WeRead Powered by ReaderPub
Ποιήματα και Πεζά τινα cover

Ποιήματα και Πεζά τινα

Chapter 24: Α Ν Α Μ Ι Κ Τ Α
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A compact collection of lyric and satirical pieces alongside occasional prose, combining love poems, fables, comic narratives, and a playful translation of a mock-epic parody. The voice shifts between learned allusion and a regional Greek idiom, using colloquial rhythms to enliven formal meters. Recurring interests are social observation, moral satire, and reflections on language, with many short, witty tableaux of everyday life and human foibles. The book alternates polished poetic forms and plainspoken registers to make its irony and tenderness accessible, showcasing a blend of classical learning, pastoral detail, and sharp comic imagination.

Ο Κ ρ α σ ο π α τ έ ρ α ς

     Μεταβιάς γλυκοχαράζει,
   Στα βουνά η αυγή χαράζει,
   Κι' αρχινάει — Το σκοτάδι να σκορπάη.
     Στρόθηκε ο Κρασοπατέρας.
   Πρώτη έγνια της ημέρας,
   Μον ξυπνήση — Το ποτήρι να σφουγγίση.
     Και προμιού τα μάτια τρίψη,
   Την κοιλιά του για να νίψη
   Μια κανάτα — Οχ τον πήρο νηστικάτα.
     Κιαπέ ύστερα ως το βράδυ,
   Που να πιάκη το σκοτάδι,
   Το λαγήνι — Οχ το χέρι δεν τ' αφίνει.
     Μον ρουφάει, και μόνε ζάφτει·
   Κι' όσο πίνει, τόσο ανάφτει.
   Όλο πίνει — Κι' όλο γένεται καμίνι.
     Οχ τον πήρο δε σπαρνάει.
   Το βαγένι μον τηράει.
   Και η σβάνα — Είν' της δίψας του η καμπάνα
     Μυριοστέφανο βαγένι,
   Πες μου, τι θελ' απογένη
   Στα σωστά σου — Ως το τέλος η κοιλιά σου,
     Της κανάταις οπού αδιάζεις,
   Και σε ταύτη της σοδιάζεις,
   Πώς χωνεύεις — Και να πίνης μον χαλεύεις;
     Το κρασί που σβαναρίζεις,
   Τα λαγήνια που στραγγίζεις,
   Μέγα πράμμα — Πώς δε σκάζεις είναι θιάμα!
     Ω κοιλιά με δίχως πάτο.
   Κρασοσφούγγαρο μονάτο!
   Ω πηγάδι — Δίχως βάθου καν σημάδι.
     Ω καδδί που δε χορταίνεις,
   Και ποτέ δεν αποσταίνεις
   Σ' όσο βρίσκεις — Κι' άδιο πάντα σου απομνήσκεις!
     Ω καρούτα αναιώνια
   Που να ρίχνουν χίλια χρόνια,
   Στα χαμένα — Θα παιδεύουνται μ' εσένα!
     Ω κρασιού αλήθια τάφε,
   Τ' άντερα σου βάφε, βάφε!…
   Ε κοντύλι — Μούρθε πλιο η ψυχή στ' αχείλι!
     Πες κάνα άλλο κι' άφς τη βρόμα.
   Θελα 'ειπής, μου λες, ακόμα;
   Αμ σε πιάνω — Κι' όλο τρίμματα σε κάνω,

Α σ χ η μ ά δ α

   Φεύγα να μη σε ιδώ·
                       φεύγα απομπρός μου.
   Ω μούτρο φοβερό,
                       σκιάχτρο του κόσμου,
   Πια μάνα ήταν αυτή,
                       και πιος πατέρας,
   Που σ' έκαμαν να βγης
                       σε φως ημέρας.
   Τόσο πολύ κακό
                       τόσο ψηγάδι,
   Να βρίσκεται ποτέ
                       σ' όλον τον άδη!
   Να ίδε, ή θα ιδή
                       τέρας κανένα
   Ο ήλιος πουθενά,
                       ωσάν κι' εσένα!
   Οχι. γιατί μ' οργή
                       η ίδια φύση,
   Το καλούπι σου ευτύς
                       το έχει τζακίσει.

Π ο ι η τ ή ς

     Αυτός και όχι άλλος,
   Ο φαντασμένος,
   Για προκομμένος,
   Ελληνιστής μεγάλος·
     Σιμά στον ελικώνα
   Σαν κατοικούσε,
   Χαμοθαρρούσε
   Ανίδρωτον αγώνα
     Στην πολυμάθειά του
   Τη στιχουργία.
   Μ' αδιαντροπία
   Αρχίζει στα σωστά του
     Τους άλλους να μιμιέται.
   Τη λύρα αδράζει,
   Βαρεί, φωνάζει,
   Και ποιητής λογέται.
     Της άνοιξις η χάρι
   Σε λουλουδάκια,
   Σε χορταράκια,
   Και με λαμπρό φεγγάρι,
     Εκεί που είχε πλαγιάση
   Να ξαποστάση,
   Να ησυχάση,
   Του είχε ενθουσιάση
     Το γνωστικό κεφάλι,
   Να τραγουδήση
   Την πλούσια φύσι
   Τα αμίμητά της κάλλη.
     Η Μουσαις ξυπνημέναις
   Στην ταραχή του,
   Πολλή κραυγή του,
   Πετιούνται ξαφνισμέναις,
     Και απανωταίς προβαίνουν,
   Μον σαν τον ίδαν
   Ακέριον Μίδαν,
   Γελάν, και μεταμπαίνουν.

Ο Μ α τ ζ ο ύ κ α ς ή ο Αυτοδίδαχτος Γιατρός

     Σ' ένα μέρος σ' έναν τόπο
   Με πολύ θαμάσιον τρόπο,
     Με ξαπόρεσι κοινή,
   Και σε διάστημα ημέρας,
   Εγεννήθηκε ένα τέρας
     Σπάνιο άλλο να φανή.
   Δίχως να 'χη υποψία,
   Αν ευρίσκονταν βιβλία,
     Επιστήμαις και σπουδή,
   Ο Ματζούκας οχ τα γίδια,
   Εξημέροσε στα ίδια
     Του Ασκληπιού παιδί.
   Όσοι ακούν αυτό, θιαμάζουν
   Και έχουν δίκιο να φωνάζουν,
     Πως διηγούμαι υπερβολή.
   Λέω μονάτη την αλήθια·
   Δεν προβάνω παραμύθια
     Μαρτυράν σ' αυτό πολλοί.
   Οχ τη φύσι διδαγμένος,
   Και γιατρός τελειομένος
     Στης μητρός του την κοιλιά,
   Κι' ο Ματζούκας αποράει.
   Το χωριό του τον τηράει
     Για σοφίας τη φωλιά.
   Κι' όχι τέχναις φαρμακίας,
   Και μυστήρια της χημείας,
     Σε πολλούς κοινά κι' απλά.
   Μόνε ξέρει, το ρεπάνι,
   Μες το σώμα, ως πόσα κάνει
     Κακοσύναις, και καλά.
   Σκόρδο, πράσο, και κρομμύδι,
   Θεραπευτικά τα δίδει,
     Όπου η χρεία τα καλεί.
   Και με μέθοδο δική του
   Πασα έναν αστενή του
     Προχειρότατα ωφελεί·
   Μήτε θέλει να ηξεύρη
   Ν' αγωνίζεται να εύρη
     Αρεταίς στα ξενικά·
   Του χωριού οι κήποι όλοι
   Πατρικό του περιβόλι,
     Που φυτρόνουν γιατρικά.
   Τα σταφύλια, τ' αγγουράκια,
   Σύκα, μήλα πεπονάκια
     Που δροσίζουν το λαιμό,
   Δίχως άνοσταις πικράδαις,
   Γιατρικίσιαις φαρμακάδαις,
     Περετούν στο διορισμό.
   Όλα αυτά με πλούσιο χέρι
   Τα μοιράζει καλοκαίρι,
     Σαν πολύ δροσιστικά,
   Το χειμώνα έχει πάλι
   Στο σοφό του το κεφάλι
     Ολα τα πυροτικά.
   Όθεν όλους τους γιατρεύει.
   Πάσα νόσο θεραπεύει,
     Με μια χάρι χωριστή.
   Κι' όποιον τούτος να σηκόση,
   Πλιό ο χάρος να σκοτόση,
     Νους να μη το φανταστή
   Μον η άκρα του σοφία,
   Κάθαρσι, φλεβοτομία·
     Έχει για άμαρτα κοινά.
   Και μ' αυτά πρωταρχινάει,
   Κάθε πάθος κυνηγάει
     Σταθερός παντοτινά.
   Του Ματζούκα μας την πράξι
   Πιος ειν' άξιος να ξετάξη,
     Ή την άλλη προκοπή!
   Ως σε πιόν βαθμό και στάσι,
   Της σοφίας έχει φτάσει,
     Σφάλλει όποιος να το ειπή,
   Τα ρωτήματα δε θέλει·
   Για σφυγμό μηδέ τον μέλει·
     Τέτια ο φίλος τα γελά.
   Σ' άλλο ύψος μέγα πάνει·
   Τη διάγνωσί του κάνει
     Με αλλιότικα μιαλά.
   Με τη μυρουδιά και μόνον,
   Στου αρρώστου του τον πόνον
     Της κοιλιάς το περιττό,
   Ή το ούρος, με τη γέψη
   Λιγοντί να σημαδέψη,
     Του είναι πάρα αρκετό.
   Με παρόμιας γνώσις φώτα,
   Υστερνά για αυτόν και πρώτα,
     Άκοπα θαματουργεί.
   Τόσα κατορθώματά του,
   Οχ τα πλιο καθημερνά του.
     Δε χωράει ακέρια γη.
   Τα παχιά κορμιά αχαμναίνει,
   Τ' αχαμνά σού τα παχαίνει,
     Δίνει μάτια των στραβών·
   Τους ψηλούς, ευτύς χαμηλόνει,
   Τους κοντούς κι' αυτούς ψηλόνει,
     Βάνει γλώσσα των βουβών
   Στα μικρά τα πάθια όμως,
   Το νοητό του είναι τρόμος·
     Κάθε νους τον απορεί.
   Ένα σύμπτωμα ν' ακούση,
   Μη φοβάσαι να προσκρούση·
     Μες τη ρίζα πάει βαρεί.
   Πες του, βήχω· πήρες κρύο·
   Ένα κι' ένα κάνουν δύο·
     Αίμα, αίμα παρευτύς·
   Και την κάθαρσιν αντάμα,
   Να ιδής της τέχνης θιάμα,
     Θιάμα τέχνης σαν κι' αυτής!
   Ανεμοβροντώ αποκάτω·
   Είναι κρύο, και μονάτο,
     Αίμα και καθαρτικό,
   Της χολαίς να ελαττώσουν,
   Τ' άντερά σου ν' αλαφρόσουν,
     Απ' αυτό τ' ανεμικό.
   Νιόθω κάψι στο κορμί μου·
   Πήρες κρύο, στη ζωή μου,
     Και το πήρες την αυγή·
   Κάμε αρχή φλεβοτομή σου,
   Και κατόπι καθαρή σου·
     Σου περνάει, δεν αργεί.
   Αμ τα τεχνικά του χέρια,
   Για βεντούζαις, για μαχαίρια,
     Πού είμ' άξιος να ειπώ!
   Τα αφίνω. τι απεικάζω,
   Σε κεφάλι δεν τα βγάζω.
     Όμως δυο δεν τα σιωπώ.
   Το πιστό του το νιστέρι,
   Που χυμάει σαν το ξεφτέρι,
     Και βουτάει ως το λαιμό·
   Και το μέγα του αγκλυστήρι,
   Οπού δεν κρατάει χατίρι,
     Και αναβράει κατακλυσμό,
   Είναι αμίμητα εργαλεία,
   Και σαν ταύτα η χειρουργία
     Σε κανένα της καιρό,
   Σ' όσους έλαβε οπαδούς της,
   Και μεγάλους και μικρούς της,
     Να τα ίδε, δε θαρρώ.
   Μόνε τέτιον προκομμένον
   Οχ τη φύσι προικισμένον,
     Να τον λέγουν μερικοί,
   Πως είναι άδιος, κούφιος όλος,
   Και ψευτιάς μονάτης δόλος…
    Πώς οι αθρώποι είναι κακοί!
   Λεν αυτοί, ένας να προφτάση
   Στους πενήντα, να μη σκάση,
     Απ' εκείνους που τηράει,
   Είναι απόρεμα μεγάλο.
   Μον αυτό, εγώ αν δεν σφάλλω,
     Μες το νου μου δε χωράει.
   Ο Ματζούκας τάχα φταίγει,
   Του αρρώστου του άντα λέγει
     Να ρουφήση αυγό ψητό,
   Και ο άρρωστος πεθαίνει,
   Αφορμής παραχορταίνει
     Απ' αυγό σφιχτά βραστό;
   Αν τον αστενή διορίση
   Το καθάρσιο να στραγγίση,
     Κι' ο εμπαθής, να καταπιή
   Μη μπορόντας, το αφίνει,
   Και λαβαίνει κακοσύνη,
     Πιος του είπε να μη πιή!
   Αν ο τρίτος του παγαίνει,
   Επειδή και δεν προσμένει
     Να του κάμη ο γιατρός,
   Όσα η τέχνη υπαγορεύει,
   Ο Ματζούκας μας λαθεύει,
     Ή του φταίγει ο καιρός;
   Μον αυτά των σύντεχνών του
   Λόγια ενάντια στο σκοπόν του
     Δεν τα βάνει παντελώς.
   Και είναι άθρωπος με γνώσι
   Να δανείση και καμπόση,
     Και όχι ως λεν αυτοί, ζουρλός
   Σας παρακινάω φίλοι,
   Με αληθοσύνης χείλι,
     Κατηγόρια ν' αφεθή·
   Κι' όπου τύχη να τον βρήτε,
   Πρόθυμα όλοι να τον φτιύτε,
     Για να μην αβασκαθή.

Σ υ μ β ο ύ λ ι ο ν Γ ι α τ ρ ώ ν

Γιός ολομονάκριβος, γονέων ευγενών, Μ' αρρώστιας πέφτει βάσανο παραδαρμό δεινόν. Ευθύς Γιατρούς δεν άργησαν τους πλιο ονομαστούς, Να προσκαλέσουν τέσσαρους, της χώρας θαυμαστούς. Πλακώνουν οι Εξοχότατοι με άκρα σιωπή, Εμβαίνουν όλοι κάθονται, βαρείς και σκυθρωποί. Κατά σειρά υστερώτερα, κυττάζουν το σφυγμό· Του ψηλαφούν τη γλώσσα του, με μέγα στοχασμό. Ρωτάν διά συμπτώματα μικρά και δυνατά· Ξετάζουν της ασθένειας και ώραις, και λεπτά. Κιαπέ αρχηνάν σοφώτατα, τα πάντα να ξηγούν, Αιτιατά και αίτια, να φυσιολογούν. Σαν αποσυνομίλησαν για ώρα αρκετή. Καθένας στην αράδα του λοιπόν, γνωμοδοτεί, Και πρώτος, λέει ο νιότερος, του στήθους πλησμονή· Από πληθώραν αίματος, θεωρώ τον ασθενή. Και όλα τα συμπτώματα, κι' οι χτύποι του σφυγμού Μας δείνουν τέλια φλόγωσι ανώτατου βαθμού. Φλεβοτομία άφθονη, εδώ μας ωφελεί Να γένη, Εξοχώτατοι, χωρίς αναβολή. Είπε· και εξεθηκάρωσε νιστέρι κοφτερό, Και αναμένει έτοιμος της άδειας τον καιρό. Συμπάθιο, είπε ο δεύτερος· δεν είν' φλογιστικό Το πάθος, Εξοχώτατοι, αλλά χολερικό. Τα συχναναγουλιάσματα, η δίψα η πολλή, Μας αποδείχνουν άσφαλτα, χωλής υπερβολή. Διορίζω, Εξοχώτατοι, λοιπόν εμετικό, Στα πάθη τα παρόμοια το μόνο ιατρικό. Ποτήρι φέρτε, φώναξε, Και κάμποσο νερό. Ανάγκη να μη χάσωμε Σε λόγια τον καιρό. Και ευθύς από τον κόρφο του Κι' από μικρό κουτί, Μια σκόνη ανακάτευε Σε δόσι αρκετή. Ο τρίτος, την συγχώρεσι, τους λέγει, σας ζητώ, Αν και στους δύω ενάντια τολμώ, γνωμοδοτώ. Το πάθος του αρρώστου μας Δεν είν' φλογιστικό, Δεν είναι, Εξοχώτατοι, μηδέ χολερικό. Η γλώσσα τόσο άπαστρη, φωνάζει, καθαρά Πως μόνον εις τα άντερα φωλιάζει φανερά. Η ύλαις εσωρεύθηκαν, καθόλου στην κοιλιά. Αυταίς να καθαρίσωμε, να κάμωμαι δουλιά. Καθαρτικό χρειάζεται, κι' ολίγο δυνατό· Εγώ τα καταπότια στη χούφτα τα κρατώ. Καλά, καλά και τίμια αυτά τα ιατρικά, Αλλ' όχι, Εξοχώτατοι, και θαραποτικά, Τους λέγει ο πλιο γέροντας, Με σχήμα σοβαρό· Και πρέπει να ξετάξωμε του χρόνου τον καιρό. Οπόσους φλεβοτόμησα τη φετινή χρονιά, Τους ίδα, Εξοχώτατοι, να σβύσουν κοπανιά. Κανείς δεν ωφελήθηκε από ξερατικό· Και πάντοτε μετάνιοσα διά το καθαρτικό. Λοιπόν το πάθος, βλέπετε, μας μένει σκοτινό. Κι' απόσα επροβάλθηκαν, δεν είναι πιθανό Να λάβη κάνα ώφελος ο νέος ασθενής. Και ίσως εσυμπέραινε, μου φαίνεται, κανείς, Με πλέον βεβαιώτητα και λόγον καθαρόν, Ανίσως το απόδιδε των μοναχών νευρών. Δι αυτό νομίζω άφευκτα, τα ερεθιστικά· Και να που έχω πρόχειρα τα επιθετικά. Σ' αυτά σηκώθη άπειρη λογοτριβή σφοδρή, Καθένας δικαιώνεται, τον άλλον αναιρεί. Καθείς διίσχυρίζεται Και ισχυρογνωμάει, ………………… ………………… Ο άρρωστος κοιτάζοντας. Νιστέρια, γιατρικά, Και ακούωντας τα λόγια τους πολύ προσεκτικά· Ελπίζοντας, φοβούμενος, σε ταραχή πολλή, Κι' αγώνα μβήκεν άσωστο, οπού τον ωφελεί. Διατί η αγανάκτησι του προξενάει μ' ορμή, Πολύν και πλούσιον ίδρωτα απ' όλο το κορμί. Ν' αλλάξη ο νιος εγύρεψε, και να λευφτερωθή, Οχ των Γιατρών την σύγχυσι, για να αποκοιμηθή. Και έτζι οι Εξοχώτατοι πλιο δεν χασομεράν, Φιλονικώντας άκοπα εκείθε αναχωράν.

Α Ν Α Μ Ι Κ Τ Α

Τ η γ α ν ί τ α ι ς τ ο υ Τ α λ ι α π ι έ ρ α.

   Αναχωράτε φιλοσοφία,
   Και λογομέτρα πολιτική!
   Μακριά φευγάτε ηγεμονία,
   Και πάσα τάξι ευγενική!
   Ελάτε αγάπη, σωστή φιλία,
   Απλή και ίσια, καλή καρδιά,
   Χαρά και γέλια κι' ισοτιμία,
   Στη συντροφιά μας τούτ' τη βραδιά,
   Φιλοδοξία και φιλαυτία
   Δεν έχουν τόπο, πού να σταθούν·
   Υπερηφάνια και φαντασία,
   Εδώ απόψε να μη βρεθούν.
   Γερά τα δόντια, καλό στομάχι,
   Και καταπιόνα μακρύν πλατύ,
   Από τους φίλους καθένας νάχη,
   Κι' όρεξιν όλοι και δυνατή,
   Εδώ δεν είναι λογομαχίαις
   Για Νόμους τάχα, και διαταγαίς·
   Τιμαίς δεν είναι για προεδρίαις,
   Μεγαλοσύναις και προσταγαίς.
   Γιομάτο στόμα, δοντιών φροντίδα,
   Συχνό κατάπιμα ηδονικό.
   Ουσία, γέψις, κοιλιάς ελπίδα,
   Και συχνορούφημα, πιοτό γλυκό.
   Ελάτε φίλοι, συμαζωχθήτε,
   Στο τοιμασμένο τούτο σκαμνί,
   Απλόστε χέρι και μην αργήτε,
   Στων τηγανίτων την ηδονή.
   Ω! τηγανίταις καλοφκιασμέναις,
   Ω τηγανίταις με το σωρό.
   Ζαχαρωμέναις και μελωμέναις,
   Και με σουσάμι τ' ασπροδερό.
   Ω! τηγανίταις, ω! νοστιμάδα.
   Ω! νοικοκύρης. ω!συνοδιά!
   Ω! ευχαρίστησι. ω! τι γλυκάδα.
   Ω! χαροκόπα, καλή βραδιά.
   Να ζήσης φίλε, κυρ Ταλιαπιέρα·
   Ευτυχισμένος καιρόν πολύ·
   Και πάσα νύχτα, και πάσα ημέρα
   Οχ τη ζωή σου να είναι καλή,
   Αφήτε, φίλοι, τη χασομέρια,
   Ανοίξτε στόμα, κι' απλώστε χέρια·
   Απλώστε πάρτε, κιαπέ βουτάτε
   Στο μέλι μέσα προμού να φάτε.
   Παιδί μου, κέρνα το ποτηράκι,
   Μη το γιομίζης, από λιγάκι.
   Δεν είν' του κράσου αυτό το αίμα,
   Πολύ να πιούμε· μον' είν' το πνέμα.
   Κέρν' από λίγο, για όρεξί μας,
   Και να βοηθήση την χώνεψί μας.
   Μασάτ' ως τόσο, και καταπιέτε,
   Το ποτηράκι αδειάστε, πιέτε.
   Κιαπέ κατόπι σαν αποφάτε,
   Όσο θελήστε φυσιολογάτε.
   Ο Ιπποκράτης, δεν έχει τώρα
   Σταις τηγανίταις, καθόλου χώρα.
   Για τηγανίταις αυτός δεν λέγει.
   Κι' ανίσως είπε, πιος του το στρέγει;
   Αν είπε, βλάβουν, με συμπαθάει·
   Γιατί από τούταις δεν έχει φάει.
   Για φάτε φίλοι, και μην τραβιέστε,
   Πώς θα χωνέψτε, μην συλλογέστε.
   Αλέθει ο μήλος; ρίξτου να αλέση
   Κριθάρι, στάρι, ό,τι μπορέση.
   Μον άντα τρώτε, να φυλαχτήτε,
   Να μη γελάτε, να μη πνιγήτε·,
   Κι' αγαλιγάλι, μη λαιμαργάτε,
   Εσείς που είστε θελά ταις φάτε.
   Μη έτζι αφύσικα, και όλοι αντάμα,
   Σαν τ' άγρια όρνια στο ψόφιο πράμμα.
   Με τάξι πάρτε, με την αράδα,
   Για να πεικάστε και νοστιμάδα.
   Δεν είναι έτζι, κυρ Ταλιαπιέρα,
   Ή λέγω τάχα τη νύχτα ημέρα;
   Ανίσως, φίλε, θαρρής πως σφάλλω,
   Εγώ τζοπαίνω, δεν κρένω άλλο.
   Κι' ο Παπαγιάνης αυτήν την κρίσι,
   Σαν Ιερέας ας μας χωρίση.
   Πώς λες Ζαγόρι, οπού γνωρίζεις,
   Καλά σε ταύτα, να 'ποφασίζης;
   Για το τραπέζι, για το ποτήρι,
   Ποτέ δεν κάνεις τινός χατήρι.
   Κι' αυτό σα θέλεις να το διαλέξη
   Αφίνω πάλε τον κυρ Αλέξη.
   Που αλήθεια τρώγει και κοκκινίζει,
   Μόνε σε τέτοια τη γλώσσα ορίζει.
   Κι' έχω μαρτύρους να το βεβιόσουν,
   Και την αλήθεια να μη προδώσουν.
   Έχω κυρ Σπίρο τον Αλαμάνο,
   Οπού μετάνοια βαθιά του κάνω.
   Τον Μπικιαρούλη, που συχνοπίνει,
   Τον Νικολάκη που καταπίνει.
   Κι' ο Μπρούτζος σ' τούτους, κι' ο Οικονομάτης
   Γραμματισμένος ανοιχτομάτης,
   Αφ' ού και δώκουν τη μαρτυρία,
   Δεν είναι άλλη αντιλογία.
   Στην υγιά του νοικοκύρη,
   Φίλοι, αδειάστε το ποτήρι.
   Κι' ευχηθήτε τον να ζη,
   Με τους φίλους του μαζή.

Ξ υ λ ό-Γ α τα.

   Άκουσε και να 'πορήσης,
   Κι' αν είσ' άξιος να με λύσης.
   Ήξευρέ με τέτιας φύσης,
   Που κ' εις δυω να με χωρίσης,
   Δεν 'μπορείς να μ' αφανίσης,
   Και το πρώτο μου θ' αρχίσεις
   Ως φυτό να το μετρήσης,
   Και στο δέφτερό μ' επίσης,
   Τη ζωή θα συμφωνήσεις.
   Αλλ' ανίσως και θελήσης,
   Όλο τάχα να μ' αφήσης,
   Άψυχο θα θεωρήσεις,
   Οπού μέσα θα 'παντήσεις
   Ζώα έμψυχα εκ φύσης.

Χ α ρ α - μ α τ ι ά.

   Το πρώτο μ' όποιος έχει,
   Τη λύπη δεν κατέχει,
   Γιατί την κυνηγάι.
   Κι' από το δεύτερό μου,
   Πάντοτε το σκοπό μου
   Ο έξυπνος νογάι.
   Ακέριαν αν θελήσης,
   Διά να με γνωρίσης,
   Μ' ευρίσκεις και συχνά,
   Ακίνητη ησυχάζω,
   Κι' ωσάν να σε κυττάζω,
   Χάσκω παντοτινά.

Π ρ ά σ ο.

   Άκληρος πάντα με φορεί,
   Όταν ακέφαλο μ' ευρή.
   Αλλ' αν ακέριο με θωρή,
   Μόνον θροφή θα με χαρή.

Κ ό ρ η-ό ρ η

   Οπόταν είμαι μοναχή,
   Έχω και λόγο και ψυχή.
   Κι' αν στερηθώ την κεφαλή,
   Γένομαι τότε πολλαπλή.
   Πολλαίς κορφαίς υψόνω,
   Αμέτρως μεγαλόνω.
   Όλη τη γη καταπατώ,
   Οπού κι' αυτή και 'γώ βαστώ
   Μια είναι η ζωή μας,
   Καθώς και η αρχή μας.

Ο Λ Ο Γ Ι Ο Τ Α Τ Ο Σ Τ Α Ξ Ι Δ Ι Ο Τ Η Σ

   Ω Πρόληψαις του κόσμου
   τυράννοι της ψυχής,
   Ο κόσμος σας λατρεύει
   Για 'να 'ναι δυστυχής.

Ύστερ' από βαθύ σκοτάδι, οπού σκέπαζε για τόσους αιώνας το πρόσωπο της αληθινής μάθησης στην Γρακίαν, ξημέρωσε τέλοσπάντων κ' η λαμπρή εποχή, οπού το γένος (;;)αγε τόσο πολλά. Εβάλθηκαν με τα σωστά τους ν' αναστήσουν την παλαιάν Γλώσσαν του τόπου, μοναχό μέσο προς φωτισμόν του γένου, και να την καταστήσουν τόσο κοινήν, οπού να την ομιλούν μικροί μεγάλοι με την ίδιαν ευκολίαν, οπού την έκρεναν τότες οι Αθηναίοι να ειπούμε.!

Πραγματευτάδες, Αρχιερείς, Γιατροί, οι λεγάμενοι Άρχοντες κ' Ευγενείς, και ξεχωριστά το μέγα πλήθος των μαθητάδων στα σκολιά ενθουσιάστηκαν για την γλώσσαν των προπατόρων τους, και ήταν δίκαιον να την κληρονομήσουν.

Η ανταπόκριση των πραγμάτων αρχηνούσ' ανάμεσά τους σ' άκραν φιλοτιμίαν, και σ' ολίγον καιρόν θελά μεταφαίνονταν μια Γλώσσα προικισμένη απ' όλαις της χάραις, και νοστιμάδαις οπού στολίζουν τα αθάνατα συγράμματα του Πλάτωνα, του Θουκυδίδη, του Ξενοφώντα, ανίσως και σε τέτοιαν υπόθεσιν δεν έφεραν εμπόδιον κάτι μικραίς διαφοραίς, οπού εφύτρωναν στη μέση, και οπού ήταν απαραίτητο να ταις κυττάξουν πρώτα με δίχως πάθος, και να της ταιριάσουν, αν ήταν δυνατό, με της γνώμαις όλων των προκομμένων.

Αυτοί οι καλοθελητάδες του γένους ωστόσο, με την άμετρον την προθυμίαν και τον άυπνον κόπον, οπού έβαλαν στο επιχείρημά τους, δεν άργησαν να καταφέρουν στο μικρό διάστημα από είκοσι πέντε, ως τριάντα χρόνια. οπού είχαν βάλη χέρι να συγράφουν όλαις της διαφοραίς τους σε (;;)ναχαίς πέντε χιλιάδες.

Να δώσουν γλήγωρο τέλος σε ταύτην τους την ασυμφωνίαν, ήταν τίποτες ως προς την καλήν τους προαίρεσιν, αλλά για να απομείνουν όλοι τους ευχαριστημένοι, χωρίς υποψίαν και του παραμικροτέρου σκαντάλου υστερώτερα, και για να γίνουν όλα με κάποιαν τάξην, ηύραν εύλονο να διαλέξουν, απ' όλον τον κλήρον των λογιοτάτων, οχτώ, όσα είναι και τα μέρη του λόγου, και να τους στείλουν σ' όλη την Γραικίαν, για να κάμουν της χρειαζούμεναις παρατήρησαις στην τωρηνή μας γλώσσαν, όθεν να λάβουν ένα φως στον αμέτρητα επαινετόν τους σκοπόν.

Σαν αποδιορίσθηκαν τα υποκείμενα, οπού θελά ταξίδευαν, εκρίθηκε εύλογον κ' εδώ, για να μη προξενηθή αιτία παράπονου σε κανένα, πως του εδώθηκε δουλιά μεγαλύτερη από την δύναμή του, να ρίψουν λαχνόν, και έτζι επήρε ο καθε Λογιότατος το μέρος, οπού του επρόσφερε η τύχη. Εμοίρασαν υστερώτερα στον καθέναν της διαφοραίς, οπού έπεφταν στο μερτικό του. τους ενθύμησαν της αναγγαίαις παραγγελίαις, οπού ήταν να συμαδεύουν, όσο το βολετό πλατύτερα, της παρατήρησαίς τους, και σε ύφος όχι απλό, για να της απηκάζουν όλοι οι σπουδαίοι με ευκολίαν, κι απέ τους εγχείρισαν και συστατικά για κάθε χωριό και χώρα, οπού να τους ήφερνε ο δρόμος τους, για ν' άχουν την άδεια να βγάζουν της Κυριακαίς και της Γιορταίς από κάναν δίσκο στης εκκλησίαις, και να μην στενοχωριούνται από τα χρειαζούμενα έξοδά τους.

Όλα αυτά συνέβηκαν στην Φαντασιούπολιν, καθέδραν της μεγάλης Αυτοκρατορίας Πρόληψης, ομπροστά στην σεβασμία σύναξη των σοφών διορθοτάδων της γλώσσας μας, και στην εποχή του αιώνα μας.

Ένας από τους οκτώ Λογιότατος Ταξιδιότης, οπού του είχε πέσει στο μαιράδι του το ρ ή μ α, και για προσθήκην η απόλυτη γ ε ν ι κ ή, ήταν αναγκασμένος να φορτωθή και της 999 διαφοραίς οπού είχαν όλοι οι σοφοί του γένου σε ταύτ' απάνω, ήγουν 40 διαφοραίς για το υποταχτικό Να, 85 (;), για το προσταχτικό, Ας, 36, για το Είναι, 189 (489;) για όλους τους χρόνους, 20, για το Απαρέμφατο, και 448, για την Απόλυτη γενική. (3)

Κάθε άλλος, μα την αλήθεια, δεν θελά κατώρθωνε τίποτες σε τόσο κακοπίχειρην υπόθεση, παρατηρώντας ξεχωριστά για καμπόσα, οπού η τωρινή γλώσσα δεν τα γνωρίζει καθόλου. Αυτός μ' όλον τούτο έκαμε νόμον τρόπον, και στο τέλος ευρέθηκε πλουσιότερος ίσως από τους άλλους συντρόφους. Τα σημειώματά του όλα ψυχαγωγία, και δίχως περιθώρι, κόντευαν πέντε φορτώματα προς 120 οκάδες με το ζύγι.

Ήταν επάνω στο κίνημα του γυρισμού του, όταν του ήρθε ένας διαλογισμός, οπού τον έρριψε όχι σε ολίγην ανησυχίαν. Ελογάριαζε με κάποιο δικαιολόγημα, πως ανίσως και σε 999 διαφοραίς του μερτικού του, αβγάτιζε από άλλαις τόσαις απορίαις, οπού είχε στα σημειώματου για πάσα μια διαφορά, και πως ανίσως οι συντρόφοι του, κατά πως έπρεπε να το υποθέτη, είχαν δουλέψει το γένος με την ίδιαν επιμέλειαν, αυτή η δουλιά, με ψιλόν λογαριασμόν, δεν είχε ξετελειωμούς στον αιώνα. Πιο κέρδος λοιπόν από τόσους κόπους; ήλεγε καταπικραμένος ο Λογιότατος Ταξιδιώτης. Πιο φως στην γλώσσα; Πια προκοπή στο Γένος; Εκυμάτιζε απελπισμένος μέσα σε ταύτους τους θλιβερούς συλλογισμούς, μην ηξεύρωντας τι δρόμον να πάρη, αλλά ένα συμβεβηκό της ίδιας ημέρας τον ανάγκασε να γληγορεύη το γύρισμά του.

Είχε βγη τ' απομεσήμερο να περιδιαβάση κατά την συνήθεια του, και βυθισμένος στους στοχασμούς του ξεμάκρινε τόσο από την πολιτείαν, οπού όταν το εδοκήθηκε, ήταν πολύ κοντά να νυχτώση, και αδύνατο να γυρίση οπίσω. Κατατηρώντας ολογυρά του τον τόπον, εξάνοιξε ανάμεσα σε διάφορα δένδρα καρπερά, οπού περικύκλωναν πολλά χωράφια και αμπέλια, ένα χωριάτικο σπήτι, κ' αποφάσισε να πηγένη τα ίσια εις εκείνο.

Φθάνοντας και εμπαίνοντας μέσα, ηύρε ένα Γέροντα, οπού εδείπναγε με την πολυάριθμην φαμηλιά του, και οπού ό,τι τον ίδε, καλώς ώρισες ξένε, του είπε. δεν ήρθες σε μέρος, οπού να μη γνωρίζουν φιλοξενίαν και λέγοντας, τον έκαμε τόπον να καθήση συμμά του.

Η απλότητα, η ευταξία, και στον ίδιον καιρόν η αφθονία σε όσα είναι χρειαζούμενα για την αναπαυτική ζωή του ανθρώπου, δίχως την περίσιαν πολυτέλεια της περιφάνειας· το καλό δέξιμο όλης εκείνης της φαμηλιάς, οπού ξεσυνερίζονταν ποιος να του κάμη την μεγαλήτερη περιποίηση, και ξεχωριστά η ομιλία του γέροντα οπού έδειχνε σ' όλαις του ταις απόκρισαις, πως ο νους του ωδηγούνταν από τον ορθόν λόγον, θελά προξέναγαν στον Λογιότατον αδοκίμαστη ευχαρίστηση της ψυχής του, ανίσως και η άκοπη βαθιά συλλογή του τον άφηνε να τα νιόση. Σ' όλην όμως την ταραχήν, οπού βρίσκονταν, ήλεγε μέσα του πάλε, ιδές τι ευτυχισμένην ζωή χαίρονται τούτοι οι χωριάταις, απολαβαίνονν τ' αγαθά, οπού ο θεός εχάρισε του ανθρώπου, χωρίς να τους μέλη να ταξιδεύουν για να μάθουν πώς να κρίνουν την γλώσσαν, οπού ηξεύρουν.

Σαν αποδείπνισαν, και εσηκώθηκε το τραπέζι, ο Γέροντας άναψε τη βέργα του τη συνηθισμένη, διορίζοντας να φέρουν και του ξένου. Ο Λογιότατος, συντροφευμένος με τους συλλογισμούς του, ετράβαγε καπνό χωρίς να βγάλη λόγο, και με το κεφάλι σκυφτό για κάμποσην ώραν. Μόνε συκώνοντας τέλος πάτων τα μάτια προς τον Γέροντα, πρέπει να ζης πολύ ευτυχισμένος, του λέγει. παρατηρώ σε όλα σου μίαν ησυχίαν ψυχής, οπού αποδείχνει να μη σ' ενοχλάη κανένα ενάντιο· εγώ σε ζηλεύω. Αληθινά, αποκρίθηκε ο Γέροντας, δεν έχω αιτίαν να παραπονεθώ της Τύχης μου, μολοντούτο δεν είναι η μοναχή απόληψη των καλών, οπού κατασταίνει την ευτυχίαν του ανθρώπου, αλλά χρειάζεται και να ευχαριστιούμεστε στην κατάσταση οπού βρεθούμε, αποδιώχνοντας όσα ημπορούν να μας ενοχλήσουν. Έτζι είναι, είπ' ο Λογιότατος. πολλαίς φοραίς ωστόσο μας ενοχλούν και πράγματα, οπού δεν δυνόμεστε να τ' αποδιόξωμεν, επειδή κι' η απόλαψη τους θελά σχημάτιζε το κυριώτερο μέρος της ευτυχίας μας, και της ευτυχίας των άλλων. Και σαν τι πράμματα είναι αυτά, οπού μας ενοχλούν, και μας προξενούν στον ίδιον καιρόν ευτυχίαν; ερώτησε ο Γέροντας. Η καλή προαίρεση, και η δυσκολία του τρόπου, αποκρίθηκε ο Λογιότατος. Παράστησέ μου καθαρώτερα την ιδέα σου, είπε ο Γέροντας, με παράδειγμα. Ένας υπόθεσε, αποκρίθηκε ο Λογιότατος, οπού επιθυμάει το καλό του Γένου του, και είναι άξιος να το ευεργετήση, λείποντάς του ο τρόπος, ενοχλείται άκοπα από την συλλογή του. Όποιος επιθυμάει το καλό του Γένου του, αποκρίθηκε ο Γέροντας, κάνει το χρέος τον, μόνε σαν είν' άξιος να το ευεργετήση· εγώ δε βλέπω σ' αυτήν την περίστασιν καμμιά δυσκολία.

Και μολοντούτο, είπε ο Λογιότατος, είναι η μεγαλήτερη σ' εμάς. Οι σοφοί του γένους έχουν όλην την προθυμίαν για να το φωτίσουν, και είναι άξιοι να το κατορθώσοιν, μόνε λείπει ο τρόπος: αφορμής, οπού λείπει η γλώσσα για να συγγράψουν. Πώς! αποκρίθηκε ο Γέροντας, και δεν είναι η κοινή γλώσσα όλου του γένους! ο Λογιότατος, ύστερ από την συνηθισμένην του συλλογή, αυτή η Γλώσσα, είπε, θέλει διόρθωμα πρώτα. Και σαν τι διόρθωμα θέλει, παρακαλώ; ερώτησε ο Γέροντας. Η απλή γλώσσα, αποκρίθηκε ο Λογιότατος, ώντας φτωχή και γεμάτη βαρβαρισμούς, δεν είναι καλή για να συγγράψουν σε ταύτην, καθώς τυχαίνει. Πρέπει λοιπόν να διορθωθή πρώτα, καθαρίζοντας την από τα ξένα αγκάθια, και ζυγόνοντας την όσο το δυνατόν στην ελληνική, να της δοθή η πρώτη μορφή της.

Δεν θελά ήταν ωφελιμώτερος σκοπός από ταύτον, εφώναξε ο Γέροντας, αν ημπόρηγε να κατορθωθή. Οι μεταγενέστεροι, είμαι βέβαιος, θελά το εμέτραγαν για ξεχωρισστήν τους μοίραν να είν' απόγονοι τέτοιων μεγάλων ανθρώπων. άκουσα από πολλούς, Λογιότατέ μου, αυτήν την γνώμην, συμπαθησέ με ωστόσο να σου ειπώ με θάρρος, πως ακούω κάτι πράμματα, οπού δεν θελά μου φαίνονταν αλλιότικα, αν ήκουγα να μου ειπούν, πως η προβατίναις μου εγέννησαν μουσκάρια, και τ' αμπέλια μου εκάρπισαν στάρι. Ο φωτισμός του Γένους είναι ιερό κι' απαραίτητο χρέος όλων των προκομμένων· μόνε το διόρθωμα της φυσικά διορθομένης μας γλώσσας, να σου ειπώ την αλήθειαν, δεν το απεικάζω τελείως. Και εγώ, μα την αλήθειαν, είπε ο Λογιότατος, κι' ας έκαμα και τόσους κόπους σ' αυτήν την υπόθεση, έχω κάποιαν υποψίαν ότι δεν παρά είναι σωστή η γνώμη των σοφών μας. αλλά στοχάζομαι πάλε, πώς να τους πλανάη όλους ο νους τους, και βρίσκονται τόσοι προκομμένοι στον ίδιον λάθον.

Ο άνθρωπος, φίλε μου, αποκρίθηκε ο Γέροντας, όσο κυριεύεται από της πρόληψαις, οπού δεν απολείπουν να κολακεύουν και τον νουν των πλια φωτισμένων, είναι αδύνατο να επιτύχη τον δρόμον, οπού φέρει στην μάθηση της αλήθιας. όλοι τον οι λογαριασμοί είναι υπόθεσαις και γνώμαις, οπού χαλνιούνται από άλλαις κενούργιαις, κι' οπού τον βιάζουν να φέρη γύραν πάντα στον ίδιον τόπον, σκοντάβοντας άκοπα, και δίχως φως παντοχής, να φθάση καμμιά φορά στο τέλος οπού γυρεύει, τρέχωντας στα χαμένα, και σταθερός στην ισχυρογνωμία του δεν στρέγει ν' αφηκρασθή τον ορθόν λόγον, οπού δυνατά του φωνάζει να μην αποβλέπη σ' άλλο από το όφελος, οπού ημπορεί ν' απολάψη σε κάθε σπουδή του, και γένεται ατός του η πρώτη θυσία της γνώμης του, αφορμής, οπού διδάχνοντας άλλους όλο σφάλματα, ποτίζεται τόσο από ταύτα, οπού χάνει ως το ύστερο την αίσθηση της αλήθιας, και σέρει κατόπι του τον άλυσον της πλάνης μαζή με τους άλους.

Ευθύς όμως οπού μπορέση να ξετεινάξη αυταίς της πρόληψαις από πανωθιό του για μια στιγμή, εκείνην την ίδια στιγμή λαγαρίζον τα μάτια του νου του, και σκορπίζει το πυκνό σύγνεφο, οπού τα εθάμπωνε ως τότες. Από εκείνην την στιγμήν μοναχά μπορεί να στοχάζεται και να λογαριάζη ορθά· επειδή και θεμελιασμένος επάνω σε καθαραίς και στερεαίς αρχαίς, παρμέναις από την φύσιν των πραγμάτων, εύκολα του βολεί να ξεχωρίση το λάθος από την αλήθειαν· τότες μοναχά ημπορεί να γνωρίση πόσο είναι άτοπο να φαντάζεται, πως ένα γένος ξεπέφτει από τον πρώτον βαθμόν του, πως του λείπουν η τέχναις κι η επιστήμαις, πως δεν γένεται να φιλοσοφίση, αφορμής δεν κρένει την απαρχής του γλώσσα. Τα δυνατά και πλούσια βασίλεια, οι ευτυχισμένοι λαοί, οι ανδριομένοι Στρατηγοί, οι μεγάλοι φιλοσόφοι και νομοθέταις, οι προκομμένοι τεχνίταις, οπού άνθησαν κατά καιρούς επάνω στην οικουμένην, μας αποδείχνουν όλο το ενάντιο· επειδή μήτε την ίδια γλώσσαν είχαν όλοι, μήτ' εκείνοι πάντα την ίδια. Ο φωτισμός, Λογιότατε, δεν κρέμεται από τούτην ή εκείνην την γλώσσα, χρειάζεται από μια σε κάθε γένος για να γρηκέται, κ' αυτό το μέσο το εχάρισε η προνοητική σοφία του Πλάστη, σ' όλαις της φυλαίς των ανθρώπων, για να βοηθιούνται στης λογιασταίς των και πολυάριθμαις χρείαις.

Ο Λογιότατος, σαν αποσυλλογίσθηκε στα λόγια του Γέροντα, η ομιλία σου, του είπε, με καταπείθει· αλλ' αυτό το μέσο, οπού έχομε για να γρηκιούμαστε, δεν είναι αρκετό να παραστήση όλαις ταις ιδέαις, οπού θέλουν να φανερώσουν οι προκομμένοι.

Ο λόγος σου έχει τον τόπον του, αποκρίθηκε ο Γέροντας. εκείνος οπού έχει ολίγαις χρείαις έχει και ολίγαις ιδέαις, και ακολούθως Γλώσσαν ανάλογην με τον μικρόν αριθμό τους. η ιδέαις του, οπού αυγατίζουν όσο πληθαίνουν κι' η χρείαις του, γυρεύουν και γλώσσαν ανάλογη με τον μεγάλον τους αριθμόν. τέτοια είναι η φύση κάθε γλώσσας στον κόσμον, φτωχότερη, ή πλουσιώτερη, κατά της ιδέαις οπού έχουν όσοι την κραίνουν. Ο άνθρωπος λοιπόν, οπού πηγαίνει αποχτώντας καινούργιαις ιδέαις, αναγγάζεται να εφεύρη και καινούργιαις λέξαις, και καινούργιους τρόπους για να της παραστήση. μόνε μεταχειρίζεται, μου φαίνεται, εκείναις της λέξαις κι' εκείνους τους τρόπους, οπού μπορούν να γρηκούν όλοι, αφορμής οπού ο σκοπός του είναι να τον απεικάζουν όλοι, κι όχι ν' απεικάζεται ατός του.

Αν παρατηρήσωμεν, πώς εκείνοι, οπού πρωτομίλησαν φτωχήν γλώσσαν, εξαιτίας οπού ήταν φτωχοί από ιδέαις, κι' όσο αυγάτιζαν η ιδέαις τους, τόσο επλούτιζαν την γλώσσαν τους με λέξαις, ή παρμέναις από την ίδιαν, ή δανεικαίς από άλλαις, σχηματισμέναις όμως κατά τον τρόπον οπού είχαν συνειθίση να απεικάζωνται εξ αρχής συνατοί τους, εύκολα είναι να καταλάβωμε πως, αν ακολουθήσουν την ιδίαν μέθοδον στην παράστασιν των καινούγιων τους ιδεών, μπορούν να πλουτίσουν την γλώσσαν τους όσο που να μην έχουν χρείαν να παραπονεθούν για την φτώχια της. Η ανάγγη για αλλιότικη γλώσσα από την κοινή και συνηθισμένη όλου του γένους, για να πεικάζωνται όσα απεικάζονταν ομπρήτερα, ή όσα θελά απεικάζονταν υστερώτερα με το μέσο της ίδιας, είναι με την ολότη παράλογο κι' ανωφέλευτο πρόβλημα.

Καλά, είπ' ο Λογιότατος, αλλ' η απλή γλώσσα, χώρια οπού είναι φτωχή, είναι και γεμάτη βαρβαρισμούς, χοντρή, και δίχως χάριν.

Να ειπούμε την αλήθειαν, αποκρίθηκε ο Γέροντας, αυτοί οι τίτλοι δεν της παραπρέπουν· όμως ας είναι. Πώς η γλώσσαις, Λογιότατέ μου, καλητερεύουν με την μάθησιν, δεν έχει λόγον ενάντιον. Όσο ένα γένος φωτίζεται, άλλο τόσο η αίσθησή του ψιλαίνει σε κάθε είδος, και η γλώσσα του αποχτήνει την γλυκάδα και ημεροσύνη, οπού αποχτούν και τα ήθη του. μον αυτό δεν τ' απολαμβάνει με μια. χρειάζεται να περάση καιρός· και αν δοκιμάση να ριχτή από το πατινό στο κορφινό σκαλίδι, στο πέσιμό του φέρει μαζή και τον κίνδυνο να μη μπορέση να μεταορθωθή ποτέ του. Καμμιά γλώσσα, φίλε μου, δεν έκαμε τέτιον δρόμον, όλαις ανέβηκαν από σκαλίδι σε σκαλίδι, ως τον ποσόν της τελειότητος, οπού εγένονταν να φτάσουν από την φύσιν τους. Επειδή η χάραις κι' η νοστιμάδαις μιας γλώσσας δεν είναι η ίδιαις με άλλης, κάθε μια έχει την ξεχωριστή της ωμορφιάν, και τα ξεχωριστά της κάλλη. Όποιος αμελάει το στολισμό της γλώσσας του από τα μέσα που έχει η ίδια για να δείξη της χάραις της, και δανείζεται ξένα και ασυνήθιστα στολίδια, οπού δεν της τεριάζουν, αντίς να την ωμορφήνη, την ασκημαίνει σε τρόπον, οπού την κατασταίνει συχαμερό τέρας, κι οπού με όσα φτιασίδια κι αν την αλείφει, κανενός δεν αρέγει.

Η απλή μας γλώσσα, λογιότατε, έχει αστέρευτους θησαυρούς από χάραις και νοστιμάδαις, μόνε η πρόληψη, οπού κυριεύει τον νουν εκείνων, οπού έπρεπε να ξεθάφτουν αυτά τα πλούτη, τους έκαμε να την αμελήσουν, και να την καταφρονήσουν, δίχως κανένα δίκαιο στον κόσμον. Ας την περιποιηθούν, ας της γλυκομιλήσουν σαν εδικήν τους, και τότες ακούν πόσο χαριτωμένα αποκρίνεται στης φωναίς τους.

Ωστόσο, είπ' ο Λογιότατος πάντα συλλογισμένος, δεν μπορείς να μου αρνηθής, πως είναι ακανόνιστη και γεμάτη βαρβαρισμούς.

Κάθε γλώσσα, αποκρίθηκε ο Γέροντας, μιλιέται κατά τον τρόπον, οπού συνηθιέται από όλο το Γένος. οπού θελά ειπή, κάθε γλώσσα έχει τους φυσικούς της κανόνες. Ακανόνιστος τρόπος, ή βαρβαρισμός είναι ο ξένος κι' αλλιότικος από τον συνηθισμένον. Και όποιος ομιλεί την γλώσσα του, ή συγγράφει σε ταύτην κατά πώς συνηθάν όλοι κοινά, κραίνει, και συνγράφει κανονικώτατα και δίχως κανέναν βαρβαρισμόν. Θελά ονομάζονταν με δίκιο βάρβαρη κι' ακανόνιστη εκείνη η γλώσσα, οπού όσοι θέλοντας να την διορθώσουν κατά την γνώμη τους, έμπαζαν σε ταύτην λέξαις και τρόπους εναντίους στην κοινήν συνήθειαν, και ακολούθως να μην απεικάζωνται από όλους. και τότες, αντίς να διορθωθή, θελά χάλναγε τελείως, και θελά κατάνταγε ένα δίλογο, οπού να μη χωρίζη τ' αληθινό του χρώμα ποίο είναι.

Τα ξένα αγκάθια οπού είπες, Λογιότατε, η χρεία και η συνήθεια τα μεταμορφόνουν σε άνθια. μήτε ημπορούμε να υποθέσωμε γλώσσαν στον κόσμον, οπού να μην έλαβε τα αγκάθια χώρια ενού γένους, οπού σε καμμίαν εποχήν του να μην ανακατώθηκε με άλλο, και να μην απόχτησε από ταις ιδέαις του, και να μην εδανείστηκε λέξαις του για να της παραστήση, πράμμα αδύνατο να το ξέρωμε από ιστορίαν.

Εκείνος πάλι, Λογιότατε, οπού γυρεύει να μεταδώκη την μορφήν μιας γλώσσας, είναι το ίδιο σαν να εγύρευε να οπισωδρομήσουν οι αιώναις, και να μεταζωντανέψουν εκείνοι, οπού την έκρεναν τότες. Η γλώσσαις μετασχηματίζονται με τον καιρόν, καθώς μεταμορφόνεται και κάθε άλλο είδος στον κόσμον. Η όψη των πραμμάτων, φίλε μου, δεν μνήσκει ποτέ σε μίαν στάση. αλλάζει άκοπα από ημέραν σ' ημέραν, και όποιος γυρεύει την χθεσινήν. γυρεύει εκείνο, οπού όσοι τον ακούσουν θελά γελάσουν. Η μανία ωστόσο να θέλουν οι προκομμένοι αλλιότικην γλώσσαν από την κοινήν, για να ξηγούνται, εμόλεψε όλα τα Γένη στους καιρούς οπού εκείτουνταν βαρυά άρρωστα από την ανάγκην της αμάθειας! αφορμής οπού τους έκανε να φαντάζωνται, πως η προκοπή προέρχεται από λόγια, οπού δεν απεικάζονται από όλους, και όχι από ιδέαις, και πως, η διαφορά από σπουδαίον ως αμαθή, είναι ο διαφορετικός τρόπος της ομιλίας, και όχι η πλούσια και ταχτική, ή η φτωχή και άταχτη παράσταση των ιδεών τους. Και τούτο είναι το πρώτο εμπόδιο, οπού αργοποράει το γένος να προχωρίση στον δρόμον του καλητερεσμού του, πλανώντας τους σοφούς του να χαίρωνται στη μάταιη και άκαρπη μάθησή τους.

Δεν εσυλλογίστηκε πλιότερο από τούτην την φοράν, ο Λογιότατος Ταξιδιότης, μόνε ξυπνώντας ως το ύστερο από τους βαθιούς στοχασμούς του, θελά σε παρακαλέσω, είπε του Γέροντα, να μου φανερώσης την γνώμη σου και σε τούτο, τι λογής να ορθογράφωμε.

Το γράψιμο, αποκρίθηκε ο Γέροντας είναι ζωγράφισμα. ένας οπού γράφει, ζωγραφίζει με τα ψηφιά· ταις λέξαις, οπού παρασταίνουν ταις ιδέαις, καθώς ο ζωγράφος ιστορίζει την εικόνα ενού είδους με ταις βαφαίς· τώρα, καθώς ο ζωγράφος στο ιστόρισμα της εικόνας μεταχειρίζεται της βαφαίς, οπού χρειάζονται για να γνωρίση πασένας οπού την βλέπει, πως αυτό παρασταίνη σωστά το είδος, οπού ο ζωγράφος εβουλιόνταν να δείξη, έτζι και εκείνος οπού γράφει, πρέπει να μεταχειρίζεται τα ανάλογα ψηφία, οπού παρασταίνουν της φωναίς εις την λέξη οπού σημαδεύει, αν ο σκοπός του είναι ν' απεικάζη καθένας το γραμμένο, και να το διαβάζη με ευκολίαν.

Το αλφάβητον κάθε γλώσσας πρέπει να έχη τόσα ψηφία, όσαις είναι κι η στοιχιακαίς του φωναίς. τα περισσότερα, ή ολιγώτερα δεν φέρουν άλλον καρπό στο γράψιμο από σύγχισιν και σκοτούραν. ορθογραμμένη λέξη είναι εκείνη, οπού η προφορά, από το αράδιασμα των ψηφιών της, δεν παραλλάζει από εκείνην, οπού συνηθιέται στην ομιλίαν. κι' όποιος γράφει αλλοιώς από ότι προφέρει, δεν ορθογραφεί, κι όποιος γράφει αλλοιώς απ' ότι κραίνει, και προφέρει τα γραμμένα σαν πως δεν κραίνει, κάνει διπλόν κι' ανωφέλευτον κόπον. ζωγραφίζει γαλάζιο τριαντάφυλλο, οπού δεν είναι στον κόσμο, για να έχη χρείαν από κόκκινα μυτογιάλια για να το ιδή. καθώς θελά το ήβλεπε με γυμνά τα μάτια στο φυσικό του χρώμα.

Ύστερα από ταύτην την ομιλίαν επλάγιασαν να κοιμηθούν, μον' ο Λογιότατος επεδεύτηκε πολλήν ώραν με τους συλλογισμούς του, και μελετόντας τα λόγια του Γέροντα, έως οπού να ημπορέση ν' αποκοιμηθή τέλος πάντων.

Το πορνό, ότι εξύπνησε, δίχως να χασομερήση στιγμήν, ευχαρίστησε τον Γέροντα και την φαμηλιάν του για το καλό δέξιμο, οπού του είχαν κάμει, κι αποχαιρετώντας τους από καρδιάς εγύρισε τα ίσια στην πολιτείαν. εφόρτωσε την ίδιαν ώραν τα σημειώματά του, και δίχως να σταματήση πουθενά έκοφτε, όσο δύνονταν, δρόμον.

Φτάνωντας στην κοινότητα των σοφών Διορθωτάδων της γλώσσας μας, τους ηύρε όλους σ' αγώνας να φυλλολογούν τα σημειώματα των άλλων συντρόφων του, και να κάνουν σχόλια, εξήγησαις, παράφρασαις, και δεύτερα σημειώματα επάνω στα πρώτα. εξεφόρτωσε κι' αυτός τα εδικά του, και δίχως να τους ειπή τον παραμικρότερον λόγον, φεύγει το γλιγωρώτερο, και πηγαίνει σε μακρυνήν πολιτείαν, οπού ετύποσε σε εφημερίδαν τα ακόλουθα,

Ο Λ ο γ ι ό τ α τ ο ς Τ α ξ ι δ ι ό τ η ς

Προς τους Καλοθελητάδες

Προσκυνήματα

Αφέντες μου

Χρειάζεται μια γλώσσα σε κάθε Γένος για να γρικιέται. Η αληθινή γλώσσα ενού Γένου είναι η κοινή και συνηθισμένη σε όλους. Η γλώσσα πρέπει να ορθογράφεται και μιλιέται, τέλος όσο δε λείψουν, η πρόληψαις των λογιοτάτων, το Γένος δεν βλέπει ποτέ του ημέραν.

ο Λ Ο Γ Ι Ο Τ Α Τ Ο Σ ή ο Κ Ο Λ Ο Κ Υ Θ Ο Υ Λ Η Σ

Μην αφίνης το παιδί σου να μάθη πολλά γράμματα, έλεγε η κυρά Ριγανούλα της γειτόνισσάς της κυράς Παπαρούνας, γιατί ως το ύστερο θελά το χάσεις, ο θεός να του φυλάξη και την γνώση του! αμ δεν είδες τον Κολοκυθούλην της κυράς Παρδάλος, οπού δεν είναι στα μέτρα του; διάβασε, διάβασε αλλαλόγησε το παιδί! ξέρεις, οπού μου τόχ' ειπεί και ο Αϊγούμενος από το Πουρνάρι, νάχωμε την ευκή του, πως τα πολλά τα γράμματα δεν είναι καλά για τα παιδιά;

Από τι τάλεγε αυτά η κυρά Ριγανούλα; Για τι ήκουγε τον λογιότατο κυρ Κολοκυθούλην να κρένη αλλιότικα από όσους δεν είχαν την χρυσή μοίρα να σπουδάξουν, σαν κι' αυτόν, στα σκολιά μας. Ο λόγος του Αϊγούμενου ξεχωριστά την είχε πληροφορήση, πως η πολλή σπουδά χαλνάει την γνώση. Δεν είχε τάχα δίκαιο η κυρά Ριγανούλα να του πιστέψη;

Αυτή δεν είχε ακούσει καμμιά φορά του Αϊγούμενο να της μιλήση με τη γλώσσα του κυρ Κολοκυθούλη, και ξεχωριστά όποτ' εχρειάζονταν να τη θυμίση για ταις προσφοραίς, ή για της λαμπάδαις, ή για τα μνημόσινα, οπού η καλή γυναίκα, έδινε άκοπα στο Μοναστήρι από ευλάβειά της. Μη θελά ήξερε και πλιότερα ο Λογιότατος από την αγιοσύνη του; Αϊγούμενος αυτός, και τον έφτανε άλλος στην προκοπή! δεν είχε άδικο λοιπόν η κυρά Ρηγανούλα να στοχάζεται, πως ο Κολοκυθούλης είχε χάσει την γνώση του, αφορμής όπου είχε γένει Λογιότατος;

Αυτή η κυρά Ριγανούλα είναι σαν κομάτι σκανταλιάρα· κι' ήταν καλό να μη παρακραίνουν οι λογιότατοι, καταπώς συνηθάν, επειδή μπορεί να τα ακούση, κι' απέ δεν αργάει να τους ονομάση Κολοκυθούλιδες. Μιαν ημέραν ήλεγε της ίδιας γειτόνισάς της· Ξέρεις, κυρά Παπαρούνα μου, τι έλεγε του Κολοκυθούλη ο πατέρας του; άφησε αυτά τα κορακιστικά, παιδί μου, γιατί σε περιγελάν ο κόσμος.

Αν ορέγεσαι ν' αποχτήσης υπόληψιν, και να φανής άξιος στο Γένος, αγωνίσου να φωτίσης το γένος με συμβουλαίς και συγράμματα σε γλώσσαν, οπού να την απεικάζουν όλοι. Μη φαντάζεσαι να σε πάρουν για σοφόν, επειδή και καμώνεσαι να κρένης την γλώσσαν των προπατόρων σου σε τρόπον, οπού δεν θελά την απείκαζαν μήτ' εκείνοι, αν την ήκουγαν από το στόμα σου.

Αμ δεν μου λες, παιδί μου· όταν λες το ψωμί, ψωμίον, οπού από τους Έλληνας ονομάζονταν, άρτος, μη πανταχαίνης να το λες Ελληνικά; το αγοράζεις φτηνότερο, ή το τρως με περισσότερη νοστιμάδα; Φοβάσαι τάχα να ειπής το νερό νερό, οπού το λες νηρόν, ή οπού οι Έλληνες τόλεγαν ύδωρ, για να μη γένη λάδι; Μακάρι να είχαν τα λόγια την δύναμη να μεταμορφώνουν τα πράγματα! Κανένας δεν θελα απόμνησκε, οπού να μην γένη Λογιότατος, ανίσως και το λογιότατος έκανε τον άνθρωπον.

Η προκοπή ενός αληθινού Λογιότατου, παιδί μου, είναι να παρισταίνη με τάξη ταις ιδέαις του στη φυσική του γλώσσα. Η διαφορά από τον σπουδαίον εις τον αμαθή δεν είναι άλλο από την ταχτική, ή άταχτη παράσταση των ιδεών τους. Τα ωμορφήτερα λόγια του κόσμου, σαν δεν φανερώνουν σωστή ιδέα, και δεν τ' απεικάζουν όλοι, δεν αποκόβουν την κυρά Ριγανούλαν να λέη, πως ο λογιότατος Κολοκυθούλης άλλα λογάει.

Δεν ηξεύρω, αδελφούλα, πού μ' ήκουσε, οπού είπα τούτον τον λόγο! ωστόσο τον ορμήνευσε σαν πατέρας, οπού όχι καλήτερα· μόνε τι το όφελος! ξέρεις τι έκανε ο Κολοκυθούλης, όσην ώραν τον ωρμήνευεν ο πατέρας του; εχαμογέλαε, κι έπιανε μυίγας. Ο Αϊγούμενος, κυρά μου, ξέρει τι κραίνει.