Στα 414 όμως ο φρόνιμος αυτός κυβερνήτης ή αφήκε, ή αναγκάστηκε ναφήση την εξουσία σ' άλλο σημαντικό πρόσωπο, που παρουσιάζεται άξαφνα στη μέση, και πολύ σημαντικό μάλιστα αφού είταν και γυναίκα, η πρώτη γυναίκα που πήρε την τύχη της ρωμιοσύνης στα χέρια της· η αδερφή του νέου Θεοδοσίου, η παρθενοβασίλισσα η Πουλχερία, που δεκάξη χρονών την κήρυξαν Αύγουστα. Προκομμένη κ' ενάρετη κόρη, με νου κυβερνητικό από τον πάππου της παρμένο, κι αποφασισμένη να μείνη παρθένα μαζί με τις άλλες δυο της αδερφάδες, Αρκαδία και Μαρίνα, πρόβαλε η Πουλχερία καθώς άλλοτες η Αγία Ελένη, μόνο που πήρε ατή της τα χαλινάρια του βασιλείου. Καθαρίστηκε αμέσως ταγέρι του παλατιού. Οι ευνούχοι θα πήτε ακόμα δεν έφυγαν, έπαιρναν κ' έδιναν ακόμα αυτοί. Καταργήθηκαν όμως πολλές άλλες προτητερινές σαρδαναπαλιές, και κει που βράζανε στο παλάτι μέσα παντής λογής ανωφέλευτοι και βλαβεροί παράσιτοι και παράλυτοι, κατάντησε άξαφνα σαν είδος μοναστήρι!
Πρώτη της έννοια της Πουλχερίας είτανε ναναθρέψη τον αδερφό της. Είπαν πως με τα καλογερικά της συστήματα τον έκαμε ξεπίτηδες χαύνο, γυναικωτό, κι ανάξιο να κυβερνάη. Μα ο Θεοδόσιος δε μας έδειξε κατόπι πως είταν κι ολότελα για πέταμα ό,τι κι αν είταν, πάντα καλλίτερος από τον πατέρα του. Καθετίς που μπορούσε αναθροφή να δώση σ' άνθρωπο το νοιάστηκε η Πουλχερία. Και γράμματα τον έμαθε και καλλιγραφία και τρόπους και φερσίματα και καβάλλα και κυνήγι, τέλος και τροπάρια να ψέλνη και να νηστεύη· χαρακτήρα όμως γερό αντρίκιο μήτ' αυτά μήτ' άλλα τόσα δεν μπορούσανε να του φυτέψουν. Τι παράξενο λοιπόν αν πήρε η Πουλχερία την καθαυτό, εξουσία; Αν είχε από φυσικό του μεγάλη αξιωσύνη ο Θεοδόσιος, και να τόθελε η αδερφή του πάλε δε θα μπορούσε να πνίξη το χαρακτήρα του. Μα κι όση διδασκαλία τούδωσε πρέπει να τον ξύπνησε κάπως, κι όχι τον αποκοίμισε ολότελα, καθώς κρίνουνε μερικοί.
Δράματα μεγάλα και συγκινητικά δεν απαντούμε στα σαράντα και πιώτερα χρόνια της αρσενοθήλυκης αυτής βασιλείας, καθώς μήτε έργα πολυδόξαστα και λαμπρά. Ανιστορώντας όμως τους φοβερούς βαρβάρους που παραμόνευαν απέξω και τον κίντυνο που φοβέριζε το κράτος, λέμε πως τύχη του να κυβερνιέται από ανθρώπους, που κι α δεν είτανε μεγάλοι, στάθηκαν όμως κάτι πιο άξιοι και πιο γνωστικοί από τους δυτικούς, που μια κι άρπαξαν την μπόρα δε βάσταξαν, παρ' αφανίστηκαν από τα ίδια τα στοιχεία που η νέα Ρώμη πολέμησε και ξέκαμε.
Ένα από τα πρώτα πρώτα έργα της Πουλχερίας, ίσως το πιο όμορφο, αγκαλά όχι δα και με τόση εθνική σημασία όση του δόθηκε, είταν ο γάμος του αδερφού της με καθάρια Ελληνίδα, την πρώτη που ανέβηκε στο Βυζαντινό το θρόνο (421). Δίχως μεγάλη εθνική σημασία είπαμε, επειδή κ' έτσι κι αλλιώς την έπαιρνε αγάλι αγάλι την εθνική χρωματιά μας κ' η πρωτεύουσα κι όλο το κράτος. Είναι όμως όμορφο το επεισόδιο, είναι το κάτω κάτω και μέρος της ιστορίας του Θεοδοσίου, και δεν πρέπει να το παραβλέψουμε.
Είτανε στην Αθήνα ένας φιλόσοφος, εθνικός βέβαια, Λεόντιος τόνομά του. Είχε τρία τέκνα, δυο αγώρια και μια θυγατέρα, την Αθηναΐδα όμορφη, ξυπνή, προκομμένη. Λέγουν πως ο πατέρας της, αν και την αγαπούσε, αφήκε όλη του την κατάσταση στους δυο του γιους. Του κάκου, σαν απόμεινε ορφανή, ζήτηξε κι αυτή μερτικό. Τι να κάμη, παίρνει τα μάτια της και σέρνει κατά την Κωσταντινούπολη να ζήτηση δικαιοσύνη από την Πουλχερία. Μόλις τη βλέπει η Πουλχερία, και συλλογιέται πως καλλίτερη νύφη δεν μπορούσε να βρεθή για τον αδερφό της. Έρχεται λοιπό στο Θεοδόσιο και του την περιγράφει μ' όσο γίνεται ζωηρότερα χρώματα. «Άσπρη χιόνι, μαυρομάτα, σγουρόμαλλη, λυγερόκορμη, μυριόχαρη» — τι δεν του είπε πως είναι! Πηγαίνει τότες ο Θεοδόσιος και κρύβεται πίσωθε από παραπέτασμα στο παλάτι της αδερφής του, τη βλέπει, και την ερωτεύεται. Σ' όλο το κράτος μέσα αντιλάληξε ο βασιλικός αυτός έρωτας. Βαφτίζεται η Αθηναΐδα κι ονομάζεται Ευδοκία, και γίνουνται οι γάμοι με κι από τη συνηθισμένη πιο μεγάλη λαμπρότητα και παράταξη. Αύγουστα ως τόσο δεν την έκαμε την Ευδοκία η παντοδύναμη Πουλχερία, παρ' αφού γέννησε κόρη.
Ακούν ταδέρφια της τέτοια είδηση αναπάντεχη, και πού να κρυφτούνε δεν ξέρουν από το φόβο τους. Η αγαθόκαρδη Ευδοκία όμως όχι μονάχα δεν τους εγδικήθηκε, μα και σ' αξιώματα τους ανέβασε και τους δυο τους.
Και δε φαίνεται μήτε να της φούσκωσε τα μυαλά της η μεγάλη αυτή τύχη, παρά ζούσε ήσυχα δίχως νανεκατεύεται στο παραμικρό έξω από το παλάτι της. Ίσως όμως είταν αυτό συφωνημένο από τα πρι με την Πουλχερία, που πάντα εννοούσε αυτή να είναι η καθαυτό Βασίλισσα. Και σαν έζησε έτσι η Ευδοκία ώσπου έγινε δεκαπέντε η κόρη της, την πάντρεψε με το δυτικό Αυτοκράτορα, τον τρίτο Βαλεντιανό, και ξεκίνησε κατά τον Άγιον Τάφο να προσκυνήση. Το είχε ταμένο αυτό. Στο δρόμο της απάνω στάθηκε στην Αντιόχεια, και κει στο Βουλευτήριο μέσα λεν πως έβγαλε σοφό ελληνικό λόγο καθισμένη σ' ολόχρυσο και πετραδοστόλιστο θρόνο. Συνήθεια το είχε κι από την Πόλη να προστατεύη ό,τι είταν ελληνόπρεπο η Αθηναία η ρητοροπούλα. Ίσως μάλιστα είναι και το πρώτο επίσημο πρόσωπο που καταπιάστηκε να καταργήση τα λατινικά τα συστήματα, αγκαλά αυτά και μονάχα τους κατρακυλούσανε και πηγαίνανε. Μα και με πιο πραχτικώτερα μέτρα έδειξε την αγάπη της προς την κλασσική Αντιόχεια η Ευδοκία, καταπείσαντας το Θεοδόσιο να διορθώση τα χαλασμένα θερμά λουτρά της, να μεγαλώση τα τειχίσματα της, και μάλλες τέτοιες βασιλικές χάρες να την παρηγορήση στα γερατειά της.
Στον Άγιον Τάφο πάλε λέγουν πως άλλη Αγιά Ελένη στάθηκε με τα πλουσιοπάροχα δώρα της και με τη βασιλική προστασία της. Σα να μην την καλοσπούδασε όμως την «Αιλία Καπιτωλία» — καθώς την ονόμαζαν οι Ρωμαίοι την ιερή πόλη — ειδεμή θα φρίκιαζε με την κόλαση εκείνη, που ένας εκκλησιαστικός του καιρού της την ονόμασε « Γόμορα ». Σάνε μεταγύρισε η προσκυνήτρα η Ευδοκία, γέμισε, λέγουν, την Πρωτεύουσα πλήθος ιερά φυλαχτήρια και λείψανα.
Η δεύτερη όμως αυτή περίοδο της ζωής της δεν πέρασε φιλοσοφικά κ' ειρηνικά καθώς η πρώτη· σα να της ήρθε άξαφνα όρεξη να κυβερνάη κι αυτή μαζί με την Πουλχερία. Έγινε λοιπόν αμέσως ό,τι γίνεται σα θέλουνε δυο γυναίκες να κυβερνήσουν το ίδιο το σπιτικό· μοιράστηκε σε δυο κόμματα όλη η πόλη. Με τον καιρό καταπόνεσε το κόμμα της Πουλχερίας. Είχε η Ευδοκία προστατευόμενό της το μάγιστρο τον Παυλίνο. Λέχτηκε πως της είταν και κάτι πιώτερο παρά φίλος, και μάλιστα σώζεται κάποιο σαν παραμύθι για ένα σπάνιο μήλο που της έδωκε ο Θεοδόσιος, και κείνη πάλε το χάρισε του Παυλίνου, κ' έτσι πιάστηκε από τον άντρα της, που από τότες πια δεν τηνέ συχώρεσε. Η αλήθεια είναι πως στα 440 θανατώθηκε ο Παυλίνος. Δικός της είταν κι ο έπαρχος ο Κύρος, άνθρωπος άξιος, ωραίος, και μ' ελληνική προκοπή στολισμένος κι αυτός. Τόσο, που και τα διατάγματά του στην ελληνική γλώσσα έβγαζε, και καθετίς Ελληνικό υποστήριζε. Έχτισε και διόρθωσε και δημόσια χτίρια πολλά ο Κύρος, και τέλος φώτισε και την πόλη με τελειότερο τρόπο. Τόσο όμως ερεθισμένος είταν ο κόσμος, που οι εχτροί της Ευδοκίας τα είπαν όλα αυτά τα έργα του επαναστατικά. Κάτω λοιπόν κι ο Κύρος, που ως τα χτες τονέ δοξάζανε στο Ιπποδρόμιο μέσα. Τον έρριξαν, και τον έστειλαν επίσκοπο στη Φρυγία.
Σαν είδε η Ευδοκία πως ελπίδα πια δεν της έμνησκε, ως μήτ' από τον άντρα της ύστερ' από τις ιστορίες εκείνες με τον Παυλίνο, σηκώθηκε και κατέβηκε πάλι στα Ιεροσόλυμα (443). Μα μήτ' εκεί δεν την άφησε ήσυχη η Πουλχερία· της αφαίρεσε κάθε βασιλικό δικαίωμα, κ' έμεινε εκεί ξόριστη, ώσπου απέθανε καλόγρια ύστερις από δεκάξη χρόνια, σ' εξήντα εννιά χρονών ηλικία.
Ερχόμαστε τώρα στο Θεοδόσιο. Πως είχε ο Θεοδόσιος και μερικά καλά, το βλέπουμε από την πολιτική του για την εθνική γλώσσα. Αδιάφορο αν πήρε από την Ευδοκία την ιδέα ή από την Πουλχερία ή από την ασταμάτιστη ορμή της ρωμαίικης φυλής. Σώνει που στα 439 έβγαλε ο Θεοδόσιος νόμο που έδινε την άδεια να γράφη όποιος θέλει τη διαθήκη του στη γλώσσα του τόπου. Μα κι αρχήτερ' ακόμα, από τα 425, είχε δείξει τη φρονιμάδα του μ' άλλο πιο σημαντικώτερο νόμο, το εγκαίνιασμα δηλαδή του Βυζαντινού Πανεπιστήμιου, που για τα γραμματικά και τα φιλολογικά μονάχα είχε εικοσιοχτώ καθηγητάδες, δεκαπέντε για τα ελληνικά, και δεκατρείς για τη λατινική φιλολογία, φιλοσοφία κτλ· νόμο που πρέπει να του δώσουμε σημασία, κι όχι τόσο για την παιδευτική του αξία, παρά που παρουσιάστηκε ανάγκη μέσα στο λατινοκυβέρνητο το Βυζάντιο ναναγνωριστή τόσο επίσημα η γλώσσα της χώρας, και ναποφανή πως με τη λατινική μονάχη το Κράτος δεν μπορούσε πια να κυβερνηθή. Έτσι άρχιζε και τους καταχτούσε ο Ρωμιός τους Ρωμαίους.
Ο καθαυτό σκοπός του Πανεπιστήμιου εκείνου φαίνεται πως είτανε θρησκευτικός· να μεταφερθούνε δηλαδή τα φώτα από την ειδωλολατρική την Αθήνα στο χριστιανικό το Βυζάντιο, και να χτυπηθή στη ρίζα του ο Εθνισμός. Μα πολεμώντας έτσι να προλάβουν ένα κίντυνο, μας προφύλαγαν απ' άλλο μεγαλήτερο, τον ολότελο λατινισμό. Φέρνοντας την Αθήνα στην Πόλη μας προστατεύανε μαζί με το χριστιανισμό και τη γλώσσα.
Άλλο έργο του Μικρού Θεοδοσίου είταν ο νέος Κώδικας που στα 429 διάταξε να συνταχτή από εννιά διαλεχτούς νομικούς του καιρού του. Μόλις στα 439 δημοσιεύτηκε αυτός ο κώδικας κι από τους δυο αυτοκρατόρους μαζί, Θεοδόσιο και Βαλεντιανό, λίγους μήνες αφού κατέβηκε από τη Ρώμη στην Κωσταντινούπολη ο Βαλεντιανός να πάρη γυναίκα την Ευδοξία, της Ευδοκίας την κόρη.
Ας έρθουμε τώρα στην πιο γενικώτερη πολιτική ιστορία του Θεοδοσίου και της Πουλχερίας. Από κάθε μεριά της Αυτοκρατορίας βρίσκουμε στην αρχή κάτι πιώτερη γαλήνη κ' ησυχία παρά στα περασμένα χρόνια. Κι αν τύχαινε να χαλνάη πουθενά η ειρήνη, καθώς π. χ. με τον Πέρσο το Βασιλέα, δεν ντροπιάστηκαν του Θεοδοσίου τα όπλα, παρ' αναγκάστηκαν οι Πέρσοι να περιμαζευτούν (420 — 421). Έτσι και στ' Αρμενικό το ζήτημα του πέμτου αιώνα. Είταν τότες η Αρμενία μοιρασμένη σε δυο μερίδες. Την ανατολική με δικό της βασιλέα, μα κάτω από τον Πέρσο το μονάρχη· και τη δυτική με ξέχωρο βασιλέα κι αυτή, μα υποταχτικό του δικού μας του Αυτοκράτορα. Στου Θεοδοσίου λοιπόν τον καιρό πρωτοπάρθηκε μέσα στο κράτος η δυτική Αρμενία, με το να μην μπόρεσε νανέβη κανένας διάδοχος το θρόνο της σαν απέθανε ο βασιλέας της ο Αρσάκης. Κι όχι μονάχα διορίστηκε βυζαντινός Κυβερνήτης εκεί αντίς Βασιλέα, παρά κ' η Θεοδοσιούπολη χτίστηκε κι οχυρώθηκε μέσα στη νέα την επαρχία. Και κατόπι πάλε από τριάντα περίπου χρόνια, όταν κι ο Πέρσος μονάρχης έκαμε τα ίδια με την ανατολική Αρμενία, που ονομάστηκε από τότες Περσαρμενία, πάλε ο Θεοδόσιος κ' η Πουλχερία κατάφεραν και της πήραν ένα μέρος και το κολλήσανε στη ρωμαίικη την Αρμενία. Τώρα νοιώθουμε κ' ένα άλλο, πώς δηλαδή έτυχε να βρίσκουνται από καιρό σε καιρό τόσοι σημαντικοί Αρμένηδες στην Πρωτεύουσα μέσα, και στο στρατό και στο παλάτι, και στο θρόνο απάνω ακόμα.
Κατά τα τέλη όμως της βασιλείας του Θεοδοσίου βλέπουμε πάλι φουρτουνιασμένα σύννεφα τριγύρω στο κράτος. Τους θυμούμαστε τους Ούννους από τότες που στενοχώρεσαν τους Γότθους και τους ανάγκασανε να γυρέψουνε στα μέρη μας νέα φωλιάσματα (Β' Μέρ. 6ο Κεφ.). Πλάκωσαν τότες και μερικοί Ούννοι, μα όχι μεγάλα πράματα. Κι αργότερα πάλι ξεπρόβαλαν, καθώς είδαμε παραπάνω, μα πότε με τις φοβέρες, πότε με χρήματα και με δώρα, τους κράταγαν οι δικοί μας έξω από τα σύνορα. Όταν όμως στα 434 πήρε την αρχηγία των Ούννων ο φοβερός, ο θεριόκαρδος ο Αττίλας, άλλαξαν αμέσως τα πράματα. Άρχισε πρώτα πρώτα να ζητάη κι άλλα χρήματα. Κι όσο τούδιναν, τόσο γύρευε· κατάντησε κάθε χρόνο νάρχεται κι από μια πρεσβεία στην Πόλη καινά γυρεύη χρήματα. Τόση δίψα πού να τη χορτάση ο Θεοδόσιος! Αρχίζουνε λοιπό στα 441 καινούρια πλημμυρίσματα, καινούριες ρήμαξες· τα παλιά τα Γοτθικά και χερότερα. Μοισία, Μακεδονία, Θράκη, απ' όλα εκείνα τα μέρη διάβηκε του Αττίλα η μπόρα. Φαίνεται πως ξέσπασε δυτικά και τράβηξε ανατολικά. Από τα ξώχωρα του σημερνού του Μήτροβιτζ, από τη Νύσσα (Νήσσος), Φιλιππούπολη, Αρκαδιούπολη, Κωσταντία, ως τη Μαύρη Θάλασσα κι ως τα Δαρδανέλλια. Εβδομήντα χώρες και χωριά λογαριάζουν πως ξολόθρέψε ο Αττίλας τότες. Μια και μονάχη πόλη ξέφυγε την καταστροφή με ηρωική στ' αλήθεια τόλμη κι αντρειωσύνη, η Ασημούντα της Κάτω Μοισίας. Αρίθμητοι Ούννοι την είχαν πολιορκημένη, μα ύστερ' από ανωφέλευτον αγώνα σήκωσαν τις μηχανές τους και τραβήχτηκαν ντροπιασμένοι. Κ' εκεί που πλανιόντανε στα περίχωρα να μαζέψουνε λάφυρα, ξεχυρίζουν από την πόλη τους οι Ασημούντιοι, τους ρίχτουνται αναπάντεχα, σκοτώνουν πάμπολλους, ξελευτερώνουνε και τους σκλάβους που είχαν απ' αλλούθε πιασμένους.
Τι λογής στήθος τους έδειξε ο καθαυτό στρατός δεν το καλοξέρουμε. Ξέρουμε όμως πως από δω είχε, από κει είχε, τα βόλευε ο Θεοδόσιος με τους Ούννους, κι αυτή δίχως άλλο είταν η φρονιμώτερή του πολιτική. Του παραχωρήθηκε λοιπόν του Αττίλα (443) μεγαλούτσικο λουρί στο μεσηβρινό τον όχτο του Ίστρου, από το Βελιγράδι (Σιγγιδόνα) ως το Σίστοβο (Νοβαί), και πάλε από τον ποταμό ως κάτω στη Νύσσα, πέντε μέρες δρόμο. Του μέτρησε ο Θεοδόσιος κ' έξη χιλιάδες λίτρες μάλαμα (7 — 8 μιλλιούνια δραχμές), έξω δυο χιλιάδες εκατό λίτρες που τούταζε χρονιάτικο δόσιμο, αντίς εφτακόσες που λάβαινε ως τα τότες.
Ας ακούσουμε τώρα και τι τούψελνε του Θεοδοσίου η « Αντιπολίτεψη» του καιρού εκείνου — οι χρονογράφοι. Πρώτο, πως φτώχηνε ο τόπος από τα πολλά τα δοσίματα· δεύτερο, πως δεν είταν οργανισμένος ο στρατός για μεγάλους πολέμους· και τόνα και τάλλο άκριτα λεγμένα. Και βέβαια θα υποφέρη ένας τόπος μερικούς χρόνους, μα ας είναι και πλούσιος, με τέτοιες χοντρές πλερωμές. Τι παρατηρούμε όμως; Περνούνε δεν περνούνε δέκα χρόνια, και βρίσκουνται στο δημόσιο Ταμείο δέκα φορές πιώτερα χρήματα για την εκστρατεία της Αφρικής που θα ιστορηθή κατόπι. Το φέρνουμε στη μέση αυτό το ζήτημα τώρα που έτυχε αφορμή, επειδή έχει μεγάλη, πολύ μεγαλήτερη σημασία παρ' ό,τι του δίνει ο κόσμος. Εκείνο ίσια ίσια που οι χρονογράφοι το παρασταίνουν ως είδος αδυναμία, είταν η μεγαλήτερη δύναμή μας, που είχε δηλαδή το Ταμείο χρήματα να πλερώνη τους Ούννους. Κ' είχε πάντα χρήματα το Ταμείο της ανατολικής Αυτοκρατορίας, όσο βαστούσε του κόσμου το εμπόριο στα χέρια της η Κωσταντινούπολη, ως τον καιρό δηλαδή που άρχισε και χάριζε εμπορικά προνόμια σε Βενετούς και σε Γενοβέζους. Άδειαζε και ξανάδειαζε το Ταμείο, κι ως τόσο σε λίγους χρόνους μέσα, και με φρόνιμη διαχείριση, ξαναγέμιζε πάλι. Έτσι έγινε και τώρα. Πλερώθηκαν οι Ούννοι, άδειασε το Ταμείο· περνούνε δέκα χρόνια, από έξη βρέθηκαν εξήντα χιλιάδες.
Μήτε τα περίφημα, τα τειχίσματα του Βυζαντίου, μήτε τάλλα του φυσικά προσόντα, μήτε οι στρατοί κ' οι στόλοι, μήτε ο ηρωισμός κι ο μεγάλος νους τόσων και τόσων Αυτοκρατόρωνε, δε θα τονέ γλύτωναν τον τόπο από Γότθους κι από Ούννους, από Σλάβους κι από Σαρακηνούς, από Σκύθους κι από Πέρσους, α δεν κρατούσε η Κωσταντινούπολη τον πλούτο του κόσμου στα χέρια της (5). Κι απόδειξη θεότρανη, που άμα άρχισε και τόχανε το εμπόριο της, έχανε αγάλι αγάλι και την πολιτική της τη δύναμη.
Εδώ είνε να τονέ θαυμάση άνθρωπος τον Κωσταντίνο, που διάλεξε το καθαυτό κλειδί του κόσμου για πρωτεύουσά του.
Όσο για την άλλη γνώμη του χρονογράφου, πως ο στρατός δεν είταν τότες άξιος για μεγάλους πολέμους, κ' εδώ τονέ βγάζει ψεύτη ο ίδιος ο στρατός, που καθώς είδαμε δε δυσκολεύθηκε να βάλη κάτω τους Πέρσους, κ' οι Πέρσοι, καθώς γνωρίζουμε, στον πόλεμο δε χωράτευαν.
Είπαν οι χρονογράφοι αυτοί και κάτι άλλο· πως τάχα η κυβέρνηση των επαρχιώνε βρέθηκε σε κλέφτικα χέρια, κι ανεμοσκορπιούνταν τα βασιλικά τα χρήματα. Κι αυτό δυσκολοπίστευτο, αφού ο ίδιος ο Θεοδόσιος χάρισε απλέρωτους φόρους εξήντα χρόνων (από 368 ως 428), και κατόπι (στα 435) κατέβασε τους φόρους της Αχαΐας στο ένα τρίτο.
Να ξανάρθουμε τώρα στο ζήτημα. Ο Μικρός ο Θεοδόσιος κ' οι συβουλάτοροί του έκαμαν το φρονιμώτερο πράμα που τους έλεγε ο κοινός νους· να πολεμήσουνε δηλαδή και να καταπονέσουν τον Αττίλα με διπλωματική και με μάλαμα, να λείψη μια και καλή από τα μέρη εκείνα. Μηγαρίς κι ο Μεγάλος ο Θεοδόσιος το ίδιο δεν έκαμε με τους Γότθους τότες που τους αγόραζε μ' αξιώματα, και με τίτλους; Καθώς κι ο Ζήνωνας κατόπι με το Θεοδορίχο;
ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Τα θρησκευτικά στον καιρό τον Θεοδοσίου και της Πουλχερίας
Πρι να πάμε ομπρός, ας κοιτάξουμε πάλι τα θρησκευτικά ζητήματα των πρώτων πενήντα χρόνων του πέμτου αιώνα, ζητήματα ατέλειωτα, ακοίμητα, εθνικά. Αφορμή ζητούσε ο ρωμαίικος ο νους για να συζητάη, να ξεδιαλύνη, να κόβη και να ράβη, κι απάνω σε πράματα θεμελιωμένα σ' απλή πίστη να στήνη φιλοσοφικές αρμήνειες. Τονέ θέρμαινε ακόμα η σοφιστική η μανία. Ήθελε λοιπό να το κανονίση και καλά, πόσο μερτικό θεότητα είχε ο Σωτήρας και πόσο κοινή ανθρωπιά. Κ' έτσι κάθε λίγο ξεφύτρωνε κ' ένα Χριστολογικό ζήτημα, μια αίρεση.
Καθώς είδαμε, από το Μεγάλο Θεοδόσιο και δώθε σύχασε κάπως ο κόσμος από θεολογικές λογομάχητες. Μόλις όμως ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο ο Νεστόριος (428), ορθόδοξος και συντηρητικός άνθρωπος, γεννημένος στη Συρία, κι άρπαξε την αρρώστια, ίσως από τους «σοφούς» που είταν τώρα μαζεμένοι στην Πόλη. Χτυπάει λοιπόν κάτω ορθοδοξία και συντηρητισμό και σκαρώνει δικό του δόγμα κι αυτός, περίπου όμως σαν ταρειανικό· πως είναι δηλαδή ο Χριστός και θεϊκός κι ανθρώπινος, κ' η Παναγιά μητέρα του ανθρώπινου του Χριστού, μα όχι και του θεϊκού. Μ' άλλους λόγους, άνθρωπος ο Χριστός, με θεία ψυχική δύναμη.
Ο Κύριλλος, ο πατριαρχικός διάδοχος του Θεοφίλου της Αλεξάντρειας, είταν ο πρώτος που αντισηκώθηκε του Νεστορίου. Ο Νεστόριος πάλε είχε από το κόμμα του όλον τον κλήρο της Ανατολής, τον Αρχιεπίσκοπο της Αντιόχειας, τέλος και τον ίδιο το Θεοδόσιο, δασκαλεμένο από τον Ευνούχο το Χρυσάφιο — κακό αγγείο, που καθώς είδαμε και στα αναμεταξύ Ευδοκίας, Παυλίνου και Κύρου είταν ανακατεμένος. Ποιος ξέρει α δεν είχε και την ελληνομαθημένη την Ευδοκία μαζί του ο Νεστόριος; Η Πουλχερία ως τόσο πήγαινε με τον Κύριλλο. Και για να λυθή το ζήτημα μια και καλή σαν τα πρώτα, ενεργεί η γνωστικιά Πουλχερία να συστηθή μεγάλη σύνοδο στην Έφεσο — η τρίτη Οικουμενική.
Προσκαλιούνται λοιπό στα 430 όλου του χριστιανικού κόσμου οι Επίσκοποι να μαζευτούνε στην Έφεσο τον ακόλουθο χρόνο. Ως διακόσοι μαζεύτηκαν από τ' ανατολικό Κράτος. Ο Πάπας ο Κελεστίνος έστειλε τρεις εξάρχους ναντιπροσωπέψουν τη δυτική την Αυτοκρατορία. Διορίστηκε Πρόεδρος ο Κύριλλος, και φυσικά καταδικάστηκαν τα Νεστοριανά τα δόγματα. Ο Νεστόριος ως τόσο τα δικά του πάντα στην Πόλη. Έχοντας ακόμα του Ευνούχου την προστασία, καθώς και καμιά σαρανταριά Επισκόπους, και τον αρχιεπίσκοπο της Αντιόχειας, δεν ήθελε να παραδεχτή τη συνοδική απόφαση, παρά την πολεμούσε ώσπου πήρε τα μέτρα της η Πουλχερία και ζορίστηκε ο αιρετικός Πατριάρχης σε μιαν όαση της Λίβυας.
Σύχασε δε σύχασε ο κόσμος από το Νεστόριο, κι άλλος πάλε σοφός ξεπρόβαλε να διορθώση τη θρησκεία, ο Ευτυχής. Αυτός μήτε τη θεότητα του Χριστού καλά καλά δεν παραδέχουνταν, παρά τον ήθελε μια και μονάχη φύση. Καινούριες μάχητες το λοιπόν, καινούρια σκάνταλα πάλι. Το χερότερο που κι ο διάδοχος του Κυρίλλου ο Διόσκορος κι αυτός μαζί του πήγε, και με τη βοήθεια του Χρυσαφίου, που δίχως άλλο τα υποστήριζε αυτά τα κινήματα από πείσμα προς την Πουλχερία, συσταίνεται άλλη ψευτοσύνοδο στην Έφεσο (449), κεπικυρώνουνται τα Ευτυχικά δόγματα όπως όπως.
Όταν όμως απέθανε πέσαντας από τάλογό του στα 450 ο Θεοδόσιος, και πήρε σύζυγο της και σύθρονό της η Πουλχερία το φρόνιμο το Μαρκιανό (με τη συφωνία πως θα την αφήση παρθένα), άλλαξαν πάλε τα πράματα, και σε νέα σύνοδο, που συγκαλέστηκε στα 451 στη Χαλκηδόνα (τέταρτη Οικουμενική), πεντακόσοι και παραπάνω επίσκοποι, όλοι περίπου δικοί μας, ξανασήκωσαν τα δόγματα της Ορθοδοξίας. Μα κι άλλους μερικούς κανόνες έβγαλαν οι Πατέρες εκείνοι. Ένας απαγόρευε καλόγερους και καλόγριες νανακατεύουνται σ' εκκλησιαστικά ή σε πολιτικά ζητήματα. Άλλος, με πιο πολιτικό νόημα αυτός, όριζε πως ο Επίσκοπος της ανατολικής Πρωτεύουσας, που κατά τη δεύτερη Σύνοδο (της Κωσταντινούπολης) ερχότανε δεύτερος ύστερ' από τον Επίσκοπο της δυτικής Πρωτεύουσας (τα λεγάμενα «Πρεσβεία της τιμής»), τώρα κι ομπρός να νομίζεται δεύτερος του Επισκόπου της Ρώμης, μόνο και μόνο εξαιτίας της μεγαλήτερης ηλικίας της δυτικής Πρωτεύουσας.
Παρατηρήθηκε πως αυτόν τον κανόνα οι Δυτικοί, όταν άρχισαν οι μεγάλες διαφορές που καταντήσανε στο Σκίσμα, ποτές δεν τον αναφέρανε μαζί με τάλλα τους επιχειρήματα. Πολύ φυσικό αυτό, μια και δεν είταν πια η Ρώμη μήτε πρωτεύουσα μήτε δευτερεύουσα, παρά κατρακύλησε και πήγε η πολιτική σημασία της μαζί με το δυτικό Κράτος μερικά χρόνια κατόπι από τη Σύνοδο εκείνη.
Κι ως τόσο τι άλλο συμπέρασμα βγαίνει ύστερ' από την πολιτική καταστροφή της Ρώμης παρά πως τα «Πρεσβεία της τιμής» τα είχε πια και πρώτη και δεύτερη η Νέα Ρώμη, που είταν κ' η μόνη «Βασιλεύουσα» τώρα;
Στον ίδιον κανόνα μέσα είναι επίσημα ορισμένη κ' η δικαιοδοσία της Νέας Ρώμης, που την είχε μεγαλώσει ο Χρυσόστομος, παίρνοντας μέσα της Θράκη, Ασία και Πόντο. Άλλο πάλε άρθρο του κανόνα εκείνου παραχωρούσε τον πατριαρχικό τίτλο — που ως τα τώρα τον είχαν οι δυο Ρώμες, η Αντιόχεια, η Αλεξάντρεια και τα Ιεροσόλυμα — και στην Ηράκλεια, Έφεσο και Καισάρεια. Γλήγορα όμως, κι από την ίδια τη Σύνοδο μάλιστα, ξαναβαφτίστηκαν Έξαρχοι οι τρεις καινούριοι Πατριάρχηδες, έγινε η Πατριαρχεία από τιμητικός τίτλος βαθμός ιερατικός, και περιορίστηκε στους πέντε παλιούς θρόνους.
Τέλος παρατηρήθηκε και πως στη σύνοδο εκείνη, όταν παραστάθηκε ο Μαρκιανός, μίλησε λατινικά στους ελληνόγλωσσους επισκόπους, και τους τα ξηγούσε διερμηνέας. Απλός τύπος αυτός, που δεν τολμούσανε να τον καταργήσουν ακόμα. Έτσι τους χρόνους εκείνους κ' ένας δικός μας επίσκοπος της Κως, έξαρχος όμως του Πάπα, αναγκάστηκε να μιλήση με τους άλλους μας επισκόπους λατινικά, με διερμηνέα κι αυτός. Κωμωδία που μας διδάσκει μερικά σπουδαία, και το σπουδαιότερο, πως από την πρώτη αρχή ως τον έχτον αιώνα κι αργότερα, συνηθίσαντας η Ρωμιοσύνη να πηγαίνη κατά τη Ρωμαϊκή την τάξη και στην επίσημη γλώσσα και σε κάμποσες άλλες εθιμοταξίες, κατάντησε να φαίνεται περιτυλιγμένη πάντα μ' ένα φλούδι ρωμαϊκό, αυτό δα που έκαμε πολλούς ιστορικούς και τα χάσανε, και μήτε δυο τους δε συφωνούνε στο πότε σταμάτησε η ρωμαϊκή η επιρροή, τον τέταρτο, τον πέμτο, ή τον όγδοον αιώνα. Σάματις έλειπε και στο δέκατο πέμτο!
Όσο για την παλιά τη θρησκεία, αυτή όσο πήγαινε έφευγε από τις Πολιτείες και τρυπωνότανε στα χωριά και στην εξοχή. Στην καθαυτό Ελλάδα φυσικά δεν έλειπαν ακόμα οι Εθνικοί, κι ας είχαμε επισκοπικούς θρόνους σε κάθε της πόλη. Και πως λογόφερναν ακόμα και τρώγουνταν Εθνικοί και Χριστιανοί εκεί κάτω, το βλέπουμε από το νόμο πούβγαλε στα 426 ο Θεοδόσιος να ξολοθρευτούν οι ναοί καθώς κι απ' άλλο παρόμοιο νόμο στα 439 που καταδίωκε μυστικές τελετές και θυσίες. Η αλήθεια είναι πως ο Εθνισμός απέθανε πολύ σιγανό θάνατο, και θα τα ξαναδούμε ταχνάρια του αιώνες κατόπι.
ΕΝΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ο Μαρκιανός κι ο Λέοντας
Είδαμε πως ο Μικρός ο Θεοδόσιος απέθανε στα 450, ύστερ' από σαρανταδυό χρονώ βασιλεία. Είδαμε και πως πήρε τότες η Πουλχερία άντρα και συνεξουσιαστή της το Μαρκιανό, άρχοντα της Θράκης. Πως ο Μαρκιανός δεν είταν του γλυκού νερού το νοιώθουμε από το μήνυμα πούστειλε του Αττίλα όταν ο αχόρταγος Ούνος του ζήτησε απότομα το χρονιάτικό του. Δεν έχει πια χρονιάτικα, του μήνησε ο Μαρκιανός, τώρα που και τα καινούρια τειχίσματα είταν τελειωμένα κι ο τόπος πιο έτοιμος ναντισταθή. Ίσως είχε κι ανθρώπους του στα λημέρια των Ούνων και γνώριζε πως αλλού τώρα είταν του Αττίλα ο νους. Δεν έχει λοιπόν, είπε, χρονιάτικο, παρ' αν είναι και φέρνεται καλά, θα του στείλη δώρα· ειδεμή, ας έρθη κι ας πολεμήση. Φρένιασε ο Αττίλας σαν τάκουσ' αυτά. Δεν κατέβηκε ως τόσο να πολεμήση, κ' έδειξε κι αυτός κάποια γνώση τότες, αφού μήτε πλοία δεν είχε να καταπιαστή καλά την πολιορκία της Πόλης· μόνο τράβηξε κατά τη Δύση, που την έβλεπε μισοζώντανη κ' ετοιμοθάνατη. Πήγε λοιπόν εκεί και τάβαλε με τον πρωτοστράτηγο της Ρώμης τον Αέτιο, και στα 451 έγινε η περίφημη η μάχη του Chalons, που αν και δεν καταστράφηκε ολότελα, τσακίστηκε όμως η ορμή του. Κ' έτσι γλυτώσαντας και τα δικά μας μέρη από το φόβο του, έμεινε ήσυχος ο Μαρκιανός, και βόλεψε κάμποσα πράματα μέσα στα εφτά χρόνια της βασιλείας του. Πρώτο και μεγαλήτερο καλό που συμμάζεψε τη δύναμη των ευνούχων, αφού θανάτωσε το Χρυσάφιο, που καθώς είδαμε παντού έχωνε την ουρά του, κι ό,τι έκαμνε η Πουλχερία με το Θεοδόσιο αυτός το χαλνούσε. Έπειτα φρόντισε και τα θρησκευτικά, καθώς μάθαμε στάλλο κεφάλαιο. Απαγόρεψε δωροδοκίες, χάρισε φόρους, αφήκε και γεμάτο το δημόσιο ταμείο σαν απέθανε στα 457, τρία χρόνια ύστερ' από την Πουλχερία.
Σαν απέθανε η Πουλχερία καθώς κι ο ανιψιός και διάδοχος του Ονωρίου ο τρίτος Βαλεντιανός, Θεοδοσιανή πια γενεά δεν απόμεινε. Αυτό δε σήμαινε και πολύ στη Δύση. Η Δύση είτανε που είτανε χαμένη, κ' οι Αυτοκρατόροι της πια τώρα μόνο που τους έμνησκε τόνομα. Στην Ανατολή όμως, που κι αν πλημμυρίζουνταν από βαρβάρους, κι αν παραλούσε κάποτες η διοίκηση, κι αν τηνέ βασάνιζαν οι ευνούχοι, κράταγε όμως πάντα μέσα της ζωντανάδα και δύναμη ξανακαινουριωμένης φυλής, εκεί άλλαζε το ζήτημα, κι ο Βασιλέας έπρεπε να βρεθή, και να βρεθή όχι κατά παράδοση ή κατά γενεαλογική σειρά, αφού αυτή έλειψε, παρά κατά τα περιστατικά που κυβερνούσαν το κράτος και τότες κι αργότερα, όταν ένας απάνω στον άλλον ανεβαίνανε στα θρόνο άνθρωποι από κάθε σειρά κοινωνική κι από κάθε γένος, Αρμένηδες, Ισαύροι, Μακεδόνες, Σλάβοι, όλοι όμως απορρουφημένοι από την ξενοφάγα τη Ρωμιοσύνη.
Ένας από τους πιο σημαντικούς του καιρού εκείνου στην Πόλη είταν ο Αλανός Πατρίκιος ο Ασπάρης, πρώτος και στα πολιτικά και στο στρατό· μυριόπλουτος, κ' οι φρουροί του όλοι Γότθοι. Αρειανός όμως όντας και μη στέργοντας ναλλαξοπιστήση, στοχάστηκε να ενεργήση νανέβη το θρόνο άνθρωπος του χεριού του, και διάλεξε το χιλίαρχο το Λέοντα, επιστάτη του άλλοτε. Στεφανώνεται λοιπόν ο απαίδευτος, μα πεντάξυπνος Λέοντας, και πρώτος παράλαβε την κορώνα από τον Πατριάρχη, κι όχι από πολιτικό ή στρατιωτικό αρχηγό, καθώς γίνουνταν ως τα τώρα. Άμα όμως έβαλε την πορφύρα ο Λέοντας, έδωσε του Ασπάρη να καταλάβη πως δεν είναι άνθρωπος να τονέ σέρνουν από τη μύτη. Και δεν άργησε να του ταποδείξη αυτό και μ' έργα. Πήγε μια μέρα ο Ασπάρης και του σύστησε κάποιον του φίλο για Έπαρχο της Πρωτεύουσας. Τον ακούγει προσεχτικά ο Λέοντας, ύστερα πηγαίνει και διορίζει άλλον Έπαρχο, λέγοντας πως εκείνον απαιτούσε το κοινό καλό. Άρχισε αμέσως κρύφια έχτρητ' ανάμεσα τους. Βλέποντας ο Λέοντας πως μπορούσε να καταντήση και φανερή, και θέλοντας νάχη δικούς του ανθρώπους, σκαρώνει με τρόπο μεγάλη και δυνατή φρουρά από βουνήσιους Ισαύρους, φυλή της Μικρασίας ξακουστή για την αντρειωσύνη της· μέτρο που μονάχο του σώνει να μας δείξη τι πήγαινε να πη Λέοντας, μια και στοχαστούμε πως το γερμανικό, δηλαδή το γοτθικό το στοιχείο δεν πολυσύφερνε να φουντώνη ολομόναχο στην Πρωτεύουσα, μέσα και να φοβερίζη κάθε λίγο την ειρήνη, καθώς τώρα με τον Ασπάρη, παρά χρειαζότανε κι άλλο στοιχείο να τους συμμαζεύη. Σύγκαιρα θανατώνει και τον Ασπάρη με τους γιους του (471). Ορμούν τότες οι Γότθοι του Ασπάρη να εγδικηθούνε, μα άξαφνα πέφτουνε στων Ισαύρων τα χέρια, κι άλλοι σκοτώνουνται, άλλοι φεύγουν από την Πρωτεύουσα. Απ' αυτό το περιστατικό ονόμασε ο όχλος το Λέοντα Μακέλλη, δηλαδή Μακελλάρη· μα ονομάστηκε από τους φίλους του και Μέγας, κι αυτό τούμεινε και στην Ιστορία.
Έκαμε όμως κένα σφάλμα ασυχώρητο στη βασιλεία του απάνω ο Λέοντας. Ύστερ' από δέκα έντεκα χρόνια κυβέρνηση όχι ανόμοια με τη γνωστικιά πολιτική του Μαρκιανού, τον έβαλε άξαφνα στα αίματα ο Δυτικός Αυτοκράτορας ο Ανθέμιος, και τον έπεισε να καταπιαστή την περίφημη εκείνη την αφρικανική εκστρατεία, που χίλιες φορές καλλίτερα νάλειπε (468). Την είχαν αρπαγμένη την Αφρική από το Ρωμαϊκό Κράτος οι Βαντάλοι, κατεβασμένοι από την Ισπανία στα 429, και ξεχυμίζοντας αποκείθε κάθε λίγο ρήμαζαν τα μέρη της Ιταλίας. Κοντά στο νου πως την είχε ανάγκη η αποσταμένη Ρώμη τη βοήθεια του Βυζαντίου. Πέφτει στον πειρασμό ο φιλόδοξος Λέοντας, σκαρώνει στόλο από 1113 καράβια, και μ' εκατό χιλιάδες άντρες στέλνει το γυναικάδερφό του Βασιλίσκο να καταδαμάση τους Βαντάλους. Ανάξιος όμως άνθρωπος ο Βασιλίσκος δεν άργησε να δείξη την ανικανότητα του στον κόσμο. Τα μισά του καράβια του τάκαψαν οι Βαντάλοι έξω από την Καρχηδόνα, τάλλα μισά τα ξανάφερε πίσω ανάπραγος. Παίρνουν τότες θάρρος οι Βαντάλοι και κατεβαίνουν ως τα ελληνικά τα παράλια. Εκεί όμως ο βασιλέας τους ο Γκιζερίχος βρήκε τους κατοίκους της Λακωνίας κάτι διαφορετικούς από το Βασιλίσκο, και τράβηξε καταπίσω, αφού πέρασε από τη Ζάκυθο και χάλασε κάμποσους.
Ο Λέοντας σ' αυτή την περίσταση δε φάνηκε μήτε Μακέλλης, μα μήτε και Μέγας. Όχι μονάχα που απότυχε η αφρικανική εκστρατεία, μα και που δεν το προείδε πως με το να στέλνη τόση δύναμη σε μακρινές χώρες, άνοιγε το δρόμο για τους βαρβάρους που παραμόνευαν πάντα από τα βορεινά· και μάλιστα όσοι Οστρογότθοι δεν είχαν περάσει τον Ίστρο στον καιρό του Μεγάλου Θεοδοσίου, μα τώρα, όντας πια κ' οι Ούνοι ξεθυμασμένοι και σκορπισμένοι από τότες που απέθανε ο Αττίλας (453), ξεκινήσανε σύγκαιρα με τους Γετίδες — άλλη βαρβαρική φυλή αυτή — και πιάσαντας την Παονία, δηλαδή τανατολικά της σημερινής Αουστρίας, (οι Γετίδες έπιασαν τη Δακία), πλημμύρισαν τέλος τα βορεινά της Ανατολικής Αυτοκρατορίας, κι αναγκάστηκε ο Λέοντας να τους παραλάβη κι αυτούς και να τους διορίση φοιδεράτους. Όχι δα πως στάθηκε κι αυτό ολέθριο κακό, αφού, καθώς κι αλλού είπαμε, πιώτερο καλό καταντούσε να μας κάμνουν οι καινουριοαίματες αυτές φυλές όταν καταστάλαζαν, παρά βλάβη. Αγκαλά πολύ λίγοι αυτής της παρέας έμειναν ως τέλος μέσα στον τόπο, καθώς θα δούμε. Μπορούσε όμως να βγη και σε χερότερο η ανετοιμασιά εκείνη του Λέοντα.
Στο παλάτι του μέσα αξιοσημείωτο πρόσωπο άλλο δε βρίσκουμε παρά τον περίφημο αρχιγιατρό του τον Ιάκωβο, που αν κ' Εθνικός, δηλαδή κατά το νόμο αποκλεισμένος από πολιτικά αξιώματα, χαίρουνταν όμως μεγάλα προνόμια, κ' είταν πολύ αγαπημένος του Λέοντα. Μα κι ο λαός τον είχε μεγάλη υπόληψη, και τούστησαν αδριάντα, όχι μονάχα στην Πόλη παρά και στην Αθήνα.
Μεγάλα δυστυχήματα της βασιλείας αυτής γενήκανε δυο. Ο φοβερός ο σεισμός της Αντιόχειας, κ' έστειλε τότες πολλή βοήθεια ο Λέοντας στους κατοίκους της κοσμαγάπητης αυτής χώρας· κ' η περίφημη πυρκαγιά του 465, τότες που μεγάλο μέρος της Πρωτεύουσας καταστράφηκε. Τέσσερα μερόνυχτα ταξίδευε η φωτιά από τανατολικά στα δυτικά, και πάλε από τα βόρεια στα νότια. Το περίλαμπρο Σενάτο, ξαναχτισμένο από τον Αρκάδιο, το «Νυμφαίο» αντίκρυ του, παλάτι που πήγαιναν και παντρεύουνταν όσοι δεν είχανε δικά τους σπίτια, και πλήθος μέγαρα και μεγαλόσπιτα, ξολοθρεύτηκαν όλα. Λέγουν πως έτρεχε τότες ο Ασπάρης στους δρόμους με κουβά στον ώμο, φωνάζοντας νάρθουν κ' οι άλλοι πολίτες να βοηθήσουν, και δίνοντας τους απόνα νόμισμα του καθένα.
Απέθανε ο Λέοντας στα 474, δυο χρόνια πρι να ξεψυχίση και της Δύσης η μεγαλονόμαστη πρωτεύουσα, η μυριοξάκουστη Ρώμη. Δεν ξαναγεννήθηκε πια η παλιά η Ρώμη. Βγήκαν παραβλάσταρα στον τόπο της, έγιναν κι απ' αυτά μερικά μεγάλα Κράτη, μα η καθαυτό Ρώμη δε ζούσε. Και δε ζούσε, γιατί μήτε πόρους δεν είχε στα γερατειά της, μήτ' έθνος εφτάψυχο περίγυρά της, μήτ' άλλα φυσικά προσόντα να τη θρέφουνε και να τη διαφεντεύουν, καθώς διαφέντευαν τη θετή της κόρη, την Κωσταντινούπολη.
Γερμανός βασιλέας τη σαβάνωσε με την πορφύρα του στα 476, ο Οδοάκερος. Κ' έτσι τώρα κι ομπρός μήτ' αυτή η πρόφαση δεν υπάρχει να λέγεται Ρωμαϊκό Κράτος η βυζαντινή η Ρωμιοσύνη, κι ας φύλαγε τους τύπους και τις βαλσαμωμένες συνήθειες της Ρωμαιοσύνης, ας φύλαγε ως τον έχτον αιώνα τη λατινική γλώσσα απάνω στα έγγραφά της. Όλα, όλα στο βυζαντινό το κράτος ρωμαίικα πια τώρα, εξόν ο τύπος. Εκκλησία, φιλολογία, γλώσσα, τέχνες, επιστήμες, σκολειά, σοφιστείες — δικά του όλα.
Λες και τα προμάντευε αυτά ο Κωσταντίνος σάνε χάραζε ελληνικά ψηφιά στο λάβαρό του απάνω.
ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ
ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΤ ΛΕΟΝΤΑ ΩΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ 474 — 565
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ο Ζήνωνας
Αφήκε ο Λέοντας δυο θυγατέρες· η μεγαλήτερη, η Αριάδνη, είχε παντρευτή τον Ίσαυρο το Ζήνωνα, κ' έκαμε αγώρι που ονομάστηκε κι αυτό Λέοντας καθώς ο παππούς του. Τεσσάρω χρονών κηρύχτηκε Αύγουστος ο δεύτερος αυτός Λέοντας μ' επίτροπο τον πάτερα του Ζήνωνα. Σε λίγο όμως πεθαίνει το παιδί και μένει Αυτοκράτορας ο Ζήνωνας, ο βαρβαρογέννητος κι ο βαρβαρονόματος ο «Τρισκαλισαίος» που ζώντας ο πεθερός του τον είχε βαφτισμένο Ζήνωνα και δοσμένο της κόρης του.
Το να γίνη ένας βάρβαρος γαμπρός του Αυτοκράτορα από απλός δορυφόρος του παλατιού είταν κι αυτό από τα συστήματα της βυζαντινής αυλής. Έχουνε να πουν πως το χρωστούσε αυτό της πεθεράς του της Βερίνας, και πως τονέ διάλεξε αυτή για δικούς της σκοπούς, νάχη δηλαδή άνθρωπο του χεριού της και να κυβερνάη εκείνη το κράτος. Ο Ζήνωνας όμως, που καθώς θα δούμε δεν κοιμούνταν, εννοούσε να κυβερνάη μονάχος του. Δεν της ήρθε της Βερίνας αυτό. Ακούραστη, πονηρή και ραδιούργα καθώς είταν, αποφασίζει να πετάξη το γαμπρό της από τη μέση. Πηγαίνει λοιπό στους «Τραμπούκους» του καιρού εκείνου, τους αρχηγούς του Ιπποδρομίου, συναγροικιέται μαζί τους, κάμνει δικό της και τον Ίλλο, άλλον Ίσαυρο του παλατιού, άνθρωπο άξιο και δραστήριο, και στα 475 σηκώνει μεγάλη στάση. Σφάζουνται πάμπολλοι Ίσαυροι (παλιό πάθος αυτό), αναγκάζεται ο Ζήνωνας να φύγη στην Ισαυρία με τη γυναίκα του την Αριάδνη, και καταπιάνεται τότες η Βερίνα νανεβάση στο θρόνο τον αγαπητικό της τον Πατρίκιο. Το Σενάτο όμως κ' οι άλλοι αρχόντοι δεν έστερξαν, και πορφύρωσαν τον αδερφό της το Βασιλίσκο, τον ανάξιο εκείνο ναύαρχο του πρώτου Λέοντα, τραβηγμένο χρόνους τώρα μέσα στα βάθια της αδοξιάς του. Δεν άργησε ο Βασιλίσκος να ξαναφανερώση την αναξιωσύνη του. Πρώτο του κατόρθωμα είτανε να κάμη τους Πολίτες εχτρούς του προστατεύοντας τους Μονοφυσίτες. Μα και με την αδερφή του τη Βερίνα, καθώς και με τον Ίλλο τα χάλασε. Εκεί λοιπόν που πολεμούσε ο Ίλλος το Ζήνωνα στην Ισαυρία, άξαφνα ξαναφιλιώνεται μαζί του και ξαπολεί το Βασιλίσκο. Στέλλει τότες ο Βασιλίσκος ένα του ανιψιό, τον Αρμάτιο — άλλο ζωντόβολο, καθώς θα δούμε σε λίγο — να χτυπήση και το Ζήνωνα και τον Ίλλο που ανέβαιναν τώρα κατά τη Πόλη. Τον παίρνει όμως κι αυτόν από το μέρος του ο Ίλλος, κ' έτσι, ύστερ' από είκοσι μέρες ανόητη βασιλεία, ξεθρονίζεται ο Βασιλίσκος, και ξανανεβαίνει το θρόνο ο Ζήνωνας (477).
Δυο λόγια του αξίζουν ως τόσο του Βασιλίσκου. Εξόν από την προστασία του Μονοφυσιτισμού, άλλα του «κατορθώματα» αναφέρνουνται το πως αργυρολογούσε από τους επισκόπους, και πως μια μέρα τον Πατριάρχη τον Ακάκιο μόνο πως δεν τον έδειρε, κι αυτό ας είναι καλά οι καλόγεροι που τονέ γλύτωσαν. Όσο για το φορολογικό του σύστημα, μήτε ο ταπεινότερος εργάτης δεν του ξέφυγε. Απέθανε στην Καππαδοκία, που ξορίστηκε μαζί με τη φαμελιά του, φυλακισμένος εκεί σε κάστρο μέσα.
Έγινε και στον καιρό του Βασιλίσκου στην Πόλη μεγάλη πυρκαγιά, που φαίνεται να βοήθησε κι αυτή στην καταστροφή του, έτοιμος καθώς είταν πάντα ο λαός να τα φορτώνη τέτοια δυστυχήματα στη ράχη των ηγεμόνων του. Άρχισε αυτή η φωτιά στα Χαλκωματάδικα, ξαπλώθηκε κατά τη δημόσια πλατεία, ξολόθρεψε μέγαρα και σπίτια τριγύρω της, έκαμε τέλος στάχτη και την περίφημη τη βασιλική βιβλιοθήκη του Ιουλιανού με τις εκατόν είκοσι χιλιάδες τόμους που είχε. Εκεί φυλάγουνταν κ' η Ιλιάδα κ' η Οδύσσεια, γραμμένες με χρυσά ψηφιά σε φειδιού άντερο εκατόν είκοσι πόδια μάκρος.
Να ξανάρθουμε τώρα στο Ζήνωνα. Κάμποσα πατήματα αφήκε στην εποχή του ο Αυτοκράτορας τούτος. Και καθώς συνέβηκε με πολλούς άλλους και προτερινούς και κατοπινούς του, έτσι και του Ζήνωνα η ιστορία είναι ανακατεμένη και με τα δυο τα στοιχεία που πλάγι πλάγι απαντιούνται από τη μιαν άκρη στην άλλη του δρόμου μας. Τόνα, η γενική πολιτική και μάλιστα η ξωτερική, οι πόλεμοι δηλαδή με αντάρτες, με ξένους και με βαρβάρους· τάλλο, η εθνική η ζωή, που μια και πήρε θρησκευτικό χρώμα, έμεινε ζευγαρωμένη με τα θρησκευτικά τα ζητήματα ως το τέλος, κ' έτσι καταντάει η θρησκευτική ιστορία μας να είναι και της εθνικής μας ζωής.
Θα δηγηθούμε σ' αυτό το κεφάλαιο τη γενική ιστορία του Ζήνωνα, ό,τι άκρες μέσες σώζουνται, και σε ξέχωρα κεφάλαια τη γοτθική του πολιτική και το πώς φέρθηκε στους θρησκευτικούς μας αγώνες.
Έν' από τα πρώτα του μέτρα είτανε να διοργανίση στρατό από ντόπιους αντίς να περιμένη μονάχα από πλερωμένους βαρβάρους καθώς οι προκατόχοι του. Φαίνεται όμως πως εξαιτίας αυτό το μέτρο υπόφεραν πολύ τα οικονομικά, αγκαλά και στου Βασιλίσκου τον καιρό το ταμείο στη φτώχεια δεν πήγαινε παρακάτω. Μα κι ο Ζήνωνας, όσα κι' αν είταν τα καλά του, δεν πολυφαίνεται να κατείχε από μέθοδο και τάξη στα οικονομικά. Αυτά τα βόλεψε κατόπι ο Αναστάσιος. Είχε ο Ζήνωνας και κάποιον κλέφτη και καταχραστή Σεβαστιανό στο παλάτι. Μα κι ο φυσικά μαλακός χαρακτήρας του πρέπει να κόστισε του τόπου, αφού τα πλούτη και τα χαρίσματα τα μοίραζε αλύπητα σε φίλους και σε κολάκους.
Ας μαζέψουμε τώρα ό,τι άλλο περίφημο σώζεται από την ιστορία της εποχής του, έξω από τα μεγάλα ζητήματα που θαγγίξουμε παρακάτω.
Τονέ θυμούμαστε τον Αρμάτιο. Είταν αυτός στον καιρό του Βασιλίσκου αγαπητικός της θειας του της Ζηνωνίδας, της γυναίκας του Βασιλίσκου. Είπανε μάλιστα πως ο ίδιος ο Βασιλίσκος τους άφινε και περνούσαν αντάμα τις ώρες τους, ώσπου αγαπήθηκαν τόσο, που μήτε στον κόσμο μπροστά δεν μπορούσαν πια να βασταχτούνε παρά κάμνανε «μάτια» ανάμεσα τους. Τέλος ανακατεύτηκε κ' ένας ευνούχος και μια παραμαμμή και τους βόλεψαν, και τότες κατάπεισε η Ζηνωνίδα τον άντρα της να δώση του Αρματίου το μεγαλήτερο αξίωμα στην Πρωτεύουσα. Όντας από φυσικό του απόνετος, κάμποσα σκληρά έκαμε ο Αρμάτιος τότες. Αγαπώντας και να σφαντάη στον κόσμο, γύριζε τους δρόμους φορεμένος σαν Αχιλλέας, κ' έτσι πήγαινε και στο Ιπποδρόμιο. Ο Ζήνωνας ως τόσο, αν και καθώς είδαμε ευεργετημένος από τον Αρμάτιο, δεν τον αφήκε να το πολυχαρή σαν ξανανέβηκε το θρόνο· μόνε αφού τονέ διόρισε στρατηγό του, έβαλε κατόπι και τον ξεπάστρεψαν.
Ο πιο σημαντικώτερος υπουργός του Ζήνωνα είταν ο Ίλλος. Μα μήτε αυτόνα δεν τον έβλεπε ο Αυτοκράτορας με καλό μάτι, παρά μάλιστα και τον παραμόνευε από την αρχή της δεύτερης βασιλείας του. Εχτρός όμως πολύ μεγαλήτερος του Ίλλου στάθηκε η Βερίνα. Όταν έγινε Ύπατος ο Ίλλος κ' έχτιζε Αυτοκρατορική Στοά (478), εκεί που επιστατούσε παρατήρησε ένα «Σχολάριο» Αλανό και τριγύριζε με σπαθί στο χέρι. Τον υποψιάζεται, και με βασανισμούς τον αναγκάζει κι ομολογεί πως ο Έπαρχος ο Επίνικος τον έβαλε να τονέ σκοτώση. Το λέει του Αυτοκράτορα και τον ξορίζει αμέσως ο Ζήνωνας τον Επίνικο. Ο Ίλλος ως τόσο, θέλοντας να μάθη τον καθαυτό αίτιο, ξεκινάει και πηγαίνει στην Ισαυρία, βρίσκει στη φυλακή τον Επίνικο, και τον καταφέρνει να του ξεμυστηρευτή πως η Βερίνα τον έβαλε να ενεργήση τη δολοφονία. Γυρίζει ο Ίλλος στη Χαλκηδόνα, καταπείθει τον Αυτοκράτορα να του παραδώση την πεθερά του, την καλογερεύει, και τη στέλνει φυλακή μέσα σε κάστρο της Ισαυρίας.
Λίγο κατόπι, στα 483, τονέ βρίσκουμε πάλι τον Ίλλο και ξεκινάει κατά τη Μικρασία να ξεφύγη άλλη δολοφονία, από γυναίκα κι' αυτή, από τη Βασίλισσα δηλαδή την Αριάδνη. Εκεί απάνω σηκώνει στη Συρία ειδωλολατρική επανάσταση κάποιος Λεόντιος. Διορίζει λοιπόν ο Ζήνωνας στρατηγό τον Ίλλο, να πάη και να χτυπήσει το Λεόντιο. Άξαφνα όμως υποψιάζεται πάλε τον Ίλλο ο Αυτοκράτορας, θυμώνει ο Ίλλος, και γίνετ' ένα με το Λεόντιο. Για να τον παιδέψη τότες ο Ζήνωνας, πουλεί τα υπάρχοντά του και τα μοιράζει στους αγαπημένους του Ισαύρους. Πηγαίνουν ύστερα κι ο Ίλλος και ο Λεόντιος και φιλιώνουνται με τη φυλακισμένη τη Βερίνα. Βγαίνει η Βερίνα από τη φυλακή, και στεφανώνει Αυτοκράτορα το Λεόντιο! Σύγκαιρα συναγροικιέται ο Ίλλος με τον Οδοάκερο της Ιταλίας, με τους Πέρσους, καθώς και με τους Αρμένηδες, με σκοπό να δυναμώση το κίνημα. Στο μεταξύ μπαίνει κι ο Λεόντιος στην Αντιόχεια (484) και συσταίνει Αυτοκρατορική Αυλή. Ο Ζήνωνας όμως, κ' ίσως με σκοπό να ξεκάμη όχι δυο παρά τρία θεριά, στέλνει αμέσως καταπάνω τους το Θεοδορίχο τον Οστρογότθο. Δεν πολυβάσταξε τότες μήτ' ο Ίλλος μήτ' ο Λεόντιος, παρά κ' οι δυο τους πήγαν και κλειστήκανε μέσα σ' ένα κάστρο της Ισαυρίας. Απάνω στην πολιορκία του κάστρου εκείνου απέθανε η Βερίνα. Ύστερις από τέσσερα χρόνια αποκλεισμό, τους πρόδωσε άλλη γυναίκα, η γυναικαδέρφη του Ίλλου, και σφάχτηκαν. Το Θεοδορίχο όμως δεν τον ξέκαμε τότες ο Ζήνωνας, καθώς γλήγορα θα το δούμε.
Αν αφορμή του σηκωμού εκείνου της Συρίας είτανε στ' αλήθεια να ξαναζήση η ειδωλολατρεία ή όχι, δε φαίνεται πολύ βέβαιο. Ξέρουμε όμως πως ο Ίλλος είχε φίλο του επιστήθιο το φιλόσοφο τον Παμπρέπιο, και πως ατός του είταν, ή ήθελε να φαίνεται, γραμματιζούμενος και σοφός. Όσο για τον Παμπρέπιο, όχι μόνο φιλόσοφος νεοπλατωνιστής, μα και ποιητής και γραμματικός είταν. Κι όταν από την Αθήνα πρωτοπέρασε στην Πόλη κ' έγινε φίλος του Ίλλου ύστερ' απόνα ποίημα που τούγραψε, διορίστηκε αμέσως καθηγητής, και με μεγάλη πλερωμή μάλιστα, αφού είχε κι από τον ίδιο τον Ίλλο χρονιάτικο. Τον κακόβλεπαν όμως οι Πολίτες, σαν «Έλληνας» που είτανε, δηλαδή Ελληνόσοφος — είδος μάγος, να πούμε. Κι άμα έλειψε ο Ίλλος στα 478, τον ξόρισαν. Αυτός ως τόσο ξαναγύρισε πάλι μαζί με τον Ίλλο και διορίστηκε, όχι πια καθηγητής, παρά και Σενατόρος και Κουαίστωρας. Τονέ συνόδεψε τέλος και στην επανάσταση εκείνη. Εκεί όμως απέθανε κι αυτός μαζί με τον προστάτη του.
Στα πρώτα εκείνα χρόνια του Ζήνωνα ξέσπασε κι άλλη, ακόμα πιο σημαντική συνωμοσία, και πάλε γυναίκα η αιτία. Ο γιος του Ανθεμίου, του δυτικού Αυτοκράτορα, ο Μαρκιανός, είχε γυναίκα τη δεύτερη κόρη του μεγάλου Λέοντα, τη Λεοντία. Πορφυρογέννητη η Λεοντία, δηλαδή γεννημένη στον καιρό που βασίλευαν οι γονιοί της, της κάπνισε να ρίξη κάτω την Αριάδνη και να γενή αυτή Αυτοκρατόρισσα. Άμα λοιπόν ζορίστηκε η Βερίνα στα 479, μαζεύουν οι φίλοι της Λεοντίας μερικούς πλερωμένους, κ' ένα μεσημέρι, εκεί που σύχαζαν όλοι με το λιοπύρι, πέφτουν καταπάνω στο παλάτι. Μόλις πρόφτασε και πήδηξε από παράθυρο ο Ζήνωνας και γλύτωσε. Φίλος όντας του βασιλέα τότες ο Ίλλος, ξεκινάει από τη Χαλκηδόνα με μερικούς Ισαύρους και σταματάει το κίνημα. Πιάνουν και τον άντρα της Λεοντίας το Μαρκιανό, τον καλογερεύουν, και τον ξορίζουνε στην Καππαδοκία.
Ίσως πρέπει ναναφερθή πως είχε κ' ένα γιο ο Ζήνωνας συνονόματό του, κακορρίζικο όμως πλάσμα και κακομαθημένο από τους αυλικούς, αν και πάσκιζε ο πατέρας του να τον καλαναθρέψη. Δεν είναι να γράφουνται σε Ιστορία μέσα οι αχρειοσύνες του. Έσκασε, μωρό παιδί ακόμα, από την πολλή την παραλυσία.
Κατά τα τέλη της βασιλείας του Ζήνωνα βγαίνει στη σκηνή ο αδερφός του ο Λογγίνος και παίρνει κάμποσο δρόμο σε δύναμη και σ' αξιώματα. Φαινότανε λοιπόν πως αυτός θα τονέ διαδεχτή. Ο Ζήνωνας ως τόσο πηγαίνει και ρωτάει ένα μάγο ποιος θα είναι ο διάδοχος του, κι ο μάγος του απαντάει πως ένας Σιλεντιάριος. Υποψιάζεται αμέσως ο Βασιλέας τον πατρίκιο τον Πελάγιο και τονέ θανατώνει. Μέρα δεν έζησε ο Ζήνωνας από τότες δίχως φόβους κ' υποψίες· είτανε να τονέ λυπάται άνθρωπος. Απέθανε τέλος στα 491 από σεληνιασμό.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Η Γοτθική πολιτική του Ζήνωνα
Τους θυμούμαστε τους Οστρογότθους όταν πέρασαν τον Ποταμό και πλακώσανε μέσα στο κράτος, κι αναγκάστηκε ο Λέοντας να τους κρατήση και να τους κάμη φοιδεράτους του να διαφεντεύουν τα βορεινά μας από άλλους εχτρούς. Αρχηγός τους τα χρόνια εκείνα είταν ο Θεοδομίρος. Στον καιρό του Ζήνωνα αρχηγός των Οστρογότθων είταν ο γιος του Θεοδομίρου ο Θεοδορίχος. Επειδή όμως θανταμώσουμε κι άλλονα Θεοδορίχο στην ίδια την εποχή, ας ονομάσουμε το γιο του Θεοδομίρου Θοδορίχο, να μην μπερδεύουνται τα δυο πρόσωπα. Είταν ο Θοδορίχος παλικαράς, θεόξυπνος, του σκοινιού και του παλουκιού. Τον είχανε φερμένο στην Πρωτεύουσα όμηρο από τότες που οι Οστρογότθοι συθηκολογήσανε με το Λέοντα (461). Τους δέκα χρόνους που έμεινε στην Πόλη, έκαμε η αυλή ό,τι μπόρεσε να τον αναθρέψη και να τον πολιτίση. Ως και Πατρίκιο τον τιτλοφόρησαν, και νύφη βασιλική τούταξαν. Εκείνος όμως μήτε τρίχα δεν άλλαξε, παρά μεταγύρισε στους δικούς του στα 471, δίχως μήτε τόνομά του να ξέρη να γράψη· κι όσο για έχτρα με τους δικούς μας, μεγάλωνε με τον καιρό αντίς να λιγοστεύη. Άμα πήγε στα λημέρια του άρχισε τους πολέμους και τα γιουρούσια. Δυο τρία χρόνια κατόπι (ό,τι πρωτανέβαινε ο Ζήνωνας το θρόνο) τονέ βρίσκουμε με τον πατέρα του και πλημμυρίζει όλη την Ιλλυρική. Κυρίευαν χώρες και πήγαιναν· ως τη Θεσσαλονίκη ζυγώσανε. Εκεί όμως ξαναγίνεται πάλι συθήκη, και παραμερίζουνε στην Κάτω Μοισία και στη Σκυθία. Τουλάχιστο αυτού βρίσκουνται κατασταλαγμένοι στον καιρό του Βασιλίσκου.