WeRead Powered by ReaderPub
Ποιήματα, Τόμος Δεύτερος, Ανέκδοτα cover

Ποιήματα, Τόμος Δεύτερος, Ανέκδοτα

Chapter 12: Η ΕΛΕΝΙΩ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The volume assembles short narrative and lyric poems that mix satire, ironic social observation, and playful lyricism. First-person pieces recount comic travel episodes, scenes among merchants and cooks, and encounters with love and desire, shifting between bawdy humor and wistful reflection. Narrative sketches portray local characters and domestic dilemmas, while epigrammatic passages distill quick witticisms and moral barbs. Imagery ranges from market and kitchen details to mythic and literary allusions, and the tone alternates between genial mockery and affectionate curiosity about everyday life.

Η ΕΛΕΝΙΩ

Η τρελλοκόρη Ελενιώ,
  της γειτονιάς της το καμάρι,
κλείνει το μάτι σ' ένα νειο,
  και σ' ένα γέρο ξεκουτιάρη.

Ο νειός της δείχνει αγκαλιά
  με ρόδα, νειάτα και γλυκάδες,
κι' ο γέρος κάτασπρα μαλλιά,
  μα και πολλούς πολλούς παράδες.

Κι' αυτή το νέο μια θωρεί,
  και μια το γέρο ξεκουτιάρη,
μα και τους δυο τους λαχταρεί,
  και θέλει και τους δυο να πάρη.

Κι' έτσι το γέρο μια φορά
  παντρεύεται η Ελενιώ·
πέρνει του γέρου τον παρά,
  μα δεν αφίνει και το νειο.

ΣΤΟΝ ΚΑΦΦΕ

Ω βαρύ γλυκέ καφφέ μου, και σαν ήμαι με παρέα, και σαν έχω μοναξιά, κάθε μια σου ρουφιξιά είναι μια 'ψηλή ιδέα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΓΕΡΟΥΣ

Όταν καμμιά γερόντισσα ή γέρος
  με άσπρα ρόδα γάμου στεφανώνεται,
'στη νυμφική παστάδα των ο έρως
  με τη σκιά του Χάρου ανταμόνεται.

Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ

Ενός σοφού δασκάλου η κυρά,
  που ήτο κι' από κόρη μαθημένη
εις έρωτας και χάδια τρυφερά,
  τα ήθελε και τώρα 'παντρεμμένη . . .
                        η καϋμένη!

Και του δασκάλου 'ζάλιζε τ' αυτιά
  για τα παιχνίδια, τούλεγε, πεθαίνω . . .
όμως αυτός, δεν ένοιωθε φωτιά,
  τα λεξικά τον είχαν κρυωμένο . . .
                   τον καϋμένο!

Δεν έβγαζ' ένα λόγο τρυφερό,
  τα ρήματα, αι πτώσεις και τα γένη
δεν τάφιναν για έρωτα καιρό,
  κι' εκείνη σπαρταρούσε λιγωμένη . . .
                        η καϋμένη!

Μα είδε δα κι' αυτή πως χωρατά
  σε δάσκαλο δεν πάνε σαστισμένο,
κι' έπαυσε χάδια πια να του ζητά,
  και μόνο του τον άφινε κλεισμένο . . .
                       τον καϋμένο!

Με τον καιρό φρονίμεψε πολύ,
  και ήσυχος ο δάσκαλος της μένει.
για έρωτας ποτέ δεν του 'μιλεί,
  και μόνη 'στον περίπατο πηγαίνει . . .
                         η καϋμένη!

Αλλά κανείς τα γέλοια δεν κρατεί
  σαν φαίνεται αυτός ο παντρεμμένος·
κι' αυτός, χωρίς να ξέρη το γιατί,
  γελά με τους πολλούς καμαρωμένος. . .
                        ο καϋμένος!

ΠΛΑΚΑ

Ω! χαίρετε, Πλακιώται, πανάρχαιοι ιππόται και Έλληνες σωστοί· ω! χαίρετε σεις μόνοι Κυδαθηναίων γόνοι και ευγενών βλαστοί.

Η Πλάκα πάλαι ήτον εστία των χαρίτων και των ευπατριδών· 'στην Πλάκα μόνον είναι αι αληθείς Αθήναι των Πεισιτρατιδών.

Εδώ η ανθηρότης, εδώ η κλασικότης των χρόνων των κλεινών· εδώ ο νους υψούται, κι' επάνω της ορθούται ο γίγας Παρθενών.

Σε κάποιο μονοπάτι θαρρώ πως του Σωκράτη υπήρχε η Σχολή .. . εδώ βεβαίως πάλαι Σχολαί θα ήσαν κι' άλλαι, και λόγιοι πολλοί.

Μα τώρα ποιος το ξέρει, αν των σοφών τα μέρη δεν ήναι καπηλειά, κι' οι βλάμηδες με γέλοια αδειάζουνε βαρέλια, και παίζουνε βιολιά;

Πνοαί &Χρυσών Αιώνων& φυσούν και Παρθενώνων εις όλαις της μεριαίς· αλλά μαζί μ' εκείναις μυρίζουν και ρετσίναις, κρασιά, μουσταλευριαίς.

Κι' αν Πήγασο ζητήση κάνεις για να πηδήση 'στης Μούσης το βουνό, σε σας και μόνο 'ξεύρει πως Πήγασο θα εύρη θρεμμένο και φτηνό.

Αν φράκα δεν φορήτε, αν τίτλους δεν κρατήτε λαμπράς καταγωγής· κι' αν για τιμή σας φθάνη πιστοί του Μακρυγιάννη να μένετ' εκλογείς,

Σεις είσθε &Φαναριώται&. . . κι' άλλος κανείς, Πλακιώται, δεν έχει τέτοια χάρι, αφού 'δικό σας μένει κι' αυτό του Διογένη το ξακουστό &Φανάρι&.

ΝΥΚΤΑ

Α'·

Μαύρη Νύκτα, φύγε . . . σε τρομάζω,
  δεν μ' αρέσει διόλου το σκοτάδι,
πάντα ήλιο θέλω να κυττάζω,
  πάντα 'μέρα νάναι, ποτέ βράδυ.

Όταν συ απλώνης τα φτερά,
  πιο πολύ ρεμβάζει ο καθείς,
πιο πολύ θρηνεί κι' η συμφορά,
  κι' είν' ο κόσμος γρίφος πιο βαθύς.

Πιο πολύ ο νους μας σκοτινιάζει,
  πιο βαρύ το έγκλημα γεννάται,
πιο πολύ ο χάρος μάς τρομάζει,
  πιο πολύ ο άρρωστος φοβάται.

Μα κι' οι τάφοι μένουν αδειανοί,
  κάθε μακαρίτης έξω βγαίνει..
άμα κοιμηθούν οι ζωντανοί,
  τότε εξυπνούν οι πεθαμμένοι.

Σιωπή και φρίκη βασιλεύει!
  τώρα κλαιν τους άνδρας των η χήραις,
κάθε λωποδύτης τώρα κλέβει,
  τώρα ρουχαλίζουν κι' οι κλητήρες.

Ω! πώς τρέμω τώρα και ριγώ
  έως εις τα βάθη των κοκκάλων …
τέτοια ώρα μόνος μου κι' εγώ
  σκέπτομαι και γράφω άλλ' άντ' άλλων.

Β'.

Μα κι' η Νύκτα έχει τα καλά της,
  κι' αυτή κρύβει θέλγητρα γλυκά
μας πλανούν τα τόσα όνειρά της,
  και κρεββάτια στρώνει νυμφικά.

Πόσοι να νυκτώση καρτερούν,
  να μεθύσουν μ' έρωτος φιλιά!
πόσαις νύφαις τώρα σπαρταρούν
  σε γαμβρών δροσάτη αγκαλιά!

'Στο σκοτάδι έρως μας καλεί,
  ουρανός και γη κρυφά φιλιούνται,
κι' αν πεθαίνουν τώρα πιο πολλοί,
  μα και πόσοι τώρα δεν γεννειούνται!

Παύει και ο κόπος κι' η δουλειά,
  παύουν τόσαι σκέψεις και φροντίδες,
πού και πού γαυγίζουν τα σκυλιά,
  δεν ακούς βοή κι' εφημερίδες.

Ησυχάζει τόνα κι' άλλο κόμμα,
  φλύαρος κανένας δεν 'μιλεί,
ο Μορφεύς βουβαίνει κάθε στόμα
  δεν συνεδριάζει κι' η βουλή.

Ω! με πόσα όνειρα τρελλά
  αρμενίζουν άπειροι θνητοί!
Πόσοι ζουν 'στον ύπνο πιο καλά,
  παρά όταν ήναι ξυπνητοί!

Μα κι' εμένα πόσα δεν γελούν!
  τι ονείρων κόσμος με μαγεύει
μα του κάκου. .. τι με ωφελούν,
  αφού ένα καν δεν αληθεύει;

Η ΓΛΩΣΣΟΥ

Ξέρω τα κρυφά κι' εκείνου
  και αυτού του σαλονιού.
και του κάθε καπελίνου
  και του κάθε φουστανιού.
Ξέρω τούτος ποια ζητεί,
  ξέρω τούτη ποιον γελά,
τίνος γάμος και γιατί
  έτσι έξαφνα χαλά.

Ξέρω πράγματα . .. πω! πω!
  που καθένας θα τρομάξη·
μα δεν θέλω να τα 'πω,
  ο θεός να με φυλάξη!

Ξέρω δα κι' αφεντικά
  της 'ψηλής κοκεταρίας,
που φιλούν τα δουλικά,
  για γεινάτι της κυρίας.

Αλλά ξέρω και κυράδες.
  που 'στο πείσμα του αφέντη
με κυρίους αμαξάδες
  πότε πότε κάνουν γλέντι.

Ξέρω πράγματα … πω! πω!
  που καθένας θα τρομάξη·
μα δεν θέλω να τα 'πω,
  ο θεός να με φυλάξη!

Ξέρω τούτο το αγόρι
  πως ενός μπαμπά δεν 'μοιάζει,
ποια μητέρα με την κόρη
  αγαπητικούς μοιράζει.
Ξέρω κάτι σπαθοφόροι
  με τι &Πουφ& περνούν της ώραις,
ποιοι πατέρες θεοφόροι
  ανατρέφουν ψυχοκόραις.

Ξέρω πράγματα .. . πω! πω!
  που καθένας θα τρομάξη·
μα δεν θέλω να τα 'πω,
  ο θεός να με φυλάξη!

Ξέρω όλη την Αθήνα,
  και τρυπόνω η μαργιόλα
'στο σαλόνι, 'στην κουζίνα,
  σ' όλους, σ' όλαις, και εις όλα,
για να μάθω κάθε σχέσι,
  κάθε μια ξετσιπωσιά,
αν και διόλου δεν μ' αρέση
  η πολλή κακογλωσσιά.

Ξέρω πράγματα . . . πω! πω!
  που καθένας θα τρομάξη·
μα δεν θέλω να τα 'πω,
  ο θεός να με φυλάξη!

ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑΝ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ

Συ της σοφίας η θεά, συ του Διός η κόρη, και της Ακαδημίας μας πολύτιμος στολή, ω! κτύπα την ασπίδα σου με το μακρύ σου δόρυ, κι' ο ήλιος 'στο χρυσάφι σου ας ακτινοβολή. Σε βλέπω και σε χαιρετώ, θεά χαριτωμένη, αν και κατάντησες και συ σαν όλα ξεπεσμένη.

Πέρασ' εκείνος ο καιρός, που έχαιρες τιμή,
  και έδεναν λουκάνικα 'στων σκύλων την ουρά·
τώρα σοφία μπόλικη πουλειέται σαν ψωμί
  και μέσα 'στο μπακάλικο του Παναγιωταρά.
Και 'στο καπέλο το 'ψηλό, καθώς και 'στο καστόρι
  σοφία κρύβεται βαθειά, του Εριγδούπου κόρη.

Πώς σε λυπούμαι, ω θεά!. . . σε τούτον τον αιώνα
  μου φαίνεσαι 'στην πίστι μου σαν την &κυρά Δασκάλα&,
κι' όταν σε βλέπω κάποτε 'ψηλά εις την κολώνα,
  δεν ξέρω πώς μου έρχεται να πάρω μία σκάλα,
ν' ανέβω εις το ύψος σου και να σε κατεβάσω,
  και το μακρύ κοντάρι σου απάνω σου να σπάσω.

Τι χάσκεις από τα 'ψηλά, γλαυκώπις, σαν ζευζέκα,
  και βλέπεις τον Απόλλωνα γυμνό από τα πλάγια;
Αν συ νομίζης πως περνάς για πάνσοφη γυναίκα,
  για 'μάς δεν είσαι τίποτα παρά μια κουκουβάγια.
Κι' αν εγγαστρώθη άλλοτε θεού μυαλό μ' εσένα,
  τώρα 'μπορεί να γεννηθής ακόμη κι' από μένα.

Αν δεν ακούεται φωνή μες 'στην Ακαδημία, αν μες 'σ' αυτή δεν έρχεται κανένας να διδάξη, ω! μη θαρρής πως έπεσε καμμιά επιδημία, ή πως μας έλειψαν σοφοί. .. πα! πα! θεός φυλάξοι! Εμείς για λούσο θέλουμε να ήναι 'στας Αθήνας, για λούσο μας την έκτισε κι' ο μακαρίτης Σίνας.

Αλλ' αν 'στ' Αναβρυτήριο ντελάληδες φωνάξουν:
  «Ποιος Έλλην θέλει να γενή Ακαδημαϊκός;»
ω! τότε όλ' οι Έλληνες εμπρός σου θα πετάξουν,
  και εις τας έδρας πόλεμος θ' ανάψη φονικός.
Κι' εγώ θα τρέξω, Αθηνά . . . παντού σοφίας γνώσις,
  κι' αν θέλης να σου δώσουμε, και όχι να μας δώσης.

Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ

Α'.

Αν και δεν πιστεύω πως θε να 'πεθάνω,
  αν και μες 'στο άνθος ήμαι της ζωής μου,
διαθήκη όμως σκέπτομαι να κάνω,
  για να μη με τύπτη η συνείδησίς μου.

Ποιος γνωρίζει τάχα τι του ξημερόνει!
  ενώ πας 'στο δρόμο 'ξένοιαστος . . . τι φρίκη!
άμαξα ή κάρο σε καταπλακόνει,
  κι' έτσι ξεμπερδεύεις δίχως διαθήκη.

Β'.

Πένα 'στη θανή μου ύμνους να μη γράψη,
  ούτε δάκρυ θέλω να χυθή κανένα,
κι' ούτ' αυτός ακόμη θέλω να με κλάψη,
  που ελπίζει ψήφο νάχη κι' από 'μένα.

Εις το Ουεστμίνστερ θέλω να με θάψουν,
  αλλ' αφού βεβαίως τούτο δεν θα γίνη,
όπου σας αρέσει, τάφο ας μου σκάψουν,
  κι' όλη μου η δόξα κτήμα σας ας μείνη

Γύρω μου να στέκουν μούτρα χαρωπά,
  όχι σκέπαις, μαύρα, και κραυγαί οδύνης,
να μην έλθη ράσο και για 'με παπά,
  κι' ούτ' ο Αναγνώστης της Αγιάς Ειρήνης.

Να με παν οι φίλοι έξω 'στα θυμάρια
  με κρασί και μπύρα όλοι των κουρούνα,
και αντί παπάδων θλιβερά τροπάρια
  την &Μασκότ& να ψάλλουν και την &Παπαρούνα&.

Κανείς φίλος λόγο να μη μ' απαγγείλη,
  κι' αν 'στο νου του τέτοιο έγκλημα περάση,
να τον σακατέψουν 'στης σβερκιαίς οι φίλοι,
  κι' είθε τη 'μιλιά του 'στη στιγμή να χάση.

Γ'.

Και τ' ακίνητά μου και τα κινητά
  τα χαρίζω όλα 'στην καλή πατρίδα,
όχι για να κάμη πόλεμο μ' αυτά,
  αλλά ν' αγοράση 'λίγη δαμαλίδα.

Τούτη μου την κόμη την ποιητική
  από τώρα δίνω για κληρονομιά
εις τον Λεονάρδο και εις τον Ψιακή . . .
  δεν θα 'βρούν βαμμένη ούτε τρίχα μια.

Τέλος το κεφάλι το ποιητικό
  'στους κρανιοσκόπους μποναμάς ας μένη,
να το ψάχνουν μέσα κι' έξω με φακό,
  για' να 'βρούν ποια βίδα είναι χαλασμένη.

ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΦΑΝΤΑΡΟΥ

Μες 'στο Παλάτι γίνεται χορός, κι' εγώ απ' έξω στέκομαι φρουρός.

Μια ώρα τριγυρίζω εδώ πέρα, κι' εγώ θαρρώ πως είμαι όλη 'μέρα.

Για σας οπού πηδάτε 'στο χορό, περνούνε και η ώραις 'στο φτερό.

Για το φτωχό φαντάρο που φυλάγει, θαρρείς πως και η ώρα 'πίσω 'πάγει.

'Στον πόλεμο να ήσαι και να κρυώνης, καθόλου δεν σε μέλει, δεν θυμόνεις.

Μα να χορεύη όλη η Ελλάς, και συ με τόσο κρύο να φυλάς;

Όρσε λοιπόν εις όλο το ντουνιά, τον άδικο, τον ψεύτη, το φονιά.

Άλλος να τρώη κόταις και καπόνια, και νάχη κάθε 'λίγο και γαλόνια,

Και άλλος μες 'στη νύκτα να παγώνη, χωρίς να πιή κρασί μισό &γαλόνι!&

Ας ήμουν δυνατός σαν τον Σαψώνα, ν' αγκάλιαζα εκείνη την κολώνα!

Να γκρεμισθούν κορώναις και παλάτια, κι' ευθύς ας εγινόμουνα κομμάτια.

Χορεύετε και πίνετε και τρώτε, κομψοί μου γαλονάδες και ιππόται.

Καθόλου τα καλά σας δεν ζηλεύω, και ούτε νύφαις πλούσιαις γυρεύω.

Εγώ μια μόνο έχω συλλογή, πότε θε να φωνάξω — Αλλ . . . αγή!

ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

Ελλάς πατρίς μου, δεν σ' αγαπώ,
  για σε δεν καίω κι' εγώ λιβάνι,
πάντα για σένα κακά θα 'πω,
  κι' ούτε σου πλέκω ποτέ στεφάνι.

Όμως συγχώρει τον μισητόν,
  πατρίς γλυκεία και τροφοδότις,
κι' εις τόσο πλήθος πατριωτών
  ας ήναι κι' ένας μη πατριώτης.

ΠΟΙΟΣ ΝΑΝΑΙ;

Τώρα κοντά ένας μακρύς και με 'ψηλό καπέλο με χαμογέλοιο με κυττά, κι' όπου με 'δη με χαιρετά, χωρίς εγώ να θέλω.

Ποιος νάναι; λέγω, και μ' αυτόν τη μνήμη μου σκοτίζω· και με κυττά και τον κυττώ, και χαιρετά και χαιρετώ, χωρίς να τον γνωρίζω.

Μην ήναι μύωψ· σαν κι' εμέ κι' ευρίσκεται σ' απάτη; μην ήμαστε συμμαθηταί; μήπως εφάγαμε ποτέ μαζί ψωμί κι' αλάτι;

Μου είπαν όμως απ' αυτόν πως χαιρετούνται κι' άλλοι· και αν κι' εμένα χαιρετά, κάλπη ο φίλος μελετά για &Δήμαρχος& να βάλλη.

Ο ΜΕΘΥΣΤΑΚΑΣ

Τα μάτια σας ανοίξετε, 'Στον τάφο να μη ρίξετε κι εμένα ζωντανό· γιατί κι' αν σας φανώ 'στ' αλήθεια πεθαμμένος, θα ήναι χωρατά. . . εγώ από πιοτά θα ήμαι . . .μεθυσμένος.

ΚΑΫΜΟΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΥ

Κι' εγώ για νύφη λαχταρώ, μα ναύρω νύφη δεν 'μπορώ του γούστου μου ακόμα.

Και δος του κι' αρχαιολογώ, κι' αρχαίαις νύφαις κυνηγώ, να εύρω μες 'το χώμα.

Μα τέτοιαις νύφαις δεν 'μιλούν, ούτε το μάτι μου σφαλούν, κι' ούτε γαμπρό γυρεύουν.

Αχ! τι τα θέλω όλ' αυτά τ' αγάλματα τα λατρευτά, αφού δεν ζωντανεύουν;

Ω! ας μπορούσε απ' αυταίς της νύφαις της καμαρωταίς καμμιά να ζωντανέψη!

Να παύσω ν' αρχαιολογώ. νύφη αυτή, γαμπρός εγώ . . . και ποιος δεν θα ζηλέψη;

Σαν την Γαλάτεια κι' αυτή να γίνη νύφη ζηλευτή, μα νάναι και με προίκα.

Κι' όλοι τη νύφη να κυττούν, και να μην παύουν να 'ρωτούν που διάβολο τη 'βρήκα!

Η ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ

Μπόι δυο πήχες, κόψι κακή, γένεια με τρίχες εδώ κι' εκεί

Κούτελο θείο
  'λίγο πλατύ,
τρανό σημείο
  του ποιητή.

Δυο μάτια μαύρα,
  χωρίς κακία,
γεμάτα λαύρα,
  μα και βλακεία.

Μακρύ ρουθούνι,
  πολύ σχιστό,
κι' ένα πηγούνι
  σαν το Χριστό.

Πηγάδι στόμα,
  μαλλιά χυτά . . .
γεμίζεις στρώμα
  μόνο μ' αυτά.

Μούρη αγρία
  και ζαρωμένη,
χλωμή και κρύα
  σαν πεθαμμένη

Χρώμα κανένα
  δεν της ταιριάζει
και ολοένα
  βαφή αλλάζει

Δόντια φαφούτη,
  όλο σχισμάδες,
ύφος τσιφούτη
  για μαστραπάδες.

ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΠΕΤΗΡΙΔΑ ΤΩΝ ΓΑΜΩΝ ΜΟΥ

Εμπρός, η λύρα σήμερα ας δώση και ας πάρη . . . σαν σήμερα, κυρία μου, μ' επήρες και σ' επήρα, σαν σήμερα εγίναμε αγαπητό ζευγάρι, κι' ενώθηκε η μοίρα σου με τη 'δική μου μοίρα. Σαν σήμερα ενοιώσαμε της αγκαλιάς της γλύκες, κι' ένας 'στον άλλον είπαμε: πού σ' ηύρα, πού με βρήκες!

Θυμάσαι; . . . τότε η Ελλάς για πόλεμο ελύσσα, από παντού μας ήρχοντο τορπιλλοφόρα σκάφη, αέρας τη σημαία μας πολεμικός εφύσα, και θούρια η ποίησις δεν έπαυε να γράφη. 'Σ' όλων το χέρι άρματα, 'σ' όλων τη ράχη βάρος, κι' ήμουν κι' εγώ επίστρατος, κι' ήμουν κι' εγώ φαντάρος.

Πόσαις φοραίς ακουμπιστός απάνω 'στο τουφέκι,
  ωσάν ακοίμητος φρουρός πολεμικής ειρήνης,
πότε 'μπροστά μου έβλεπα τον Πόλεμο να στέκη,
  και άλλοτε τον Έρωτα με πρόσωπο γαλήνης.

Ωνειρευόμουν αίματα, ωνειρευόμουν γάμους, κρεββάτια μες' στης λαγκαδιαίς και νυμφικούς θαλάμους.

Μα δίχως καν το χώμα μας να κηλιδώση αίμα, ειρήνης γλυκόχάραγμα 'στο έθνος μας εφάνη, και μόλις έβγαλα κι' εγώ το τουρκομάχον στέμμα, ευθύς εστεφανώθηκα με νυμφικό στεφάνι. Επέταξα τα όπλα μου, σπαθί, σκελέα, σάκκο, και σαν τρικούβερτος γαμπρός εφόρεσα το φράκο.

Θυμάσαι τότε τι χαρά!. .. αντί μαχών και κρότων το &Ησαΐα χόρευε&, κουφέτα και ραχάτι, αντί θουρίων φλογερών τραγούδια των ερώτων, κι' αντί φαράγγων και κρημνών ζεστό ζεστό κρεββάτι. Ω σύννεφα ροδόχρυσα παρθενικής ειρήνης! ω πούπουλα κι' αρώματα της μαλακής μου κλίνης!

Θυμάσαι τα παιχνίδια μας και της καρδιάς τους κτύπους! Θυμάσαι τι ξεφάντωμα και πόση φασαρία!… κι' εγώ του γάμου ακριβώς εφύλαξα τους τύπους, και μόνο που δεν 'πήγαμε κι' εμείς 'στην Εσπερία. Γλυκά γλυκά 'περάσαμε του μέλιτος τον μήνα στ' αγαπημένο σπήτι μας, 'στη γαλανή Αθήνα.

Σαν σήμερα, κυρία ρου, τελειόνει ένας χρόνος,
  κι' ακόμη μ' έρωτος θερμού πυρώνουμε ακτίνας,
κι' οι μήνες του καλοκαιριού κι' οι μήνες του χειμώνος
  για 'μάς καθώς του μέλιτος διαβαίνουνε τους μήνας.
Κι' έτσι, νομίζω, δείχνουμε 'στον κόσμο και 'στη φύσι,
  πως και ο γάμος δεν 'μπορεί τον έρωτα να σβύση,.

Και παντρεμμένος, έρωτα, για σε ας λαχταρώ . . . ω! αν μας έλειπε κι' αυτός ο γυιός της Αφροδίτης, και πάντοτε και μάλιστα σε τούτο τον καιρό, που πρέπει το ελάχιστον να ήσαι τραπεζίτης, γυναίκα δεν θα έβλεπαν 'στο μάτι των ποτέ οι αμελείς φιλόσοφοι καθώς κι' οι ποιηταί.

Ω! ναι, τρελλέ μου έρωτα, μαζί μας πάντα γλέντα, και διαδόχων γενεαί ας γίνουν δεκατρείς, και καίε μας, και σπρώχνε μας, και τόξευε, και κέντα … θέλει φαντάρους κι' από 'μάς η φίλη μας πατρίς. Εμπρός, και αν ασπρίσουνε τα μαύρα μας μαλλιά, βοήθα να περάσουμε κι' αυτόν τον βασιλιά.

ΕΙΣ ΧΑΡΤΟΠΑΙΚΤΗΝ

Δεν τούμεινε πιο άλλη καταντιά, μονάχα η γυναίκα του τού μένει· αλλά και πριν τη χάση 'στα χαρτιά, την έχει ο κακόμοιρος &χαμένη&.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟΝ ΜΟΥ

Έλα, εαυτέ μου, μια φορά και συ
  ώμορφη να εύρης τούτη μας τη σφαίρα·
κόσμοι εμπροστά σου ας φανούν χρυσοί,
  και αυτή τη νύκτα βλέπε για ημέρα.

Δες και συ τον κόσμο μια φορά καλό,
  μες 'στη μαύρη λύπη σκόρπισε χαρά,
ήσυχο εμπρός σου κύτταξε γιαλό,
  άνοιξι, λουλούδια, κι' όχι συμφορά.

Τους πενθίμους στίχους ξέσχισε και κάψε,
  άρχισε να πίνης κι' όλο να γελάς,
πετακτά τραγούδια και αλέγρα γράψε,
  πες και συ πως πάει πρίμα η Ελλάς.

Μ' ευτυχίαις όλων μάγευε τ' αυτιά …
  μη, καϋμένε, ήσαι τόσο σιχαμένος!
φθάνει κι' η μουρμούρα κι' η τσαναμπετιά,
  πέρασε μια ώρα ευχαριστημένος.

Πότε τέλος πάντων θε να ξεθυμάνης;
  πότε πια τη γρίνια θα την βαρεθής;
την ψυχρή σου γλώσσα πότε θα ζεστάνης;…
  Φα την επί τέλους, πριν να φαγωθής.

'ΣΤΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ ΜΟΥ

Εμπρός, πεζοί μου στίχοι, φανήτε τυπωμένοι,
  ας σας διαβάζουν όλοι και ας σας τραγουδούν . . .
αλλ' όμως ποιος γνωρίζει τι τύχη σας προσμένει,
  τι χέρια θα σας πιάσουν, τι μάτια θα σας 'δούν!

Εις ένα κι' άλλο μέρος με στόμφο θα σας κρίνουν,
  εδώ θα σας τρομάζουν, θα σας πετούν εκεί,
τι σχόλια και κρίσεις επάνω σας θα γίνουν,
  και τι δεν θα σας ψάλουν καμπόσοι κριτικοί.

Θα τους ακούς να λένε: — Τι ποίησις χυδαία!
  τι στίχοι τετριμμένοι! τι πνεύμα χλιαρό!
πού έξαρσις; πού μία πρωτότυπος ιδέα;
  τουλάχιστον να είχαν χαρτί γυαλιστερό! — .

Κι' ίσως για σας κανένας φιλάργυρος φανή,
  και καταθυμωμένος την ώρα βλασφημήση,
οπού συνδρομτής σας του ήλθε να γενή,
  και μ' όλη την καρδιά του τα φράγκα του θρηνήση.

Ίσως ποτέ κανένας πατέρας αυστηρός,
  αν πέσετε 'στα χέρια της κόρης του 'ντραπή,
κι' ευθύς σας παραδώση 'στας φλόγας του πυρός,
  και 'στη σεμνή του κόρη αυτά τα λόγια 'πή:

 — Και συ τους κακοήθεις διαβάζεις ποιητάς;
  'ντροπή αυτοί οι στίχοι ν' αρέσουν και 'στης κόραις·
κατάρα 'στων ακάκων ψυχών τους στρεβλωτάς!
  διαφθορά εις όλα. . . ô tempora! ô mores!

Αλλ' αν σας 'δή και δούλος κανένας του Υψίστου,
  πολύ φοβούμαι μήπως του φέρετε σπασμούς,
μη 'στην οργή σας στείλη του μαύρου Αντιχρίστου,
  κι' από το στόμα βγάλη βαρείς αφορισμούς.

Μα ίσως και κανένας γενναίος πατριώτης
  από θυμό αφρίση και σκούξη δυνατά:
 — Οποίος της πατρίδος ανίερος προδότης
  τα όσια του έθνους θαρρεί για χωρατά.

 — Τι άπατρις, τι κρύα, τι κομπορρήμων Μούσα!
  πώς βλέπουν ένα τέτοιον προδότην αναιδή;
δεν ψάλλει τα τσαπράζια, την λεβεντιά του Τούσα,
  το παν εξευτελίζει, τα πάντα παρωδεί. —

Αυτά θ' ακούτε κι' άλλα, ω στίχοι μου καϋμένοι. . .
  θα σας υμνή εκείνος, αυτός θα σας οικτείρη·
ίσως ποτέ η δόξα με άνθη θα σας ραίνη,
  μα ίσως και τυλίξουν με σας. . . τουλουμοτύρι.

ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
Εγώ — Εις Ρωσσίαν……………………………… Σελίς 5
Δύο ψυχαίς………………………………………. » 33
Το Παιδί μου…………………………………….. » 36
Φιλοσοφία……………………………………….. » 41
'Στο Φάληρο……………………………………… » 45
Ύλη…………………………………………….. » 47
Ρωμάντσο………………………………………… » 50
Η Ελενιώ………………………………………… » 53
'Στον καφέ………………………………………. » 55
Για τους γέρους………………………………….. » 55
Ο Δάσκαλος………………………………………. » 56
Πλάκα…………………………………………… » 58
Νύχτα…………………………………………… » 61
Η Γλωσσού……………………………………….. » 65
Εις την Αθηνάν της Ακαδημίας………………………. » 68
Η Διαθήκη μου……………………………………. » 70
Παράπονα Φαντάρου………………………………… » 74
Εις την Πατρίδα………………………………….. » 76
Ποιος νάναι; ……………………………………. » 77
Ο Μεθύστακας…………………………………….. » 79
Καϋμός Αρχαιολόγου……………………………….. » 80
Η Ζωγραφιά μου…………………………………… » 82
Εις την Επετηρίδα των γάμων μου……………………. » 85
Εις Χαρτοπαίχτην…………………………………. » 88
Εις τον Εαυτόν μου……………………………….. » 89
'Στους Στίχους μου………………………………., » 91

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ ΚΑΤΑ ΜΗΝΑ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΝ ΤΟΥ 1892 ΑΡΙΘ 2970