WeRead Powered by ReaderPub
Ποιήματα και Πεζά τινα cover

Ποιήματα και Πεζά τινα

Chapter 15: Μ Υ Θ Ο Σ ΙΕ.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A compact collection of lyric and satirical pieces alongside occasional prose, combining love poems, fables, comic narratives, and a playful translation of a mock-epic parody. The voice shifts between learned allusion and a regional Greek idiom, using colloquial rhythms to enliven formal meters. Recurring interests are social observation, moral satire, and reflections on language, with many short, witty tableaux of everyday life and human foibles. The book alternates polished poetic forms and plainspoken registers to make its irony and tenderness accessible, showcasing a blend of classical learning, pastoral detail, and sharp comic imagination.

ΜΥΘΟΣ ΙΓ.

Ο Γ ά ι δ α ρ ο ς ν τ υ μ έ ν ο ς Λ ι ο ν τ ο τ ό μ α ρ ο.

   Ο Γάιδαρος μια ημέρα
   Ντυμένος πέρα πέρα
   Με Λιονταριού τομάρι,
   Σα δυνατό Λιοντάρι, 910
   Της γειτονιάς τα ζώα,
   Και άγρια και αθώα,
   Με τόλμη κυνηγάει,
   Παντούθε τα προντάει·
   Εκείνα τρομασμένα 915
   Αναμεράν κρυμένα,
   Και δίχως ν αναμείνουν
   Τον τόπον άδιο αφίνουν.
   Και τότε η αφεντιά του
   Με πάσα ελευτεριά του 920
   Χωρίς δουλιάς αντράλα
   Εμπήκε στα μεγάλα.
   Τους κάμπους τριγυρίζει,
   Τη χλόη ροκανίζει
   Ως θέλει η όρεξί του 925
   Χωρίς αντηρησί του.
   Ξαπλόνεται, γκυλιέται,
   Κι' αφέντης πλιο λογέται.
   Μον η Αλπού, που όλο
   Υπόφτευε το δόλο, 930
   Σαν πονηρή ερευνόντας,
   Καλά παρατηρόντας
   Από το ένα αυτί του
   Την ψεύτικη στολή του,
   Κι' από το γκάρισμά του 935
   Την τέλια γαϊδουριά του·
   Σωστά βεβαιομένη,
   Την είδησι προφταίνει
   Ευτύς του νοικοκύρι,
   Οπού είχε παραδείρει, 940
   Πολλά περιπατόντας,
   Το γάιδαρο ζητόντας
   Κι' οπού σαν το μαθαίνει,
   Τον πιάνει, και τον γδαίνει,
   Του βάνει το σαμάρι, 945
   Και πάλε σα γομάρι
   Στο σπίτι του τον φέρει,
   Και, ως έπρεπε, τον δαίρει·

***

   Με πλούσια και λαμπρή στολή
   Στον κόσμο, βλέπομε, πολλοί 950
   Απ' όλους να τιμιοΰνται,
   Μεγάλοι να μετριούνται.
     Γιατί των πρόστυχων ο νους
   Στοχάζεται, πως σ' αυτουνούς
   Η τύχη έχει δόση 955
   Με τα καλά, και γνώσι.
     Μον αν με μέτρα προσοχής,
   Ή καταντήσουν δυστυχείς,
   Ο φρόνινος θελήση
   Να τους παρατηρήση, 960
     Θελά τους βρη ουτιδανούς,
   Από προτέρημα γυμνούς,
   Με μόνη φαντασία,
   Και γνώμης απορία.

***

   Το αξίωμα όσα δίνει 965
   Στην υπόληψιν ενού,
   Μόνε λείψη τον αφίνει
   Μες το πλήθος του κοινού.
     Το προτέρημα χαρίζει
   Αναφαίρετη τιμή, 970
   Και τον κάνει να αχρήζη,
   Και παντού να ευδοκιμή.

ΜΥΘΟΣ ΙΔ.

Κ ό ρ α κ α ς, και Α λ ο υ π ο ύ.

   Σε δέντρο απάνω ο Κόρακας
   Εκάθησε απετόντας,
   Στη μύτη του βαστόντας 975
   Μια γρούδα από τυρί.

   Η Αλουπού διαβαίνοντας
   Καταλαχού απέκει,
   Τον βλέπει· κοντοστέκει
   Η παραπονηρή. 980

   Καν με τι νου σοφίζεται
   Το πώς να τον γελάση.
   Και τη χαψιά να φτάση
   Οχ το κλαρί ψηλά.

   Κοντά στη ρίζα εζύγοσε 985
   Και με ταπεινοσύνη,
   Πλαστήν αγαθοσύνη,
   Τα μάτια χαμπηλά,

   Κυρ Κόρακα, του φώναξε,
   Πετούμενο αντριομένο, 990
   Με χάρες στολισμένο,
   Εγώ σε προσκυνώ,

   Ω! πόσο ωραία κ' ώμορφα
   Αστράφτουν τα λαμπρά σου
   Αμίμητα φτερά σου 995
   Σε χρώμα έτζι σεμνό.

   Ω! πόσο μέλη σύμμετρα
   Ορέχτηκεν η φύση
   Εσένα να χαρίση
   Με τέχνη χωριστή. 1000

   Αμ η λιαλιά σου τάχατε
   Σαν τι γλυκάδαις να 'χη;
   Καλότυχος, που λάχη
   Να την αφηκραστή.

   Κι' εκείνος, όμιον έπαινο 1005
   Ν' ακούση, δεν κρατιέται,
   Σε τόπο δε χωριέται,
   Μήτ' έχει υπομονή.

   Το λιάραγκά του ετέντοσε,
   Τις γκάβραις αρχινάει, 1010
   Και το τυρί απολνάει
   Να δείξη τη φωνή.

   Η Αλουπού αρπάζοντας
   Τη γρούδα τον τηράει,
   Τον αποχαιρετάει, 1015
   Του λέγει· όλα καλά

   Τα έχεις, φίλε, εξαίρετα,
   Μον ένα να πασκήσης
   Ακόμα ν' αποχτήσης
   Κυρ Κόρακα, μ ι α λ ά. 1020

***

   Γιατί η κολακεία
   Μες τη φιλοτιμία
   Με τρόπο μας εγγίζει,
   Γλυκά μας γαργαλίζει,
   Για ταύτο μας αρέγει 1025
   Σε όσα αυτή μας λέγει·
   Μον όπιος να βαθύνη
   Είν' εύκολο να κρίνη.
   Ο κόλακας τη γλώσσα,
   Που σ' επαινάει σε τόσα, 1030
   Κινάει από σκοπό του.
   Για μόνο διάφορό του.

***

   Του κόλακα τ' αχείλια
   Εκεί που σ' επαινούν,
   Εκεί σε περιπαίζουν, 1035
   Και σε καταφρονούν·
      Και σε επαινάει πάντα
   Με τέλος και σκοπό,
   Για ν' απολάψη μόνον
   Ωφέλεια και καρπό. 1040

Μ Υ Θ Ο Σ ΙΕ.

Α λ ο υ π ο ύ, και Λ ι ο ν τ ά ρ ι.

   Η Αλπού σε κάπια μέρη,
   Που μια ημέρα γύραις φέρει,
   Και θροφή ζητάει να βρη,

   Κει που τήραε λόγυρά της
   Το Λιοντάρι απ' ομπροστά της 1045
   Να διαβή άξαφνα θωρεί·

   Κι' αφορμής καμμιά φορά άλλη
   Δεν το ίδε, τόση ζάλη,
   Και τρομάρα δυνατή

   Την καρδιά της κυριεύει, 1050
   Που νεκρή με μιας κοντεύει
   Καταγής να σωριαστή.

   Δεύτερη φορά συμβαίνει,
   Σ' άλλο μέρος το ανταίνει,
   Και με φόβο σταματάει· 1055

   Μον σαν πρώτα δεν τη σκιάζει·
   Και να το χαμοκυττάζη
   Όλο σαν αποκοτάει.

   Να το ιδή κι' αλλού τριτόνει,
   Παρευτύς σ' αυτό ζυγόνει, 1060
   Και με όψι θαρρευτή

   Το θηρίο ακλουθόντας,
   Και μ' αυτό συνομιλόντας,
   Συνοδιά του περπατεί.

***

   Όσο κι' αν είναι φοβερό 1065
   Το καθετί, με τον καιρό
   Πασάνας συνηθάει
   Να το καταφρονάη.
     Κι' αντίς την πρώτη ταραχή
   Οπού μας φέρει στην αρχή, 1070
   Τελιόνει κάθε θιάμα,
   Συνηθισμένο πράμμα.

Μ Υ θ Ο Σ Ις.

Κ ρ ι ά ρ ι, Α ρ ν ά δ α, Γ ο υ ρ ο ύ ν ι και Γ ά ι δ α ρ ο ς.

   Τρία ζώα ανταμομένα
   Σ' έναν Γάιδαρο βαλμένα
   Κάπιος είχε ξεκινήση
   Σε μια χώμα να πουλήση.

   Στη ζερβιά από το σαμάρι 1075
   Ένα ήμερο Κριάρι,
   Και μια Αρνάδα από τη δέξια
   Φορτομένα είχ' επιδέξια.

   Αποπάνω και στη μέση
   Δίπλα πάλι είχε αποθέσει 1080
   Γουρουνόπουλο θρεμμένο,
   Μ' αλαφρό σκοινί δεμένο.

   Εξοπίσω πάει ατός του
   Και το Γάιδαρον ομπρός του
   Για να μην αργοπατάη, 1085
   Με το ξύλο τον χτυπάει·

   Και το δόλιο το Γομάρι
   Γληγορεύει το ποδάρι,
   Κι' αγωνίζεται με γνώση
   Της ξυλιαίς για να γλυτρώση. 1090

   Τα διο πρόβατα, σα ζώα
   Απονήρευτα κι' αθώα
   Δεν τηράν παρά να σόσουν
   Κι' οχ τον κόπο ν' αλαφρόσουν.

   Το Γουρούνι απ' όλα τ' άλλα 1095
   Με σκουξίματα μεγάλα
   Να χτυπιέται δε σιγάει,
   Και τον κόσμο τρικυμάει·

   Οχ το βάρος κουρασμένο,
   Και καταγαναχτησμένο, 1100
   Το Ζοντόβολο γυρίζει,
   Και παρόμια τ' ονειδίζει·

   Άτζαλο Γουρούνι, αλήθια,
   Τι είν' αυτή η κακή συνήθια
   Μια στιμή να μη τζωπαίνης, 1105
   Και τ' αυτιά μας ξεκουφαίνεις.

   Πια ανάγκη, και πια χρεία,
   Έτζι αδιάντροπα κι' αχρεία
   Σε στενεύει να χουγιάζης,
   Κι' όλους μας να μας πειράζης; 1110

   Δεν τηράς πως φορτομένος
   Μετ' εσάς εγώ ο καϋμένος,
   Τι τραβώ και δοκιμάζω,
   Και παράπονο δε βγάζω;

   Πάρε καν παραδειμμά σου 1115
   Οχ την ίδια συντροφιά σου,
   Που παράνω τυραγνιούνται,
   Και καθόλου δε γρηκιούνται.

   Δεν τους φτάνει, που σφιμένα
   Στης τριχαίς σαν κρεμασμένα 1120
   Σ' έχουν αποπανωθιό τους,
   Βάσανο ξεχωριστό τους·

   Μόνε δίχως καμμιά αιτία,
   Κι' από μόνη αδιακρισία,
   Τους σκοτίζεις το κεφάλι 1125
   Με της γκάβρας σου τη ζάλη.

   Το Γουρούνι λόγια τόσα
   Οχ του Γάιδαρου τη γλώσσα
   Να ακούη, καιρό δε χάνει,
   Τέτια απόκρισι του κάνει· 1130

   Να σου ειπώ, του λέει, δεν ξέρω
   Τι υποφέρεις, τι υποφέρω.
   Μόνε ξέρω κι' απεικάζω,
   Πως με δίκιο ανησυχάζω.

   Γιατί οι αθρώποι εσάς σας έχουν, 1135
   Στης δουλιαίς τους να προσέχουν,
   Και στη ράχη σας να φέρουν
   Όσα βάρη μεταφέρουν.

   Κι' ο αφέντης που σ' ορίζει, 1140
   Αφορμής και σε γνωρίζει,
   Σαν οκνόν και ακαμάτη,
   Σε ραβδίζει από κομμάτι·

   Όθεν είσαι αναγκασμένος,
   Σα σε ταύτα μαθημένος,
   Να περνάς σε ησυχία 1145
   Δίχως άλλη σου υποψία.

   Αν τα πρόβατα παντέχουν
   Κάννα κίντυνο δεν τρέχουν,
   Μη θαρρείς απ' αγνωμιά τους
   Δε νογάν τη συφορά τους 1150

   Μόνε οι αθρώποι τα κουρεύουν,
   Τα αρμέγ, τα σημαδεύουν.
   Κι' αφορμής σηχνά το κάνουν,
   Και αυτά κακό δε βάνουν.

   Αμ εγώ, κυρ Γάιδαρε μου 1155
   Που δεν έμαθα ποτέ μου
   Από όλ' αυτά κανένα,
   Τι καλό θωρώ για μένα;

   Και τι άλλο οχ το μαχαίρι
   Του αφέντη μου το χέρι 1160
   Καρτερώ για να μου δόση,
   Οπού να με ξεφορτόση;

   Αν φωνάξω δε σου φταίγω,
   Άφινέ με καν να κλαίγω,
   Κι' ως μπορώ να ξεθυμάνω, 1165
   Επειδή και θα πεθάνω.

***

   Ο φρόνιμος, και ο γνωστικός,
   Παντού υπομονετικός,
   Της τύχης την καταδρομή
   Ποτέ δεν παίρει με ορμή· 1170
   Αλλ' υποφέρει τα δεινά
   Με μέτρα γνώμης ταπεινά.
   Και με αυτό στη συφορά
   Λαβαίνει κάπια διαφορά.
   Γιατί κυττάζει το κακό 1175
   Λιγώτερο ενοχλητικό.
   Εξεναντίας ο τρελλός
   Δεν ησυχάζει παντελώς·
   Τον κόσμον όλον ενωχλάει,
   Χωρίς αυτόν να ωφελάη. 1180
   Και στο γραφτό του προχωρεί
   Με πέδεψί του τρομερή.

Μ Υ Θ Ο Σ ΙΖ.

Κ ι κ ί δ ι, και Ν υ κ τ ε ρ ί δ α.

   Κικίδι σφαλησμένο
   μικρό κλουβί πλεμμένο
   Όξω από το παραθύρι 1185
   Του σπιτιού ενού νικοκύρη,
   Ελαλούσε πάσα βράδυ
   Ότι αρχίναε το σκοτάδι·
   Και μια κάπια Νυκτερίδα
   Με περιέργειας φροντίδα, 1190
   Τούτο αφού παρατηράει
   Το ζυγόνει, το ρωτάει,
   Για να βγη οχ την απορία,
   Από πια αφορμή κι' αιτία,
   Την ημέρα να σιγάη. 1195
   Και τη νύχτα να λαλάη.

   Να σου ειπώ, αδερφή, της λέγει·
   Μια φορά πασάνας φταίγη,
   Μον ο φρόνιμος σαν πάθη,
   Υστερώτερα θα μάθη 1200
   Να νογάη, και να προβλέπη
   Να φυλάγεται όπως πρέπει·
   Έτζι εγώ μες το τριφύλλι
   Δε μ' απόσταινε τ' αχείλι,
   Άνοιξε και καλοκαίρι, 1205
   Να λαλώ το μεσημέρι·
   Μον αφόντης μ' έχουν πιάση,
   Η ανάγκη μ' έχει βιάση
   Το συνήθιο μου ν' αφήσω,
   Κι' άλλα μέτρα ν' αποχτήσω. 1210

   Ηταν χρεία πριν αντέσης
   Να το κάμης, να κερδέσης·
   Να αλλάζης όμως τώρα
   Γνώμη, φίλε, δεν είν' ώρα,
   Τ' αποκρίθηκεν εκείνη, 1215
   Τι ωφέλια δε σου δίνει·

Μ Υ Θ Ο Σ ΙΗ.

Α ρ κ ο ύ δ α, κ α ι Λ ι ο ν τ ά ρ ι.

   Αρκούδα από 'ναν λόγγο
   Μεγάλη, δυνατή,
   Να κυνηγήση βγαίνει,
   Στον κάμπο περπατεί. 1220

   Κι' αλλούθε το Λιοντάρι
   Στο δρόμον απαντάει,
   Οπού θροφή κι' εκείνο
   Πηγαίνοντας ζητάει·

   Παράμερα τους βλέπουν 1225
   Στον ίδιον τον καιρό
   Σε σιάδι να μουλόνη
   Λαγόν τρανόν, χοντρό·

   Κι ως ήταν πεινασμένα
   Δεν άργησαν στιμή 1230
   Να στρίψουν, να χυμήσουν
   Απάνω του μ' ορμή.

   Μον θέλοντας το ένα,
   Το αλλο μερτικό
   Τελείως να μη πάρη 1235
   Να μείνη νηστικό,

   Με λύσσα συνατά τους
   Να πιάνουνται αρχινούν,
   Φριχτή μεγάλη μάχη
   Πεισματικά κινούν. 1240

   Στο τέλος μη μπορόντας
   Στα πόδια να σταθούν,
   Οχ τον πολύν αγώνα
   Καθόλου να ορθοθούν·

   Αποσταμένα πέφτουν 1245
   Στη γη ξαπλοταριά,
   Κειτάμενα σαν ψόφια
   Δεξιά ζερβιά μεριά.

   Και το Λαγό στη μέση
   Κομμάτι τρυφερό 1250
   Με θλίψι τους κυττάζουν,
   Και μάτι λυπηρό.

   Η Αλουπού σε ταύτο
   Περνόντας αποκεί,
   Καθώς τα πάντα ίδε 1255
   Καλά προσεχτική,

   Τρεχάτη ανάμεσά τους
   Αδράζει το Λαγό,
   Και φεύγει προς το δάσος.
   Με πάτημα γοργό. 1260

   Τα διο θηρία τότε
   Με πόνου στενασμό,
   Ω τρέλα! λεν' ω γνώμη
   Χωρίς συλλογισμό!

   Μαλόσαμαν οι άθλιοι 1265
   Σχεδόν ως τη σφαγή,
   Τοιμάζοντας και μόνον
   Της Αλουπούς φαγί.

Μ Υ Θ Ο Σ ΙΘ.

Γ έ ρ ο ς και Θ ά ν α τ ο ς.

   Ένας Γέρος σε φτώχιας ανάγγη,
   Άλλον τρόπο να ζήση δεν είχε, 1270
   Χώρια ξύλα να κόφτη στον λόγγο,
   Μεταβιάς το ψωμί του να βγάζη.

   Μιαν ημέρα βαριά φορτομένος,
   Περπατόντας σ' ορθό μονοπάτι,
   Οχ τον κόπο, και κάμμα του ήλιου 1275
   Την ανάσσα να πάρη δε φτάνει.

   Σ' ένα, όχτο τ' ανάσκελα πέφτει·
   Και στο μέγα πολύ κούρασμά του
   Τη ζωή του μισόντας βαριέται,
   Και το χάρο με πόθο του κράζει. 1280

   Να ο χάρος ομπρός του πετιέται,
   Το δρεπάνι κρατόντας στο χέρι,
   Μ' άγριαν όψι, και σχήμα τρομάρας,
   Για είμαι, Γέρο, του λέγει· τι θέλεις;

   Αχ! ο γέρος ευτύς αποκρίθη 1285
   Το ζαλίκι μου αυτό δεν μπορούσα
   Να σηκόσω· σε φώναξα ο δόλιος
   Να μου δόκης ολίγη βοήθεια.

ΜΥΘΟΣ Κ.

Λ ι ο ν τ ά ρ ι, Λ ύ κ ο ς και Α λ ο π ο ύ.

   Λιοντάρι, Λύκος, κι' Αλπού αντάμα
   Τα τρία βγήκαν να κυνηγήσουν 1290
   Με συμφωνία, πως ό,τι πιάκουν,
   Να το μοιράσουν ανάμεσά τους.

   Πολύ και πλούσιο κυνήγι κάνουν,
   Κι' αφού σε μέρος τα αραδιάζουν,
   Του Λύκου λέγει το Λεοντάρι 1295
   Σε τρία μέρη να τα χωρίση.

   Εκείνος τότε, κι' αν λαιμαργάει,
   Σα φυσικό του, βαστιέται ωστόσο·
   Κι' από το φόβο του ανώτερού του
   Με δικιοσύνη τα διαμοιράζει.

   Ο βασιλέας των τετραπόδων
   Με άγριο βλέμμα καταφρονόντας
   Ισοτιμία, που δεν του πρέπει,
   Μ' οργή το Λύκο ευτύς ξεσκίζει·

   Και της Πανούργης το βάρος δίνει
   Να κάμη εκείνη, καθώς ηξέρει.
   Σωρόν ομπρός του τ' απανωτιάζει,
   Κι' αυτή κρατάει πολλά ολίγο.

   Πιος σ' έχει μάθη, της λέει, Κουμπάρα,
   Με τόσο δίκιο να διαμοιράζης;
   Σκυφτά εκείνη του απηλογήθη.
   Του Λύκου, αφέντη, η δυστυχία. (α )

(α ) Οι εφεξής δύω μύθοι έχουν το ίδιον νόημα με τον Α' και δεύτερον οπού φαίνονται εις την αρχήν, είναι όμως γραμμένοι με στίχους ανομοιοκαταλήκτους. Ίσως ο Συγγραφεύς είχε σκοπόν να κάμη όλους τους προηγουμένους μύθους κατά τον ίδιον αυτόν τρόπον.

Μ Υ Θ Ο Σ Α.

Ζ ί ν ζ ι ρ α ς και Μ υ ρ μ ή γ κ ι.

   Θέρος ήταν κι' ο Ζίνζιρας όλος
   Σ' της φωνής του το μέριμνο μόνο,
   Μες τον ίσκιο των δένδρων κρυμμένος·
   Τον καιρό του διαβαίνει λαλόντας.

   Το φιλόπονο ωστόσο Μυρμήγκι,
   Με δουλιάς συγκρατούμενης κόπο,
   Μέρα νύχτα στιμή δε σιγάει
   Στη φωλιά του θροφαίς να συνάζη.

   Το γλυκό καλοκαίρι σκολνάει,
   Και μαζί του ημερών η γαλήνη·
   Αρχινάν η βροχαίς κι' οι ανέμοι,
   Το χειμώνα κοντά προμηνόντας,

   Στη περίστασι εκείνης της ώρας
   Ο τρανός λαλητής μαζομένος,
   Νηστικός σε μιαν άκρα μουλλόνει.
   Κι' οχ την πείνα βαριά κιντυνεύει.

   Στη μεγάλη του αυτή στενοχώρια
   Στο Μυρμήγκι βιασμένος προστρέχει·
   Δείξου, φίλε, του λέγει, ευεργέτης
   Προς εμένα με μια καλοσύνη.

   Ανεπάντεχα κρύα μ' επήραν·
   Δεν ποτάζω, σπειρί να πορέψω.
   Πρόφτασέ με μ' ολίγο μειράδι
   Δανεικό οχ την πλούσια εισοδιά σου.

   Μη φοβάσαι καθόλου να χάσης,
   Τι σαν έρθη ο θέρος, σου τάζω
   Να σου δώκω οπίσω με πρώτο,
   Και κεφάλι και διάφορο αντάμα.

   Μον ο φίλος σε ταύτα αποκρίθη·
   Αποτί, δε μου λες Ζίνζιρά μου,
   Ν' αμελήσης παρόμια σου χρεία
   Ως τα τώρα, οπού κάθοσουν άδιος;

   Αμ δεν άδιαζα εγώ να φροντίσω
   Σαν κι' εσένα, αφορμής ελαλούσα,
   Μήτε ήλπιζα ογλήγορα τόσο
   Να διαβούν η καλαίς η ημέραις.

   Στον καλόν τον καιρό σα λαλούσες
   Στον κακόν ημπορείς να χορεύεις.
   Και της πλάταις γυρίζοντας μπαίνει
   Μες την τρύπα του ευτύς το Μυρμήγκι.

   Όσοι τον καιρό ξοδεύουν,
   Και το μέλον δε μετρούν.
   Στα χαμένα τον γυρεύουν,
   Σαν και πρώτα να τον βρουν.

   Ο καιρός φτερά βαστάει,
   Φεύγει, τρέχει σα νερό,
   Κι' όποιος δεν τον κυνηγάει,
   Δεν του βρίσκει πλιο τορό.

   Σύναξε νιος όσο ημπορείς,
   Γέροντας άνεσι να βρης.
   Στα νιάτα σου αν οκνεύεις,
   Κακά υστερνά πορεύεις.

Μ Υ Θ Ο Σ Β.

Ψ ά ρ ι μ ε τα Ψ α ρ ό π ο υ λ ά τ ο υ.

   Μη, παιδιά, ξεμακραίνετε τόσο
   Οχ το δρόμο, 'που εγώ σημαδεύω.
   Ποταμιου προς το βάθο με θάρρο
   Τρέξτε παίζοντας όσο ποθάτε.

   Σε ριχά μη γελιέστε και σ' άκραις
   Να ζυνόνετε ολότελα εκείθε·
   Είν' οχτροί λογιαστοί να σας βλάψουν·
   Φύλαχτήτε μη άδικα αντέστε.

   Με παρόμια αγάπης φροντίδα
   Τα μικρά του Ψαράκια μια ημέρα,
   Σέροντάς τα κοντά του το ψάρι
   Σα φιλόστοργη μάνα ορμηνεύει.

   Μον αυτά απ' ανήλικη γνώμη,
   Και παιδιά χωρίς πράξη καθόλου,
   Φρονιμάδας και γνώσης τα δίκεα
   Δεν ψηφάν· και σε γέλιο τα παίρουν.

   Ήταν τότε, που χιόνια και πάγοι
   Στα βουνά αναλάν και στης ράχαις.
   Πυκνωτά ροβολάν οχ τα ύψη,
   Και τα κάτω παντού πλημμυρίζουν.

   Το ποτάμι μ' ορμή κατεβάζει,
   Αφρισμένο τα όρια πηδάει·
   Τα νερά του αμπομένα σε πλήθος
   Θαλασσόνουν των κάμπων την όψη.

   Ω, τι θιάμα! απορόντας φωνάζουν
   τα Ψαράκια τι θιάμα μεγάλο!
   Σιάδια κι' όχτοι και σπίτια και δέντρα
   Σ' ένα πέλαγο κείτουνται όλα.

   Ήρθε, ήρθε ο καιρός ο δικός μας·
   Κατοικιά μας εγίνηκε ο κόσμος.
   Τι λες, Μάνα, ο φόβος να λείψη,
   Ή θελά βρης σαν πρώτα υποψίαις.

   Τώρα μάλιστα πρέπει, παιδιά μου,
   Να προσέχετε ακόμα παράνω.
   Γιατί τάχα; της είπαν, γελόντας·
   Αλλ' αυτή σοβαρή τ' αποπαίρει·

   Το πολύ το νερό θα περάσει·
   Η στεριά θελα μείνη στον τόπο·
   Στα συνόρατα μέσα σταθήτε,
   Μη αργά μετανιόστε κατόπι.

   Ε κι' εσύ! νομουκόπου μας σκιάζεις·
   Κι' οχ τη γκρίνια δεν παύεις ποτέ σου.
   Άιντε, αδέρφια, λεν ένα το άλλο,
   Ξένα μέρη να πάμε να ιδούμε!

   Κι' εν τω άμα κινάν στο ταξίδι
   Βιαστικά με χαρά τους μεγάλη.
   Σταματάτε ανόητα τέκνα·
   Θα χαθήτε, φωνάζει η μάνα.

   Έχε υγιά, αποκρένουνται εκείνα,
   Άλλα λόγια εμείς δεν ακούμε.
   Και μ' αυτό προς τους κάμπους τρεχάτα
   Όσο δύνουνταν, έκοφταν δρόμο.

   Τα μωρά! δεν το βάνουν με νου τους·
   Τα νερά αρχινάν να τραβιούνται.
   Απομνήσκουν απάνω σε ξέρη,
   Καταντάν των διαβάτων κυνήγι·

***

   Ο νιος και δίχως του κόσμου πράξη,
   Στης όρεξαίς του δεν έχει τάξη
   Ορθά δεν ξέρει να συλλογιέται,
   Και στους σκοπούς του γι' αυτό γελιέται·
   Τυφλά κινιέται και κιντυνεύει,
   Και τη ζωή του συχνά ξοδεύει·

Ε Ρ Ω Τ I Κ Α.

   Σ' εμένα ο Έρως είναι
   Το αίμα κι' η ψυχή,
   Γιατί 'ναι της καρδιάς μου
   Το τέλος κι' η αρχή.

***

   Ω τρυφερώτατ' Έρωτα,
   Γλυκύ ψυχής μου πάθος,
   Θνητός δεν έχει λάθος
   Εσέ να προσκυνάει.

   Εσύ στιγμή να λείψης
   Μαραίνεται όλη η φύση.
   Νεκρόνει πάσα χτίση
   Το παν διαλίεται, σβίει.

   Το δυνατό σου χέρι
   Νομοθετάει, μορφόνει,
   Τον κόσμον εμψυχόνει,
   Κινεί και κυβερνάει.

   Εσύ 'σαι που λαμπρύνεις
   Των Ουρανών τους θόλους
   Με τους αχτινοβόλους
   Αστέρες φωτεινούς.

   Της θάλασσας τα βάθη
   Μακριά οχ τ εσέ δε μνίσκουν,
   Και η στερριαίς ευρίσκουν
   Ζωής αναπνοή.

   Χ' τ εσέν' της γης η όψη
   Παντού κατοικημένη,
   Βλαστίζει στολισμένη
   Με λογιαστή θωριά.

   Τα πάντα ζιούν και είναι
   Στη δύναμί σου μόνη,
   Και ο κόσμος ξανανιόνει
   Με κύκλο σταθερό.

   Στην προσταγή σου νιόθει
   Μαλακομένο στήθος,
   Το ανήμερό της ήθος
   Η τίγρι απαρατάει.

   Τ' αρπαχτικό Γεράκι,
   Το αθώο Περιστέρι,
   Με το γλυκό τους ταίρι
   Συζιούν μες τη φωλιά.

   Του Έρωτα η φλόγα
   Είναι παντού χυμένη,
   Κι η φύση ερωτεμένη
   Τον έρωτα αντηχάει,

   Ω τρυφερώτατ’ Έρωτα
   Της φύσης όλης πάθος,
   Θνητός δεν έχει λάθος
   Εσέ να προσκυνή.

   Φιλόπονο Μελίσσι, Που σ' έκαμεν η φύση
                            Το μέλι να τρυγάς,
   Το μέλι, που γυρεύεις, Μη κόπους εξοδεύεις
                            Να πας ν' ανθολογάς.
   Στα πορφυρένια χείλη Το έχει πλούσιο η Φύλλη,
                            Κι' ασύγκριτα γλυκύ·
   Μον τολμηρό αν ορμήσης, Το μέλι να ρουφήσης
                            Σα στ' άνθια, κι' αποκεί.
   Μάθε κι' η λιγερένια, Χείλη τα κοραλλένια
                            Παράχει τρυφερά·
   Και προσέχε, μαζί σου Μη πάρης το κεντρί σου,
                            Και βλάψης τρομερά.

***

   Η γλυκυτάτη Άνοιξι
   Με τ' άνθια στολισμένη,
   Ροδοστεφανομένη
   Τη γη γλυκοτηράει.

   Κι' η γη τη χλόη εντύνεται,
   Τα δάση της ισκιόνουν,
   Τα κρύα χιόνια λιόνουν,
   Ο ουρανός γελάει.

   Τα λουλουδάκια βάφουνται,
   Τα πλάγια χρωματίζουν,
   Κι' ηδονικαίς φωτίζουν
   Η δροσεραίς αυγαίς.

   Στο αγκαθερό τραντάφυλλο
   Γλυκολαλάει τ' Αηδώνι.
   Το ξένο Χελιδώνι
   Ταιριάζει τη φωλιά.

   Στους κάμπους πλούσια κι' άκοπα,
   Σε πράσινα λιβάδια,
   Τα ζωντανά κοπάδια
   Βελάζουν και πηδάν.

   Κι' ο νιος βοσκός χαρούμενος
   Φυσσόντας τη φλογέρα,
   Γιομόζει τον αγέρα,
   Με τραγουδιών φωναίς.

   Κάθε ψυχή ευφραίνεται,
   Την άνοιξι γιορτάζει·
   Ο Θύρσης σκυθρωπάζει
   Στη γενική χαρά.

   Ωραία Δάφνη πρόβαλε
   Να την αποστολίσης,
   Και τότες είναι ο Θύρσης,
   Ο πλέον ευτυχής.

   Έρωτά μου παιγνιδιάρη,
   Να μου κάμης κάπια χάρι
   Σου ζητώ ξεχωριστή·

   Την αγάπη που λατρεύω
   Οχ τ εσένα τη γυρεύω
   Σ' ένα, απ' όλαις χωριστή.

   Νοστιμάδαις, χάρες, κάλλη,
   Ας τα έχει η μια κι' η άλλη,
   Ας τα χαίρουνται πολλαίς.

   Αφροδίταις σ' ωραιώτη
   Οχ την ύστερη ως την πρώτη
   Ας φαντάζουν η καλαίς.

   Η αγάπη μου μ' αρέγει,
   Κι' η καρδιά μου σαν τη στρέγει,
   Θέλα ήμουν ευτυχής·

   Μόνε ξέρεις, Έρωτά μου,
   Και νογάς τα βάσανά μου
   Που με θλίβουν απαρχής.

   Κι' εδικής σου εξαιτίας,
   Της πολλής μου ευτυχίας
   Δεν ορίζω τα κλειδιά.

   Τι εσύ αφορμή μου δίνεις.
   Το φαρμάκι εσύ μου χύνεις
   Για τ εκείνης την καρδιά.

   Τώρα αυτό 'ν στο θέλημά σου,
   Επειδής και τ' άρματά σου,
   Όπως θέλεις κυβερνάς·

   Τέλιοσέ μου το χατήρι,
   Μάκρυνέ μου το ποτήρι,
   Το πικρό που με κερνάς.

   Στης καρδιαίς οπού ξετρέχεις,
   Διο λογιών σαΐταις έχεις,
   Διο πληγαίς να προξενάς·

   Με τη μια, δεσμό συμπάθιας,
   Με την άλλην αντιπάθιας
   Την ψυχρότητα κινάς.

   Την αγάπη μου για μένα,
   Από τόξα φλογισμένα,
   Με την πρώτη σαϊτιά

   Πλήγοσέ τη πέρα πέρα,
   Να τη νιόθει νύχτα ημέρα
   Αναμμένη σα φωτιά.

   Με τη δεύτερη να σώσης
   Στην καρδιά της ν' αποδώσης
   Σαϊτιάς την αρετή,

   Που χωρίς αμφιβολία
   Να 'χη τέλια αδιαφορία,
   Για το παν ν' αναισθητή.

   Πες μου, Έρωτα, να ζήσης,
   Άδιον τάχα θα μ' αφήσης;
   Ένας δούλος σου κι' εγώ·

   Έρωτά μου, αυτό το γέλιο
   Είναι, πες μου, περιγέλιο;
   Αχ! το βλέπω, το νογώ.

***

   Το πόσο σε λατρεύω, το πόσο σ' αγαπώ,
   Των αδυνάτων είναι ποτέ να σου το ειπώ.
   Τι σ' αγαπώ με τρόπο καθόλου χωριστό,
   Που μέσα στην καρδιά μου ακέρια σε βαστώ.
   Κι' η δύναμί σου είναι, που τη ζωογονάει,
   Την κάνει να χτυπάη, την κάνει και κινάει.
   Καθώς εσύ να λείψης, δεν έχω πλιο καρδιά·
   Κι' αν η καρδιά μου μένη, δεν έχω τα κλειδιά.
   Εσύ είσαι της ζωής μου το τέλος κι' η αρχή.
   Γιατί είσαι της καρδιάς μου το αίμα κι' η ψυχή.
   Και ζιώ στον κόσμο μόνον εσένα ν' αγαπώ,
   Μον' πόσο! δεν είν' τρόπος ποτέ να το ειπώ.

   Θωρώ σου, Χλόη, κι' άδικα
     Θελ' απομαραθούν
   Οι κρίνοι, τα τραντάφυλλα
     Στην όψη σου, που ανθούν,
   Διαβατικά τ' αθρώπινα,
     Σαν ποταμιού νερό,
   Τα νιάτα χάρου, Κόρη μου,
     Μη χάνεις τον καιρό.
   Πλακόνουν τα γεράματα
     Προμιού τα φανταχτής,
   Κι' αν μετανιόσης ύστερα,
     Διπλά θα παιδευτής.
   Της σαγιτιαίς του έρωτα
     Μη της καταφρονάς,
   Και μη τα δασκαλέματα
     Ακούς της Αθηνάς.
   Τα ήθη, Χλόη, ημέροσε,
     Μη θες να τυραγνάς.
   Η φύση δε σου χάρισε
     Καρδιά να μη πονάς.
   Τηράς την ψεύτραν Άρτεμι;
     Δεν ξέρεις, σε γελάει,
   Και με τον Ενδυμίονα
     Κρυφά συχνομιλάει.
   Τη νιότη χάρου, Κόρη μου,
     Ογλήγορα απανθεί,
   Και αφού τινάς την έχασε,
     Χαμένα την ποθεί·

***

   Ή ζήσω τη ζωή μου μεγάλος και λαμπρός,
   Ή πάλι την περάσω σε φτώχια και μικρός,
   Μη θέλα βρω στο τέλος σ' εκείνα διαφορά;
   Και το 'να και το άλλο θα πάψουν μια φορά.
   Γυμνός στον κόσμο μπήκα και θέλα βγω γυμνός,
   Ο κόσμος είναι ξένος, δεν έμεινε τινός.
   Μακριά λοιπόν φροντίδες ματαίων στοχασμών,
   Που κατατυραγνάτε με ηδονών χαμόν.
   Μου φτάνουν να 'χω μόνον υγιά, καλή καρδιά,
   Ζωής ευτυχισμένης τα μοναχά κλειδιά.

***

   Λεν ο κόσμος, η αγάπη
                       Έχει βάσανα πολλά.
   Εγώ λέγω, πως σε ταύτο
                       Δε στοχάζουνται καλά.
   Νύχτα ημέρα να παθαίνω,
                       Μια στιγμη τ' αλησμονώ,
   Ότι να καλαντικρύσω
                       Τα ματάκια που πονώ.
   Πάρτε, όσα, κι' αν θελήστε,
                       Δάκρια, πάθια, στενασμούς,
   Ούτε έναν μην αφήστε
                       Οχ τους δάρτες και καϋμούς.
   Λογαριάστε, και θα βρήτε
                       Νούλλα όλα τα πικρά
   Αν τα βάλετε στο ζύγι,
                       Και φιλήσω μια φορά.

***

   Μες τα γλυκά σου μάτια
                       Ο έρως κατοικάει,
   Και τα κινήματά τους
                       Ως θέλει διοικάει.
   Τα διάλεξε σαγίταις,
                       Δοξάρια τρομερά,
   Μ' αυτά καρδιαίς πληγόνει
                       Σκληρά, φαρμακερά.
   Αλοίμονον σ' εκείνον
                       Οπού να καυχηθή,
   Σε ταύτα ν' αντικρύση
                       Χωρίς να πληγοθή.
   Ευτύς ο έρως τότες
                       Μ' ακράτητην οργή,
   Θανατερή του ανοίγει
                       Στα αστήθια την πληγή.
   Φλόγαις, φωτιαίς, και λαύραις,
                       Με αναστενασμούς,
   Μες την καρδιά του ανάφτει
                       Δεινούς παραδαρμούς,
   Δάκρυα, κλαϋμούς, και πάθια,
                       Βαριά του προξενάει,
   Και με μυρίους τρόπους
                       Τον κατατυραννάει.
   Τον βλέπει στα δεσμά του,
                       Τους πόνους τον θωρεί,
   Και να τους αβγατήση
                       Το πως ζητάει ναυρή.
   Μ' αυτά τα άρματά του
                       Και με πολλήν ορμή,
   Σημάδεψε κι' εμένα
                       Να κάμη δοκιμή.
   Αλλα μ' ελεημονήθη
                       Η Χλόη η καλή,
   Κι' ο έρως αφοντότες
                       Γελόντας μου μιλεί.

***

   Πιος λέει σκληρόν τον Έρωτα,
   Και τον κακολογάει·
   Τον γλωσσοτρώγετ' άδικα,
   Χωρίς να τον νογάη,

   Παιδί μικρό, κι' ανήλικο
   'Σ της νιότης την ακμή,
   Με δίχως άλλη μάθησι,
   Με δίχως δοκιμή.

   Γιατί ξοδεύει, παίζοντας
   Περίσσια, τον καιρό,
   Για τούτο δα τον έρωτα,
   Τον κράζομε σκληρό.

   Ω φρόνιμοι κατήγοροι,
   Κριτάδες του κοινού,
   Για κάμετε την κρίσι σας,
   Με προσοχή και νου.

   Σκληρός αυτός δεν είναι τος,
   Μον είμεστε σκληροί
   Εμείς, οπού τον θέλομε
   Με γνώμη σοβαρή.

   Παιγνίδια, φίλοι, ορέγεται,
   Και γέλια σαν παιδί.
   Φτερά βαστάει, κι' απέταξε,
   Ενάντια σαν ιδή.

   Μαζί του παίξε, γέλασε,
   Αν θες να σ' αγαπάη.
   Μην αποστάσης τρέχοντας
   Να πας εκεί που πάει.

   Ο έρως είναι ελεύτερος,
   Ποτέ σου δεν μπορείς
   Να τον κρατήσης σκλάβο σου,
   Του κάκου το θαρρείς.

   Μη τον παντέχεις λαίμαργο
   'Σ του Κροίσου τα καλά.
   Ή 'πής του μέγα Αλέξανδρου
   Ο θρόνος τον γελά.

   Τον διόχνει η σκυθρωπότητα,
   Το άγριο τον φοβάει·
   Ευγένια, και αξίωμα
   Αυτόν δεν τον τραβάει.

   Αν έχεις γνώμην άκακη (;)
   Χαρούμενη καρδιά,
   Βαστάς στο χέρισου άσ(;;;;)
   Του έρωτα κλειδιά

   Κι' ανίσως νιάτα χ(;;;;;;)
   Μ' αυτόν καλά περνάς,
   Ειδέ μη, βασανίζεσαι.
   Κι' αυτόν τον τυραγνάς·

   Και κράζεις υστερώτερα
   Τον έρωτα σκληρό,
   Αντίς να κράξης άτυχον
   Αυτό σου τον καιρό.

***

   Αχ έλα, θάνατε πικρέ, και πάρε τι ζωή μου.
   Αφού και πλιο στερεύομαι τη μόνη παντοχή μου.
   Τη Χλόη μου να μη θωρώ, και ζωντανός να μείνω;
   Αχ τι ποτήρι μώδωκε το ριζικό, και πίνω!
   Μη πάυετε ματάκια μου να κλαίτε, να θρηνάτε,
   Το φως σας εβασίλεψε, τι άλλο καρτεράτε;
   Καρδιά γιατί με τυραγνάς, και βαριοπαραδαίρεις,
   Τον τόπο σου τον έχασες, σε τι βυθό με σέρεις!
   Ψυχή, ψυχή ανυπόφερτη σ' του πάθου μου τη βράσι,
   Άφσ' το κορμάκι μου νεκρό να πάγη ν' αγαλλιάση.
   Αχ, έλα θάνατε γλυκέ τους πόνους μου να γιάνης,
   Τρέξε σ' εμένα γλήγορα, καμιά άργητα μη βάνεις.
   Ω θάνατε απάνθρωπε, γιατί δε με πληγώνεις,
   Κι' από παρόμια βάσανα γιατί δε με γλυτρόνεις;
   Βάρει με το κοντάρι σου, παρακαλώ σε Χάρε,
   Κι' αυτήν την άθλια μου ζωή, σπλαχνίσου με,
                                       και πάρε.

   Πουλάκι ξένο, Ξενιτεμένο.
                          Κυνηγημένο,
                          Πού να σταθώ,
   Πού να καθήσω, Να ξενυχτήσω,
                          Να μη χαθώ;
   Βραδιάζει η μέρα, Σκοτάδι παίρει,
                          Και δίχως ταίρι,
                          Πώς να βρεθώ;
   Πώς να φωλιάσω, Σε ξένο δάσο.
                          Ν' αποσυρθώ;
   Η ημέρα φεύγει, Η νύχτα βιάζει.
                          Να, ησυχάζει
                          Κάθε πουλί.
   Κι' εγώ στενάζω, Το ταίρι κράζω,
                          Ξένο πουλί.
   Κυττάζω τ' άλλα Πουλιά ζευγάρι·
                          Αυτήν τη χάρι
                          Δεν έχω πλια.
   Έρημο τρέχω Τόπο δεν έχω,
                          Μηδέ φωλιά.
   Να βρω γυρίζω Πού να καθήσω,
                          Να ξενυχτήσω
                          Καν μοναχό.
   Κάθε κλαράκι Βαστάει πουλάκι
                          Ζευγαρωτό.
   Δε με γνωρίζουν, Κι' εδώ με διόχνουν
                          Κι' εκεί μ' αμπόχνουν,
                          Πού να σταθώ;
   Αχ πώς να γένω, Πού να πηγαίνω,
                          Να μη χαθώ!
   Λιγάν οι κλάδοι,
   Τα φύλλα σιούνται Γλυκοτζιμπιούνται
                          Τ' άλλα πουλιά.
   Εγώ το ξένο, Το πικραμένο,
                          Χωρίς φωλιά.
   Από 'να σ' άλλο Πετώ δεντράκι,
                          Να βρω κλαράκι
                          Για να σταθώ.
   Για ν' ακουμπήσω. Να ξενυχτήσω
                          Να μη χαθώ.
   Αποριμμένο Σε άγρια αγκάθια,
                          Πικρά μου χάδια
                          Και ξενητιαίς.
   Θρηνόντας μένω, Και εκεί διαβαίνω
                          Κακαίς νυχτιαίς.
   Κι' εκεί που στέκω Μαμουριασμένο,
                          Και μαραμένο
                          Θρηνολογώ,
   Νια, βλέπω, βγαίνει. Νια αρματομένη,
                          Σαν κυνηγό.
   Βαστάει δίχτια, Δίχτια ασημένια,
                          Συρματερένια
                          Στ' αριστερό
   Και στη δεξιά της, Με τ' άρματά της,
                          Κλουβί αργυρό.
   Φορέματ' άσπρα, Κι' άσπρη με χάρι,
                          Όλη φεγγάρι
                          Βαθιάς νυχτός·
   Λες κι' είναι εκείνη, Οπού του δίνει
                          Λάμψι και φως.
   Περνάει σιμά μου, Και με κυττάζει,
                          Γλυκά με κράζει,
                          Και μου μιλεί.
   Έλα πουλάκι Μες το κλουβάκι·
                          Ξένο πουλί.
   Έμπα μου λέγει, Έμπα το ξένο,
                          Το πικραμένο
                          Ν' αναπαυθής.
   Για να καθήσης Να ξενυχτήσης,
                          Να μη χαθής.
   Πουλί δικό μου, Να σ' αποχτήσω,
                          Και να σου στήσω
                          Χρυσή φωλιά·
   Σ' αυτή να ζήσης, Ν' αλησμονήσης
                          Την ξενητιά.
   Μη σε πειράζει Κλεισμένο να σαι·
                          Και μη φοβάσαι
                          Να σκλαβοθής.
   Έλα σ' εμένα· Τι είσαι σε ξένα,
                          Και μη χαθής.
   Σου τάζω μ' όρκο Τη λευτεριά σου
                          Χωρίς καμμιά σου
                          Αμφιβολιά.
   Όταν θελήσης, Κλουβί ν' αφίσης,
                          Και τη φωλιά.
   Έλα, μου λέγει, Μικρό πουλάκι,
                          Μες το κλουβάκι
                          Για να σταθής.
   Για ν' ακουμπήσης, Να ξενυχτήσης,
                          Να μη χαθής.
   Στης τόσαις χάρες, Στα σπλαχνικά της
                          Λόγια γλυκά της
                          Πλιο δεν αργώ.
   Φτερά μου απλόνω, Σ' αυτή ζυγόνω
                          Πολύ γοργό.
   Και στο χρυσό της Πετώ χεράκι
                          Και στο κλουβάκι,
                          Προμιού να μπω,
   Τα ζαχαρένια, Τα κουραλλένια
                          Χείλια τζιμπώ.

***

   Αγάπη μου πολύτιμη τα λόγια σου έχω νόμο.
   Το λόγο, που μ' επρόσταξες τον έβαλα σε δρόμο.
   Για τρεις ημέραις ώρισες μακριά οχ την κατοικιά σου,
   Να στερευτώ τα μάτια σου, και τη γλυκή θωριά σου.
   Κυρά είσαι· καμμιά ξέταξι δεν κάνω στο σκοπό σου·
   Εγώ σα δούλος, πρέπει μου ν' ακούω τον ορισμό σου.
   Και όχι τόσο διάστημα καιρού κοντό κι' ολίγο
   Μακριά οχ τ εσένα στρέγομαι, σα θέλησες, να φύγω·
   Μονέ για πάντα είμ' έτοιμος μακριά οχ τ εσέ να ζήσω,
   Της αρεσιάς σου να φερθώ, και να σ' ευχαριστήσω.
   Και μη θαρρείς σου υπόσχομαι, χωρίς να το τελιώσω·
   Τι δοκιμής απόδειξι μπορώ για να σου δώσω.
   Αν ζιω στον κόσμο μην θαρείς για ζωντανόν εμένα,
   Εγώ δε ζιω δια λόγου μου, ζιω μοναχά για σένα.
   Τη δανεική ζωή που ζιώ, κρατάς στη θέλησί σου,
   Να πάρης πίσω, ως βούλεσαι, κι' ως είν' της όρεξίς σου.
   Σε όλα τ' άλλα αναισθητώ, και τότε ζωντανεύω,
   Τα κάλλη σου να χαίρομαι, κι' εσένα να λατρεύω.
   Μον πάλι αν είν' αβόλευτο, και το 'χε το γραφτό μου,
   Να χωριστώ στα ζώντα μου το φίλον το δικό μου.
   Μηδέ μπορεί να γένη αλλιώς, παρά να το φτουρήσω.
   Από τ' εσέν' που λαχταρώ, πλιο χέρι να τραβήσω.
   Λιθάρι βάνω στην καρδιά, στα σωθικά μου πέτρα,
   Και παίρω την απόφασι, και μπαίνω σ' άλλα μέτρα.
   Αντίς να βασανίζομαι, να κολυμπώ στο δάκρυ,
   Τον κόσμο αρνιούμ' ολότελα, και τη ζωή στην άκρη.
   Κι' αντίς να σε στερεύομαι, και ν' απερνώ τους χρόνους
   Σα σε ζυντάνι σκοτεινό με πάθια και με πόνους.
   Την άχαρη μου αναπνοή δε μ' εμποδάει να σβύσω,
   Και οχ τα μελλούμενα πικρά και θλίψες μου να γλύσω.
   Τι θέλα ειπή ένας θάνατος κοντά σε χίλιους άλλους.
   Στου χωρισμού σου της στιμαίς θανάτους πλιο μεγάλους.
   Γιατί κι' ατή σου το νογάς, κι' ατή σου τ' απεικάζεις,
   Ανισως ας με χωριστής, το χάρο μου τοιμάζεις.

***

   Αχ, είναι η πρώτη μου φωνή
                       Καθώς ημέρα να γενή·
   Βραδιάζει, κι' αχ φωνάζω,
                       Μ' αυτό το αχ πλαγιάζω.
   Γιόμα μου είναι οι στενασμοί·
                       Και οι πικροί συλλογισμοί·
   Δειπνώ μελαχολία,
                       Σκληρήν απελπισία.
   Έχω τα δάκρυά μου πιοτό,
                       Τα βασανά μου φαγητό.
   Ζιώ για να τυραγνιούμαι,
                       Αφόν της σ' υστερούμαι.
   Ημέρα νύχτα δεν μπορώ,
                       Ποτέ ανάπαψι να βρω·
   Θρηνώ παντοτεινά μου
                       Τα θλιβερά γραφτά μου.
   Ίσκιος στον κόσμο περπατώ,
                       Και μήτε ξέρω που πατώ.
   Καθένας που με βλέπει
                       Να με λυπιέται, πρέπει.
   Λύπης εγίνηκα πηγή·
                       Και η βαθιά μου συλλογή,
   Μαζί μου πάντα μένει,
                       Ποτέ δεν ξεμακραίνει.
   Νου δεν ποτάζω παντελώς·
                       Παραλαλώ σαν ο τρελός.
   Ξεχωριστά παθαίνω,
                       Και πάλι δεν πεθαίνω.
   Όπιος καλά με στοχαστή,
                       Παραπολύ θα θιαμαχτή,
   Πως ζιώ με τόσα πάθη,
                       Σε τέτιας θλίψις βάθη.
   Ρίχνω τα μάτια εκεί κι' εδώ,
                       Μη τύχη, φως μου, και σε ιδώ.
   Συχνά συχνά σε κράζω,
                       Του κάκου σε φωνάζω.
   Το τέλος πιο; δεν το θωρώ.
                       Πώς θέλα γένω, απορώ.
   Υπομονή σ' εμένα
                       Γυρεύω στα χαμένα.
   Φθορά λοιπόν κι' αφανισμός,
                       Ο εδικός σου χωρισμός·
   Χωρίς εσέ να ζήσω,
                       Ποτέ να μην ελπίσω!
   Ψυχή τι άλλο καρτερείς;
                       Σε τι παντέχεις, και θαρρείς;
   Ως πότε με παιδεύεις.
   Έβγα, τι πλιο γυρεύεις!

***

   Από τα διο σου αχείλια, τ' αθάνατο νερό
   Πολύ και πλούσιο τρέχει, γλυκό και καθαρό.
   Κι' εκείνος που δροσίση το στόμα μια φορά,
   Του χάρου ας μη φοβάται τα βέλη τα σκληρά.
   Αν το κορμί απεθάνει, αισθάνεται η ψυχή.
   Εκείνη τη γλυκάδα, που γεύτη στην αρχή.

***

   Ανίσως, φως μου, και η καρδιά μου
   Αλλησμονήση τα πρώτα δεσμά μου,
   Και μέλλει τάχα να σ' αρνηθή,
   Καθώς το ψάρι μπορεί να ζήση
   Όξω στη γη, να λαχταρήση
   Έτζι η καρδιά μου και να χαθή.

***

   Έρωτα, να ημπόρεσες ποτέ σου κι' άλλον ένα
     Να βρης απ' όσους πλήγωσες πιστόν ωσάν κι' εμένα.
   Υπομονή, στα βάσανα οπού τραβάει η καρδιά μου,
     Ίδες να έχη κι' άλλη μια, να ζήσης, Έρωτά μου;
   Φθοροποιόν και άσπλαχνον ο κόσμος σ' ονομάζουν,
     Ως και οι ίδιοι σκλάβοι σου σκληρότατο σε κράζουν.
   Ρώτα και την καρδούλα μου την παραφλογισμένη,
     Πώς στην πληγή της χαίρεται πολύ ευχαριστημένη.
   Όσο τα βάσανα σ' αυτή, τους πόνους αβγατίζεις,
     Τόσο και πλιότερη ηδονή στα φύλλα της χαρίζεις.
   Στιγμή μικρής ανακωχής μη θέλεις να της δώσης,
     Μη αργείς, αν περισσότερο μπορείς να την πληγώσης.
   Υπήκοος ασάλευτος θα βρίσκομαι κοντά σου,
     Και θα φιλώ μ' υποτανή τ' ανίκητα δεσμά σου.
   Να καυχηθής, δε γένεται, πως τάχα ο άλυσός σου,
     Ωσάν κι' εμένα να κρατάη τινάν στον ορισμό σου.
   Η εδική μου η καρδιά ζιη μοναχά, κινιέται,
     Καθόσο οχ της σαγίταις σου βαθύτερα κεντιέται.

***

   'Σ αφίνω, και μισεύω, ολόχρυσο πουλί·
   Βαριά που με πλακόνει παράπονο πολύ.
   Τρέμει η καρδιά μου, δαίρει, ανήσυχη βαρεί·
   Ο τόπος που 'χε πρώτα, μου λέει, δεν τη χωρεί.
   Ο νους μου στο κεφάλι δε θέλει να σταθή,
   Κοντά σου γύραις φέρει, κι' εσέν' ακολουθεί.
   Χαμένος οχ τη γνώσι το δρόμο περπατώ,
   Εδώ κι' εκεί κυττάζω, να σε ιδώ ζητώ.
   Κινιούμαι, κοντοστέκω με ζάλης ταραχή.
   Και κάθε τόσο μνήσκο και βάνω προσοχή·
   Μου φαίνεται ν' ακούω, κυρά, να μου μιλής,
   Οπίσω να με κράζης, ναρθώ με προσκαλείς.
   Της φαντασίας είναι παιγνίδια όλα αυτά,
   Κι' ορέγεται ο Έρως μ' αυτή να μ' απατά.
   Αυτή μου η απάτη ωστόσο καταντάει
   Σε πράμμα που με θλίβει, φαρμακερά κεντάει·
   Ευτύς οπού γνωρίσω το λάθο μου, αρχινούν
   Τα διο μου μάτια βρύσες τα δάκρια ν' απολνούν,
   Με πλήθος θρήνους τότε και μ' αναστενασμούς,
   Με της ψυχής αγώνες, σκληρούς περιορισμούς,
   Τα άνθια παραγγέλω, πουλάκια και φυτά,
   Και όσα ν' απαντήσω, παρακαλώ κι αυτά·
   Μυρουδικά λουλούδια, λιβάδια δροσερά,
   Τη Χλόη μου αν ιδήτε εδώ καμμιά φορά,
   Τον πόνο μου να ειπήτε σ' αυτή και τους κλαϋμούς..
   Αχ! όχι μη της πήτε, παρά χαιρετισμούς.
   Ω δροσερέ μου αέρα φυσόντας σιγανά,
   Πέρασε από τη Χλόη και πες της τα δεινά,
   Που δοκιμάζει ο Δάφνης, και τους πικρούς καϋμούς…
   Αχ! μη της πης, αέρα, παρά χαιρετισμούς.
   Γοργό Χηλιδωνάκι, πουλί ξενοτικό,
   Κι' εμέ του ξένου κάμε μια χάρι σπλαχνικό,
   Πέτα στο περιβόλι της Χλόης, και σαν μπης,
   Κοντά της να καθίσης, πολλά να της ειπής·
   Να της ειπής λαλόντας παραπονετικά
   Πως έβαλαν τα μαύρα, τα μαύρα μ' σωθικά.
   Ειπές της πως δεν παύω από τους στενασμούς.
   Αχ! μη, Χελιδωνάκι· πες της χαιρετισμούς.