WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος cover

Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος

Chapter 12: ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A sweeping historical and cultural study that traces the evolution of a Mediterranean community’s identity across centuries, combining narrative history with reflective analysis. It examines the interplay of religious belief, patriotic sentiment, language use, and everyday customs in shaping collective character and public behavior, and critiques reluctance to record and cultivate the vernacular. The work diagnoses social strengths and failings, considers responses to crises and reform, and offers documentary detail alongside interpretive commentary intended to prompt self-examination and guide future civic and cultural renewal.

Αυτά είταν τα πολεμικά χτίρια. Όσο για τα στολίσματα και τα μνημεία, πόλη μεγάλη δεν έμεινε δίχως το στόλισμά της. Το μεγαλήτερο όμως μερίδιο τόλαβε η πρωτεύουσα, και κει πρέπει να πάμε για να θαμάσουμε του Ιουστινιανού ταληθινά τα μεγαλουργήματα. Πλήθος ναοί και πλήθος μνημεία. Και πρώτο πρώτο στο μέγεθος, στη λαμπρότητα και στην αθανασία στέκεται ως τα σήμερα περήφανος και μεγαλόπρεπος ο ναός της Άγιας Σοφιάς, το καμάρι κ' η ελπίδα της ρωμιοσύνης· που καθώς οι εικόνες του, οι σταυροί του και τα μοιράσματά του στέκουνται σημάδια της χριστιανικής θρησκείας, έτσι κ' οι τρούλλοι του, οι θόλοι, οι καμαρωτές οι κολώνες, τα μυριόπλουμα ψηφιδώματα και τάλλα πολύτιμα του στολίδια μνήσκουνε θεόρατα και θεόλαμπρα σημάδια της μεγαλοπρέπειας και της δυναμωσύνης που ξεπρόβαλε από την ξαναζυμωμένη και την ξαναχυμένη αυτή φυλή, που ζωή της και δόξα της στάθηκε τανακάτεμά της με ξένα στοιχεία, και μάλιστα στοιχεία βαρβαρικά, στοιχεία του χύσανε ζωή και δύναμη μέσα στην ομορφιά, τη χάρη και τη νοημοσύνη. Πόσα και πόσα στολίδια της Άγιας Σοφιάς δεν ταποδίνει ο τεχνίτης ο κριτικός σε συνήθειες βάρβαρες κι Ασιατικές! Κι ως τόσο κοιτάξτε το σύνολο, κοιτάξτε το ξαναχύσιμο! Έτσι και το έθνος. Δικά του τάκαμε όλα τα ξένα στοιχεία. Τόσο δικά του, που αδύνατο πια το παραμικρό να του αφαιρέσης δίχως νασκημίσης την ξαναπλασμένη του ομορφιά. Ας έρθουμε όμως στην ιστορία του μεγάλου ναού μας.

Πρώτος ο Κώστας τον είχε ξαναχτισμένο και μεγαλωμένο, κ' έτσι βάσταξε ως τον καιρό του Αρκαδίου. Είδαμε στο δρόμο μας απάνω κάμποσες σκηνές, και πολύ δραματικές μάλιστα, μέσα στο ιστορικό αυτό τέμενο. Θυμούμαστε του Γρηγόριου τους Αρειανικούς αγώνες, του Χρυσόστομου τις αλύπητες σαϊτιές, του Ευτρόπιου το τραγικό επεισόδιο, την πυρκαγιά εκείνη ύστερ' από την εξορία του Χρυσόστομου, το νέο χτίσιμο του ναού από το μικρό Θεοδόσιο, ακούσαμε κατόπι εκεί το Νεστόριο που δίδασκε τα νέα του δόγματα, παρασταθήκαμε στο στεφάνωμα του Λέοντα, του πρώτου που παράλαβε την κορώνα από τον πατριάρχη, ακούσαμε από τον άμπωνα το περίφημο ενωτικό του Ζήνωνα, είδαμε τον πατριάρχη τον Ακάκιο να λειτουργάη δίχως να μνημονεύη τον αρχιερέα της Ρώμης, κι άλλα κάμποσα μαρτυρήσαμε μέσα στους ιερούς εκείνους τοίχους, από το πρώτο χτίσιμο του ναού ως την καταστροφή του Νίκα. Τέτοιο εθνικό μνημείο δεν είταν ο Ιουστινιανός άνθρωπος να το παραβλέψη ύστερ' από κείνην την καταστροφή, κ' η φιλοδοξία του λαμπρότερο έργο δεν καταπιάστηκε παρ' όταν προσκάλεσε τον Τραλλιανό, τον Ανθέμιο και τον Ισίδωρο, να του τοιμάσουνε σκέδιο του καινούριου ναού της Άγιας Σοφιάς.

Είταν ο Ανθέμιος από τους πρώτους αρχιμαστόρους της εποχής του και φημισμένο το σόγι του από δυο τρεις άξιους και προκομμένους του αδερφούς. Αυτός λοιπόν κι ο Ισίδωρος από τη Μίλητο, θείος του Ισιδώρου που κατόπι ξανάχτισε με στερεώτερο σύστημα τον τρούλλο της Άγιας Σοφιάς σαν γκρεμήστηκε από σεισμό στα 558, — αυτοί οι δυο προσκαλέστηκαν από τον Ιουστινιανό να κάμουν το σκέδιο του καινούριου ναού. Σκέδιο όχι πια «δρομικό», δηλαδή χτίριο παράλληλο με γύρο στην άκρη, καθώς έκαμναν ως τα τότε τις εκκλησιές, παρά «σταυρωτό», καθώς θα δούμε σε ξέχωρο κεφάλαιο της βυζαντινής τέχνης, εκεί που πρέπει ο αναγνώστης να πάη να δη όσα καθέκαστα δεν πολυταιριάζουνε σε ιστορικό κεφάλαιο μέσα.

Από τη μια λοιπό μελετούσαν το σκέδιο οι δυο οι πρωτομαστόροι, κι από την άλλη άρχιζε ο Ιουστινιανός και μάζευε υλικό. Έφερε τα πιο πλούσια μάρμαρα και τα πια αξετίμωτα αρχαϊκά καλλιτεχνήματα από τα τέσσερα πέρατα της αυτοκρατορίας του. Ανάμεσα στις θεόρατες κολώνες που κρατούν τον καταμεσινό το θόλο σώζουνται ακόμα μέρη μεταφερμένα από τους περίφημους ναούς της Ηλιούπολης, της Εφέσου, κι άλλων πολιτειών.

Έπρεπε σύγκαιρα να τοιμαστή κι ο τόπος, κ' είχε ανάγκη από πολύ πιο μεγαλήτερο τόπο η νέα η εκκλησιά. Απίστευτα ποσά ζητηθήκανε, κ' ίσως και πλερωθήκανε, για οικόπεδα που πέφτανε μέσα στη χρειαζούμενη περιφέρεια. Λένε μάλιστα πως ένας αυλικός ευνούχος Αντίοχος, έχοντας εκεί οικόπεδο και ζητώντας δέκα φορές την αξία του, για να τονέ φέρουνε στα συλλογικά του τονέ φυλάκισαν ίσια ίσια την παραμονή μιας ιπποδρομικής γιορτής· και με το ναγαπούσε ο Αντίοχος το ιπποδρόμιο, παρά να χάση τη διασκέδαση πρόσφερε το οικόπεδο σε πιο φτηνή τιμή.

Κάτι πιο χριστιανικώτερο είναι το ιστορικό της χήρας Άννας, που στην αρχή ζητούσε 500 λίτρες χρυσές για το σπίτι της (ως 600 χιλιάδες δραχμές) από 85 λίτρες που άξιζε. Μαθόντας όμως πως ο Ιουστινιανός πήγαινε να την καταπείση ο ίδιος, βγήκε και πρόσπεσε στα πόδια του αυτοκράτορα κ' έδωσε χάρισμα το οικόπεδο, και μόνο τον παρακάλεσε να τη θάψουνε στο έμπασμα του ναού σαν πεθάνη για να συχωρεθούν οι αμαρτίες της.

Αν είναι αλήθεια πως σαράντα μέρες ύστερ' από την πυρκαγιά είταν αρχινημένο το θεμέλιωμα του καινούριου ναού, πρέπει να τοιμάζουνταν ο Ιουστινιανός για το νέο χτίσιμο πριν την πυρκαγιά. Ή σαράντα όμως ή πιώτερες, ξέρουμε πως σ' έξη περίπου χρόνια τέλειωσε ο ναός, και στα 537, 24 του Χρίστου, τελέστηκαν τα εγκαίνιά του. Κ' είναι να θαμάση άνθρωπος πώς κατορθώθηκε τέτοιο μεγαλούργημα σε τόσο λίγον καιρό. Πόσο στοίχισε το χτίριο δεν το καλογνωρίζουμε. Ο πιθανώτερος αριθμός φαίνεται πως είναι τρεις χιλιάδες κεντηνάρια μάλαμα (ως 360 μιλλιούνια δραχμές).

Κάποια περιγραφή του ναού θα γίνη αλλού, καθώς είπαμε. Εδώ μπορούμε το πολύ να μπούμε μέσα με τη φαντασία, και θωρώντας περίγυρα, να θαμπώσουν τα μάτια μας από τ' αριθμητά χρυσά κι αργυρά σκεύη, από τα διαμάντι κι από το μαργαριτάρι. Να θαμάσουμε τις θεόρατες κολώνες και τις απανωτές καμάρες, που λες και λαφροπετώντας ανεβαίνουνε και στηρίζουν το μεγάλο τον τρούλλο που στεφάνωνε το χτίριο. Να βλέπουμε τ' αμέτρητά του στολίδια περιχυμένα από το φως που πέφτει από του μεγάλου τρούλλου τα εικοσιτέσσερα παράθυρα, που λες από μέσαθε κι όχι απέξω έρχονται οι αχτίδες του. Άλλο της κλασσικής αρχαιότητας να μη βλέπης παρά την απλότητα, κι αυτή μετρημένα. Τάλλα όλα νέα και μ' αλλαγμένη μορφή, μάλιστα οι καμάρες κ' οι θόλοι, άγνωστοι στους ελληνικούς καιρούς, στην εποχή δηλαδή της απλής γραμμής, γνωστοί όμως τώρα κι από τη Ρώμη κι από την Ασία, και πιο ταιριαστοί με το νέο χαρακτήρα που πήρε το έθνος.

Κι άλλο δε μας μένει ύστερ' από τα λίγα αυτά που σώνουν εδώ, παρά να προσπέσουμε και να προσκυνήσουμε με τη φαντασία μέσα σ' όλην εκείνη τη λαμπρότητα, ίσως κι ακουστούν οι προσευκές μας ως εκεί που πρέπει, και περάσουν τα ναμάζια και φύγουνε σα διαβατάρικη μπόρα από κει που έντεκα αιώνες αντιλαλούσαν οι χριστιανικές οι δοξολογίες.

Της άξιζαν τα εγκαίνια που της έκαμαν τέτοιας μεγαλόπρεπης εκκλησιάς. Αλύπητα μοιράστηκαν τα δώρα τη μέρα εκείνη. Ανάστατη όλη η Πόλη ακολουθώντας τη λαμπρή συνοδιά — βασιλέα, πατριάρχη, αυλικούς κι αρχόντους, από το παλάτι ως το ναό. Πρώτος ξεπέζεψε ο Ιουστινιανός και μπήκε, προχώρησε ως τον άμπωνα, δόξασε το Θεό που τέλειωσε το μέγα του έργο, και φώναξε από τη χαρά του «Σε νίκησα Σολομώντα».

Δεν είναι μήτε της δουλειάς μας, μήτε πολύ γνωστικό μας φαίνεται να ξετάζουμε τι θα γινότανε αν τύχαινε και βασίλευε στην Κωσταντινούπολη διαφορετικός άνθρωπος από τον Ιουστινιανό. Πρέπει να τον κοιτάζουμε καταπώς είτανε. Μας έκαμε μεγάλα κακά, και το μεγαλήτερο, που έβαλε μπόδια τεχνητά σε ίσιο και σε φυσικό δρόμο. Έρριξε βράχους και χώματα να γυρίση τον ποταμό. Γύρεψε να ξαναφέρη το ρωμαϊκό κράτος με τις παλιές του δόξες. Σηκώθηκαν κατόπι τα φυσικά τα στοιχεία, φούσκωσε η πλημμύρα της Ρωμιοσύνης, του τάπνιξε όλα πρι να βγη ο αιώνας, και πήρε τότες το δρόμο του το ξανανιωμένο το έθνος. Άρχισε τις φοβερές του μονομαχίες μ' Ασιατισμό, με Σλαβισμό, και κατόπι με Φραγκισμό. Ως το δέκατο πέμπτο αιώνα τους πολεμούσε σαν ήρωας τους δράκους του κόσμου. Οι χιλιόχρονες εκείνες μονομαχίες είναι τα καθαυτά προγονικά μεγαλεία μας. Και σα νάννοιωθε κι ο ίδιος ο Ιουστινιανός το τι λογής αγώνες μας προσμένανε, μας έστησε το ιερό εκείνο μνημείο της Άγιας Σοφιάς, που μας σκέπαζαν και μας φύλαγαν οι θόλοι του πίστη, ελπίδα και θάρρος, για να παίρνη το έθνος δύναμη και να μαζεύη ηρωισμό στην καρδιά του κάθε φορά που ζύγωνε ο εχτρός.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

1 Στρατιωτικά και δοικητικά του έχτου αιώνα

Από δυο στοιχεία είταν καμωμένος ο βυζαντινός στρατός· από ντόπιους ταχτικούς κι από άταχτους ξένους, δηλαδή Φοιδεράτους. Μα δεν είταν πάλε μήτε οι ταχτικοί όλως διόλου καθαροί από ξένους μήτε οι ξένοι από ντόπιους. Και μήτε μαζεύουνταν οι ταχτικοί εκείνοι με στρατολογικό σύστημα σαν τα σημερνά, μόνο τους έδιναν ως είδος φόρο οι σενατόροι κ' οι αρχόντοι, άλλος έναν άλλος πιώτερους, κατά το έχει του ο καθένας· κάποτες και πολλοί μαζί έδιναν έναν. Και τους διάλεγαν όλους από τα πια χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, αφού όχι οι καλόγεροι μονάχα έμνησκαν έξω, μα κι όσοι μαζεύανε φόρους κ' οι γεωργοί.

Το σημαντικώτερο μέρος του στρατού είταν η καβαλλαρία. Διάλεγαν τους πιο παλικαρήσιους για το ιππικό και με μεγάλη τέχνη τους γύμναζαν. Είταν κατάφραχτοι αυτοί, αρματωσιά δηλαδή ολόσωμη με κοντάρι.

Το πεζικό δεν είταν και περίφημο. Κ' επειδή μήτε τους πλέρωναν πάντα, παρά τους άφιναν και άρπαζαν κάποτες καθώς στα 545 που τους έδωσε φόρα ο Βελισάριος, δεν μπορούσανε να τους έχουν και μεγάλη πειθαρχία.

Δεν πρέπει όμως να κρίνουμε το στρατιωτικό τον οργανισμό του καιρού εκείνου κατά τη σημερνή μας πείρα, παρά νανιστορούμε με τι λογής εχτρούς πολεμούσανε. Θα νοιώσουμε τότες πως μ' όλα του τα ψεγάδια πάντα καλλίτερος είταν ο στρατός εκείνος από τασκέρια που αντίκρυζε, που δεν είχανε μήτε μηχανικούς μήτε από τα καλλίτερα άρματα πάντα.

Όσο για τους άταχτους, άλλοι απ' αυτούς είταν ξένες φυλές αποκατεστημένες μέσα στον τόπο με τη συφωνία να φέρνουνε τόσους άντρες, άλλοι από φυλές γειτονικές, που τους έστελναν οι αρχηγοί τους του Αυτοκράτορα, με πληρωμή όμως από το δημόσιο ταμείο. Αίρουλοι, Γέπηδες, Λομπαρδοί, Ούνοι, Σαρακηνοί, Μαυρούσιοι κι άλλοι. Άταχτοι καθώς είπαμε κι αγύμναστοι αυτοί, αντρειωμένοι όμως και παλικαράδες, που ανεκατέβοντάς τους με τέχνη οι δικοί μας τους έκαμναν πολύ χρήσιμους.

Λογαριάζουν πως ο στρατός του Ιουστινιανού ανέβαινε ως 150 χιλιάδες περίπου. Είπαν και πιώτερους μα δεν είναι βέβαιο.

Κάμποσα ξεράσματα λέχτηκαν εναντίο του βυζαντινού στρατού της εποχής εκείνης, μα κι αυτά ξεθύμαναν πια τώρα σαν τόσα άλλα που μας καταλαλήσανε σε καιρούς που δε ζητιούνταν η αλήθεια, παρά κρατώντας το λυχνάρι η πρόληψη περπατούσε μέσα στα σκοτάδια σα νυχτοκλέφτης.

Αρκετή ιδέα μας δίνει ο βυζαντινός ο στρατός, το τι είταν άξιος να κάμη, με την πολεμική ιστορία του έχτου αιώνα. Ώστε ταφίνουμε αυτά, κι ερχούμαστε στη δοίκηση, τι λογής είταν αυτούς τους καιρούς.

Οι αλλαγές πούφερε ο Ιουστινιανός στη δοίκηση είταν είδος μισός δρόμος από το σύστημα του Διοκλητιανού ως το θεματικό σύστημα που ήρθε αργότερα.

Κατά τα συστήματα του Διοκλητιανού και του Κωσταντίνου είχαμε πρώτο, στρατιωτική και πολιτική δοίκηση χωρισμένες· δεύτερο, είδος ιεραρχική βαθμολογία στ' αξιώματα, π. χ. τον πραιτοριανό τον Έπαρχο μεταξύ Αυτοκράτορα κ' επαρχιακό Κυβερνήτη, δηλαδή Αντέπαρχο, και πάλε το Βικάριο, δηλ. το δοικητικό τον Ύπαρχο, μεταξύ Αντέπαρχο και πραιτωριανό Έπαρχο· και τρίτο, την κάθε επαρχία μοιρασμένη σε μικρότερα τμήματα.

Στο θεματικό πάλε σύστημα του 7ου και του 8ου αιώνα θα βρούμε όλο το ενάντιο· πολιτική και στρατιωτική δοίκηση ανεκατεμένες, τις «Διοίκησες» καταργημένες, τον πραιτωριανό Έπαρχο μήτε ψιλό όνομα, και τις επαρχίες μεγαλήτερες.

Ο δρόμος λοιπόν που πήρε ο Ιουστινιανός είταν ο δρόμος που τοίμαζε τον τόπο για τις μεγαλήτερες θεματικές αλλαγές. Π. χ. σε μερικές επαρχίες έδωσε στον ίδιον άνθρωπο και στρατιωτική και πολιτική, μα κ' οικονομική εξουσία. Κατάργησε μερικούς δοικητικούς Υπάρχους, και τέλος μερικά επαρχιακά τμήματα τα συχώνεψε σε μια μεγάλη επαρχία.

Άλλο μέτρο ριζοσπαστικό του Ιουστινιανού είναι που κατάργησε την Υπατεία. Ο Ύπατος από ανώτατος άρχοντας που είτανε στους παλαιούς καιρούς της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας κατάντησε ύστερ' από τον Αύγουστο σιγά σιγά γυμνός τίτλος που τονέ δίνανε σ' έξοχους ανθρώπους· και σ' άλλο δε χρησίμευαν παρά να γίνουνται αφορμή να πανηγυρίζη ο κόσμος την Πρωτοχρονιά μ' έξοδά τους. Με τον καιρό όμως τόσο μεγάλωσαν αυτά τα έξοδα, που την απόφευγε ο καθένας αυτή την τιμή. Κ' επειδή πολλές φορές τους βοηθούσε και το δημόσιο ταμείο, κι ο Ιουστινιανός τάθελε τα χρήματα για άλλους σκοπούς, πρώτα τα περιόρισε αυτά τα έξοδα, και κατόπι αφήκε ταξίωμα και κοιμήθηκε. Επίσημα όμως η Υπατεία καταργήθηκε πολύ αργότερα, και στο μεταξύ έβγαινε κάποτες κι από ένας Ύπατος, καμιά φορά κι ο ίδιος ο Αυτοκράτορας.

2 Φορολογικά συστήματα — Εμπόριο — Βιομηχανία

Πριν πάμε στα πιο κυριώτερα απ' όσα ξεδιαλύθηκαν από τους σημερνούς για το μεσαιωνικό μας φορολογικό σύστημα, ας ξανάρθουμε στο νόμο εκείνο του Αναστασίου που επίτηδες δεν τον πολυσκαλίξαμε για ναναφερθή σ' αυτό το κεφάλαιο. Δηλαδή στην κατάργηση του χρυσάργυρου, φόρου που μερικοί Βυζαντινοί τον περιέγραψαν ως είδος δόσιμο απάνω στο δικαίωμα του να κάμνη κανένας τις δυο φυσικές του ανάγκες. Κ' είταν αυτός ο φόρος ένα νόμισμα αργυρό για τους ανθρώπους κι από έξη φόλλες για τα ζώα. Φαίνουνται σαν πεισματάρικα λόγια αυτά, και το πιο πιθανό είναι ό,τι άλλοι πάλε έγραψαν, πως είτανε δηλαδή γενικός φόρος στα επαγγέλματα και στα ζώα, και πως μαζεύουνταν κάθε τέσσερα πέντε χρόνια.

Ας δούμε τώρα τι άλλους άμεσους φόρους είχαν τότες και τι λογής τους κανόνιζαν.

Από τον καιρό του Αύγουστου είχαν καταγραφή στην Ανατολή όλα τα χτήματα κι όλοι οι αχτήματοι κάτοικοι σε φορολογικές μονάδες. Capita τις έλεγαν τότες, ζυγοκέφαλα αργότερα. Απάνω σε κείνη την καταγραφή μαζεύουνταν οι φόροι, προσωπικοί και χτηματικοί· οι πρώτοι σε χρήμα, οι άλλοι σε καρπό ή και ζώα.

Στην αρχή κάθε λίγο δευτερώνουνταν αυτή η καταγραφή κι άλλαζαν τα βιβλία. Ύστερα όμως από το Μεγάλο τον Κωσταντίνο έπαψε αυτή η ταχτική ξαναδιόρθωση, και γίνουνταν άταχτα, κάποτες μόνο δω και κει. Τα μπαλλώνανε μ' άλλους λόγους. Έπαψε κ' η μονάδα να είναι η ίδια πάντα, κι ορίζουνταν εδώ τόση, εκεί τόση, σε ξεχωριστές διαταγές· διαταγές ταχτικές, δηλαδή ένας ορισμένος φόρος για τόσα χρόνια· κ' έχταχτες, δηλαδή ένα τόσο παραπάνω από τον ωρισμένο φόρο για τα χρόνια εκείνα. Οι πρώτες οι διαταγές ονομάζουνταν Ινδικτιώνες, οι άλλες Σουπερινδικτιώνες. Στου Κωσταντίνου τις μέρες η Ιδιχτιώνα βαστούσε δεκαπέντε χρόνια. Αργότερα οι ταχτικές επιταγές έγιναν παντοτεινές κι ονομάστηκαν Κανόνες. Οι έχταχτες όμως έβγαιναν πάντα κάθε λίγο, αγκαλά κολνούσαν κι αυτές κάποτες και γίνουνταν Κανόνες. Και μ' αυτόν τον τρόπο ο χτηματικός ο φόρος καταντούσε παντοτεινός.

Αυτά τα είπαμε κάπως περιστατωμένα για χάρη της Ινδικτιώνας, που και σαν έπαψε να δουλεύη για τη φορολογία, απόμεινε όμως μέτρημα επίσημο χρονολογικό από το Μεγάλο Κωσταντίνο ως την Άλωση. Κ' έτσι στα βασιλικά τα διατάγματα είχαμε πρώτη, δεύτερη, τρίτη, ως δεκάτη πέμτη «Ινδικτιώνος». Υπάρχει μάλιστα το σύστημ' αυτό ως τα σήμερα στα εκκλησιαστικά μας. Άρχιζε η Ιδιχτιώνα πρώτη του Σταυρού.

Στην αρχή το μάζεμα τω φόρων εκείνων τόπαιρναν απάνω τους οι Αρχόντοι κάθε χωριού. Κατόπι τους πλέρωναν οι μεγαλήτεροι χτηματίες ίσια στο βασιλικό ταμείο και για τα χτήματά τους και για τους ανθρώπους τους. Έτσι ξεχωρίστηκαν τα μεγάλα χτήματα κι ονομάστηκαν ιδιόστατα· και μείνανε στα χέρια των αρχόντω μόνο τα μικρά χτήματα (Στάσεις).

Το σύστημα καθαυτό, αν κι όχι από τα πιο φωτισμένα (αφού ο φόρος είταν απάνω στο χτήμα κι όχι απάνω στο σόδημά του) δε φαίνεται όμως κι ολότελα παράλογο, με το ν' ανάγκαζε νοικοκυρέους. και δουλευτάδες να βγάζουν όσο μπορούσαν πιώτερο εισόδημα. Κι αν το παραξήλωσαν πολλοί αυτοκρατόροι κι αρχόντοι βρίσκοντας από κάθε περιστατικό αφορμή να μεγαλώνουν τις μονάδες, καθώς κ' οι υπάλληλοι κλέβοντας όσο χωρούσε η τσέπη τους, αυτά μπορούσανε να γίνουν και μ' άλλα συστήματα· έτσι κι αν έπαθε τους καιρούς εκείνους η γεωργία και το εμπόριο, έφταιγαν οι βαρβαρικές οι πλημμύρες, κι όχι η φορολογία καθώς είπανε μερικοί. Όσο για τον άλλο λόγο που αναφέρθηκε, το πόση φτώχεια δηλαδή υπόφερνε ο τόπος τους πρώτους αιώνες από τον υψωμό της μονέδας, αυτό φυσικά σήμαινε πως όσο ακρίβαινε το μάλαμα και τασήμι, τόσο κατέβαιναν όλες οι άλλες τιμές. Κ' επειδή οι πιώτεροι, δηλαδή οι γεωργοί, δεν κέρδιζαν το καθημερνό τους σε χτήματα, παρά σε καρπό, πρέπει να υπόφερναν πολύ από τον κεφαλικό φόρο. Μα μήτε δω δεν έφταιγε, λέγουν οι άλλοι, το φορολογικό σύστημα, μόνο τα αίτια που έφεραν την ακρίβεια στα πολύτιμα μέταλλα.

Μεγαλήτερο όμως κακό απ' αυτά πρέπει να στάθηκε η ασυνείδητη η επιμονή του βασιλικού ταμείου ναπαιτή τους καταγραμμένους φόρους από χτήματα που ρήμαξαν οι βάρβαροι κι από σκλαβωμένα σπιτικά, που καταντούσε να φεύγουν πια οι γεωργοί από τα χτήματα να γλυτώσουν, να ταφίνουν ύστερα κ' οι νοικοκυρέοι τους. Κ' επειδή η μια αδικία φέρνει πάντα την άλλη, έβγαζε η κυβέρνηση ακόμα πιο τυραννικούς νόμους για να μαζεύη με τη βία τους φόρους από τέτοιους νοικοκυρέους. Και σα δεν τους έμνησκε πια τίποτις, πρόσφερνε η κυβέρνηση το παραιτημένο το χτήμα σ' όποιον αναλάβαινε να πλερώση τους απλέρωτους φόρους. Κι α δε βρίσκουνταν τέτοιος νοικοκύρης, το χάριζαν το χτήμα με τη βία σ' έναν από τους άλλους νοικοκυρέους! Αυτό είταν η λεγάμενη Επιβολή, και βρισκότανε στην ακμή της τον έχτο αιώνα.

Τα ίδια πάθαιναν κ' οι εργάτες των χτημάτων, οι γεωργοί. Έχοντας οι αρχόντοι του κάθε χωριού, καθώς κ' οι μεγάλοι νοικοκυρέοι, παρμένους απάνω τους τους δουλευτάδες, όντας δηλαδή υποχρεωμένοι να εγγυούνται τους φόρους τους, για να τους αλαφρύνη η κυβέρνηση από τέτοιο βάρος, τους έδινε το δικαίωμα να πιάνουν και να ξαναφέρνουν πίσω στο χτήμα τους όσους φεύγανε για να μην πλερώσουνε. Μ' αυτόνα τον τρόπο κάθε εργάτης είτανε να πούμε κολλημένος στο χτήμα που δούλευε. Κι όταν ακόμα στον τέταρτο αιώνα άλλαξε το σύστημα και δεν έδιναν εγγύηση οι αρχόντοι, πάλι έμειναν οι εργάτες κολλημένοι πια στα χτήματα σα μισό σκλάβοι μισό λεύτεροι, κι ονομάζουνταν πάροικοι, δουλοπάροικοι, εναπόγραφοι, και τέτοια. Μα κ' οι μικροί νοικοκυρέοι παρακάτω δεν υποφέρνανε (Μητροκωμίαι, Χωρία Ελευθερικά, αργότερα Κεφαλοχώρια), κι αναγκάζοντανε να ζητούνε βοήθεια από τους αρχόντους ή κι από μοναστήρια, γινόντανε δηλαδή είδος υποταχτικοί τους. Και το χερότερο, καταντούσαν καλόγεροι και χάριζαν τα χτήματά τους στις εκκλησιές και στα μοναστήρια.

Έτσι είταν τα πράματα ως τον έχτο αιώνα. Από τότες όμως και κάτω το μετρίασαν το κακό, πότε λιγοστεύοντας το ποσό του ζυγοκεφάλου, πότε και σβύνοντας απλέρωτους φόρους (λοιπάδες), κι αυτό έγινε και ξανάγινε αιώνες πολλούς. Μα κ' η επιβολή δεν είχε πια πολλή πέραση ύστερις από τον έχτο αιώνα· κάποτες μάλιστα, καθώς στον όγδοον αιώνα, έμεινε κι όλως διόλου νεκρό γράμμα· κι αν ξαναφάνηκε αργότερα, δε δούλευε όμως πια με την παλιά της σκληρότητα, ώσπου καταργήθηκε ολότελα στον εντέκατο αιώνα.

Πρι νάρθουμε στα εμπορικά και στα βιομηχανικά των καιρών εκεινώνε αξίζει να σημειώσουμε κάτι για τα δημόσια τ' αξιώματα, πώς δηλαδή πουλιούνταν κι αγοράζουνταν. Είναι αλήθεια πως κι ο Αναστάσιος κι άλλοι αυτοκρατόροι κατόπι ζητήσανε να το ρίξουν αυτό το σύστημα, μα τόσο απότυχαν, που πέντε αιώνες πέρασαν κι ακόμα τιμοκαταλόγους αξιωμάτων έγραφε ο Πορφυρογέννητος! Συνηθισμένα πράματα κι αυτά ως τα σήμερα, και σε κράτη μάλιστα από τα πρώτα. Όσοι κάθισαν κ' έγραψαν εναντίο των Βυζαντινών εξαιτίας αυτά τα άτοπα, ή μα την αλήθεια από το φεγγάρι κατέβηκαν ή ξεπίτηδες δεν τα βλέπανε τα δικά τους.

Δυο λόγια τώρα για το εμπόριο του έχτου μας αιώνα. Όταν έρθουμε στον έβδομο και στον όγδοο θα βρούμε αφορμή να πούμε κάτι για το εμπόριο και τη βιομηχανία που άνθιζαν και τότες κι αργότερα, μάλιστα κατά την Πελοπόννησο και την καθαυτό Ελλάδα. Εδώ όσα μόνο σώνουνε να μας δείξουν τι έκαμε ο Ιουστινιανός για τον τόπο, κι όχι μονάχα με δρόμους και με γιοφύρια και με μερικά άλλα μέτρα που έτυχε αφορμή να ειπωθούνε αλλού, παρά και φέρνοντας στο κράτος την πολύτιμη βιομηχανία του μεταξιού, που στάθηκε στη χώρα μέσα πηγή πλουτισμού κι από χρυσωρυχεία πολύ σημαντικώτερη. Είταν ως τα τώρα αγνώριστη αυτή η τέχνη έξω από την Κίνα. Το μετάξι καθαυτό είτανε γνωρισμένο, αφού σε πολύ πιο παλιούς καιρούς κατασκευάζανε λαμπρά μεταξωτά και στη Συρία κι αλλού· πολυέξοδο όμως, επειδή έφερναν το υλικό από την Κίνα με μεγάλους κόπους, με βαρειές θυσίες, και μέσον Περσίας. Πλέρωνε δηλαδή η πραμάτεια φοβερούς φόρους, και καμιά φορά σαν είχαμε Περσικούς πολέμους δεν περνούσε κιόλας. Από θάλασσα πάλε η μεταφορά του ακόμη πιο δυσκολώτερη. Στοχάστηκε λοιπόν ο Ιουστιανός να βρεθή τρόπος να μάθουν ατοί τους οι υπηκόοι του την τέχνη του μεταξιού, και βρέθηκε ίσια ίσια ο τρόπος που χρησιμεύει και στο σημερνό τ' αγγλικό εμπόριο με τα βάρβαρα έθνη, δηλαδή οι Μισιονάριοι του Ιουστινιανού, οι καλόγεροι που είτανε σκορπισμένοι από χρόνους και χρόνους στα σωθικά της Ασίας, με κοινότητες χριστιανικές στην Ιντική κι αλλού, που σημάδια τους ακόμα σώζουνται δω και κει.

Προχωρώντας λοιπόν αυτοί οι καλόγεροι κάποτες ως την Κίνα παρατήρησαν κ' έμαθαν το μυστικό τω σκουληκιών, έμαθαν και τι λογής θρέφουνται. Άμα τάκουσε αυτό ο Ιουστινιανός συναγροικιέται με δυο καλόγερους και του φέρνουνε στα 551 αυγά σκουληκιώνε στην Πόλη. Ζέσταναν τ' αυγά με κοπριά και γεννήθηκαν τα σκουλήκια. Τα ταγίσανε με συκαμηνόφυλλα, μεγάλωσαν κ' έκαμαν κουκούλια, βγήκαν οι πεταλούδες, και κρατήσανε μερικές για τ' αυγά τους. Φύτεψαν έπειτα και συκαμηνιές, κ' έτσι ριζώθηκε μέσα στο κράτος όχι η βιομηχανία μονάχα, μα κ' η καλλιέργεια της πολύτιμης της κλωστής. Από τη στιγμή εκείνη έγινε σωστή Καλλιφορνία ο τόπος, κ' η Πόλη ατέλειωτη πηγή που φόδιαζε όχι μονάχα το κράτος, παρά όλη την Ανατολή και τη Δύση, επειδή με το να είταν ντόπια η παραγωγή τώρα έβγαινε το πράμα και πιο φτηνό και πιο πολύ, κ' έτσι πήρε το Βυζάντιο όλου του κόσμου το μονοπώλα.

Αυτό το μεγάλο αγαθό σαν ανιστορεί κανένας πηγαίνει να του τα συχωρέση όλα του τα ελαττώματα του Ιουστινιανού, και να πη πως καλά τους ξεπλέρωσε του τόπου τους μεγάλους του φόρους. Μα να στοχαστούμε πως εξόν από τα μεταξωτά της έστελνε η ρωμιοσύνη του κόσμου, και μάλιστα της Ευρώπης, λογής λογής μάλλινα, λινά και πορφυρένια βιομηχανήματα, κι αμέσως καταλαβαίνουμε γιατί κατόρθωσε να φυλάγη τη δύναμη της τόσους αιώνες, ως τους δύστυχους χρόνους που άρχισε και χάριζε εμπορικά, προνόμια σε Γενοβέζους και σε Βενετούς.

Δεν είναι και πολύ εύκολο να ιστορηθούνε με το νυ και με το σίγμα όλα τα εμπορικά και βιομηχανικά συστήματα των καιρών εκείνων. Είπαμε ό,τι μας έμεινε γνωστό για το μετάξι, που είταν και το πιο σημαντικό. Άλλος κλάδος πολύ σημαντικός κι αυτός είταν τα πιατικά, που ήξεραν και τάβγαζαν οι δικοί μας γυαλιστερά, κ' είτανε χρώμα μαύρο ή σκούρο. Ακόμα πιο σημαντικό είδος όμως είταν οι «ψηφίδες», που είχανε μεγάλη ζήτηση σ' όλον τον κόσμο για τα μωσαϊκά που στόλιζαν εκκλησιές, παλάτια, λουτρά κι αρχοντόσπιτα. Έπειτα σταυροί κι άλλα θρησκευτικά στολίδια ή χρειαζούμενα· από την Πόλη κι αυτά. Οι σταυροί μάλιστα είτανε μεγάλο εμπόριο· μαλαματένιοι, ασημένιοι, πετραδοκόλλητοι, φιλτισένιοι, παντής λογής. Κι όχι μονάχα σταυροί από φίλτισι, παρά κι άλλα ομοιώματα και θρησκευτικά σημάδια και σύβολα, από το Βυζάντιο τα καλλίτερα πάντα. Μα και τα πολύτιμα στολίδια, από τα σκουλαρήκια και τα βραχιόλια ως τα μαργαριτάρια και τα χρυσάφια που κεντούσανε στα πέδιλά τους, πρέπει να τους δίνανε πάμπολλη δουλειά τους βυζαντινούς χρυσοχούς, καθώς βλέπουμε κι από την εικόνα της Θεοδώρας στο μωσαϊκό της Ραβέννας. Τέλος όπλα, αρματωσιές, πολιορκητικές μηχανές και κάθε άλλο πολεμικό μηχάνημα, το Βυζάντιο τα κατασκεύαζε κ' εκείνα.

Ας αναφέρουμε τώρα και κάτι άλλο πολύ σπουδαίο για φυλή που φαίνεται πως από την ώρα που φύτρωσε το παντρεύτηκε το εμπόριο! Όλη η Ανατολή στα χέρια μας είταν. Όντας μάλιστα οι Περσικοί πολέμοι έκοψαν το δρόμο από την Περσία, όχι μονάχα τα μετάξια, παρά και τα μουσελίνια κι άλλα ασιατικά προϊόντα, αντίς να τα εμπορεύουνται Ασσύριοι κ' Εβραίοι από στεριάς τάφερναν οι δικοί μας πότε από την Κασπία, και πότε από την Ερυθρή θάλασσα με τα πλοία τους.

Είναι όμως αλήθεια πως μήτε οι Εβραίοι μέσα στο κράτος παρακάτω δεν πήγαιναν. Είχανε μάλιστα αυτοί και την προστασία του βαρβαρικού του στοιχείου, όσο δεν είταν ακόμα ανακατεμένο με το ντόπιο· και τους προστάτευαν αυτούς οι βάρβαροι και μάλιστα ο Θοδορίχος, όχι από άλλο λόγο παρά για να μην αναγκάζουνται να προσμένουν το κάθε πράμα από τη δική μας ενέργεια.

Ονομάσαμε τους ξένους βαρβαρικά στοιχεία, όχι από καταφρόνια, ύστερ' από το καλό που μας έκαμαν οι ολοζώντανοι εκείνοι λεβέντηδες με το καινούριο τους αίμα μόνε από συνήθεια. Κ' είταν η Πόλη αλήθεια πασπερμία τους καιρούς εκείνους. Κάθε καρυδιάς καρύδι είχε μέσα του το ένα της μιλλιούνι. Γέπηδες, Γότθοι, Λομπάρδοι, Σλάβοι, Ούνοι, Ασιανοί, Εβραίοι, όλες οι γλώσσες μιλιόντανε στην ανατολική την πρωτεύουσα. Κι ως τόσο από επαρχία νάρθη Ρωμιός και να μείνη στην Πόλη ταπαγόρευε ο νόμος, εξόν αν είτανε για πολύ σημαντικό σκοπό.

3 Τέχνη από την αρχή ως τον έχτο αιώνα

Γενική ιδέα

Η βυζαντινή η τέχνη, της αξίζει κάποια σαν πιο αναλυτική μελέτη, επειδή, μαζί με τη θρησκεία στέκεται περίτρανο σημάδι της εθνικής μας ιδιοφυίας, και κάτι πιώτερο από τη φιλολογία. Μ' άλλους λόγους την ιδέα της η ρωμιοσύνη την αποκρυστάλλωσε με την τέχνη, και μάλιστα με την αρχιτεχτονική. Εκεί απάνω έγραψε το έθνος την ιστορία του πολλούς αιώνες, και την έγραψε σε δική του γλώσσα. Δε ζήτησ' εκεί να μιμηθή δουλικά την αρχαιότητα καθώς έκαμε γράφοντας στην αττική τα χρονικά του από Ευσέβιο ως Χαλκοκοντύλη. Παρθενώνα δε γυρέψανε να στήσουνε. Δε φυλάξανε μήτε τοσοδά από το κυριώτερο στοιχείο της παλιάς τέχνης, την ίσια γραμμή. Δικό τους δρόμο χαράξανε και στην αρχιτεχτονική, και στη ζουγραφική και στη μουσική. Θόλοι και καμάρες τα χτίρια. Ψηφιδωτοί και μυριόπλουμοι οι τοίχοι κ' οι οροφές τους. Περίλαμπρες οι κολώνες. Στοιχεία από παντού παρμένα, κι ως τόσο το σύνολο τους βυζαντινό. Όσο για τις εικόνες, σοβαρές πάντα και κανονικές, μα το ύφος τους, ο χαρακτήρας, από το χριστιανισμό φυσημένος, συμμαζεμένος δηλαδή και σεμνός, όχι πολυθεϊκός κι ολάνοιχτος. Το ίδιο κ' η μουσική· πήρε κι αυτή μέρος από τα παλιά και ταπόσωσε με τον ασιατισμό που σε κάθε κλωνάρι της εθνικής μας τέχνης κρυφοχώθηκε κ' έμεινε. Ίδια κι απαράλλαχτη καθώς την έχουμε στις εκκλησιές μας σήμερα και μας συγκινεί όσους δε μας αποξένωσε η φράγκικη μουσική· μόνο που τότες τη συνήθιζαν κι όξω από τη θρησκεία. Στις τελετές του ιπποδρομίου π. χ., είτε ύμνος είτανε προς τη Θεοτόκο από Πράσινους ή Βένετους, είτε χαιρετισμός προς τον αυτοκράτορα, ψελνότανε σε πλάγιο ήχο, ή στο βαρύ.

Τον είδαμε τον ασιατισμό και στην Αυλή, θα τονέ δούμε και στα φορέματα και σ' άλλα συνήθεια, από βασιλικά και κάτω. Τι παράξενο λοιπόν αν κι ο Χριστός ζουγραφιζότανε σε μιαν εποχή με χρυσοκέντητα βασιλικά φορέματα και με κορώνες πετραδοκόλλητες;

Παραλείποντας τη μουσική, που δε μελετήθηκε ακόμα καταπώς της αξίζει, αγγίζουμε τους άλλους σπουδαίους κλώνους της Βυζαντινής τέχνης, ζουγραφική κι αρχιτεχτονική· εδώ πέρα με γενικό τρόπο, κατόπι με κάποια ιστορική και περιγραφική χρωματιά, με τη χρειαζούμενη όμως συντομία πάντα.

Της ζουγραφικής εκείνης σύχρονο και σύρριζο παραβλάσταρο, και τόσο σπουδαίο που δύσκολα ξεχωρίζουνται οι δυο οι τέχνες, είταν τα μωσαϊκά, οι ψηφιδωτές ζουγραφιές που στόλιζαν τοίχους, πατώματα κι' οροφές. Τέχνη ελληνική φερμένη στη Ρώμη, κι από τη Ρώμη μεταφερμένη στην Πόλη. Παλάτια, λουτρά, εκκλησιές κι αρχοντόσπιτα, κατάστρωτα όλα με ψηφιδωτά έργα τεχνικά ξομπλιασμένα που παρασταίνανε ζώα, πουλιά, κάποτες και μυθολογικές ιστορίες. Στο μουσείο της Νεάπολης βρίσκεται τέτοια βυζαντινή ζουγραφιά. Μα και σε ναούς μέσα σώζουνται καθώς σε λίγο θα δούμε.

Οι θόλοι των εκκλησιώνε δίνανε λαμπρή αφορμή για τέτοια τέχνη. Καταστολιστήκανε λοιπόν από ψηφιδωτές ζουγραφιές αμίμητες. Και τόση αγάπη, τόσο σεβασμό την είχαν αυτή την τέχνη, που ο μεγάλος ο Κωσταντίνος δε φορολογούσε τους τεχνίτες της. Στη δόξα της όμως είταν αυτή η τέχνη τον έχτον αιώνα.

Και δεν είταν οι βυζαντινές οι «ψηφίδες» απλά πετράδια καθώς των Ελλήνων και τω Ρωμαίων, παρά τεχνητά· δηλαδή γυαλοκόμματα χρωματιστά ή και χρυσωμένα. Έτσι και σφαντούσανε πιώτερο, έδιναν και μεγαλήτερη ποικιλία στα χρώματα. Και με το νάβαζαν τις καλλίτερες στ' αψηλά, το σφάνταγμά τους από μακριά είταν πάντα λαμπρό. Τη χρωματική ποικιλία την έβλεπες μονάχα απάνω στην καθαυτό ζουγραφιά. Το έδαφος της ζουγραφιάς, είταν πάντα χρυσωμένο ή βαθύ γαλάζιο.

Έλειπε ως τόσο από τα ψηφιδωτά εκείνα, καθώς κι από τις κοινές εκκλησιαστικές ζουγραφιές, το λεύτερο το κίνημα, η πεταχτάδα, η αλλαγή. Κ' έλειπαν όλ' αυτά επειδής έλειπαν από τη βυζαντινή τη ζωή. Ψυχή της ζωής εκείνης είταν ο συντηρητισμός, σε όλα όσα πήραν είτε από τη Ρώμη είτε από το χριστιανισμό είτε κι από την Ασία. Συντηρητισμός που πρέπει να τονέ σεβούμαστε, επειδή πολλά μας φύλαξε κι' από πολλά μας γλύτωσε. Από της Νίκαιας τη σύνοδο ακόμα είταν κανονισμένο σε τι λογής τύπους απάνω έπρεπε να ζουγραφιέται ο Χριστός. Και παράδειγμα, πόσο δηλαδή τον έτρεμε τότες ο κόσμος το νεωτερισμό, έχουμε το ιστορικό του ζουγράφου που ζήτησε να ζουγραφήση το Σωτήρα κατά το πρότυπο του Δία κ' έμεινε ξερό το χέρι του. Αυτό μονάχα σώνει να μας δείξη τον κατατρεγμό που της είχε της παλιάς τέχνης ο νέος κόσμος.

Στην κοσμική ως τόσο ζουγραφική δεν είταν και τόσο δεμένη η φαντασία του Βυζαντινού του τεχνίτη. Σάνε ζουγραφούσε πολέμους, κυνήγια, και τέτοιες σκηνές ο βυζαντινός δεν είχε συνοδικούς κανόνες να τονέ χαλινώνουν. Τέτοιες όμως κοινές ζουγραφιές για κακή μας τύχη δε σώζουνται εξόν κάτι μικρογραφίες.

Εξόν από τις ψηφιδωτές και τις κοινές ζουγραφιές (δηλαδή της μεμπράνας), είχαν οι προγονοί μας και τις λεγάμενες κηρόχυτες. Ανεκατεύανε δηλ. το χρώμα με λιωμένο κερί, και με τη μάζα εκείνη ζωγραφούσαν τοίχους ή πλάκες ή σανιδοπινάκια. Είχαν όμως κι άλλα συστήματα για μικρογραφίες, καθώς λόγου χάρη τα λεγάμενα «χειμευτά έργα», χρωματιστές δηλαδή μικρογραφίες με χημικούς τρόπους βαλμένες απάνω σε μάλαμα ή σ' ασήμι.

Την αγάπη που είπαμε πως είχε ο Κωσταντίνος στους ψηφιδοζουγράφους την είχανε στ' αλήθεια τον καιρό εκείνο σ' όλους τους μαστόρους της τέχνης. Και σημαίνει αυτό πολύ, επειδή μας αποδείχνει πόσο σπουδαίο στοιχείο της βυζαντινής ζωής είταν η τέχνη. Σε κάθε τελετή είχε ξέχωρη τιμητική θέση ο ζουγράφος και παρουσιαζότανε λαμπροφορεμένος. Στο ιπποδρόμιο η κάθε φατρία είχε και τους ζουγράφους της, καθώς είχε τους «ποιητάδες» της. Μα και στις θανές των Αυτοκρατόρων είχαν οι ζουγράφοι χρέη να κάμουνε, ίσως να ιστορούνε σε πλάκες ταυτοκρατορικά κατορθώματα.

Όσο για τους ποιητάδες που αναφέραμε, η δουλειά τους είτανε να γράφουν ύμνους κ' εγκώμια στους αυτοκρατόρους. Σα να λέμε δαφνηφόροι. Μα είχαν κι άλλα χρέη· σαν τίναζαν π. χ. ψεγαδιάσματα η μια φατρία της αλληνής, αυτοί τους τα στιχουργούσανε.

Για την αγαλματική δε λέμε τίποτις, επειδή ξεψύχησε κι αυτή μαζί με την αρχαϊκή ζωή και με τους γυμνικούς αγώνες που την έθρεφαν κι αν έμνησκε ακόμα κάποια όρεξη στον κόσμο για γυμνές ομορφιές, την έπνιγε το χριστιανικό το μίσος προς κάθε «αφομοίωμα».

Ας έρθουμε τώρα στον πιο ξακουσμένο κλώνο της προγονικής τέχνης, την αρχιτεχτονική. Καθώς είπαμε, μήτε χνάρι της παλιάς τέχνης δεν παρατηρείς μέσα στη νέα τέχνη εξόν από τις κολώνες. Έφυγαν οι γραμμές κ' ήρθαν οι καμάρες κ' οι θόλοι. Ήρθαν από τη Ρώμη καθώς τόσα και τόσα άλλα. Ήρθαν όμως κι από την Ασσυρία κι απ' αλλού. Για δαύτο και του Διοκλητιανού το περίφημο παλάτι στα Σάλωνα (κι από το Διοκλητιανό πιο ασιατικώτερο μονάρχη δύσκολο νάβρουμε), είταν καμαροσκέπαστο σαν Αραβικό προσκυνητάρι. Οι βυζαντινοί ως τόσο πήγαν ακόμα πιο μακρήτερα, και μαζί με τις καμάρες βάλανε στους ναούς τους θόλους και παραθόλους. Το σύστημά τους αυτό πουθενά δε φαίνεται τόσο περίτρανα αποδειγμένο καθώς στο ναό της Αγιάς Σοφιάς, που από του Ιουστινιανού τον καιρό χρησίμεψε πρότυπο για κάθε άλλο ναό. Τολμηρό, μεγαλόπρεπο και δυνατό έργο, μνημείο που του άξιζε η δόξα που το στεφάνωσε, του άξιζε η μίμηση που τούκαμναν οι κατοπινοί οι χρόνοι. Αγιά Σοφιά και στη Θεσσαλονίκη, Αγιά Σοφιά και στην Τραπεζούντα, που σώζουνται κι αυτές ως τα σήμερα. Ολοξέχωρο μεγαλούργημα, που αν και μικρότερος ο θόλος του από το Πάνθεο της Ρώμης, με το να στέκεται όμως απάνω στα κυρτά εκείνα τα τρίγωνα που αφίνουν οι καμάρες δένοντας στ' αψηλά τις πελώριες κολώνες, φαίνεται πολύ μεγαλήτερος. Θα ιστορηθούν όμως παρακάτω τα πιο αξιοσημείωτα του εθνικού μας αυτού μνημείου, που σώνει μονάχο του ναντιπροσωπέψη όλη την αρχιτεχτονική του καιρού εκείνου. Λέμε του καιρού εκείνου επίτηδες, επειδή κάτι αργότερα αν κ' έμεινε πάντα ο ίδιος ο ρυθμός, και σε τούτο στάθηκε η Αγιά Σοφιά πρότυπο, άλλαξαν όμως οι θόλοι, και σε πολλούς ναούς τους έστηναν απάνω σ' οχτάγωνους γύρους· αλλού πάλε βάζανε σωρό θόλους και στόλιζαν τους γύρους εκείνους με διπλά ή μονά παραθυράκια· καθώς κι άλλες παρόμοιες αλλαγές. Της εποχής ως τόσο που ιστορούμε καθαυτό αρχιτεχτονικός τύπος είταν η Αγιά Σοφιά.

Ένα από τα χαραχτηριστικά της εποχής εκείνης είναι η φτωχουλή κι αστόλιστη θεωρία του χτίριου απέξω. Κάμποσο παράξενο τούτο, σα στοχαστούμε πόσο τους άρεζε η θεωρία τω βυζαντινών. Ίσως επειδή απέξω δεν πολυμαζεύουνταν ο λαός, μόνο μέσα πάντα, κ' έτσι μαζεύτηκε μέσα κι όλος ο στολισμός. Άλλαξε ως τόσο κάπως κι αυτό το σύστημα λίγο αργότερα.

Σε τρεις περίοδες τη χώρισαν τη Βυζαντινή την αρχιτεχτονική. Πρώτη περίοδο, της Βασιλικής. Ελληνορωμαϊκά χτίρια αυτά, πρώτα χτισμένα για δικαστήρια ή για παρόμοιους δημόσιους σκοπούς, κι αργότερα καμωμένα εκκλησιές. Είδος μισή εποχή που λες και μετάβαινε ο κόσμος από τον παλιό στο νέο ρυθμό. Άκμασε αυτό το σύστημα από Κωσταντίνο ως Ιουστινιανό. Δεύτερη έρχεται η περίοδο του θόλου, καμωμένου με πλίθους (αντίς τον παλιό τον ξυλότρουλλο), και στηριγμένου απάνω στα κυρτά τα τρίγωνα που ξηγήσαμε· κ' είταν αυτός ο θόλος στη μέση της εκκλησιάς καθώς της Αγιάς Σοφιάς ο θόλος. Κατόπι, κατά τον όγδοο αιώνα ήρθε η τρίτη η περίοδο, και βάσταξε ως τον εντέκατο αιώνα. Πολλοί θόλοι δηλαδή ακκουμπισμένοι απάνω σε γύρους στημένους σε τέσσερεις μεγάλες κολώνες απομέσα. Είχε κι άλλα χαραχτηριστικά η τρίτη εποχή, μα αυτά άλλοτες.

***

Ύστερ' απ' αυτή τη μικρή Εισαγωγή, ας ξετάσουμε κάπως πιο συστηματικά, σύντομα όμως πάντα, την ιστορία και τα συστατικά της ρωμαίικης τέχνης, από τον πρώτον ως τον έχτον αιώνα.

Τους πρώτους πρώτους χρόνους της χριστιανωσύνης, όταν η ελληνική τέχνη ακόμα έπαιρνε κ' έδινε, τότες που οι κλασσικοί εκείνοι χριστιανοί του πρώτου αιώνα τελούσανε στα κατώγια με λαμπάδες αναμμένες τις λεγάμενες Αγάπες (είδος μνημόσυνα για τους μαρτύρους τους), τότες ίσια ίσια έβγαινε κ' η χριστιανική τέχνη από της παλιάς τέχνης τα σπλάχνα, και το καλλίτερο παράδειγμα αυτής της πρώτης χριστιανικής τέχνης λεν πως είναι μια ζουγραφιά μέσα στις Κατακόμπες της Ρώμης που παρασταίνει τους Αποστόλους και τον Καλό Ποιμένα στη μέση με ταρνάκι στον ώμο. Η σωματική η γύμνια των προσώπων, ταστάχια που θερίζουνται καθώς και τα σταφύλια που τρυγιούνται περίγυρα, όλα παρμένα από την παλιά την τέχνη που ζούσε ακόμα, καθώς ζούσε κ' η παλιά η θρησκεία. Εικόνα μ' άλλους λόγους που μας θυμίζει τον «Κριοφόρο» τον Ερμή. Μα κι άλλες παρόμοιες ζουγραφιές βρεθήκανε στη Ραβέννα και στην Αλεξάντρεια. Έργα που δε μαρτυρούνε καμιάν αλλαγή μήτε στο ρυθμό μήτε στο χαρακτήρα της τέχνης, και που μήτε τον παρασταίνουν πάντα το Σωτήρα τον ίδιο, μόνε αλλού νέο και δίχως γένεια, αλλού πάλε γέρο και με γένεια. Μ' ένα καινούριο συστατικό όμως αυτά τα έργα, το συβολισμό. Συνήθιζαν π. χ. να ιστορούν απάνω στις εικόνες τους ψάρι, επειδή τότες το ψάρι λέγουνταν από το λαό ιχθύς· και το κάθε γράμμα αυτής της λέξης είχε το συβολικό του νόημα· δηλαδή, Ι(ησούς) Χ(ριστός) Θ(εού) Υ(ιός) Σ(ωτήρ). Έτσι κι ο Ποιμένας συβολική σημασία είχε βέβαια.

Σιγά σιγά όμως, όσο μεγάλωνε ο χριστιανισμός και πλήθαιναν οι χριστιανικές εικόνες, γίνουνταν κι ο κλώνος αυτός της τέχνης ανεξάρτητο τμήμα με δικά του στοιχεία, με δικές του φαντασίες κ' ιδέες. Άρχιζε κ' έφευγε η τέχνη από το κλασσικό της πρότυπο, κ' ένα από τα σημαντικώτερα σημάδια της αλλαγής είταν η απόφασή τους να συστήσουν ξέχωρον τύπο για το πρόσωπο του Σωτήρα. Εδώ όμως δε συφωνούσαν, επειδή άλλοι τον ήθελαν άσκημο για να φαίνεται πως έπαθε στον κόσμο, κι άλλοι θεόμορφο καθώς παράσταιναν τους Ολύμπιους. Στην εποχή του Κωσταντίνου ο παραδεγμένος τύπος είταν πρόσωπο συλλογισμένο, ωραία μάτια, σγουρά μαλλιά, μαύρα γένεια. Και τέλος η επίσημη βυζαντινή μορφή του Χριστού ορίστηκε κατά την ιδέα της ανθρώπινης ματαιότητας — πρόσωπο αυγουλό, κοντά κι ανάργια γένεια, μαλλιά μακριά χωρισμένα στη μέση, φυσιογνωμία σοβαρή και μελαχολικιά. Αυτή είναι περίπου η μορφή που ακολουθάει ως τα σήμερα η εκκλησιαστική μας η τέχνη.

Ανάλογο δρόμο πήραν και τάλλα τα ιερά πρόσωπα, της Παναγιάς, των Αποστόλων κ.λ., που δεκαπέντε τώρα αιώνες ιστορούνται καταπώς τα γνωρίζουμε. Θα μας πη ίσως ο κριτικός πως η ορθοδοξία κι ο συντηρητισμός αυτός των προπατόρω μας την έβλαψε την τέχνη, με τα να της έκοψε τα φτερά της. Τα μεγάλα καλά όμως δεν έρχουνται πάντα και δίχως μερικά κακά. Και το καλό του συντηρητισμού το δείξαμε παραπάνω.

Περιττό ίσως ναναφερθή, πως πρωτοαίτιοι της επαναστατικής εκείνης αλλαγής της τέχνης από κινητή και ζωηρή σ' ακίνητη και κρυσταλλωμένη είταν οι ίδιοι οι Πατέρες, που έκαμαν ό,τι μπορούσανε για να μην πάρη ειδωλολατρική μορφή το πρόσωπο του Χριστού, και μάλιστα να μην πάρη μήτε καμιά μορφή, αφού κατά τα ιουδαϊκά φρονήματα η εικόνα είταν ειδωλολατρικό πράμα. Όλοι οι μεγάλοι του τέταρτου αιώνα, Ευσέβιος, Κλήμεντας, Αυγουστίνος, Επιφάνειος, Χρυσόστομος κλ. έδειξαν αποστροφή προς τις εικόνες, αν και δεν τις κατάκριναν όλοι· μια σύνοδο μάλιστα δυτική της Ελβίρας (305) πήγε κάτι μακρήτερα και τις αποκήρυξε. Ώστε από τότες έπεφτε ο σπόρος της φοβερής εικονομαχίας του όγδοου αιώνα. Ο λαός ως τόσο πάντα ζητούσε κάτι να βλέπη και να προσκυνάη, αφού μόλις έβγαινε από τα Εθνικά του συστήματα· και σ' αυτό απάνω έδειξαν οι δικοί μας Πατέρες κάμποση γνώση που δεν τις καταδίκαζαν ολότελα τις εικόνες.

Όσο για την Αρχιτεχτονική, ως τον καιρό του Κωσταντίνου αυτή δεν έπαθε σημαντική αλλαγή. Όσες εκκλησιές χτίστηκαν, κ' η Αγιά Σοφιά ακόμα, χτίστηκαν οι πιώτερες κατά τα πρότυπο της Βασιλικής. Ένα προστύλιο στην μπασιά, τετράγωνη αυλή παραμέσα με στοές ολοτρόγυρα, κ' η φιάλη (η βρύση) στη μέση για τις Κάθαρσες, συνήθειο πούμεινε ως τα τώρα στους Δυτικούς· ύστερα η καθαυτό εκκλησιά με τρεις θύρες και μοιρασμένη σε τρία μερίσματα με σειρές κολώνες. Το καταμεσιανό το μέρισμα χωρισμένο στη μέσο με κάγκελα, κ' είτανε για τον κλήρο· το δεξί το μέρισμα για τους άντρες, ταριστερό για τις γυναίκες. Στο καταμεσιανό το μέρισμα, απάνω απάνω, είταν κ' η Αγιατράπεζα (θυσιαστήριον) με δυο άμπωνες από τα πλάγια· μήτε θόλος μήτε τίποτε· ίσια ξύλινη στέγη, πότε ολόγυμνη πότε σκεπασμένη απομέσαθε μ' άλλη ξύλινη στέγη χρωματισμένη ή χρυσοστόλιστη.

Η δυσκολία πούβρισκε τότες ο αρχιτέχτονας της Βασιλικής είτανε να
φέρη μαζί την ίσια γραμμή και τη γυρτή· την κολώνα και την καμάρα.
Πρώτο τέτοιο κατόρθωμα έγινε στο περιστύλιο του παλατιού του
Διοκλητιανού.

Ο Κωσταντίνος όμως δεν περιορίστηκε, καθώς ξέρουμε, στις εκκλησιές. Έχτισε και τα παλάτια του με τα λαμπρά τρίκλινα τους, το ιπποδρόμιο, τους τρεις μεγάλους φόρους με τις στοές και με τα δημόσια χτίρια τριγύρω, τέλος και το ξοχικό παλάτι της Μαγναύρας.

Έξω από την πρωτεύουσα την εποχή αυτή έχουμε τον οχτάγωνο ναό της Αντιόχειας, μοναδικό στο είδος του και πρότυπο για παρόμοια χτίρια· τον περίφημο ναό του Άγιου Τάφου που έχτισε η Ελένη, κι άλλους ναούς.

Όσο για τις εικόνες που στόλιζαν τους ναούς του Κωσταντίνου, πρέπει να παρατηρηθή πως δεν παράσταιναν τόσο τους Άγιους και το Χριστό όσο πρόσωπα και πράματα παρμένα από την Παλιά Διαθήκη, δηλαδή με σκοπό να στολιστή ο ναός, κι όχι για προσκύνημα π. χ. του Αδάμ και της Εύας η ιστορία, ο Δανιήλος στο λάκκο με τα λιοντάρια κτλ.

Βλέπουμε λοιπόν ως την ώρα αρχαϊκές συνήθειες στην τέχνη. Στα 140 όμως χρόνια που ακολουθήσανε, δηλαδή από Κωσταντίνο ως Ιουστινιανό, μορφώθηκε η καθαυτό βυζαντινή τέχνη με ταληθινά της σημάδια και γνωρίσματα. Άρχισε ναλλάζη με την προστασία πούδωσε ο Θεοδόσιος του χριστιανισμού, και πηγαίνοντας ομπρός ήρθε στον κολοφώνα της με τον Ιουστινιανό. Βρήκε ο Ιουστινιανός πόρους ατέλειωτους, βρήκε το έθνος έτοιμο για μεγάλα έργα, κι ωφελήθηκε την ευκαιρία. Ως και τα δυστυχήματα σε καλό του βγαίνανε. Δίχως τη Στάση του Νίκα δε θα καίγουνταν η παλιά η Αγιά Σοφιά. Αμέσως τάρχισε, καθώς είδαμε, ο αυτοκράτορας το νέο της χτίσιμο. Είταν ο καινούριος ρυθμός καλλιεργημένος στην Ασία τώρα και κάμποσα χρόνια. Πρώτη φορά δεν είταν που ήρθαν οι επαρχίες να στολίσουν την Πρωτεύουσα· από τον καιρό της Ρώμης αυτό. Έτσι κι ο Ιουστινιανός τώρα έφερε Ανθέμιους κ' Ισίδωρους από τις επαρχίες· και τόσο κατάκαρδα πήρε τη δουλειά που και σπίτι έχτισε και προσκυνητάρι δικό του στη γειτονιά, να βρίσκεται κοντά και να πιστατή μονάχος. Και καθώς είδαμε δεν πέρασαν έξη χρόνια κ' έμπαινε με τη λαμπρή συνοδιά του να εγκαινιάση το νέο του μεγαλούργημα. Μα ας έρθουμε στην περιγραφή της περιξάκουστης αυτής εκκλησιάς.

Η Αγιά Σοφιά έχει μάκρος 241 πόδια και φάρδος 224. Το σκήμα της σταυρωτό. Με τρία χωρίσματα κι αυτή, και πλατύτερο το καταμεσιανό. Το χτίριο είναι στη μέση σκεπασμένο με θόλο καμιά κατοστή πόδια διάμετρο. Ο θόλος αυτός μαγκωμένος σε τετράγωνο μέσα, και στηριγμένος απάνω σε τέσσερεις θεόρατους πινσούς ή ορθοστάτες, δηλαδή χτιστές κολώνες. Αυτοί οι πινσοί συνανταμώνουνται στα ύψη με τέσσερεις διάπλατες καμάρες που καθώς είπαμε αφίνουν τέσσερα γυρτά ή σφαιρικά τρίγωνα, κι αυτά τα τρίγωνα γεμίζουν τον τόπο μεταξύ κάθε καμάρας. Πέρα από την ανατολική την καμάρα ξεπροβάλλει ένας μισόθολος, κι από τη δυτική πάλε άλλος ένας μισόθολος. Η βορεινή όμως κ' η μεσηβρινή η καμάρα τριγυρίζουνται αυτές από τοίχους κολωνοστόλιστους. Δηλαδή δυο σειρές κολώνες, η μια απάνω στην άλλη. Μέσα στου ανατολικού του μισόθολου το βάθος έχουμε τρεις καμάρες, κ' η καταμεσιανή είναι η λεγάμενη κόγχη, ή αχηβάδα. Οι άλλες δυο οι πλαγινές δεν κρατιούνται από τοίχο καθώς η αχηβάδα, παρ' από δυο κολώνες η καθεμιά, κι αποπάνω τους άλλες σειρές κολώνες.

Παρόμοια κατασκευή κι ο δυτικός ο μισόκυκλος. Στη μέση όμως αντίς αχηβάδα αυτός έχει τοίχο στο βάθος με τρεις από τις εννιά βασιλικές λεγάμενες πύλες, που πάνε στα μέσα του νάρθηκα, με τους ψηφιδωμένους τους θόλους, και τις εφτά θύρες από τα δυτικά ως όξω στο μικρό το νάρθηκα (εκεί που είναι η μαρμαρένια η φιάλη με την περίφημη την μπροσοπισινή επιγραφή της (6)) όλονα μωσαϊκό χάμου, κολώνες και θόλοι γύρωθε κι απάνωθε, και μέσα στις αχηβάδες των τοιχώνε δώδεκα λιονταρήσια κεφάλια που από το στόμα τους έτρεχε πάντα νερό(7).

Ας ξαναμπούμε όμως στο ναό μέσα, έχοντας το πρόσωπό μας γυρισμένο κατά τ' Αγιοβήμα. Δεξιά κι αριστερά, δηλαδή βορεινά και μεσηβρινά, πίσωθε από τις δυο εκείνες απανωτές σειρές κολώνες (σπάνιο θεσσαλικό μάρμαρο οι πιώτερες, ασπρόφλεβο βαθυπράσινο) που σηκώνουν τις πλευρές του καθαυτό ναού, δηλαδή του καταμεσιανού του χωρισμάτου, από χάμου ως εκεί απάνου που αρχινούν και ριζώνουν οι μεγάλες οι καμάρες, έχουμε δυο πατώματα, και ταπάνω πάτωμα είναι ο γυναικωνίτης. Γυρίζει αυτός και πηγαίνει κι απάνω από το νάρθηκα. Μαρμαρόστρωτος και γεμάτος λογής λογής λαμπρές κολώνες, κ' οι στέγες του καταστόλιστες με πολυσφάνταχτα ξόμπλια ψηφιδωτό πετράδι. Ανέβαιναν εκεί οι γυναίκες με γυριστές σκάλες απέξω. Είχε όμως κι απομέσα πόρτες για νανεβαίνουν οι διάκοι και να θεμιάζουν.