WeRead Powered by ReaderPub
Λόγια της Πλώρης: Θαλασσινά Διηγήματα cover

Λόγια της Πλώρης: Θαλασσινά Διηγήματα

Chapter 6: Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΤΗΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A series of maritime short stories and sketches presents a narrator's intense attraction to the sea, his progression from childhood play to hard apprenticeship aboard ships, and vivid depictions of storms, shipboard labor, captains' cruelty, sailors' songs, legends and shipwrecks. Episodes balance lyrical observation with gritty realism, exploring the sea's beauty and danger, the stubborn solidarity among seafarers, and the role of fate and superstition in lives shaped by long voyages.

Τέλος είδε στον βράχο μια μεγάλη σπηλιά. Βλέπει τη σπηλιά, μπαίνει μέσα. Μπαίνει μέσα, τι να ιδή; Τοίχους γδυμνούς περίγυρα. Πάει βαθειά· σκοτάδι, πίσα. Αυτιάζεται καλά· ακούει στο σκοτάδι τικ — τακ, τικ — τακ σιγαλό σαν ν' αργοστάλαζε νερό. Κοντοζυγόνει· ξανοίγει χάμου μία λακκούλα που εδεχόταν του βράχου τη διαμαντένια σταλαγματιά. Του ήρθε σαν δίψα· — γονατίζει, πίνει από το νερό· ξεδιψάει. Του ήρθε σαν κάμμα· παίρνει από το νερό και νίβεται· δροσολογάται. Αστόχαστα βγάνει κ' ένα ψαράκι που ηύρε νεκρό στις πέτρες και το ρίχνει μέσα. Μα το ψαράκι εζωντάνεψεν ευθύς και αρχίζει να τριγυροφέρνη, να πηδά ευτυχισμένο, αχόρταγο στη νέα του ζωή.

— Μπρε! λέγει κάνοντας τον σταυρό του.

Αλλά την ίδια ώρα αισθάνεται κ' εκείνος το αρρωστημένο του κορμί να θρέφεται σαν στέλεχος πλατάνου που παίρνει νερό στις ρίζες του. Τα λέπια πέφτουν από 'πάνω του και δείχνεται το δέρμα ολομέταξο. Αίμα πύρινο κουφοδρομεί στις φλέβες του· ψυχή με άλλη ψυχή σταυρόνονται και γιγαντώνουν στα φυλλοκάρδια του· φτερά έκαμε να πετάξη στα επουράνια. Κουφάρι ήταν περιστέρι έγινε.

— Μπρε! ξαναλέγει· έλα Χριστέ και Παναγιά κοντά μου!

Τρέχει έξω· κράζει τους συντρόφους του. Γυρίζουν εκείνοι στις φωνές, κυτάζουν με απορία και σταυροκοπούνται. Άγγελος είνε άνθρωπος είνε, δεν ξεύρουν.

— Μωρέ ποιος είσαι συ; ερωτάν.

 — Εγώ, ο μούτσος, ο κασιδιάρης· κουφάρι ήμουν περιστέρι γίνηκα·
φτερά έχω να πετάξω στα επουράνια.

Τρέχουν κοντά· τον κυτάζουν αποδώ, τον φέρνουν αποκεί, τον καλογνωρίζουν.

— Αμ ποιος σ' έκαμ' έτσι;

— Έτσι κ' έτσι· ηύρα τ' αθάνατο νερό.

— Πώς; — πού;

— Μέσα στη σπηλιά.

Ακούνε και θαυμάζουν, ρίχνουν ό,τι είχαν στα χέρια τους και τρέχουν στη σπηλιά. Φτάνουν έξω από τη σπηλιά, πιάνουν φιλονικεία.

— Όχι εγώ θα 'μπω πρώτος.

— Όχι εγώ.

Λόγον προς λόγο πιάνονται στα χέρια. Πιάνονται στα χέρια. τραβούν τα στυλέτα· μακελοκόβονται. Να τι θα ειπή παλιόκοσμος! Για να εύρουν την αθανασία ηύραν όλοι τον θάνατο εμπρός στην πηγή της.

Το ναυτόπουλο καθώς είδεν αυτά πηδάει στ' ορθολίθι και βάνει τις φωνές. Ακούνε από τις φρεγάδες, ρίχνουν άλλες βάρκες στη θάλασσα, α — λά τα χέρια στα κουπιά, βγαίνουν έξω. Μαθαίνουν κ' εκείνοι το θαύμα, ρίχνονται όλοι στη σπηλιά· μα αντί να χωρίσουν πιάνουν τη φιλονεικία.

— Όχι εγώ θα μπω πρώτος.

— Όχι εγώ.

Λόγον προς λόγο πιάνονται στα χέρια, τραβούν τα στυλέτα· μακελοκόβονται κ' εκείνοι.

Το ναυτόπουλο βλέποντας έτσι πηδάει πάλι στ' ορθολίθι και βάνει τις φωνές. Βάνει τις φωνές, ακούνε από τις φρεγάδες, ρίχνουν και τις επίλοιπες βάρκες στη θάλασσα, βάνουν όλο το πλήρωμα μέσα και βγαίνουν έξω οι καπετάνοι. Βγαίνουν έξω, ρίχνονται αποδώ, τρέχουν αποκεί, φωνάζουν, βρίζουν, φοβερίζουν μα ποιος τους ακούει; Όλοι οι άντρες είνε πιασμένοι στα χέρια. Μανία σκοτωμού κ' αιμάτου δίψα εκυρίευε καθένα που επλησίαζε σ' εκείνη τη σπηλιά, λέγεις και άχνιζε γύρω του Κάη ο αψύς θυμός, είτε την είχεν η Έρις οριστική κατοικία της. Οι ναύτες με τα στυλέτα θρήνο έκαναν· οι σκλάβοι που δεν είχαν στυλέτα, εσήκωναν τις βαρειές αλυσίδες και με την πρώτη άνοιγαν βαθύν τον τάφο του εχθρού τους. Όσοι δεν είχαν αλυσίδες, πέτρες εζερρίζωναν· και όσοι δεν είχαν πέτρες είχαν τα δόντια και τα νύχια τους, που εκατέβαζαν λουρίδες το κρέας. Το αίμα έλαμπε, ρουμπίνι ανεχτίμητο στις άσπρες πλάκες περίγυρα. Οι σάρκες εσπαρτάριζαν, θλιβερά κοψίδια στα μαύρα χώματα. Οι σκοτωμένοι, κρύος σωρός έφραζαν την είσοδο της σπηλιάς και οι λαβωμένοι εβαρυβογκούσαν πονετικά στον κούφιον αέρα. Και όμως δεν έπαυεν ακόμη ο σκοτωμός. Η δίψα του αιμάτου όσο επήγαινε όλο εμεγάλωνε. Ίδιοι οι καπετάνοι άρχισαν να αισθάνωνται κάποιο άφαντο χέρι να τους σπρώχνη μέσα στον όλεθρο και δύο — τρεις φορές ασυλλόγιστα έφεραν το χέρι στο στυλέτο κ' εγλυκόσυραν τη μισή λάμα έξω από το θηκάρι της.

Μα εκρατήθηκαν.

— Μωρέ σκυλιά, τι κάνουμε! είπαν αναμεταξύ τους. Τούτο είνε θεϊκή κατάρα!… Σε τι εκριματίσαμε κ' ήρθαμε να σφαγούμε συνατοί μας εδώ στον έρμο βράχο!…

Ρίχνονται αμέσως στα γόνατα· κλαίνε, μύρονται, σταυροκοποιούνται.

— Αμάν, θεέ μου! σώσε μας από το κακό και ταζόμαστε όλοι στη χάρι σου. Ξεχάνουμε τον κόσμο και τα καλά του· απαρατούμε γυναίκες και παιδιά· έλεος!

Μόλις ετάχθηκαν οι καπετάνοι αμέσως έπαψε το κακό. Με μιας εσυνήρθε το πλήρωμα. Σαν να μην ήξευραν τι έκαναν ως τόρα, είδαν με φρίκη τον σκοτωμό και τα αίματα εμπρός τους. Έρριξαν στη θάλασσα τα θανατοφόρα όργανα, που πριν έσφιγγαν στα δάχτυλα με τόσο πείσμα και άρχισαν να κλαίνε απαρηγόρητα τους συντρόφους που εσκότωσαν με τα ίδια τους χέρια.

Οι καπετάνοι επήραν τότε το ναυτόπουλο να τους δείξη τη σπηλιά για να εύρουν το αθάνατο νερό. Άμα το εύρουν, εσκέφθηκαν, ανασταίνουν εύκολα τους σκοτωμένους. Πάνε μέσα στη σπηλιά, ψάχνουν αποδώ, γυρεύουν αποκεί· σταλιά νερό. Ο μισητός φόνος εμόλυνε το αθάνατο κ' έφυγε να κρυφθή από τα μάτι του ανθρώπου· μαζί εχάθη και το ψαράκι. Φαρμακωμένοι τόρα εβγήκαν έξω οι καπετάνοι. Αλλ' ως που να έβγουν ακούνε που εφρεσκάριζεν ο καιρός. Ευθύς ζωντανά τα κύματα άρχισαν να δέρνωνται στα ριζιμιά σπηλάδια.

— Τις βάρκες, μωρέ παιδιά! φωνάζουν δυνατά.

Ώστε να το ειπούν, οι βάρκες βρίσκονται καρφωμένες στα δόντια του βράχου και ροκανίζονται αργά και άσφαλτα με τον αφρό και την ορμή του κυμάτου. Απελπισμένοι πηδάνε στ' ορθολίθι ν' αγναντέψουν τις φρεγάδες. Μα πού φρεγάδες; Το κύμα που ερχόταν δυναμωμένο από του Τσιρίγου το στενό και ο άνεμος, άξιοι και οι δυο ναυτικοί, επόδισαν σύνωρα τα καμαρωτά πλεούμενα και τους έδωσαν δρόμο στο ανοιχτό πέλαγο.

Τότε οι καπετάνοι έπεσαν στα γόνατα. Φως φανερά έβλεπαν τόρα πως ήταν θέλημα θεού ν' απομείνουν πάνω στο έρημο και φοβερό ακρωτήρι. Ένα με το άλλο έχτισαν εκεί με τον καιρό τα εικοσιτέσσερα μοναστήρια. Μα το αθάνατο νερό από τότε δεν εξαναφάνηκε. Μόνον δύο φορές τον χρόνο, στην πρώτη Ανάστασι και του Σωτήρος, την ώρα που ανοίγουν τα Επουράνια, ο βράχος ρίχνει, δώρον ακριβό από μία στάλα στη γη. Αλλά κανείς δεν την βλέπει. Πολλοί πηγαίνουν και ξενυχτούν μέσα στη σπηλιά, καλόγηροι και λαϊκοί, άντρες και γυναίκες, με τα μαντήλια στο χέρι και τα μάτια κολλημένα στου βράχου το μακαριστό μαστάρι. Όμως άδικα ξενυχτούν. Ο βράχος το βγάζει και η γη ζηλιάρα το αναρουφά ευθύς. Φοβάται νομίζεις το αχόρταγο τέρας μη το αποχτήσει ο μαύρος άνθρωπος και γλυτώσει από το φοβερό της χωνευτήρι. Και οι ξενυχτισμένοι φεύγουν κάθε χρόνο με την ίδια πίκρα στην ψυχή, χωρίς να ειδούν εικόνα της αθανασίας άλλη παρά τα κάτασπρα κόκκαλα των σκοτωμένων, που κοίτονται βωμός ακόμη στη μέση της σπηλιάς.

Εγώ είδα τα κόκκαλα κ' εγώ άκουσα για τις φρεγάδες τις βασιλικές. Από τα τόσα τέρατα μόνον εκείνες ηύραν την αθανασία! Αφού παράδειραν για χρόνια στ' ανοιχτά εκατέβηκαν σύγξυλες στους ξανθούς άμμους του βυθού. Η μία βρίσκεται στης Κρήτης τα νερά· η άλλη κάπου στη Ρόδο και οι άλλες δύο ανάμεσα στα Δωδεκάνησα. Είνε ακόμα ίδιες και απαράλλαχτες, όπως την ημέρα που επρωτοφάνηκαν στα νερά του Καβομαλιά. Είνε χυτές πρύμη — πλώρη· κ' έχουν τις αρματωσές τους βασιλικές κ' εκείνες. Τα κατάρτια τους ατόφια προύτζινα από κάτω στη σκάτσα ως απάνω στη γαλέτα. Τις αντένες όλες ατσαλένιες· σχοινιά και ξάρτια από καμηλότριχα και τα πανιά τους ολομέταξα. Αν ερωτήσης για τις κουπαστές και τις μπαταρίες τους στο σύρμα είνε ντυμένες. Κ' έχουν στην πλώρη για θαλασσομάχο ένα διαμαντοκόλλητο σταυρό, τρόμο των στοιχειών και φρίκη του κυμάτου. Στην πρύμη, απάνω στο τιμόνι έχουν το Άγιο Ευαγγέλιο και στο μεσανό κατάρτι ψηλά σ' ένα δικέφαλον αητό την Παναγιά, που λάμπει — προσκυνώ τη χάρι της — σαν αυγερινός. Κάθε αυγή με το πρώτο ανάβλεμμα του ήλιου, οι φρεγάδες αστραποβολούν, άγγελοι ασπροφόροι ανάμεσα στα γαλανά νερά. Τόρα ψυχή δεν έχουν· έρημες είνε από ναύτες και καπετάνιους. Όμως θα έρθη ώρα που ψυχή θα πάρουν και γοργόνες καστρορίχτισες θα σμίξουν και θα σύρουν πάλι στον δρόμο τους. Και θα γυρίσουν νικηφόρες πίσω στα πατρογονικά μας τα Λιμάνια, στον δοξασμένο θρόνο του αναστημένου μας του Βασιλιά.

Ωιμέ η πίστις και τα όνειρα! Από τα τόσα τέρατα ναι, μόνον εκείνες ηύραν την αθανασία.

Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΤΗΣ

Τον Μπάρμπα — Καληώρα τον υποναύκληρο, συχνά θέλουν να τον πειράζουν οι σύντροφοί του. Και για να τον πειράξουν δεν χρειάζονται παρά να του ειπούν το στερεότυπο εκείνο:

— Έλα, πες μας Μπάρμπα — Καληώρα, πόσες φορές εναυάγησες;

Στο άκακο ερώτημα ο γεροναυτικός ανάβει άξαφνα σαν δαδί. Το σκευρωμένο από τα χρόνια και το ψήλωμα κορμί του ορθώνεται: Ποσειδώνιο και αλύγιστο· το γελαστό και άδολο πρόσωπό του συγνεφιάζει σαν μαρτιάτικος ουρανός· τα μάτια του σπιθοβολούν από θυμούς και φοβερίσματα και με την αρβανίτικη προφορά του, κομματιαστή και βαρειά και συρμένη, γυρίζει και τους λέγει:

Μωρέ άιντε πορ!.. Εσείς να πάτε να βυζάχτε γάλα κ' ύστερα να' ρθήτε να μιλήστε μεταμένα. Αμή!.. τον καιρό που εγώ αρμένιζα τα πέλαγα, εσείς δεν ήσαστε μουδέ σπόρος στ' αχαμνά του πατέρα σας!..

Το πλήρωμα, τότε γελά, σκαστά και τρανταχτά γέλοια και γελά μαζί του ο Μπάρμπα — Καληώρας ο υποναύκληρος. Έτσι κ' ένα μεσημέρι ενώ η πρώτη βάρδια χορτασμένη έρραφτε κάποιο πανί και η δεύτερη, ολόγυρα στις καραβάνες εγευμάτιζε με σκύλινη όρεξι, ηθέλησαν πάλι να πειράξουν τον υποναύκληρο. Τόρα όμως δεν εθύμωσε. Ούτε το σκευρωμένο κορμί του ορθώθηκε Ποσειδώνιο και αλύγιστο, ούτε το πρόσωπό του εσυγνέφιασε σαν μαρτιάτικος ουρανός, ούτε τα μάτια του εσπιθοβόλησαν από θυμούς και φοβερίσματα. Έμεινεν ήσυχος εκεί που εκαθόταν και μόνον τη σακκορράφα επαραίτησε μισοπερασμένη στο πανί κ' εστύλωσε τα μάτια στη θάλασσα, με αόριστο χαμόγελο στα χείλη. Έβλεπε τάχα το κύμα που άπλωνε ήμερο εμπρός ή τον ίσκιο του πλοίου που με τη σκάφη ψηλή πρύμη — πλώρη, τ' αγέρωχα κατάρτια, την καμαρωτή κοντραγέφυρα και τον ψηλό καπνοδόχο και το μπαστούνι φοβερό, εγλυστρούσε σαν πολεμικός κριός απάνω στα νερά; Ποιος το ξεύρει! Αλλ' αφού για κάμποσην ώρα έμεινεν έτσι, εγύρισε αργά τα μάτια περίγυρα και βλέποντας κοντά τον ναύκληρο που έστριφε τα έμπολα μιας γούμενας, είπε με τόνο προφητικό:

— Να ξεύρης καλά, Μπαρμπαγιώργη, που η θάλασσα έχει τη δικαιοσύνη της όπως και η στεριά. Και την έχει καλήτερη από τη στεριά. Εδώ δεν έχει λόγια· έκαμες — έλαβες· σου το εκρέμασε ώστε να ειπής απίδι· σου το ετίναξε απάνω σαν αστραπόβολο!… Μα το κακό που είδα σ' εκείνο το καταραμένο καράβι! Δεν επολυκαίρισε ούτε μήνα. Τι λέγω ούτε μήνα; Ούτε δεκαπέντε ημέρες· μωρέ ούτε δέκα! Μονοβδόμαδα έκαμε — έλαβε. Και έτσι είνε το σωστό. Ό,τι γίνει στη θάλασσα γρήγορα λησμονιέται. Ο ναυτικός δεν κάθεται να ψιλοκοσκινίζη το καθετί όπως ο στεριανός· δεν έχη καιρό για μυρολόγια. Έγινε — πέρασε· πάει με το αγέρι, με το κύμα, με τον αφρό, με την τρικυμία, με του καιρού τα διάβατα. Για τούτο πρέπει εκείνο που θα έρθη να έρθη σύγκαιρα. Μόνον τότε σταματάει τον νου, τρομάζει τη συνείδησι και την κάνει να σκεφθή, πως βρίσκεται κάτι ανώτερο ψηλά που βλέπει αόρατο του καθενός το δίκηο.

Ήμουν, θυμούμαι, άνεργος στην Πόλη. Δεν ξεύρω πώς μου ήρθε και αποφάσισα να κατεβώ στην Ύδρα να στεφανωθώ. Μα ημέρα με την ημέρα να εύρω καράβι γνώριμο, έφαγα τα λεφτά που είχα για τον γάμο. Από τον Σιφνέικο καφενέ στη Σαντορινιά ταβέρνα· από τη Σαντορινιά ταβέρνα στο Κεμεραλτί. Χαρτιά, κρασί, γυναίκες νυχτόημερα! Σε δεκαπέντε ημέρες έβαλα και χρέος τρία τάληρα στον καφενέ και δεκατρία φράγκα στην ταβέρνα. Όσο για το Κεμεραλτί μην ερωτάς. Λίγο έλειψε να μου φορέσουν το φεσάκι και να με βάλουν να παίζω τη λατέρνα στην πόρτα.

Μα τον δουλευτή που είνε γερός μη τον φοβερίζης. Εκείνες τις ημέρες εβγήκε λόγος στην Κρασόσκαλα πως ένας Σπετσώτης καπετάνιος ναυτολογεί για τη Μαύρη Θάλασσα. Η αλήθεια είνε πως εγώ το άκουσα τελευταίος. Ο ταβερνάρης που μ' επίστωνε ήρθε ένα βράδυ και μου λέγει στο αυτί:

— Πάρε το καρτάκι για χαρτζιλίκι και τράβα στο Μπουγιούκδερε. Γύρεψε το μπαρκομπέστια του καπετάν Μπισμάνη κ' έμπα μέσα. Αυγή χαράματα σαλπάρετε για τη Μαύρη Θάλασσα.

Ήπιαμε το καρτάκι στο πόδι με τον καλοθελητή μου, επήρα τα ρούχα στον ώμο και γραμμή για το Μπουγιούκδερε. Αυγή χαράματα επήραμε την άγκυρα. Μα ο καπετάνιος ξεκολλημό δεν είχε από τις κουμπάρες. Ξεύρεις τι σου είνε· ζωντανό στολίδι του Βόσπορου! Τέλος εβγήκαμε από τα Μπουγάζια. Ηύραμε νοτιά τον καιρό· σε τέσσερες ημέρες επεράσαμε στο Κέρτζι, στην εμπατή της Αζοφικής. Αρχές Νοέμβρη έτοιμοι πάλι για ταξείδι. Επλάκωσεν όμως η Πεντέχτη. «Στη χάση — πιάση αρμένιζε, Πεντέχτη στο λιμιώνα» έλεγαν οι παλαιοί. Ο καπετάν Μπισμάνης ήταν φρόνιμος· αν δεν έβλεπε καλοσυνάδα τα σημάδια του καιρού δεν έλυνε πρυμόσχοινα. Μα τι να φέρη ο διάβολος για τις αμαρτίες μας; Ο καπετάνιος είχε μία κάσσα γλυκά σπιτίσια να τα δωρίση στον έμπορο. Για να μην πληρώση τελωνείο τα δίνει μία νύχτα σε φίλους του να τα βγάλουν λαθραία. Αλλά την αυγή μαθαίνει από τον έμπορο πως την κάσσα την έπιασαν οι τελωνοφυλάκοι. Ακούοντας έτσι τρέχει στο καράβι. Οι Ρούσοι δεν χωρατεύουν. Δεν τους εκόστιζε τίποτα να πάρουν το πράγμα, να κατασχέσουν το καράβι και όλους να μας στείλουν αλυσοδεμένους στη Σιβηρία. Ούτε καιρό εκύταξε ούτε τίποτα, μόνον πάρσιμο την άγκυρα κ' εμπρός. Και να ιδής που συνεπήρε και άλλους το κίνημά του. Πολλά καράβια ήσαν έτοιμα να φύγουν μα έμεναν βλέποντας συλλογισμένον τον καιρό. Τόρα όμως εβγήκαν κ' εκείνα στα πανιά. Μα η Πεντέχτη έδειχνε πως δεν θα παίξη. Γύρω τα ουρανοθέμελα ήσαν κατάσκουρα· ο ήλιος εβασίλεψε συλλογισμένος. Άσπρος και λερωμένος σαν άπλυτο καραβόπανο εστριφογύριζε γοργά, λέγεις κ' εβιαζόταν να κρυφθή στα κύματα, πριν τον προφθάση η αναστάτωσι των στοιχείων. Τα δελφίνια έτρεχαν κοπαδιαστά επάνω στον καιρό κ' επηδούσαν έξω από τα νερά, σαν να τα εκυνηγούσε καμμία φάλαινα. Οι γλάροι με τον λαιμό στους ώμους, χαμωπετώντας και σκούζοντας έφευγαν κατά τις στεριές. Ο καπετάνιος βλαστημώντας τους Ρούσους και τον έμπορο και τα γλυκά, ετοιμάστηκε να παλαίψη παληκαρίσια.

— Άλα, παιδιά· εφώναξε, κυτάζοντας περίγυρα σαν αγριόγατος· μάινα πανιά! ούτε φούσκα να μείνη στις σταύρωσες, ούτε σχοινί στα ξάρτια, ούτε χαραμάδα στο κατάστρωμα!…

Σε μισή ώρα ούτε φούσκα έμεινε στις σταύρωσες, ούτε σχοινί λυτό στα ξάρτια, ούτε χαραμάδα εύκαιρη στο κατάστρωμα. Τ' αμπάρια, η πλώρη, η κάμαρη του καπετάνιου, το μαγεριό εκαρφώθηκαν όλα που δεν επέρναγε τρίχα. Επλάκωσε τέλος η νύχτα και μαζί επλάκωσεν η ανυπομονησία μας. Όσο επλησίαζαν τα μεσάνυχτα τόσο εμεγάλωνε το ψυχοβάσανο.

— Ε και να μας τον έφερνε τρεμουντάνα!

— Ας τον πάρη πρώτα στην όστρια, οστριασορόκο και βλέπουμε.

— Σιγά, παιδιά, και πλακώνει το πουνεντεμαΐστρο· στη βόλτα βρίσκονται σιγόντοι καιροί. Σωπάτε και άβρεχοι θα πάμε στα Μπουγάζια.

Εξελαιμιαστήκαμε κυτάζοντας περίγυρα. Και ο σκύλος ακόμη ο Καψάλης, στην άκρη του μπαστουνιού καθισμένος, ετέντωνε τον λαιμό κ' έρριχνε μακριά τη μούρη του, σαν να εμυριζόταν τον άνεμο. Η σκοτεινιά της νύχτας, του κυμάτου το φούσκωμα, η φωνή και ο αφρός· των αρμένων το τρίξιμο, του καραβιού το κύλιμα, το σχοινάκι που παραλυμένο εχτυπούσε δίπλα στον θαλασσομάχο και η αλυσίδα που έσκουζε κουλουριασμένη στον μπαμπά, όλα είχαν φωνή και μας έδειχναν πως κακή γκαστριά έκανεν η Φύσις. Μόνον ο καπετάνιος ορθός εμπρός στην κάμαρή του, ετραβούσε την πίπα χωρίς κίνημα κανένα του προσώπου, λέγεις και ήταν από μάρμαρο.

Απάνω στα μεσάνυχτα ήρθε το πρώτο φύλλο παγωμένο. Δεύτερο φύλλο κ' εξέσπασε φοβερός ο γρεγολεβάντες. Εκείνο που υποψιαζόμαστε όλοι χωρίς να το ξεστομίζομε έγινε· ο χειρότερος καιρός της Μαύρης Θάλασσας μας άρπαξε στα φτερά του. Αλλοίμονο στο σιταρόσπειρο που πέφτη, στου μύλου τα δόντια!

Εφτά ήμαστε στο μπαρκομπέστια και ο καπετάνιος οχτώ. Και οι οχτώ μάτι δεν εκλείσαμε, τσιγάρο δεν εστρίψαμε όλη νύχτα. Ντυμένοι με τους μουσαμάδες, άλλος εδώ και άλλος εκεί, κάτω από τις βάρκες, πίσω από το μαγεριό, στη ρίζα του καταρτιού, όπου επρόφτανε καθένας εγύρευε μέρος να σταθή. Αλλά μόλις εμαζωνόταν ένα κύμα έφθανε και τον έλουζε από πάνω ως κάτω. Ζωντανή θάλασσα έμπαινε απ' όλες τις μέρες κ' επελάγωνε. Τα μπούνια ορθάνοιχτα και δεν ημπορούσαν να την κεφαλώσουν. Ένα κύμα έφευγε δύο ερχόνταν. Τυχερό που το καράβι ήταν καλοθάλασσο και ο καπετάνιος σωστό θαλασσοπούλι. Με το ρέκασμα που έκανε το κύμα μακριά εγύριζε την πλώρη και το εδεχόταν στα πλάγια· αλλοιώς θα επαθαίναμε μεγάλη ζημία. Κ' έτσι όμως η ζημία δεν έλειψε. Διπλή ζημία, φοβερώτερη και τρομερώτερη η μια από την άλλη. Ένα κύμα ήρθε και μας άρπαξε τη μικρή βάρκα από τους μούρσους και την εχόρευε στο κατάστρωμα σαν καρυδόφλουδο. Ερρίχτηκαν δύο — τρία παιδιά να την αρπάξουν. Μα πώς να κρατήσουν αρκούδα λυσσασμένη; χέρια είνε, δεν είνε ατσαλοσίδερο! Την ώρα που άπλωναν κατά την πλώρη, εκείνη στην πρύμη ευρισκόταν. Και την ώρα που άπλωναν στην πρύμη, στην πλώρη έφτανε. Αν την έβλεπες πώς επηδούσε, αν την άκουες πώς εμούγκριζε και αγκομάχα, πώς εσυνέπαιρνε ό,τι εύρισκεν εμπρός της, πώς έκοβε τα σχοινιά, πώς έσπαζε τα σίδερα χωρίς να παθαίνη τίποτε, θα επίστευες πως ήταν ο διάβολος σωστός.

— Το 'κόνισμα παιδιά· το 'κόνισμα! φωνάζει ο ναύκληρος υποψιασμένος.

Καθώς άκουσε το εικόνισμα, ελύσσαξεν ο τρισκατάρατος. Έκανε ολάκερο ξύλο να τρέμη σαν το φυλλοκάλαμο. Και στην ώρα που το έφερναν, φοβερά ρεκάζοντας επήδησε στα κύματα με τον Γιώργη το Σπετσωτάκι, που ήθελε να παλαίψη μαζί της. Για μία στιγμή, τον είδα κάτου σε βαθειά και θεοσκότεινη λαγκαδιά ν' αντρομαχέται απελπισμένα. Και άξαφνα είδα κύμα θεόρατο, με χίλια νύχια και μύριους αποκλαμούς, να τον παίζη στο αφρισμένο στόμα του και να μας τον πετά με βρισιά και φοβέρα. Ρίχνομαι να τον αρπάξω· αλλά σύγκαιρα πισωπατώ ανατριχιασμένος. Ο δύστυχος εκρεμόταν στην κουπαστή με το κεφάλι ανοιγμένο και σκόρπια τα μυαλά, με τους αρμούς τριμμένους, τα κρέατα λυωμένα, τσακισμένα όλα του τα κόκκαλα. Δεν επρόφτασα να συνέρθω από τη φρίκη και το κύμα, το ίδιο κύμα που μας τον έρριξε πριν, ήρθε πάλι και τον άρπαξε λυσσάρικο. Κακόμοιρο παιδί! ήταν ο καλήτερος της συντροφιάς μας!

Ήρθε τέλος η αυγή. Καλήτερα όμως να μην ερχόταν αφού ήταν να μας δείξη τέτοιο θέαμα! Είδες το καλοκαίρι που βάνουν φωτιά στις καλαμιές οι τσοπάνιδες για το χορτάρι, πώς σηκώνονται κολώνες οι καπνοί και κλείουν τον ορίζοντα; Έτσι κολώνες ανέβαιναν κλωθογύριστοι από τη θάλασσα στον ουρανό. Και τι ουρανό; πυκνό και βρώμικο σαν από ξαντό κουρελιών, χαμηλώτερον από την αμπασογάμπια των καταρτιών μας. Η γαλέτα, ο κοντραπαπαφίγγος και ο παπαφίγγος εχώνευαν μέσα του. Μου εφάνηκε πως ευρέθηκα έξαφνα στην αρχή της δημιουργίας, όταν ο ουρανός ήταν τόσο χαμηλά που τον έγλειφαν τα βωδάκια· πως οι καπνοί δεν ήσαν παρά της μεγάλης φωτιάς που άναψε το φίδι για να τον κάψη. Και απ' ώρα σε ώρα επερίμενα, να ιδώ την καλόγνωμη σαύρα να φέρνη το νερό στο στόμα της για να σβύση την φωτιά, ο ουρανός να ψηλώση γαλανός, ο ήλιος παντοδύναμος να διώξη τους καπνούς, να φανή η γη πλουτοδότρα και χιλιόκαλλη, να λάμψη η θάλασσα ήμερη και γελαστή και τα πετούμενα επάνω στ' ανθισμένα κλαδιά να ψάλουν μυριόστομον ύμνο στον Δημιουργό, για την ταχτοποίησι των στοιχείων.

Όνειρο ήταν η ελπίδα μου. Οι καπνοί όλο και πυκνότεροι εγινόνταν· ψηλά, χαμηλά μας έζωναν περίγυρα και δεν εξεχώριζα παρά καμμία φορά άσπρον τον αφρό θεόρατου κυμάτου, πράσινου σαν αλογόπετρα. Κατά το μεσημέρι κάπως αραιώθηκαν οι καπνοί και είδα μακριά, τον ίσκιο ενός μπάρκου, που εκαταίβαινε με τα πανιά του τρίγγου και της αμπασογάμπιας. Επιάσαμε κ' εμείς τραβέρσο απάνω στον καιρό με τα κάτω πανιά. Μα ώστε να το καλοϊδώ το έχασα πάλι από τα μάτια μου. Οι κολώνες άρχισαν πάλι ν' ανεβαίνουν σιγά σιγά κλωθογυρίζοντας τις άπιαστες τουλούπες τους κ' επυκνώθηκαν ολόγυρά μας άλλες χαμηλές, άλλες ψηλότερες, άλλες συμμαζεμένες, άλλες φυτεμένες στη γραμμή, άλλες κλαδεμένες απότομα, στις κορφές, εδώ αδερφωμένες εκεί αριοφύτευτες. Κ' εμείς εκεί μέσα θαμμένοι, καταμόναχοι, μισοπαγωμένοι και θεονήστικοι, έλεγα πως είμαστε σε κανένα δάσος από εκείνα των παραμυθιών τα μαγεμένα, που έχουν δέντρα και πατουλιές, κρεβατωσές και καμάρες αεροΰφαντες· που άνθρωπος δεν διαβαίνει, και πουλί πετούμενο δεν λαλεί και θηρία δεν μονιάζουν παρά βασιλεύει ερημία και σκοτάδι κυβερνά και η παγωνιά καταλεί, αργά και άσφαλτα τους δύστυχους που επλάνεψεν η τύχη στ' ανήλιαστα μονοπάτια τους!

Και όμως ούτε τ' αγριεμένα κύματα που έχασκαν να μας καταπιούν, ούτε οι ατμοί που μας εστράβωναν, ούτε η παγωνιά που έπηζε το αίμα στις φλέβες, μας εβασάνιζε τόσο, όσο η λάμια που είχαμε ζωντανή μέσα μας και αλυχτούσε κ' έσχιζε με τα νύχια ίδια τα κρέατά της. Θεόστραβη, μωρέ, η πείνα εθέριζε τα σωθηκά! Ήρθε ώρα που αφίσαμε κάθε δουλειά κ' ερρίξαμε όλοι φωνή αγριεμένη, που τα θηρία της θάλασσας ετρόμαξαν ακούοντάς την. Είπαμε να ξυλώσουμε τ' αμπάρια, να σπάσουμε την πλώρη και ας ήταν ο θάνατός μας. Ο καπετάνιος είδε τη στιγμή κ' έβγαλε από την κάμαρή του ένα κουτί γαλέτες κ' ένα μποτηλάκι με ρούμι. Γαλέτα με βούτυρο και ρούμι ζαμάικα! Εθεριέψαμε όλοι. Επλάκωσε η νύχτα θεοσκότεινη και άγρια. Άγριοι κ' εμείς σαν δράκοι ετοιμαστήκαμε να παλαίψουμε στήθος προς στήθος με τον Χάρο.

Άξαφν' ακούω στην πλώρη στριγγιά τη φωνή του σκοπού και την καμπάνα που εχτύπαε διαβολεμένα. Την ίδια ώρα άλλη παρόμοια φωνή και άλλος καμπάνας ήχος ακούστηκε να βγαίνη από το τρισκότιδο. Όποιος δεν άκουσε στη ζωή του τέτοια φωνή και τέτοια καμπάνα, χίλιες φορές καλότυχος και καλόμοιρος! Ο κίνδυνος της θάλασσας δεν έχει γλώσσα φοβερώτερη από αυτή. Την ακούς μία στιγμή και την θυμάσαι ως που να πεθάνης. Τι σου λέγει καλά — καλά δεν προφτάνεις να καταλάβης, τ' αυτιά σου δεν προκάνουν ν' ακούσουν τον ήχο και τον ρουφάει αμέσως ανατριχιασμένη η ψυχή και τον αισθάνεται, μαχαίρι δίκοπο και κατάκρυο, όλη σου η ύπαρξις. Άκουσες αυτόν τον ήχο; δέκα χρόνια από τη ζωή σου έχασες! Γιατί πίσω του ακολουθάει πάντα, όπως πίσω από την πατρική κατάρα το ξεθεμέλιωμα της γενεάς, ένας χτύπος κρύος που θυμίζει αμέσως το χώμα και το νεκροκρέβατο. Και νάτος! αντήχησεν ο αναθεματισμένος χτύπος κ' αισθάνθηκα το καράβι να σπαράζη σύσκαρο, σαν να το έπιασαν σπασμοί. Πηδάω στην πλώρη. Ένα θεόρατο μπάρκο με τα πανιά του τρίγγου και της αμπασογάμπιας ήταν κολλημένο μάσκα με μάσκα στο δικό μας. Ήταν εκείνο που είδα μια στιγμή το μεσημέρι και το έχασα πάλι. Τραβέρσο εμείς τραβέρσο εκείνο ετρακάραμε στη βόλτα. Εκεί ν' ακούσης φωνές και κακό! Ο καπετάνιος του μπάρκου έβριζε τον δικό μας και τον έλεγε τσοπάνο· ο δικός μας έβριζε και τον έλεγε παπλωματά! Οι σκοποί στην άκρη της πλώρης, έτοιμοι ήσαν να πιαστούν μαλλιά με μαλλιά. Οι ναύτες τρέχαν από πρύμη σε πλώρη μη ξεύροντας τι γυρεύουν, βλαστημώντας χωρίς να ξεύρουν ποιόν και γιατί. Άλλοι εγύρευαν τις βάρκες να ρίξουν στη θάλασσα και για βάρκες έπιαναν τις κουπαστές. Ο Κράπας εγύριζε σαν το άλογο στο αλώνι, σέρνοντας πίσω του μία γούμενα με την ελπίδα πως ήταν το σεντούκι του. Ο Κουτρούφης ο Σιφνιός ετραβούσε τα μακριά του τα γένεια, πιστεύοντας πως ετραβούσε τη σκότα του παπαφίγγου. Ο Μπαρμπατρίγγας ο Μυκονιάτης ελούφαξε πίσω από τον αργάτη λυσοδένοντας τα βρακιά του. Ούτε οι σκύλοι δεν έμεναν ήσυχοι. Ο Καψάλης και ο άλλος του μπάρκου με την τρίχα σηκωμένη, τα μάτια κατακόκκινα, σκαρφαλωμένοι στα παραπέτα άφριζαν δαγκάνοντας ξύλα και σχοινιά και αλυχτούσαν, νομίζεις πως έβριζεν ο ένας «τσοπάνο!» και του απαντούσεν ο άλλος «παπλωματά!» Έβριζαν οι καπετάνοι, εφώναζαν οι ναύτες, αλυχτούσαν τα σκυλιά, η θάλασσα ερέκαζε, τα καράβια ανεβοκατέβαιναν κ' ετριζοκοπούσαν αχώριστα, σαν δύο θηρία που αρπαγμένα στόμα με στόμα πάσχουν να γονατίση το ένα τάλλο· και ο άνεμος εβογγούσε στα σχοινιά! Και από ψηλά τα φανάρια της γραμμής έχυναν το χρωματιστό φως τους σιωπηλά, έκπληκτα θαρρείς για το πικρό δράμα.

Μέσα στη σύγχισι εγώ δεν ξεύρω πώς ευρέθηκα στην πλώρη. Σκύφτω, τι να ιδώ; Όλη η δεξιά μάσκα φαγωμένη και το κύμα άγριο εχυνόταν στο αμπάρι κ' αισθάνομαι το κατάστρωμα να φεύγη από τα πόδια μου. Δεν χάνω καιρό, πηδάω στο μπάρκο.

— Παιδιά, εδώ! φωνάζω.

Γιατί επήδησα στο μπάρκο; γιατί εφώναξα «παιδιά εδώ»; Κ' εγώ δεν ξεύρω. Είδα πως ήταν γερό εκείνο; έλπισα πως θα εσωνόμαστε με αυτό; Τίποτα δεν είδα, τίποτα δεν έλπισα. Στη φωνή μου επήδησαν και οι άλλοι στο μπάρκο και ο καπετάνιος υστερνός. Και απάνω στην ώρα· πέντε λεφτά αργότερα όλοι θα επηγαίναμε στον πάτο. Γιατί από το αδιάκοπο τίναγμα ήρθε μία στιγμή κ' εχωρίστηκαν τα καράβια. Το μπαρκομπέστια εστέναξε βαθειά, εβούτησε με την πλώρη, έγειρε στο δεξί πλευρό, ανατινάχτηκε με μία, ώστε που άνοιξε πλατειά η θάλασσα και το έκλεισε αφροκοπώντας στην αγκαλιά της. Μα ιδές τι Θεού συνεργεία! Το μπαρκοπέστια κατεβαίνοντας εσυνεπήρε μαζί το μπαστούνι του μπάρκου με όλα τα σχοινιά και τους φλόκους και τα σίδερα. Την ίδια στιγμή έρχεται ένα φύλλο δυνατό και ρίχνει κάτω και το πλωριό κατάρτι με όλες του τις σταύρωσες. Αμέσως αλάφρωσε το ξύλο. Έβγαλεν ένα δυνατό στέναγμα, σαν άλογο γονατισμένο από βαρύ φορτίο, αντρειεύτηκε κ' ετινάχτη με την πλώρη ολόρθη. Στο ξαφνικό ορθοπλώρισμα εκυλίσαμε όλοι στην πρύμη σαν ασκιά.

— Άλα παιδιά, στις τρόμπες! φωνάζει αμέσως ο καπετάνιος· μονάχα οι τρόμπες είνε η σωτηρία μας!

Ριχνόμαστε πρόθυμα άλλοι εδώ άλλοι εκεί για τις τρόμπες. Μα το μπάρκο τόρα ήταν έμπρυμο· η πλώρη και η μισή καρίνα ήταν στήθος ελεύθερο εμπρός ώστε με το σκαμπανέβασμα το κατάστρωμα εκαταντούσε κάθετο σαν νεροσυρμή. Ήταν όμως αυτό και η σωτηρία μας. Γιατί και του μπάρκου η μάσκα ήταν φαγωμένη· αλλά το άνοιγμα ψηλότερο τόρα έπαιρνε λιγώτερο νερό. Ως τόσο ηύραμε τις τρόμπες και αρχίσαμε το τρομπάρισμα.

Εξημέρωσε τέλος ο θεός την ημέρα. Μα τι ημέρα; Ουρανός και θάλασσα είχαν μία θολωμάρα που έσφιγγε την καρδιά. Πλέον συχαμένη αυγή δεν θυμούμαι ν' απάντησα στη ζωή μου! Νομίζεις πως την έστειλεν επίτηδες ο Θεός για να μας συνηθίση στη νύχτα του τάφου. Άξαφνα εκεί που ετρομπάριζα ακούω τον ναύκληρο κάτι να σφυρίζη στο αυτί του καπετάνιου. Αυτιάζομαι. Οι παλαιοί ναύτες του καραβιού έλειπαν όλοι. Ακόμη έμαθα πως το μπάρκο ήταν Ιταλικό κ' ευθύς μου ήρθαν της νύχτας οι φωνές, που μέσα στον αναβρασμό τους έδινε την έννοια που ήθελε η ζαλισμένη φαντασία μου! Ανατρίχιασα όλος. Οι ναύτες εκείνοι επήδησαν, βέβαια στο καράβι μας όπως εμείς στο δικό τους και μαζί τους ερούφηξε η θάλασσα. Έλειπεν όμως η μεγάλη βάρκα και ίσως σ' εκείνη εζήτησαν τη σωτηρία τους. Κυτάζω γύρω· τίποτα. Τους εσυχώρεσα και τους εξέχασα. Ηύρε ως τόσο τον κόχυλα κ' εφύσηξε ο ναύκληρος δύο — τρεις φορές. Αλλά μόνον η φωνή του ακούστηκε βαρειά και στριμμένη, σαν ανάμπαιγμα που έστελνε το άσπλαχνο το πέλαγο.

Κατά το μεσημέρι ο ήλιος έσχισε τον πυκνόν αιθέρα κ' έρριξε μιαν αχτίνα του μακριά. Τα βουνά της Θεοδοσίας ψηλά, χιονισμένα, έβγαιναν σαν κρυσταλλένια παλάτια μέσ' από τα θολά νερά και τον σκούρον ορίζοντα. Είμαστε κάτου από την Κριμαία. Αν ήταν τρόπος να πλησιάζαμ' εκεί θα είχαμ' ελπίδα σωτηρίας. Αλλά το μπάρκο στην κατάστασι που ευρισκόταν έμοιαζε σώμα νεκρό και ανεμόφερτο. Και μήπως είχε σκοπό να λιγοστέψη η χιονιά; Όσο επήγαινε Τούρκος εγινόταν. Φύλλο στο φύλλο έρχονταν οι άνεμοι και άρπαζαν την παγωμένη άχνη στα φτερά τους και την εστριφογύριζαν σύγνεφα εδώ κ' εκεί σαν κουρνιαχτό στα τρίστρατα. Ήταν Σαραντάημερο, βλέπεις και όλα τα συντάγματα, των διαβόλων ήσαν πεσμένα στο γιαλό. Και ο βασιλιάς τους ακόμη, που έχει παντοτεινό θρόνο του τη Σαντορίνη, μέσα ήταν κ' εκείνος και οδηγούσε τα φοβερά φουσάτα του στον πόλεμο και χαλασμό του κόσμου. Η θάλασσα αφροκοπούσε από άκρη σε άκρη κ' εκυνηγούσαν ένα το άλλο τα κύματα κ' εψήλωναν κ' εδέρνονταν κ’ εβαρυβογγούσαν, γκαστρωμένα τον όλεθρο και τον χαμό. Δεν επίστευες πως ήσαν νερό εκείνα παρά θηρία ανήμερα, λύκοι και λέοντες και τίγρεις και ύαινες, αρκούδες ασπρομάλλες, που κοπάδια πεινασμένα έβγαιναν από τα σκοτεινά ουρανοθέμελα και ωρμούσαν, κατάρα του πελάγου και πικρή χολή στο άμοιρο καράβι μας. Ένα κύμα εδώ επλάκωνε πύρινο, με το στήθος πλατύ εμπρός, τρίζοντας τα δόντια του και φοβερίζοντας, σηκώνοντας ψηλά Μεδούσιο κεφάλι, σαν να εζητούσε μέρος κατάλληλο να ριχθή για να δώση το τελειωτικό χτύπημα. Άλλο εκεί εγλυστρούσε ταπεινό, σαν την τίγρι που σέρνεται της κοιλιάς να πλακώση κοιμάμενο τον εχθρό της και καθώς έφθανε κοντά, εψήλωνε για μιας θεόρατο, εκαβάλαε το κατάστρωμα, εσάρωνε ό,τι εύρισκεν εμπρός, ξύλα και σχοινιά και σίδερα κ επερνούσεν αντίπερα, γρούζοντας ακόμη και αλυχτώντας με πείσμα που δεν ημπόρεσε να φέρη περισσότερη καταστροφή. Παρέκει άλλο ερχόταν από μακριά ψηλό, φουσκωμένο, ακράτητο, ανεμοκυκλοπόδης πολεμιστής με τη φαρέτρα του γεμάτη από φαρμακερά βέλη, με την ψυχή μεστωμένη από πύρινο θυμό, ανυπόμονος να κάμη και να δείξη, θέλοντας να σκορπίση σκόνη τον εχθρό του. Αυτή του όμως η ανυπομονησία και ο θυμός έκαναν να σκάη πριν φθάση στον σκοπό του και μανισμένο για τούτο, έστελνε τους αφρούς ολέθρια της λύσσας του δείγματα. Και άλλα μύρια εσπρόχνονταν ολόγυρα βιαστικά ποιο να χτυπήση πρώτο, ποιο να καταφέρη τη δυνατώτερη πληγή, διαλέγοντας το μέρος που θα σκαλώσουν απάνω, σαν ασκέρι άγριο πολιορκητών γύρω σε αντρειωμένο και άπαρτο κάστρο. Ένα εδώ ελάγκευε και άρπαζε με αφρισμένα δόντια την κουπαστή· άλλο εκεί με το παίξιμο της ουράς του έκανε τρίμματα τη σκάλα· άλλο με προβοσκίδα φοβερή εσούβλιζε πέρα — πέρα τα παραπέτα και άλλο έπιανε από την πρύμη κ' ετάραζε σύγξυλο το πλεούμενο, σαν κουρέλι. Και άλλα, κοπάδι ολόκληρο, εγονάτιζαν κ' εγλυστρούσαν φίδια κάτω από την καρίνα και για μιας επηδούσαν ολόρθα, να τ' αναποδογυρίσουν πασχίζοντας. Κ' εκείνο έγερνε αποδώ, εδιπλάρωνεν αποκεί, εβούτα με την πρύμη στα τάρταρα, εσηκωνόταν με την πλώρη μεσουρανίς, εδερνόταν κ' εβογγούσε κ' εστέναζε αργά και πονετικά, σαν αισθαντικό πράγμα μέσα σ' αυτά τα τέρατα. Ήρθε στιγμή που το εσυμπόνεσα. Εξέχασα τον δικό μου κίνδυνο κ' εγύρισα σ' εκείνο την προσοχή μου, μην ημπορώντας να φαντασθώ τι τάχα τους έφταιξε και ήσαν τόσον οργισμένα εναντίον του τα κύματα;

Το μπάρκο είχε δύο τρόμπες· μία στην πρύμη και μία στην πλώρη. Για να κινηθούν ήθελαν από τρεις ανθρώπους καθεμία. Στην αρχή δεν ήθελαν ν' αφήσουν τον καπετάνιο να καταπιαστή με τις τρόμπες. Μα έπειτα έγινε ο μοναχός αλλαχτής μας. Επήγαινε πότε στη μία, πότε στην άλλη κ' έτσι έβγαινε ο ναύτης κ' έπαιρνε λίγη ανάσα. Από την ώρα που έγινε το τράκο ως την αυγή εδουλέψαμε καλά. Αν δεν ολιγόστεψε το νερό, δεν ημπόρεσε όμως και να μας κεφαλώση.

Δεν ξεύρω γιατί η νύχτα και ο κίνδυνος αγριεύουν τόσο τον άνθρωπο, θηρίο γίνεται· χωρίς να θέλη αφρίζει· χωρίς να σκεφθή δίνει σώμα στον κίνδυνο. Τον φαντάζεται άνθρωπο, δράκο πελώριο, Γολιάθ σωστόν και αυτός, μικρός Δαυίδ γυρεύει να παλαίψη μαζί του, να τον καταβάλη, έχοντας πεποίθησι στο πείσμα που τον κάνει εφτάψυχον. Νομίζει πως τον έχει εμπρός του· πως τον αρπάζει από τη μέση και τον βροντά χάμου, σαν καρπούζι. Τον βρίζει· και καταλαβαίνει τη βρισιά να του κάθεται μυλόπετρα στην ψυχή και να τον πνίγη. Τον φτει· και βλέπει το ρόχαλό του κακή παρασαρκίδα να του ντροπιάζη το πρόσωπο. Δίνει γροθιά στη γροθιά, κλωτσιά στην κλωτσιά, δάγκωμα στο δάγκωμα. Παλαίβει με τα χέρια, με τα πόδια, με τα γόνατα, με το κεφάλι, με τα δόντια, με τα νύχια. Γύρω στο σώμα του αισθάνεται να φυτρώνουν τόσα μέσα αμύνης απροσμάχητα, που απορεί πώς δεν τα ήξευρε από πριν. Πιστεύει πως είνε ο Εκατόγχειρας. Λέγει πως και τον ανασασμό του ακόμη αν θελήση να μεταχειρισθή θ' αποσβολώση τον εχθρό του. Τον σπρώχνει αποδώ, αποκεί τον ξεσχίζει, αλλού τον στραγκαλίζει. Αισθάνεται να τον περιχύνη το αίμα του, τα κοψίδια να κρέμωνται στα δάχτυλα του σπαρταριστά κ' εκείνος όλο φυσά και όλο θυμώνει και αντρειεύεται, όπως ο Ιακώβ όταν επάλαιψε νύχτα με το Είδος του Θεού.

Σε τέτοια θέσι τόρα ήμουν κ' εγώ. Όλη νύχτα επάλαιβα με τις τρόμπες και ούτε κόπο εκατάλαβα, ούτε κρύο, ούτε νύστα, ούτε τίποτα. Πείσμα μόνον φοβερό, που έλεγα πως ήμουν ικανός να καταπιώ τα πέλαγα. Επατούσα την τρόμπα κ' ενόμιζα πως έβγαινεν άμπουλος το νερό. Μόλις όμως επλάκωσε η ημέρα εκόπηκαν τα ήπατά μου. Ο καπετάν Πήλιουρης που λέγουν οι Κρανιδιώτες πως εβγήκε από τον τάφο και γυρίζει περιπλανώμενος στον κόσμο, δεν έχει ποτέ τη δική μας κατάστασι. Εφουσκώσαμε τόσο κ' εμαυρίσαμε που δεν εγνώριζεν ένας τον άλλον! Τα μαλλιά του κεφαλιού μας, τα μουστάκια, τα γένεια εσκλήρυναν σαν αγκάθια· ο ανασασμός δροσόπαγο εκαθόταν απάνω μας. Τα μάτια χωμένα μέσα στα πυκνά ματόφρυδα, έχασκαν άσπρα και άφωτα σαν σαλιγκάρια. Όσο για το μπάρκο το μισό είχεν απομείνει. Ούτε παραπέτα, ούτε κουπαστές, ούτε ξάρτια, ούτε πανιά είχεν ακέρια. Και το άνοιγμα κάτω από το όκιο έχασκε πάντα σαν διψασμένος Τάνταλος! Στο θέαμα εκείνο είπαμε όλοι να παραιτήσουμε τον ανώφελον αγώνα. Μα η φιλοτιμία μάς εσυγκρατούσε. Τέλος πρώτος ο Δημήτρης ο Σκοπελίτης, αξιώτερος και πλέον χεροδύναμος της συντροφιάς, δίνει ένα φάσκελο της τρόμπας και βρίζοντάς την, τρέχει και ξαπλώνεται τ' ανάσκελα στο κατάστρωμα.

— Μωρέ, σκυλί! του φωνάζει ο καπετάν Μπισμάνης, — τι κάνεις;

— Δεν μπορώ πια.

— Μωρέ θα χαθούμε! εδώ έχουμε τσ' ελπίδες μας.

— Ας χαθούμε· έτσι κ' έτσι θα μας φάη που θα μας φάη το κύμα· κάλλιο μια ώρ' αρχήτερα. Ελύθηκα…

Και αλήθεια έλεγε. Όλοι είμαστε λυμένοι. Τα γόνατά μου έτρεμαν τα δάχτυλά μου, όπως ήσαν κλεισμένα στο σίδερο της τρόμπας έτσι έμεναν. Ούτε ν' ανοίξουν ούτε να κλείσουν περισσότερο ειμπορούσαν. Τα μπράτσα έμεναν σκληρά και αλύγιστα σαν ατσάλι. Είχα έναν πόνο στα νεφρά· καθώς έσκυφτα να πατήσω την τρόμπα ήθελα βοήθεια για να σηκωθώ από πίσω. Έτοιμος ήμουν να την παραιτήσω και να ξαπλωθώ, προσμένοντας ήσυχα τον θάνατο. Αλλά στην ώρα που έκανα τη σκέψι ακούω τον ναύκληρο να φωνάζη από την πλώρη:

— Πανί, παιδιά! ένα πανί!…

— Ένα πανί! φωνάζω κ' εγώ χωρίς να ιδώ τίποτα.

Είδαμε τέλος όλοι μακριά ένα μικρό χαμηλό πανάκι που αρμένιζε τον μαΐστρο. Δεν ήταν μεγαλήτερο από φούσκα και όμως εφάνηκε θεόρατο. Με μιας εζωντάνεψα. Όχι εγώ· όλοι μας. Και ο Σκοπελίτης ακόμα επήδησεν ορθός κ' ερρίχτηκε στην τρόμπα που έκαμε να τρίξουν όλα της τα χάρβαλα. Αγαλλίασις εκυρίεψεν όλους· ενομίζαμε πως ήρθε η ώρα να πηδήσουμε στη στεριά. Δένουμε αμέσως τη σημαία κόμπο στο χαϊμαλί ψηλά και αρχίζουμε να φωνάζουμε, να φυσάμε τον κόχυλα και να κινούμε τις σκούφιες μας. Μόλις σαν χελιδονάκι που σιγοπετά προμηνώντας την άνοιξι εφαινόταν το καράβι ασώματο μακριά, λέγεις και ήταν της διψασμένης φαντασίας μας δημιούργημα. Και όμως επίστεψα πως μας είδε, πως άκουσε τις φωνές, εγνώρισε τον κίνδυνο κ' ερχόταν βόλι καταπάνω μας. Ήρθε μάλιστα στιγμή που αφήσαμε μάρμαρο τις τρόμπες έτρεξε καθένας στην πλώρη για να εύρη τίποτα χρειαζούμενο να πάρη μαζί του.

— Μωρέ, παιδιά, βουλιάζουμε! ακούω άξαφνα τη φωνή του καπετάνιου.

Πηδάω έξω. Για πέντε λεφτά το νερό μας εκεφάλωσε. Ερριχθήκαμε πάλι ν' αρχίσουμε τον αγώνα. Αλλά τόρα δεν μας εφαινόταν βαρύς. Το καράβι όλο κ' επλάκωνε απάνω μας. Σε λιγάκι εφάνηκε ολόκληρο το σκαφίδι. Βέβαια είδε τη σημαία μας κ' ερχόταν να μας σώση. Αλλά δεν ξεύρω γιατί άξαφνα εκρύωσε η καρδιά μου. Κάτι ελάλησε μέσα μου. Κάτι μου εψιθύρισε πειστικά κ' επίσημα, πως το καράβι εκείνο δεν ήταν φίλος όχι· ήταν εχθρός αδιάφορος. Και τόσο εστοίχειωσε η δυσπιστία στην ψυχή μου, που ενώ οι σύντροφοι άφησαν πάλι την τρόμπα, εγώ τίποτα.

— Ρε Καληώρα, δεν την παραιτάς πια την έρμη! γυρίζει και μου λέγει ο καπετάνιος· να το πλάκωσε· τι παιδεύεσαι άδικα;

— Δεν πειράζει· είπα εγώ.

Δεν ήθελα να ξεστομίσω την υποψία μου γιατί ήξευρα πως θα μ' έπαιρναν όλοι για παλαβό. Το μπάρκο επλησίαζε. Εδιάβαζα μάλιστα και τ' όνομά του στις κουλούρες· το έλεγαν «Σωτήρα».

— Α! α! α!… έβαλαν όλοι χαρούμενες φωνές.

Από εκείνους ούτ' εκινήθηκε, ούτ' εφώναξε κανείς. Είδα καλά τον τιμονιέρη στο τιμόνι, τον καπετάνιο εμπρός στην κάμαρή του, τον ναύκληρο και πεντέξη ναύτες με τις σκότες στα χέρια. Όλοι έστεκαν και μας εκύταζαν περίεργα μα ούτε σχοινιά ετοίμαζαν ούτε τίποτα. Μόνον ο σκύλος τους, ένας σκύλος μαλλιαρός, κατάμαυρος μ' ένα κεφάλι χοντρό, ολοστρόγγυλο σαν μπόμπα κανονιού, μας έστελνε αλλεπάλληλο το άγριό του αλύχτιμα.

— Τους άτιμους! εψιθύρισα.

— Για ποιους λες; μ' ερώτησεν ο καπετάνιος.

— Για τους σκύλους.

Κ' ερρίχτηκα πάλι με τα δυνατά μου στην τρόμπα.

— Όρεξι που την έχει ο Καληώρας· είπεν ο καπετάνιος γελώντας· θαρρείς και θέλει να την ξαραθυμίση.

Ως τόσο το μπάρκο ήρθε μία βόλτα κ' έπεσε δίπλα μας, δεκαπέντε οργυιές μακριά. Μα βλέπω άξαφνα τον καπετάνιο να γυρίζη στον τιμονιέρη. Μια τιμονιά και το παίρνει σοταβέντο. Τότε βάνουμε όλοι τις φωνές.

 — Μωρ' αδέρφια, πνιγόμαστε! πού μας αφίνετε; σωτηρία!…
Αδέρφια, πνιγόμαστε!… σωτηρία! .

Ακούστηκε κάποια φωνή κ' επάψαμε βουλώνοντας ένας του άλλου το στόμα. Και μέσα στο ρέκασμα του κυμάτου και το ανεμοφύσημα, ακούστηκε χαρόσταλτο ανάμπαιγμα η φωνή:

— Στην άλλη ζωή!… στην άλλη ζωή!…

Δεν το επίστευαν τ' αυτιά μου· δεν ήθελε η ψυχή μου να το ακούση! Είπα πως ο καπετάνιος ήθελε να παίξη την αξιοθρήνητη θέσι μας, να γελάση με τον φόβο μας· και άρχισα να πεισμώνω περισσότερο για τα άνοστα χωρατά παρά για τη σκληρή του πράξι. Ο «Σωτήρας» όμως πάντα εμάκραινε. Βάνουμε πάλι τις άγριες φωνές:

— Μωρ' αδέρφια πνιγόμαστε! πού μας αφίνετε! σωτηρία! πνιγόμαστε, σωτηρία! ….

Εβουλώσαμε πάλι το στόμα· εκρατήσαμε τον ανασασμό. Και η φωνή από το μπάρκο, συντροφιασμένη το ρέκασμα του κυμάτου και το ανεμοβόγγισμα, πλέον δυνατή και αναμπαίχτρα εξαναδευτέρωσε:

— Στην άλλη ζωή!… στην άλλη ζωή!…

Τότε δεν ξεύρω κ' εγώ τι μας έπιασε· δεν θυμούμαι πώς μας ήρθε. Ο «Σωτήρας» άξαφνα μου εφάνηκε κακότροπο τέρας και τα πανιά του σαν χείλη πλατύτατα που έχασκαν κ' επεριγελούσαν τη θλιβερή μας μοίρα. Και το κύμα το μανισμένο και το αέρι το τρελλό επίστεψα πως εξανάλεγε με διαβολική χαρά και ειρωνεία:

— Στην άλλη ζωή!… στην άλλη ζωή.

Έμεινε όπως ευρέθηκε καθένας για πολλή ώρα.

Και άξαφνα, εσκορπίσαμε τρελλοί, εσκαλώσαμε στα κατάρτια και μονόγνωμοι αρχίσαμε να φασκελώνουμε τον προδότη και να του φωνάζουμε:

— Της μάνας σου το κέρατο!… Της μάνας σου το κέρατο!…

*

Όταν άφησα το κατάρτι, το μπάρκο ήταν πολύ μακριά. Τόρα δεν έμοιαζε παρά με νυχτερίδα, της ερημιάς και των τάφων βασίλισσα, που σιγοπετά θεότυφλη μέσα σε χρυσορρόδινη ατμόσφαιρα. Κάπου άρχιζαν να ξανοίγουν τα θεμέλια τ' ουρανού, αργά όμως σαν να επάλαιβαν μεταξύ τους οι καιροί κ' έμενεν η Φύσις αναποφάσιστη ακόμη. Έγερνε να βασιλέψη ο ήλιος και η θάλασσα κρασοκόκκιννη έδινε ζωηρήν εικόνα μιας ναυμαχίας, που χίλια πλεούμενα ανακάτωσαν τον βυθό της και μύριοι νεκροί έβαψαν με το αίμα τα νερά της. Το κύμα καθώς έσκαζε ψηλά, εσπιθοβολούσε πολύχρωμο και βροντερό, σαν να εκυλούσε θρίμματα λογχών και γυμνά σπαθιά, κομμάτια οβουζίων και κάνες ντουφεκιών, δίκοπους μπαλντάδες και μαχαίρια και κράνη χάλκινα και θώρακες και ασπίδες, σπρώχνοντας να τα ρίξη πέρα στην ακρογιαλιά μαζί με τα σκοτεινά κορμιά, για να ιδούν οι άνθρωποι τα ολέθριά τους έργα και να φρίξουν. Και μέσα στην υγρή άχνη που ανεμόφτερη έτρεχε κατά τη νοτιά ως ψηλά στον πυκνόν ουρανό, το Τόξο με τ' αρμονικά χρώματά του έλαμπε ζωνάρι ανεχτίμητο, υφασμένο από νεράιδας χέρι απάνω σε αεροκάμωτο διασίδι. Μα τι κατάρα που την επήραμε κ' εμείς! Το θεόσταλτο σημάδι που προλέγει πάντα την ησυχία των στοιχείων, στους ναυτικούς εγράφηκε να προλέγη θαλασσοταραχές και αγριοκαίρια.

Είδες Τόξο την αυγή; καλοσύνη το βραδύ. Είδες Τόξο το βραδύ; κακοσύνη την αυγή!

Σύγνεφα μεγάλα, σταχτιά σαν βουνά αθάλης με χοντρά ισκιόφωτα, με λαγκαδιές πυκνοντυμένες, μ' εξογκώματα εδώ που άστραφτε το αφράτο μάρμαρο, με κορυφές εκεί ψιλοπελεκημένες που έλαμπε το χρυσοβαμμένο κρύσταλλο, εδώ με ποτάμια πλατιά και κόκκινα, εκεί με καταρράχτες ψηλούς, ασημόχυτους, έφραζαν από άκρη σε άκρη της δύσις τα ουρανοθέμελα. Και απάνω στις ομάλιες είτε στις πλαγιές, χωριά έβλεπες με τ' άσπρα τους σπιτάκια να κρέμωνται στην άβυσσο και παληκάρια με βιολιά και λαβούτα να μεθοκοπούν στους δρόμους και παρθένες βεργολυγερές να χορεύουν στις αυλές ανεμοπόδαρες. Μέσα στα ποτάμια έβλεπες καράβια ν' αρμενίζουν με άξιους κ' ευτυχισμένους ναύτες και στις λαγκαδιές βαθειά, ασπρόμαλλα κοπάδια να δροσολογιώνται τόσο, που επρόσμενες ώρα την ώρα ν' ακούσης τα κυπριά να κουδουνίσουν και τη φλογέρα του βοσκού τους να γλυκολαλή. Στο ένα διάσελο εδώ ταιριαστό αντρόγυνο εφιλιώταν με πόθο και στο άλλο εκεί, γέροντας ξαπλωμένος στο ηλιοπύρι ερρουφούσεν ευτυχισμένος μακρύ τσιμπούκι και παρέκει δουλεύτρα λυγερή εμασούριζε στην ανέμη της· στο 'δώθε βουνό ανέβαινε γάμου συμπεθεριό λαμπροντυμένο με τα στεφάνια και τα φλάμπουρα· και στο 'κείθε ερροβόλα νεκροπομπή με τους σταυρούς και τα ξεφτέρια της. Παρακάτω χρυσόφτερο δελφίνι αργοκυλιόταν σε κροκκοβαμμένη θάλασσα· και παραπάνω το σκυλόψαρο επαραμόνευε τον σφουγγαρά, που ξερριζώνει το σφουγγάρι από τον άμμο του βυθού, ενώ δίπλα η γυναίκα του ανάβει το καντήλι του Αγίου Νικόλα και γονατιστή παρακαλεί και λέγει, να φυλάη από την ορφάνια τα παιδιά της κ' εκείνην από την πικρή χηριά! Πλατειά και μεγάλη απλονόταν η αεροΰφαντη ζωγραφιά, που την βλέπει καθένας και αλλοιώτικη, σύμφωνα με του νου τα καμώματα και της ψυχής τους πόθους. Πόσες φορές κ' εγώ στην πλώρη ξαπλωμένος, είδα εμπρός μου ολοζώντανα τ' άπιαστα της φαντασίας μου πλανέματα κ' επλημμύρισε μια στιγμή από χαρά η καρδιά μου! Και πόσες φορές, όταν ο άνεμος αργοκινώντας τα σύγνεφα ανεκάτωνε τα υφάσματα και άλλαζε τη ζωγραφιά, έτρεμα μήπως χάσω τη μόνη μου παρηγοριά! Μα τόρα δεν έβλεπα εκεί παρά του καταποντισμού μας την εικόνα, τη θλίψι και την απελπισία των συγγενών μας και ανεμοκλωσμένη την απάνθρωπη φωνή του καπετάνιου, που με το ρέκασμα του κυμάτου και το μούγκρισμα του ανέμου αδερφωμένη μας ευχόταν:

— Στην άλλη ζωή!… στην άλλη ζωή!…

Άρχισα να πιστεύω πως εξεγραφτήκαμε από του κόσμου το βιβλίο· πως επαραδοθήκαμε βορρά στα κύματα· πως οι άνθρωποι ετράβηξαν χέρι μήπως συνεπάρη κ' εκείνους του θεού η κατάρα. Και άλλοι, αν μας απαντήσουν έλεγα, έτσι βέβαια θα μας φερθούν. Όμως από τις πολλές φωνές του καπετάνιου που δεν έχανε το θάρρος του, επιάσαμε πάλι τις τρόμπες. Μα με τι χέρια και με τι ψυχή; Ετρομπάραμε καμμιά ώρα κ' έπειτα ένας — ένας τις αφήσαμε μάρμαρο κ' εξαπλωθήκαμε στο κατάστρωμα. Επλάκωσεν ως τόσο η νύχτα. Και τι νύχτα; χειρότερη και τρομερώτερη από τις άλλες. Μαυρίλα — πίσσα. Κόλαση σωστή. Ούτε άστρα στον ουρανό, ούτε φανός στη θάλασσα κανένας! Τα σημάδια της καλοσύνης έσβυσαν ένα με το άλλο. Είπε μία στιγμή να φυσήξη πονεντογάρμπι· αλλά πάλι το εγύρισε γρεγοτρεμουντάνα. Χιόνι άρχισε να μας σκεπάζη· εθυμήθηκε, βλέπεις ο ουρανός πως εχρειαζόμαστε σάββανο! Νέκρα έπεσε στο καράβι κ' ενόμιζες πως ήταν παντέρημο στα κύματα. Μόνον στην πλώρη αγουριότουν το σκυλί και η τρόμπα στην πρύμη έβγαζε αργά και ρυθμικά το θρηνητικό της σκούξιμο, κάτω από του καπετάνιου τα χέρια.

— Μωρέ ναύτες που τους διάλεξα! εμουρμούριζεν εκείνος· ένας κ' ένας· Να χαθούν δε βρίσκονται σ' όλη τη γη!… Αμ δεν πάτε, καϋμένοι μου να φορέσετε φουστάνια!