WeRead Powered by ReaderPub
Λόγια της Πλώρης: Θαλασσινά Διηγήματα cover

Λόγια της Πλώρης: Θαλασσινά Διηγήματα

Chapter 11: ΚΑΒΟΜΑΛΙΑΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A series of maritime short stories and sketches presents a narrator's intense attraction to the sea, his progression from childhood play to hard apprenticeship aboard ships, and vivid depictions of storms, shipboard labor, captains' cruelty, sailors' songs, legends and shipwrecks. Episodes balance lyrical observation with gritty realism, exploring the sea's beauty and danger, the stubborn solidarity among seafarers, and the role of fate and superstition in lives shaped by long voyages.

Ο ΕΚΔΙΚΗΤΗΣ

Είμαστε άντρες εμείς· ό,τι και να ειπής, είμαστε άντρες! είπεν ο υποναύκληρος, με τρανήν επισημότητα καθησμένος ανάμεσα στο πλήρωμα. Έλληνας! σου λέγει ο άλλος· δεν είνε παίξε — γέλασε. Έχουμε τα κακά μας — δεν λέγω τ' όχι· επήραμε δρόμο στραβό σαν το κακοκυβερνημένο πλεούμενο· μα δεν είμαστε και για πέταμα. Και να είμαστε για πέταμα δεν θα χαθούμε. Θέλουμε δεν θέλουμε θα ζήσουμε. Θα ζήσουμε και θα θεριέψουμε και θα δοξασθούμε όπως και πρώτα. Το σιδερόξυλο — σιδερόξυλο είνε όσο και αν το κουτσουρέψης· όσο και αν του μαδήσης την κορφή, αν του ζεματίσης τα φύλλα, αν του πριονίσης τα κλαδιά. Ο λέοντας — λέοντας λέγεται όσο και αν του ψαλλιδίσης τη χαίτη, αν του κόψης την ουρά, αν του βγάλης τα νύχια, αν του ξεριζώσης τα δόντια. Φτάνει το βρύχημά του να σε ρίξη στα Τάρταρα. Το έχει το σκαρί μας ναι· το θέλει η φύσις μας να είμαστε πάντα μεγάλοι. Όπου και αν γυρίσης σε στεριές και θάλασσες, σε νότον και βοριά, σε ανατολή και δύσι θα το ιδής γραμμένο. Και γραμμένο όχι με ανθρώπινο κοντύλι αλλά με το ίδιο χέρι, το αόρατο και παντοδύναμο του Δημιουργού. Είμαστε άντρες σου λέγω!

Να, κύταξ' εκεί· εκεί κάτω στην Ανατολή. Εκεί βγαίνει ο ήλιος· ήλιος λαμπρός και ζωοπάροχος, ανέσπερος και αΐδιος — ο ήλιος του Γένους μας. Όποιος δεν έχει μάτια εκείνος δεν βλέπει τη χαραυγή· εθνική χαραυγή, πόθος και καϋμός αιώνων όλων — όχι κουραφέξαλα.

Κύταξε γύρω μας: Θάλασσα φουρτουνιασμένη, ουρανός κατασκότεινος, στεριές σκουντουφλιασμένες, φορτωμένες δάκρυα και φαρμάκι — πένθος άλυτον. Θεριά τα κύματα χτυπάνε το καράβι μας. Λύσσα και χολή μας πολεμά. Το νερό ανήμερο δέρνει τη στεριά, την τρώγει, την ξεσχίζει, την πετσοκόβει άπονα, όσο να κάμη τα πάντα θάλασσα και ν' απλωθή αχόρταγος ρούφουλας στον παράνομον κόσμο.

Μα γύρισε κατά την Ηράκλεια, στον υγρόν κάμπον ανάμεσα. Καιρός διαμάντι· ήλιος κατάργυρος· νερό τρισάγιο. Το μάτι του θεού εκεί έπεσε. Έχεις αρρώστια; πήγαινε να γιατρευτής. Έχεις πονόματον; άλειψε τα ματόφυλλά σου ν' αγναντέψης κόσμους. Είσαι κουφός; θ' ακούσης αρμονίες· βερέμης είσαι; Διγενής έγινες. Η κολυμπίθρα του Σιλωάμ εκεί βρίσκεται για μας. Κολυμπίθρα σωματική, κολυμπίθρα ψυχική, εθνική πρώτ' απ' όλα. Είνε η Αγιατράπεζα, η Τράπεζα της Άγιας Σοφίας, το προσκυνητάρι του Γένους μας.

*

Την άπαρτη Πόλη μας καταχτητού ποδάρι την επάτησε· — ποδάρι Βενετσάνου. Ο τυφλός Δάνδολος με ξεμωραμένου επιθυμία, έκλεισε στην άσαρκη αγκαλιά την άσπιλη παρθένα μας· εμάρανε τα ρόδα του προσώπου της με το βδελυρό του χνώτο· ερρούφηξε το τρισάγιο αίμα της με τα σαλιαριστά φιλήματά του. Εννιακοσίων χρόνων ένδοξη ζωή την έσβυσεν αυτός μ' ένα του σφιχταγκάλιασμα. Ο Λάσκαρης, φαρμακωμένης ώρας βασιλιάς, φεύγει μακριά συνεπαίρνοντας του έθνους την ελπίδα, την αθάνατη σπορά που θα γυρίση πάλι μιαν ημέρα θεριεμένος εκδικητής· Και ο καταχτητής, Φράγκοι και Βενετσάνοι και Γερμανοί αδέσποτοι, σαν το αψύ πουλάρι που τσαλαπατεί αναίσθητο με τα πέταλά του τ' αβρά λούλουδα, χύνονται απάνω της βίας και αδικίας και φόνου αχόρταγοι. Με τον σταυρό τους συντρίβουν τον σταυρό μας· με τη θρησκεία τους πελεκούν τη θρησκεία μας. Γκρεμίζουν εκκλησιές, ποδοπατούν καλλιτεχνήματα, μολύνουν αγιάσματα, αποτεφρώνουν πνευματικά αριστουργήματα. Και σφάζουν γέροντες, ατιμάζουν παρθένες, πατούν αρχόντων μέγαρα, ξαπλώνονται σε βασιλικά κλινάρια· νεκρούς γυμνώνουν ένδοξους, ποδοκυλούνε στέμματα θαυμαστά. Στενάζει η Βασιλεύουσα· μυρολογά η Σιών μας! Και ο Δάνδολος, γιος κουρσάρων δεν λησμονεί την τέχνη των πατέρων του. Κουρσεύει τα βαρειά μας κειμήλια, και θέλει με ξένα και αταίριαστα στολίδια να στολίση τη λιμνογέννητη πατρίδα του.

Γαλέρες φεύγουν και γαλέρες έρχονται. Παίρνουν τον πλούτο μας τον αδαπάνητο, τη δόξα μας την αβασίλευτη, τη λάμψι, τη σοφία, τα ιερά μας. Η Βενετιά τα δέχεται περίχαρη, στολίζεται και καμαρώνει σαν ξιπασμένη και άμυαλη τσιγγάνα. Ζώνεται το σπαθί του Κωνσταντίνου μας το ευλογημένο, που έχει στο θηκάρι του τον ουρανό με τ' άστρα, τη θάλασσα με τα καράβια, τη γη με τα κάστρα της· — ιστορία χρυσόγλυπτη του απέραντου Κράτους μας. Παίρνει την κολυμπίθρα την ιερή, που τόσοι εβαφτίσθηκαν πορφυρογέννητοι γίγαντες και βαφτίζει μέσα των εμπόρων τα παιδιά. Με τις χρυσόπορτες του Ναού μας στολίζει τον Άγιον Πέτρο της· στήνει στους πύργους της το Ρωλόγι, θαύμα του κόσμου, με τους Μάγους που χαιρετούν ταπεινοί του Χριστού μας τη Γέννησι· στήνει στις πλατείες της τ' άλογα τ' ανεμοπόδαρα, ακράτητου λαού συμβολική παράστασις.

Γαλέρες φεύγουν και γαλέρες έρχονται. Παίρνουν τα πλούτη μας τη δόξα, τα ιερά μας. Αλλού τα πάνε στη Δύσι την τρισβάρβαρη, να ημερώσουν κ' εκείνης τους λαούς, να δοξάσουν κ' εκείνης τα χώματα.

Η Αγιατράπεζα όμως δεν ακολουθεί. Η πλάκα η πολύτιμη, που την έστησεν ο Ιουστινιανός στη μέση του Ναού, λαμπρό ζαφείρι στη χρυσή σφεντόνα του· η πλάκα που άκουσε τόσα Νικητήρια κ' εθυσίασαν απάνω της τα πάναγνα χέρια του Φωτίου, δεν πάει να κλεισθή σκλάβα στα επίβουλα τείχη, κάτω από τ' αρπαχτικά χέρια του Ινοκεντίου. Όχι· δεν πάει. Εκεί θα μείνη στους τόπους της τους ιερούς, κοντά στη σεβαστή κοιτίδα της. Άνοιξεν η καρίνα στα δυο κ' εγλύστρισεν η Αγιατράπεζα μέσα στα νερά του Μαρμαρά. Ο βούλκος έφυγεν από κοντά της όπως φεύγει η αμαρτία τον Σταυρό και ο χρυσός άμμος εστρώθηκε κλίνη πάναγνη από κάτω της. Και του Θεού το μάτι, του δικαιοκρίτη και παντοδύναμου, εστάθηκε απάνω της προστατευτικό και άγρυπνο, όπως μάνας μάτι στην κούνια του μονάκρυβου παιδιού της.

*

Και από τότε είν' εκεί καιρός διαμάντι, ήλιος κατάργυρος, νερό τρισάγιο. Μύρον ανεβαίνει από τον βυθό και απλώνεται στο πρόσωπο της θάλασσας περίγυρα και κάθεται χρίσμα σωματικό, χρίσμα ψυχικό, εθνικό πρώτ' απ' όλα. Όπως από το άγιο Δισκοπότηρο βγαίνει αόρατη η σωτηρία του χριστιανού, αόρατη θα βγη από μέσα εκεί και η δική μας απολύτρωσις. Η χαραυγή του Γένους μας εκεί θ' ανατείλη. Ναι, εκεί θ' ανατείλη. Προβαίνει ολοένα η Αγιατράπεζα και βούλεται να πιάση τη στεριά. Αργά ή γρήγορα θα την πιάση τη στεριά. Και τότε σε όλη την ελληνική γη από άκρη σε άκρη, από νότον και βοριά, από ανατολή και δύσι, ζείδωρος ήλιος θα πυρώση τους δούλους, καμπάνα θα σημάνη σε κάθε μιναρέ και τα τζαμιά θα ηχολογήσουν τη χριστιανική, την εθνική μας λειτουργία. Και τότε πάλιν η Χρυσόπορτα θα στολίση ελλήνων βασιλέων θριάμβους και τρόπαια.

Τότε θα πάρουμε και τα κουρσεμένα πίσω. Τα πλούτη μας, τις δόξες, τα ιερά μας. Θα πάρουμε το σπαθί του Κωνσταντίνου και την κολυμπίθρα του πορφυρογέννητου· τις πόρτες του Ναού μας, το Ρωλόγι των Μάγων, τ' άλογα τ' αράθυμα. Και θα μείνη πάλι φτωχή και ταπεινή ψαρούδισα η Βενετιά και η Πόλη μας θα γίνη αιώνων καύχημα και στόλος της Οικουμένης, όπως πριν την μαράνη του Βενετσάνου το προδοτικό αγκάλιασμα και το βάρβαρο ποδάρι του Τούρκου.

Ναι· θα ζήσουμε και θα θεριέψουμε και θα δοξασθούμε πάλι. Είμαστε άντρες εμείς· είμαστ' Έλληνες!…»

Και ορθός τόρα έρριξε τα μάτια φλογερά στις σκοτεινές στεριές, σαν προφήτης του Ισραήλ υμνώντας την γη της Επαγγελίας ο υποναύκληρος. Και δεν ήταν όχι ο ναύτης ο ταπεινός. Ήταν ο Ελληνισμός ολόκορμος, με την ακλόνητη πίστι των παραδόσεων και των θρύλων του.

ΟΙ ΣΦΟΥΓΓΑΡΑΔΕΣ

Ποτέ δεν την εζήλεψα την τέχνη του σφουγγαρά· ποτέ στη ζωή μου! Αγάπησα το πρόσωπο της θάλασσας, τους κόρφους, τα νησιά, τους θυμούς και τη γαλήνη της, μα τους θησαυρούς του βυθού της όχι· ποτέ! Από μικρός αισθανόμουν ανίκητη αηδία και τρόμο παράξενο εμπρός σε μια μηχανή. Δεν ξεύρω πώς μου εφαινόταν, δεν θυμούμαι πώς την επαρόμοιαζα, όχι όμως ποτέ με πλεούμενο, ευχή του θεού και καμάρι της θάλασσας. Κάτι επίβουλο και κάτι βδελυρό, του Σατανά χειροτέχνημα εφάνταζε πάντα στα μάτια μου. Όταν κάθε χρόνο, την εβδομάδα του Θωμά το νησί μας εβούρκωνε από το δειλό καρδιοχτύπι μανάδων και στεφανωτικών, αντήχαε από το επικούρειο γλέντι των βουτηχτάδων, εγώ δεν έβλεπα εμπρός μου παρά Λάμια τη Μπαρμπαριά, να στρώνη τα κρυσταλλένια κρεβάτια της για να πλαγιάση αξύπνητα εκείνους που ζηλεύουν τα πλούτη της. Και όταν πάλι το φθινόπωρο έβγαιναν όλοι στο ακρωτήρι να χαιρετήσουν την επιστροφή τους, εγώ με πικρή περιέργεια έτρεχα να μετρήσω πόσοι εγύριζαν παράλυτοι, κουρέλια πλέον άχρηστα της ζωής και πόσοι απόμειναν στο Ασπρονήσι των αράπηδων βρώσι και μπαίγνιο.

Μια χρονιά όμως λίγο έλειψε να τους ακολουθήσω κ' εγώ. Οι συνομήλικοί μου επήγαν όλοι κ' επήραν προκαταβολή από τον γέρο Μορφονιό τον μεγαλέμπορο. Επήραν τα λεφτά και με ρητή συμφωνία να τους κατεβάση με τα παιγνίδια στο καράβι όταν θα έφευγαν. Μ' εμέθυσεν η κακή παρακίνησι κ' επήγα μαζί τους. Ο μεγαλέμπορος μου εμέτρησε δύο «άγκουρες» κ' έναν «παπού»· μου έδωκε ακόμη και «νι φεούκ» για τρατάρισμα. Όλα μαζί χίλιες εκατόν εικοσιπέντε δραχμές. Δεν επήγα όμως να τα ξοδέψω στην ταβέρνα.

— Να μάνα, της λέγω· σου φερα τα πλάτικα. Μεθαύριο μισεύω με τους σφουγγαράδες.

— Φεύγεις με τους σφουγγαράδες! λέγει εκείνη αποσβολωμένη. Δεν πας καλήτερα να πέσης στο Μαντράκι! Γλήγορα να δώσης πίσω τα λεφτά. Ευκή και κατάρα μου άφηκεν ο συχωρεμένος ο πατέρας σου, σφουγγαράς να μη γένη κανείς από τη γενιά του.

— Ευκή και κατάρα!

— Ναι· τρέξε γλήγορα να δώσης πίσω τα πλάτικα.

 — Μωρέ μάνα, δε βλέπεις που δε βρίσω δουλειά. Πώς θα ζήσουμε
όλον τον καιρό; Τι θα φάμε;

 — Τίποτα να μη φάμε· τίποτα! Να ψωφήσουμε στην ψάθα! Ο πατέρας
σου το είπε ρητά: Κάλλιο ζητιάνος παρά σφουγγαράς!

Την άκουσα τη μάνα μου· έδωκα πίσω την προκαταβολή. Όχι τάχα πως ήμουν και τόσον υπάκουος. Αλλά η φυσική αντιπάθεια που έτρεφα στην τέχνη εξύπνησε πάλι μέσα μου μεγαλοδύναμη με τον πρώτο λόγο της γριάς μου. Δεν ημπορούσα όμως και να εξηγήσω τη σύμπτωσι που έδενε το θέλημα του πατέρα μου τόσο σφιχτά με το αίσθημά μου. Τι διάβολο! κληρονομιά το είχαμε πάππου προς πάππου. Εγώ εγνώριζα πως ο πάππος μου ήταν ο καλήτερος βουτηχτής του καιρού του και συχνά έβγαινε στην άμιλλα με τους Καλιμνιώτες. Και ο πατέρας μου ήξευρα πως έκανε την ίδια τέχνη ως τη χρονιά που εχάθηκεν ο αδερφός του.

— Δε μου λες μάνα· της λέγω το βράδυ που εγύρισα πίσω στο σπίτι, θυμωμένος από τα πειράγματα των συντρόφων μου. Γιατί ο πατέρας μου άφησε τέτοια εντολή στα παιδιά του;

— Να σου ειπώ, απάντησεν η γριά πρόθυμη· να σου ειπώ αμέσως. Και τήραξε να το φυλάξης κληρονομιά πολύτιμη στον νου σου. Εγώ δεν θα είμαι πάντα δίπλα σου όπως σήμερα να σ' εμποδίζω. Μα τη χειρότερη δυστυχία να βρης σφουγγαράς να μη γένης. Εσύ δεν τους επρόφτασες τους Ραφαλιάδες, της Ύδρας δυο στοιχεία, και δυο λαχτάρες της θάλασσας. Και όμως ο μικρότερος από αυτούς, ο Πέτρος Ραφαλιάς ήταν πατέρας σου· και ο μεγαλείτερος ο Νικολός, ήταν αρραβωνιαστικός μου. Θα ειπής πώς γίνεται; Να που έγινε. Οι δύο μαζί μεγαλόκορμοι, χεροδύναμοι, άτρομοι, ελέγονταν οι καλήτεροι βουτυχτάδες του νησιού μας. Καθένας έμπορος διπλή — τριπλή τους έδινε την προκαταβολή για να τους πάρη στη δούλεψή του. Αυτοί όμως είχαν πάντα τον Καλέμη και δεν τον άλλαζαν ποτέ. Μα εκείνη τη χρονιά η αμαρτία το έφερε να χωρίσουν. Ο πατέρας σου εμπήκε σε μια Αιγινήτικη μηχανή. Ο αρραβωνιαστικός μου έμεινε με τον Καλέμη. Μόλις επήρε την προκαταβολή έτρεξε κοντά μου.

— Πάρτα, Χρυσούλα, μου λέγει και φύλαξέ τα κόμπο. Αν γυρίσω πίσω να κάνουμε το γάμο και ν' ανοίξουμε το σπίτι. Αν με κρατήση άντρα της η Μπαρμπαριά, κάμε τα προικιά να τα χαρής με άλλον τυχερώτερον και καλήτερό μου.

Είδες τι γίνεται όταν μισεύουν τα σφουγγαράδικα. Έτσι και καλήτερα εγινόταν στον καιρό μας. Όλο το νησί έτρεχε στο ακρωτήρι να τους κατευοδώση. Τρομπόνια, καμπάνες, βιολιά, τραγούδια επλάνταζαν τον άστατον αέρα περίγυρα. Γλέντι μαζί και σύγκρυο. Άλλος κανένας χωρισμός δεν αναγκάζει τόσο την καρδιά να δείχνεται χαιράμενη ενώ λυώνει από το φαρμάκι της. Πού να τολμήσης να κλάψης!

Έφτασαν τέλος στη Βεγγάζη. Έφτασαν δυο, έφτασαν πέντε, δέκα — είκοσι πλεούμενα, παντοπωλεία τα ντεπόζιτα. Έφτασαν κ' έρριξαν κάτω σαν παιδιά τους τις μηχανές, δυο και τέσσερες το καθένα. Η έρμη θάλασσα της Αφρικής αντήχησε πάλιν από γέλοια και τραγούδια· οι κόρφοι της θερμοί ανοίχτηκαν ν' αγκαλιάσουν πάλι τη λεβεντιά της Ύδρας, της Αίγινας, του Πόρου και της Κάλυμνος. Πάσα ημέρα με την κονταυγή τα πανάκια κρίνα εφύτρωναν στη γαλανή απλωσιά τριάντα μίλια, σαράντα, πέρα στο πέλαγο και άρχιζε το κινδυνεμένο έργο του σφουγγαρά. Ένας ανέβαινεν, άλλος εκατέβαινε. Εκατέβαινε φτωχός και ανέβαινε πλούσιος. Ο πατέρας σου όμως το ίδιο. Ήταν ο ατυχώτερος εκείνη τη χρονιά. Μόλις έφτανε κάτω, έφευγε νομίζεις το σφουγγάρι από τα μάτια του. Εκαθόταν ώρες, έφερνε γύρα παντού, εψαχούλευε και τα θαλάμια ακόμη ως που τον ανέβαζαν με τη βία. Με όλη του όμως την επιμονή δεν εκατόρθωνε να ρίξη στο δίχτυ παρά καμμιά κιμούχα, κανένα σφόγγο. Πού και πού ν' ανεβάση και κανένα μελάτι. Επείσμωνε τότε ο μηχανικός και άρχιζε το βρισολούσι:

— Αμ και στον Περαία να βούταγες, καϋμένε, κάτι περσότερο θα έβγαζες. Ή μήπως είδες το ψάρι κ' εβιάστηκες ν' ανεβής. Μωρέ το παληκάρι της φακής!

Ο Ραφαλιάς εφουρκιζόταν στα λόγια του· αλλά και τι να κάμη; Οι μηχανικοί όλοι τους είνε μια πάστα. Όταν θέλουν να ναυτολογήσουν τάζουν λαγούς με πετραχήλια· γλυκομιλούν, περιποιούνται, δίνουν παράδες, κεράσματα· Όσο να τους ξεγελάσουν. Μια και τους έβαλαν στο καΐκι αλλάζουν αμέσως πρόσωπο και κουβέντα. Είνε αφέντες κι' είσαι δούλος τους. Ο Πέτρος Πίπιζας όμως, ο μηχανικός του πατέρα σου είχε και δίκηο περισσότερο. Δυο του βουτηχτάδες είχαν πάθει στο βούτημα. Τρεις λαμνοκώποι ήσαν άχρηστοι πλέον από τις πληγές των αράπηδων. Η φύσις είτε η τύχη, λέγεις για ισοζύγισμα έφερεν έτσι τα πράγματα ώστε την εποχή που κατεβαίνουν οι ναύτες μας εκεί, να κατεβαίνουν και οι αράπηδες από τα χειμαδιά τους. Η θάλασσα γεμίζει άρμενα · γεμίζει και η στεριά κουδούνια, γκλίτσες, πρόβατα και καλύβες. Ναύτες ηλιοκαμένοι εδώ· τσοπαναρέοι εκεί χαλκοπρόσωποι. Ο πατριάρχης τους ασπροφλόκατος, αρματοζωσμένος, με το καριοφύλλι στον ώμο και το τσιμπούκι στο χέρι, κάθεται σταυροπόδι στον άμμο και δεν αφίνει να γεμίση νεροβάρελο αν δεν πληρωθή πρώτα.

— Μπισμάτ!.. μπισμάτ!.. φωνάζει αγριόθυμος, ζητώντας με λιμασμένα μάτια ψωμί από τους ναύτες μας.

Πόσα και πόσα δεν γίνονται για το νερό εκεί κάτω! Πολλές φορές άνοιξε πόλεμος για τη στάλα κ' έρχονται οι καπετάνοι με τις βάρκες να κυριέψουν την πηγή και τρέχουν από τη στεριά οι ασπροφλόκατοι, παίζοντας τα γιαταγάνια και χτυπώντας τα σκουροντούφεκα για να τους ρίξουν πάλι στη θάλασσα. Όχι μια όχι δυο μα δεκαείκοσι φορές τον χρόνο, βλέπεις το αγνό νερό να στολίζεται με το αίμα των παιδιών μας και την πύρινη αμμουδιά να δαγκώνεται από τα κεφάλια των αράπηδων και το ακρογιάλι αναστατωμένο από πατήματα και άρματα σπασμένα και νεκρά κορμιά, σαν να επάλαιψαν γίγαντες εκεί. Έτσι έγινε και φέτος και πολλοί καπετάνοι έκλαιαν τους ναύτες τους. Τους ναύτες όχι· μήπως εκείνοι τους εγέννησαν; Έκλαιαν τα χέρια που ήσαν ανίκανα να τους αποδώσουν δουλεύοντας την προκαταβολή. Τα χαμένα χρήματά τους έκλαιαν. Και τα περισσότερα είχε χαμένα ο Πέτρος Πίπιζας. Κάπου δεκαπέντε χιλιάδες δραχμές. Άφες τη ζημία· δεν είχε και ανθρώπους αρκετούς να κάμη τη δουλειά του. Πού να τους εύρη εκεί κάτω; Εφρόντιζε με το συχνοβούτημα των ζωντανών ν' αναπληρώση τους νεκρούς. Δος του λοιπόν βουτιά στη βουτιά. Ατμός η μηχανή. Κ' έτσι όμως δεν έμενεν ευχαριστημένος· όλο γρίνια και φωνές:

— Διαβολόσπορε!… Δούλευε το σταυρό σου! . . .

Μέσα το θεό σου κεραταΐμ — κερατά! Αμή!… τις άγκουρες ήξερες να τις πετάς σαν χαλίκια, στους βιολιτζήδες!

Ο πατέρας σου έρριχνε το κεφάλι κάτω και δεν έβγαζε μιλιά. Ήρθε κ' εγάτιασε από το κακό του. Ούτε τραγούδι πλέον ούτε γέλοιο. Σκέψι μόνον και θυμό. Πρώτη φορά ο Ραφαλιάς άκουε στ' όνομά του τέτοια γλώσσα.

— Τ' έχεις μωρέ αδερφέ κ' έγινες έτσι; τον ερωτά μια Κυριακή που έσμιξαν ο δικός μου Μπα κ' έμαθες κακό χαμπέρι από το σπίτι; Μην πέθανε η μάνα μας; μην αρρώστησε η Χρυσούλα;

— Τι να σου ειπώ, του απάντησε πικραμένος εκείνος· δεν μπορείς να φαντασθής το κακό μου. Διάργυρος γίνεται το σφουγγάρι μπροστά μου. Άσε τα λόγια του μηχανικού άσε και τη ζημία. Μα τώχω για προσβολή. Ακούς ο Γρίτης ψεσινό παιδί και να βγαίνη με το δίχτυ γεμάτο πάσα φορά. Και τι; όλο μελάτι. Κ' εγώ που γέρασα στην τέχνη να μη μπορώ να πιάσω εκατό δράμια! Μα το σταυρό· θα κατεβώ καμμιά ώρα κ' εκεί θα μείνω από το κακό μου!

— Σώπα, καϋμένε· του είπεν ο άφτουρος γελώντας. Έτσι είνε το σφουγγάρι· θέλει τύχη.

— Μα τι τύχη και ξετύχη! Βλέπεις πολλές φορές γυρίζω απάνου — κάτου και δεν βρίσκω τίποτα. Και άξαφνα εκεί που ξεχωρίζω κανένα, και ρίχνομαι σαν πεινασμένος σκύλος να τ' αδράξω χαπ! και άλλος μου τ' αρπάζει.

— Τ' αρπάζει άλλος!

— Ναι· ώστε να σκύψω άλλος φανερώνεται, λες και τον ξερνά το κύμα και το παίρνει από τα χέρια μου.

— Και τον αφίνεις;

— Τον αφίνω. Μα τι να κάμω; Αφού το χουφτώνει πρώτος!

— Ωχ αδερφέ! δε μου λες έτσι παρακάθεσαι και μου κλαις την τύχη σου!… Τι σου φταί' η τύχη σαν δεν είσαι άξιος να ζήσης;

— Μα τι, καυγά να πιάσω;

— Καυγά βέβαια! Ναρθή άλλος να πάρη το δικό μου το ηύραμε και δε θα πιάσω καυγά! Μωρέ θα χυθώ απάνω του σαν το ψάρι. Τάχα γιατί κινδυνεύω εκεί κάτω· για γλέντι;

 — Μα πώς θα μαλώσης· επίμενε δειλά ο πατέρας σου· η θάλασσα είνε
για όλους.

 — Δεν ξέρω 'γω για όλους για ξόλους· Είμ' εγώ εδώ· είνε δικό μου
το λειβάδι. Άμα φύγω, ας έρθη άλλος να κάμη ό,τι θέλει.

— Μα πώς;

— Πάψε πια! τον έκοψεν ανυπόμονος ο Νικολός· δεν έχεις δίκηο· δεν σου φταίει η τύχη, μόνος σου φταις. Θα πάρης στο λαιμό σου τον κακομοίρη τον Πίπιζα!…

Έφυγε ξαναμένος ο πατέρας σου από κοντά του. Και όλη τη νύχτα δεν ημπόρεσε να κλείση μάτι. Τα λόγια του αδερφού ηύραν χωράφι γόνιμο την αράθυμη ψυχή του κ' εβλάστησαν κλαδιά και παρακλάδια επίφοβα. Δεν έβλεπε την ώρα να βάλη σε πράξι τις συμβουλές του. Μέσα στον ανήσυχον ύπνο του είδε πολλές φορές πως ήταν κάτω στον βυθό κ' επάλαιβε κ' εκονταροχτυπιόταν για ένα ψύχαλο σφουγγαριού. Ετσάκιζε πλευρά, κεφάλια έσπανε, ζεστά και αχνισμένα σωθικά εξέσχιζε λουρίδες με τα δόντια του· αίμα έπινε κ' εμάσα σηκότια ανθρώπινα σαν δράκος. Και όλα για το τιποτένιο ψύχουλο. Το άδραχνε τέλος νικητής στα χέρια του, έβγαινε απάνω γελαστός και το έδινε στον καπετάνιο, ελπίζοντας ν' ακούση τον γλυκό λόγο του κ' έναν έπαινο. Μα εκείνος σκυθρωπός, κρύος τον εδεχόταν σαν ν' αναγνώριζε τίποτα το κατόρθωμά του και δεν έβγαζεν από τα χείλη του παρά χολή το βρισίδι:

— Κεραταΐμ — κερατά!

Κ' εκείνος απελπισμένος ερριχνόταν πάλι στον βυθό και άρχιζε νέο ψαχούλεμα, έπιανε αγώνα νέον, έβλεπε πάλιν αίματα και κρεάτων ξεσκλήδια και πτώματα γύρω του.

Τέλος έφεξεν η αυγή και τα επρύμισε πάλι για το πέλαγο, η μηχανή του Πίπιζα. Ο Γρίτης από τα χθες είχεν ιδεί μια θέσι γεμάτη από μελάτι· καθαρό μελάτι· λειβάδι ατρύγητο. Το είπε κρυφά του μηχανικού κ' εκείνος εδιάταξε να τραβήξουν ανοιχτά, για να πλανέψουν τις άλλες που ερχόνταν κατόπιν τους. Ανοίχθηκαν κάπου εξήντα μίλια. Οι άλλοι που τους έβλεπαν άρχισαν να υποψιάζονται. Μωρέ κάτι σχοινί θα μας πλέξη το Αιγινήτικο κουρούπι· έλεγαν. Ως τόσο έρριξαν μια με την άλλη τους βουτηχτάδες τους οι μηχανές και άρχισε στα γεμάτα το ψάρεμα. Παρατιμονιά τότε ο μηχανικός κ' ευρέθηκε πάλι το καΐκι στα νερά του.

— Έλα Ραφαλιά, ετοιμάσου· λέγει του πατέρα σου στα σοβαρά. Σε φέρνω σε βλισίδι. Αν δεν βγάλης και τόρα το δίχτυ γεμάτο, καλά θα κάμης να ταχτής καλόγηρος. Μη ντροπιάζεις άδικα τ' όνομά σου.

Εκείνη την ώρα επέρασε δίπλα και η μηχανή του Καλέμη με τον δικό μου. Κ' εκείνος εκαθόταν στην κουπαστή λαστιχοντυμένος κ' εσφόγγιζε με το μαντήλι το πρόσωπό του για να φορέση την περικεφαλαία.

— Τον νου σου Πέτρο! εφώναξε γελώντας καθώς είδε τον πατέρα σου. Άσε την τύχη να κάνη τη ρόκα της και θυμού τα λόγια μου. Σφυρί στ' αμώνι! σφυρί στ' αμώνι!…

Εκείνος δεν είπε τίποτα. Δεν ήθελε πλέον συμβουλές. Το επήρε απόφασι. Όχι μόνον σφυρί στ' αμώνι αλλά και μαχαίρι στην καρδιά! Έπαψαν τόρα οι δισταγμοί. Δεν θα καταντήση αυτός ανάμπαιγμα μέσα στους σφουγγαράδες!

Ως τόσο τον έντυναν οι άλλοι σαν γαμπρό. Σαν γαμπρό και μαζί σαν λείψανο. Ζωντανός έμπαινε· μα ποιος ξεύρει αν θα έβγαινε και ζωντανός; Ο βουτηχτής παίζει πασέτα τη ζωή του. Το γνωρίζουν όλοι· το καλογνωρίζει και πρώτος αυτός. Για τούτο μεταλαβαίνουν πριν φύγουν από το νησί· για τούτο οι καπετάνοι παίρνουν σάββανα, κεριά και λιβάνι μαζί με τη γαλέτα και τ' άλλα χρειαζούμενα. Τον ανθρώπινο φόρο θα τον πληρώσουν κάθε χρόνο στη θάλασσα όπως πληρώνουν στη Βεγγάζη τα ναυτιλιακά τους έγγραφα. Λίρες εδώ· εκεί ανθρώπους. Θέλει και το δικό του νόμισμα κάθε αρχή. Τέλος τον έντυσαν το λάστιχο, εφόρεσαν την ατσαλένια περικεφαλαία, του έζωσαν τη ζώνη με τα γατζούδια στη μέση, του εκρέμασαν τα μολύβια στην τραχηλιά, λαστιχένια βραχιόλια στα χέρια, παπούτσια μολυβοπάτωτα στα πόδια. Μόλις εκατόρθωνε να κινηθή από το βάρος. Επάτησε τέλος στη σκάλα, έκλεισαν καλά τον φεγγίτη και ο Πέτρος Ραφαλιάς αγνώριστος, ασούσουμος, ξένος από τον αέρα και τον κόσμο των ανθρώπων, άπλωσεν απάνω στα νερά σαν ν' άπλωνε στα βαμπάκια. Μια επάφλασεν η θάλασσα, βάραθρον άνοιξε και ο βουτηχτής ευρέθηκε μολύβι στον πάτο. Και αμέσως φούσκες πρασινόγλαυκες επήδησαν απάνω, μια κατόπιν της άλλης γοργότατα, λέγεις και νύφη κάτω έπαιζε κρυσταλλένια πεντόβολα. Τέλος δεντρί εψήλωσε σαν κυπαρίσσι λυγερό, συμμαζωχτό, με συντεφένιες χάντρες κινούμενες από τη ρίζα ως την κορφή κεφαλόβρυσου πήδακας. Μα ο πατέρας σου αδιάφορος, εστάθηκε στον πάτο σαν να εμπήκε σπίτι του. Εγύρισε τα μάτια ζερβόδεξα και εναγάλλιασε. Ο γεωργός έτσι δεν χαίρεται που βλέπει πολύκαρπο το χωράφι του· δεν φαντάζεται τόσο απολαυστικά τα κέρδη του. Τόρα, συλλογίζεται, θα ψαρέψω για καλά. Όχι το δίχτυ μου μα και απόχη θα γεμίσω. Και αρχίζει το θέρισμα. Απάνω εκρεμόταν μαύρο σύγνεφο του καϊκιού η καρίνα. Ολόγυρα το νερό πηχτό, σταχτοπράσινο σαν θαμπό κρύσταλλο τον εψηλαφούσε από παντού, τον έδενε σε μεταξένια βρόχια και σύγκαιρα του έδειχνε τον χιλιόμορφον κόσμο που τρέφει και συντηρεί στο φοβερό κράτος του. Αναγέλες τα ψάρια χρυσόφτερα, ασημωμένα, εδιάβαιναν ολόγυρά του με φουσκωμένα τα λαιμά, τα σπάραχνα κατακόκκινα, ψιλό μαργαριτάρι τα δόντια στις δυνατές σαγωνίτσες τους, αεικίνητο τιμόνι την ψαλιδωτή ουρά τους. Πολλά έπεφταν απάνω του τυφλά, επροσόχθιζαν σαν ακυβέρνητα ξύλα στην περικεφαλαία του· άλλα εδιάβαιναν σαγίτες αργυρές από τα σκέλια του.

Κάτω φυκοστρωμένος ο βυθός άνοιγε πλατύς και μαλθακός στο βλέμμα του. Εδώ ακαλύφες βαθυγάλαζες έβγαιναν από την αμμουδιά σαν ολόκλειστα άνθη πορτοκαλιάς· άλλες ανοιχτές σαν κούπες και σαν αρχαία κύπελα· μερικές σαν κρίνα μεγάλα και άλλες έφευγαν ανεξάρτητες ψηλά, κρεμώντας κάτω μυριόχρωμο κομπολόγι τα γεννητικά τους μόρια. Παρέκει τερηδώνες σαν κοκκινόμαυροι σκώληκες, ντυμένοι στο καστανό χνούδι τους, ανάδευαν ανυπόμονες να κολλήσουν στο πλεούμενο και να κάμουν κόσκινο το ξύλο του. Αλλού της Αφροδίτης ο Κεστός μακρύς, κλωθογύριστος, ολομέταξος άπλωνε τις απαλές κορδέλες του σαν να εζητούσε κάτω εκεί το αιθέριο κορμί της θεάς του. Και παντού περίγυρα ξανθοπράσινα μαρούλια, τρανά χρυσόμηλα, χαμόκλαδα τριχοφορτωμένα, μούσκλια σγουρά, φυτά χιλιόπλουμα κ' αισθαντικά στο παραμικρό άγγιγμα έκαναν το μέρος κήπον ονειροφάνταστον. Και κόσμος μυστικός, κρυφός στα έθιμά του, στη γλώσσα, τους συλλογισμούς, οστρακοφόρος και λεπιδοντυμένος και αγκαθόφραχτος εγύριζεν απάνω — κάτω μέγας και αρειμάνιος σαν Γολιάθ ο ένας και άλλος ταπεινός, φοβιτσάρης, πάντα θύμα ο ένας τ' αλλουνού, τροφή του και συντήρησις. Κάπου εδώ άνοιγε σαν αντένες τα πόδια του κ’ έτρεχε να συλλάβη τη σουπιά ο αστακός πνιγμένος μέσα στο μελάνι της. Κάπου εκεί φιλόστοργη καβουρομάνα έπαιζε λόγχες τα πόδια της, ανασκελομένη για να προφυλάξη τ' αυγά της. Παραπέρα η φώκια έρριχνε το βρωμερό αέρι του πισινού της δόλωμα για να σκάση το χταπόδι στο θαλάμι του· μα έξαφνα της άρπαζεν ο φοβερός αποκλαμός το μουσούδι κ' έσκαε θύμα της επιβουλής και της λαιμαργίας της. Και πέρα — δώθε βράχοι και άβυσσοι, λαγκαδιές και όρη με κάλλη και χρώματα μύρια, με θησαυρούς αμάλαγους, με κατοίκους και πετρώματα φύσεως αγνώστου και ζωής. Αλλά για εκείνα δεν εφρόντιζεν ο πατέρας σου. Ο σπόγγος ήταν εμπρός του και δεν έφευγε πλέον. Έρριχνεν αδιάκοπα στο δίχτυ του. Τόρα τάχα σε τι θα παραπονεθή ο Πίπιζας;

Άξαφνα σηκώνει γύρω τα μάτια του και βλέπει οργυιές δυο μακριά του ένα βράχο ψηλόν, απόκρημνον με δύο δεντράκια μονόκλαδα στην κορφή. Εφάνταζε μέσα στο νερό σαν γίγαντας με ανοιχτά χέρια. Και κοντά στη ρίζα του, απάνω στην ξανθή αμμουδιά είδε μία τούφα μελάτι διαλεχτό. Εμαύριζε πέρα σαν κατακαίνουργος κατηφές. Δεν χάνει καιρό και τρέχει να το αδράξη. Δεν ήθελε παρά δυο δρασκελιές ακόμη. Άξαφνο όμως από την κόχη του βράχου επρόβαλεν άλλος βουτηχτής. Έτρεχε κ' εκείνος ίσα στο μελάτι. Δρασκελιά ο ένας δρασκελιά ο άλλος έσμιξαν και οι δυο. Ο πατέρας σου όμως επρόφτασε κ' έβαλε το πόδι απάνω του.

 — Τι θες εδώ; ρωτάει τον άλλον με νοήματα· είνε δικό μου· εγώ το
πρωτόειδα.

 — Μπα· κάνει ο άλλος· είνε δικό μου· τα φύλαγα από προχτές. Κάμε
πέρα.

— Δεν με κουνάς αποδώ ούτε με φουρνέλο. Τράβα δρόμο σου.

Εκείνος ηθέλησε να τον σπρώξη. Ο πατέρας σου άναψε. Τα λόγια του Νικολού ήρθαν ευθύς διάβολοι και του εσήκωσαν τα μυαλά. Δεν το παίρνεις, συλλογίζεται που να χαλάση ο κόσμος. Ή θ' ανεβώ με το μελάτι απάνω ή αφίνω τα κόκκαλά μου εδώ! Καθώς έκαμε να σπρώξη δεύτερη ο βουτηχτής, σηκώνει γροθιά ο πατέρας σου και του δίνει στο στομάχι. Εκείνος πέφτει στα γόνατα σφίγγοντας την κοιλιά του από τον πόνο. Άξαφνα όμως πηδά στα νύχια, σηκώνει το καμάκι και χύνεται ξιφιός απάνω του.

— Ή μ' αφίνεις το μελάτι ή σου έφαγα την καρδιά!

— Α! όχι· εδώ σφαζώμαστε.

Και τραβά ο Ραφαλιάς τον φοβερό λάζο από τη ζώνη του. Τσιμπάει σύγκαιρα το σχοινί δυο φορές ζητώντας αέρα. Η θάλασσα επάνω άρχισε να σιγοτρέμη και να κυματίζη σκοτεινογάλαζη τόρα, κάπου με αφρούς πλατείς, κάπου με ήχους παράξενους. Ούτε βουτηχτής ούτε ο ανασασμός του εξεχώριζε πουθενά. Ένα ήταν το κύμα και μια η άρμη του. Σείσμα και τάραχον έβγαζε το μεγαθήριο, λέγεις κ' ήθελε να κρύψη επίβουλα το πικρό δράμα που άρχιζε στους κόρφους του. Το σκαφίδι ελαφρό με την αντένα ορθόγυρτη στο κατάρτι εσάλευε ζερβόδεξα κ' εκοντυλόγραφεν αόριστα ξώρκια ψηλά στο άπειρο. Και οι επιβάτες όλοι ο κολαουζέρης με το σχοινάκι του βουτηχτή στα δάχτυλα, ο μαρκουτσέρης στο μαρκούτσι, οι ροδάδες από δυο στη μηχανή, οι λαμνοκώποι στα κουπιά γυμνοτράχηλοι, δύο βουτηχτάδες ξαπλωμένοι καταηλιακού με χαλκοπράσινη όψι και μάτια βουρκωμένα, ακολουθούσαν του ξύλου το κύλημα μοιρολάτρες αδιάφοροι. Και στην πλώρη καθησμένος ο μηχανικός με το τσιμπούκι αναμμένο εκουβέντιαζε ράθυμα και αναπαυτικά με τον Καλέμη σαν να ήσαν στο τραπέζι κάποιας ταβέρνας.

Ο Αιγινήτης επήγε μακριά κ' έρριξε τον βουτηχτή του. Όμως δεν εύρισκε τίποτα εκεί και τραβώντας εμπρός έσυρε το καΐκι πάλι δίπλα στο καΐκι του Πίπιζα. Και άλλα όμως πεντέξη εψάρευαν ολόγυρα κ' εκουβέντιαζαν από μηχανή σε μηχανή, εμετρούσαν οι καπετάνοι τις ζημίες τους, έκριναν τον καιρό, ελογάριαζαν τους μήνες, έλεγαν για την εσοδεία της χρονιάς, για την ποιότητα του σφουγγαριού και για την τιμή που θα πωληθή στην αγορά της Αγγλίας και της Αμερικής.

— Τι τα θες; μ' έφαγαν τα πλάτικα εφέτος· είπεν απαρηγόρητα στενάζοντας ο Πίπιζας. Κοντεύει να μας πάρη ο Σεπτέμβρης κ' εγώ δεν έχω ούτε χίλιες οκάδες στο τεπόζιτο.

— Μα κ' εγώ έχω κάτι χαραμήδες! είπεν ο Καλέμης· άλλη χρονιά δεν μου έτυχαν τέτοιοι. Φοβούνται από τον ίσκιο τους. Δέκα — δώδεκα οργυιές δεν βουτούν παρακάτω.

— Στις τριάντα βρίσκεται, καπετάνιε· είπεν ο μαρκουτσέρης εκείνη τη στιγμή, βλέποντας καλά το μανόμετρο.

Εκείνος έκαμε πως δεν άκουσε κ' εξακολούθησε την κουβέντα του με τον Αιγινήτη. Είπαν για το κόντρα τεπόζιτο που μένει αρραγμένο στη Βεγγάζη· για το ξελιμπάρισμα του σπόγγου και για το σκυλόψαρο που άρχισε να φαίνεται στη θάλασσα. Ψηλά στον κατάγλαυκον αιθέρα ο ήλιος κόκκινος και γοργογύριστος εσκάλωνε στα μεσούρανα, χύνοντας λαύρα και νάρκη παντού. Κάτω μακριά γραμμή κάτασπρη σαν κιμωλίας χάραγμα, μόλις επρόβαινε η αμμουδιά της Αφρικής αχνοσκέπαστη και ακόμη μακρίτερα το Χαψίνι, έδειχνε την πυρωμένη χαίτη του κραταιός δεσπότης και φύλακας της ερήμου. Απέραντο εδώθε, μαυριδερό εχώνευε στα διάφανα ουρανοθέμελα το πέλαγο με κάποιο τρέμουλο, λέγεις και ανάσαινε δύσκολα. Πού και πού, από την απόστασι μικρά, σαν φελοί παραγαδιού εμαύριζαν τα σφουγγαράδικα δύο και τρία μαζί, άλλα μοναχικά και ίδρωναν τα δύστυχα κορμιά, νεύρα αδυνάτιζαν, νιάτα εγέραζαν, εκινδύνευαν ζωές για το άκαρπο χάρισμα της θάλασσας. Και κοντά στου Πίπιζα το καΐκι ένας με τον άλλον οι δουλευτές, γνώριμοι και φίλοι εδούλευαν μεστά και σύγκαιρα εφρόντιζαν να μάθουν τα νέα της πατρίδας κ' επειράζονταν πολλές φορές συναμεταξύ τους για την τραυλή προφορά του ενός, την ανισόρροπη κορμοστασιά του άλλου, τ' αδέξια κινήματα και την περπατησιά του τρίτου. Του ενός έλεγαν πως επαντρεύτηκε η αρραβωνιαστική του· άλλου πως τον αγαπούσε το Μαριωρή, ασχημομούρα και αλαφρόμυαλη στριγγλόγρια· τρίτου πως τον αποπαΐδισεν ο πατέρας του. Δυο παιδιά τέλος από το Αιγινήτικο καΐκι άρχισαν ν' αναμπαίζουν τους Υδραίους για τον εγωισμό και τη βάρβαρη προφορά τους. Απαντήθηκαν έλεγε, δυο καπετάνοι στο πέλαγο κ' ερώτησεν ο ένας τον άλλον πούθε ερχόταν. — Από το Ύδρ' από το Σπέτσ' απ' το χοντρό το θάλασσα· του αποκρίθηκεν ο ένας. — Και τι χαμπάρια; — Τι χαμπάρια; καλά. Απάν' από τον Αγιολιά έπεσε μια φυλλάδα· και το φυλλάδα έγραφεν: Όλος ο κόσμος να χαθή το Ύδρα Σπέτσα γιο. — Μαγάρι, Παναγία μου, να μείνουμε σπορήτες!… Κ' εσύριξε το ρο τόσον ατελείωτο που έσκασαν όλοι τα γέλοια και οι καπετάνοι έκοψαν τη σοβαρή κουβέντα τους. Αλλά του Ξακουστή που εγύριζε τη ρόδα δεν του άρεσε καθόλου η προσβολή κ' ερρίχθηκε στην πρύμη, έτοιμος να πηδήση στην Αιγινήτικη, να δείξη αυτός πώς αναμπαίζουν τους Υδραίους. Ο αναμπαίχτης έτοιμος κ' εκείνος εστάθηκε ολόρθος και τον επερίμενε, να τον σφινώση στα δυνατά μπράτσα του και να τον ρίξη στη θάλασσα.

— Ε μωρέ! φωνάζει στην ώρα ο Πίπιζας· τσιμπάει ο βουτηχτής· στη θέσι σου!

Άδραξε τη λάμα ο Αιγινήτης υπάκουος στη φωνή και το λάστιχο έχυσε ανέμου κύμα μέσα στην περικεφαλαία του πατέρα σου. Ανάσανεν εκείνος βαθειά, επήρε δύναμι και βαστώντας ψηλά τον λάζο ερρίχτηκε να ξετοπίση τον αντίπαλο. Μα ο άλλος τον επερίμενεν άφοβα· τρίχα δεν εσάλευεν από τη θέσι του. Και καθώς τον είδε να πλησιάση αρκετά μια έδωκε με το κεφάλι του στη βαλβίδα κ' εσφεντόνισε σύφουνα νερού στον φεγγίτη απάνω. Ο Ραφαλιάς τα έχασε. Το κλωθογύριστο κύμα εκάθησεν απάνω του σαν σύγνεφο και τον έκλεισε στα σκοτεινά. Ούτε βουτυχτή έβλεπε πλέον ούτε τίποτα. «Πάει, εσκέφθηκε, τόρα θα με φάη!» Αλλά για να μη χαθή άδικα εχαμήλωσε γοργά κ' έδοσε με τον λάζο του μπηχτή στα τυφλά. Στα τυφλά μα δεν έσφαλε. Ο λάζος εχώνεψε μέσα στο αριστερό πλευρό του εχθρού. Πορφυρή φούσκα επήδησεν άξαφνα μέσα στο ξανθοπράσινο νερό σαν πορτοκάλι. Μα εκείνος άρπαξε σφιχτά την τρύπα, έκλεισε καλά την βαλβίδα και ο αέρας φουσκώνοντας το λάστιχο τον έβγαλε απάνω μπαλόνι.

— Ά! συχτίρ! είπεν ο πατέρας σου· έλα τόρα να μου πάρης το μελάτι.

Έσκυψε σύνταχα και άρχισε να ξεριζώνη το σφουγγάρι. Δεν ήταν και μικρό πράγμα. Όλο το γάλα του να έστυβες, να έβγαζες όλη του την πέτσα πάλι θα εζύγιζε τις δύο οκάδες. Δεν επρόφτασεν όμως να το ξεριζώση ολόκληρο κ' εσηκώθηκεν ορθός, σαν να τον εκέντησε δράκενα. Γιατί απόμακρα είδε να έρχεται όγκος θεότρομος, μαύρος και γιαλιστερός. Το φοβερό σκυλόψαρο εμυρίστηκε το αίμα κ' ερχόταν κατ' απάνω του. Σαν πλώρη καραβιού αναποδογυρισμένη εσφίνωνε στο νερό η σαγώνα του και αποκάτω έχασκε κατακόκκινο βάραθρο ο φάρυγγάς του και τα τριγωνικά δόντια του τετράδιπλοι στίχοι άσπριζαν επίφοβα. Στα πλάγια του λαιμού πέντε γραμμές μεγάλες, κατάμαυρες εχόχλαζαν το νερό που έπαιρνε το στόμα του σαν σιφούνοι αδιάκοπα. Και πίσω το κορμί γιγάντιο, μελαψό, με τα φτερούγια του ανοιχτά πέρα — δώθε, με την ουρά γοργογύριστη σαν έλικας βαποριού έφευγεν εμπρός και αφροκοπούσαν τα νερά δαρτά και σκοτωμένα στο διάβα του. Τα ψάρια έτρεχαν κοπάδι, έφευγαν με τρελά πηδήματα αισθαντικά στον κίνδυνο και τον χαμό. Αλλ' όσα ετύχαιναν κοντά του το νερό αντί να τα φευγατίση, προδότης τα επαράδινε στο κύμα κ' έπεφταν αλύτρωτα μαζί στο αχόρταγο στομάχι του.

Όταν το κήτος είδε τον πατέρα σου η παράξενη φορεσιά του φαίνεται πως το ετρόμαξε κ' εστάθηκε δίβουλο και περίεργο. Ποιος ξεύρει γιατί τον επήρε; Τα μάτια του φωτεινοί γλόμποι εστυλώθηκαν ακίνητα επάνω του με κάποια έκφρασι κουτή και ξιπασμένη. Έπειτα άρχισε να φέρνη βόλτες τριγύρω του, να θέλη μια να πλησιάση και πάλι να πισοδρομή αναποφάσιστο. Ο δικός μας σκυφτός στα νύχια με το σταλίκι στον άμμο ακολουθούσε τα κλωθογυρίσματά του, εγύριζε σαν ξόανο στη θέσι του, απάνω στο μελάτι κ' εκύταζε τον εχθρό του κατάματα.

Από απάνω του ετσιμπούσαν το σχοινί κάθε λίγο.

— Έλα! τι κάνεις τόσην ώρα; καιρός να βγης· έτοιμος!

— Περιμένετε! τους ετσιμπούσεν εκείνος.

Πού να έβγη; Μόλις έκανε να τραβήξη απάνω το ψάρι θα ωρμούσε λάβρακας και θα τον έκοβε στα δυο. Τέλος σαν να εκουράσθηκε αργά — αργά επήγε, επλάγιασε στον βράχο και άρχισε να ξύεται. Έξυε την κοιλιά για να κοιμήση τη βουλιμία του. Ο βράχος με τα δεντράκια έτρεμε συθέμελα, σαν να τον έπιασε σύγκρυο.

 — Τόρα κακά τα μπλέξαμε! εσκέφθηκεν ο πατέρας σου. Εδώ θα μας
πάρη η νύχτα.

Αλλά με το σκοτάδι θα εκινδύνευε περισσότερο. Επήρε θάρρος και αποφάσισε με κάθε τρόπο να το διώξη από κοντά του.

— Το ψάρι κοντά μου· τσιμπάει απάνω· έτοιμοι!

— Έτοιμοι.

Τραβά τότε καταπάνω του με το καμάκι ψηλά, με την ξανθοκόκκινη περικεφαλαία θυσσανοσκέπαστη από το χοχλαστό νερό της βαλβίδας, με το μολυβοφορτωμένο στήθος αστραφτερό, με τα γατζούδια της πλατειάς ζώνης τρεμόλαμπα, με το σκοτεινό του λάστιχο θαλασσινός Άρης μέγας και άτρομος. Το θηρίο εσάστισε στην άγρια εικόνα, εδείλιασε με την τόσην ορμή του. Μωρέ τ' είνε τούτο! εκουτοσυλλογίσθηκε. Έκαμε δυο — τρεις φορές να σταθή και ν’ αντικρύση ψυχωμένα τον εχθρό του· είπε πως θα κινήση κ' εκείνο να τον απαντήση στηθάτα. Μα τέλος ενίκησεν ο φόβος του. Μία έδωσε με την ουρά αφροκοπώντας τα νερά κ' εχάθηκε πίσω τους φάσμα πελώριο. Ο δικός μας έμεινε στην ίδια θέσι ως που εκαθάρισαν καλά. Τότε περίγυρα εψαχούλεψε τον βράχο· είδε πέρα — δώθε μήπως ελούφαζε πουθενά ο εχθρός. Τίποτα. Τ' απονέρια του μόνον έδειχναν ακόμη το γοργό διάβα του.

— Πάει στον άνεμο το κουτόπραμα· εσυλλογίσθηκε γελώντας με τον φόβο του.

Άδραξεν ευθύς το μελάτι, μια στο σχοινί κ' έφτασεν απάνω. Βρόντοι, φωνές, χτύποι, σφυρίγματα, πέτρες και ξύλα πλαταγιστά στη θάλασσα υποδέχθηκαν τον βουτηχτή, σαν να τον εχαιρετούσαν για το σφουγγάρι που έφερνε. Δεν ήταν για το σφουγγάρι. Ήθελαν να τρομάξουν τον καρχαρία, για να φτάση στο καΐκι άβλαβος ο πατέρας σου. Τέλος τον άρπαξαν τα παιδιά, του έβγαλαν την περικεφαλαία, τον εξάπλωσαν στο κατάστρωμα και άρχισαν να του γδύνουν το λάστιχο. Νόημα δίνει ο Πίπιζας και το καΐκι έβαλε πλώρη για το Ασπρονήσι.

 — Μη φεύγεις, καπετάνιε· εψιθύρισεν αδύνατα ο Ραφαλιάς· έχει
κάτω πολύ σφουγγάρι.

 — Δεν πειράζει· μας φτάνει σήμερα· απάντησε κυτάζοντας αλλού
εκείνος.

Υποψιάστηκε ο δικός μας κ' εσήκωσε το κεφάλι του. Βλέπει μία με την άλλη τις μηχανές να τραβούν όλες κατά τη στεριά.

— Μην έπαθε κανένας; ρωτάει τον μαρκουτσέρη.

— Ναι· κάποιος έπαθε.

— Από ποια;

— Δεν ξέρω· μακριά ίδαμε τη σημαία του μετζάστρα.

Έφτασαν όλες στο Ασπρονήσι· επήδησαν έξω τα πληρώματα. Καθένας είχε το καρδιοχτύπι του ώστε να ιδή τον νεκρό μήπως ήταν παιδί, αδερφός, συγγενής, φίλος. Όλοι έτρεμαν από την αβεβαιότητα. Τέλος έφτασε και η μηχανή του Πίπιζα και πρώτος επήδησε στην αμμουδιά ο πατέρας σου. Ωιμέ το φριχτό θέαμα! Ο Νικόλας Ραφαλιάς ήταν νεκρός στον άμμο με μια πληγή ορθάνοιχτη στο αριστερό πλευρό κάτω από την αμασχάλη.

Για το μελάτι ο πατέρας σου εσκότωσε τον αδερφό του. Τον έθαψεν εκεί στο έρημο νησί, δίπλα σε χιλιάδες άλλους άτυχους σαν αυτόν και πανέρμους και στον ξύλινο σταυρό του έγραψε μ' ένα κάρβουνο: «Αδερφοσκοτωμένος σφουγγαράς 1876!». Από τότε δεν εβούτηξε πλέον στη θάλασσα, δεν επάτησε μηχανή. Εκεί εκάθησε στο άκαρπο νησί, διώχτης των γλάρων και φύλακας των νεκρών. Τέλος με το πρώτο ντεπόζιτο που ήρθε να πάρη τρόφιμα ήρθε κ' εκείνος. Ετράβηξε ίσα στο σπίτι μου.

— Χρυσούλα, μου είπε κλαίοντας, και οι δύο μια την έχουμε την πληγή. Εσύ έχασες τον αρραβωνιαστικό σου κ' εγώ τον αδερφό μου. Το κακό που έκαμα σ' εκείνον ήρθα να το πληρώσω δουλεύοντας σκλάβος σ' εσένα. Θα γίνω άντρας σου.

Έτσι έγινε άντρας μου ο αντράδερφος κ' έγινε πατέρας σου. Μα δεν έζησε ούτε να σε γνωρίση. Νυχτόημερα τον ετυρανούσε η κόλασι κ' επέθανε μονοχρονίς. Αλλά την ώρα που εξεψύχαε δεν είχεν άλλη κληρονομιά να κάμη παρά τον ίδιο λόγο: Να μη σ' αφήσω και γίνης σφουγγαράς!»

Εφύλαξα την εντολή του πατέρα μου και δεν έγινα σφουγγαράς. Μα και τόρα που εγέρασα στ' άρμενα την ίδια αισθάνομαι αηδία εμπρός σε μια μηχανή. Δεν ξεύρω πώς μου φαίνεται όχι όμως ποτέ σαν πλεούμενο, ευχή του Θεού και καμάρι της θάλασσας. Κάτι επίβουλο και βδελυρό, του Σατανά χειροτέχνημα φαντάζει ακόμη στα μάτια μου.

ΚΑΒΟΜΑΛΙΑΣ

— Τι βοριάς και θρακιάς μου λέτ' εμένα!… τι βοριάς και θρακιάς!… είπεν ο Χούρχουλας κινώντας σοβαρά το κεφάλι. Άκου που σας το λέω. Τις φουρτούνες του Καβομαλιά δεν τις κάνουν ανέμοι.

— Αμ ποιοι τις κάνουν;

— Ποιοι τις κάνουν; Εγώ να σας πω. Όχι, σου λέγει, είνε χοντρός κάβος και χύνει το βουνό κ' έρχεται ο Θρακιάς από πάνω και βγάζουν αψάδα οι Βελανιδιώτισες! Κολοκύθια! Μωρέ τις φουρτούνες του Καβομαλιά δεν τις κάνουν άνεμοι…

— Μα ποιοι τις κάνουν, διάολε, πες μας λοιπόν! εφώναξεν ανυπόμονα ο Αλέξης Σκιαθίτης αράθυμος πάντα.

— Τις φουρτούνες του Καβομαλιά; Εγώ να σας πω· εγώ το ξέρω… Τις φουρτούνες του Καβομαλιά δεν τις κάνουν ανέμοι εγώ να σάς 'πω…

 — Όχι να μη μας 'πης! τον έκοψεν άξαφνα ο Κώστας ο θερμαστής.
Διάολε! κοντεύεις να μας βγάλης την ψυχή με τον Καβομαλιά σου!
Για κάβο τάχα θα τον περάσης κι' αυτόν που τον κατάντησαν πουτάνα
οι ψαρόβαρκες!… Δεν θέλουμε να μας πης τίποτα!

Κ' εγύρισεν αλλού το πρόσωπο, δυσαρεστημένος τάχα και άρχισε να ψιθυρίζη κάτι στο αυτί του συντρόφου του με αγανάχτησι, σαν να του έλεγε: «δεν υποφέρεται βρε αδερφέ, δεν υποφέρεται!…» Ο Χούρχουλας επήρε το πράγμα στα σοβαρά, εκύταξεν ερευνητικά τις φυσιογνωμίες των άλλων, ηθέλησε να τους χαμογελάση και μην ευρίσκοντας θαρρευτή απάντησι αναψοκοκκίνησε σαν παπαρούνα.

— Γιατί ρε παιδί; ετόλμησε μόλις να ρωτήση τον θερμαστή.

Ο Γιαννιός ο Χούρχουλας είχε τη μανία να διηγήται. Μόλις επαρουσιαζόταν η παραμικρή ευκαιρία να καθήση το πλήρωμα, έτοιμος αυτός ν' αρχίση τη διήγησι. Ποια διήγησι; Οποιαδήποτε. Δεν τον έμελλε ούτε για την υπόθεσι, ούτε για το μάκρος της. Ούτε αν ήταν αστεία, ούτε αν ήταν τραγική. Ούτε αν έβγαινεν από τα ξάστερα νερά της πραγματικότητος ή από την ελεφαντένια πύλη των ονείρων και το χρυσόθρονον αίσθημα. Ούτε και αν ήταν επίκαιρη εφρόντιζε. Είχε πεποίθησι στον εαυτό του κ' είχε την δύναμι να βαμπακοστρώνη τον δρόμο και να σέρνη σιγά και ανάλαφρα τα πλέον περασμένα στα μάτια των ακροατών του για τορινά, είτε και να μεταφέρνη τους ακροατές του στις μουχλιασμένες θήκες των περασμένων. Και είχε την τέχνη απάνω στην ξερή πραγματικότητα ν' απλώνη τη μεταξωτή σκέπη του ονείρου και κάτω από τ' όνειρο να θεμελιώνη ακλόνητα την ύλη της πραγματικότητος, τεχνίτης θαυμαστός όπως ο μέγας ήλιος που σύγκαιρα ιδανικεύει με τις αχτίνες του το πέτρινο βουνό και το ανεμόπλεχτο σύγνεφο. Κ' εύρισκε πάντα τον τρόπο, κατά την περίστασι να μικραίνη είτε να πλαταίνη την υπόθεσί του, χωρίς ποτέ να την αφίνη τέρας των άλλων και σύχαμα. Όλα τα ήθελε ισόμετρα, ξάστερα και αρμονικά. Και ήθελε μόνον να τον ακούη το πλήρωμα.

Οι ναύτες τον ήξευραν καλά κ' εδιασκέδαζαν με τις αδυναμίες του. Πότε τον έδιωχναν τάχα από κοντά τους· πότε στην ώρα που εδιηγόταν άρχιζαν όλοι ομόφωνοι τον βήχα· πότε έπιαναν φιλονεικία και τον εσύγχιζαν και κάποτε έφευγεν ένας — ένας σιγά και τον άφιναν ολομόναχον να λέγη και ν' ακούη. Ο Γιαννιός εφουρκιζόταν κ' έβανε όρκο στις μάνας του τα κόκκαλα, στη θάλασσα που αρμενίζει, να μη διηγηθή πλέον τίποτα. Όχι μόνον να μη τους διηγηθή αλλ' ούτε και να τους μιλήση· ούτε να τους κάμη συντροφιά ποτέ. Και ήταν βέβαιος πως άμα χάσουν τη συντροφιά του, τα διηγήματά του μάλιστα άμα υστερηθούν θα σκάσουν όλοι από το κακό και την πλήξι τους. Δεν ήταν όχι καταλαχάρης άνθρωπος ο Γιαννιός ούτε έλεγε λόγια του ανέμου!…

Ίσως αυτή του η αυτοπεποίθησις δεν ήταν και καθόλου άδικη. Γιατί το πλήρωμα μόλις τον έφερνε σ' εκείνη τη θέσι έπεφτε πάλι και τον επροσκαλούσε κοντά του και τον επαρακάλει να ξαναρχίση, δίνοντάς του υπόσχεσι πως θα τον ακούση με προσοχή. Και ο Γιαννιός ασυνέριστος εξέχανεν τους όρκους και άρχιζε τη διήγησι δίχως χρονοτριβή. Εσυνείθιζεν όμως πρώτα με λόγια μισοκομμένα, με ύφος πολυκάτεχου ανθρώπου να συσταίνη στους ακροατές του εκείνο που θα διηγηθή. Τόρα με την πρώτη διαμαρτύρησι του θερμαστή και το παγερό ύφος των συντρόφων ο Γιαννιός έχασε το θάρρος του. Οι συμβιβασμοί άργησαν να έρθουν και αυτό τον απέλπιζε. Αλλ' άξαφνα επλησίασεν ο Μπαρμπαγιώργης ο ναύκληρος, είδε την ψεύτικη έκφρασι των ναυτών, τη στενοχώρια του κ' εμάντεψε όλα:

 — Σώπα ρε συ· είπε στον Κώστα με αυστηρή φωνή. Άσε τον Γιαννιό
να μας διηγηθή τίποτα.

 — Ναι, έλα Γιαννιέ, πες μας! είπαν παρακαλεστικά και οι άλλοι
ναύτες.

— Εγώ να σας πω, ναι· άρχισεν ευθύς εκείνος ξαναβρίσκοντας την ευθυμία του· κι' αν δεν σας λέγω αλήθεια, να τον έχω αντίδικο. Τις φουρτούνες του Καβομαλιά δεν τις κάνουν ανέμοι· τις κάνουν τα στοιχειά.

— Τα στοιχειά! μωρέ λόγο που μας είπες! εφώναξεν αναμπαιχτικά ο θερμαστής. Κ' οι ανέμοι τάχα δεν είνε στοιχειά; Ο Βοριάς δεν είνε στοιχειό ανήμερο που καταλεί πέντε στο φαγί και δέκα στην καθησιά του και αν δεν γεράση δεν ταξειδεύεται! Η Νοτιά δεν είνε χειρώτερη από πουτάνα που όσο γεράζει τόσο και ζετσιπώνεται! Ο Σορόκος, ο Γαρμπής, ο Γρέγος, ο Πουνέντες όλοι τι άλλο είνε παρά στοιχειά, που αναταράζουν τη θάλασσα και καταντούν για μιας άχρηστα σανίδια τα καμαρωτά πλεούμενα; Μωρέ λόγο που μας τον είπε κι' ο Γιαννιός!

Εκείνος εγύρισε και τον είδε με βλέμμα παθητικό και αδύνατο.