***
Εξεστράτεψεν ο Έρως 'σ της καρδούλας μου το μέρος
Και διο μάτια καστανά
Λαμπροφόρεσε γι' αρμάτα, και με ταύτα στα γιομάτα
Μου σωριάζει τα δεινά.
Έρωτά μου τι γυρεύεις, και τι θέλεις να παιδεύης
Τη δική μου την καρδιά!
Νικητής πως είσαι ξέρεις· και στον κόρφο σου εσύ σέρεις,
της καρδιάς μου τα κλειδιά.
Όπως θέλεις την ανοίγεις· και ήτε μείνης, ήτε φύγης,
πώς να σου εναντιοθώ;
Παρηγόρα με καν σ' ένα, τον πιστό σου δούλο εμένα,
που θερμότατα ποθώ.
Όρκον Έρωτα σου κάνω, στης σαγίταις σου απάνω,
όρκο μέγαν και φριχτό,
Υποφέρω κάθε άλλη τυραννία σου μεγάλη,
και ποτέ να μη κλαυτώ.
Λόγο μόνον να μου δώσης, πως κι' εσύ θα μου τελιόσεις
τούτο που θελά σου ειπώ·
Αχ! τα μάτια αυτά όσο ζήσω, εδικά μου ν' αποχτήσω,
κι' όσο ζιώ να τ' αγαπώ.
***
Αχ! έφτακε η φαρμακερή, κι' η ώρα ήρθ' εκείνη,
Που θέλα σε ξεχωριστώ χρυσό μου καναρίνι·
Η διορία σώθηκε, καιρός δεν απομένει.
Στη μαυρισμένη μου καρδιά τι χαλασμός 8ά γένη.
Θελά μισέψω, και θα πάω πολύ μακριά στα ξένα,
Μακριά οχ τ' εσένα που αγαπώ· αλοίμονο σ' εμένα!
Ήμουν κοντά σου κι έζηγα, και τώρα να σ' αφήσω,
Να ξεμακρύνω, πώς μπορώ, χωρίς να ξεψυχήσω.
Στοχάζομαι το χωρισμό, και ξαπορώ, και φρίζω,
Κι' άντα τον εινορεύομαι ξυπνώ, και λαχταρίζω.
Το χωρισμό σου, αγάπη μου, σήντα τον συλλογιούμαι,
Σα φύλλο από τον άνεμο ταράζομαι και σιούμαι.
Του χωρισμού σου την πληγή πώς να τη βγάλω πέρα,
Που να με καίγη αρχίνησε σα φλόγα νύχτα ημέρα;
Του χωρισμού σου του πικρού το θλιβερό τον πόνο
Μέραις θαρρώ πως τον βαστώ, μον δε βαστώ το χρόνο.
Του χωρισμού το μέριμνο στο τέλος θα με σώσει,
Και τη ζωή για γλήγορα θελά μ' αποσηκόσει.
Κι' ο άλυσος κι' η φυλακή μ' εσένα είναι παιγνίδι.
Στο χωρισμό σου μ' έφαγε πικρό και μαύρο φίδι.
Οχ τι φωτιά ανυπόφερτη τα σωθικά μου παίρει,
Τώρα που σε χωρίζομαι τι λαύρα που με δαίρει!
Ζώντας εγώ να στερευτώ τα μάτια τα δικά της;
Έβγα ψυχή μου κι' άφσε με νεκρό κορμί σιμά της!
Σ' αφίνω υγιά χρυσό πουλί, για μένα μη δρακρύσης.
Αν μ' αγαπάς και σου πονεί τον πόνο να φτουρήσης.
Αν κλαίγω, εγώ μη κλαις εσύ, γιατί αν σ' ιδώ να κλάψης,
Βάλε κυρά μου γλήγορα τον τάφο να μου σκάψης.
Σ' αφίνω υγιά πουλάκι μου, σ' αφίνω υγιά πουλί μου.
Σ' αφίνω υγιά καρδούλα μου, και της ψυχής ψυχή μου.
***
Εγνώρισες, Κυρά μου, το πόσο σ' αγαπώ;
Ή θέλεις να τ' ακούσης να σου το μεταειπώ.
Εγώ δεν αποσταίνω, αυτό το σ' αγαπώ,
Χίλιαις φοραίς την ώρα εσένα να το ειπώ,
Ωστόσο να ηξέρης το πόσο σ' αγαπώ
Των αδυνάτων είναι σωστά να σου ειπώ.
Καθώς εγώ μ' αλήθια, Κυρά μου, σ' αγαπώ
Καμμιά στον κόσμον άλλος, δε σφάλλω να το ειπώ,
Μον τάχα νάρθη η ώρα, που αυτό το σ' αγαπώ,
Οχ το χρυσό σου στόμα, πως ήκουσα, να ειπώ.
***
Ιδα απόψε στο είνορό μου,
Φύλλι, σ' είχα στο πλευρό μου·
Και στη μέση ένα παιδάκι,
Που το τρυφερό χεράκι,
Μ' ιλαρή θωριά τηρόντας,
Και γλυκά χαμογελόντας,
Πότε άπλονε σ' εμένα,
Πότ' εχάιδευεν εσένα.
Σου είπα· πιο είναι τούτο, Φύλλι;
Συ, δαγκάνοντας τ' αχείλι,
Μου είπες· Δάφνι, από πιο μέρος
Ξένος έρχεσαι; είν' ο Έρως.
Τον αρπάζω από κονντά μου
Παρευτύς την αγκαλιά μου,
Και μ' εμάς, ως που να φέξη,
Τον αφήκαμαν να παίξη.
Νιόθεις, Φύλλι, την αιτία
Στα μου πλάθει η φαντασία;
Έχω ημέραις που δε σ' ίδα·
Και αν καμμιά δεν είν' ελπίδα,
Γλήγορα ν' ανταμοθούμε,
Κάλλια ως τότε να κοιμούμαι.
***
Σαν πεταλούδα στη φωτιά, σ' εσένα γύραις φέρω·
Και οχ τη φωτιά, που καίγομαι να φύγω δεν ηξέρω.
Και μολοπού φλογίζομαι, πετώ ολόγυρά σου,
Να ξεμακρύνω δεν μπορώ στιμήν από σιμά σου.
Τα μάγια δεν τα πίστευα, και μάγια είσαι ατή σου·
Τα μάγια είν' τα θέλγητρα, οπόχει το κορμί σου,
Γιατί με χέρι αλάθευτο ηθέλησεν η φύση
Της νιότης τ' άνθια ολόβολα προικιό να σου χαρίση.
Και πιος είν' ο αναίστητος που να σ' αλησμονήση,
Αφού σε ιδή για μια φορά, μαζί σου να μιλήση.
Τ' αηδώνι σώδωκε λιαλιά, φωνή το καναρίνι,
Τη χλορασιά σου δάνεισαν των περβολιών οι κρίνοι.
Η χάρες αναπαύουνται απάνω στη θωριά σου,
Της άνοιξις τριντάφυλλα ανθούν στα μάγουλά σου.
Λεν το κοράλλι κόκκινο, μον δίχως νοστιμάδα·
Δεν έχει σαν τ' αχείλι σου βαφή και κοκκινάδα.
Δοξάρια είναι τα φρύδια σου, και με πιτηδιοσύνη
Βαρούν, πληγόνουν της καρδιαίς χωρίς ελεημοσύνη.
Στα διο σου μάτια τα γλυκά ο έρωτας φωλιάζει,
Κι' οχ ταύτα της σαγίταις του στους νιους απάνω αδιάζει,
Το κύττασμά σου το γλυκό είν' των καρδιών ο κλέφτης·
Αν δεν πιστεύεις, ρώτησε, να σου το ειπή ο καθρέφτης,
Ατίμητο το στόμα σου άντ' αρχινάει να κρένη,
Με μέλι και με ζάχαρι ποτάμι ακέριο βγαίνει.
Του παγωνιού το λόγιασμα επήρες και στολνιέσαι·
Το κυπαρίσσι σ' έμαθε τόσο ίσιγα να σιέσαι.
Σαν το γεράκι ελεύτερη πετάς στο σήκομά σου.
Σαν περδικούλας του βουνού είν' το περπάτημά σου.
Πού να σταθής, πού να βρεθής, χαροκοπάν οι τόποι,
Και ξωτική βασίλισσα εσέ τηράν οι αθρώποι.
Καμμιά άλλη δεν απόχτησε ποτέ τα μούτζουνά σου·
Τάχα οι αγγέλοι του ουρανού ομιάζουν τσ' αφεντιά σου;
Μόνε αν έχεις ωμορφιά με κάλλη και με χάρι.
Να μη τραβάς περήφανη παραπολύ καμάρι.
Έχεμε στην αγάπη σου σα δούλον εδικό σου·
Νου και καρδιά και γνώσι μου βαστάς στον ορισμό σου.
Εσύ να δείχνης απονιά καθόλου δε σου πρέπει,
Γιατί δε στέργει ο Έρωτας σκληρόκαρδαις να βλέπη.
Ξεχωριστά στον άθρωπον, οπώχει αποφασίσει,
Στον άλυσσό σου να δεθή και 'ς ταύτον ν' αποζήση.
Γιατί φριχτά ωρκίστηκα στο όνομά σου απάνω,
Σκλαβος σου αλευτέρωτος κοντά σου να πεθάνω.
Πρώτα θα ιδής τη θάλασσα ωσάν τη γη ν' ανθίση,
Κιαπέ ο πιστός ο δούλος σου θελά σ' απαρατήσει.
Άντα να βγη ο αυγερινός κι' ο ήλιος οχ τη δύσι,
Τότε η καρδιά μου, ξέρετο, θελά σ' αλησμονήση.
Ίδες γεράκι στη φωλιά μαζί με περιστέρι·
Η ώρα τότες έφτακε για να τραβήσω χέρι.
Αχ! τι τα θέλω και τα λέω· τι θέλω να τα μάθη
Εκείνη που μ' εβύθισε σε βάσανα και πάθη.
Είναι κλαρί παραψηλό και χέρι δεν το φτάνει·
Κι' ο άθρωπος που αγωνιστή, και λόγια κι' έργα χάνει.
Μον τι να κάμω της καρδιάς οπού περιορισμένη
Κι από πληγή ανυπόφερτη βαριά μαχαιρομένη,
Επρόσταξε το χέρι μου να πιάκη το κοντύλι,
Για να σου ειπή τον πόνο της με μαραμένο αχείλι.
Αυτή με κάνει στανικώς στη λαύρα της και ζάλη
Να χάσω μέτρα λογισμού και γνώσι οχ το κεφάλι.
Κι' εγώ, Κυρά, δεν ήθελα να μπω στον έρωτά σου·
Δικό μου δεν είν' φταίξιμο, μον φταίγ' η ωμορφιά σου.
Τα κάλλη σου κι' η χάρες σου ποιο δεν υποδουλώνουν;
Καθένα αρπάζουν άξαφνα, βαριά τον αλυσόνουν.
Αν σ' ίδα και σ' αγάπησα σε τι έσφαλλα ο καϋμένος;
Ο Έρως βρόχι μώστησε, και βρέθηκα πιασμένος.
Και τώστησε ο παμπόνηρος στης κόραις των ματιών σου,
Χωρίς φτερά μ' απόθισε παιγνίδι των χεριών σου.
Τα διο σου μάτια εδιάλεξε καθήστρα για κυνήγι,
Κι' από τ' εκείνα την πληγή οπού βαστώ μ' ανοίγει·
Τα διο σου μάτια, κόρη μου, που άντα στρυφογυρίζουν,
Θάνατο δίνουν ζωντανού, νεκρού ζωή χαρίζουν.
Πιος είναι στην αγάπη σου, γλυκή ματιά σου φτάνει
Να βρη οχ το χάρο γλυτρωμό, και να μην απεθάνη.
Πιος στην οργή σου βρίσκεται, και θέλεις να το νιόση,
Μια κακιομένη σου ματιά μπορεί να τον σκοτόση.
Πες των ματιών σου αν αγαπάς σ' εμέ να μη κακιόσουν.
Γιατί να ξέρης άφευχτα του χάρου θα με δώσουν.
Κι' αν θέλεις παρηγόραμε με το χρυσό σου στόμα,
Να με προφτάκης μη με φάη της γης το μαύρο χώμα.
Το χώμα δεν το σκιάζομαι, την πλάκα δε φοβούμαι,
Μον πως να μη σε μεταϊδώ βαριά το συλλογιούμαι.
Αν θέλεις πάλι, κι' αγαπάς, να χάσω τη ζωή μου,
Αφόντης και σ' αγάπησα δεν τη μετρώ δική μου.
Δική σου χάρι έχω ζωή, κι' εσύ κρατάς το νήμα·
Στο χέρι σου είναι να κοπή, κι' εγώ να μπω στο μνήμα.
Μον δε θαρρώ τόση ασπλαχνιά, και τόση κακοσύνη,
Σε τέτια κάλλη αμίμητα η φύση ν' αποδίνη.
Της Αφροδίτης όμιασμα η χάρες σε στολίζουν·
Πώς την καρδιά σου οι έρωτες καθόλου να μη γγίζουν;
Τον έρωτα μη μάχεσαι· φυλάου να τον πεισμόσης·
Μη σου κακιόση, κι' ύστερα του κάκου μετανιόσης.
Τι όσο μου κάνεις ημπορείς απ' άλλον να το πάθης,
Κι' η σαγιτιαίς του πόσο καιν με βλάβη σου να μάθης·
Αχ! να 'ξερες, και να' λεγες τι θελά ειπή ο Έρως·
Τ' ανίκητο δοξάρι του· και πιο πληγόνει μέρος!
Αφού για σε μ' ελάβοσε ανάπαψι δεν έχω,
Και με κατάντησε ζουρλόν να περπατώ να τρέχω.
Μερόνυχτα οχ τα μάτια μου δε σταματάει το δάκρυ,
Και κολυμπώ σε πέλαγο με δίχως πάτο κι' άκρη.
Ανάλυσα, κι' εχάθηκα, ζωή πλιο δε γνωρίζω.
Η όρεξί μου εσβύστηκε, και ύπνο δεν ορίζω.
Δεν είν' στιγμή να μη μουρθής στο νου, στο λογισμό μου·
Ως και στον ύπνο αδιάκοπα σε βλέπω στο είνορό μου.
Εσένα διαλογίζομαι, εσένα συλλογιούμαι·
Εσέ στα ξύπνια μου θωρώ· εσέν' άντα κοιμούμαι.
Σαν το κερί μες τη φοτιά, και στη νοτιά το χιόνι,
Ο έρωτας το σώμα μου το τρώγει και το λιόνει.
Πολλά, πολλά θα σου ήλεγα, κι' ακόμα να σου γράψω,
Φοβούμαι μη σε βάρυνα, και πρέπει πλιο να πάψω.
Απόστασε κι' η γνώσι μου, κι' ο νους μου εσκοτίστη·
Από το αχ, κι' από το βαχ πάει η καρδιά μου· εσκίστη
Αν με πονέσης σπλαχνική, και μου ιδής τη νήλα,
Μου στάζεις μπάλσαμο ζωής μες της καρδιάς τα φύλλα.
Κι' ανίσως αποφάσισες να ζιώ χωρίς ελπίδα,
Εγνώρισα την τύχη μου, τη μοίρα μου την ίδα.
Ο ουρανός το θέλησε κι' έτζ' ήταν το γραφτό μου,
Γιατί πολύ σ' αγάπησα, να βρω το θάνατό μου.
***
Ζωής και του θανάτου εσύ έχεις τα κλειδιά
Ωραίο πλάσμα φύσις· καρδιάς μου η καρδιά,
Η φύσι σώχει δώκει καρδιά να μη πονάη,
Τον άθρωπο που σκλάβος, θεά, σε προσκυνάει.
Ζωή να μου χαρίσης, ή θάνατον πικρό,
Από τα διο σου αχείλια ν' ακούσω λαχταρώ.
***
Στον καθρέφτη άντα τηριέσαι,
Φύλλι, μη μου ξεπλανιέσαι,
Τόσο να παραπροσέχης,
Για να βρης τι τάχα έχεις
Που μαγεύεις τον καθένα,
Όποτε αντικρύση εσένα.
Γιατί αυτό που σε στολίζει,
Κι' οχ της άλλαις σε χωρίζει,
Αν εσύ καλά γνωρίσης,
Αλλον πλιο δε θ' αγαπήσης·
Και θα πάθης στην καρδιά σου,
Ό,τι οι άλλοι οχ τη θωριά σου.
Και αλοίμονο σε εμένα,
Που θα ελπίζω στα χαμένα.
***
Από την άγριαν ερημιά της ξενιτιάς που μ' έχει,
Και με φαρμάκι σταλαχτό τα σωθικά μου βρέχει·
Οχ την πικρή μου μοναξιά το γράμμμα μου σου στέλλω·
Ογλήγορα ν' αποκριθής σου πρωτοπαραγγέλλω.
Διο λόγια γράψε μου γοργά, για την υγιά μου ρώτα
Τι αφόντης σε χωρίστηκα δεν είμαι σαν και πρώτα.
Και πάρε, Φύλλι μου, χαρτί, και πιάσε το κοντύλι,
Σημάδεψέ μου τα σωστά με την καρδιά στ' αχείλι.
Μη γελαστής και μου κρυφτής για να μη με πικράνης·
Το νιόθω, κι' υστερώτερα χειρότερα με κάνεις.
Φανέροσέ μου πώς περνάς, πως ζιής στο χωρισμό μου·
Κι' αν η καρδιά σου βάσανο φτουράει σαν το δικό μου.
Αν πης, βαστάς μ' υπομονή, αν πης, πως δε χολιάζεις,
Πως άλλο γι' άλλο μου μηνάς, κι' ατή σου τ' απεικάζεις.
Γιατί γνωρίζω καθαρά σαν πόσην έχεις θλίψι,
Οχ τον καιρό, κι' οχ τη στιμη, που ο φίλο σου έχει λήψει.
Και το μετρώ οχ του λόγου μου, με της καρδιάς μου κρίσι,
Οπού δεν ίδα πλιο καλό αφόντης σ' έχω αφήση.
Δε νιόθω της ημέραις μου, και τι καιρός διαβαίνει,
Χώρια 'ς της πίκρας τον ποσό, οπού όσο πάει, πληθαίνει.
Ημέρα μήνας μώρχεται, κι' η εβδομάδα χρόνος·
Κι' όσο απερνάει ο καιρός, τόσο αβγατάει ο πόνος,
Επάντεχα την ξενιτιά προς ώρας πανηγείρι,
Κι' αυτή ακράτο με κερνάει φαρμάκι στο ποτήρι.
Κυττάζω εδώ, κυττάζω εκεί δε βλέπω να γνωρίσω,
Το φίλον που παραποθώ να του γλυκομιλήσω.
Κι' είμαι σαν έρημο πουλί, σαν έρημο τρυγόνι,
Οπού κοιμάται στο κλαρί, και τη φωλιά δε στρόνει.
Τα περασμένα ποθιτά συχνά στο νου μου φέρω,
Και στερεμένος, απορώ, κι' εγώ πώς υποφέρω.
Θαρρώ κι' η μόνη παντοχή να τ' απολάψω πάλι,
Ως τώρα μου διαφύλαξαν τη γνώσι στο κεφάλι.
Τι ανίσως και δεν ήλπιζα τα πρώτα ν' αποχτήσω,
Το νου μου ως τώρα, αδύνατο, εγώ να τον ορίσω.
Αηδώνια, βρύσες, κρύα νερά, της γης η πρασινάδα,
Μακριά από σένα, Φύλλι μου, δεν έχουν νοστιμάδα.
Μισώ των φίλων συνοδιαίς, στη μοναξιά ησυχάζω·
Με σένα κρένω και γελώ εκεί που συλλογιάζω.
Αυτή 'ναι η περιδιάβασι, αυτή ναι η χαρά μου,
Κι' αυτό είναι που ορέγεται με πάθος η καρδιά μου.
Εσένα να φαντάζομαι ποτέ δεν αποσταίνω·
Το μοναχό υποκείμενο οπού δεν το χορταίνω.
Να ήταν τρόπος άκοπα να σ' ήβλεπα μπροστά μου,
Και το 'να χίλια να βλεπαν τα μάτια τα δικά μου.
Στα άλλα όλα αναισθητώ, σ' εσένα βυθισμένος,
Στον κόσμο μέσα βρίσκομαι, κι' από τον κόσμο ξένος.
Στην ξενιτιά παντάξενος, στην ερημιά μου μόνος,
Παντοτινή μου συντροφιά του χωρισμού σου ο πόνος.
Πολλαίς φοραίς ηθέλησα ορμή του πόθου τόση,
Να τη ζυγιάση σταθερή και μετρημένη γνώσι.
Μη το πολύ της πιθυμιάς αξαίνοντας κορφόση,
Και στην υγιά και στη ζωή περίσια με ζημιόση.
Μόνε πού μέτρο, Φύλλι μου, στο νου μου έχη απομείνη,
Να λογαριάση το κακό, και το καλό να κρίνη;
Οι στοχασμοί μου κείτουνται σ' αγάπης σου το βάθος,
Να τους τραβήσω δεν μπορώ, να μη βρεθώ σε λάθος.
Γιατί όποτε διαλογιστώ, αρχή και τέλος κάνω,
Εσένα πρώτη υπόθεσι 'σ εκείνο ν' αναβάνω.
Για τούτο κι' είναι αδύνατο απόφασι να κάμω
Όξω οχ τη σφαίρα που είσαι εσύ, στιμή να παραδράμω.
Σ' εσένα αιστάνομαι και ζιώ, και ζωντανός κινιούμαι.
Σ' εσένα ύπαρξι ζωής, και αίστησι δοκιούμαι.
Μακριά από σένα όσα θωρώ, τα βλέπω πάντα ξένα.
Δεν τα ξετάζω παντελώς· δεν είναι για τεμένα,
Και τα τηράω ξώκάρδα χωρίς να τα λογιάσω.
Γιατί σε ταύτα αδιάφορος δεν έχω τι να χάσω.
Κι' αυτά που λέγω, Φύλλι μου, σωστά θελά το νιόσεις,
Ευτύς οπού το γράμμα μου με προσοχή αναγνώσης.
Γιατί πολλά θα σου ήλεγα, και να σου φανερόσω,
Πως γληγορεύω τον καιρό ναρθώ να σ' ανταμόσω,
Πως προσπαθώ νυχτοήμερα μ' αγώνα και με κόπο,
Του μισεμού μου κι' ερχομού να κάμω κάθε τρόπο,
Και με αυτήν την αφορμή περίσια να σου γράψω,
Του νου μου τον περιορισμό να χαμοκαταπάψω,
Μον όσο κι' αν δυναστευτώ το νου μου αλλού να στείλω,
Εκείνος τρέχει κλέφτικα στο μαθημένον φίλο.
Αχ! Φύλλι παραποθητή, και Φύλλι ζηλεμένη,
Αγάπη δυσκολόβρετη, με πάθια αποχτημένη.
Φέρε καλά στη γνώμη σου, και τα παλιά θυμήσου.
Πως με πεδεύει βάσανο, θελά το βρης ατήσου.
Οχ την αρχή που ηθέλησε ο έρωτας να πάρη
Να σημαδέψη απάνω μου το φλογερό δοξάρι,
Και με σαγήτα κοφτερή, και καυτερή για σένα
Τα φυλλοκάρδια μ' άνοιξε στ' αστήθι πληγομένα.
Και μ' έκαμε υστερώτερα, τα ξέρεις, να φτουρήσω,
Ως να μπορέσω θεραπιά και γιατρικό να ελπίσω.
Κι' οπού ν' αφίκης απονιά και σπλαχνική να στρέξης,
Το θύμα της αγάπης σου μ' αγάπη να συντρέξης.
Αλήθια ήταν λογιαστά πολλά αυτά τα πάθια,
Και σε καρδιάν αισταντική παρακινάν συμπάθιας.
Αλήθια δυσκολεύεται ο νους να τα μετρήση,
Και κάθε γλώσσα δένεται για να τα παραστήση.
Μον είχαν κάπια διαφορά, και κάπιο άλλο θάρρος,.
Δεν είχαν τ' ανυπόυφερτο της ξενιτιάς το βάρος.
'Σ των ημερών τα θλιβερά, παρηγοριόμουν ώρα,
Δεν ήταν συγκρατούμενο το βάσανο σαν τώρα.
Αμ είν' βαρύς ο χωρισμός, παραβαριά τα ξένα,
Παράχουν πάθια αμέτρηγα, παραδυσκολεμένα.
Ο ξένος, πώς να μη χολιάη, που είναι μακριά από κείνη,
Που στην καρδιά του κίνησι και ζωντανάδα δίνει·
Ο ξένος δε στολίζεται, μηδέ λαμπροφοράει,
Τι είναι σε λύπη χωρισμού· τ' αχείλι δε γελάει·
Ο ξένος έρημο πουλί χωρίς φωλιά και ταίρι,
Από το δέντρο στο κλαρί της νύχταις παραδαίρει·
Ο ξένος Γκιόνης γένεται και σ' ερημιαίς φωλιάζει·
Το οχ, το αχ λυπητερά νυχτοήμερα φωνάζει.
Ο ξένος ξένα περπατάει, τηράει και βλέπει ξένα,
Το φίλο που γνωρίζεται γυρεύει στα χαμένα.
Παρακαλώ σε, Φύλλι μου, το γράμμα μου σα λάβης,
Τον πεδεμό του ξένου σου καλά να καταλάβης.
Κι' ένα προς ένα, ως βρίσκουνται αραδικά με τάξι,
Να βάλης την καρδούλα σου βαθιά να τα ξετάξη.
Για να αιστανθή τον πόνο μου, και να με συμονέση,
Να δώκη την απόκρισι χωρίς ν' αργοπορέση.
Αγάπης λόγια σπλαχνικά γοργά να σημαδέψη,
Και με πουλάκι φτερωτό του φίλου να τα πέψη.
Του φίλου του μοναχικού, και φίλου εμπιστεμένου,
Ξενιτεμένου και πικρού, και παραπονεμένου.
***
Ο ήλιος βασιλεύει το σκότος αρχηνάει
και το λαμπρό της θώρι η μέρα αποσκολνάει·
Τα μαύρα φορεμένη, στην όψι μελανή
σιωπηλή διαβαίνει η νύχτα σιγανή
Και το χλορό φεγγάρι με φως σκοταδερό,
στο αργυρό του αμάξι κινιέται οκνηρό.
Αναμεράν τα ζώα, κουρνιάζουν τα πουλιά,
πας άνθωπος τραβιέται και παύει από δουλιά.
Νυστάζει αποσταμένη η φύση η ζωντανή,
τα μέλη της συνάζει σ' ανάπαψι κοινή.
Ο ύπνος τ' αλαφρά του φτερά κρυφοχτυπάει,
μ' αφανισμένα χέρια τα βλέφαρα ζιουπάει.
Στη μέση από το δρόμο η νύχτα περπατάει,
σε βάθος ησυχίας, και σιωπή πατάει.
Καθόλου δε γροικιέται φωνή ουδέ καμμιά,
τα πάντα ησυχάζουν, μεγάλη ερημιά.
Κρυφά κι' αργός διαβαίνει αδιάκοπ' ο καιρός
και μου τον συνοδεύει ονείρων ο χορός.
Στο μέγα τούτο βάθος ο έρως αντηχάει·
ο έρωτάς μου μόνον καθόλου δε σιγάει
Και εγώ μαζί με τούτον ακοίμητος πονώ·
βογγώ μαζή του κλαίω, ανήσυχος θρηνώ,
Αχ! έρωτα δε φτάνουν της μέρας οι καϋμοί
τα βάσανα κι' οι πόνοι, και οι αναστεναγμοί·
Την νύχτα δε μ' αφήνεις καν δίχως ταραχή·
την νύχτα χάρισέ μου μικρή ανακοχή.
Ω Αφροδίτης γέννα παντού υπερβολή,
κι' σ' εύνοια κ' οργή σου ορμή παραπολλή.
Σ Α Τ Υ Ρ Ι Κ Α.
Σάτυρος είμαι· σ' όλα γελάω.
Τον ίδιο Μώμο δεν τον ψηφάω.
Μακρόθεν στάκα· μη με πειράξης.
Τι σε δαγκάνω, και θα φωνάξης.
Ένας κάπιος μια φορά,
Μου είπε· φίλε Σάτυρε·
Τη γλώσσα σου καμπόσο
Να κόντευες, ως τόσο.
Και με μούτρα σοβαρά
Τέντωσε το δάχτυλο,
Ως μέτρο να διορίση
Στη φρόνιμη του κρίσι.
Αμ γιατί; παρακαλώ,
Ρώτησα, και γέλασα,
Κουτζόγλωσον με θέλεις,
Και μου το παραγγέλεις;
Ή γιατί περιγελώ,
Τα πολύ παράξενα,
Τα λέγω παρρησία
Μ' ελευτεροστομία.
Φανερά κατηγορώ
Όπιον με αδίκησε,
Και τα παράπονά μου
Δεν κρύβω στην καρδιά μου.
Μην επάντεχες θαρρώ,
Πως γιατί φλυάρησες
Και οπίσω μου κι' ομπρός μου
Εγίνηκες οχτρός μου,
Και θα σε ξεδικηθώ;
Μη, μη το φαντάζεσαι.
Το νού σου μη σκοτίζεις,
Παρόμια να φροντίζης.
Μ' όπιον άλλον συγηστώ
Να πεισμόσω ενδέχεται.
Μπορώ ν' αποφασίσω
Τη γλώσσα να τροχήσω.
Τ' αλαφρά σου τα μυαλά
Δεν ξεσυνερίζομαι.
Τα λόγια σου δεν πιάνω,
Τον κόπο μου δε χάνω.
Πού μετριούνται τα πολλά,
Άμμος είναι θάλασσας!
Τα μασκαράτικά σου
Και λόγια κι' έργατά σου.
Κι' όχι τάχα να κοπή,
Μον' θα την ξερρίζονα
Τη γλώσσα μου ακέρια
Με τα δικά μου χέρια,
Να αναβάλη, ή να ειπή,
Αν εκαταδέχονταν,
Την αχρειότητά σου,
Το άτιμο όνομά σου.
Φ ι λ ά ρ γ υ ρ ο ς
Ο καϋμένος Χρυσολάτρης
Ξάπλα κείτεται, βογγάει,
Με το χάρο πολεμάει·
Ελαιμάργησεν ο δόλιος
Τι γιομάτισε σε σπίτι
Κάπιου πλούσιου συμπολίτη.
Του επρόβαλαν καμπόσοι
Με καρδιάς κι' αγάπης ζέση
Το γιατρό να προσκλέση.
Τώρα αυτός και την αρρώστια,
Και τον κίντυνο λογιάζει,
Μον τα έξοδα τρομάζει.
Ένας φίλος του αστείος,
Με σκοπό να χορατέψη,
Του είπε· μήπως εξοδέψη
Πλιο παράνω στη θανή του,
Αν απόμνησκεν ακόμα
Έτζι ανήμπορος στο στρώμα.
Τότε πλιο εκαταζαλίστη·
Παντοχή και θάρρος χάνει,
Και φωνάζει· θα πεθάνη.
Και οι πόνοι του αβγαταίνουν,
Και γιατρού ζητάει τη χάρη,
Μη ο θάνατος τον πάρη.
Εξανάλαβε ωστόσο
Με ολίγα την υγιά του.
Μον γι' αυτή τη συμφορά του
Έκαμε όρκον, όσο ζήση,
Να δειπνάη μον' το βράδυ
Με νερό και παξιμάδι.
Ψ ε μ μ α τ ά ρ η ς
Τόσο ο Μυθούλης να ψεμματάη
Από μικρούθε το συνηθάει,
Οπού η γλώσσα να του λαθέψη
Δεν είναι τρόπος, και ν' αληθέψη.
Και αν κανένα, απ' όσα λέγει,
Το δέχετ' άλλος και του το στρέγει,
Τα ψέμματά του διπλά αρμαθιάζει,
Με γληγοράδα τ' απανωτιάζει·
Σα να φοβούταν μην υποφτέψουν
Αλήθιαν είπε, και τον πιστέψουν.
Μεγάλη ανάγκη τον καταφέρει
Μια κάπια αλήθια να αναφέρη.
Μον δεν προφταίνει να την προβάλη,
Κανείς δε μνήσκει αυτί να βάλη·
Και τον αφίνουν προμού ακόμα
Καλαρχινήση ν' ανοίξη στόμα.
Λοιπόν ωρκίστη απ' ό,τι ξέρει
Να μη τραβήση ποτέ του χέρι.
Κι' ως να πεθάνη, να μη θελήση
Ποτέ του αλήθια να ξεφωνήση.
Πολλοί παντέχουν, πως μας γελάει·
Του ψεύτη ο λόγος λεν, δε φελάει.
Εγώ σας τάζω, πως τον κρατάει·
Αυτόν τον όρκο δεν τον πατάει·
Μ ω ρ ο π ε ρ ή φ α ν ο ς
Φίλος μου ήλεγε, προς γνώριμό του,
από θυμό του,
Αμ τι ογκόνεσαι, παραφουσκόνεις,
και καμαρόνεις;
Σε πια φαντάζεσαι χαρίσματά σου
ξεχωριστά σου;
Η φύση σ' έπλασε ακριβοχέρα
με ύλης λαίρα.
Η τύχη σ' άφηκε καθόλου ξένον,
κι' απορριμμένον,
Κι' η ποταπότατη αναθροφή σου,
πρώτη πομπή σου
Μην έχεις μάθησι, ή επιστήμη,
ή τέχνης φήμη!
Εσύ σαι ολόγυμνος, μονάτο σκήμα,
αμάθιας φτύμα,
Τι τόσο υψόνεσαι, παρακαλώ σε,
και ερωτώ σε;
Για την περίστασι, που πανταράδα
απλή μονάδα
Σ' αθρώπους τάχατες κι' εσύ μετριέσαι,
μη δα καυκέσαι;
Αυτό για αμέτρηγα, μηδέ τα χτήνη
κανείς αφίνει·
Μη φίλε, εφώναξα· του κάκου κρένεις,
και αποσταίνεις·
Γιατί του γένεσαι διπλή αιτία
στην φαντασία.
Ας παραπέρνεται στον εαυτό του
σα φυσικό του.
Μον ας μη βιάζεται, και να λογιάζη,
πως κάτι αξιάζει·
Λ ο γ ι ό τ α τ ο ς
Ο λογιότατος Μιαλούδης
Τέλιος δα γραμματικός,
Είναι πάντα σ' απορίαις,
Κι' όλο μνήσκει εκστατικός,
Αμαθείς παρατηρόντας
Κι' αναλφάβητα μιαλά,
Πλιο ορθά να συλλογιούνται,
Να βαθαίνουν πλιο καλά
Απ' αυτόν, κι' απ' όσους άλλους
Προκομμένους σαν κι' αυτόν
Λογικής σπουδάζουν μέτρα
Με αγώνα αρκετόν.
Πώς! φωνάζει· κι' έχει δίκιο
Να φωνάξη και να ειπή.
Σαν κι' εγώ με τόσα φώτα,
Κι' επιστήμης προκοπή,
Το σκοπό που μελετήσω
Μ' έγνιαν άκρας προσοχής,
Πάντα ανάποδα να βγαίνη
Πάντα να είμαι ατυχής!
Η καθημερνή μου πράξι,
εις και στα παραμικρά,
Μου αποδείχνει, ότι παίρω
Σ' όλα μέτρα σφαλερά.
Και να βλέπω το χωριάτη,
Το ανήλικο παιδί,
Να εργάζουνται με λόγο;
Κι' εγώ άκαρπο ραβδί.
Θυμομένος ως το άκρο,
Κι' αναμμένος απ' οργή,
Και σχεδόν απελπισμένος
Για μια κάπιαν αλλαγή,
Που γελάστηκε κι' επήρε
Παλιοφόρεμα κοντό,
Κι' έδωκε το εδικό του
Πλιο καινούργιο και σωστό.
Αποφάσισε με γνώμη
Τέλια ξεδικιτική,
Και συγγράφει ολονένα
Κι' αναιρεί τη Λογική.
Γ ι α τ ρ ι κ ή Π α ρ η γ ο ρ ι ά
Βογγομαχούσεν Αστενής
Κατάκειτος στην κλήνη,
Του χάρου παίρει, δίνει·
Και λυπημένη, και πικρή
Η μαύρη σύζυγός του
Θρηνούσε στο πλευρό του.
Σε τούτο μπαίνει κι' ο γιατρός
Και το σφυγμό του πιάνει,
Τον ερωτάει· τι κάνει.
Οχ! τι να κάμω, δεν μπορώ,
Χειρότερα όσο πάνω·
Φοβούμαι θα πεθάνω.
Μη δα το θάνατον εφτύς
Στοχάζεσαι, δειλιάζεις,
Και του πατρός σου ομιάζεις.
Ο μακαρίτης, σαν κι' εσύ
Μου ήλεγε, θυμούμαι,
Γιατρέ δεν τον πατούμε
Το χάρο τούτην τη φορά.
Μον κείνος ήταν γέρος,
Και του θανάτου μέρος.
Δεν έχω δύναμι γιατρέ,
Μηδέ για να μιλήσω,
Και δε θαρρώ να γλύσω.
Τον ίδιον είχε, και ρωτά,
Ο μακαρίτης θιος σου,
Το φόβον το δικό σου.
Μον εσύ, φίλε μου, αγκαλά
Αποπολλής στο στρώμα
Χαμοβαστιέσαι ακόμα.
Καλό δε βλέπω, κυρ γιατρέ,
Δεν τρώγω, δεν κοιμούμαι·
Πώς λες να μη φοβούμαι;
Σούρθαν στο νου καθώς θωρώ,
Τα λόγια του αδερφού σου
Του μεγαλήτερού σου.
Ο μακρίτης φαγητό,
Και ύπνον εποθούσε,
Και με συχνορωτούσε.
Μον εσύ, φίλε μου, επροχτές
Ζουμί θαρρώ, καμπόσο
Να ρούφησες ωστόσο.
Αυτά ν' ακούη η ορφανή
Γυναίκα του αρχινάει
Να κλαίγη να θρηνάη.
Οχ! λέγει ο άντρας, αμ γιατί
Του κάκου να λυπιέσαι,
Και δεν παρηγοριέσαι;
Καν το γιατρό δεν αγρηκάς,
Που λέει να παντέχω,
Και κίντυνο δεν έχω;
Αμ μα τι θάρρος, και καρδιά;
Η άτυχη φωνάζει,
Βαριά αναστενάζει,
Αφού ακέρια φαμηλιά
Την έχει μακαρίσει,
Σ' εσένα θα ευτυχίσει!
Φ θ ο ν ε ρ ό ς
Μα τι έχει μετ' εσένα
Ο Γλωσσάς ο αχρειάνης,
Και σε κράζει φτονερό;
Έχει διάφορο κανένα
Να ξετάζη εσύ τι κάνεις,
Και να χάνη τον καιρό;
Μον ας είναι, δεν το θέλει.
Τάχα να κατηγοράη,
Μόνε το 'χει φυσικό·
Για τα ξένα να τον μέλει,
Τα δικά του ν' αμελάη,
Και να λέγη το κακό.
Έχει δίκιο άντα εύρη
Εις τον άλλον μιαν αιτία·
Κάπως ευλογοφανή,
Να χορταίνη, όπως ξεύρει
Της καρδιάς του τη μανία,
Να σηκόνη τη φωνή.
Εις εσένα, φίλε, όμως,
Φτόνου πιο μικρό σημάδι
Να ξανοίξη ημπορεί;
Και σ' εσένα! που ο Μώμος
Αλαφρότατο ψηγάδι
Να κολήση απορεί.
Φθονερούς εκείνους κράζουν
Που της ξέναις ευτυχίαις,
Και της ξέναις αρεταίς,
Εδικαίς τους λογαριάζουν
Συφοραίς και δυστυχίαις
Τρομεραίς και δυναταίς.
Ειδέ μη, σ' εσένα λάθος!..
Ω χοντρή συκοφαντία,
Ω κακόβουλε Γλωσσά!
Φίλε μου, άφστον, έχει πάθος
Προς εσένα και κακία,
Άφινέ τον να λυσσά.
Τέτιαν έκανα ομιλία
Σ' ένα κάπιον γνώριμό μου
Μ' αθωότητα πολλή.
Δίχως τάχατε υποψία
Εως τότε στο σκοπό μου
Να 'χη φτόνου υπερβολή.
Άντα ίδα αυτόν το φίλο,
Απ' οργή πολλή και ζάλη,
Εις την όψι να χαλνάη·
Βλέπεις, μου είπε, αυτόν το σκύλλο
Με τη μύτη τη μεγάλη,
Που διαβαίνει, και γελάει;
Είναι γείτονας δικός μου
Τόσους χρόνους δεν τον ίδα
Μιαν ημέρα, μια βραδιά,
Σαν κάθ' άθρωπον του κόσμο
Με παραμικρή φροντίδα,
Με κακή ποτέ καρδιά.
Μ' όλους χαίρεται φιλία
Ο καθείς τον αγαπάει,
Τον ζητάει μεταχαράς.
Και γιατί τόση ευτυχία;
Αφορμής γελοκαπάει,
Κι' επειδή είναι μυταράς!
Γ α σ τ ρ ί μ α ρ γ ο ς
Σ' άλλα πράμματα θαρρώ.
Οσους θέλω να ευρώ,
Έναν μ' άλλον να συγκρίνω,
Και σε λάθος να μη μείνω.
Στη δική σου προκοπή
Κάννας άλλος μην ειπή
Εις της σφαίρας μας την πλάσι,
Πως νά έφτασε, ή θα φτάσει.
Κοιλιόδαυλοι πολλοί
Ιστορούνται και δεινοί.
Όμως η γαστριμαργία,
Η δική σου είναι μία.
Φαγητά, πιοτά καλά,
Σαν κι' εσένα, ή πολλά,
Μήτε γεύτηκεν ακόμα,
Η θελά γευτή πλιο στόμα.
Κι' έχεις δόντι αισθαντικό
Ως το άκρο τεχνικό
Το καλό να ξεχωρίζη,
Τ' αχαμνό να μην εγγίζη.
Τραπεζιού περιγραφή,
Τόσο έμπειρα σοφή,
Άθρωπος να παραστήση,
Βολετό ας μην ελπίση,
Πόσα είδη φαγητά,
Ή βρασμένα, ή ψητά,
Ή αλλιώς μαγειρεμένα,
Δεν αλησμονάς κανένα.
Κρέας, ψάρι πλαστικό,
Ζαχαράτο πορικό
Λάχανο, γλυκό, σαλάτα,
Πολυσύνθετα, μονάτα,
Σ' όλα τέλιον αριθμό
Με ψηλό λογαριασμό,
Και με νου μεγάλο βάθος
Καταστρόνεις δίχως λάθος.
Με τι τάξι να βαλθούν,
Και με πια να φαγοθούν
Μόνος είσαι, που γνωρίζεις
Μόνος άξιος να φροντίζης.
Κι' έτζι η γλώσσα σου ιστορεί
Γιόμα, δείπνο, που μπορεί
Σ' όλους όρεξι να φέρη
Εις αυτά ν' απλόσουν χέρι.
Είναι χάρι φυσική,
Μον ενόθη η πραχτική,
Όθεν σύντρεξαν να γένης
Πρώτος τόπος οικουμένης.
Αλλης δα καμμιάς δουλιάς,
Χωριστά από της κοιλιάς,
Λόγο, ξέρω, δε σ' αρέγει,
Το αχείλι σου να λέγη
Σ' ήκουσα πολαίς φοραίς
Σε συμπόσιου χαραίς,
Της ζωής σου έγνια πρώτη,
Καθαυτό το φαγοπότι.
Ζήσε, ζήσε για να τρως,
Για να γένεσαι χοντρός.
Ότι, ως φαίνεται, η φύση
Πιταυτου σε έχει χτίση,
Να χωνεύης θαμαστά
Να μιλής γι' αυτό σωστά.
Να δειπνάς, να γιοματίζης.
Κι' άλλο τι να μην αχρήζης.
Σ τ ο λ ι δ ά ρ η ς
Σε γάμον άρχοντος, προσκαλεσμένος,
Ο Νούλας βρίσκονταν, απελπισμένος,
Τι δεν εγένονταν, να καταφτάσουν,
Σκουτιά ολοκαίνουργα να του τοιμάσουν.
Να πάη δεν έστρεγε, καθώς φορούσε.
Κι' απαρηγόρητος εβλαστημούσε.
Του λέγει φίλος του· και τις η χρεία
Να καταθλίβεσαι χωρίς αιτία.
Μη γάρ είν' άφευχτο ν' αντραλοθούμε,
Εκεί γιορτιάτικοι για να φανούμε;
Παρόμιαις πρόληψες για τα στολίδια
Μικρών κι' ανήλικων αθρώπων ίδια.
Κι' εγώ εκίνησα με τα παλιά μου,
Μηδέ καν διάλεξα τα πλιο καλά μου.
Ο φίλος πάσκαγε με λόγου κρίσι
Τον ισκυρόγνωμο να καταπείση.
Χαμένα απόσταινε το λιάραγκά του.
Εκείνος ήθελε τη φορεσιά του.
Κριτή μ' εζήτησαν ν' αποφασίσω.
Τη γνώμη μου έδωκα, χωρίς ν' αργήσω.
Και προς το σύμβουλον ευτύς τηρόντας
Παρόμια εμίλησα χαμογελόντας.
Φρονείς εξαίρετα η αφεντιά σου,
Μόν' ένα δίκιο του καλοστοχάσου.
Αν πάνει αστόλιγος, και δε φαντάξει,
Πιος τον στοχάζεται να τον κυττάξη.
Α μ ύ σ τ ι κ ο ς
Δεν τον ξετάζω παντελώς
Με γνώσι αν είναι, ή τρελός.
Μον έχει ιδίωμα κακό
Να μη φυλάγη μυστικό,
Και όσο θέλεις, ημπορείς,
Πικρά να τον κατηγορής
Και καταμόνας και κοινά
Με δίκιο του παντοτινά.
Μόν' αν ολίγο δε βιαστής,
Θελήσεις να συλλογιστής,
Πληροφοριέσαι καθαρά,
Πως παίρει μέτρα σφαλερά.
Μηδέ το κάνει απ' αφορμή
Να βλάψη άλλου την τιμή.
Δε βλέπεις πόσο αδυνατεί
Μες την καρδιά του να κρατή
Τα εδικά του μερικά
Απόκρυφα συμβεβηκά,
Στα ξένα πλιο τι καρτερείς;
Για πονηρόν μη τον θαρρείς.
Πορεύεται άκακα κι' απλά
Και με ανήλικα μιαλά,
Αν θέλεις, γέλα, να σου ειπώ
Τον παιδιάσισιο του σκοπό.
Για μυστικό αυτός νογάει
Κρυφά να το κοινολογάη.
Π ο λ ύ λ α λ ο ς
Όχι. δε σε κολακεύω.
Μη παντέχεις χορατεύω.
Σ' είδος που δεν απεικάζω,
Έχω δίκιο να θαυμάζω.
Η ασίγητή σου γλώσσα,
Πώς μπορεί να κόφτη τόσα,
Και με τέτια γληγοράδα,
Που ποτέ σχεδόν αράδα
Σε κανέναν δεν αφίνει,
Άντα βάνεται να κρίνη.
Κι' όσο ομπρός αυτή πηγαίνει,
Οχι μόνον αποσταίνει,
Μόνε σα να σου τροχέται,
Όσο πλιότερο κινιέται,
Έχει πάντα νιόν αθέρα
Να μη παύη ολημέρα,
Προξενάει σωστήν αιτία
Να μπουν όλοι σ' απορία.
Κι' αν σου λέγει ο νους σου, σφάλλει,
Όμια γλώσσα νάχουν κι' άλλοι,
Συ ευτύς οπού ξυπνήσης
Και τα λόγια σου αχινήσης,
Σύνορω σ' αυτά δε βάνεις,
Μήτε θέλεις ν' ανασσάνης,
Κι' όσο να αποπλαγιόσης
Μεταβιάς θελά τελιόσεις.
Άντα είσαι σ' ομιλία
Δε θυμάσαι άλλη χρεία.
Κι' αν μ' αέραν ημπορούσες,
Σαν ο τζίντζιρας να ζούσες,
Η δουλιά η εδική σου
Να λαλής επιζωής σου.
Πόσο ελάθεψεν η φύση
Αργοπόδη να σ' αφήση!
Τι ανίσως της πατούσαις
Σαν τη γλώσσα σου κινούσες,
Δε θα ήταν βεβαιό σου,
Πεζοδρόμος δεύτερός σου.
Α σ έ β ε ι α σ τ ο υ ς Γ ο ν ε ί ς
Περίσιο είναι να μου λες
Τα ίδια άπειραις βολαίς.
Να μου παραπονιέσαι,
Και να δικιολογιέσαι,
Πώς 'ς του θυμού σου την ορμή,
Σου δίνουν πάντοτε αφορμή,
Οι άτυχοι γονείς σου,
Και πέφτουν στην οργή σου.
Πως σε μισάν από κακή
Καρδιά που έχουν φυσική,
Ξαργού σε παροργίζουν
Διά να σε συγχύζουν.
Πώς να σε ιδούν δεν ημπορούν,
Σε όλα σε κατηγορούν.
Σε όλα σου αντιλέγουν
Και πάντα εκείνοι φταίγουν.
Και για να λείπουν η συχναίς
Λογοτριβαίς σ' εσάς κοιναίς,
Λοιπόν αποφασίζεις,
Και τους συχνοξυλίζεις.
Σου αποκρίνομαι κι' εγώ
Ως με τη γνώσι μου νογώ.
Πως χώρια απ' όλα τ' άλλα
Τα δίκια τα μεγάλα,
Φτάνει αιτία μοναχή,
Οπού η αχρεία σου ψυχή
Στον κόσμον εγεννήθη,
Μ' αθρώπους εμετρήθη,
Για να πεδεύουνται σκληρά
Αυτοί, που πρέπει τρομερά
Να σε καταμισήσουν.
Γιατί να σ' αναστήσουν.
Υ π ο θ ε σ ι ά ρ η ς
Τον Πανταγιάτον να μη γνωρίζης.
Τι μου ορίζεις!
Να μη τον ίδες πολύ λαθεύεις,
αν τον πιστεύεις.
Δεν είναι μέρος, που να μην έχη
δουλιά να τρέχη
Οχ τίνος γάμο, θανάτου λύπη,
ποτέ του λείπει;
Είν' άλλος πρώτος σε πανηγείρια,
και σε κριτήρια;
Πού νιος, ή κόρη να προξενιέται,
και δε ρωτιέται;
Πιοι διο μαλόνουν, να μην ωρμήση
να τους χωρίση;
Της χώρας όλης αυτός αργάτης,
και επιστάτης.
Σε κάθε σπίτι αρχιτεχνίτης,
κοινός μεσίτης.
Γνωρίζει ξένον και τον εντόπιον,
διαβάτην όπιον.
Σκοπούς γιομάτος για έναν κι' άλλον,
μικρόν μεγάλον,
Σε κάθε μέρος, σε πάσα πράξι,
θα βάλη τάξι·
Με ένα λόγο παντού τρεχάτος,
και πάντ γιάτος.
Αυτά τ' ακούω, μον δεν ηξεύρω,
πού να τον εύρω.
Στην κατοικιά του να μη ζητήσης,
αν τον θελήσης.
Κι' αλλού να γύρης όπου ημπορέσης,
θα τον αντέσης.
Χ α χ λ α ν ά ς
Χαρχαρούδα μη θυμόνεις,
Και τα μάτια μου γκριλλόνεις,
Να σκιαχτώ, να σε εντραπώ.
Μην ελπίζεις, θα σ' το ειπώ.
Πριν ακόμα αρχινήσης
Ένα τι να ιστορήσης,
Θα σ' ακούσουν πανταχού.
Χα χα χα, και χα χα χου.
Ομιλόντας θα γελάσεις,
Τοσοπού, πως θέλα σκάσεις
Σαν τη φούσκα, σε θαρρούν,
Όσοι στέκουν και τηρούν.
Και αν ως τέλος καταντήσης,
Λόγο ν' αποξεστομήσης,
Τότε πέφτεις καταγής
Οχ τα γέλια να πνιγής.
Και καθώς σε γαργαλίζουν,
Ξένα δάχτυλα αν σ' εγγίζουν,
Έτζι απ' όσα κακολές,
Ξεκαρδίζεσαι που κλαις.
Μήπως έχεις φαντασία,
Να διηγέσαι τάχα αστεία,
Όθεν παίρεις αφορμή
Να γελάς με τόση ορμή;
Και αν γελάν οι άλλοι, ξεύρεις,
Απατός σου να το εύρης;
Μη σε κόφτει, εδώ είμαι εγώ.
Σε διο λόγια σ' το ξηγώ.
Όσοι, φίλε, σε κυττάζουν,
Και να παρασκυθρωπάζουν,
Δεν μπορούν να κρατηθούν,
Να γελάσουν θα βαλθούν·
Γιατί είσαι άξιος γέλιου,
Κάδε ίδος περιγέλιου,
Ή μιλείς ή σιωπάς,
Ή χοντρογελοκοπάς.
Μ ω ρ ό σ φ ο ς
Πως ο Πάνσοφος εξέχει
Με το πνέμα αυτό που έχει,
Φανερά τ' ομολογώ·
Και πως δείχνει νου και φρένας
Σπάνια να 'χη κι' άλλος ένας,
Συμφωνώ μ' εσάς κι' εγώ.
Ναίσκε, είναι από τη φύση
Πολυμάθιας πλούσια βρύση,
Σε ανώτατο βαθμόν.
Και υποτάζει μ' άκρα χάρι
Πάσα ρίζα και κλωνάρι,
Και τεχνών, κι' επιστημών.
Βλέπω μ' όσην ευκολία
Όποια δήποτε απορία
Εξηγάει, και διαλιεί.
Και σε όλα με τι κρίσι
Ημπορεί ν' αποφσίση
Χωρίς τάχα αναβολή.
Πάντα όμιος δίχως λάθος,
Και σε ύψος, και σε βάθος,
Σε μεγάλα σε μικρά,
Τ' άλλα στόματα ομπροστά του,
Ως προς τα χαρίσματά του,
Μνήσκουν άλαλα, νεκρά.
Είναι, είνα, αλήθια τέρας
Της τωρεσινής ημέρας,
Του αιώνα η στολή·
Μόνε σ' ένα πράμμα σφάλλει
Το αμίμητο κεφάλι,
Που χοντρά παραλαλεί.
Α ν ο σ τ α ν ά λ α δ ο ς
Ακόμα δεν αγρήκησα
τινάν να ειπή,
Μια χάρι να 'χης τάχατε,
σαν οι λοιποί.
Κι' άντα τζωπαίνεις, άτυχος,
κι άντα μιλάς
Κι' άντα δακρύζεις, άχαρος,
κι' άντα γελάς.
Στο κάτζημό σου ανάποδος,
και στο φαγή.
Στα μέτωρά σου άτζαλος,
και στην οργή.
Και η φρονιμάδα σου άτοπη,
χωρίς καιρό.
Κι' η τρελαμάδα σου άπρεπη,
με το σωρό.
Δε μνήσκεις αψηγάδιαστος
καμμιάς λογής.
Σε όλα σου ανάλατος,
κοντολογής.
Πώς είσαι αφύσκος, φίλε μου,
Δεν τ' αναιρώ,
Ως πράμμα αναντιλόγητο,
και φανερό.
Μόνε μου φαίνεται άδικα,
να το θαρρούν.
Όσοι καθόλου, για άθρωπο
δε σε μετρούν.
Γιατί όσο κι' αν είσαι άνοστος
μ' υπερβολή,
Χωρίς κάνα προτέρημα
λίγο πολύ,
Με κάθε δίκιο πρέπει σου
βαθμός πρωτιάς
Σαν καθαυτό πρωτότυπου
της ανοστιάς.
Π α ρ ά π ο ν ο.
Έτζι είναι· ναίσκε, τον καιρό,
Που χαιρόσουν βαθμό λαμπρό
γιατί πλουτούσες,
Σε όλα ήσουν θαμαστός,
Παντού και πάντοτε γνωστός,
και φημισμένος.
Και αφού η τύχη σου η σκληρή
Τη σήμερο σε υστερεί
τα πρώτα δώρα,
Μικροί, μεγάλοι αρχινάν
Τελείως να σ' αλησμονάν,
να μη σε ξέρουν.
Σε ταύτο ως πράμμα φανερό,
Να ειπώ το όχι, δεν μπορώ.
μόνε σου λέγω,
Πώς έχεις άδικο πολύ
Να δείχνεις κάκητας χολή
κατά του κόσμου.
Καλοστοχάσου το, κι' ευθύς
Σωστά θα πληροφορηθής,
πως οχ την τύχη,
Να παραπονεθής μπορείς,
Οπού σε άφηκε χωρίς
χρυσό σαμάρι.
Α π ο φ υ γ ή
Μου είπε γνώριμος, απαριθμόντας
Για τον Κοκρόγλωσσο, κακά πολλά.
Του αποκρίθηκα χαμογελόντας,
Λες δικαιότατα, μιλείς καλά.
Μον τι πειράζεσαι στο φέρσιμό του
Μη δεν τον γνώρισες καμμιά φορά;
Αν του εδόθηκε για φυσικό του
Να κρίνη άτζαλα, και βρομερά.
Μ' οχτρούς και φίλους του να ωμιλήση,
Ή μ' όπιον έλαχε να πρωτοϊδή,
Κακά ενάντια τους θα τζαμπουνίσει,
Σα να τον ξύλιζαν με το ραβδί.
Το στόμα του άκοπα ποτάμι τρέχει
Από απερίγραφταις χοντροβρισιαίς,
Οξέδρα ακάθαρτη ποτέ δεν έχει
Δυσωδικώτεραις μαγαρισιαίς,
Ως και για λόγου του, άντα ξηγέται,
Τόσα ασκημόλογα θελά ειπή,
Οπού κι' αναίσχυντος να τα διηγέται
Με βεβαιότητα θελά εντραπή.
Μη παίρεις, φώναξα, αυτά προς βάρον
Του λόγου σου άδικα μη τον λυπάς·
Σα δεν ορέγεσαι πορδ-ς γαϊδάρων,
Ποτέ αποπίσω τους κοντά μην πας.
Σ ύ γ κ ρ ι σ ι ς
Πες μου, Μώκο, στη ζωή σου,
Πώς το νιόθεις το κορμί σου,
Ζωντανό κανένα πράμμα,
Ή της τέχνης είσαι θιάμα;
Αγαπούσα να το ξεύρω,
Μόνε πώς να σου το εύρω!
Δε μου λεις την απορία;
-Φίλος είμαι, τι έχεις χρεία.
Πέτρα είσαι; Δες κινιέσαι.
Μη είσαι δέντρο; Μόνε ξιέσαι.
Όρνιο τάχα; θα πετούσες.
Μαϊμού; δε θα μιλούσες.
Ερπετό; δεν περπατούσες.
Κήτος; θέλα κολυμπούσες.
Κτήνος; μον ορθοποδίζεις.
Μέταλλο; αμ δεν αχρήζεις.
Με κανένα δεν ταιριάζεις,
Και απ' όλα προσουμιάζεις.
Πόθον είχα και μεγάλο
Σε μια τάξι να σε βάλω.
Πές μου, Μώκο, στα σωστά σου,
Μη είσαι τάχα;… Στάσου, στάσου.
Τρως, μουγκράς, κοιμάσαι, πίνεις.
Υποψία δεν αφίνεις.
Ζώο είσαι δίχως άλλο.
Σου το πίτυχα. δε σφάλλω.
Αμ τι ζώου είδος είσαι,
Δε μας λες; το προσποιείσαι
Ό,τι είπα να είσαι σόνει.
Κι' από πια, δε μας ζημιόνει.
Β ρ ό μ α
Διαβαίνοντας στο δρόμο
Πουρνό πουρνό μια ημέρα,
Συναπαντάω το Μώμο.
Μου λέγει, καλημέρα.
Τι κάνεις ποθητέ μου,
Παλιέ συνάδερφέ μου.
Ω πόσο επιθυμούσα
Στιμή να σ' ανταμόσω.
Κι' αποπολλής ποθούσα
Το βάρος να σου δόσω
Για κάπιον γνώριμό μας,
Και φίλον εδικό μας.
Και πριν καιρό μου αφίση,
Για πιον να τον ρωτήσω,
Το στόμα του σα βρύση
Επήγαινε ξοπίσω
Να λέη για κείνον τόσα,
Που του αποσταίνει η γλώσσα,
Και αφού αποξεθυμαίνει
Να τον κατηγοράη,
Ανήσυχος προσμένει·
Στα μάτια με τηράει,
Να ιδή τι γνώμην έχω,
Κι' αν στα νερά του τρέχω.
Κυρ Μώμε, το σκοπό σου,
Του λέω, καλά απεικάζω.
Μηδέ το φέρσιμό σου
Εγώ καταδικάζω.
Μον δεν μπρω ν' ακούσω
Για να σε υπακούσω.
Ο Κόπρος, που ονομάζεις,
Και ωραία ζωγραφίζεις,
Με χάρι ψηγαδιάζεις,
Κι' οπού καλά γνωρίζεις,
Είν' άθρωπος με φρένας,
Στον κόσμον ίσως ένας.
Κ' εγώ, κι' εγώ βουλιόμουν
Τη γλώσσα να ταράξω,
Προχτέ φιλοτιμόμουν
Να τον χαμοπειράξω.
Μον μ' έκαμε να μείνω,
Και λόγο να μη κρίνω.
Και μου είπε· Σάτυρέ μου,
Με γνώσι σε θαρρούσα,
Μηδέ ήλπιζα ποτέ μου,
Μηδέ το καρτερούσα,
Χωρίς να συλλογέσαι,
Μ' εμένα να μετριέσαι.·
Θαρρείς σαν ονειδίζεις
Των αμαθών το πλήθος,
Μπορείς εσύ να γγίζης
Και φιλοσόφων ήθος,
Με όλα τα σωστά σου!
Σιώπα, κι' αφηκρά σου.
Και μάθε, πως η φύση
Αδιάφορη μητέρα
Χωρίς ν' αναμερήση
Στη γη και στον αγέρα
Κανένα απ' όσα φέρει,
Στον κόρφο της τα σέρει.
Και ο σοφός που θέλει,
Αφύσκος να μη γένη,
Για πάστραις δεν τον μέλει,
Στης βρόμαις μπαινοβγαίνει.
Γυμνή τη φύση βλέπει·
Να τη μιμιέται πρέπει.
Και επειδή στη βρόμα
Ο άθρωπος γεννιέται,
Την έχει πρώτο στρώμα,
Σε ταύτη να γκυλιέται
Ανάγγη είν' όσο ζήση.
Σ' αυτή να ξεψυχήση.