Τ ρ ι μ ο ύ δη ς· οπού μαζόνει τα τρίματα.
Ψ ω μ ο φ ά γ ο ς· οπού του αρέγει το ψωμί.
Α μ π α ρ ο ύ λ α· οπού τρυπάει και μπαίνει στα αμπάρια.
Ξ υ γ γ ο μ ά σ η ς· οπού τρώγει το ξύγγι.
Π ι ν α κ ά ς· οπού μπαίνει στα πινάκια.
Λ α δ ο ρ ρ ο ύ φ η ς· οπού ρουφάει το λάδι.
Τ ρ υ π ο φ ρ ά χ τ η ς· οπού μπαίνει στης τρύπαις.
Λ υ χ ν ο π ή δ α ς· οπού πηδάει στα λυχνάρια.
Κ ο ρ ο φ ά γ ο ς· οπού τρώγει της κόραις.
Τ υ ρ ο γ λ ύ φ η ς· οπού νοστιμεύεται το τυρί.
Α σ κ ο τ ρ ύ π α ς· οπού τρυπάει τ' ασκιά.
Π α σ τ ρ ο υ μ ά δ η ς· οπού κυνηγάει τους παστρουμάδες
Τ ζ ι κ ν ο γ λ ύ φ η ς· οπού τρώγει της τζίκναις.
Κ ο μ μ α τ ά ς· οπού γυρεύει κομμάτια κάθε λογής.
Π ρ ο σ φ ά η ς· οπού του αρέγει κάθε προσφάγι.
Ρ ο κ α ν ο ύ λ η ς· οπού ροκανάει ό,τι να βρη.
Μ Υ Θ Ο Λ Ο Γ Ι Κ Α Σ Η Μ Ε Ι Ω Μ Α Τ Α ΜΕΡΙΚΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
Δ ί α ς
Ο μεγαλήτερος από τους δώδεκα θεούς και Βασιλιάς των θεών. υγιός του Κρόνου και της Ρέας. άρπαξε το θρόνο του πατέρα του. επήρε για γυναίκα του την αδερφή του Ήρα. απόχτησε πολλά τέκνα και με ταύτη, και μ' άλλαις πολλαίς. εγέννησε από το κεφάλι του την Αθηνά, εκατοίκαγε στον Όλυμπο· επολέμησε με τους Τιτάνες, και τους εκατατρόπωσε, και αποκαταστάθηκε Κύριος του Κόσμου·
Α θ η ν ά
Θεά της σοφίας και της φρονιμάδας, και έφορη στα πολεμικά· επιτηδιότατη σε πολλά έργα, και ξεχωριστά στη υφαντική. Θυγατέρα του Δία γεννημένη από το κεφάλι του τελεία κόρη, και αρματομένη. έμεινε πάντοταις παρθένο·
Ά ρ η ς
Θεός του πολέμου. υγιός του Δία και της Ήρας· εχαίρονταν στους φόνους και στο αίμα. φοβερός στον πόλεμο.
Ή φ α ι στ ο ς
Θεός της χαλκευτικής· υγιός του Δία και της Ήρας. άσκημος και κοντζός, ένας από τη δοδεκάρα των θεών.
Π λ ο ύ τ ω ν α ς
Υγιός του Κρόνου και της Ρέας. Θεός του Άδη. αδερφός του Δία. επήρε για γυναίκα του την Περσεφόνη θυγατέρα της Δήμητρας.
Έ ρ ω ς
Θεός της αγάπης δυνατώτατος· υγιός τον Άρη και της Αφροδίτης θεάς της ωμορφιάς. επαρασταίνονταν σα γυμνό παιδί με τα μάτια δεμένα, με φτερούδες, και αματομένο με δοξάρι και σαγίταις.
Κ ρ ό ν ο ς
Υγιός του Ουρανού και της Γης· άρπαξε το θρόνο του πατέρα του και τον έδιοξε κόφτοντάς του τα αιδοία με το δρεπάνι. έπαθεν ύστερα τα ίδια από τον υγιό του Δία. Είχε για γυναίκα του την αδερφή του Ρέα.
Γ ί γ α ν τ ε ς
Μεγαλόκορμοι, δυνατώτατοι, και αλλόκοτοι στο σχήμα, εγεννήθηκαν από τη γη και από της σταξιές των κομμένον αιδίων του Ουρανού· επολέμησαν εναντίον τον Δία έχοντες αρχηγόν τους τον τρομερώτατων Γίγαντα Τυφώνα. Μόνα ο Δίας τους εκατατρόπωσε με τους κεραυνούς του.
Τ ι τ ά ν ε ς
Υγοί του Ουρανού και της Γης. επολέμησαν εναντίον του Δία, οπού εθριάμβεψε και σε ταύτη τη μάχη, και τους εξώρισε στα τάρταρα. _
Μ ο ύ σ α ι ς
Ήταν εννιά θυγατέραις του Δία και της Μνημοσύνης, εκατοικούσαν στον Ελικώνα όρος της Βοιωτίας, τα ονόματά τους και 'επιστασίαις τους' ήταν. η Κλειώ ηύρε την Ιστορία. η Θαλεία επιστατούσε στη φυτουργία. η Ευτέρπη τα λαλούμενα. η Μελπομένη την Ωδή. η Τερψιχόρη στο Χορό. η Ερατώ στους γάμους, η Πολύμνια στη Γεωργική. η Ουρανία στην αστρολογία. και η Καλλιόπη στην ποίησι.
Κ Ε Ν Τ Α Υ Ρ Ο I
Τερατόμορφοι κάτοικοι της Θεσσαλίας. μισοί άλογα και μισοί αθρώποι. επολέμησαν με τους Λαπίθους σ' ένα συμμπόσιο.
Μ Υ Θ Ο I
Τα παραμύθια ιστορώ,
τους μύθους ξεδιαλέφω.
Στολνώ το ψέμα όσο μπορώ,
Και την αλήθεια λέγω.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ.
Βουλή μου ήρθε, κι' όρεξι στη λύρα μου ν' αρχίσω,
Του Αίσωπου τους ήρωες να γλυκοτραγουδήσω.
Με λόγους ζώων άλογων, άψυχων παρομοίαις,
Σ' αυτό το λογικώτατο να δώκω νουθεσίαις·
Ω φαντασία ζωντανή, που στα μυαλά φωλιάζεις· 5
Κι οπού με χέρι δυνατό κρατάς και τα υποτάζεις.
Οπού σοφών και παλαυών εσύ το νουν ορίζεις,
Τους στοχασμούς τους, κυβερνάς. τα έργα τους διορίζεις.
Οπού το παν εξιστοράς σ' ενού μυαλού τον τόπο,
Ήτε κοιμάται ή αγρυπνάει, χωρίς κανέναν κόπο. 10
Οπού τεχνών κι' επιστημών και συστυμάτων βρύσι,
Ζωγράφος είσαι λογιαστός στη λογιαστή τη φύσι.
Εσένα κράζω βοηθόν στης συγγραφής τη ύλη.
Λάμψε σ' εμένα φωτεινή, κι' οδήγα το κοντύλι,
Να δυνηθώ με των Μουσών τη γλώσσα και τον τρόπον 15
Να ιστορήσω, όσα ειπώ, ν' αρέσου των ανθρώπων.
Σε μια εποχή αλλοτεσινή, που πονηριαίς και δόλοι,
Το κύρος είχαν δυνατό στην οικουμένην όλη,
Γιατί το Ψέμα τολμηρό με πλάνον είχε φτάση,
Τον εαυτό του 'ς των πολλών τη γνώμη να θρονιάση, 20
Με παρρησία στο κοινό όπου ήθελε να τρέχη,
Ελεύτερο, ανεμπόδηγο, και κόπον να μην έχη.
Να περπατή με σοβαρό, με περιφάνιας ήθος,
Και να τρομάζη των μικρών και των τρανών το πλήθος.
Να βρίσκη χώρα σ' ολουνούς· παντού συντροφευμένο, 25
Σε κάθε σπίτι αγαπητό, και περιποιημένο.
Η μαύρη Αλήθια από καιρούς και χρόνια εξορισμένη,
Από τον κόσμο μισητή, κι' όξω απ' αυτόν κρυμμένη,
Σ' ανήλιον τόπο ανάμερον, και σε πυκνό σκοτάδι,
Είχε αποκάμη κατοικιά μέσ' σε βαθύ πηγάδι. 30
Μήτ' αποκείθε εκόταγε να βγη σε ημέρας φέξι,
Με δίχως κίντυνο άφευχτο, χωρίς βαργιά να φταίξη.
Κει μέσα πάντα μοναχή στον πάτο σφαλισμένη,
Από το φόβον άκοπα σκληρά βασανισμένη,
Αν επιτύχαινε καιρό τη νύχτα να ημπορέση 35
Σε φίλου, ή γνώριμου παλιού το σπίτι να χωρέση.
Την συντροφιά του εχαίρονταν στιμαίς με τρόμου ζάλη·
Και κλιόνταν γλήγορ' άφαντη μες την κρυψιόνα πάλι.
Αλλά μονάξιας ερημιά παρόμια να υπομένη
Βαρέθηκε ως το ύστερον πολύ περιορισμένη· 40
Κι' αποφασίζει μιαν αυγή ν' αφήκη τέτοιους τόπους,
Να πάη να ζήση, ως άλλοτε, μαζή με τους ανθρώπους,
Οχ το πουρνό λοιπόν αυτή σε σταυροδρόμι βγαίνει,
Στον κόσμο φανερόνεται, στον κόσμο πάλι μπαίνει.
Μον εβουλήθη ολόγυμνη τα κάλλη κι' ωμορφιά της, 45
Να δείξη δίχως σκέπασμα, ως ήταν μάθημά της.
Θαρρούσε ακόμα σώζωνταν καθώς και πρώτα ωραία·
Ωσάν και πρώτα ποθητή και ζηλεμένη νέα.
Τα νιάτα ογλήγορα απερνάν τα γηρατιά πλακόνουν,
Και τούτα μον εφάνηκαν η χάρες τελειόνουν. 50
Κάλοι, αχαμνοί, που διάβαιναν, οχ το λαό κοντά της,
Μηδέ επεριεργάζονταν καθόλου τη θωριά της·
Κανείς δεν καταδέχονταν μηδέ να τη ρωτήση,
Μον βιαστικά το δρόμο του τηρούσε ν' ακλουθήση.
Στέκει, η Αλήθια καρτεράει, στην άκρα απορριμμένη, 55
Σε καταφρόνεσι πολλή, ψυχρή και παγομένη.
Διαβαίνει ημέρα ολάκαιρη, κοντεύει να νυχτόση,
Και δεν ευρέθηκε άθρωπος σε ταύτη να ζυγόση.
Κι' εκεί που διαλογίζεται, στο νου της αποράει,
Με καταισκύνη κι εντροπή, το τι έπαθε μετράει. 60
Της φανερόνεται ομπροστά το Ψέμα στολισμένο
Από πετράδια λογιαστά, και στα χρυσά ντυμένο·
Πλαστή ήταν όλη η φορεσιά, κι' από γιαλιά γιομάτη,
Ωστόσο εφάνταζε πολύ, κι' εγέλαε το μάτι.
Ω καλημέρα σου αδερφή, της λέει, και τι κάνεις; 65
Πού ήσουν, καιρούς οπώλειπες, και πούθε τώρα εφάνης;
Αμ πώς γυμνή έτζι ολότελα, μονάχη τέτοιαν ώρα
Σε δρόμου διάβα, σαν κι' αυτό στη μέση από τη χώρα;
Εδώ για στέκω οχ το ταχύ, του απεκρίθη εκείνη·
Και στα χαμένα εστάθηκα· του κάκου έχω προσμείνη. 70
Έκρινα τάχατε καλό την ερημιά ν' αφήσω.
Στον κόσμο σαν προτήτερα ναρθώ να κατοικήσω
Να ελεήσω ηθέλησα του μάταιους ανθρώπους,
Που την αμάθια κείτονται με ταλαιπώριας κόπους.
Σ' αυτούς να λάμψω καθαρή, την πλάνη να σκορπίσω 75
Να ξαλειφθούν η πρόληψες, και τα κακά να σβύσω.
Να φέρω πάλι μάθησες, να φέρω πάλι φώτα
Να οδηγήσω τους θνητούς εις το καλό, σαν πρώτα.
Τ' ομολογώ επλανέθηκα στον άγνωμο σκοπό μου·
Και καταφρόνια ανέλπιστα θωρώ με θιαμασμό μου. 80
Μικροί μεγάλοι με μισάν· κανένας δε με θέλει.
Αν είμαι, ή αν δε βρίσκομαι, τελείως δεν τους μέλει,
Και σα να μ' είχαν όχτρητα το πρόσωπο γυρίζουν,
Αλλ' ως κι' οι φίλοι μου οι παλαιοί, κι' αυτοί δε με γνωρίζουν,
Κι' αν κανενός αποκοτάω διο λόγια να μιλήσω, 85
Φεύγει με πάτημα γοργό, μηδέ τηράει οπίσω.
Νογώ το λάθο, πώκαμα· οι αθρώποι δε μου φταίγουν.
Σ' αυτούς δεν τύχαινε να βγω οι γριαίς δεν τους αρέγουν,
Δεν είν' αυτό, αδερφούλα μου, εκείνο που πειράζει.
Της λέει το Ψέμα, ως το φρονείς, κι' ο νους σου λογαριάζει: 90
Δε βλάβουν τα γεράματα, μον αφορμή κι αιτία
Είν' της στολής η έλλειψι· δεν είν η ηληκία.
Γιατί νομίζουν οι πολλοί, πως κάθε τι δεν πρέπει,
Με δίχως κάνα σκέπασμα καθένας να το βλέπει.
Εγώ πολύ παλιότερο και γεροστότερόν σου, 95
Με τα στολίδια, που φορώ, φαντάζω νιότερό σου.
Και ντιούμαι πάντα λογιαστά, και πάντα συχναλλάζω,
Και πάσα ημέρα αλλιότικο, καινούρια νιάτα βγάζω.
Τα όξω ορέγεται καλά, σ' εκείνα προσκολλιέται,
Τα μέσα δεν παρατηράει ο κόσμος, κι' ας γελιέται. 100
Για τούτο εγώ έχω απέρασι, για τούτο κυριεύω,
Γιατί ν' αρέσω καθενού αδιάκοπα γυρεύω.
Κι' έτζι παντού προτίμησι, παντού ευρίσκω χώρα,
Και κυβερνώ, ως ορέγομαι, τον κόσμον ως την ώρα·
Να παρρησιάσης το κορμί λοιπόν σε γύμνια τόση, 105
Συμπαθησέμε να σου ειπώ, πως, δεν παραήταν γνώσι.
Οστόσο το τι γίνηκε, πλιο δεν μπορ' α ξεγένη.
Κι ας προσπαθήσομε σ' αυτό πιος διορθωμός να γένη.
Έλα αδερφή να κάμομε, σου τάζω για καλό μας,
Μια συμφωνία, αν αγαπάς, με διάφορο κοινό μας. 110
Σε τούτο μου το φόρεμα κι' οι διο να τυλιχτούμε,
Σύντροφοι πάντα αχώριγοι μαζί να περπατούμε.
Τότες οι φρόνιμοι σα ιδούν πως βρίσκομαι με εσένα,
Από χατίρι σου θαρρώ δε με μισάν κι' εμένα.
Κι' εσένα πάλι οι τρελλοί να σε θωρούν μαζί μου, 115
Μετά χαράς σε δέχουνται απ' αφορμή δική μου·
Σε ταύτα η Αλήθια στρέγοντας, το ψέμα αγγαλιασμένη,
Στης φορεσιάς του εφάνηκε με ταύτο σκεπασμένη.
Κι' αφόντης ανταμόθηκαν το ψέμα κι' η Αλήθια,
Της γης τη σφαίρα επλήθυναν τα τόσα παραμύθια, 120
Τα παραμύθια εξιστορώ· τους μύθους ξεδιαλέγω.
Στολνώ το Ψέμα όσο μπορώ και την Αλήθια λέγω.
ΜΥΘΟΣ Α.
Τ ζ ί ν τ ζ ι ρ α ς κ α ι Μ υ ρ μ ή γ κ ι.
Ανάμεσα στα φύλλα του φουντωτού φτελιά,
Του δροσερού Πλατάνου, μ' ασίγητη λιαλιά,
Το καλοκαίρι όλο ο Τζίντζιρας περνάει, 125
Λαλόντας πάσα ημέρα, μήτ' άλλο μεριμνάει.
Ο Μύρμηγκας ωστόσο σ' αδιάκοπη δουλιά,
Θροφή για το χειμώνα συνάζει στη φωλιά.
Σαν πέρασαν η κάψαις, και πιάνουν η βροχαίς,
Καιρών ενάντιων ζάλαις, ανέμων ταραχαίς, 130
Ο λαλητής ευρέθη, μην έχοντας σπειρί,
Της πείνας να ψοφήση, σε κίντυνο βαρύ.
Στο σοδιαστή προστρέχει, του λέει, παρακαλώ,
Μην αρνηθής να κάμης σ' εμένα ένα καλό.
Με ξάφνισαν τα κρύα, προμιού το φανταστώ, 135
Και να χαθώ κοντεύω, αν δεν καταφταστώ.
Να μ' ελεήσης, φίλε, μ' ολίγο μερτικό
Από την εισοδιά σου προς ώρας δανεικό.
Κι' ερχάμενος ο θέρος, χωρίς να ζημιοθής,
Σου δίνω και κεφάλι και κάματον ευθύς. 140
Πολύ καλά, αποκρίθη· μον δεν παρανογώ,
Γιατί να μη φροντίσης, ως έκαμα κι' εγώ.
Γιατί, κυρ Μύρμηγκά μου, δεν άδιασα στιμή
Από το λάλημά μου, κι' αυτή είναι η αφορμή.
Εξαίρετα, του είπε, σα στον καλόν καιρό 145
Λαλούσες, τώρ' αρχίνα, και στήσε το χορό.
***
Όσοι τον καιρό ξοδεύουν,
Και το μέλλον δε μετρούν,
Στα χαμένα τον γυρεύουν,
Σαν και πρώτα να τον βρουν. 150
Επειδής φτερά βαστάει.
Φεύγει, τρέχει σα νερό,
Κι' όπιος δεν τον κυνηγάει,
Χάνει πάντα τον τορό.
***
Σύναζε νιος όσο μπορείς, 155
Γέροντας άνεσι να βρης.
Στα νιάτα σου αν οκνεύεις.
Γέρος κακά πορεύεις·
Μ Υ Θ Ο Σ Β.
Τ ο Ψ ά ρ ι και τα Ψ α ρ ό π ο υ λ α.
Μη χωρίζεστε παιδιά μου,
Οχ τα ίχνη τα δικά μου. 160
Στο ποτάμι μέσα τρέξτε
Όσο θέλετε, και παίξτε.
Στα ριχά μη ξεγελιέστε,
Και στης άκραις να πλανιέστε.
Είναι οχτροί, και φυλαχτήτε, 165
Να μη τύχη και βλαφτήτε.
Έτζι τα Ψαρόπουλά του,
Σέρνοντάς τα από κοντά του,
Εσυμβούλευε το Ψάρι,
Με αγάπη και με χάρι. 170
Μον αυτά απ' ανεγνωμιά τους,
Παιδιακήσια ακεφαλιά τους,
Με τη μάνα τους γελούσαν,
Της ορμήνιαις δεν ψηφούσαν.
Ήταν ώρα που το χιόνι 175
Των βουνών, κι' ο πάγος λιόνει·
Ροβολάν μ' ορμή, αβγατίζουν,
Και τα κάτω πλευρίζουν.
Το ποτάμι φουσκομένο,
Κατεβάζει αφρισμένο. 180
Τα νερά του τόσο υψόνει,
Που τους κάμπους θαλασσόνει·
Ω φωνάζουν όλα αντάμα
Τα Ψαράκια, ω! τι θιάμα
Σπίτια, δέντρα, όλα ένα 185
Νάτα καταποντισμένα.
Φόβου τόπος πλιο δε μένει·
Πέλαγος η οικουμένη·
Ήρθε ήρθε ο καιρός μας.
Είναι ο κόσμος εδικός μας. 190
Τι λες, Μάνα, είναι χρεία
Να 'χομε άλλην υποψία;
Μάλιστα, παιδιά μου, τώρα,
Να φοβάστε είναι ώρα.
Το νερό αυτό διαβαίνει, 195
Κι' η στεριά σαν πρώτα μένει
Σταματάτε, αφηκραστήτε,
Μην αντέστε, και χαθήτε.
Οχ κι εσύ όλο να γκρινιάζης,
Όλο θέλεις να μας σκιάζης· 200
Έχε υγιά, της λεν, θα πάμε·
Άλλα λόγια δε γρηκάμε.
Το ποτάμι τους αφίνουν,
Δίχως άλλο να προσμείνουν
Κι' όσο εδύνονταν τρεχάτα
Προς τους κάμπους κόφτουν στράτα. 205
Τα μωρά! δε συλλογιούνται.
Τα νερά αρχινάν τραβιούνται.
Απομνήσκουν μες την ξέρη,
Πέφτουν σε διαβάτων χέρι. 210
***
Ο νιος και δίχως του κόσμου πράξι,
Στης όρεξαίς του δεν έχει τάξι·
Ορθά δεν ξέρει να συλλογιέται,
Και στους σκοπούς του γι' αυτό πλανιέται.
Τυφλά κινιέται και κιντυνεύει, 215
Και τη ζωή του συχνά ξοδεύει·
***
Στην πατρίδα σου αν πορεύης,
Ξένους τόπους μη γυρεύης.
Κάλλια μέτρια στη γωνιά σου
Μ' ευχαρίστησι καρδιάς σου, 220
Ή πολλά να αποχτήσης,
Και με κίντυνα να ζήσης.
Των γονέων της ορμήνιαις
Μη ποτέ καταφρονάς·
Είναι πάντα προς καλό σου, 225
Όσο αλλιώς εσύ αν φρονάς.
***
Πραχτικού γερόντου γνώμη
Ν' αφηκράζεσαι καλά·
Έχει πράξι στα του κόσμου·
Έπαθε, έμαθε πολλά. 230
Κάθε τι επιχειρίσου,
Όσο είναι η δύναμί σου.
Οχ τον κύκλο σου μη βγαίνεις,
Ότι αλλιώς κακοπαθαίνεις
Μ Υ Θ Ο Σ Γ.
Η κ ο υ τ ζ ι ο ν ο ύ ρ α Α λ ο υ π ο ύ.
Μια Αλουπού, πώς εγελάστη, 235
Κι' σε δόκανον επιάστη
Τέτιο ζώο πονηρό,
Στην αλήθια δεν το ξέρω,
Μήτε θέλω να υποφέρω,
Να ξετάξω να το βρω. 240
Ξέρω ωστόσο, και μου φτάνει·
Πως επιάστη, και πως χάνει
Για κακή της συφορά,
Μ' αδιόρθωτη πομπή της
Την καλέτερη στολή της, 245
Τη μεγάλη της νορά.
Κι' ήταν χρεία, ή κρυμμένη,
Ήτε δάχτυλο δειγμένη
Μ' εντροπή της να περνάη.
Όθεν ναύρη θεραπεία 250
Για μια τέτια δυστυχία
Όλο θέλει κι' ερευνάει·
Σ' ένα δάσος, που η άλλαις
Αλουπαίς μικραίς μεγάλαις
Είχαν σύναξι βουλής, 255
Που σε ταύτη εσυνηθούσαν,
Και κοινά εθεωρούσαν
Κάπιαις χρείαις της φυλής.
Πάει και τούτη κι' αρχινάει,
Ένα πρόβλημα κινάει, 260
Πως η μόνη και συχνή,
Σ' όσα πάσχουν εναντία,
Η νορά τους είναι αιτία,
Η νορά τα προξενεί.
Βάρος, μπόδιο, κι' ασκημάδα, 265
Κι' όσα άλλα η φιληνάδα
Να εφεύρη είν' αρκετή,
Τ' αριθμάει δημηγορόντας,
Και θερμά κατηγορόντας
Τη νορά για περιττή· 270
Κι' ακλουθόντας ως το τέλος
Να κακολογάη το μέλος,
Με απόφασις φωνή
Να κοπή για δίκο κρίνει,
Συμβουλή και γνώμη δίνει 275
Προς ωφέλειαν κοινή.
Κι' είπε τόσα η πονηριά της,
Που κοντεύει στα νερά της
Την κοπή των Αλουπών
Να τραβίση και, να σύρη, 280
Πάσα μια απ' αυταίς να γύρη,
Στο δικό της το σκοπόν·
Μόνε μια απ' όσαις τότες
Ήταν δεύτεραις και πρώταις,
Αλουπού καθολική, 285
Ε της λέι, αγαπημένη,
Πώχεις την νορά κομμένη,
Κι' είσαι τόσο γνωμική,
Αν αυτή η συμβουλή σου,
Που με τόσην όρεξί σου 290
Να δεχτούμε επιθυμάς,
Δεν υπόσκονταν σ' εσένα
Κέρδος, διάφορο κανένα,
Δεν την πρόβανες σ' εμάς.
Μ Υ θ Ο Σ Δ.
Γ ά τ ο ς κ α ι Κ α θ ρ έ φ τ η ς
Ω Φιλοσόφοι σοβαροί, 295
Οπού με γνώμη σταθερή
Ξοδεύετε παντοτινά
Χρόνια ζωής προσωρινά,
Για να ξηγάτε τολμηροί,
Όσα ο νους σας δε χωρεί· 300
Καταδεχτήτε ολίγο τι
Προσεχτικό να βάλτε αυτί
Σε Γάτου φέρσιμο και νου,
Σοφού σωστά αληθινού.
Σε καθρέφτην ένας Γάτος 305
Άλλον όμιον του θαρρούσε·
Με παιγνίδια πάει τρεχάτος,
Να τον φτάκη προσπαθούσε.
Το γιαλί τον εμποδάει·
Θιαμασμένος απομνήσκει· 310
Αποπίσω ευτύς περνάει·
Μον κι' εκεί δεν τον ευρίσκει.
Μεταέρχεται, κυττάζει,
Και τον βλέπει ομπρός του πάλι.
Σταματάει, συλλογιάζει, 315
Και ταράζει το κεφάλι·
Κι' οχ το φόβο μη του φύγη
Αν τα φέρη αυτός τη γύρα,
Εστοχάστη στο κυνήγι
Ν' αποκλείση πάσα θύρα. 320
Στην κορφή οχ τον καθρέφτη
Απηδόντας ανηβαίνει·
Της κοιλιάς καβάλλα πέφτει
Και του λόγου του συσταίνει·
Διο απέδω, διο απέκει 325
Τα ποδάρια του κρατάει·
Με μεγάλην έγνια στέκει,
Μουλυχτά παραφυλάει.
Βέβιος τότε να τον πιάκη,
Σιγανά, αλαφρά αρχινάει, 330
Στο γιαλί να ιδή, να φτάκη,
Το κεφάλι να κρεμάη.
Ένα αυτί πρωτοματιάζει,
Κι' άλλο δεύτερο δοκέται·
Και τα νύχια του συντάζει· 335
Δέξια ζέρβια του κινιέται·
Εις αυτό, το ζύγι χάνει,
Ξαγλιστράει παραπατόντας
Το σκοπό δεν αποκάνει,
Και στον πάτο πάει βαρόντας. 340
Δίχως άλλο να φροντίζη,
Και να πολυπραγμονάη,
Στα ποντίκια του γυρίζει,
Τον καθρέφτη απαρατάει·
Πια μου, λέγει, χρεία εμένα, 345
Τέτια κι' άλλα να γυρεύω;
Δίχως διάφορο κανένα
Το μιαλό μου να πεδεύω;
Ό,τι ο νους μου να νοήση,
Σα μου λείπει κάθε τρόπος, 350
Δεν μπορεί να μ' ωφελήση,
Και χαμένος είναι ο κόπος.
Μ Υ θ Ο Σ Ε.
Α η δ ώ ν ι και Γ ε ρ ά κ ι.
Σε τρανταφυλλιάς κλωνάρι
Ελαλούσε έν' Αηδωνάκι,
Ερωτιάρικο πουλάκι, 355
Με φωνή πολλή και χάρι.
Το Γεράκι που απετάει,
Και θροφή να βρη γυρεύει,
Κούοντάς το ογληγορεύει,
Καταπάνω του χυμάει· 360
Στα ποδάρια του τ' αρπάζει·
Στον αγέρα το σηκώνει·
Σ' άλλο μέρος χαμπηλόνει·
Για φαγή του το τοιμάζει.
Το Αηδόνι το καϋμένο, 365
Βλέποντας το θάνατό του,
Προς τον άσπλαχνον οχτρό του
Λέγει παραπονεμένο.
Άφινέ με έτζι να ζήσης.
Μια χαψιά κορμί για σένα 370
Είναι είδος στα χαμένα·
Άλλο βρες να κυνηγήσης.
Αν με φας, τι θ' απεικάσης;
Σου χρειάζεται κάνα άλλο
Απετούμενο μεγάλο, 375
Κι' όχι εγώ, για να χορτάσης.
Το Γεράκι λέει σ' εκείνο,
Για το αβέβιο όπιος τρέχει
Μέτρα γνώσις δεν κατέχει·
Και για ταύτο δε σ' αφίνω. 380
***
Κάλλια πέντε και στο χέρι,
Πάρα δέκα και καρτέρει
***
Μην αφίνεις το ολίγο, που στο χέρι σου κρατάς,
Για να βρης παράνω ακόμα, τι δεν ξέρεις τι ζητάς.
Όσο έχεις είναι βέβιο· τ' άλλο, ελπίδα καρτερείς· 385
Κι' οχ τα διο να μείνης άδιος, αν δεν έχεις νου, μπορείς.
Μ Υ Θ Ο Σ ς.
Φ ο ρ ά δ α και Π ο υ λ ά ρ ι τ η ς.
Σε λιβάδια που η φύσι
Πλούσια είχε θησαυρίση
Ίσκιους, χλόαις, κλαριά, χορτάρια,
Δροσερά νερά· καθάρια, 390
Μια Φοράδα ηληκιομένη
Οχ τη μοίρα απολαβαίνει
Τ' αγαθά όλα ανταμομένα,
Με τη μοναχή της γέννα.
Κι' απερνούσε την ημέρα 395
Σα φιλόστοργη μητέρα,
Με πολλή ευχαρίστησί της.
Ν' αναθρέφη τα παιδί της.
Το ανήλικο Πουλάρι
Σε μιας τόσης τύχης χάρι 400
Βρίσκει πάσαν ηδονή του
Εις την άσκοπην ορμή του.
Δίχως μέριμνο και ζάλη,
Δίχως κόσμου πράξιν άλλη,
Με κατάχρησι απολνιέται 405
Μέσα στα καλά, που κλιέται.
Τελοσπάντων για οδηγό του
Αποχτάει στο φέρσιμό του,
Ό,τι έχουν, στην αλήθια,
Τα παιδόπουλα συνήθια. 410
Ογκομένο ως τ' αχείλι
Τρώει αδιάκοπα τριφύλλι·
Και γκυλιέται τεντομένο
Στο χορτάρι τ' ανθισμένο.
Αφορμή ας μη το κεντάει, 415
Τρέχει, ρίχνεται, πηδάει·
Κι' αν δεν έχει τι να κάμη
Κολυμπάει μες το ποτάμι.
Κι' όποτε δεν είναι χρεία,
Τότε πρόφασι κι' αιτία 420
Βρίσκει ευτύς στη θέλησί του
Ν' αναπάψη το κορμί του.
Στη συχνή τρυφήν εκείνη,
Στην πολλή του γεροσύνη,
Αρχινάει ν' αποσταίνη, 425
Κάθε τι να το χορταίνη.
Ως το τέλος βαρεμένο,
Και πολύ περιορισμένο,
Μην ηξέροντας τι έχει,
Στην καλή του μάνα τρέχει· 430
Έχω από καιρό, της λέγει,
Που ο τόπος δε με στρέγει·
Η βοσκή μας δε σαρκόνει,
Και παράνω με σκοτόνει·
Τα τριφύλλι που αγαπάω, 435
Παρανόρεχτα μασσάω.
Και η πρώτη νοστιμάδα
Στα νερά δεν έχει αράδα.
Ως κι' ο αγέρας, που ανασταίνω,
Και κακό απ' αυτόν παθαίνω, 440
Στα πλεμόνια μου ανημπόρια
Προξενάει με στενοχώρια.
Μ' ένα λόγο· εγώ σ' ολίγο,
Μάνα μου, αποδώ αν δε φύγω
Σ' άλλο μέρος να περάσω, 445
Τη ζωή μπορώ να χάσω.
Ναι, του λέει εκείνη, τώρα,
Να μισέψομε στην ώρα.
Τέτιος τόπος δεν αχρήζει,
Την υγιά σου σαν εγγίζει. 450
Λόγος, κι' έργο· την παλιά τους
Απαριάζουν κατοικά τους,
Δίχως να χασομερήσουν
Μια στιμή, ν' αναχωρήσουν.
Ο μικρός ο ταξιδιότης, 455
Οχ το βράσιμο της νιότης,
Με γοργά πατήματά του
Απηδάει οχ τη χαρά του.
Και η γριά, οπού πηγαίνει
Όχι καλοκαρδισμένη, 460
Φρονιμώτερα πατάει,
Και στο δρόμο τ' οδηγάει·
Και το ήφερνε από στράτα,
Και βουνά γγρεμούς γιομάτα,
Δίχως χόρτο, ή πρασινάδα, 465
Ή νερού καθόλου ικμάδα·
Πουθενά βοσκή δε βρίσκουν·
Όλη μέρα άδια μνήσκουν·
Και σαν πήρε το σκοτάδι,
Νηστικά απερνάν το βράδυ. 470
Το πουρνό καθώς χαράζει,
Οχ την πείνα, που τα βιάζει,
Ψίχα αγκάθι παν τζιμπόντας
Το ταξίδι ακολουθόντας.
Μοναχά μ' αυτό στο στόμα 475
Διο ημερόνυχτα ακόμα
Μες το ίδιο ξεροτόπι
Φέρουν γύρα οι στρατοκόποι.
Η φοράδα, που αποβλέπει,
Τον υγιό της, σ' ό,τι πρέπει, 480
Για καλό του να πεδέψη,
Και με τρόπο να ορμηνέψη,
Εστοχάστηκε αρκετό του,
Για τ' ανέγνωμο μυαλό του,
Όσο τότες είχε πάθη, 485
Απατό του για να μάθη·
Και από ‘να μονοπάτι,
Που γνωρίζει αυτή μονάτη,
Τα μεσάνυχτα απογάλι
Στα λιβάδια φτάνουν πάλι. 490
Τ' αλογόπλο εκεί κοντά του
Να ιδή ανεπάντεχά του
Λίγο χόρτο, δεν κρατιέται,
'Σ ταύτο απάνω ευτύς πετιέται·
Ω, τι σπάνια, λέει, γλυκάδα, 495
Χλωρασιά και τρυφεράδα,
Πώχει τούτη για η χλόη!
Και με όρεξι την τρώει·
Μάνα, ας πάψομε οχ τον κόπο
Να γυρεύομε άλλο τόπο· 500
Καταφύγι δεν μπορούμε
Ωραιότερο να βρούμε.
Πιο άλλο μέρος, σαν και τούτο,
Θα 'χη τόσο μέγαν πλούτο;
Κι' επειδή είν' της όρεξίς μας, 505
Ας σταθούμε επιζωής μας.
Έτζι λέγοντας, φωτίζει·
Και τον τόπο ευτύς γνωρίζει
Που τον είχαν αφημένο,
Κι' απομνήσκει συγχυσμένο. 510
Τότε η γριά με καλοσύνη
Τέτια συμβουλή του δίνει·
Τέκνο, λέγει, αφηκράσου·
Και τα λόγια μου στοχάσου
Αν ορέγεσαι να ζήσης 515
Δίχως να κακοπαθήσης,
Εις την κάθε απόλαψί σου,
Να είναι μέτρο η δύναμί σου.
Η υστέρησι πειράζει·
Το πολύ αναγουλιάζει· 520
Ηδονή ζητάς να εύρης;
Μες τη μέση να την ξεύρης.
Μ Υ θ Ο Σ Ζ.
Π ε ρ ι σ τ έ ρι.
Διψασμένο Περιστέρι
Απετάει, και γύραις φέρει
Πού να βρη, να πιή νερό. 525
Αποκεί που συνηθάει,
Κι' άντα θέλει ξεδιψάει,
Έχει χάση τον τορό.
Ξαφνισμένο από Γεράκι
Το αθώο το πουλάκι 530
Στα χαμένα περπατάει·
Στα χαμένα τριγυρίζει,
Και τον τόπο δε γνωρίζει,
Μήτε ξέρει πού πατάει·
Όσο τρέχει και απετάει, 535
Τόσο ανάφτει και διψάει,
Και δροσιά επιθυμεί·
Τελοσπάντων αγναντεύει
Το νερό οπού χαλεύει,
Και στου πόθου την ακμή, 540
Οχ τη βιά του τη μεγάλη
Το σημάδι εκείνο σφάλλει,
Σε ξερό δέντρο χτυπάει·
Πέφτει κάτω σκοτισμένο
Και σε χέρια σκλαβομένο 545
Κυνηγού αποκαταντάει·
***
Των παθών μας η ορμή
Είναι η πρώτη αφορμή
Σ' όσα ενάντια μας τυχαίνουν·
Δυστυχείς μας καταστένουν 550
Αν μετράγαμεν πολλά
Θέλα κρέναμεν καλά
Κάθε τέλος του σκοπού μας,
Μ' ώφελος του εαυτού μας·
Μον του πόθου η υπερβολή, 555
Κι' η αστόχαστη βουλή
Την καρδιά μας κυριεύουν,
Σ' ατυχίαις μας πεδεύουν·
Εις του πόθου το βρασμό
Στάκα σε συλλγισμό, 560
Μη η βιά σε καταφέρη,
Κάμης ό,τι δε συμφέρει·
Σε ό,τι επιχειριστής
Ποτέ σου μη παραβιαστής.
Γιατί σε βια μεγάλη 565
Ο νους μας πάντα σφάλλει·
Μ Υ Θ Ο Σ Η.
Χ ω ρ ι ά τ η ς και Π α ι δ ι ά τ ο υ.
Ένας γέρος χωρικός
Μετρημένος, γνωστικός,
Ότι αρχίνησε να νιόση,
Πως το τέλος του είχε σόση, 570
Και ποθόντας, μοναχή
Τα παιδιά του παντοχή·
Στη δουλιά της γης να έχουν,
Και σ' εκείνη να προσέχουν,
Με φιλόστοργη βουλή 575
Μιαν αυγή τα προσκαλεί
'Σ του θανάτου του την κλίνη·
Τέτια διάτα τους αφίνει·
Και τους λέει· Παιδιά μου, εγώ
Όσο βλέπω, δεν αργώ 580
Τούτη τη ζωή να χάσω,
Και στην άλλη να περάσω·
Όθεν, πριν σας χωριστώ,
Σαν πατέρας σας, χρωστώ
Να σας πω τη θέλησί μου, 585
Κι' όλη την κατάστασί μου·
Το γνωρίζετε καλά,
Πως δεν έχομε πολλά·
Ένα σπίτι, ολίγο πράμμα,
Και μ' αυτά το αμπέλι αντάμα. 590
Το αμπέλι είν' αρκετό,
Επειδής κι' εμείς μ' αυτό
Επορέψαμαν ως τώρα,
Οι καλήτεροι στη χώρα.
Μον στην τόση του εισοδιά 595
Βολετό και σαν παιδιά
Να μην ευχαριστηθήτε,
Και σε χρείαις να βρεθήτε·
Να το ξέρετε λοιπόν,
Πως εγώ με το σκοπόν, 600
Μη καμμιά φορά ξεπέστε,
Και σε φτώχια τυραγνιέστε,
Όλα μου τα μετρητά,
Σε διο κλήματα κοντά,
Μες τ' αμπέλι τα 'χω θάψει 605
Προς τη φράχτη, που είχα κάψει….
Θέλει ο Γέροντας να ειπή·
Η φωνή του είχε κοπή,
Δεν μπορεί ν' ακολουθήση,
Μήτε λόγο να μιλήση. 610
Οι υγοί του τον κρατάν·
Του φωνάζουν· τον ρωτάν·
Μον ο γέρος τελειόνει
Τη ζωή του, και νεκρόνει.
Του πατρός τους το χαμό 615
Με καρδιάς πολύν καϋμό
Τα ορφανά παραπονιούνται,
Και σε κλάυματα κινιούνται·
Μον 'ς της λύπης την ορμή,
Είχαν κι' άλλην αφορμή 620
Να περνάν συλλογισμένοι
Και διπλά παραθλιμμένοι·
Σε πια κλήματα μπορούν
Τ' άσπρα τάχατε να βρουν;
Θησαυρού έχουν πλούσια ελπίδα, 625
Κι' είναι σ' άπαυτη φροντίδα,
Τούτο το συμβεβηκό
Σε καιρόν καθολικό
Ακλουθάει, που συνηθίζουν,
Και τ' αμπέλια όλοι σκαλίζουν. 630
Με απόφασι κοινή,
Και πολλήν υπομονή
Το αμπέλι κατασκάφτουν·
Άσπρα ωστόσο δεν ξεθάφτουν.
Κι' η δουλιά τους η πολλή 635
Το υποστατικό ωφελεί,
Που καινούργια αγγιά αγοοάζουν·
Τα κρασιά τους εισοδιάζουν.
Αφοντότες αρχινούν,
Μ' άλλα μέτρα κι' άλλο νουν, 640
Τη δουλιά να προτιμήσουν,
Κι' ευτυχή ζωή να ζήσουν.
***
Όπιος οκνεύει Και δε δουλεύει,
Αυτός γυρεΰει Να δυστυχάη.
Ο κόπος φέρει Με πλούσιο χέρι 645
Ό,τι συμφέρει Να ευτυχάη·
Δεν είναι ο τόπος, Δεν είναι ο τρόπος,
Μον είν' ο κόπος, Ο θησαυρός.
Φτωχός μετριέται, Ταλαιπωριέται,
Καταφρονιέται, Ο οκνηρός· 650
Μ Υ Θ Ο Σ Θ.
Τ ι μ ή, Φ ω τ ι ά, και Ν ε ρ ό.
Συμφώνησαν παλιόν καιρό
Τιμή Φωτιά, και το Νερό
Μαζί να συντροφέψουν,
Και τύχη να γυρέψουν·
Στο δρόμο τους που περπατάν, 655
Ένας τον άλλον ερωτάν·
Αν λάχη και χαθούμε,
Πώς να ανταμοθούμε;
Με χάσεταν, λέει η Φωτιά,
Ρίξτε τριγύρω μια ματιά, 660
Κι' οπού καπνό να ιδήτε,
Ελάτε να με βρήτε.
Κι' εγώ αποκρίθη το Νερό
Έχω τον τόπο φανερό·
Οπού χλωρό λιβάδι, 665
Δικό μου είναι σημάδι.
Γυρίζουν λεν και της τιμής·
Σου φανερόσαμαν εμείς
Του καθενού μας τόπο,
Πες μας κι' εσύ τον τρόπο. 670
Λέγει η Τιμή, εγώ σ' αυτό
Σας συμβουλεύω, οχ το κοντό
Ποτέ μη γελαστήτε
Να μου ξεχωριστήτε.
Γιατί αν γλιστρήσω μια φορά, 675
Και δε με πιάστε σταθερά,
Όσο να με γυρέψτε,
Τον κόπο θα ξοδέψτε.
Μ Υ Θ Ο Σ I.
Α λ ο υ π ο ύ, και Τ ρ ά γ ο ς
Σ' ερημιάς μεγάλης μέρη
Ένας Τράγος καλοκαίρι 680
Οχ τη δίψα αναγκασμένος,
Περπατούσε απελπισμένος.
Μια Αλουπού οχ την ίδια αιτία,
Και σε όμια αδημονία,
Βλέποντάς τον σταματάει, 685
Φιλικά τον χαιρετάει·
Και στην πρώτη ανταμοσί τους.
Με μια κάπια αλαφροσί τους,
Σαν ομιοπαθείς κι' οι διο τους
Μολογάν το βασανό τους. 690
Λέγει η Αλουπού· θυμούμαι,
Αν στο νου μου δε γελιούμαι,
Κάπου εδώ κοντά σημάδι
Έχω ιδή από πηγάδι·
Και σα θέλεις λίγον κόπο 695
Κάνομε ως αυτόν τον τόπο,
Μήπως τύχη και το βρούμε,
Και χωρτάτα δροσιστούμε.
Συνοδιά το δρόμο παίρουν,
Και αρκετή ώρα γύραις φέρουν· 700
Τελοσπάντων πιτυχαίνουν,
Κι' ευχαριστημένοι μένουν.
Το πηγάδι είχε πλάτο,
Κι' αρκετό νερό στον πάτο·
Εύκολο ήταν να κατέβουν, 705
Μόνε δύσκολο ν' ανέβουν·
Μον ο Τράγος δίχως τόση
Προσοχή γι' αυτό να δόση,
Πρόθυμος ευτυς πηδάει,
Κι' η Αλουπού τον ακλουθάει. 710
Σαν απόπιαν με πολλή τους
Και μεγάλην όρεξί τους·
Λέγει ο πρώτος, είναι ώρα
Να μισέψαμε πλιο τώρα.
Και σταφνίζεται να φύγη, 715
Μόνε πούθε, δεν ξανοίγει·
Στρίφεται, και αποράει,
Τη συντρόφισσα τηράει·
Μη κουμπάρε, λέγει η άλλη,
Μη δειλιάζεις· απογάλι, 720
Και θαρρώ να ημπορέσω
Πώς να βγούμε ναύ'ρω μέσο.
Να μου κάμης πλάταις, όσο
Στην κορφή να σκαρβαλόσω.
Κιαπέ όξω μόνε πάνω, 725
Μη σε μέλει, εγώ σε βγάνω.
Την ορμνήνια μου αφηκράσου,
Σιούκου ορθός στα μπροστινά σου,
Προς τον τοίχο με τ' αστίθια·
Εύγε σου μα την αλήθια. 730
Τέντοσε τα μπροστινά σου·
Στήλοσε τα κερατά σου·
Βάστα φίλε, μη σπαράξης,
Για να ιδής και να θιαμάξης.
Είπε κι' έκαμε το πράμμα. 735
Όξω ερρίχτηκε εντωάμα·
Κιαπέ σκύφτει και γελάει,
Και τον Τράγο περγελάει.
Που φωνάζει, φιληνάδα,
Ήρθεν η δική μου αράδα. 740
Μον η πόνηρη εκείνη
Τέτια απόκρισι του δίνει·
Στα γεννάκια σου όσαις τρίχες
Τόση γνώσι, Τράγε, αν είχες,
Πριν εμπής θα συλλογιόσουν, 745
Πώς απαύτου θα τραβιόσουν.
***
Σε κάθ' έργο και δουλιά σου,
Που θελά καταπιαστής,
Μη ποτέ αρχινάς 'με βιά σου,
Πριν το τέλος στοχαστής. 750
Όλοι εύκολο, θαρρούμε
Κάθε είδος στην αρχή,
Μόνε ύστερα απαντούμε
Δυσκολίας ταραχή.
Κι' αν κατόπι μετανιόσης 755
Τότε πλιο τι σ' ωφελεί;
Τη ζημιά σου θέλα νιόσης
Μ' αδιαφόρετη χολή.
***
Σε κάθε μέρος και καιρό
Υπόφτευε τον πονηρό. 760
Μ' αυτόν ποτέ μη φιλιοθής,
Στο ύστερο θα ζημιοθής.
Γιατί το έχει φυσικό
Να κάνη πάντοτε κακό.
***
Του πονηρού τη συμβουλή 765
Να τη μετράς επιβουλή.
Τι σ' ό,τι σ' ορμηνεύει,
Το κέρδος του γυρεύει·
Μ Υ Θ Ο Σ ΙΑ.
Μ π ά κ α κ α ς και Β ό ι δ ι.
Γλέπει ο Μπάκακας το Βόιδι,
Και στο χόντρο του αποράει, 770
Το μεγάλο εκείνο σώμα
Δε χορταίνει να τηράη.
Οχ τα κέρατα ως τα νύχια
Το ερευνάει με προσοχή,
Κι' αγρηκάει μες την καρδιά του 775
Κάπιας ζήλιας ταραχή.
Λέει, κι' εγώ ένα ζώο είμαι·
Αμ γιατί έτζι αυτό τρανό;
Αποτί εγώ στον κόσμο
Ποταπό κι' ουτιδανό; 780
Και μ' αυτόν το λόγο εβάλθη
Το μικρό του το κορμί,
Μάκρου πλάτου να φουσκόνη
Μ' όση μπόρεγεν ορμή.
Άλλος Μπάκακας κοντά του 785
Γνώριμός του τον ρωτάει,
Με το φούσκομα που κάνει
Τι σκοπόν αυτός βαστάει·
Θέλω λέγει να χοντρύνω,
Σαν το Βόιδι να γενώ· 790
Κύτταξέ με, ως πόσο λείπει,
Ίσια ίσια να φανώ;
Τι είναι αυταίς η φαντασίαις,
Που σου μπήκαν στο μιαλό;
Αδερφέ μου, τράβα χέρι, 795
Δε σου βγαίνει σε καλό.
Τήρα εδώ, κιαπέ άφινέ ταις,
Της ορμήνιαις της πολλαίς.
Που είσαι ακόμα όσο να φτάκης·
Για ιδές τώρα· πώς μου λες; 800
Να φουσκόσω ακόμα κι' άλλο,
Λείπει, φίλε, περισσό·
Τελοσπάντων για να σόση
Σε Βοϊδιού κορμιού ποσό,
Όσο γένεται με κόπο 805
Και μ' αγώνα του ο καλός
Ακατάπαυτα φουσκόνει,
Ωσπού σκάζει σαν τρελλός.
***
Έτζι όλοι αποχαλνιούνται,
Όσοι δεν ευχαριστιούνται, 810
Να πορεύουν τη ζωή τους
Κατά την κατάστασί τους.
Τα μεγάλα επιθυμόντας,
Περηφάνιαις κυνηγόντας,
Καταντάν σε φαντασία, 815
Που τους φέρει εις δυστυχία,
Και ο κόσμος, που τους βλέπει,
Τους γελάει, γιατί τους πρέπει·
Η φαντασία, Για μεγαλεία
Στον κόσμον όλο, Κοινή μωρία. 820
Μ' αυτή τη ζάλη Εις το κεφάλι,
Ανησυχάζουν Μικροί, μεγάλοι·
Ανώτερό του Καλήτερό του
Πασάνας θέλει Για ισότιμό του.
Έχει, δεν έχει, Το δρόμο τρέχει 825
Που τα μεγάλα Αυτός παντέχει·
Σε όπια λάχη Αράδα να 'χη,
Ποσώς δε στρέγει, Στρίβει τη ράχη.
Σ' αυτή δε μένει, Παρέκει βγαίνει,
Κι' ένα σκαλίδι Πάντ' αντιβαίνει· 830
Αυτό κυττάζει, Για αυτό κοπιάζει
Ο κόσμος όλος, Για να φαντάζη.
Κι' όλοι γελιούνται, Τυφλά κινιούνται,
Κι' επιζωτίς τους Ταλαιπωριούνται.
***
Μέτραγε τα έξοδά σου, κατά το εισόδημα σου. 835
Κι' έτζι ζιής ευτυχισμένος, κι' οχ τον κόσμο παινεμένος.
Μ Υ θ Ο Σ ΙΒ.
Ο ι Λ α γ ο ί.
Σ' εποχή καιρών και χρόνων.
Των παμπάλαιων αιώνων
Οι Λαγοί αποσταμένοι
Μια ζωή βασανισμένη. 840
Να διαβαίνουν εξαιτίας
Της μεγάλης τους δειλίας,
Στην απελπισία φτάνουν
Να προκρίνουν να πεθάνουν·
Κι' ένα τέλος πλιο να φέρουν 845
Στα δεινά οπού υποφέρουν.
Λεν, 'ς της γης αυτήν τη σφαίρα.
Τα κακά, που πάσα ημέρα
Κακορρίζικοι τραβούμε
Σ' άλλα ζώα δε θωρούμε, 850
Μ' ακατάπαυταις τρομάραις
Συγκρατούμεναις λαχτάραις,
Μοναχοί είμαστε απ' όλα
Δυστυχώτεροι καθόλα.
Οι Αϊτοί θροφή μας έχουν· 855
Τα θεριά μας κατατρέχουν·
Και του αθρώπου η κακία
Υστερνή μας δυστυχία.
Με φωτιαίς αρματομένος,
Με σκυλλιά συνοδεμένος, 860
Αφορμής να ξεφαντόση,
Έρχεται να μας σκοτόση.
Κι' είναι δίχως καταφύγι
Της φυλής μας το κυνήγι.
Τοσοπού παντού διογμένοι 865
Λογιαστά πολεμημένοι,
Η καρδιά μας πάντα δαίρει
Και κρυμμένοι μες τη φτέρι,
Διο αντάμα δεν κοτούμε
Πουθενά να ευρεθούμε. 870
Κάθε χτύπος μας τρομάζει·
Ως κι' ο ίσκιος μας πειράζει·
Και τα μάτια, αν κοιμηθούμε
Οχ το φόβο δε σφαλνούμε.
Έναν θάνατο χρωστούμε· 875
Μια φορά καν ας χαθούμε.
Και με τα παράπονά τους
Σε μια λίμνη εκεί κοντά τους
Παν με τέλια απόφασί τους
Να σκολάσουν τη ζωή τους, 880
Προς της άκραις ότι σόνουν,
Κοντοστέκοντας ζυγόνουν·
Κι' ένα πλήθος Μπακακάδες
Που εμούλοναν σ' αράδες,
Την πεδοβολή αγρηκόντας 885
Στα νερά βουτάν πηδόντας.
Κι' οι Λαγοί να ιδούν, πως κι' άλλοι
Ζιούσαν σ' όμια φόβου ζάλη,
Το σκοπό ξαποφασίζουν,
Και στα πλάγιά τους γυρίζουν, 890
***
Όσο και να δυστυχάη,
Όποτε άθρωπος μετράει
Μ' αλλουνού ομιοπαθή του
Την πικρή κατάστασί του,
Και παρατηράει την ξένη 895
Πλιο πολύ βασανισμένη,
Βρίσκει τότες κάπια αιτία
Την πολλή φιλοτιμία
Της καρδιάς του να ησυχάση,
Τα δεινά του να ξεχάση. 900
***
Του δειλού και φοβιτζιάρη
Λείπει ελευθεριάς η χάρι,
Και στον κόσμον όσο ζη,
Οχ το δυνατώτερό του
Σκλάβος σέρει το ζυγό του 905
Με τους φόβους του μαζί.