The Project Gutenberg eBook of Ποιήματα, Τόμος Δεύτερος, Ανέκδοτα
Title: Ποιήματα, Τόμος Δεύτερος, Ανέκδοτα
Author: Georgios Souris
Release date: April 1, 2010 [eBook #31853]
Language: Greek
Credits: Produced by Sophia Canoni
Produced by Sophia Canoni
Note: Bold words have been included in &&. The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise.
Σημείωση: Έντονοι χαρακτήρες περικλείονται σε &&. Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΟΥΡΗ
Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α
ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΝΕΚΔΟΤΑ
ΕΚΔΟΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ
ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ
1892
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΝΕΚΔΟΤΑ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ
ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ
1892
ΑΝΕΚΔΟΤΑ
ΕΓΩ - ΕΙΣ ΡΩΣΣΙΑΝ
Α'.
Ω! πόσον μεταβάλλονται αι τύχαι των θνητών!
πρώτοι ξυπνούν οι έσχατοι και έσχατοι οι πρώτοι·
γι' αυτό κι' εγώ, το κόσμημα των τόσων ποιητών,
ήμουν υπάλληλος ποτέ σιταρεμπόρου Χιώτη.
Πώς σ' ενθυμούμαι, ω Αζόφ και Τάναϊ, ακόμη! κάθε ημέρα κίνησις και νέο πανηγύρι· από σιτάρι κι' άχυρο εστρώνοντο οι δρόμοι, και έτρεχαν οι έμποροι, και έτρεχαν κι' οι χοίροι. Από καράβια φαίνεται ο ποταμός κλεισμένος, κι' αν κάπου κάπου έξαφνα παφλάζη με ορμή, βλέπεις εκεί να λούζεται ξανθόκομος παρθένος, και να πηδά μες 'στους αφρούς αφρόπλαστο κορμί. Τι θαυμαστή αφέλεια!.. . απ' το ποτάμι βγαίνει εμπρός 'στα μάτια των ανδρών και γλυκοτραγουδεί· αλλά οι άνδρες φαίνονται σε τέτοια μαθημένοι, και δεν γυρίζει κύριος κανένας να την 'δη.
Μα και αν στρέψουν να την 'δούν, γι' αυτό δεν την πειράζει..
δεν είν' εδώ αναίδεια του κάλλους η γυμνότης·
ούτε μ' αράχνης ύφασμα το σώμα της σκεπάζει,
κι' ούτε τους άλλους 'ντρέπεται, ή καν τον εαυτό της.
Πού είσθε, κόραι τρυφεραί της ποθητής πατρίδος,
που με 'ντροπή σκεπάζεσθε κι' εμπρός εις τον καθρέ-
[φτη,
που τόσον αποστρέφεσθε τα ήθη της Ρωσσίδος,
κι' ούτε το χέρι σας γυμνό αφίνετε να πέφτη;
Κι' αυτή η Εύα του Αδάμ, η σεβαστή προμάμμη,
δεν ήλθε κάτω εις την γην με γυμνωμένον κάλλος,
ενώ 'μπορούσε και γυμνή περίπατον να κάμη,
αφού 'στον κόσμον άνθρωπος δεν έζη τότε άλλος.
Γυναίκες κι' άνδρες τριγυρνούν 'στους δρόμους αγκαλιά,
καπνίζει με το άσχημον και το ωραίον φύλον,
τα χείλη σμίγουν κάποτε με πύρινα φιλιά,
και παριστάνουν θέαμα περιπλοκών ποικίλων.
Ιδού Ρωσσίδες απ' εδώ, και απ' εκεί μουζίκοι
με δυνατή γιαμάικα και βότκα μεθυσμένοι. ..
Ερώτων άντρον γίνεται και η σιταποθήκη,
και όλοι είναι έμποροι κι' ερωτοκτυπημένοι.
Τρέχουν, βομβούν, εργάζονται, φορτόνονται, ανάβουν,
δεν τρέφεται με σχέδια ο ήσυχός των νους·
εδώ μετρούν, εκεί σακκιά για το σιτάρι ράβουν,
μόνον εγώ ο ποιητής πετώ 'στους ουρανούς.
Β'.
Δυο μήνας όλους της Αζόφ μ' εξένιζεν η κώμη, 'μέρα και νύκτα ήκουα τους Ρούσσους και της Ρούσ- [σαις, και πέντε λέξεις Ρούσσικαις δεν έμαθα ακόμη· μήπως μια ώρα ήσυχο με άφιναν η Μούσαις; Ο έμπορός μου ήθελε να κλέβω 'στο κοιλό, το χέρι μου μακρύτερο και γρήγορο να γίνη, μα τόσο έμαθα καλά τους Ρώσσους να γελώ, οπού εμπρός 'στα μάτια μου με έκλεβαν εκείνοι. Τι έξυπνος! τι πονηρός! σαν νέος της Αθήνας . . . αν ήσαν κι' οι υπάλληλοι οι άλλοι σαν κι' εμένα, ο έμπορος επλούτιζε εις ένα δύο μήνας, κι' αμπάρια και κατάστιχα θα τάφινε κλεισμένα. Είξευρα στίχους να μετρώ και όχι σιτηρά· και όμως πόσον αγαθός ο έμπορός μου ήτο! κακό δεν εξεστόμισε για 'μένα μια φορά, με χαμογέλοιο μ' έβλεπε και εσταυροκοπείτο. Μια 'μέρα μ' είπε «κάμε μου, αν αγαπάς, τη χάρι να μείνης μια στιγμή εδώ εις την σιταποθήκη, και πρόσεξε να μη σου φαν οι χοίροι το σιτάρι…» Για φαντασθήτε τι 'ντροπή για με, τι καταδίκη! Και έμεινα λοιπόν εκεί. . αλλοίμονο 'στο χοίρο, που κι' ένα κόκκο σιταριού θα ήθελε να πάρη! κι' ενώ με μάτια τέσσερα εκύτταζα τριγύρω, αγέλη χοίρων ώρμησε απάνω 'στο σιτάρι.
Θυμόνω, τους πετροβολώ, τους στρώνω 'στο κυνήγι,
τρέχουν κι' εκείνοι, πόλεμος ανοίγεται μεγάλος,
αλλά οι τρισκατάρατοι δεν ήσαν και ολίγοι,
μόλις τον ένα έδιωχνα και ήρχετο ο άλλος.
Τους βλέπεις από μια στιγμή εις άλλη να πληθαίνουν,
και λες πως χοίρους έχουνε μες το σιτάρι σπείρει . .
όσοι σοφοί και λόγιοι εις την Ελλάδα βγαίνουν,
τόσοι βλαστάνουν βάρβαροι εις την Σκυθίαν χοίροι.
Δεν έπαυσα να μάχωμαι και να τους κυνηγώ,
μα τι να κάμω μόνος μου εμπρός σε τόσο πλήθος;
ως που από το τρέξιμο 'κουράσθηκα κ' εγώ,
και σ' ένα σάκκο έπεσα με γογγυτό 'στο στήθος.
Και τότε, τότε άρχισα βαρειά να βλασφημώ,
τότε εκύτταξα καλά πώς είχα καταντήσει,
και παρ' ολίγο θάπεφτα εκεί 'στον ποταμό,
αν σκέψις μια δεν 'πρόφθανε να με αναχαιτίση.
Γιατί, εσκέφθην, να πονώ και να παραπονούμαι,
αφού και ένας ισχυρός μονάρχης της Αγγλίας,
— το σεβαστόν του όνομα καλά, δεν ενθυμούμαι,
πηγαίνετε και λάβετε αλλού πληροφορίας, —
Όταν κι' εκείνος έπεσε από τον θρόνο κάτω,
και το 'ψηλό κεφάλι του δεν είχε πού να κλίνη,
σαν ψωμοζήτης άθλιος 'στον κόσμο επλανάτο,
ως ότου πια κατήντησε χοιροβοσκός να γίνη;
Μ' αυτά κι' αυτά η θέσις μου σαν πιο καλή μ' εφάνη,
του βασιληά το πάθημα πολύ μ' επαρηγόρει,
μα έξαφνα — ω έκστασις! ω φαντασίας πλάνη! —
νεκροί και ζώντες ποιηταί προβάλλουν δαφνηφόροι·
Ο Όμηρος, ο Μπάυρων, ο Δάντης, ο Σαιξσπήρος,
ο Κάλδερων, ο Σχίλλερος, ο Βίκτωρ Ούγος κι' άλλοι,
κι' ακούω σοβαράν φωνήν «Κλεινέ της Μούσης ήρως,
τι κάθεσαι εις το σακκί και σκύβεις το κεφάλι;
Σήκω απάνω, τίναξε του σιταριού τη σκόνη,
πώς έτσι έγινες εδώ συ ο κλεινός Σουρής;
κατάστιχα και σιτηρά φροντίς σου νάναι μόνη,
και ως ο Άσωτος υιός τους χοίρους να φρουρής;
«Και αν ο Άσωτος υιός εξέπεσε 'στους χοίρους,
την πατρική κληρονομιά την είχε φαγωμένη
'στο τέρσο τίρο, 'στο κρασί και εις τους ποδογύρους,
και πάλι δεν υπέφερε χοιροβοσκός να μένη.
Μα συ, χωρίς τα χρήματα να φάγης κανενός,
χωρίς κανένα θέλγητρον του κόσμου ν' απολαύσης,
πώς έγινες αναίσθητος, τραχύς κι' ελεεινός;
Φασκέλωσε τα χρήματα, προτού πικρά να κλαύσης.»
Κι' ενώ αυτά μου έψαλλαν οι ποιηταί τριγύρω,
οι χοίροι ηύρανε καιρό και πέφτουν 'στο σιτάρι,
κι' εγώ τους έβλεπα, χωρίς μια πέτρα να τους σύρω. ..
οι ποιηταί μου έδεσαν και χέρι και ποδάρι.
Προφθάνει και ο έμπορος με άμαξαν αχύρων·
ω! τι θυμός θα έσεισε τα άμουσά του στήθη
σαν είδε την επάρατον επιδρομήν των χοίρων!
και όμως . .. πάλι 'γέλασε και εσταυροκοπήθη.
Μαζί μου διεσκέδαζαν οι σύντροφοί μου όλοι,
κι' όταν ορθός απήγγελλον χωρία του Ομήρου,
'γελούσαν και οι Έλληνες, 'γελούσαν κι' οι χαχόλοι.
και ήκουα τα σκώμματα βαναύσου ποδογύρου.
Εις ό,τι και αν ήθελα ωραίον να ειπώ,
τα βέλη με ετόξευαν της ειρωνείας όλων,
με άλλους λόγους δηλαδή, χωρίς να εντραπώ,
σας λέγω ότι έπαιζα Αγαθοπούλου ρόλον.
Για 'με ωμίλουν κι' εις μικράς και εις μεγάλας σφαίρας,
εγέννα ιλαρότητα η θέα μου και μόνη,
ήμουν εγώ το ζήτημα κι' ο ήρως της ημέρας,
αλλά με τας ιδέας μου κανείς δεν εσυμφώνει.
Ένας και μόνος σύντροφος, υπάλληλος πτωχός,
εις των λαμπρών μου ιδεών τα σύννεφα υψώθη,
με ηκολούθει πάντοτε εκείνος μοναχός,
πλην ποία αμοιβή γι' αυτό 'στον φίλον μου εδόθη!
Μόλις κι' εκείνου ήρχισε η γλώσσα να προφέρη
τας νέας θεωρίας μου, θεότρελλος εφάνη.
και τα παπούτσια τούδωσε ο έμπορος 'στο χέρι,
και δίχως ναύλο έφυγε, θαρρώ, 'στο Ταϋγάνι.
Γ'.
Κι' έμεινα μόνος, μεταξύ των Ρώσσων και των χοίρων,
εγώ ο λάτρις των Μουσών, των Αθηνών δημότης!
εμπρός μου επτερύγιζε ο Δον Ζουάν κι' ο Βύρων,
κι' εδίψα έρωτας θερμούς η πρώτη μου νεότης.
Πώς ήθελα το πρόσωπον του Δον Ζουάν να παίξω,
ωσάν πιστός Κισλάραγας χαρέμια να φρουρώ,
εις παραδείσους έρωτος και ηδονής να τρέξω,
και σαν τον Σαρδανάπαλο φουστάνια να φορώ.
Χανούμισσαι του Δον Ζουάν, βασίλισσαι μεγάλαι,
φανήτε ως τας τρεις θεάς αχίτωνες εμπρός μου·
όπου κι' αν ήσαι, Μούσα μου, γυναίκας πάντα ψάλλε,
ιδού οι μόνοι άγγελοι κι' αυτού και τάλλου κόσμου·
Δεν είναι άλλα πιο καλά 'στο κόσμο προϊόντα,
αυταί ποτίζουν τους θνητούς σταγόνας αμβροσίας,
και αν θαυμάζουν ως σοφόν πολλοί τον Σολομώντα,
εγώ για τας χιλίας του τον 'θαύμασα κυρίας.
Κι' ο Δον Ζουάν εις των Σκυθών τα χώματα επάτει,
μα ήτο ευνοούμενος σοφής Αυτοκρατείρας,
εχόρταινε τον έρωτα 'στης Μόσχας το παλάτι,
και της Αικατερίνης του εφόρει τας πορφύρας.
Ω! πόσον, φίλε Δον Ζουάν, την τύχη σου ζηλεύω!
ας εύρω έρωτας κι' εγώ σ' αυτή την ερημιά. . .
είπα και άρχισα παντού γυναίκας να γυρεύω,
και μετά χίλια βάσανα τα έψησα με μια.
Βεβαίως Αυτοκράτειρα δεν ήτο και εκείνη!
αμμ' τι να κάμω; 'στην Αζόφ δεν εύρισκα παλάτι·
τουλάχιστον ελέγετο κι' αυτή Αικατερίνη,
και ήτο του εμπόρου μου μαγείρισσα αφράτη.
Πώς έπεσα 'στο μαγειριό από τας βασιλίσσας;
ω! μη γελάσετε γι' αυτό, των Αθηνών ιππόται·
η δύναμις της ωμορφιάς τας κάμνει όλας ίσας,
κι' όπου ανθίζει ωμορφιά, εκεί και θιασώται.
Κι' εφαίνετο βασίλισσα 'στα θέλγητρα κι' αυτή,
χαριτωμένη, κόκκινη, ξανθομαλλούσα Ρώσσα…
και τώρα θα μου 'πήτε σεις κρυφά κρυφά 'στ' αυτί:
μα πώς, αφού δεν είξευρα του τόπου της την γλώσσα,
'μπορούσα με την φίλην μου να συνεννοηθώ;
Αν έπρεπε ως έμπορος τα Ρούσσικα να ξέρω,
μήπως αυτά μ' εμπόδιζαν και να ερωτευθώ;
ηγάπησα, χωρίς ποτέ μια λέξι να προφέρω.
Θαρρείτε πως η φίλη σας αν έτυχε Ρωμηά,
και σεις αν εγεννήθητε Κινέζος ή Ιάπων,
στιγμή συνεννοήσεως δεν θα 'βρεθή καμμιά;
ω! πόσοι δεν ηγάπησαν καθώς κι' εγώ ηγάπων.
Μονάχα εις τον έρωτα δεν απαιτείται γλώσσα·
κι' ακόμη αν κωφάλαλον το φίλον ζεύγος τύχη,
ο έρως θα φανερωθή από σημάδια τόσα,
του έρωτος των μάρτυρες θα γίνουν και οι τοίχοι.
Ηγάπησα περιπαθώς την προσφιλή Ρωσσίδα,
κι' εκείνην ο ανίκητος την παραπήρε έρως,
μου έκρυβε την πιο καλή του φαγητού μερίδα,
κι' επέτρεπε 'στο μαγειριό να μπαίνω ελευθέρως.
Πόσαις φοραίς μ' ενέπνευσε η άσπρη της ποδιά,
όταν αυτή τα κάρβουνα εις τη φουβού εφύσα!
κι' ενώ μου κατεφλόγιζε ο έρως την καρδιά,
ερέθιζε τη μύτη μου του μαγειριού η κνίσσα.
Εις τι εκστάσεις έπλεα, σαν νάπινα χασίς.
πότε του πάθους έρμαιον και άλλοτε της κνίσσας . . .
Αν ποικιλίαν θέλετε 'στον έρωτα και σεις,
να ρίχνετε καμμιά ματιά και εις τας μαγειρίσσας.
'Μετρούσε εις την μάχη της τριάντα καλοκαίρια,
κι' ακόμη δεν εξέμαθε τα πρώτα της παιχνίδια·
ωσάν το χιόνι άσπριζαν τα παχουλά της χέρια.
αν και συχνά — με το pardon — εμύριζαν κρομμύδια,
Κι' ήτον ο έρως μου απλούς, αθώος, παιδικός·
ένα και μόνο φίλημα 'στο εύοσμο της χέρι,
και τίποτ' άλλο . . . ήμουνα πολύ Πλατωνικός. . .
και μήπως ηδονής σπασμούς κι' ένα φιλί δεν φέρη;
Δ'.
Κι' εδιάβαινε με έρωτας η ώρα κι' η ημέρα,
πλην φευ! την ευτυχίαν μου εφθόνησεν η μοίρα,
και εξ Ελλάδος έφθασε μ' ελληνικόν αέρα
μία πολίτις Συριανή και μαυρομμάτα χήρα.
Αφήκε την πατρίδα της, και ήρχετο να γίνη
'στο σπήτι του εμπόρου μου κυρία οικονόμος·
καθώς κι' εγώ εξόριστος εστέναζε κι' εκείνη,
και την εκούραζε πολύ της ξενιτειάς ο δρόμος.
Την είδα.. . ω! τι μάγουλα! τι μάτια λιγωμένα!
μ' ενθύμησε της ωμορφιαίς της κλασικής πατρίδος·
τόσον καιρό με πρόσωπα εσυγκινούμην ξένα,
και επεθύμησα μορφήν γνησίας Ελληνίδος.
Επόθουν κάλλος φλογερόν μεσημβρινού ηλίου
με χείλη ολοπόρφυρα και μάτια φωτεινά,
ήθελε θέρμην η αυγή του νεαρού μου βίου,
και όχι κρύο Ρούσσικο, που κρύσταλλα γεννά.
Κι' εγώ εκεί 'στ' αγαπητό της Σύρας ξερονήσι
είδα το φώς κι' ανέπνευσα την δρόσον του αέρος·
κι' αυτό το λέγω, επειδή δεν θέλω να τιμήση
η ένδοξος μου γέννησις κανένα άλλο μέρος.
Με πόση ήκουσε χαρά η πικραμένη χήρα
πως θάχη κι' ένα Συριανό 'στη μαύρη ξενιτειά της!
αδιάκοπα λογάριαζε μαζί μου για τη Σύρα,
της έλεγα τα πάθη μου, κι' εκείνη τα 'δικά της.
Δεκάξη χρόνων έχασε το πρώτο της το ταίρι,
επήρε άνδρα δεύτερο, απέθανε κι' αυτός,
και τρίτον ετοιμάζετο να βάλη εις το χέρι,
οπού περνούσε &ζέντλεμαν& 'στη Σύρα ζηλευτός.
Το είδωλον της χήρας μου ελέγετο Μανώλης,
πρώτα σε μία εκκλησιά πτωχός κανδυλανάπτης,
κατόπιν σπίρτων έμπορος, κατόπιν καπνοπώλης,
υπαστυνόμος ύστερα, και τέλος φραγκορράπτης.
Κι' εγώ 'θαρρούσα πως αυτή δεν αγαπά κανένα,
κι' από την χήραν ήλπιζα τρελλά ν' αγαπηθώ,
εγώ γι' αυτή, κι' αυτή για 'με να ζήσουμε 'στα ξένα,
και ήμουν έτοιμος ευθύς τη Ρώσσα ν' αρνηθώ.
Κι' από τη φρίκη φαίνεται ακόμη πιο φρικτό,
συ από έρωτα αγνόν και άγιον ν' ανάπτης,
να έχης εις αισθήματα το στήθος ανοικτό,
κι' ως σκώληκα να σε πατή χυδαίος φραγκορράπτης.
Η χήρα όπου έστεκε και όπου επερπάτει,
ενόμιζε πως έβλεπε τον ίσκιο του φιλτάτου,
κι' εθόλωνε με δάκρυα το καστανό της μάτι,
όσαις φοραίς εψέλλιζε τ' ωραίον όνομά του.
Κι' εμέ — ω φρίκη! — μ' έτρωγε ο μαρασμός κι' η ζήλεια,
από 'δικούς μου η Αζόφ αντήχει στεναγμούς,
κατάραις εψιθύριζαν τα κίτρινά μου χείλια,
και ήκουα τριγύρω μου εχίδνης συριγμούς.
Ω χήρα μου, της έλεγα, μη φαίνεσαι σκληρά,
για κύτταξε πώς μας γελούν του ουρανού οι θόλοι,
για κύτταξε του ποταμού τακίνητα νερά.. .
'μπορείς, αν θέλης, ν' αγαπάς κι' εμέ και τον Μανώλη.
Για έλα να καθίσουμε 'στην άκρη του γιαλού,
το πρώτο γλυκοχάραγμα να 'δούμε της ημέρας,
ν' ακούσωμε κελάδημα γλυκό κορυδαλού,
και να ιππεύσωμεν μαζί, τους γαλανούς αιθέρας.
Όμως αυτή ενόμιζε πως της παραλαλώ,
κι' ένα ποτήρι μ' έχυνε νερό εις το κεφάλι,
και φαίνεται το βρέξιμο πως μ' έκανε καλό,
γιατί ευθύς με έπαυε η θέρμη και η ζάλη.
Έστεκε κρύον άγαλμα 'στο πάθος μου εκείνη·
εγώ επύρασσα κι' αυτή εκύτταζε τους τοίχους,
και μάλιστα ετόλμησε και μια φορά η Φρύνη
να μου ειπή του φίλου της να γράψω 'λίγους στίχους.
Ω λύσσα! τον αντίζηλον εγώ να εξυμνήσω;
εγώ εις ξένον αίσθημα την λαύραν μου να βγάλω;
ω! ποιο καλά 'στην λύραν μου χορδήν να μην αφήσω,
παρά αυτόν τον πρόστυχον αντεραστήν να ψάλλω.
Κι' η οικονόμος έτρεχε να με παρακαλή
για τον πιστόν Ρωμαίον της δυο στίχους να της κάμω,
ως ότου μ' εμαλάκωσαν οι λόγοι της πολύ,
και τέλος απεφάσισα την χήραν να συνδράμω.
Ναι, είπα, πρέπει να φερθώ και τώρα ως ιππότης,
ας μείνω ως παράδειγμα κι' εγώ ηρωισμού!
κι' αφού της χήρας έτυχε να ήμαι πατριώτης,
κι' ο έρως θύρα ας γενή του πατριωτισμού.
Είπα, και θεία έμπνευσις για στίχους μου κατέβη . . .
κι' ενώ σακκιά εζύγιζαν οι σύντροφοι μου όλοι,
κι' ο έμπορος εγύριζε παντού να με γυρεύη,
ακροστιχίδα έγραφα εγώ για τον Μανώλη.
Ε'·
Είδε η Ρώσσα τας πολλάς εκείνας διαχύσεις,
και την καρδιά της άρχισε η ζήλεια να κεντά,
και λέξεις εψιθύριζε θυμού κι' αγρίας λύσσης,
αν κατά τύχη μ' έβλεπε 'στη Συριανή κοντά.
Αλλά μια 'μέρα και αυτή αληθινά θυμόνει,
και μόλις εις το χέρι της εσίμωσα τα χείλη,
'ξετίναξε 'στη ράχη μου της σκούπας της τη σκόνη,
τουτέστι ευληπτότερον, μ' εξύλισεν η φίλη.
Εις την Ρωσσίαν 'διάβαζα, νομίζω, μια φορά,
πως τας κυρίας πάντοτε οι κύριοι κτυπούν,
κι' όταν μεγάλαι δέσποιναι ξυλίζωνται γερά,
σημαίνει πως οι κύριοι τας υπεραγαπούν.
Πώς η συνήθεια αυτή για 'με δεν εσεβάσθη;
γιατί εγώ να ξυλισθώ από γυναίκα μόνος;
εκείνος όπου αγαθός εκ φύσεως επλάσθη,
αποτελεί εξαίρεσιν του γενικού κανόνος.
Και δεν της έφθασε εμέ μονάχα να ξυλίση,
αλλά επιάσθη έξαφνα και με τη Συριανή . . .
ορμά κι' η χήρα με σκοπό να την καταξεσχίση,
κι' ετάραξε το μαγειριό αλλόκοτη σκηνή.
Ω! τι καλά να δέρνεται των γυναικών το φύλον!
και τι εξαίρετος τιμή να δέρνεται για 'μένα!
της ευγενούς των έριδος ήμουν εγώ το μήλον,
για 'με εξερριζώνοντο μαλλιά βοστρυχωμένα.
Με όσην λύσσαν μάχονται αλεκτρυόνων ζεύγη,
και καρτερούν οι θεαταί μετά παλμών και φρίκης
τις εκ των δυο νικητής αγέρωχος θα έβγη,
κι' ακούονται διθύραμβοι Πινδαρικοί της νίκης,
και αποσπούν οι όνυχες τεμάχια κρεάτων,
και χύνονται εγκέφαλοι, εντόσθια και μάτια,
κι' οι πολεμούντες κολυμβούν εις χείμαρρον αιμάτων,
ως να κοπή ο νικηθείς εις χίλια δυο κομμάτια,
με τόσην ώρμησαν κι' αυταί η μια κατά της άλλης,
της συμπλοκής των θεατής εγώ ευρέθην μόνος,
και με παλμούς επρόσμενα κατάπαυσιν της πάλης,
να 'δώ εις ποίαν θα δοθή το γέρας του αγώνος.
Η χήρα εις τα μάγουλα της Ρώσσας μου εμπήγει
τους σουβλερούς της όνυχας, κι' αυτή μ' αφρούς 'στο στό-
[μα
τους λεπτοτάτους ρώθωνας της Συριανής ανοίγει
τότε κι' η χήρα πιο πολύ αγρίεψε ακόμα,
και πιο σφικτά συμπλέκονται, κι' οι κόλποι των φουσκό-
[νουν
καθώς ο πόντος εις πνοάς ορμητικών κλυδώνων,
μ' αίμα θερμόν των παρειών τα ρόδα πορφυρόνουν,
και σχηματίζουν σύμπλεγμα μαχίμων Αμαζόνων.
Μ' οδόντας σχίζονται οξείς, και σπρώχνονται 'στους τοί-
[χους
η μια την άλλη μ' όλη της την δύναμι σκουντά·
τέλος η χήρα έσυρε της Ρώσσας τους βοστρύχους,
κι' η Ρώσσα μ' ένα μούγκρισμα 'στο πάτωμα βροντά.
Η χήρα εθριάμβευσε, η Ρώσσα ενικήθη,
και κατά γης εκοίτετο ως μαραμμένον κρίνον
η τροπαιούχος Συριανή κι' εμέ εξεδικήθη,
κι' ετίμησε εις την Αζόφ το έθνος των Ελλήνων.
Όπου Ελλάς, εκεί ισχύς και πυραμίδες νίκης,
Έλλην να ήσαι, και παντού θα έβγης νικητής…
ω Δόξα, μόνον εις εμάς τους Έλληνας ανήκεις,
και εις τα ξένα χώματα ποτέ σου δεν πατείς.
Η φήμη μυριόστομος σαλπίζει δυνατά
τον θρίαμβον της Συριανής εις της Αζόφ την κώμην,
και ήρχισαν τα σχόλια και τόσα χωρατά,
και ο καθείς επρότεινε και την σοφήν του γνώμην.
Κ' εγώ με φόβο έλεγα πως κάτι θα μου γίνη,
πως τώρα πια ο έμπορος καλά θα μου της βρέξη,
μα πάλι — τι υπομονή και πόση καλοσύνη! —
τα τρόπαιά μου έμαθε, και δεν μου είπε λέξι.
ΣΤ'·
Και από τότε άφησα τας νύμφας της κουζίνας,
κι' η Ρώσσα δεν μου ήρεσε, αλλ' ούτε και η χήρα·
εζήτησα ρωμαντικάς να εύρω δεσποσύνας,
παρθένα δάση, ρεμβασμούς, χειρόκτια και μύρα.
Ήτο καιρός να αναβώ και 'λίγο υψηλά,
να αποπλύνω έπρεπε του μαγειριού τους ρύπους,
καιρός να ψαύσω δάκτυλα παρθένου ροδαλά,
κι' εις μυροβόλα δώματα να έμβω και εις κήπους.
Και έτυχες 'στον δρόμον μου, εσύ, ξανθή μου Βέρα,
συ έγινες το ίνδαλμα των τόσων μου ονείρων,
και άμα 'στο παράθυρο σε είδα μια ημέρα,
Τότε κι' εγώ εζήλευσα την λάμψιν των ταλλήρων.
Μ' εφαίνεσο ως όασις εν μέσω της ερήμου,
συ ήσουν μόνο στόλισμα 'στην ασχημιά της κώμης,
κι' από μακρηά μ' εμάγευες, κι' ετρύφα η ψυχή μου
'στους θησαυρούς του κάλλους σου και της χρυσής σου
[κόμης.
Και συ καθώς μ' αντίκρυζες από το παραθύρι,
με ελαφρό χαμόγελο εχώριζες το στόμα,
και το παιδί της Κύπριδος κατέβαινε να σπείρη
την ραδινήν του άνοιξιν 'στο κάτασπρό σου χρώμα.
Εάν σας φαίνεται αυτή η φράσις τολμηρά,
σκεφθήτε πως η ποίησις τα πάντα επιτρέπει·
και από άλλον ποιητήν εγράφη μια φορά:
«ο έρως σπείρει άνεμον και τρικυμίας δρέπει.»
Πλην τι μ' ωφέλει, Βέρα μου, ο άπειρος σου έρως;
τι μ' ωφελούσαν στεναγμοί και βλέμματα γλυκά,
αφού εγώ ο αμαθής, κι' αν εγινόμουν γέρος,
ποτέ δεν θα κατώρθωνα να μάθω Ρωσσικά;
Ω! αν εις την μαγείρισσα δεν μ' έμελε για γλώσσα,
για 'σένα ελαχτάριζα τα Ρούσσικα να ξέρω . . .
μ' αισθήματα το στήθος μου να ξεχειλίζη τόσα,
και ούτε λέξι να 'μπορώ αγάπης να προφέρω;
Πώς να μην ήναι, έλεγα, όλη η γη Ελλάς;
ή καν εγώ να ήξευρα όλας της γης τας γλώσσας,
τι κατακτήσεις καρδιών θα έκαμνα πολλάς,
τι Ρούσσικα αισθήματα θα έλεγα της Ρώσσας!
Τι ωφελεί να σ' αγαπά Κνιδία Αφροδίτη,
και άφωνος ο έρως της να ήναι και κουφός; . . .
κι' εγώ της Βέρας έβλεπα από μακρηά το σπήτι,
και με του παραθύρου της ερέμβαζα το φως,
καθώς και ένας Ισπανός ανώνυμος ιππότης,
όπου ηγάπα εμμανώς παρθένον Ισπανίδα,
τριάντα χρόνους έστεκε εις το παράθυρο της,
και έβλεπε τον ίσκιο της από την χαραμίδα,
Κι' εκείνος απαράλλακτος θα ήτο σαν κι' εμένα,
κι' εκείνος δεν θα 'μίλησε της φίλης του ποτέ . . .
θα ήναι νόμος, φαίνεται, να τάχουν σαν χαμένα
αυτοί οι Ερωτόκριτοι καθώς κι' οι ποιηταί.
Κατάμονος ως ασκητής εις σκότη επλανώμην,
κι' ωμοίαζα ως φάντασμα, ως Κέρβερος φρικτός,
μ' εκείνην την ποιητικήν και άφθονόν μου κόμην,
σκοτεινοτέραν και αυτού του πέπλου της νυκτός.
Ο δυστυχής! . . . ακούρευτος αφήκα την πατρίδα,
και δεν υπήρχε πουθενά εις την Αζόφ κουρείον,
ένας και μόνος έτρεχε με μια χονδροψαλλίδα,
και μες 'στους δρόμους το τυχόν εκούρευε κρανίον.
Κι' εγώ ποτέ δεν ήθελα να κύψω τον αυχένα
εις ένα τέτοιο βάναυσο και άτεχνο ψαλλίδι,
κι' εφούντωνε της κεφαλής το δάσος ολοένα,
και ήτο μόνος πλούτος μου η κόμη και στολίδι.
Πόσην κι' η κόμη καλλονήν 'στην ποίησιν προσθέτει!
με τι ρωμαντικότητα το μέτωπον λαμπρύνει!
επάνω εις τους ώμους μου απλώνετο ως χαίτη,
κι' εχώρει όλων των Μουσών κρησφύγετον να γίνη.
Κι' ενόμιζα πως έβλεπα ωραίας κόρης φάσμα
από 'ψηλό παράθυρο να κατεβαίνη κάτω·
δεν ήτο τίποτε, ψευδές της φαντασίας πλάσμα . . .
ύπνον βαθύν η Βέρα μου ησύχως εκοιμάτο,
Και να μην ξέρω ένα καν τραγούδι Ρωσσικό,
να ξιππασθή 'στον ύπνο της με ήχους πατινάδας,
και με αφρώδες ένδυμα να έβγη νυκτικό,
καθώς εκείνας τας λευκάς των μύθων Ναϊάδας;
Ω! ναι! τραγούδια έπρεπε να μάθω Ρωσσικά
και με θυσίαν του λεπτού εις τόνους λάρυγγός μου,
ο έρως μου εις κύματα να τρέξη μουσικά,
να μ' εννοήση ο ξανθός εκείνος άγγελος μου.
Και τι χαρά! . . . 'συνείθισε τ' αυτί με τον καιρό,
και Ρώσσος έγινα Ορφεύς και όλος αρμονία…
μη τούτο το κατόρθωμα θαρρήτε σοβαρό,
τα πάντα κατεργάζεται ο έρως κι' η πενία.
Ω! πώς ποτέ δεν λησμονώ εκείνη την βραδηά,
που 'πέταξα 'στης Βέρας μου να κάμω πατινάδα!
εσκίρτα από έρωτα η νέα μου καρδιά,
και με Σειρήνος άρχισα να κελαϊδώ γλυκάδα.
πλην τίποτε, ούτε φωνή, ούτε της Βέρας φάσμα,
κι' είδα την στέγην έρημον παντού και σκοτεινήν…
ω! αν εξύπνα η Ρωσσίς μ' εκείνο μου το άσμα,
θα έπιπτε λιπόθυμος από την ηδονήν.
Γιατί δεν εφωτίζετο της Βέρας μου το δώμα;
πώς της γλυκείας μου φωνής δεν ήκουε τους ήχους;
ίσως κοιμάται, έλεγα, 'στο απαλό της στρώμα,
κι' εκτύπων οι οδόντες μου εξ έρωτος και ψύχους.
Και έψαλλαν και έψαλλαν τα χείλη μου τα κρύα,
κι' εχάνοντο εις το κενόν οι φλογεροί μου πόθοι,
ως ότου πια του τραγουδιού η τόση αρμονία
εκόλλησε 'στο στόμα μου και απεκρυσταλλώθη.
Ακόμη επερίμενα, μα θόρυβος κανείς,
και έσβυνε 'στον ουρανό το ύστερο αστέρι,
και γύρω γύρω έβλεπα ωσάν μονομανής . . .
τι αναμνήσεις αλγεινάς αυτή η νυξ με φέρει!
Το άρμα ακτινοβολεί του Φοίβου 'στον αιθέρα,
κι' ακόμη το παράθυρο εκείνο δεν ανοίγει . . .
ω συμφορά ανέλπιστος! . . . η λατρευτή μου Βέρα
είχε προ δύο ημερών εις την Ροστόβην φύγει!
Ζ'
Ναι, έφυγες, ερατεινή και εξαισία κόρη,
και μ' άφησες ενθύμησιν καταρροήν της μύτης·
πόσα καλά, αν έμενε, θα με εφιλοδώρει!
και ίσως μ' επεσκέπτετο κι' ο Ρούσσικος πλευρίτης.
Για σε ακόμη έχασκα εις της Αζόφ την κώμην,
κι' όχι μ' ελπίδα πως 'μπορώ εκεί να θησαυρίσω …
αν δεν σ' εξύμνησα ποτέ, ω Βέρα μου, συγγνώμην
έπρεπε πριν για Ρούσσικα τραγούδια να φροντίσω.
Ας έμενες εις την Αζόφ κι' ας είχα και συνάχι,
κι' ως Κάιν ας 'τουρτούριζα εις παγετών στιβάδας·
συ, Βέρα, ήσουν έμπνευσις, συ Μούσα μου μονάχη,
και την φυγήν σου έκλαυσα με Ιερεμιάδας.
Και ήκουα των ποιητών και πάλιν τας φωνάς:
«Πώς τον καιρό σου, μ' έλεγαν, εδώ αδίκως χάνεις;
τι κάθεσαι, ταλαίπωρε, κι' αέρα κοπανάς;
συ εγεννήθης ποιητής, για έμπορος δεν κάνεις.
Σκέψου ο χρόνος πως περνά και ο χειμών πλακόνει.
θα 'δής τ' αμάξια να κυλούν απάνω 'στο ποτάμι,
σπήτια, κοιλάδες και βουνά θα σκεπασθούν με χιόνι,
και συ εις το ξεπάγιασμα θα τρέμης σαν καλάμι.
Και αν με γούναις τυλιχθής, 'στους πάγους δεν θανθέξης,
και ίσως την απώλειαν της μύτης σου θρηνήσης·
με δάκρυ την ανάμνησιν των Αθηνών θα βρέξης,
και — ποία φρίκη! — αν εδώ τα κόκκαλα αφήσης.
«Θυμήσου εις την Αττικήν ο ήλιος πώς λάμπει,
πώς μ' αιωνίαν άνοιξιν η φύσις λουλουδίζει,
πώς πρασινίζουν τα βουνά τριγύρω της κι' οι κάμποι…
καίει ο ήλιος εκεί, όταν εδώ χιονίζη.
Χαιρέτησε τον έμπορον, χαιρέτησε τους χοίρους,
και πέταξε επί πτερών ανέμου 'στην Ελλάδα,
να βλέπης πάντα ουρανόν με κυανούς σαπφείρους,
και να σφαλούν τα μάτια σου απ' την πολλή 'λιακάδα.
Εις τα Χαυτεία του καφφέ το νέκταρ να ροφάς,
να σε ευφραίνη θόρυβος του ναργιλέ γλυκύς,
να τεττιγίζης εις χορούς και συναναστροφάς,
να λέγης και την γνώμην σου περί πολιτικής».
Κάθε στιγμή οι ποιηταί μου έβαζαν φιτύλια,
δεν ήθελαν οι φθονεροί ομογενής να γίνω·
κι' εμένα πολύ εύκολα μ' ανάβαν τα καντύλια,
και εις τας αποφάσεις μου καθόλου δεν βραδύνω.
Ω πλούτε, σ' αποστρέφομαι. . . γιατί λοιπόν να κλαίω;
γιατί 'στα ξένα έρημος τους πόνους μου να πνίγω;
γιατί εις την ατμόσφαιραν των χοίρων ν' αναπνέω;
αφού κι' η Βέρα έφυγε, κι' εγώ λοιπόν ας φύγω.
Εκεί εις τας Αθήνας μου θα εύρω την γαλήνην,
ας ρίξω πέτρα 'πίσω μου χωρίς αναβολήν . . .
είπα και του εμπόρου μου την σκέψιν μου εκείνην,
κι' εκείνος μ' ενθουσιασμόν την ήκουσε πολύν.
Κι' αμέσως από στόματος εις στόμα εσαλπίσθη
του πασιγνώστου ποιητού η μέλλουσα φυγή,
κι' εις πένθος και κατήφειαν η κώμη εβυθίσθη,
ωσάν να την εμάστιζε του Φαραώ πληγή.
Καλέ θα φύγη, έλεγαν, ο ποιητής αλήθεια;
θα φύγη ο Μπερτόδουλος και ο Ανεμοκτύπης,
οπού μας διεσκέδαζε με τόσα παραμύθια;
και μόνο που δεν έκλαιαν εκ της πολλής των λύπης.
Και άμα πια εσήμανε του χωρισμού η ώρα,
εκλείδωσαν τ' αμπάρια των και Έλληνες και Ρώσσοι,
και όλη με συνώδευσε ως το γιαλό η χώρα,
και χοίροι ηκουλούθησαν προς χάριν μου καμπόσοι.
Και αν πασών των Ρωσσιών ο Αυτοκράτωρ ήμην,
ποτέ δεν θα μ' εγίνετο μια τέτοια τελετή·
όταν κανένας αποκτά την ιδικήν μου φήμην,
και Τσάρους εις την δόξαν του υποτελείς κρατεί.
Πηδώ 'στη βάρκα γελαστός. . . τι χαλασμός και κρότοι!
από ουρά και ορυγμούς ο ποταμός αντήχει·
τόσην βοήν κι' αλαλαγμόν δεν θάκαμαν κι' οι Σκώτοι,
οπόταν του Τελ - Ελ - Κιμπίρ ανέβησαν τα τείχη.
Κι' εγώ εν μέσω μυκηθμών και κτύπων παραφόρων
επέβην πλοίου Ρωσσικού με τόσας συγκινήσεις,
και έφυγα καθώς ο Λωτ τας φλόγας των Γομόρων,
χωρίς καν χαίρε ύστατον να 'πω της μαγειρίσσης.
Η'.
Και τώρα δεν προσμένετε βεβαίως να σας 'πώ
τα όσα 'στο ταξείδι μου ετράβηξα και είδα,
ούτ' έχω, όπως μερικοί φιλόδοξοι, σκοπό
να ξεφυλλίσω κάθε μια του βίου μου σελίδα.
Αυτός, που επιτάφιον ποτέ θα μ' εκφωνήση,
τας φάσεις όλας ας ειπή ζωής ευτυχισμένης
αλλά ποτέ δεν θα δεχθώ να με βιογραφήση
εις την &Ποικίλην& του &Στοάν& ο κύριος Αρσένης.
Εγώ μονάχα θα σας 'πω πως ήλθα 'στην Αθήνα
ξεσκούφωτος … πιστεύσετε πως δεν σας λέγω ψεύμα·
την ώρα όπου έψαλλα στροφάς 'στην Σαλαμίνα,
επήρε το καπέλο μου σφοδρόν αέρος ρεύμα.
'Στην τόσην ευτυχίαν μου εβάρυνε κι' εκείνο,
και το πατρώον έδαφος ξεσκούφωτος 'φιλούσα . . .
αν ήλθα Πτωχοπρόδρομος, κι' αν τέτοιος απομείνω,
ας όψεται ο κύριος Απόλλων και η Μούσα.
ΔΥΟ ΨΥΧΑΙΣ
'Στον τόπο του κοινού Καθαρτηρίου
εμάλλωναν με πείσμα μια ημέρα
μία ψυχή πτωχού και μια πλουσίου
κι' ο κόσμος εχαλούσε εκεί πέρα.
Και είπε η πτωχή εις την πλουσία:
«Παράδεισο ποτέ σου μην ελπίσης,
κι' αν έως την δευτέρα παρουσία
εδώ 'στο Πουργατόριο σαπίσης,
«Καλά να παστρευθής δεν θα 'μπορέσης
απ' όλα της ζωής σου τ' αμαρτήματα·
θα κολασθής, 'στα Τάρταρα θα πέσης,
εδώ δεν έχουν πέρασι τα χρήματα.»
Και είπε η πλουσία 'στην πτωχή:
« Αν κι' ήναι απρεπές να σ' απαντήσω,
αφού δεν είσαι άρχοντος ψυχή,
αλλά με αναγκάζεις να 'μιλήσω.
« Και πώς εσύ πιστεύεις πως θα πας
'στου Αβραάμ τους κόλπους να το στρώσης,
αφού δεν σ' εμνημόνευσε παπάς,
γιατί λεπτό δεν έχεις να του δώσης;
«Πού κόλλυβα για σένα και παπάδες;
πού είναι προσφοραίς και θυμιάματα,
πολύφωτοι λαμπτήρες και λαμπάδες,
ευχαίς και λειτουργίαις και τρεχάματα;
« Εμένα κάθε 'λίγο θα με ψάλλη
όχι παπάς, αλλά Μητροπολίτης·
κι' όποιος φορεί την μίτρα 'στο κεφάλι,
είναι του Πλάστου άμεσος μεσίτης.
« Όσο σε μνημονεύει πιο τρανός,
τόσο και η ψυχή σου ελαφρόνει,
και τόσο της Εδέμ ο ουρανός
σιγά σιγά για σένα χαμηλόνει.
«Σε ψάλλει Πατριάρχης;. . . ολοΐσα
θα τρέξης εις τας χώρας των μακάρων,
κι' αν προτιμάς εσύ την μαύρη πίσσα,
οι άγγελοι σε πέρνουν άρον άρον.
«Γι' αυτά και άλλα βέβαια ελπίζω
το έλεος του Πλάστου και τη χάρι,
ενώ για σε, πτωχέ, στοιχηματίζω
πως ούτ' ο Σατανάς δεν θα σε πάρη.»
ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ
Α’.
Επίστευα ως τώρα πως στίχους βγάζω μόνο,
αλλά ποτέ δεν μ' ήλθε ιδέα 'στο κεφάλι
πως ειμπορώ κι' ανθρώπους να κάμω όπως άλλοι…
Τι θαύματα αρχίζω κι' εγώ να κατορθώνω!
Και άμα εις τον κόσμο εβγήκε το μωρό,
εφώναξα απάνω εις την συγκίνησίν μου:
Κι' εγώ λοιπόν, ω Πλάστα, να πλάσω ειμπορώ
ανθρώπους κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσίν μου;
Σαν να μη φθάνη τόση Ελλήνων πλησμονή,
ιδού! και άλλος Έλλην γεννάται από 'μένα…
καλέ αυτός ο κόσμος τι έχει να γενή,
εάν καρπούς ο έρως παράγη ολοένα;
Ευθύς 'στο μοναστήρι σεις, νέαι δεσποσύναι,
ας μην αυξάνη πλέον αυτή η ανθρωπότης·
μα και 'στα μοναστήρια νομίζω ότι είναι
προς βλάστησιν ανθρώπων μεγάλη γονιμότης.
Λοιπόν πού να σας στείλω;… όπου και αν κλεισθήτε,
ο παντεπόπτης έρως θα έρχεται κρυφά,
παντού καρπούς γενναίους και αύξησιν θα' δήτε,
κι' εις έμψυχα ο έρως και άψυχα τρυφά.
Β'.
Ω τέκνον μου, του είπα, οπόταν μεγαλώσης,
τα έργα του πατρός σου ποτέ μη μιμηθής,
αν θέλης την ζωήν σου με λούλουδα να στρώσης,
κι' ως άλλη εκλαμπρότης και συ να τιμηθής.
Η γλώσσα σου για όλους να στάζη πάντα μέλι, τα κράσπεδα των τόσων κυρίων να φιλής, ποιοί κλέβουν, ποιοί δεν κλέβουν, γι' αυτό να μη σε μέ- [λη, ολίγα να ακούης, πολλά να ομιλής.
Κι' αν θέλης την ζωήν σου, υιέ μου, ν' ασφαλίσης.
'στη μέση σου το ξίφος να ζώσης σε προτρέπω·
σε βεβαιώ ποτέ σου πως δεν θα πολεμήσης,
και πώς θα καμαρώνω κι' εγώ που θα σε βλέπω!
Όλων τας γνώμας λέγε σπουδαίας και σοφάς,
την προσωπίδα σχίζε παντού της αρετής,
κι' αν θέλης του μπαμπά σου το ξύλο να μη φας,
ποτέ μη σου καπνίση να γίνης ποιητής.
Μα όλ' αυτά που είπα επήγαν 'στα χαμένα·
το πλάσμα μου ανήκεν εις το ωραίον φύλον . . .
Ω κόρη μου, και τώρα τι να ειπώ για σένα;
σ' εύχομαι πλούτον κάλλους κι' εκατοντάδα φίλων.
Βεβαίως θα μαντεύης πως δεν θα σε προικίσω,
μαντεύεις ο μπαμπάς σου πως είναι ποιητής,
και στίχους ποιος θα θέλη γαμβρός να του μετρήσω,
και μάλιστα αν τύχη κομψός υφηγητής;
Εις τους κυρίους γέλα με βλέμματα γλυκά,
μήπως γελάσης κάποιον, μονάκριβη μου κόρη,
ούτε στιγμή μη λείπης απ' τα εμπορικά,
κλέβε και κάπου κάπου κανέν επανωφόρι.
Κι' είθε και συ εν μέσω των άλλων δεσποινίδων
ν' αστράπτης μια ημέρα εις όλους τους χορούς,
να γίνεσαι το θέμα και συ εφημερίδων,
και να στριφογυρίζης εις ευγενών σωρούς.
Γ'.
Έλα, καλή μου κόρη, και μες 'στην αγκαλιά μου,
τα, πρώτα σου τα χάδια εγώ ας τάχω όλα·
ω! τράβα μου τα γένεια και σέρνε τα μαλλιά μου,
και κάμε με να χαίρω, μικρούλα μου μαργιόλα.
Πώς την καρδιά μ' ανοίγει το γέλοιο του παιδιού μου,
και της ζωής ξεχάνω την πίκρα και τον πόνο!
να μου γελά το βλέπω και λέγω μες 'στον νου μου:
πώς έτσι να γελούμε 'στα πρώτα χρόνια μόνο;
Ω! πώς σε καμαρόνω, γιατί δεν αμφιβάλλω πως θα φανής 'δικό μου εις όποιον κι' αν σε 'δή..· και τώρα θεωρείται κατόρθωμα μεγάλο νάχη κανείς 'δικό του μονάκριβο παιδί.
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Να ζη κάνεις ή να μη ζη; ο Σαίξπηρ ερωτά· λοιπόν to be or not to be; κι' εγώ τον ερωτώ· δεν μου αρέσει τίποτε κι' από τα δυο αυτά, κακό ψυχρό μου φαίνεται κι' εκείνο και αυτό. Είναι, μη είναι; σας 'ρωτώ . . . ήγουν εν άλλοις λόγοις, να ομιλής, να μη 'μιλής; να τρώγης, να μην τρώγης;
Να ζης! τουτέστι να γελάς, να κλαις, να φλυαρής, να ήσαι λόγιος, κλητήρ, κτηνίατρος, παπάς, για μια δραχμή να κόβεσαι και να δικηγορής, και νηστικός των υπουργών της πόρταις να κτυπάς. Να κάνης και συνδυασμό με τον Κατσικαπή, και για του έθνους να 'μιλής την τόση προκοπή!
Τι κόσμος αποτρόπαιος! . . κανείς καλά δεν ξέρει γιατί κοιμάται και ξυπνά, γιατί γελά και χαίρει σε κάθε αλλαγή καιρού . . . ψέμμα και πλάνη τα κακά, καθώς και τα καλά, ο άνθρωπος τον άνθρωπον αιώνια γελά, και ζούμε έτσι κουτουρού.
Ω! να! μια μυίγα κάθεται εις τη χυτή μου μύτη. . . σε τίνων μύτες αρά γε ως τώρα να επήγες; λοιπόν κι' η μυίγα του Θεού το πάνσοφον κηρύττει; δεν φθάνει όπου ζω εγώ, αλλά να ζουν κι' η μυίγες; Ποιος ξέρει τούτη τη στιγμή, που τόσας σκέψεις κάνω, αν και αυτή φιλοσοφή 'στη μύτη μου επάνω!
Αυτός μετρά 'στα δάκτυλα τ' αστέρια τουρανού, εκείνος με τα έντερα λεπτολογεί των ψύλλων, κι' άλλος σκοτίζει και χαλά τον έξοχο του νου, να μας ειπή οι άγγελοι σε ποιο ανήκουν φύλον. Πλην δεν μας είπε ο σοφός ακόμη πώς τους θέλει· μα κι' αρσενικοθήλυκοι αν ήναι, τι μας μέλει;
Τι κόσμος ακατάστατος, ανούσιος, μωρός! ως πότε ο αθάνατος με τους θνητούς θα παίζη; αλλά ενώ φιλοσοφώ για όλα σοβαρός, φωνάζει η κυρία μου: «Ορίστε 'στο τραπέζι.» Λοιπόν και πάλι την κοιλιά ανάγκη να γεμίσω; Ω! βάστα με, γυναίκα μου, να μην αυτοκτονήσω.
θα φάγω πάλι, θα μασσώ, θα ξεροκαταπίνω . . . Ούτε μια 'μέρα νηστικός να μη 'μπορώ να μείνω; Τι σιχαμένα φαγητά! Να σπάσω όλα μ' έρχεται του τραπεζιού τα πιάτα, μα πάλι λέγω μόνος μου: « Ω χέρι μου, σταμάτα, κι' ας λείψουν τέτοια χωρατά.»
Έφαγα, δόξα τω θεώ, και τώρα ας φουμάρω, κι' ας έβγω τον αέρα μου 'στο Σύνταγμα να πάρω . . . Ω! Ω! τι κόσμος σοβαρός! Ο ένας κι' άλλος με γελά, κι' εγώ μ' αυτούς γελώ, ψέμματα όλοι μου πουλούν, και ψέμματα πουλώ, κι' έτσι διαβαίνει ο καιρός.
Πάλι 'στο σπήτι μου γυρνώ, ζεσταίνομαι, κρυόνω, και πάλι με χασμήματα 'στο στρώμα μου 'ξαπλόνω, κι' αρχίζω το ρουχαλητό .. . Ω! η ζωή κατάντησε μαρτύριο για 'μένα, έγινα Χάμλετ, όλα πια τα 'βρίσκω σιχαμένα, και μόνο θάνατον ζητώ.
Μα πάλι να μη ζη κανείς, ποτέ να μην πεινά, και άσπλαγχνα να τρώγεται υπό την κρύαν πλάκα, να μη γνωρίζη τις και πώς το έθνος κυβερνά, και ποιος θα έλθη βουλευτής από την Καλαμπάκα; Εν όσω είσαι ζωντανός, ναι μεν θα υποφέρης, μα της ζωής την ανοστιά τουλάχιστον την ξέρεις.
Άλλ' όταν πέσης μια φορά αναίσθητος 'στο χώμα και απομείνης σκέλεθρο, ω! τότε θ' αγνοής το τι αξίζει η ζωή κι' ο θάνατος ακόμα, κι' αν ήναι προτιμότερος ο τάφος της ζωής. Ω! τι φρικώδης ύπαρξις! τι χάρος σκοτεινός! κι' αποθαμμένος μαρτυρείς καθώς και ζωντανός.
Να ζη κανείς ή να μη ζη; ο Σαίξπηρ ερωτά· λοιπόν to be or not to be; κι' εγώ τον ερωτώ· δεν μου αρέσει τίποτε κι' από τα δυο αυτά, κακό ψυχρό μου φαίνεται κι' εκείνο και αυτό. Μα η φιλοσοφία μου κατήφορο επήρε και . . . γαίαν έχεις ελαφράν, συνάδελφε Σαιξπήρε
ΣΤΟ ΦΑΛΗΡΟ
Ω! Φάληρο μου χαριτωμένο,
και συ πώς ήσουν εις άλλα χρόνια
'φτηνό ακόμη και ξεπεσμένο,
χωρίς πλουσίους, χωρίς σαλόνια.
Δεν είχες τότε καμμία χάρι,
δεν είχες λούσα αρχοντικά,
εφωτιζόσουν με το φεγγάρι,
κι' όχι με φώτα ηλεκτρικά.
Πώς ήσαν όλα απλά και σκέτα!
ούτ' η Αυλή μας ποτέ σ' ετίμα,
Λασσάλ δεν είχες και οπερέτα . . .
για μουσική μας ήτο το κύμα.
Τι ησυχία και τι ψαράδες!
κ' ήμουν ακόμη παιδί τρελλό,
ήτο χαρά μου η αχιβάδες,
κι' επερπατούσα γιαλό γιαλό.
Κι' ήτον ο κόσμος απλούς, χωριάτης,
έτρωγ' επάνω 'στην αμμουδιά,
δεν ήτο διόλου αριστοκράτης,
αλλ' απαντούσες και μια καρδιά.
ΥΛΗ
Άρες μάρες πια, Μούσα, μην ψάλλης,
καιρός είναι τα μέτρα ν' αφήσης,
έλα γνώσι ολίγη να βάλλης,
και με κόσμο και ύλη να ζήσης.
Κύττα, Μούσα, τριγύρω παλάτια,
μα και πόσα ακόμη θα γίνουν!
όλοι άνοιξαν τώρα τα μάτια,
και οικόπεδα πέρνουν και δίνουν.
Κύττα, κύττα . . . κι' εδώ κι' εκεί πέρα
όλοι κτίζουν, και συ — συμφορά σου! —
κτίζεις σπήτια, μα πού; . . . 'στον αέρα·
αλλ' αυτά πάρτα συ, χάρισμά σου.
Κύττα έναν που πάει 'μπροστά. .
μήπως είναι κανείς τραπεζίτης;
κύτταξέ τον τι πόζα βαστά . . .
κι' όμως ξέρεις τι είναι; . . . μεσίτης.
Με αμάξι 'στους δρόμους γυρνά.
έως κάτω κι' αυτόν προσκυνούν,
με μεγάλους μεγάλος περνά
και καυχάται πως έχει και νουν.
Με μεσίτας γεμίζουν οι δρόμοι,
ποία φύσις τριγύρω πεζή!
Μα συ μόνο δεν νοιόθεις ακόμη,
πως με στίχους ο κόσμος δεν ζη;
Γιατί δίχως φροντίδα κοιμάσαι,
και για κλέφτες πεντάρα δεν δίνεις;
πιο καλά απ' αυτούς να φοβάσαι,
παρά 'ξένοιαστη τόσο να μείνης.
Εμπρός, Μούσα, βαπτίσου μεσίτρα,
καρακάξα, κυράτσα, γλωσσού,
οικοπέδων, σπητιών προξενήτρα,
για ν' ανέβης εις σφαίρας χρυσού.
Εμπρός, μέτρα και συ τα κουπόνια
και 'στο διάβολο στείλε το στίχο,
πριν σε πάρουν, καϋμένη, τα χρόνια,
και κτυπάς το ξερό σου 'στον τοίχο.
Πάψε, Μούσα, να ήσαι σκαρτάδα,
έλα 'λίγο και συ εις την πράξι·
συλλογίσου πως ζης 'στην Ελλάδα,
κι' εδώ είναι ποιος πρώτος θ' αρπάξη.
ΡΩΜΑΝΤΣΟ
Πετάξετε, ονείρατα των ποιητών τρελλά,
απάνω 'στης φτερούγες σας σηκώσετε κι' εμένα,
και φέρετέ με 'γρήγορα 'ψηλά, πολύ ψηλά,
ως ότου να μη βλέπω γη και άνθρωπο κανένα.
Ω! ας ιδώ αόρατα μυστηριώδη κάλλη,
ας με θαμβώνουν άγνωστοι εκστάσεις κι' οπτασίαι,
και έξαφνα ας χάνωνται η μια μετά την άλλη,
καθώς των πολικών χωρών αι φαντασμαγορίαι.
Ας μουρμουρίζη ελαφρά κρυστάλλινο νερό,
αρώματα και μουσική η αύρα ας μου φέρη,
κι' αλλόκοτα τριγύρω μου λουλούδια ας θωρώ,
όπου κανείς βοτανικός της γης να μην τα ξέρη.
Κρασί μοσχάτο ας πηδά εκεί όπου θα ψάλλω,
μα νάναι πιο καλλίτερο κι' από κρασί Μαδέρας·
να ήναι νέκταρ, ούτ' αυτό.. . να ήναι κάτι άλλο,
που ούτ' εδώ να πίνεται, αλλ' ούτε 'στους αστέρας.
Από παντού να λάμπουνε καθρέπτες μαγικοί,
και από μέσα άυλοι παρθένοι να περνούν,
από αυτάς που ύμνησαν και οι ρωμαντικοί,
που δεν εφάνησαν ποτέ, αλλ' ούτε θα φανούν.
Να ήναι κάτι πλάσματα αιθέρια, μυθώδη,
να ήναι όντα άγνωστα ενός αγνώστου κόσμου,
και μόλις εις το χέρι των εγγίζω ή το πόδι,
με αστραπής ταχύτητα να φεύγουν απ' εμπρός μου.
Δέντρα πυκνά κι' ανύπαρκτα να καταπρασινίζουν,
κι' αντί καρπών να κρέμωνται μετζήτια 'στα κλαδιά,
να τα κουνώ σιγά σιγά, οι κλώνοι να λυγίζουν,
και να κυλούν τα τάλληρα σε ανοικτή ποδιά.
Και με της δύο φούχτες μου να ρίχνω απ' αυτά
κι' εις τους απόρους Έλληνας καθώς κι' εις τους ευπό-
[ρους,
να παύσουν να σκοτώνωνται για, δυο ψωρολεφτά,
και του κυρίου Καλλιγά να δέχωνται τους φόρους.
Με άρματα Φαέθοντος να σχίζω τον αιθέρα,
ο νους μου να εξίσταται, ν' αλλοφρονή, να φρίττη,
και τέλος από τα 'ψηλά να πέσω μια ημέρα
σαν ένας αερόλιθος . . . μες 'στου Δρομοκαΐτη.