WeRead Powered by ReaderPub
Λόγια της Πλώρης: Θαλασσινά Διηγήματα cover

Λόγια της Πλώρης: Θαλασσινά Διηγήματα

Chapter 7: ΤΟ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A series of maritime short stories and sketches presents a narrator's intense attraction to the sea, his progression from childhood play to hard apprenticeship aboard ships, and vivid depictions of storms, shipboard labor, captains' cruelty, sailors' songs, legends and shipwrecks. Episodes balance lyrical observation with gritty realism, exploring the sea's beauty and danger, the stubborn solidarity among seafarers, and the role of fate and superstition in lives shaped by long voyages.

— Μα τι θες να κάνουμε; του λέγει ο Κράπας.

— Τι να κάνετε; να παλαίψετε, μωρέ· να παλαίψετε! Σ' άρπαξε από τα πόδια ο Χάρος; πιάσε τον από το λαιμό… Θα σε πάρη — να σε πάρη παληκαρίσα. Όχι να σταυρώσης τα χέρια και να παραδοθής!

— Μα δε βλέπεις που χάσκει το κύμα να μας καταπιή!

— Ως που να με καταπιή εκείνο το ρουφάω εγώ!…

Ο καπετάν Μπισμάνης εγύρευε να μας κεντήση στο φιλότιμο. Αλλά και ποιος ημπορούσε να κινηθή! Το χιόνι επλάκωνε μία πήχη το κατάστρωμα. Στα σχοινιά, στα κατάρτια, στα σίδερα, στα κουρέλια των πανιών απλονόταν και ασπρογάλιαζε στο σκοτάδι, σαν κουλουριασμένα φίδια. Από στιγμή σε στιγμή ερχόταν το κύμα και μου έδερνε το πρόσωπο· μ' έλουζε από τα νύχια ως την κορφή. Και όμως δεν είχα δύναμι να σηκωθώ. Άρχισε να με κυριεύη αποκαρωμάρα κ' ενώ ήμουν ακόμη ζωντανός ενόμιζα πως ήμουν κουφάρι, πως μ' εκυλούσαν αλαφρόν σαν πούπουλο τα κύματα. Έλεγα πως ήμουν πρισμένος ταβούλι· πως το κεφάλι μου ήταν όμοιο μ' ένα ρουμοβάρελο· πως τα πόδια μου εζύγιζαν καθένα και πεντακόσια καντάρια! Άξαφνα, λέγει, τα θηρία της θάλασσας, τα σκυλόψαρα και οι φάλαινες, οι ξιφιοί και τα δελφίνια ετριγύρισαν λαίμαργα το κουφάρι μου κ’ έπιασαν διαβολικόν καυγά με τα όρνια τ' ουρανού για τα κοψίδια μου. Εγώ αδιάφορος τα εκύταζα κ' εγελούσα, σκαστά και τρανταχτά γέλοια, βλέποντάς τα να κοπιάζουν τόσο και να λαχταρούν για τ' αρρωστημένα κρέατά μου. Κ' έπειτα, λέγει, το κεφάλι μου αργοκυλώντας, πάντα μαύρο και παρόμοιο μ' ένα ρουμοβάρελο, ευρέθηκε στο λιμάνι της Ύδρας. Ήταν ανήμερα Λαμπρή και η χώρα όλη έλαμπε κάτασπρη στου ήλιου τις αχτίνες, σαν μαρμαρόχτιστο αμφιθέατρο κ' εμοσχοβολούσε σαν εκκλησιά. Τρομπόνια εβροντούσαν κ' εβαρούσαν παιγνίδια κ' έπαιζε ρουμπίνι στο ποτήρι το κρασί κ' έλαμπαν στα χέρια κατακόκκινα τ' αυγά κ' έτρεμε το «Χριστός Ανέστη» σε κοραλλένια χείλη. Το κεφάλι μου αργοκυλώντας μέσ' από τα σημαιοστόλιστα πλεούμενα, ήρθε και άρραξε στην ακρογιαλιά κ' εβγήκαν οι νιές περδικοστήθες, με τα κίτρινα φακιόλια και τα λαμπρά γκόλφια τους, και ήρθαν τα λεβεντόπαιδα με τα τσόχινα βρακιά και τα πλατειά ζωνάρια τους, μ' εκύταζαν κ' έλεγαν με απορία: Τίνος είνε τούτο το κεφάλι; Ήρθαν μαζί οι φίλοι και οι συγγενείς, μ' έβλεπαν κ' εκείνοι κ' ερωτούσαν κ έλεγαν: Τάχα τίνος είνε τούτο το κεφάλι; Εγώ τους άκουα κ' εστενοχωριόμουν που δεν μ' εγνώριζαν κ' ήθελα να τους φωνάξω: — Δικό μου είνε, του Καληώρα, του βλάμη σας· και πώς δεν το γνωρίζετε; Εμένα με γνωρίζουν οι στράτες και τα διάβατα, με τρέμουν τα βαγένια και τα καπηλειά. Ο Μπαταριάς σαν αρχίσω τους σκοπούς μου, σπάει τις κόρδες του λαβούτου του και ο Σουλεϊμάνης απαραιτεί το νάι του στη φωνή μου. Εγώ αν σηκώσω μάτι στα ψηλά τα παραθύρια θ' αρνηθή κάθε γυναίκα τον άντρα της· και αν σύρω το χέρι στη μέση μου το αίμα κατουρεί κάθε μάνας γέννα. Εγώ εψάρεψα πρώτος το μελάτι στους βυθούς της Μπαρμπαριάς κ' εξερρίζωσα το στοιχειωμένο Γιούσουρι μ' ένα μου τίναγμα. Οι Καλυμνιώτες είδαν το βούτημά μου κ' εθαύμασαν. Με είδε το σκυλόψαρο — αιμοβόρικο ψάρι! — και ήρθε ταπεινό εμπρός στο γιαλί της περικεφαλαίας μου, θέλοντας να γνωρίση το νέο θεριό που εσυνεμπήκε στα νερά του. Με είδαν οι αράπηδες της Βεγγάζης και μ' ετίμησαν ως βασιλέα· μου άφησαν ελεύθερο το πηγάδι που θα παίρνω νερό και το κοπάδι που θα προμηθεύωμαι το κρέας. Eμένα μ' έμαθαν από μικρό παιδί όλ' οι άνεμοι από λεβάντε σε πονέντε και από βοριά σε όστρια· κ' εσυντρόφεψαν το νυχτοπερπάτημά μου όλα τ' αστέρια τ' ουρανού. Εγώ είμαι ο Καληώρας ο βλάμης σας, που με γνωρίζουν τα πόρτα της Μαύρης, και της Άσπρης τα λιμάνια απ' άκρη σ' άκρη, και πώς εσείς δεν με γνωρίζετε;

Αυτά και άλλα ήθελα να τους ειπώ· αλλά δεν ημπορούσα να βγάλω λέξι από το στόμα μου. Ως που με άρπαξαν τα παληκάρια και οι λυγερές κ' εβγήκαν στο Βληχό να παίξουν κλωτσοσκούφι. Εδώ μ' έρριχναν εκεί μ' επετούσαν ολημερίς. Κ' εγώ ολημερίς, με τα μάτια ορθάνοιχτα, έβλεπα γύρω τη Φύσι να σκορπίζη άφθονους τους τροφαντούς χυμούς της, κάτω από τα ζεστά του μαγιάπριλου αγκαλιάσματα. Η δροσολουσμένη χλωροσιά άπλονε τάπητας μακρύς μαργαριτοκέντητος και απάνω της χιλιάδες εχαμοπετούσαν έντομα κ' εβούιζαν. Ο γαλανός αιθέρας επεντοβολούσε από χίλιων λογιών μελωμένα αρώματα και ηχολογούσεν από χίλιων πουλιών γλυκόφωνα κελαδήματα. Έπεφτε το ηλιοπύρι ζωντανό παντού σε στεριά και θάλασσα, στους σχισμένους τοίχους των ερημοκλησίων πέρα κ' εδώθε μέσα στα σαρακωφαγωμένα ξύλα των τάφων, κάτω στους υγρούς βυθούς και απάνω στον ξηρόν αιθέρα κ' εζωντάνευε κάθε οργανική σπορά και ανάσταινε από μία νεκρή χιλιάδες άλλες υπάρξεις· εχάριζε στον γέροντα νιάτα και τον νέον εγέμιζε συναισθήματα. Εγελούσαν οι λυγερές δυνατά και στο τρεμουλιαστό γέλοιο εμάντευα της καρδιάς τη φωτιά και τη λαχτάρα. Ετραγουδούσαν τα παληκάρια κ' έλεγαν με το τραγούδι και με το παίξιμο των ματιών, τον πόθο και τον καϋμό τους. Κ' εγώ που έβλεπα εκείνο το γοργοπαίξιμο, που άκουα εκείνα τ' ασημένια γέλοια σε κόλαση ήμουν από τη ζήλεια γιατί δεν ημπορούσα να είμαι σ' εκείνη την Παράδεισο! Αισθανόμουν την ψυχή ν' αλυχτά ζηλιάρα όλα εκείνα τα παληκάρια και δάκρυα ήθελα να χύσω πύρινα για την καταδίκη της σκληρής μου μοίρας. Μα οι βρύσες των ματιών μου ήσαν σφαλιστές και το δάκρυ επισοδρομούσε κ' εχυνόταν μέσα στο μυαλό, καυτερό και βαρύ σαν αναλυωμένο μολύβι. Το μυαλό δεν ήθελε να δεχθή το δάκρυ μου κ' εκλωτσούσε πάσχοντας να σπάση το καύκαλο και να χυθή ακράτητο. Το βάσανό μου αυτό εβάσταξε, λέγει, ως το ηλιοβασίλεμα, και τότε όλοι μαζί έφεραν το κεφάλι μου και το έθαψαν πίσω από της Παπαντής το Άγιο Βήμα· και θάφτοντας ετραγουδούσαν και μου έλεγαν:

— Στην άλλη ζωή!… στην άλλη ζωή!….

Μέσα στο καταφώνιασμα εκείνο ακούω μια φωνή να μου φέρνη το αέρι:

— Ε από το μπάρκο!…ε!…

— Αλλά τόσο ήμουν απελπισμένος, που δεν ήθελα να πιστέψω τα ίδια μου τ' αυτιά. Και όταν πάλι δυνατώτερη και πλέον κοντά εξαναδευτέρωσε, είπα πως ήταν κάποιος από τους συντρόφους μου που αγγελοκρουόταν. Αλλά, δόξα να έχη ο Θεός, δεν ήταν από τους συντρόφους μου· ήταν από μία γολέτα που έπεσε κοντά και μας έσωσε.

Λίγο έλειψε, ακούς, να φάμε και δεύτερο τράκο από τη γολέτα. Φανάρια εμείς δεν είχαμε καθόλου. Αλλά φως ακοίμητο το φως των καντηλιών μας, που δεν είχε σωθή το λάδι τους στου Χάρου τα παλάτια, εσυνάχτηκε νομίζεις ήλιος λαμπρός στα μάτια του σκύλου μας, και στην αγριοφωνάρα του, που δεν έπαυε αντηχώντας δυνατώτερη από το ρέκασμα του κυμάτου και του ανέμου τον βόγγο. Εκείνο το ζωντανό σήμαντρο ακούοντας η θεόσταλτη γολέτα οδηγήθηκε να έρθη κοντήτερα και να μας σώση.

Όλοι εσωθήκαμε· ένας μόνον απόμεινε, ο σκύλος μας. Ένας με τον άλλον όλοι εδοκίμασαν να τον πάρουν αλλά κανένα δεν άφινε να τον πλησιάση. Του καπετάνιου που ετόλμησε να τον πιάση του έκαμε κουρέλια τον μουσαμά. Aναγκασθήκαμε να τον αφήσουμε. Και όταν κατά τα χαράματα, βολτατζάροντας να εύρουμε τον καιρό επεράσαμε πάλι αποκεί, είδα το μπάρκο να κατεβαίνη στα νερά ήσυχο, σαν καλόγνωμη ψυχή που έκαμε στον κόσμο την αποστολή της· και άκουσα για ύστερη φορά τη φωνή του σκύλου, να γαργαρίζη και να σβύνη μέσα στο ρέκασμα του κυμάτου και του άνεμου τον βόγγο, σαν να μας έλεγε κ' εκείνος με παράπονο:

— Στην άλλη ζωή!… στην άλλη ζωή!…

Δεν ξεύρω πόσον καιρό εκοιμήθηκα μέσα στη γολέτα. Μόλις επατήσαμ' εκεί, μας έγδυσαν οι ναύτες από τα ρούχα, που κολλημένα έβγαιναν μαζί με το δέρμα, μας επότισαν τσάι με το ρούμι και μας εξάπλωσαν στα ζεστά κρεβατοστρώσια. Όταν άνοιξα τα μάτια μου είμαστε ομπρός στα Μπουγάζια. Ο ουρανός χρυσογάλανος και η θάλασσα στρωτό κρυστάλλι. Οι μύριες της γλώσσες εφιλούσεν απαλά τις στεριές. Ανατολή και Ρούμελη, κάτασπρες από το χιόνι αστραποβολούσαν στο ηλιοπύρι κ' εκαθρεφτίζονταν στα νερά. Ψαρόβαρκες με τ' άσπρα και τα κόκκινα πανάκια τους, αρμένιζαν εδώ κ' εκεί στις χαρούμενες ακρογιαλιές, σαν θαλασσοπούλια που σκύφτουν να παιγνιδίσουν με το κύμα. Καράβια κάθε λογίς εκατέβαιναν με ολοφούσκωτα πανιά βαρυφορτωμένα· ανέβαιναν άλλα αδειανά από τα Μπουγάζια· και βαπόρια με τον μαύρο τους καπνό και τις βροντερές σφυριγματιές ανεβοκατέβαιναν. Απάνω από το κεφάλι μας επετούσαν σύγνεφα πουλιά, του ανέμου ταξειδιώτες πλέον ευτυχισμένοι και ανάσταιναν τον αέρα με χαρούμενο κελάδημα. Γύρω στα κάστρα ανέμιζαν σημαίες, πορφύρα βασιλική και ατίμητη και άστραφτε στον ήλιο των κανονιών το ατσάλι κ' εγελούσαν ειρηνικά οι οβίδες στημένες πυραμίδα και ηχολογούσαν οι σάλπιγγες κ' εκοκκίνιζαν δασοφυτρωμένες παπαρούνες τα φέσια των στρατιωτών και οι λόγχες τους εσπιθοβόλουν, κρίνα δροσολουσμένα πέρα στο βουνό. Χαρά και αγαλλίασι και θρίαμβο δόξας ετραγουδούσεν η γη και το στερέωμα. Ύμνο μεγαλόστομο έψελνε η πλάσις όλη στη ζωή, την αθάνατη και την πανώρια. Κ' εγώ αθέλητα έπεσα στα γόνατα και μ' επήραν τα δάκρυα. Αχ ναι· δεν φαίνεται όμορφος ο κόσμος στον άνθρωπο παρά όταν κινδυνέψη να τον χάση! Έβλεπα με τα μάτια ορθάνοιχτα και δεν ήθελα να πιστέψω πώς η θάλασσα εκείνη, ήμερη τόρα, μια νύχτα πριν ήταν τόσο άγρια και μανισμένη· πώς εκείνες οι στεριές τόσο γελαστές, λίγο έλειψε να γίνουν μνήμα μας παντοτεινό κ' εκείνοι οι ολόχρυσοι άμμοι που έλαμπαν αδερφωμένοι με τον ασημένιον αφρό, θα εχρησίμευαν για θλιβερό μας σάββανο!

Η γολέτα ήταν Γαλαξειδιώτικη του καπετάν Καρέλη. Ερχόταν από τον Σουλινά φορτωμένη σιτάρι για την Πάτρα. Ήταν όμως χολέρα στον Ποταμό και θα επήγαινε πρώτα να κάμη κάθαρσι στις Δήλες. Ο καπετάν Καρέλης μας ερώτησε αν ήθελε κανείς να έβγη στην Πόλη· Μα όλοι μονόγνωμοι εζητήσαμε να μας πάρη στην Ελλάδα. Δεν ξεύρω γιατί όταν κανείς κινδυνέψη, επιθυμάει τόσο την πατρίδα και τους συγγενείς του. Πολλές φορές μου έτυχε να κινδυνέψω στη θάλασσα. Μία φορά επήγα να ψωφήσω από πλευρίτη στο Γερμανικό νοσοκομείο της Πόλης. Άλλη μία φορά στην κάθαρσι της Σινώπης έκαμα δύο μήνες από χολέρα. Στο Ταϊγάνι ένα χειμώνα έπεσα από το κατάρτι κατακέφαλα κ' έκαμα εφτά μήνες στο στρώμα. Μα πάντα μόλις έπαιρνα την καλήτερη, μονοφύσημα ετραβούσα για την πατρίδα. Και, στη θάλασσα που αρμενίζω, γλυκύτερες ώρες από εκείνες δεν εγνώρισεν ακόμα η ψυχή μου. Με τα δάκρυα στα μάτια έτρεχα και αγκάλιαζα όχι μόνον τους συγγενείς αλλά και κάθε συντοπίτη μου. Όλοι εφαίνονταν άγγελοι στα μάτια μου. Και οι πέτρες ακόμη επίστευα πως μ' εχαιρετούσαν και μου έλεγαν: Καλώς ώρισες, καλώς ώρισες!

Οι άλλοι βέβαια είχαν περισσότερο δίκηο να ζητήσουν την πατρίδα. Καθένας είχε τους γονέους, τους συγγενείς, τους φίλους του. Μέσα στη φρίκη και τα δάκρυα εκείνων, όταν θ' ακούνε τα φοβερά μας μαρτύρια, μέσα στα χάδια και τις περιποίησες που θα τους κάνουν, θα ξεχάση καθένας τα βάσανα του· θα πλακώσουν έπειτα τα βιολιά και το κρασί των φίλων και πάει πλέον, ούτε ήταν ούτ' εφάνηκε ο κίνδυνος.

Όμως εγώ τίποτε από αυτά δεν επερίμενα. Ούτε γονέους, ούτε στενούς συγγενείς, ούτε φίλους εγκαρδιακούς είχα εκεί. Από μικρός ορφάνεψα και από μικρός εξενητεύθηκα με τα καράβια. Πεντέξη μήνες πριν μ' εκατάφεραν και αρραβωνιάστηκα με μία φτωχούλα. Δεν την εσυλλογιζόμουν όμως παρά σαν έβλεπα τον αρραβώνα στο δάχτυλό μου. Μα τόρα από τη στιγμή που ευρέθηκα στη γολέτα, εκείνη πρώτη έλαμψεν εμπρός μου με τη φτωχή της φορεσιά και το σεμνό της ήθος, δακρυσμένη να δέρνεται και να στενάζη απάνω στο εύκαιρο μνήμα μου. Δεν ξεύρω γιατί ανάτειλε στον νου μου άξαφνα μια ιδέα πως η τύχη εκείνης ήταν να σωθώ εγώ· πως ο θεός ηθέλησε να μη μαραθούν παράωρα τα νιάτα της τα δροσερά, να μη δακρύσουν τα μάτια της τα ζαφειρένια, να μη μαυρίση η καρδούλα της πριν ανοίξη σαν τριαντάφυλλο στου γάμου τη δροσιά· να μη γίνη χήρα πριν νύφη γίνη η αρφανούλα! Και η αγάπη σε μια ώρα εφύτρωσε μέσα μου κ' ερρίζιασε σαν τον κισσό, που πιάνει κάθε κούφωμα και κάθε χαραμάδα και πρασινίζει και ανθοστολίζει αξεκόλλητα τους τοίχους του ερμόσπιτου! Την είχα εμπρός μου και ομορφιές της εύρισκα. Εμοσχοβολούσεν ο αέρας περίγυρά της· μουσική ουράνια ήταν η φωνή της· εγελούσε και οι άγριοι κάμποι άνθιζαν κ' επεντοβολούσαν. Δεν έβλεπα την ώρα να φτάσω στην Ελλάδα· Άμα φτάσω, έλεγα, είχα δεν είχα παράδες θα την έπαιρνα. Θα εχρέωνα το παλιόσπιτο! Ευγνωμοσύνη άμετρη αισθανόμουν για τη σωτηρία μου κ' έλεγα τον εαυτό μου χρεοφελέτη και ήθελα να την βαρυπληρώσω. Έστειλα γράμμα της θείας της από την Πόλη και της έλεγα να ετοιμασθούν για τον γάμο και πλακώνω. Εφανταζόμουν τη χαρά που θα πάρη, πώς θα λογαριάζη μία — μία ανυπόμονα τις ημέρες. Το σπιτάκι μου, που εσφάλισε αφότου επέθαναν τα γονικά μου κ' εσκούριασαν οι κλειδωνιές του κ' εχορτάριασαν οι πόρτες κ' έπνιξε η αγριαγγαθιά και το μαμούδι την αυλή του, θα το στολίση έλεγα, εκείνη σαν νεράιδα· θα φυτέψη μηλιά στην πόρτα και κλήμα στην αυλή του· θα κρεμάση μοσχομύριστ' αφροκύδωνα απάνω από το κρεβάτι και ρόιδα πολύκλωνα ψηλά στη σκεπή!

Οι σύντροφοί μου, που γρήγορα εσυνήρθαν με το φαγί και την καλοπέραση, άρχισαν τόρα να διηγώνται τον κίνδυνό μας με περιφρόνησι και να παιζογελά ένας τον άλλον για τη δειλία του. Έπλαθε καθένας ό,τι του εκατέβαινε κ' επαρουσίαζε τον εαυτό του για ήρωα. Σ' εμένα μάλιστα που παραδομένος στο νεογέννητο αίσθημά μου ήμουν σαν αφαιρεμένος, ερρίχτηκαν όλοι και μ' επείραζαν στα γερά. Ο καπετάν Μπισμάνης δεν ήταν ώρα να φανώ εμπρός του και να μη μου φωνάξη γελώντας:

— Ε, Καληώρα· δεν πας λίγο να δουλέψης την τρόμπα;

Τέλος εκατεβήκαμε στις Δήλες. Ο Θεός να το κάμη λιμάνι! Όσο τον έχει στο σορόκο καλά· άμα όμως τον πάρη τρεμουντάνα και κατεβάση ο Τσικνιάς ουδέ βάρκα δεν μένει μέσα. Γυρεύουμε τόπο ν' αρράξουμε· πού ν' αρράξουμε; Εβδομήντα κομμάτια καράβια, μικρά — μεγάλα ήσαν αρραγμένα εκεί· χωριστά πεντέξη βαπόρια. Από τα κατάρτια και τα σχοινιά επίστεψα πως έμπαινα σε πυκνοντυμένο δάσος χειμώνα καιρό. Ως τόσο ήρθεν ο πιλότος και μας άρραξε σε μία άκρη, κατά τα Κοκκινάδια. Δεν αρράξαμε ακόμη και βλέπω άξαφνα τον καπετάν Μπισμάνη κατακόκκινον, ξεσκούφωτον, αναμαλλιασμένο να τρέχη στην πλώρη, να καβαλάη το μπαστούνι, ν' αρπάζη τον έξω φλόκο και χτυπώντας το στήθος του να βρίζη και να καταριέται και να θεορρίχνη. Κυτάζω καλά· το καταραμένο μπάρκο έστεκε δίπλα μας!

— Παλιοτσόπανε!… παπλωματά! καραβανά!… αλυχτούσεν ο καπετάνιος μας. Δεν εφοβήθηκες, μωρέ, το Θεό! τη θάλασσα δεν εφοβήθηκες! Μα έχω τις ελπίδες μου!… Θάλασσα, μωρέ, αν είνε θαν το δείξη, αργά — γλήγορα!…

Είδα κ' έπαθα ώστε να τον ησυχάσω. Τέλος επήρε να νυχτώνη και κακά σημάδια άρχισε να δείχνη ο καιρός. Ο ήλιος εβασίλεψε μαραμένος πίσω από τη Σίφνο. Τα ουρανοθέμελα εσκούραναν και οι χαμηλές στεριές άσπρισαν γύρω σαν κιμωλία. Της Τήνου το βουνό έβαλε τη σκούφια του και ο Τσικνιάς εσκοτείνιασε. Ασυνείθιστη κίνησις άρχισε στις Δήλες σαν σε μερμηγκοφωλιά κατά τα πρωτοβρόχια. Στο πόδι θαλασσινοί! Άλλοι στα σχοινιά, άλλοι στις άγκυρες, άλλοι στις βάρκες, άλλοι στα κατάρτια! Χέρια, πόδια, νύχια, δόντια σε κίνησι! Ένα καράβι εδώ εμάζωνε την άγκυρα· παρέκει άλλο έρριχνε και τη σπεράντσα· άλλο εκατέβαζε τις σταύρωσες· εδώ έπαιρναν πρυμόσχοινα, εκεί τα βαπόρια εκάπνιζαν. Επλάκωνε νομίζεις, επίβουλος εχθρός και καθένας ετοιμαζόταν να τον αντικρούση με όλα του τα σύνεργα.

Και αλήθεια σε λίγο επλάκωσεν ο εχθρός. Μαύρος, θεοσκότεινος, επέταξεν από τον Τσικνιά ο χιονιάς με άγριες φωνές και φτεροκοπήματα κ' έκαμε το λιμάνι μαλλιά — κουβάρια. Εκεί ν' ακούσης τη σαλαλοή και τον θρήνο. Σίδερα εβροντούσαν, ξύλα ετρίζανε, φωνές αντηχούσαν και αλυχτήματα. Έκανες εδώ· τοίχος έπεφτε κ' εγκρεμιζόταν. Άκουες εκεί· λεύκες έγερναν ξεριζωμένες. Εδώ ετριζοβόλουν οξυές θεόρατες, εκεί εβροντούσαν χιλιόχρονες βελανιδιές, δεξιά εχούγιαζαν πεύκα φουντωτά, αριστερά εστέναζαν λυγερά κυπαρίσσα! Ένα Μυκωνιάτικο καράβι φορτωμένο ξυλεία και αρραγμένο κατάμπροστα, επετούσε τα σανίδια σαν πούπουλα κ' εσκέπασε τη θάλασσα ως πέρα στο νησί! Ένα τσερνίκι Σμυρνέικο κάρβουνα φορτωμένο, το άδειασε τέλεια. Μία σφουγγαράδικη μηχανή την έγδυσε σαν να την επάτησαν κουρσάροι. Τα βαπόρια επήραν τις άγκυρές τους και αγριοσφυρίζοντας ερρίχθηκαν στραβά επάνω στα πλεούμενα σαν πληγωμένο λεοντάρι, που με βρυχισμούς ρίχνεται να σπάση τη γραμμή των κυνηγών του και κατασυντρίβει ό,τι εύρη στον δρόμο του. Εμείς τυχερό και είμαστε στην άκρη κ’ εύκολα αμολώντας την άγκυρα εβγήκαμε πέρα, κάτω από τις Μικρές Δήλες.

Όλη τη νύχτα εβάσταξε ο θρήνος. Και όταν έφεξε η ημέρα είδα το κακό που έγινε. Άλλα καράβια ήσαν μισοσπασμένα, άλλα γδυμνά από ξάρτια· ένα εδώ είχε τη μισή πρύμη φαγωμένη· άλλο εκεί ήταν δίχως μπαστούνι και φλόκους. Το Βασιλικό έγερνε κ' εκρατούσε καρφωμένο στην άγκυρά του ένα Σαμιώτικο τρεχαντήρι. Δεν ξεύρω πώς επήγα στην πρύμη και βλέπω τον καπετάν Μπισμάνη γονατιστόν πίσω στο τιμόνι να κλαίη και να μύρεται σαν γυναίκα.

— Τ' έχεις, καπετάνιε, τ' έπαθες; τον ρωτάω.

— Αχ, μωρέ παιδί! λέγει στενάζοντας· μ' οργίστηκε ο Θεός!… Ο κακομοίρης εχάθηκε, φτωχός άνθρωπος!…

Γυρίζω κατά τα Κοκκινάδια. Ο «Σωτήρας» μαδέρια ευρισκόταν απάνω στις πέτρες και κοντά οι ναύτες του, βρεμένοι ως το κόκκαλο, ετουρτούριζαν γύρω στη φωτιά. Και ακόμη κοντά ο καπετάνιος του, αναμαλλιασμένος και αγριομάτης εκύταζε τα ναυάγια σαν να εκύταζε των παιδιών του τα σκέλεθρα. Μωρέ μονοβδόμαδα έκαμε — έλαβε! Το ετίναξε απάνω του σαν αστραπόβολο! Αλήθεια ελυπήθηκα κ' εγώ το μπάρκο. Μα η θάλασσα έδειξε τη δικαιοσύνη της!…»

Ο Μπάρμπα — Καληώρας εσιώπησε τέλος. Αλλά το πλήρωμα έμεινεν εκεί άφωνο για πολλή ώρα. Δεν εσυλλογιζόταν κανείς τον κίνδυνο του Σπετσιώτικου μπάρκου, ούτε το φριχτό δράμα της Μαύρης θάλασσας και τη λύσσα των στοιχείων, ούτε τις παληκαριές κ' αισθηματολογίες του γεροναυτικού. Ποιος ολίγο ποιος πολύ τα έχουν όλοι περάσει, όλοι τα έχουν αισθανθή. Η ζωή των ναυτικών είνε ίδια και απαράλλαχτη: Κίνδυνοι στη θάλασσα, παλικαριές και αγάπες στη στεριά. Ό,τι τους έκαμεν εντύπωσι ήταν το πάθημα του «Σωτήρα». Καθένας είχεν εμπρός του ολοφάνερο το εκδικητικό κύμα, που καταπιασμένο ψιλά στα ομιχλωμένα και άξενα μέρη της Μαύρης θάλασσας, εκατέβαινεν όλο φουσκώνοντας και όλο βογγώντας ως τα ήμερα ακρογιάλια της Ελλάδας για να τιμωρήση την προδοσία. Καθένας εφανταζόταν τη θεϊκή κατάρα, μαύρο πουλί ν' ακολουθή από ψηλά το καράβι και τέλος να του ρίχνεται, να το μαδά και να το πετσοκόβη με φριχτή ασπλαχνιά. Κ' έλεγε καθένας τη θάλασσα, που τόσους και τόσους θάφτει καθημερινά στα κύματά της, άγρυπνη να επιβλέπη τους νόμους των ναυτικών. Τρόμος και φρίκη τους είχε κυριέψει, σαν να την αισθάνονταν έτοιμη να ξεσπάση και εναντίον τους, αν ποτέ εφέρνονταν όπως ο καπετάνιος εκείνος. Και όταν ακούστηκε η καμπάνα της βάρκας, εσηκώθηκε καθένας κ' επήγε να πιάση τη δουλειά του, δίχως χωρατά και πειράγματα όπως άλλοτε. Μόνον ο Κώστας ο θερμαστής, πάντα ίδιος, ηθέλησε πάλι να κεντήση τον γέροντα:

— Έλα, πες μας Μπάρμπα — Καληώρα, πόσες φορές ναυάγησες;

Μα ο υποναύκληρος τόρα με την παλαιά του συνήθεια, εσηκώθηκε Ποσειδώνιος και αλύγιστος, τα μάτια του εσπιθοβόλησαν από θυμούς και φοβερίσματα και με την αρβανίτικη προφορά του κομματιαστή και βαρειά και συρμένη εγύρισε και είπε:

— Μωρέ, άιντε πορ!.. Εσείς να πάτε να βυζάχτε γάλα κ' ύστερα ναρθήτε να μιλήστε μεταμένα. Αμή!… τον καιρό που εγώ αρμένιζα τα πέλαγα εσείς δεν ήστε μουδέ σπόρος στ' αχαμνά του πατέρα σας!…

ΤΟ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ

Γεροντομπασμένος ο βασιλιάς του Λιβόρνου δεν έχει πλέον όρεξι για τιμές, δεν έχει χέρι για σκήπτρο. Σάρακας τα χρόνια τον έρριξαν στα γηρατειά· τα γηρατειά σαπίλα ενέκρωσαν τις φιλοδοξίες. Χιόνι βρέχει στον Όλυμπο! Άσπρα κάτασπρα τα μαλλιά του κεφαλιού, τρεμάμενα τα πόδια, στείρα ταφόπλακα η καρδιά. Η νέα ζωή πολυθόρυβη, μεγαλοφάνταστη, αντρειωμένη σκορπά τριγύρω του, φεύγει και χάνεται σαν γάργαρο νερό που τρέχει κάτω από ρουπάκι κατάξερο. Πώς να την αισθανθή και πού να την ακολουθήση; Αδύνατον! Κράζει τον γιο του μονάκριβο βλαστό, παρακαλεί και λέγει του με σβυσμένη φωνή, με θολωμένα μάτια:

— Καλέ μου και χρυσέ μου έλα και πάρε τα. Ντύσου χλαμύδα το σιδεροπουκάμισο· βάλε το Στέμμα στεφάνι αγκαθερό· κράτει το Σκήπτρο κεντρί του έθνους σου, δέσποζε και κυβέρνα. Κυβέρνα σαν πατέρας και σαν βασιλιάς.

Το βασιλόπουλο πεισματικά του απαντά:

— Πατέρα σε ονομάζω και βασιλιά σε προσκυνώ. Δεν θέλω τίποτα· δεν πιάνω τίποτα. Κακότροπη Γοργόνα στέκεται δίπλα σου. Βασίλειο δεν ορίζεις· λαό δεν κυβερνάς. Ή τη Γοργόνα διώχνω ή εγώ χάνομαι.

Και παίρνει μια μπρατσέρα με κόκκινο πανί, καλά την αρματώνει, βγαίνει στο πέλαγο. Δεν έχει χάρι μόνον την παληκαριά μα σμίγει και τη γνώσι το βασιλόπουλο. Δεν παίρνει μόνον άρματα φονικά, δοξάρια και σαγίτες, σπαθιά και απελατίκια· μα και τροφές, βρώσι και πόσι για ξεγέλασμα. Παίρνει κρέατα — βόδια ολάκερα· παίρνει ψωμιά — φούρνους αδαπάνητους· παίρνει κρασιά — βαρέλια χιλιοστέφανα. Και βάνει πλώρη ίσα κατά το νησί.

— Ή σώνω το λαό μου ή εγώ χάνομαι· λέγει αποφασιστικά.

Γοργόνα την λέγουν οι ναύτες αλλά μοιάζει με σαλαμάντρα. Σαλαμάντρα κυματιστή, ολογάλαζη, πέτρινο ξερονήσι ανάμεσα στα διάφανα νερά του Λιβόρνου. Εκεί απάνω έμεναν οι αράπηδες, τέσσεροι αράπηδες αιμοβόροι και απάνθρωποι, στοιχειά του κόσμου, τρόμος των θαλασσινών. Ένας πατέρας ήταν, δύο του παιδιά κ' ένας ανεψιός. Σκληρός ο πατέρας, άκαρδα τα παιδιά, ο ανεψιός θεριόψυχος. Ούτε νόμο είχαν ούτε θεό. Μόνον μία τράτα καλαρματωμένη και γοργοκίνητη. Εκάθονταν εκεί κ' επαραμόνευαν νυχτόημερα τα πέλαγα. Και μόλις έβλεπαν κακότυχο πλεούμενο ν' αρμενίζη κοντά τους, όλοι μέσα στην τράτα και απάνω του. Ποιος ημπορούσε να γλυτώση; Ποιος ετολμούσε ν' αντισταθή; Εκούρσευαν το πράγμα, έτρωγαν τους ανθρώπους, εβύθιζαν τα πλεούμενα. Λάμιες της θαλάσσης κακόγνωμες.

Πολλά παληκάρια εκίνησαν κ' επήγαν να τους πολεμήσουν πολλά βασιλόπουλα ηθέλησαν να δοξασθούν με τον θάνατό τους. Μα όσοι και αν επήγαν κανείς δεν επρόφθασε να μετανοήση για το κίνημά του. Το άχαρο νησί σαν να ήταν δασοφυτρωμένο με το λησμοβότανο, τους εκοίμιζε παντοτεινά στα στέρνα του, έδειχνε στο ηλιοπύρι βωμούς τα κόκκαλα. Και οι αράπηδες θεριακομένοι, πάντα πικροί και αδάμαστοι εκάθονταν εκεί πνεύματα του απείρου, ανθρώπων όλεθροι.

Μα του Λιβόρνου το βασιλόπουλο δεν τα κυτάζει αυτά. Της νέας ζωής του έθνους του σαρκωμένος πόθος αυτό, τρέχει γοργά εμπρός του ελπιδοφορτωμένο και πολυκάτεχο. Οι ευχές του λαού δροσάτο γίνονται αέρι και φουσκώνουν το κόκκινο πανί· των θαλασσινών τα ευγνώμονα δάκρυα σμίγουν με το γαλάζιο κύμα και λαχτίζουν εμπρός ακόμη το σκαφίδι του. Έφτασε νύχτα στων θηρίων τη μονιά· έβγαλεν έξω τις προμήθιες όλες. Βγάζει τα κρέατα — βόδια ολάκερα· βγάζει τα καρβέλια — φούρνους αδαπάνητους — βγάζει το κρασί — βαρέλια χιλιοστέφανα. Βγάζει και τ' απλώνει όλα στην ακρογιαλιά κ' εκείνο κρύβεται με τη μπρατσέρα σ' ένα απόσκεπο λιμανάκι. Τάχα θα χορτάσουν τ' αχόρταγα στοιχειά με τις ασυνήθιστες προμήθειες;

Την αυγή με το σύθαμπο κατεβαίνουν οι αράπηδες στην ακρογιαλιά, βλέπουν τα κρέατα και τα ψωμιά. Τα βλέπουν κ' ερωτούν ποιος τάχα να τα έστειλε; Βέβαια κάποιος που τρομάζει τ' όνομά τους, τρέμει στον ίσκιο τους. Μα αισθάνονται μεγαλείτερη όρεξι παρά την απορία. Κάθονται, τρώγουν και παραχορταίνουν. Βλέπουν και το κρασί· το μυρίζονται. Περισσότερη έχουν δίψα παρά έκπληξι. Ρίχνονται και ρουφούν πάσχουν να ξεδιψάσουν.

— Μην το πίνουμε το δόλιο, μπάρμπα και δεν ξέρουμε το τι μας βρίσκει· λέγει μία στιγμή ο ανεψιός φρόνημα στον θείο του.

Χασονούσης θυμώνει εκείνος δίνει του μια μπάτσα και στραβώνει τη σαγώνα του. Και ρίχνεται πάλι στο κρασί ο γέρος· ρίχνονται τα δυο παιδιά· ρίχνεται και ο ανεψιός για να ξεχάση τον πόνο του. Ρούφα — ρούφα τ' αδειάζουν τα βαγένια. Αδειάζουν τα βαγένια, τυλώνουν τα στομάχια τους, σκοτίζουν τον νου τους. Αρχίζουν τα τραγούδια· πιάνουν τον χορό. Χορεύουν και χορεύουν ως που ξαπλώνονται στον άμμο αναίσθητα κορμιά. Πάγανα τόρα οι μαύροι δαίμονες!

Τότε αφίνει τον κρυψώνα του το βασιλόπουλο· κυτάζει άφοβα τους αράπηδες, χαμογελά και οικτείρει την κατάστασί τους. Δεν χάνει καιρό, δένει τους καλά, με βαρυές αλυσίδες τους φορτώνει, σαβούρα ρίχνει στη μπρατσέρα· φθάνει γοργά στο Λιβόρνο.

— Ο λαός μου εσώθηκε· συλλογίζεται πασίχαρος σε όλο το ταξείδι.

Ο γέροντας βασιλιάς απάνω στον ολόχρυσο θρόνο του παραλυμένος κοίτεται από τον φόβο και την απελπισία. Ερημιά τριγύρω και πένθος μέσα του. Η Δωδεκάδα τον παραστέκει χλωμή και τ' άρματα λαμπρά προστατεύουν την πολύτιμη ζωή του. Μα εκείνος ανήσυχος ένα άρμα προσμένει κ' ένα σύμβουλο· το παιδί του. Εμπρός το άψεγο κρύσταλλο του παραθυριού δείχνει του κάτω λιμάνι πολυθόρυβο· πανιά και άρμενο πλήθος, απέραντη θάλασσα που οργόνεται από σκαφίδια χίλια. Τα σκαφίδια όμως δεν έχουν γλώσσα γι' αυτόν· οι βίγλες δεν του δίνουν το ποθητό σημάδι. Η Γοργόνα, λέγει, του εκράτησε τον ακρυβογιό· έρημος θα μείνη και άβλαστος ο δοξασμένος θρόνος του στον αιώνα!

Άξαφνα, όμως διάπλατη ανοίγει η πόρτα και ξανθή αχτίνα μπαίνει μέσα το βασιλόπουλο.

— Πατέρα σε ονομάζω και βασιλιά σε προσκυνώ· λέγει γονατίζοντας εμπρός του. Όλα τα παίρνω τόρα και σ' αλαφρώνω τη ζωή. Ντύνομαι τη χλαμύδα το σιδεροποκάμισο· βάνω το Στέμμα στεφάνι αγκαθερό· παίρνω το Σκήπτρο κεντρί του έθνους μου. Κυβερνώ σαν πατέρας και σαν βασιλιάς.

Δεν επρόφτασε ν' αγκαλιάση το παιδί του ο γέροντας κ' έξω αντήχησε φωνή τρανολάλητη, άγρια και κακή, λέγεις και το ξερονήσι κοσμοχαλαστής εχύθη κ' εκύκλωσε το παλάτι.

— Εκδίκησι!… εκδίκησι!… διπλοτριπλώνει στα μεσούρανα η φωνή.

Και ο λαός συφάμελος ξαρματώνει τους φρουρούς, ανοίγει με τα τσεκούρια τις πόρτες, ανεβαίνει τις ταπητοστρωμένες σκάλες, σχίζει κουρέλια τις μεταξωτές κουρτίνες, συντρίβει τα βάζα, φθάνει αγριόθυμος εμπρός στον βασιλιά.

— Να σε ρωτήσω πατέρα μου δικαιοκρίτη· του λέγει. Με τι πληρώνει εκείνος που πατάει την καραντίνα;

— Με θάνατο.

— Υπόγραψε.

Πατάει πρόθυμα τη χρυσή βούλα του ο βασιλιάς στη θανατική απόφασι. Τότε του διηγήται ο λαός το κάμωμα του βασιλόπουλου. Κακή χολέρα εθέριζε τα περίχωρα και είχε κάθαρσι η πόλις. Όμως το βασιλόπουλο, τυφλό στον θρίαμβό του δεν επρόσμεινε πρώτα να καθαρισθή μα ήρθε γραμμή στο παλάτι. Ίσως έφερε την αρρώστια και μέσα στα σπίτια του.

— Ευχαριστώ! λέγει ο βασιλιάς δακρύζοντας. Παιδί μου το βασιλόπουλο· παιδί μου και ο νόμος. Το βασιλόπουλο αδίκησε το νόμο· εκείνος θα χάση το βασιλόπουλο.

Επήραν τον μονάκριβο βλαστό, στ’ άνθη τον έντυσαν και το άσπλαχνο λεπίδι του λαού έκοψε το βασιλικό δεντρί από τη ρίζα του. Τόρα καταμεσίς του Λιβόρνου οι αράπηδες στέκουν μαρμαρωμένοι, με τις αλυσίδες στο λαιμό βαριές, αιώνιο βάσανο της μαύρης ψυχής τους. Ο γέροντας πρώτος, απλωμένος προύμυτα στην πλάκα, τα χοντρά χείλη του ανοίγει φάραγγας, δείχνει τα δόντια του σαν να θέλη να χάψη τα πέλαγα. Τα δύο του παιδιά επάνω ανασκελωμένα, σηκώνουν τα μάτια με πόνο στον ουρανό, λέγεις και γυρεύουν το έλεος. Δίπλα ο ανεψιός με τη σαγώνα ξεκλειδωμένη μορφάζει απαίσια σαν να αισθάνεται ακόμη τον πόνο του. Κ' επάνω απ' όλους ολόρθο το βασιλόπουλο, ο νικητής και μάρτυρας, δείχνει τον θρίαμβο της χαράς και του θανάτου τη λύπη στο αγένειο πρόσωπό του.

Το τρισεύγενο θύμα έχει κακούργους για παντοτεινό θρόνο του. Η νέα ζωή πολυθόρυβη, μεγαλοφάνταστη, αντρειωμένη σκορπά τριγύρω του ακόμη, φεύγει και χάνεται σαν γάργαρο νερό που τρέχει κάτω από ρουπάκι κατάξερο. Και κάπου — κάπου φωνή τρεμάμενη, του λαού ίσως, ίσως του γεροντομπασμένου βασιλιά, θρήνος γίνεται και κράζει βοήθεια το βασιλόπουλο:

— Καλέ μου και χρυσέ μου, έλα και πάρε τα. Ντύσου χλαμύδα το σιδεροπουκάμισο· βάλε το Στέμμα στεφάνι αγκαθερό· κράτει το Σκήπτρο κεντρί του έθνους σου· δέσποζε και κυβέρνα. Κυβέρνα σαν πατέρας και σαν βασιλιάς!…

ΒΙΟΠΑΛΑΙΣΤΗΣ

— Να σου ειπώ, καπετάν Σταμάτη· εκείν' η γάμπια δε μου φαίνεται γερή.

— Δίκηο έχεις, καπετάν Βασίλη· και ο τρίγγος θέλει άλλαγμα. Μαράζι τώχω να περάσω τον Καβοντόρο και να μην πάθω από μια ζημιά. Πότε φλόκο θα μου σχίση, πότε κορζέτο θα μου κόψη σαν πράσο· πότε θα μου σηκώση μπαλόνι το φλις. Στο τελευταίο καβατζάρισμα μου 'σπασε τον τρίγγο στη βόλτα.

— Χοντρός κάβος π' ανάθεμά τον!…

Οι δύο μας στο κάσαρο του «Αϊνικόλα» εκουτσοπίναμε χιώτικη μαστίχα κ' ερρουφούσαμε το τσιμπούκι, προσμένοντας ανυπόμονα το φαγί. Τρεις ημέρες τόρα μας έδενεν εκεί, τον «Ταξιάρχη» το μπρίκι μου και το μπαρκομπέστια του καπετάν Τραγούδα κουραστική γαλήνη. Αλλά δεν είμαστε μόνοι. Μπάρκα, γολέτες, σκούνες, μπρίκια, τρεχαντήρια, νάβες έστεκαν σκόρπια εμπρός στην Τρωάδα. Κάπου τριάντα κομμάτια ολάρμενα. Και καθένα με τον δρόμο του. Μα τι δρόμο! ούτε τρίχα, δεν εσάλευεν από τη θέσι του. Όλα με το τσιμπούκι στη δύσι έβλεπαν, λέγεις, μαρμαρωμένα κάποιο φοβερό φάντασμα να προβάλη από τα ουρανοθέμελα.

Κάτω η θάλασσα στρωτή έμοιαζε λαπά χρυσογάλαζον. Εδώ κ' εκεί εμολύβιζεν από τον ίσκιο διαβατάρικου σύγνεφου. Αλωνάκια κροσσωτά, μακρυλαρίκια κρυσταλλόστρωτα, ριγωτά οργώματα, σχήματα λεπιδωτά έδειχναν απάνω — κάτω τον δρόμο των ρευμάτων και των ανέμων την άψυχη ορμή. Και παντού ολόγυρα οι αρμενιστάδες πλήθος, με το μικροσκοπικό πανάκι και τον μικροσκοπικώτερον κυβερνήτη τους, αρμένιζαν και αρμένιζαν της γαλήνης αλάθευτα σημάδια.

Ο ουρανός ψηλά σταχτογάλαζος άχνιζεν από το ηλιοπύρι. Ο Τρωαδίτικος κάμπος κυματιστός εχαμηλόγερνεν από της Ίδης τα ριζά ως τη θάλασσα. Χωριδάκια δενδροφυτευμένα επρόβαιναν εδώ κ' εκεί στα ψηλώματα· εκοκκίνιζαν οργωμένες οι πλαγιές και τα λακκώματα· γαλαζοπράσινη ομίχλη καθισμένη πέρα τα λιοστάσια και τις πουρναριές εσημάδευε. Η ζωή έπλεκε τον πλοκό της τόρα παντού ήμερον και ποθητόν, δίχως σάλαγον πολέμου και αρμάτων λαμποκοπήματα. Δίπλα η Τένεδος εφύτρωνεν από το κύμα κατάξερη, κοκκινόμαυρη, με τις φτερωτές των μύλων χασκισμένες σαν να εζητούσαν ελεημοσύνη τον άνεμο· με τα κλήματα πρόθυμα στην ώρα ν' αναδώσουν τον ψυχόδροσο χυμό. Και κάτω στο μελαψό ακρωτήρι του Καραμπαμπά εμαύριζεν ίσκιος πελώριος, σαν να ήταν του Αχιλλέα ο ίσκιος κ' εζητούσε βασιλοπούλας αίμα στον τάφο του.

Αν δεν εδούλευε το πανάκι εδούλευαν όμως τα κουπιά. Οι πλέον ανυπόμονοι καπετάνιοι έβαλαν τις βάρκες να σύρουν ρυμούλκιο. Οι άλλοι έκαναν βίζιτες. Ποιος είχε να χαιρετήση αδερφό, ποιος πατέρα, ποιος συγγενείς, φίλους, πατριώτες. Πολλοί να ξεκαθαρίσουν παλαιούς λογαριασμούς· άλλοι να τελειώσουν συμπεθεριά· άλλοι να μιλήσουν για τα οικογενειακά τους. Τα έχει αυτά η θάλασσα. Χωρίζει για χρόνια και σμίγει στη στιγμή. Δεν έχεις πάντα στο χέρι τον καιρό και όταν τον εύρης τρέχεις μαζί του θέλοντας και μη. Το άτομό σου στην άκρη· δεν έχει θέλησι. Ως που να τον εύρης πάλι ναρκωμένον και τότε κάθου και κομπόδενε.

Έκαμα κ' εγώ κάμποσες βίζιτες. Είχα τα δικά μου, τις λειψοδοσίες μου. Το πρωί που εγύριζα στο μπρίκι από ένα Γαλαξειδιώτικο, κάνω έτσι και βλέπω τον «Αϊνικόλα» του καπετάν Τραγούδα. Μπρε, σαν τα χιόνια! Καιρούς και χρόνια είχα ν' ανταμώσω με τον φίλο μου. Δεκαπέντε κλειστά, όταν εμίσεψε από το νησί μας κ' επήγε να σμίξη με μια πιπεροχήρα στην Ατάλεια. Έλεγαν πως το ηύρε καλά με τη χήρα· παρά με ουρά. Έχτισε το μπαρκομπέστια κ' εφόρτωνε για λογαριασμό του. Είχε σπίτια, μαγαζιά, ταβέρνες, αποθήκες· χοντροκαραβοκύρης σωστός.

Πηδάω στη σκάλα, σκαρφαλώνω απάνω. Μπρε καλός τον! μπρε καλός των! Ματσ — μουτσ! Μας παίρνουν τα δάκρυα. Από τα δάκρυα επέσαμε στο τσιμπούκι και τη μαστίχα ώστε να γίνη το φαγί.

— Ξέρεις, μου λέγει ο καπετάν Τραγούδας· έχω μέσα και τον ανεψιό μου το Μανωλιό, το παιδί της Ζαφειρένιας!…

— Μπα! πού νε το;

Εγνώριζα καλά τον Μανωλιό. Ήταν παιδί μάλαμα, κάστρο καρδιά· δουλευτής τίμιος. Έκαμε χρόνο στο μπρίκι μου και λόγο δεν άλλαξα μαζί του. Η ματιά μου προσταγή· ο λόγος μου δουλειά του. Ήταν κ' εκείνος από τ' αποπαίδια της τύχης. Μόλις εγεννήθηκε ηύρε τα βάσανα εμπρός του. Λάμια τον εκαρτέραγεν η δουλειά, σίδερα η ανάγκη, θολό ποτάμι του γονιού το αμάρτημα. Ο πατέρας του ήταν καλός καραβοκύρης στο νησί μας· αλλά κάποια Κοντοσκαλιώτισα του εσήκωσε τα μυαλά. Και αν ήταν τα μυαλά, μικρό το κακό· του εσήκωσε όμως και το ψωμί των παιδιών του. Άφησε τέσσερα κορίτσα, τη γυναίκα του και τον Μανωλιό μικρόν κ' εκόλλησε μαζί της. Ούτε γράμμα, ούτε λεφτά έστελνε σπίτι του. Πού να χόρταση ο ρούφουλας! Τον εμάδησε καλά, του έφαγε και το καράβι κ' έπειτα μια κλωτσιά κ' έξω ο καπετάν Μαθιός. Έξω φτωχός και σακατεμένος. Γυρίζει στο νησί, βρίσκει το σπίτι πουλημένο, τις κόρες του ξενοδουλεύτρες, τον Μανωλιό ναυτόπουλο. Ηθέλησε να πιάση δουλειά, να πληρώση τις ανοησίες του, το κακό που έκαμε στη φαμελιά του· μα ήταν αργά. Θέλεις από το πιοτό, θέλεις από κατάχρησες δεν ήταν ικανός ούτε φύλλο να σήκωση. Τον εμάζωξαν τα κορίτσια του και τον εδιατήρησαν ως που έκλεισε τα μάτια.

Ο Μανωλιός όμως δεν εμιμήθηκε τον πατέρα του. Ερρίχτηκε σύψυχος στη δουλειά και την οικονομία. Γυναίκες δεν ήσαν γι' αυτόν, ταβέρνες, παιγνίδια, καυγάδες τίποτα. Ίσα τον δρόμο του. Έτσι εκατάφερε να παντρέψη ως τόρα τις τρεις αδερφές του, να συγγενέψη με τα καλήτερα σπίτια.

 — Ε, του λέγω Μανωλιό, μόλις τον είδα. Τόρα που έβγαλες αποπάνω
σου το βάρος να κυτάξουμε να παντρεφτής κ' εσύ.

 — Εγώ; λέγει μ' ένα πικρό χαμόγελο. Εγώ παντρεύτηκα. Πήρα
τέσσερες γυναίκες.

— Τις αδερφάδες σου λες; Εκείνες με τη δόξα του θεού τις ξέκαμες. Μένει ακόμα η Ρούσα· μα κ' εκείνη, καθώς άκουσα, την έχεις αρραβωνιασμένη. Θα μάσης κ' εκείνης τα λίγα — πολλά της· κ' έπειτα να σκεφθής για λόγου σου.

— Τα μάζεψα κ' εκείνης· τα μάζεψα και τα 'δωκα. Προψές στην Πόλη έλαβα γράμμα και μου 'λεγε πως έκαμαν το γάμο στις δεκαπέντε του Μαρτίου. Ήπιαν λέγει και στις χαρές μου. Τις δικές μου χαρές!…

Επρόφερε τα τελευταία λόγια του με τέτοιο ανάμπαιγμα που ανατρίχιασα. Νομίζεις πως του ευχήθηκαν να πιάση τον ουρανό με τα χέρια.

— Γιατί όχι; του είπα· ήρθε η αράδα σου.

— Η αράδα μου για ταξείδι· αποκρίθηκε με το ίδιο χαμόγελο.

 — Για ταξείδι! Α, το φιλαράκο! γυρίζω και λέγω του καπετάν
Τραγούδα. Την έχει βλέπω και σημαδεμένη. Δεν μου λες κατά πού;
Απάνω ή κάτω;

Δεν έδειξε ούτε την Άσπρη ούτε τη Μαύρη Θάλασσα.

— Κάτω· μου κάνει, δίνοντας μπηχτή.

Δεν υποψιάστηκα τίποτα και άρχισα να τον πειράζω. Η μαστίχα μου εκέντησε φοβερά την όρεξι κ' εμυριζόμουν λιμασμένος την τσίκνα του μαγεριού. Εκεί έβραζε το αθάνατο φαγί μας. Και φαίνεται δεν ήμουν εγώ μόνος που επεινούσα. Ήταν όλο το πλήρωμα. Τι τα θέλεις; Ο ναύτης δεν είνε πλασμένος για το καθησιό. Ζωή του είνε η τρικυμία, το πέλαγο· θάνατός του η γαλήνη. Μην τον αφίνεις να συλλογίζεται τον εαυτό του γιατί τον έχασες. Τους έβλεπα όλους τόρα νευρικούς, ανήσυχους, με κατεβασμένα μούτρα να τριγυρίζουν το μαγεριό. Ήθελαν να εύρουν δουλειά με το φαγί. Μερικοί καθισμένοι στην κουπαστή έπαιζαν πέρα — δώθε τα γυμνά ποδάρια τους με τόση δύναμι, λέγεις και ήθελαν να τα ξεκλειδώσουν. Άλλοι αγκαλιασμένοι στο κατάρτι έσφιγγαν ζουλώντας άπονα το στήθος τους. Δύο — τρεις σκυμμένοι κάτω έβλεπαν το στεκάμενο νερό κ' εβλαστημούσαν, έφτυναν απάνω του με τρομερή αγανάχτησι. Ένας ερέθιζε τον μαύρο καραβόσκυλο να ριχθή στη γάτα και να την ξετινάξη. Ο υποναύκληρος με άλλους δύο, εμπάλωναν στην πλώρη ένα πανί· και οι λοιποί ορθοστεκάμενοι με τα χέρια σταυρωμένα, την πίπα στο στόμα εσήκωναν τα μάτια στα πανιά με απελπιστικήν αγωνία. Τι τα εκύταζαν; Ψώφια έστεκαν στη θέσι τους, αφούσκωτα, νυσταγμένα και τους ίσκιους έρριχναν συγχισμένους με τους ίσκιους των καταρτιών, των μακαράδων, των σχοινιών, έναν απάνω στον άλλον ως κάτω στο πενταπάστρικο κατάστρωμα.

Για μένα, για την πείνα μου ηύρεμα ήταν η κουβέντα του Μανωλιού κ' εξακολουθούσα να τον πειράζω αλύπητα.

— Έχει γρόσα;

— Ου! άμετρα.

— Έχει γλώσσα;

— Κατά τον καιρό. Τόρα είνε άλαλη· μα σαν θυμώση κουφένεσαι να την ακούς.

Και όλο εχαμογέλαε. Εγώ επίμενα.

— Ξέρει τραγούδια;

— Θάλασσα.

— Είνε άσπρη, μαύρη, γαλανή, μελαχροινή;

— Γαλανή.

Και το είπε με τόση πεποίθησι· εστύλωσε τα μάτια του στο κουφό κύμα με τόση τρυφεράδα που επάγωσα. Δεν κυτάζει αγαπητικός με τόσον πόθο την αγαπητική του. Αλλά κ' εκείνο ανάθεμά το — ναι το νερό, που ήταν πήχτρα εμπρός μας — έκαμεν άξαφνα κάτι σούφρες κρυσταλλορρόδινες κ' επάφλασεν εδεκεί, τινάζοντας διαμαντένιο αφρόδροσο, σαν ν' ανατρίχιαζε στο βλέμμα του, σαν να του έδινε αρραβώνα αιώνιον.

— Μπρε!

Με το πόδι εκούνησα κρυφά τον καπετάν Τραγούδα. Αλλ' εκείνος ερρουφούσε μακάριος το τσιμπούκι με τον κεχριμπαρένιο λουλά, με τη φέσα ορθή στο κεφάλι, με την βράκα χυμένη λόξες περίγυρα στο κεντητό πεύκι, λέγεις και αναπαυόταν απάνω στα πλούτη του. Δεν έδινε πεντάρα για τις κουβέντες των φτωχών και των δυστυχισμένων αυτός. Ήθελε να είνε σκληρός και άπονος. Μόνον το εγώ του εγνώριζε. Όταν έμαθε την κακομυαλιά του γαμπρού του, τη δυστυχία της αδερφής του, των ανεψιών του τη δύσκολη ζωή δεν άπλωσε χέρι να τους βοηθήση. Επήγαν πολλοί να του παραστήσουν την ανάγκη τους, να του ζητήσουν συντρομή. Αλλ' εκείνος τον κουφό.

— Καθένας, έλεγε, κάνει την τύχη μοναχός του. Αλοί σ' εκείνον που περιμένει από ξένο χέρι! Αλοί στον κούκκο που γεννά σε ξένη φωλιά! Εγώ ναι εγώ — και δεν έλεγε πως αυτός ήταν πρώτος κούκκος — μόνος μου ηύρα την τύχη μου. Την έπιασ' από τα μαλλιά και την έσυρα υποταχτική μου. Ας το κάμουν κι' άλλοι. Εγώ μην περιμένουν να τους δώσω τίποτα!

Είπα πως επήγαν όλοι και του εμίλησαν. Ένας μόνον δεν επήγε· ο Μανωλιός. Φιλότιμο παιδί. Δεν επλησίασε τον θείο του παρά όταν αρραβώνιασε και την τελευταία του αδερφή. Και τότε όχι σαν συγγενής αλλά ναύτης. Και ο καπετάν Τραγούδας τον είχε όπως και τους άλλους ναύτες του. Τίποτα περισσότερο. Αν θέλης μάλιστα και κάτι λιγότερο από τους άλλους.

— Δεν κάνει, εσυλλογίσθηκε, να του δώσω θάρρος γιατί τεμπελιάζει. Κ' η τεμπελιά 'μπορεί να τον φέρη ίσα στο δρόμο του πατέρα του.

Εγύρισα πάλι στον Μανωλιό.

— Βρε παιδί μου, του λέγω· τι κουβέντες είν' αυτές;

— Καθώς μου βαρείς χορεύω, καπετάν Βασίλη. Τι θέλεις να σου ειπώ; Μου μιλάς για παντρειά σαν να θέλης να σηκώσω ένα σακκί στον ώμο. Καλά, το εσήκωσα· κ’ έπειτα; Να σου ξεμολογηθώ λοιπόν σαν πατέρα μου· νέτα — σκέτα. Όρεξι δεν έχω να ζήσω πια· Δεν ξέρω γιατί· μα δεν έχω. Γνωρίζεις πως εδούλεψα από τα μικρά μου χρόνια. Όσο είχα εμπρός μου εκείνα τα κορίτσια ήθελα να ζήσω και να δουλέψω. Όχι να ζήσω μα και τρομάρα είχα μήπως χάσω άξαφνα τη ζωή και τ' αφήσω έρημα στο έλεος και την καταφρόνια του κόσμου. Έκανα τη νύχτα ημέρα. Όσο στέκει τ' αλόγου η ουρά κ' εγώ εστάθηκα. Σε πολλά η τύχη μου ήρθε κόντρα· κόντρα της εβγήκα κ' εγώ με τα όλα μου. Δεν είχα σκοπό να πισωπατήσω μηδέ τρίχα. Έμοιαζα μ' ένα γερό βαπόρι που έχει τους φούρνους αναμένους, τα λεβέτια ζεστά, γεμάτον τον ατμό και δεν τολμά μηδέ κύμα μηδ’ άνεμος να του κόψη τον δρόμο. Ως τα προχθές που έλαβα το τελευταίο γράμμα στην Πόλη. Μόλις εδιάβασα πως έγινε και της Ρούσας ο γάμος ελύθηκαν ευθύς τα ήπατά μου. Θέλεις ήταν ανέλπιστη χαρά, θέλεις το θέλημα Θεού, άμα ετελείωσα, κάτι ανάλαφρο και κάτι ζεστό αισθάνθηκα να φεύγη από την καρδιά μου κ' έπεσα κάτω αναίσθητος. Από τότε δεν έχω πλέον όρεξι για δουλειά· ούτε για ζωή. Με φωνάζει ακαμάτη ο θείος μου κ' έχει δίκηο· το καταλαβαίνω πως έχει δίκηο. Μα τι να κάνω: Ως εδώ ήταν η συρμή μου. Έσωσα πες το κάρβουνό μου, έσβυσαν οι φωτιές, εκρύωσαν τα λεβέτια κ' εστάθηκα. Και καλά που έφτασα ως εδώ! Φαντάσου αν έμενα καταμεσίς του δρόμου ν' αφήσω την αδερφούλα μου παραπονεμένη!… Τόρα — ώρα μου· δεν δίνω μια πεντάρα. Άσπρος άγγελος μονάχα και ας έρθη το γρηγορώτερο.

Κ' εστύλωσε τα μάτια του πάλι στο κύμα με κάποια έκφρασι σιγαλού πόθου, λέγεις κ' επερίμενεν απεκεί την απολύτρωσι. Κ' έλεγε τα λόγια του τόσο μετρημένα, τόσο απαλά και με αρμονία τόση, που επίστεψα πως ήθελε να γλυκονανουρίση και να πείση όχι εμένα αλλά τον ίδιον εαυτό του. Το μελαχροινό πρόσωπο, τα μεγάλα θαλασσά μάτια του, τα γενάκια του τα καστανά και τα σγουρά μαλλιά του έδιναν τόση σοβαρότητα και ειλικρίνεια στα λόγια του που μ' έπιανε σεβασμός. Δεν ετολμούσα να τον αντισκόψω. Τίποτε απάνω του δεν έδειχνε την απελπισία, πιστόν καθρέφτη βασανισμένης ψυχής. Όλα του ήρεμα σαν τη θάλασσα που μας εκρυφάκουε. Μόνον τα χείλη του μια — δυο φορές εσπαρτάρισαν άξαφνα, λέγεις και φλόγα ο λόγος έβγαινεν από τα φυλλοκάρδιά του.

Ετόλμησα τέλος κάτι να του ειπώ, να του αλλάξω τον νου.

— Μα παιδί μου!…

Αλλά μόλις άρχισα και βλέπω τον καπετάν Τραγούδα να πηδάη ξαφνισμένος απάνω.

 — Στα πόστα σας! προστάζει με άγρια φωνή. Βάλε το τιμόνι στη
μπάντα! — Άλα, μόλα γάμπια!… Μπούκα τουρκέτο!…

Τρέχουν οι ναύτες θεότρελοι απάνω — κάτω· χαρά λάμπει στα μάτια τους! αστραπή τα χέρια εκτελούν τα προστάγματα. Άλλοι στα μπράτσα, άλλοι στις σκότες, άλλοι στα στράλια. Το βάρυπνο ξύλο εξύπνησεν ευθύς ψυχωμένη και αράθυμη Γοργόνα.

— Στη βάρκα σου, καπετάν Βασίλη, γυρίζει σε μένα· στη βάρκα σου και μας σήκωσε. Το φαγί το φυλάω γι' άλλη φορά, σαν ξανανταμωθούμε με το καλό.

Άνεμον ξαφνικά μας έβγαλε ο Καράμπαμπας. Εσφύριζεν άγριος και ανατάραζε από άκρη σε άκρη τη θάλασσα. Τα ξύλα, τόσες ημέρες ξένοιαστα, τ' άρπαξε στην τρελή του δύναμι και τα εσκόρπισε φτερά σε όλο το πέλαγο. Άλλα έρριξε στην άμμο της Τρωάδας, άλλα έχωσε στο λιμάνι της Τένεδος, άλλα εδιπλάρωσε στο Σίγκρι· άλλα εξώρισε κάτω για το κανάλι της Μάλτας. Άλλο δρόμο είχαν αλλού τα έστειλε. Έγινε, λέγεις η θυσία της Πολυξένης και ο ήρωας άφινε τα πλοία στη διάκρισι της Αθηνάς, να τιμωρήση κ' εκείνη τον ιερόσυλον Αίαντα.

Πηδάω στη βάρκα και τρέχω στο μπρίκι. Ο γραμματικός μου εκατόρθωσε να κρατήση τον «Ταξιάρχη» κ' έπεσα μέσα. Σοβράνο ήρθα στο μπαρκομπέστια του καπετάν Τραγούδα για να πιάσω τη γραμμή μου. Αλλά βλέπω εκεί με μεγάλη ταραχή. Ναύτες έτρεχαν, βάρκες έρριχναν στη θάλασσα, φωνές — κακό σαν να εβούλιαζεν άξαφνα το πλεούμενο. Ο καπετάνιος ορθός στο κάσαρο, ξεσκούφωτος, κατακόκκινος εβλαστημούσε κ έβριζε κινώντας τα χέρια σαν φτερωτές.

Ορθοπλωρίζω δύσκολα και ρωτάω.

— Τ' είνε μωρέ; τι πάθατε; βοήθεια θέλτε;

— Ο Μανωλιός μας πνίγηκε!… ο Μανωλιός μας χάθηκε!… θρηνολογεί ο καπετάν Τραγούδας.

Η καταστροφή έλυωσεν ευθύς το χιόνι της καρδιάς του… Κακόμοιρο παιδί! Νερό επήγε να σύρη με τον κουβά, επαραπάτησε στο ξύλο, έπεσε — πάει. Όσο και αν εγύρεψαν οι βάρκες πουθενά δεν τον ηύραν. Το κύμα ζηλιάρικο τον εσφιχτόδεσε στην αγκαλιά του, για πάντα τον εκράτησε. Τάχα έκαμε την υπόσχεσί του; Ποιος ξεύρει.

Ο βιοπαλαιστής όμως αναπαύθηκε.