟΦΗΛΙΑ
Κύριε,
πώς ήσουν ταις πολλαίς ημέραις 'πού δεν σ' είδα;
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ευχαριστώ σε ταπεινώς· καλά τωόντι.
ΟΦΗΛΙΑ
Κάποια θυμητικά δικά σου, Κύριέ μου,
έχω, και από πολύν καιρόν να τ' αποδώσω
ήθελα· σε παρακαλώ, δέξου τα τώρα.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Όχι εγώ· ποτέ μου τι δεν σώχω δώση
ΟΦΗΛΙΑ
Ότι μου έχεις δώση, Κύριε, το γνωρίζεις,
και με τα δώρα λόγια γλυκοσυνθεμένα
τόσο 'πού έδιδαν πλούτον εις τα πλούσια δώρα.
Το άρωμα (13) τους αφού εχάθη, τ' αποδίδω·
προς ευγενή ψυχήν το χάρισμα πτωχαίνει,
όταν πικρός να γίνη ο χαριστής συμβαίνει.
Ιδού, κύριέ μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Α! Α! είσαι τιμημένη;
ΟΦΗΛΙΑ
Κύριέ μου!
ΑΜΛΕΤΟΣ
Είσαι ωραία;
ΟΦΗΛΙΑ
Τι εννοεί η Υψηλότης σου;
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ότι (14), αν είσαι τιμημένη και ωραία, δεν πρέπει η τιμή
σου να έχη ομιλίαις με την ωραιότητα σου.
ΟΦΗΛΙΑ
Και δύναται, Κύριέ μου, η ωραιότης να έχη άλλον σύν-
τροφον καλήτερον από την τιμήν;
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ε! βεβαίως· διότι μεγαλήτερην έχει δύναμιν η ωραιό-
της να μεταμορφώση την τιμήν εις ατιμίαν, παρά η τιμή
να καταστήση ομοίωμά της την ωραιότητα· τούτο ήταν
άλλοτε παραδοξολογία, αλλά τώρα ο καιρός το μαρτυρεί.
Σε αγάπησα μία φορά.
ΟΦΗΛΙΑ
Τωόντι, Κύριέ μου, μ' έκαμες να το πιστεύσω.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Δεν έπρεπε να με πιστεύσης· διότι η αρετή δεν δύναται
να εμβολιασθή τόσο εις την παλαιάν μας ρίζαν, ώστε να
μη απομείνη από τούτην κάποια μυρωδιά.
ΟΦΗΛΙΑ
Τόσο χειρότερα απατήθηκα.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Πέρασε 'ς ένα μοναστήρι· τι το θέλεις να γίνης αμαρ-
τωλών γεννήτρα; Κ' εγώ έχω αρκετήν τιμιότητα, όμως
θα ημπορούσα να κατηγορήσω τον εαυτόν μου διά πράγ-
ματα τέτοια, ώστε θα ήταν καλήτερα να μη με είχε γεν-
νήση η μητέρα μου· είμαι πολύ υπερήφανος, εκδικητικός,
φιλόδοξος· έχω πρόχειραις τόσαις αδικίαις, όσαις δεν αρκεί
ο λογισμός μου να ταις αγκαλιάση, η φαντασία μου να
τους δώση μορφήν, και ο καιρός διά να ενεργηθούν. Προς
τι όντα οποίος είμ' εγώ, θα σέρνωνται ανάμεσα ουρανού
και γης; Όλοι είμασθε φανεροί κακούργοι· μη πιστεύης
κανέναν από εμάς. Τρέχα, πήγαινε εις μοναστήρι. Πού
είναι ο πατέρας σου;
ΟΦΗΛΙΑ
Εις το σπίτι. Κύριέ μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Κλείσετέ τον μέσα, διά να μην ημπορή να παίζη το
πρόσωπο του μωρού αλλού παρά εις τα σπίτι του. Υγίαινε.
ΟΦΗΛΙΑ [μόνη της]
Ω γλυκείς Ουρανοί, βοηθήσετέ τον!
ΑΜΛΕΤΟΣ
Αν υπανδρευθής σου δίδω προίκα την εξής πληγήν·
αγνή και αν μείνης όσο είναι ο πάγος και όσο το χιόνι κα-
θαρή, δεν θα ξεφύγης την συκοφαντίαν. Κλείσου 'ς ένα
μοναστήρι· πήγαινε· υγίαινε. Ειδεμή, αν θέλεις ναι και
ναι να υπανδρευθής, πάρε άνδρα μωρόν· διότι οι φρόνι-
μοι καλώς γνωρίζουν ποιας λογής τέρατα σεις τους απο-
κατασταίνετε. Πήγαινε εις ένα μοναστήρι, και ογλήγορα.
Υγίαινε.
ΟΦΗΛΙΑ [μόνη της]
Αγγελοι τ' Ουρανού, δώσετέ του την υγείαν του!
ΑΜΛΕΤΟΣ
Έχω ακουστά και τα ζωγραφίσματά σας, αρκετά· ένα
πρόσωπο σας έδωκεν ο Θεός και σεις πλάθετε του εαυτού
σας και άλλο· ακροπηδάτε, λυγίζεσθε, ψιθυρίζετε και παρο-
νομάζετε (15) τα πλάσματα του Θεού, και την θερμότητά σας
παρασταίνετε ως απλότητα. Πηγαίνετε· τα βαρέθηκα· μ'
ετρέλλαναν. Το λέγω, άλλους γάμους εις το εξής δεν θε-
λομεν· όσοι είναι νυμφευμένοι έως τώρα, όλοι, έξω από
έναν (16), θα ζήσουν· οι λοιποί θα μείνουν όπως είναι. Εις ένα
μοναστήρι· πήγαινε.
[Εξέρχεται.
ΟΦΗΛΙΑ
Ωιμέν' αφανισμός εξόχου διανοίας!
Μάτι αυλικού, γλώσσα σοφού, στρατιώτου ξίφος,
η απαντοχή, το ρόδο της λαμπρής (17) πατρίδος,
ο τύπος της μορφής, των τρόπων ο καθρέφτης,
ο ζηλευτός, ο θαυμαστός, χάμω πεσμένος!
κ' έρμη εγώ δυστυχής όσο καμμιά κυρία,
'πού των γλυκών του όρκων βύζαξα το μέλι,
το εξαίσιον βλέπω, το ευγενές εκείνο πνεύμα
ωσάν γλυκόφωνο κουδούνι ραϊσμένο,
παράτονο, βραχνό· το αμίμητον εκείνο
της νεότητος πλάσμα, ως άνθος, πυρωμένο
απ' την παραφροσύνην· αχ! αφανισμός μου,
'πού (18) είδα ό,τ' είδα και οπού βλέπω τούτο εμπρός μου.
Εισέρχονται ΒΑΣΙΛΕΑΣ και ΠΟΛΩΝΙΟΣ.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Έρωτας; η καρδιά του, όχι, εκεί δεν κλίνει·
και ό,τ' είπεν, αν και τακτικήν μορφήν δεν είχε,
δεν ωμοίαζε τρέλλα. Κάτι μέσα τρέφει,
οπού η βαθειά κλωσσά μαυρίλα της ψυχής του,
και, όταν ανοίξη και πτερώση αυτό, φοβούμαι
μη κίνδυνον μας φέρη· και όπως τον προλάβω,
χωρίς καιρόν να χάνω ιδού τι αποφασίζω·
ευθύς θ' αναχωρήση αυτός διά την Αγγλίαν,
τον φόρον να ζητήση 'πού αμελούν να δώσουν·
ίσως η θάλασσαις και ξένα μέρη νέα
και τα θεάματα πολλά του ξερριζώσουν
κείνο το πράγμα, οπού καθίζει 'ς την καρδιά του,
και οπού, καθώς ολοκαιρίς τον νουν του κρούει,
από την στάσιν του τον βγάζει. Συ, τι λέγεις;
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Θα ωφελήση· πλην εγώ πιστεύω ακόμη
ότι το πάθος του εγεννήθηκε από αγάπην
'πού απάντησε ψυχρήν καρδιά. — Τώρα, Οφηλία,
να μας ειπής δεν είναι ανάγκη ό,τ' είπ' ο Αμλέτος,
τ' ακούσαμ' όλα. — Κύριέ μου, κάμε ως θέλεις,
αλλ', αν καλό το κρίνεις, άμα τελειώση
το δράμα, η σεβαστή μητέρα του ας καλέση
κατά μόνας αυτόν ν' ακούση τον καϋμόν του.
Ας του ομιλήση στρογγυλά· κ' εγώ θα μείνω,
αν θέλης, οπού θ' ακροάζωμ' ό,τι λέγουν.
Εάν το μυστικό του δεν του βγάλ' η μάννα,
στείλε τον 'ς την Αγγλίαν ή περιόρισέ τον
εις όποιο μέρος άλλο η φρόνησίς σου κρίνη.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Θα γένη τούτ', ως λέγεις· η παραφροσύνη
των μεγάλων δεν πρέπει αφύλακτη να μείνη.
[Εξέρχονται.
ΣΚΗΝΗ Β'.
Αίθουσα εις το ΚΑΣΤΕΛΙ
Εισέρχονται ΑΜΛΕΤΟΣ και ΗΘΟΠΟΙΟΙ
ΑΜΛΕΤΟΣ
Τον λόγον, παρακαλώ σε, λέγε τον όπως σου τον επρό-
φερα εγώ, ώστε να ελαφροκυλά εις την γλώσσαν· αν, εξ
εναντίας, θα τον ξερομασσάς, καθώς πολλοί των ηθοποιών
σας το συνηθίζουν, θα επροτιμούσα να εκφωνή τους στί-
χους μου ο δημόσιος διαλαλητής. Μηδέ να παρασχίζης (19)
τον αέρα, έτσι, με το χέρι σου· αλλά το κάθε τι να γίνε-
ται ευγενικά· διότι και μέσα εις την ποταμοφοριά, εις την
τρικυμίαν, και, θα έλεγα, εις τον ανεμοστρόβιλον του πά-
θους σας, πρέπει να αποκτήσετε, να ιδιοποιηθήτε τόσην
εγκράτειαν, ώστε να το ημερόνη. Ω! με πληγόνει κατά-
καρδα ν' ακούω ένα χοντρό κορμί με κεφάλι φορτωμένο
πλαστά (20) σγουρά, να κατασπαράζη το πάθος εις τόσα κομ-
μάτια, εις τόσα αληθινά παληοκούρελα, και μόνον διά να
σπάνη τ' αυτιά των κάτω (21) καθημένων ακροατών, οπού, οι
περισσότεροι, άλλο τι δεν αισθάνονται ειμή τα βουβά (22)
ακατανόητα των παντομίμων θεάματα ή τον θόρυβον.
Στρώσε μου εις το ξύλο τον άνθρωπον, οπού και τον Τερ-
μαγάντην (23) παρακάμνει και τον Ηρώδην υπερηρωδιάζει·
αυτό παρακαλώ σας να τ' αποφύγετε.
Α’ ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Μείνε ήσυχος, ευγενέστατε.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Μη γίνεσθε πάλι παρά πολύ σιγανοί, αλλά έχετε προ-
στάτην το λογικό σας· ταιριάζετε το ήθος με τον λόγον, τον
λόγον με το ήθος, με πολλήν προσοχήν προ πάντων εις
τούτο, να μη προχωρήσετε παρέκει από το μέτρο, οπού
θέλει η φύσις· επειδή ό,τι γίνεται με υπερβολήν απομα-
κρύνεται από τον σκοπόν της δραματικής τέχνης, και αυ-
τός απ' αρχής ήταν, και τώρα είναι, να παρουσιάζη ωσάν
καθρέφτην της φύσεως, να δείχνη εις την αρετήν την ειδή
της, εις το όνειδος την εικόνα του, και να παρασταίνη ακρι-
βώς το ανάστημα και το σώμα της εποχής, την μορφήν
της και τον τύπον της. Τώρα, αν τούτο γίνεται με υπερ-
βολήν, ή προβάλη πάρωρα, αν και καλοκαρδίζει τους αμα-
θείς, όμως εξ ανάγκης θα λυπήση τους γνωστικούς, και
τούτων η γνώμη πρέπει να ζυγίζη, εις την κρίσιν σας, πε-
ρισσότερον εκείνης ολοκλήρου του άλλου ακροατηρίου. Ω!
είδα — και άκουσα άλλους να τους επαινούν και πολύ —
είδα ηθοποιούς, οπού ο Θεός να με συγχωρέση, εις την προ-
φοράν, εις τα κινήματα, δεν ωμοίαζαν ούτε Χριστιανοί,
ούτε εθνικοί, ούτε καν απλώς άνθρωποι· εκορδόνονταν,
εμούγκριζαν τόσον, ώστε εστοχάσθηκα ότι δεν τους έκαμε
η Φύσις, αλλά κάποιοι μισθωμένοι της εργάταις τους εί-
χαν κακοκατασκευάση, τόσο κατηραμένα εκείνοι εμιμούντο
την ανθρωπότητα.
Α’ ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Ελπίζω ότι κάπως το εδιορθώσαμε.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ω! διορθωθήτε με τα σωστά! Και εκείνοι οπού κάμνουν
το μέρος του γελωτοποιού να μη λέγουν περισσότερα απ'
όσα είναι γραμμένα διά το μέρος των· λέγω τούτο διότι
ευρίσκονται μεταξύ των κάποιοι οπού γελούν αυτοί διά ν'
αρχίσουν τα γέλια κάμποσοι ξεροκέφαλοι θεαταί, και τούτο
κάποτε συμβαίνει να γίνεται εις την στιγμήν όταν η προ-
σοχή πρέπει να ήναι προσηλωμένη εις κάποιο μέρος σημαν-
τικό του διαλόγου· τούτο είναι κακοτροπία και δείχνει την
ελεεινήν φιλαυτίαν του γελωτοποιού οπού το κάμνει. Πη-
γαίνετε, ετοιμασθήτε.
[Εξέρχονται ΗΘΟΠΟΙΟΙ. Εισέρχονται ΠΟΛΩΝΙΟΣ ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
ΑΜΛΕΤΟΣ
Λοιπόν, Κύριέ μου, ο Βασιλέας θα παρευρεθή εις αυτήν
την παράστασιν;
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Και η Βασίλισσα ακόμη, και αμέσως τώρα.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ειπέ των ηθοποιών να μην αργήσουν. [Εξέρχεται ΠΟΛΩ-
ΝΙΟΣ] Θα λάβετε και σεις την καλοσύνην να τους παρα-
κινήσετε να έλθουν ογλήγορα;
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ
Μάλιστα, Κύριε. [Εξέρχονται ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ και ΓΥΙΛΔ.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Οράτιε, Οράτιε!
Εισέρχεται ΟΡΑΤΙΟΣ
ΟΡΑΤΙΟΣ
Εις τους ορισμούς σου, γλυκέ μου Κύριε.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Οράτιε, συ 'σαι ο δικαιότερος απ' όσους
ανθρώπους έτυχε ποτέ μου να γνωρίσω.
ΟΡΑΤΙΟΣ
Α! Κύριέ μου αγαπητέ, —
ΑΜΛΕΤΟΣ
Να μη πιστεύης,
όχι, πως κολακεύω· τι θα περιμένω
τάχ' από σε, που θησαυρόν δεν έχεις άλλον
ή μόνον το έξυπνό σου πνεύμα να σου δίδη
τροφήν κ' ενδυμασίαν; Και διά ποίον λόγον
θα κολακεύωνται οι πτωχοί; Τα μελωμένα
χείλη ας γλείφουν την μωράν πομπήν του πλούτου·
τα λυγιστά στροφίδι' ας κλίνη των γονάτων
εκείνος οπού ελπίζει ν' απολαύση κέρδος
απ' την χαμέρπειάν του. Με ακούς; Αφ' ότου
η καϋμένη ψυχή μου εγίνηκε κυρία
της εκλογής της και ικανή να ξεχωρίζη
μεταξύ των ανθρώπων, έχει με σφραγίδα
σέ σημειώση διά δικόν της, αφού σ' είδα
τα πάντα να υπομένης και να μη τα δείχνης.
Τα ραπίσματα συ της Τύχης και ταις χάρες
εδέχθης όμοια, κ' είν' ευλογημένοι εκείνοι
'πώχουν αίμα (24) και νουν συγκερασμένα τόσο,
ώστε δεν γίνονται φλογέρα να τους παίζη
το δάκτυλο της Τύχης 'ς τα κλειδί 'πού θέλει.
Άνθρωπον να μην ήναι ανδράποδο του πάθους
δος μου, και θα τον φέρω 'ς της καρδιάς τα βάθη,
'ς την καρδιά της καρδιάς μου, καθώς έχω εσένα.
Αλλ' ως προς τούτο 'είπα πολλά. Μάθε ότι απόψε
παράστασις θα γίνη εμπρός τον βασιλέα·
έχει μέσα σκηνήν 'πού ομοιάζει με τον τρόπον,
ως σου τον είπα, 'πού ο πατέρας μου εφονεύθη·
παρακαλώ σε, όταν ιδής ν' αρχίσ' η πράξις,
να στήσης όλην την ψυχήν σου να προσέχη
'ς τον θείον μου, κ' εάν, 'ς ένα (25) του λόγου μέρος,
το κρυμμένο έγκλημά του απ' την μονιά (26) δεν έβγη,
κολασμένο ήταν Πνεύμ' αυτό 'πού εφάνη εμπρός μας,
και όλα τα οράματά μου μαύρα ως το καμίνι
του Ηφαίστου. Συ με προσοχήν να τον κυττάζης,
ενώ κ' εγώ 'ς το πρόσωπό του στυλωμένα
θα 'χω τα μάτια, και κατόπι εμείς οι δύο
από τα συμπεράσματά μας ενωμένα
θα κρίνωμε την όψιν του.
ΟΡΑΤΙΟΣ
Καλά το εσκέφθης·
κ' εάν, ενώ τα δράμα παίζετ', επιτύχη
αυτός να κλέψη τι και μείνη σκεπασμένος,
εγώ το κλεψιμιό πλερόνω.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ιδέ τους, φθάνουν
διά την παράστασιν· εγώ πρέπει να ήμαι
μωρός· ωστόσο πάρε θέσιν να καθίσης.
Δανικόν Εμβατήριον. Σαλπισμοί. Εισέρχονται ΒΑΣΙΛΕΑΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
ΠΟΛΩΝΙΟΣ ΟΦΗΛΙΑ ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ ΓΥΙΛΔΕΝΣΤΕΡΝΗΣ και
άλλοι ΜΕΓΙΣΤΑΝΕΣ και η ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΚΗ με λαμπάδαις.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Πώς περνά ο ανεψιός μας Αμλέτος;
ΑΜΛΕΤΟΣ
Περίφημα, 'ς την ζωήν μου· με την τροφήν του χαμαι-
λέοντος· αέρα τρώγω, φουσκωμένος ελπίδαις· όμοια δεν
ημπορείς να τρέφης τα καπώνια σου.
ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Δεν έχω τι να κάμω με αυτήν την απάντησιν, Αμλέτε·
αυτά τα λόγια δεν μου ανήκουν.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ούτε εις εμέ ανήκουν (27) πλέον. — [προς τον ΠΟΛΩΝΙΟΝ]
Κύριέ μου, μου είπες ότι μία φορά έχεις παραστήση εις το
Πανεπιστήμιον.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Μάλιστα, Κύριέ μου, κ' ευδοκίμησα ως ηθοποιός.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Και ποίο πρόσωπο έπαιξες;
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
Του Ιουλίου Καίσαρος· έπεσα φονευμένος εις το Καπι-
τώλιον· μ' εφόνευσεν ο Ιούνιος Βρούτος.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Με συγχωρείς· αφού (28) σ' έφαγεν ο Ιούνιος, δεν ήσουν
Ιούλιος, ήσουν Μάιος. — Είν' έτοιμοι οι ηθοποιοί;
ΡΟΖΕΝΚΡΑΣ
Έτοιμοι, Κύριέ μου· περιμένουν την άδειάν σου.
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Έλα εδώ, αγαπητέ μου Αμλέτε· κάθισε σιμά μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Όχι, καλή μητέρα· υπάρχει εδώ πέρα δυνατώτερος μα-
γνήτης.
ΠΟΛΩΝΙΟΣ
[Ιδιαιτέρως του ΒΑΣΙΛΕΩΣ] Ε! το βλέπεις; (29)
ΑΜΛΕΤΟΣ
Κυρία, ν' αναπαυθώ εις το στήθος σου;
[Κάθεται εις τα πόδια της ΟΦΗΛΙΑΣ]
ΟΦΗΛΙΑ
Όχι, Κύριέ μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Εννοώ την κεφαλήν μου επάνω εις το στήθος σου.
ΟΦΗΛΙΑ
Ναι, Κύριέ μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Εστοχάσθηκες ότι εννοούσα άτακτα πράγματα;
ΟΦΗΛΙΑ
Εγώ δεν στοχάζομαι τίποτε, Κύριέ μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Και όμως θα ήταν γλυκυτάτη ανάπαυσις (30).
ΟΦΗΛΙΑ
Τι, Κύριέ μου;
ΑΜΛΕΤΟΣ
Τίποτε.
ΟΦΗΛΙΑ
Είσαι καλόκαρδος, Κύριέ μου.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ποίος; εγώ;
ΟΦΗΛΙΑ
Μάλιστα, η Ευγενία σου.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Ω Θεέ μου, μόνον δια να σε διασκεδάσω. Τι άλλο μένει
παρά να ήμεθα καλοκαρδισμένοι; δεν βλέπεις πόσο ιλαρή
δείχνεται η μητέρα μου, και δεν επέρασαν δύο ώραις αφού
απέθανε ο πατέρας μου;
ΟΦΗΛΙΑ
Όχι, Κύριέ μου δύο φοραίς δύο μήνες.
ΑΜΛΕΤΟΣ
Τόσος καιρός; Τότε λοιπόν ας αφήσωμε τον διάβολον (31)
να μαυροφορή κ' εγώ θα λαμπροφορέσω. Ω Θεέ μου! απε-
θαμένος από δύο μήναις, και να μη λησμονηθή ακόμη!
Ας ελπίσωμε λοιπόν ότι η μνήμη μεγάλου ανδρός δύναται
να του επιζήση έξι μήναις· όμως, μα την Παναγίαν, πρέ-
πει πρώτα να κτίση ιερούς ναούς, αλλέως θα λάβη την ευ-
χαρίστησην να τον ξεχάσουν, καθώς το χάρτινο (32) άλογο,
οπού τραγουδούν το μυρολόγι του· «ωιμέ το χάρτινο άλογο
— ωιμέ πώς λησμονήθη!»
Μουσική. Εισέρχεται το άφωνο Θέαμα.
Εισέρχεται ένας ΒΑΣΙΛΕΑΣ και μία ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ και ερωτικώς αγκαλιάζονται· αυτή γονατίζει και με τα σχήματα του φανερόνει την αγάπην της· εκείνος την σηκόνει και γέρνει την κεφαλήν εις τον λαιμόν της· πλαγιάζει επάνω εις ένα ανθοστόλιστο κάθισμα· αυτή, άμα τον είδε αποκοιμημένον, τον αφίνει. Κατόπιν έρχεται ένας, του παίρνει την κορώναν, την φιλεί, χύνει φαρμάκι εις το αυτί του ΒΑΣΙΛΕΩΣ και εξέρχεται. Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ επιστρέφει, ευρίσκει νεκρόν τον ΒΑΣΙΛΕΑ και κάμνει σχήματα λύπης. Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ επιστρέφει συνωδευμένος από δύο ή τρία άφωνα ΠΡΟΣΩΠΑ και δείχνει ότι συγκλαίει με αυτήν. Σηκόνουν τα λείψανο. Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ περιποιείται την ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΝ με δώρα· αυτή διά κάμποσην ώραν φαίνεται ότι τ' αποστρέφεται· αλλά τέλος πάντων δέχεται την αγάπην του. [Εξέρχονται.
ΟΦΗΛΙΑ
Τι σημαίνει τούτο, Κύριέ μου;
ΑΜΛΕΤΟΣ
Φανερό πράγμα· έργα καταχθόνια, δηλαδή κακούργημα.
ΟΦΗΛΙΑ
Τούτο το θέαμα, ως φαίνεται, προσημαίνει το θέμα του
δράματος.
Εισέρχεται ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ