WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος cover

Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος

Chapter 13: ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΟΜΟΥ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A sweeping historical and cultural study that traces the evolution of a Mediterranean community’s identity across centuries, combining narrative history with reflective analysis. It examines the interplay of religious belief, patriotic sentiment, language use, and everyday customs in shaping collective character and public behavior, and critiques reluctance to record and cultivate the vernacular. The work diagnoses social strengths and failings, considers responses to crises and reform, and offers documentary detail alongside interpretive commentary intended to prompt self-examination and guide future civic and cultural renewal.

Οι οχτώ οι πινσοί του ναού, οι τέσσερεις δηλαδή που αναφέραμε κ' οι άλλοι τέσσερεις από τις δυο άκρες, ανατολική και δυτική, καθώς κ' οι τοίχοι, κατασκέπαστοι όλοι από πορφυρίτη, γέσμι κι άλλα πολύτιμα μάρμαρα. Οι οχτώ μεγαλήτερες κολώνες από τη μια κι από την άλλη του καταμεσιανού ναού, οι βαθυπράσινες, είτανε μεταφερμένες από το ναό της Έφεσος. Οι οχτώ κόκκινες κολώνες κάτω από τις δυο καμάρες δίπλα στους δυο μισόθολους, αυτές είταν από το ναό της Ηλιούπολης, παρμένες πρώτα στη Ρώμη από τον Αυρήλιο, κατόπι φερμένες εδώ από πλούσια αρχόντισσα. Λογής περίτεχνα σκαλίσματα και ξόμπλια στα κεφαλοκόλωνά τους, από μάρμαρο αυτά της Προκόννησος, και βυζαντινής κατασκευής. Χάμου πάλε σκούρο μολυβί μάρμαρο με φλέβες (ασπρουλές οι πιώτερες) για να σφαντούν ακόμα καλλίτερα τα χρώματα τριγύρω κι απάνω.

Εκατόν εφτά είναι του Ναού οι κολώνες, όλες σπάνιο μάρμαρο και παντής λογής θωριές.

Το φως του το παίρνει ο Ναός από αμέτρητες θυρίδες στα ύψη, άλλες ολοτρόγυρα στη βάση του θόλου, άλλες σκόρπιες απάνω στους μισόθολους και σ' άλλα μέρη της στέγης.

Ο μεγάλος θόλος, 179 πόδια του ύψου, είναι καμωμένος μ' αλαφρά πλιθάρια της Ρόδος, κ' οι τέσσερεις πινσοί του με πολύ στεριό υλικό που να καλοβαστιέται ο θόλος, να είναι κι όσο γίνεται αλαφρός (8).

Πίσωθε από τα τέσσερα μισόκυκλα που κάμνουν οι τέσσερεις οι μεγάλες καμάρες σε κάθε κόχη, υπάρχει κι απόνα θολωτό τετράγωνο μέρος, φωτισμένο κι αυτό από παραθύρια. Από την ανατολική και τη δυτική πλευρά του κάθε τέτοιου τετράγωνου πάλε, δηλαδή από το βορεινό και μεσηβρινό πλευρό του ναού, έχουμε άλλα δυο τετράγωνα μέρη, στηριγμένα με τέσσερεις κολώνες γρανίτη. Τις έξη τετράγωνες αυτές αυλές τις έλεγαν Κουβίκουλα· είδος παρεκκλήσια.

Τέτοιος περίπου ο χωρισμός του ναού. Να περιγράψουμε τώρα όσο του αξίζει και το μεγαλόπρεπο στολισμό του καθώς είταν τότες, σα δύσκολο· το πολύ μερικά από τα κυριώτερα. Και πρώτο ταργυρό το καγκελωτό Κονοστάσι, που κ' οι πλάκες του κ' οι δώδεκα οι κολώνες τριγύρω του όλα ασήμι. Σταπάνω μέρος και λίγο παρακάτω από τα στολίδια που στεφάνωναν το έργο, σειρά δώδεκα χάλκινοι δίσκοι μ' ανάγλυφες προτομές Αποστόλων κι Αγγέλων, κι ο καταμεσιανός με την προτομή του Χριστού. Αλλού πάλε είταν παρόμοιος δίσκος της Παναγιάς· και καταμεσής μεγάλος δίσκος με σταυρό και με τα μονογράμματα του Ιουστινιανού και της Θεοδώρας.

Η Αγιατράπεζα άλλο θεόλαμπρο έργο· όχι μονάχα η αρχιτεχτονική της, μα και τα ολόχρυσα κι αργυρά της στολίδια, τ' αρίθμητά της διαμάντια και μαργαριτάρια. Απάνω της στέκουνταν το λεγάμενο Κιβώριο, τέσσερεις καμάρες στηριγμένες σε τέσσερεις αργυρές κολώνες, κι από κάθε της πλευρά κρέμουνταν τέσσερα χρυσοΰφαντα σκεπάσματα με μεγάλη μαστοριά δουλεμένα. Ένα παράσταινε την εικόνα του Χριστού μεταξοκέντητη, με ολόχρουσο φόρεμα, ανασηκωμένο όμως κατά τα πλευρό με τρόπο που να φαίνεται πορφυρένιος χιτώνας, σιμά στα δεξί χέρι που δαχτυλόδειχνε τη Βίβλο καθώς την κράταγε τάλλο το χέρι. Πλάγι του Χριστού στέκουνταν ο Απόστολος Παύλος κρατώντας ραβδί στα χέρι με σταυρό στην απάνω άκρη. Άλλα σκεπάσματα πάλε παράσταιναν τον Ιουστινιανό με τη Θεοδώρα.

Στον καιρό της λατινοκρατίας το έξοχο αυτό έργο κομματιάστηκε και το μοιράστηκαν ανάμεσα τους οι Δυτικοί.

Άλλο περίτεχνο έργο, ο άμπωνας με τη μαρμαρένια του σκάλα, με την πυραμιδένια στέγη, που οχτώ πετραδοστόλιστες κολώνες τη σήκωναν. Σε ποιο μέρος του ναού είτανε στημένος ο άμπωνας δεν είναι καλά καλά γνωστό. Ίσως κατά τη μέση του ναού, προς τανατολικά. Καθώς μήτε το διακονικό δεν καλοξέρουμε πού βρίσκουνταν, δηλ. το μέρος που παραστέκουνταν κι ο αυτοκράτορας κι ο πατριάρχης σα δεν καθίζανε στο θρόνο τους.

Στολισμένη καθώς ο άμπωνας με χρυσάφι, με σαρδονύχι και με ζαφείρι, είταν κ' η σολέα, ο καγκελωτός ο περίγυρος για τους κληρικούς και τους ψάλτες, μεταξύ άμπωνα κι Αγιοβήμα, μα κάτι πιο σιμά στ' Αγιοβήμα.

Όσο για τους θρόνους, ο θρόνος του πατριάρχη στεκότανε δίπλα στ' Αγιοβήμα από τη νότια τη μεριά ανάμεσα σε τέσσερεις αργυρές κολώνες, και του αυτοκράτορα από την αντικρυνή τη μεριά.

Ψηφιδώματα πως είχε αμέτρητα ο ναός σε κάθε του μέρος είναι βέβαιο, αν και δεν είναι γνωστό σε ποιά εποχή βάλθηκαν όλα. Οι Τούρκοι όμως τάχρισαν όταν έκαμαν το ναό τζαμί, κ' έγραψαν αποπάνω αραβικά ρητά, κ' έτσι έμειναν ως τα 1847, που ο Σουλτάν Μετζίτης έβαλε Γάλλο μάστορη, το Φασσάτη, κ' έξυσε το χρίσιμο και ξανακαθάρισε τις ζουγραφιές. Μια τους παρασταίνει Άγγελο μέσα σε χρυσωμένο ουρανό με σφαίρα στ' αριστερό και κοντάρι στο δεξί χέρι, και τα διάπλατα φτερούγια του κατεβαίνουν ως χάμου. Άλλη ιστορεί το Χριστό σε μεγαλόπρεπο θρόνο, και βλογάει κρατώντας ανοιχτό βαγγέλιο, με γράμματα μέσα «Ειρήνη υμίν, Εγώ ειμί το φως του κόσμου.» Ζερβόδεξα αυτής της εικόνας είναι οι προτομές της Παναγιάς και του Αρχάγγελου Μιχαήλ μέσα σε δίσκους, κι αυτοκράτορας στεφανωμένος και λαμπροφορεμένος προσπέφτει στα πόδια του Ιησού. Σ' άλλα μέρη πάλε στις καμάρες απάνω βλέπεις εικόνες Αγίων, Αποστόλων, ή της Παναγιάς με το Χριστό στην αγκαλιά. Στα τέσσερα γυρτά ή σφαιρικά τρίγωνα παρασταίνουνται τέσσερα Σεραφείμ· στου γυναικωνίτη τους θόλους η Πεντηκοστή· και στους θόλους του μεγάλου νάρθηκα ο Χριστός με τη Θεοτόκο και με τον Πρόδρομο, κι αυτοκράτορας προσπεσμένος στου Χριστού τα πόδια.

Σαν τέτοιος ο ναός της Άγιας Σοφιάς. Η ιδέα, είπε ένας, όταν πρωτομπής και κοιτάξης περίγυρα είναι φως, αλαφράδα κι αρμονία. Άλλος ακόμα πιο φιλοσοφικός παρατήρησε πως κάθε ευλαβής άνθρωπος εκεί μέσα μπορεί να λατρέψη τον Ύψιστο δίχως να φέρη χαμόγελο στον αλλόθρησκο, αφού βρίσκεται εκεί συναρμολογημένο ταρχαίο πνέμα, το ελληνικό, μαζί με το νέο, το χριστιανικό — που γεννήσανε τέλειο έργο για θεία λατρεία. Αφίνουμε τα εγκώμια και τις ποιητικές περιγραφές των συγκαιρινών, που ένας τους είπε πως φαινότανε σα να το κρατούσε χρυσή αλυσίδα από τα ουράνια κρεμασμένη, κι άλλος πως έπρεπε να δη άνθρωπος για να πιστέψη πως υπάρχει τέτοιο μεγαλούργημα στον κόσμο.

Συγκρίνοντας κάποιος γνωριστής το θόλο της Άγιας Σοφιάς με το θόλο του Άγιου Πέτρου της Ρώμης, παρατηρεί πως άμα μπαίνοντας ανασηκώσης τα μάτια σου κι αγναντέψης τη στέγη του δικού μας ναού, αμέσως παίρνει το μάτι σου όλη τη θολωσιά του. Ενώ στον Άγιον Πέτρο πρέπει ως καταμεσής να προχωρήσης, και μόλις τότες αναγυρίζοντας το κεφάλι μπορείς να κοιτάξης το θόλο. Είναι και ζήτημα αν ο Άγιος Πέτρος σου φέρνει την ανατριχίλα, το θρησκευτικό ενθουσιασμό, τη θεοφοβωσύνη που σε κυριεύει στη Αγιά Σοφιά μέσα.

Μερικά χρόνια κατόπι ο περήφανος εκείνος θόλος γκρεμήστηκε, καθώς ξέρουμε, από σεισμό, κ' ένα του μέρος θρουβάλιασε τον άμπωνα καθώς και τη σολέα. Είταν τότες αποθαμμένοι κι ο Ανθέμιος κι ο Ισίδωρος. Ζούσε όμως ο ανιψιός του Ισιδώρου, Ισίδωρος κι αυτός. Σε κείνονα λοιπόν ανάθεσε ο Ιουστινιανός το χτίσιμο του καινούριου θόλου. Δυνάμωσε ο Ισίδωρος τη βορεινή και τη μεσηβρινή την καράρα, γεμίσαντας ταδειανά μέρη με τοίχο, έπειτα στήριξε τον καινούριο θόλο απάνω σε διπλή σειρά κολώνες. Μ' αυτόν τον τρόπο και τον αψήλωσε το θόλο και σύγκαιρα τονέ στέριωσε.

Έχτισε ο Ιουστινιανός κι άλλες πάμπολλες εκκλησιές κι όχι μονάχα στην Πρωτεύουσα μέσα. Κάμποσες μάλιστα και με ρυθμούς διαφορετικούς από την Αγιά Σοφιά. Απ' άλλα χτίρια έχει χτισμένο το Βαλανείο, δηλ. λουτρά, με πλήθος χάλκινα και μαρμάρινα καλλιτεχνήματα μέσα. Ξανάχτισε και τα λουτρά Ζεύξιππος, κι αυτά καταστόλιστα με αγάλματα.

Άλλο έξοχο έργο του είναι το ξαναχτίσιμο της Χαλκής, που κάηκε κι αυτή στη Στάση του Νίκα. Στοά σαν είδος προπύλαια μπροστά στο παλάτι τετράγωνη. Η σφαιρωτή του στέγη ακουμπησμένη σε οχτώ καμάρες στολισμένες με εικόνες πολεμικές· μια άξαφνα του Βελισάριου σανέ γύριζε από τις νίκες του με το στρατό και με τα λάφυρα, και στη μέση ο Ιουστινιανός κ' η Θεοδώρα καμαρώνοντας την παράταξη, και μάλιστα το Γότθο και το Βάνταλο βασιλέα που τους φέρνανε σκλάβους· χαρούμενοι κ' οι συγκλητικοί σεριανίζουν από τριγύρω το δοξασμένο το θέαμα. Της Χαλκής πρωτομάστορης είταν ο Αιθέριος.

Εξαιρετικά εδώ πρέπει ναναφερθούν οι ναοί της Θεσσαλονίκης· επειδής εκεί βλέπουμε όχι μονάχα την πρώτη τέχνη, δηλαδή τότες που είταν ακόμα μισή μισή, μα και τη νέα τέχνη βλέπουμε στην εντέλεια της, και μάλιστα το κυριώτερο χαραχτηριστικά της, τα μωσαϊκά στους θόλους· αν κ' είναι δύσκολο να καλοριστή η εποχή τους. Οι πιο ξακουστές εκκλησιές είναι του Άγιου Δημήτρη και του Άγιου Γιώργη. Ο Άγιος Δημήτρης έχει ρυθμό Βασιλικής (δρομικό), και χτίστηκε τον πέμτο αιώνα. Οι κολώνες του νάρθηκα ιωνικές, και τα κολωνοκέφαλα είδος κορινθιακά μ' ανάμεσα αϊτούς και ξόμπλια. Μάρμαρο χρωματιστό ο στολισμός μέσα, και χτυπάει λέγουν αυτό στο μάτι κι από μωσαϊκά καλλίτερα.

Ο Άγιος Γιώργης πάλε είναι τρουλλωτός ή θολωτός σαν τις εκκλησιές του Ιουστινιανού. Όλα του τα στολίσματα μωσαϊκό του πρώτου νερού. Οχτώ τέτοιες ψηφιδωτές ζουγραφιές απάνω στο θόλο παρασταίνουν παλάτια μεγαλόπρεπα, κολώνες στολισμένες με μυριοχρωμάτιστα πετράδια, σκηνώματα με πορφυρένια παραπετάσματα, διαζώματα πολυσφάνταχτα με πουλιά, δελφίνια, φοινικόδεντρα κι άλλα παρόμοια στολίδια μέσα· κι αποκάτω από τη μέση καθεμιάς τέτοιας ζουγραφιάς παρασταίνεται οχτάγωνο ή στρογγυλό τουρλοσκέπαστο χτίριο τριγυρισμένο με κολώνες και παρέξω με κάγκελα· παραπετάσματα κρέμουνται ανάμεσα από τις κολώνες και σκεπάζουν ταπομέσα, που φαίνεται σα να φωτίζεται από καντήλι κρεμασμένο από το θόλο.

Μα κι Αγιά Σοφιά είπαμε πως έχουμε στη Θεσσαλονίκη, χτισμένη όχι πολύ αργότερα από το περίφημο πρότυπό της. Στον ίδιο ρυθμό κι αυτή, και μ' εξαίρετα ψηφιδώματα.

Μερικά ακόμα να σημειώσουμε για τα μωσαϊκά δεν είναι άσκοπα εδώ στο τέλος. Τα πιο ξακουστά στην Πόλη είταν τα πολεμικά εκείνα ψηφιδώματα της Χαλκής. Μήτ' αυτά όμως, μήτε της Άγιας Σοφιάς δεν τα κρίνουν έργα του έχτου αιώνα μόνε αργότερης εποχής. Λαμπρά δείγματα της τέχνης του έχτου αιώνα είναι τα ψηφιδωτά της Θεσσαλονίκης και της Ραβέννας. Άμα μπης στην εκκλησιά του Άγιου Βιτώλιου της Ραβέννας παρατηρείς αμέσως απάνω στην καμάρα δυο μεγάλες ιστορικές εικόνες. Η μια παρασταίνει τον Ιουστινιανό ανάμεσα στους μεγιστάνους του και τους δορυφόρους του, η άλλη την πεντάμορφη Θεοδώρα με τις ακόλουθες της, και της προσφέρουν τα δώρα που έφεραν οι βασιλιάδες στην εκκλησιά. Η αυτοκρατόρισσα στέκεται σε νάρθηκα με «φιάλη» στη μέση, και μια θεραπαινίδα ανασηκώνει το παραπέτασμα της θύρας του ναού. Το δούλεμα τω φορεμάτων της Θεοδώρας είναι όσο γίνεται πλούσιο. Στην πλατειά ούγια του ποδόγυρου σειρά ζουγραφιές παρασταίνουν την προσκύνηση τω Μάγων. Στα στήθια της άλλο δεν βλέπεις παρά πολύτιμα πετράδια, και τα μαλλιά της αστράφτουνε στο διαμάντι και στο μαργαριτάρι. Έτσι κ' η αψηλή και καταστόλιστη κορώνα της λάμπει μέσα στ' αλώνι που την τριγυρίζει. Κάθε πρόσωπο της εικόνας εκείνης, σύμμετρο και κανονικό, με μάτια μεγάλα, μόνε σα ορθάνοιχτα κάπως. Οι φορεσιές όχι μονάχα της βασίλισσας, παρά όλης της συνοδιάς, λαμπρές κι ανάλογες με τους μεγαλόπρεπους εκείνους χρόνους. Σ' άλλη εκκλησιά της Ραβέννας, στον Άγιο Απολλινάριο, σώζουνται ψηφιδώματα του έχτου αιώνα που παρασταίνουνε μακρινή σειρά γυναίκες πλουσιοφορεμένες και με «μίτρα» στο κεφάλι, φέρνοντας ανθοστέφανα στην Παρθένο. Κ' εδώ η ίδια συμμετρία στα πρόσωπα, με κάποιο μάλιστα γέρμα του κεφαλιού που σου θυμίζει την παλιά τέχνη, την κλασσική.

Δυο λόγια τώρα για τους τεχνίτες. Πρώτα για τον Ανθέμιο. Από τις Τράλλες της Λυδίας αυτός, καθώς είδαμε. Είχε σκεδιασμένα ο Ανθέμιος κι άλλα πολλά χτίρια. Συνήθιζε να τοιμάζη τα έργα του κάθε τεχνίτη ή μάστορη με προπλάσματα και με δείγματα που χάραζε. Έξοχος όχι μονάχα αρχιτέχτονας, μα και μηχανικός και μαθηματικός. Δηγούνται μάλιστα μερικά περίεργα μηχανικά του παιχνίδια, καθώς όταν τον πείραζε κάποιος του γείτονας με φωνές απάνω από την κατοικία του, κ' έκαμε τεχνητό σεισμό μ' ατμό για τον τρομάξη και να γλυτώση από τη γειτονιά του.

Άλλος μεγάλος αρχιτέχτονας και μηχανικός της ίδιας εποχής είταν ο Ιωάννης ο Βυζάντιος, που μαζί με το νεώτερο Ισίδωρο έχτισε μεγάλα οχυρωματικά έργα στη Ζηνοβία, καθώς και ναούς και λουτρά και στοές.

Μεγάλος μηχανικός κι ο Χρύσης της Αλεξάντρειας, που κατασκεύασε τα μεγάλα υδραυλικά έργα της Δάρας για να μποδίζη τις πλημμύρες του Κόρδου του ποταμού.

4
Φιλολογία και γλώσσα
Από τέλη τέταρτου ως έχτου αιώνα

Δεν ταιριάζει να μείνη έξω από τη γενική αυτή περιγραφή της πρώτης βυζαντινής εποχής η φιλολογία κ' η γλώσσα. Δύσκολο θέμα, μα πρέπει. Για να καταφερθή όμως ο σκοπός μας δίχως πελαγώματα χρειάζουνται και δω λίγα λόγια, κι αυτό θα πασκίσουμε.

Το καθαυτό χαραχτηριστικό της φιλολογίας του πέμτου αιώνα είναι η αττική ρητοράδα τους, μάλιστα των Πατέρων· και φυσικό, αφού οι δάσκαλοι τους είταν αληθινά παιδιά της αρχαιότητας. Τόσο μάλιστα βουτηγμένος είταν ο ρωμαίικος ο νους μέσα στην κλασσική φιλολογία, που για να πούνε πράματα που είτανε της θρησκείας μας παράχωναν άξαφνα και μια εικόνα, μια παρομοίωση παρμένη από τα μυθολογικά του παλιού καιρού.

Έπαιρνε κάμποσα μ' άλλους λόγους κ' η ρητορική από τα παλιά καθώς κ' οι άλλες τέχνες, μόνο αυτή σε πολύ μεγαλήτερο βαθμό· γιατί ας μη λησμονούμε πως ο εθνικομάχος ο Θεοδόσιος δεν έβγαλε και κανένα νόμο να παιδεύη τους όσους παρομοίαζαν τις νίκες του με τους αγώνες του Ηρακλέα.

Εξόν από λόγους μερικών Πατέρωνε μήτε τα τέλη του τέταρτου, μήτε ο πέμτος ο αιώνας δεν είδαν τίποτις έργα του πρώτου νερού. Δε γεννούσε ο νους μεγάλα φιλολογικά καλλιτεχνήματα. Όχι πως δεν είχε ο κόσμος μεγάλες ιδέες, κι ορίστε μια, η χριστιανική ξαναγέννηση και της Ρωμιοσύνης και του κόσμου όλου. Η ιδέα αυτή όμως, όσο γιγαντένια κι αν είτανε, είχε το κακό να κομποδένη το νου σα δημιουργούσε, αντίς να του δίνη δύναμη, φτερά και λεφτεριά.

Δεν μπορούσανε να βγουν έξω από το βαγγέλιο. Έπειτα, όσες ιδέες είχε τότες ο κόσμος, τις αρμήνευε με τη ζωή του κι όχι πας το χαρτί. Τις έκαμνε πράξη, δεν τις έγραφε. Ήρθε και το δόγμα και τονέ σφιχτόδεσε το νου ακόμα πιώτερο. Σωστή στερεοτυπία πια τότες. Τίποτις καινούριο, τίποτις τολμηρό. Μάλιστα είχε και τιμωρία. Αν πήγαινες κατά τον εθνισμό, κατατρεγμός· αν κατά την αίρεση, πάλε κατατρεγμός. Α γράφηκε και τίποτις με κάποια ζωή, πάλε από εθνικούς γράφηκε, καθώς άξαφνα τα στοϊκά συγράματα της εποχής εκείνης.

Μα α δεν έχουμε Ιλιάδες κι Οδύσσειες, δεν είναι δα και τόσο αχαμνά μερικά έργα του τέταρτου και του πέμτου αιώνα. Τη σάτυρα του Ιουλιανού «Ο Μισοπώγων» δεν την έχουν κι όλως διόλου για πέταμα, καθώς μήτε το Συμπόσιο των Αυτοκρατόρων. Ο Ιουλιανός που δεν είχε αρκετό νου για να νοιώση την εποχή του, το νου που είχε δεν τον έδεναν τα δόγματα, και κάτι μας έφτειαξε.

Μα και στον πέμτον αιώνα τα βρίσκουμε τα κλασσικά αυτά τα στοιχεία, κι ας είναι πιο ανάργια, πιο αδύνατα. Βρίσκουμε το Συνέσιο, το μαθητή της Υπατίας, της στερνής αχτίδας του κλασσικού ήλιου. Καλός στιχουργός, μα όχι και ποιητής· φιλοσοφιστής, μα όχι και φιλόσοφος. Ο Πρόκλος, κάτι καλλίτερα. Κάτι πιο δυνατός και πρωτότυπος. «Ο αληθινός ο φιλόσοφος, (είπε ο Πρόκλος) δεν μπορεί να κολλήση σε μια και μονάχη θρησκεία. Είναι ιεροφάντης του κόσμου ο φιλόσοφος». Ο Συνέσιος δεν μπορούσε, μα και δεν τολμούσε να την πη τέτοια ιδέα. Έτσι και τα ποιήματα του Πρόκλου, όσα έμειναν. Είδος Ορφικά και κάμποσο σκοτεινά· μα πάντα καλλίτερα φιλολογικά έργα από τα χριστιανικά στιχουργήματα. Είτανε φτερουγιάσματα φαντασίας κι όχι απλή κατάνυξη.

Σπούδαξε ο Πρόκλος στην Αθήνα και δίδαξε εκεί μάλιστα. Την είδαμε την Αθήνα πολλές φορές στην ιστορία απάνω. Τα φιλολογικά της συστατικά δεν είτανε και να τα ζουλέψης. Κι ως τόσο φύλαγε πάντα κάποια ηθική δύναμη η παλιά «Εστία τω Φώτων» και μάλιστα με το σπρώξιμο πούδωσε ο Πρόκλος του νεοπλατωνισμού.

Πολύ μεγαλήτερη ηθική δύναμη όμως είχε, καθώς κι αλλού είδαμε, η Αλεξάντρεια. Το φιλολογικό το κέντρο είταν εκεί. Ό,τι γράφηκε της ανθρωπιάς τον τέταρτο και τον πέμπτο αιώνα, στην Αλεξάντρεια γράφηκε. Αφίνοντας την Υπατία, του κόσμου όλου αστέρι, ας έρθουμε σ' έναν όχι και πολύ γνωστό, μα αξιοσημείωτο κατά τη γνώμη των όσοι τονέ μελέτησαν· το Νόννο τον Πανοπολίτη. Εθνικός όντας στη νιότη του έγραψε τα Διονυσιακά. Αργότερα, σανέ βαφτίστηκε, έγραψε σε είδος εποποιία το βαγγέλιο «κατά Ιωάννην». Ανάγκη δεν είναι να πούμε πως τα Διονυσιακά είναι το καθαυτό έργο του. Δουλεύει εκεί η φαντασία κ' εικονίζει μαγευτικές σκηνές κ' ιδέες· τόσο, που και μ' αρχαιότερους τεχνίτες τονέ συγκρίνουνε.

Μελετούσαν κι όλο μελετούσαν τους αρχαίους. Σα να τόξεραν πως τους έφευγε η κλασσική η χρωματιά μια για πάντα και βαλθήκανε να τη φυλάξουνε με δαιμονισμένους αγώνες. Δος του Όμηρο λοιπό, δος του Ευριπίδη, κι από κει στόλιζαν τα χριστιανικά τους δοκίμια. Η χριστιανική εποποιία ως τόσο του Νόννου βγήκε ανώτερη απ' άλλα παρόμοια έργα, και πολύ φυσικό αυτό, αφού τη φαντασία του την είχε ο Νόννος αναθρεμμένη ανεμπόδιστα μέσα στον Εθνισμό.

Τονέ μιμήθηκαν το Νόννο κάμποσοι στα κλασσικά του. Ο πιο αξιοσημείωτος είναι ίσως ο Μουσαίος, που μας αφήκε την Ηρώ και το Λέαντρο, το χαριτωμένο εκείνο το επικό του ποίημα.

Αν υπάρχη κλώνος στη φιλολογία που στ' αλήθεια ανθοβόλησε τα χρόνια εκείνα, είναι το μυθιστόρημα. Μπορούμε μάλιστα να πούμε πως πρωτοφάνηκε κιόλας τότες, ή καλλίτερα από τον τρίτο αιώνα. Ανεκατεμένες εκεί μέσα η παλιά κ' η νέα ζωή, η βουκολική φαντασία με την τυχοδιωχτική τη φαντασία που πήρε δρόμο αυτούς τους καιρούς. Από τη μια αγάπες κι αγκαλιάσματα μέσα σε πρασινάδες και σε λιβάδια, από την άλλη χωρισμοί κι απελπισίες που προξενούνε ληστάδες και κακούργοι. Τρομαχτικά μπερδέματα κι απερίμενα ξεμπερδέματα. Τέτοιο περίπου είναι το ρομάντζο του τρίτου, του τέταρτου και του πέμτου αιώνα. Λέχτηκε πως δε θα ξεφύτρωνε ίσως τότες το δροσερό και μυρωδάτο αυτό λούλουδο α δεν είχε η Ρώμη σκοτωμένο από χρόνους το δράμα.

Τα πιο κυριώτερα είναι· Τα «Κατά Δάφνιν και Χλόην» του Λόγγου (και ποιος δεν το διάβασε το βλογημένο εκείνο ειδύλλιο), του Αχιλλέα Τάτιου τα «Κατά Λευκίππην και Κλειτοφώντα», και του επισκόπου του Ηλιοδώρου τα «Αιθιοπικά». Άκαιρο κι άτοπο ναναλυθούν τα μαγευτικά εκείνα έργα, τα γεμάτα κλασσική χάρη κι αφροδιτοσύνη μαζί με πόθους και λαχτάρες και στεναγμούς, που μα την αλήθεια φαίνουνταν σαν προανακρούσματα του ρομαντισμού. Ένα μονάχα που παρατηρήθηκε ας αναφερθή, η μεγάλη σημασία που δίνεται εκεί μέσα στις παρθενικές χάρες, χαραχτηριστικά που οι χριστιανικοί εκείνοι αιώνες το φέρανε στη Δύση κατόπι και ριζώθηκε το μεσαιωνικό το ρομάντσο.

Ας έρθουμε τώρα στην ιστορία που και τόσα της χρωστούμε, αφού κι από τα όσα γνωρίζουμε πολύ λιγώτερα θα ξέραμε δίχως τα ιστορικά εκείνα έργα — ευτύχημα που βάσταξε ως τα τέλη της ρωμαίικης αυτοκρατορίας, με όχι και τόσα χάσματα όσα μπορούσε άνθρωπος να προσμένη.

Οι πιώτεροι ιστορικοί του πέμτου αιώνα στάθηκαν Εθνικοί, ο
Ολυμπιόδωρος, ο Ευνάπιος, ο Πρίσκος στην αρχή του· ο Μάλχος κι ο
Ζώσιμος στα τέλη του.

Ο Ευνάπιος ιστόρησε το ρωμαϊκό κράτος από το γοτθικό Κλαύδιο (270 μ. Χ.) ως τα χρόνια του Αρκαδίου (404). Ύφος χρωματισμένο τόσο ζωηρά με τη ρητορική παίδεψη της εποχής του, που το δάκριο δε δίσταξε να τονομάση «ποταμώδες!» Φανατικός Εθνικός κ' εγκωμιαστής του Ιουλιανού. Όσο για τους χριστιανούς αυτοκρατόρους, λόγους δε βρίσκει να τους ψεγαδιάση.

Ύστερ' απ' αυτή την ιστορία ήρθε η ιστορία του Ζώσιμου, που μας είναι σήμερα από τις πιο σημαντικές πηγές της ιστορίας του τέταρτου αιώνα. Ο Ζώσιμος πάλε τάβαλε με τους καιρούς του όχι τόσο από φανατισμό, όσο από τις πίκρητες που έπαθε σαν είχε πολιτικό αξίωμα. Πρότυπο του είχε αυτός τον Πολύβιο.

Του Ολυμπιόδωρου η ιστορία είναι κάτι πιο άταχτη, και σαν είδος χρονικά, με λεχτικό όχι πολύ χτενισμένο. Σπουδαίο όμως το υλικό τους (από 407 ως 425).

Εθνικός κι ο Πρίσκος, κι από τα έργα του σώζουνται όσα δηγήθηκε σαν πήγε πρέσβης στη χώρα των Ούνων. Το παινούν το ύφος του.

Ο Μάλχος έγραψε στις μέρες του Αναστασίου. Αυτός είναι που μας δηγάται τα καμώματα τω δυο Θεοδορίχων. Κι' αυτός ρητορικά μαθημένος, μα της μπιστοσύνης και με ύφος καθάριο κι απλό.

Μερικά τώρα και για τη φιλολογία του έχτου αιώνα, μαζεμένα από την ίδια πηγή που μας χρησίμεψε παραπάνω. Αναφέρθηκε αλλού κάτι για τους λίγους εκείνους φιλοσόφους που απελπισμένοι έφυγαν από το κράτος τον έχτο αιώνα και σύρανε κατά την Περσία, να ζητήσουν την προστασία, του Χοσρόη φημισμένου σαν είδος Μάρκος Αυρήλιος· φήμη μυθική που τους έκαμε και γύρισαν πίσω, μ' ένα καλό όμως, που τους θυμήθηκε ο Χοσρόης σαν έκαμε ειρήνη στα 532 με τον Ιουστινιανό, κ' έβαλε όρο να μείνουν ανέγγιχτοι από τους χριστιανούς οι εφτά εκείνοι φωστήρες του μισοζώντανου Εθνισμού, ο Σιμπλίκιος της Καλλικίας ένας τους.

Όσοι άλλοι φιλοσόφοι βγήκαν αυτόν τον αιώνα δε φαίνουνται τόσο κομματικοί στα θρησκευτικά καθώς πρώτα. Παράδειγμα ο Ιωάννης ο φιλόπονος, που αν και γράφοντας για τη χριστιανωσύνη, βούτηξε όμως σε βαθιά φιλοσοφικά ζητήματα, πολεμώντας Αριστοτελικές ιδέες και θεωρίες. Σαν τέτοιος είταν κι ο καλόγερος ο Κοσμάς ο «Ινδικοπλεύστης», που ζήτησε, δίχως να πάη ενάντιο σε θεολογικά συστήματα και δόγματα, να προσδιορίση τη θέση της γης στάπειρο μέσα, καθώς και το σκήμα της. Την ήθελε παραλληλόγραμμο αυτός.

Οι ιστορικοί, είταν ακόμα πιο διχρώματοι, ή καλλίτερα, πιο αχρωμάτιστοι στις θρησκευτικές διαφορές απάνω. Ο Προκόπιος, ο Αγαθίας, ο Μέναντρος, όλοι τους γράψανε δίχως θρησκευτικό πάθος.

Για τον Προκόπιο είπαμε αλλού μερικά. Άλλα γενικά προσόντα του είναι που πάσκιζε να μιμηθή τα παλιά τα πρότυπα όχι μονάχα κατά το καλλιεργημένο το ύφος, μα και κατά την ιστορική μέθοδο, τον Ηρόδοτο άξαφνα στα εθνογραφικά, τον Πολύβιο στη συνήθεια να ταποδίνη όλα στην τύχη ή στο θεό, κι άλλα τέτοια αρχαϊκά συστήματα, ίσως όχι τόσο γιατί πίστευε να πούμε στο «Γραφτό» όσο για ν' αρχαΐζη· μανία ρωμαίικη από τα τότες.

Ακολουθούσε το Βελισάριο ο Προκόπιος στις εκστρατείες του και σημείωνε. Αυτό το σημειωματάρι που βάσταγε χρησίμευε για το μεγαλήτερο έργο του, την Ιστορία τω Γοτθικών Πολέμων. Το δεύτερο έργο του, τα «Κτίσματα», φαίνεται σαν εγκώμιο του Ιουστινιανού, αφορμή από τα χτίρια του Αυτοκράτορα. Για το τρίτο του έργο, τ' απόκρυφο, είπαμε αρκετά.

Την Ιστορία του Προκοπίου την ξακολούθησε (από τα 550) ο Αγαθίας. Είτανε «σχολαστικός», δηλαδή δικηγόρος. Δηγάται εφτά χρονών πολέμους κι άλλα αξιοσημείωτα στα χρόνια εκείνα. Χριστιανός κι αυτός, και καλλίτερος χριστιανός από τον Προκόπιο, αφού δε συνήθιζε να τα φορτώνη της τύχης μόνε στο θέλημα του Θεού, ή και στην οργή του αν είτανε μεγάλα δεινά. Τανθρώπινα πάλι έργα ταπόδινε όλα στην ανθρώπινη θέληση κι όχι στο « πεπρωμένο ». Κατά το ύφος όμως αγαπούσε να μιμάται τον Προκόπιο, και με το παραπάνω. Γεμάτος ο Αγαθίας ποιητικές εικόνες. Έγραψε μάλιστα και ποιήματα.

Δικηγόρος σπούδαξε κι ο Μέναντρος· πλούσιος όμως όντας δεν πολυσκοτίστηκε, μόνε τόρριξε στο ξεφάντωμα και στα ιπποδρόμια. Και μόλις σαν απέθανε ο Αγαθίας καταπιάστηκε ιστορικές μελέτες κ' έφερε την ιστορία του ως τα 582. Κάτι πιο αργότερος λοιπόν αυτός από τον Ιουστινιανό, καθώς κι ο Βυζάντιος ο Θεοφάνης, πούγραψε ιστορία από τα 566 ως τα 581.

Ο Ιωάννης ο Λυδός έγραψε κατά διαταγή του Αυτοκράτορα «περί Αρχών» κι άλλα μερικά που χαθήκανε. Δικηγόρος κι αυτός. Άρχισε από στενογράφος του πραιτωριανού Επάρχου Ζωτικού, και κέρδιζε πολλά μ' αυτή τη δουλειά. Ξέροντας και πώς να κολακεύη το Ζωτικό έβαλε στο χέρι, εξόν από μια πλούσια γυναίκα, κι απόνα χρυσό νόμισμα την αράδα για ένα εγκώμιο που τούγραψε. Αργότερα όμως σα να λιγόστεψαν τα πλούτη του, και τότες έγραψε «Περί Αξιωμάτων». Έγραψε και Πανηγυρικό του Ιουστινιανού κ' ιστορία του Περσικού πολέμου. Στα τέλη του διορίστηκε Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο. Η θρησκευτική του χρωματιά κι αυτουνού ανεκατεμένη.

Ποίηση δε μας έβγαλε αυτός ο αιώνας. Έγραψε, καθώς είπαμε, μερικούς στίχους ο Αγαθίας, κ' είναι αλήθεια πως τους παινούνε. Πιώτερο όμως απ' όλους φαίνεται πως τους παίνεσε ο ίδιος του.

Ο Παύλος Σιλεντιάριος έψαλε την Άγια Σοφιά και τα εγκαίνια της. Οι πρώτοι ογδόντα στίχοι είναι εγκώμιο του Ιουστινιανού· στιχουργημένες υπερβολές και τίποτις άλλο. Η ποίηση του καιρού εκείνου βρισκότανε όχι σε στίχους μέσα, παρά στα χτίρια και στους πολέμους και στα μεγάλα τα κατορθώματα.

Γλώσσα. Αν κρίναμε για τη γλώσσα του έχτου αιώνα από τα έργα του Αγαθία και του Προκόπιου, θα κάμναμε περίπου το ίδιο λάθος που θα κάμναμε αν κρίναμε τη γλώσσα του δέκατου πέμτου αιώνα από τη Θουκυδίδικη ιστορία του Λαόνικου του Χαλκοκοντύλη. Δεν πρέπει όμως να θαρρέψουμε πάλε πως η γλώσσα του έχτου αιώνα είταν τόσο αλλαγμένη που να πλησιάζη τη ρωμαίικη μας γλώσσα. Πολύ μακριά. Η γλώσσα είταν ακόμα η παλιά η ελληνική στη μορφολογία της· είταν η λεγάμενη κοινή, και κατά την Ιστορική Γραμματική του αθάνατου μας Ψυχάρη έτσι απάνω κάτω πήγε ως τον εντέκατο αιώνα, τότες που πρωτοφαίνουνται με κάποια σειρά και συνέχεια σημάδια αλάθευτα της σημερνής της ρωμαίικης στο ποίημα του πρώτου Σπανέα. Δηλαδή βάση η παλιά η κοινή με τύπους καινούριους που τους συνηθίζουμε και τώρα Το πρώτο ρωμαίικο που γράφηκε στην καθαυτό τη σημερνή μας τη δημοτική, δε γράφηκε πριν από το 16ο ή 17ο αιώνα· θέλω να πω τον Ερωτόκριτο και την Ερωφίλη· κ' είναι μάλιστα πολύ περίεργο που άργησε τόσο να γραφή, δηλ. να γίνη γλώσσα καινούρια. Πριν από τον Ερωτόκριτο και την Ερωφίλη δε βρίσκουμε τίποτις παρά τύπους ανακατεμένους, μισό ρωμαίικους μισό ελληνικούς, όπως και στο Σπανέα τον ίδιο.

Άρχισε ως τόσο, αν όχι η καθαυτό αλλαγή, δίχως άλλο όμως η προετοιμασία της αλλαγής από τους πρώτους χρόνους μετά Χριστό, από τότες δηλαδή που χάθηκαν οι διάλεχτες και καταστρώθηκε η κοινή, που είναι και του Βαγγέλιου η γλώσσα. Σιγά σιγά τότες χάθηκαν και τα μακρά και τα βραχιά φωνήεντα, και πήραν οι τόνοι τον τόπο τους, καθώς παρατηρούμε κι από τα εκκλησιαστικά μας άσματα κι από το δεκαπεντασύλλαβο στίχο.

Ας δούμε τώρα τι λογής λεχτικές αλλαγές παρατηρούνται στον έχτον αιώνα· να σημειώσουμε όμως πάλι πρώτα πως αν η γλώσσα του τόπου είταν τα ελληνικά, δηλαδή η κοινή, επίσημη γλώσσα είταν η λατινική. Είδαμε πόσο πολεμήσανε μερικοί αυτοκρατόροι να την κάμουνε γλώσσα του κράτου. Με τέτοια δύναμη πολέμησαν, κι ως τόσο η ρωμαίικη την είχε καταδικασμένη σε θάνατο άμα πρωτοφάνηκε στην Ανατολή. Η γλώσσα που λες και κυρίεψε τον κόσμο, κυριεύτηκε τέλος κι αυτή από τη ρωμιοσύνη. Άρχισε ο τελικός ο αφανισμός της λατινικής στην Ανατολή ύστερ' από τον έχτον αιώνα.

Δεν έμεινε ως τόσο η εθνική μας γλώσσα και δίχως σημάδια ολοφάνερα της λατινικής ανεκατωσιάς, και μήτε μπορούσε να μη γίνη τέτοιο πράμα. Τα βρίσκουμε όχι μονάχα στους τίτλους, όχι μονάχα στους στρατιωτικούς όρους (δουξ, κόμης, κάστρον, φρατρία, μανδάτα, μανδάτορας, νοβίσκουμ, οπτίματοι, όρδισον, σίγνον, σιλέντια, τέντα, κτλ.) στους διοικητικούς (στράτα, ρούγα, σπίτι, πόρτα, κτλ.) και σ' άλλους, μα και στη γενική φιλολογία και στη λαϊκή τη γλώσσα μέσα· στη γλώσσα δηλαδή που μιλιούνταν καθεμέρα στην Πόλη.

Της καθημερνής αυτής γλώσσας, αφίνοντας πια τα λατινικά κατά μέρος, μας έδωσε κάποιο δείγμα ο διάλογος εκείνος μεταξύ Πράσινους κι Αυτοκράτορα στη Στάση του Νίκα. Άλλο δείγμα βρίσκεται στο Θεοφάνη, εκεί που περιγράφει τον τρόπο που πείραζαν οι Πράσινοι το δύστυχο εκείνονα πούμοιαζε του Μαυρίκιου, και που αφού τονέ φορέσανε «σαγίον μαύρον» και τονέ στεφανώσανε με σκόρδα, τονέ καθίσανε σε γαδούρι και του φώναζαν· «Εύρηκε την δαμαλίδα απαλήν, και ως το καινόν αλεκτόριν ταύτη πεπήδηκεν, και εποίησε παιδία ως τα ξυλοκούκουδα. Και ουδείς τολμά λαλήσαι, αλλ' όλους εφίμωσεν· άγιέ μου, άγιε φοβερέ και δυνατέ, δος αυτώ κατά κρανίον, ίνα μη υπεραίρεται· καγώ σοι τον βουν τον μέγαν προσαγάγω εις ευχήν».

Από επιγραφή του έχτου αιώνα που βρέθηκε στη Νουβία μαθεύτηκε πως το ύδωρ «τόλεγαν» από τότες «νηρόν». Πως τον «όνο» τον έλεγαν από τότες «γαυδάριν» ή «σγουδάριν», αν όχι «γάιδαρο», το ξέρουμε κι από την περίφημη εκείνη φράση που πέταξαν του Ιουστινιανού στη Στάση του Νίκα.

Μα και στη γλώσσα των πιο γραμματισμένωνε νάρθουμε, και κει τα βρίσκουμε τα σημάδια της σιγανής, μα και βέβαιης αλλαγής. Εκεί άξαφνα που ο Μέναντρος παστρικά το λέει πως δίνει τα λόγια του πρέσβη καταπώς τα είπε, κι όχι «επί το αττικώτερον».

Αξιοσημείωτες είναι κ' οι αλλαγές όχι μονάχα από μια λέξη σ' άλληνα, μόνο κι από μια σημασία σ' άλληνα· π. χ. ωραίος αντίς καλός, πονώ αντίς άλγω, θεραπεύομαι αντίς ευφραίνομαι, κτλ.

Τους λατινισμούς οι γραμματισμένοι δεν τους καταδέχουνταν, κι από ανάγκη έλεγε ο Προκόπιος «ραιφερενδάριον τη Λατίνων φωνή την τιμήν ταύτην καλούσι Ρωμαίοι» και σ' αυτό κάπως μας θυμίζει το λογιώτατο της Βαβυλωνίας. Πολλές φορές μάλιστα το ρίχνει στην περίφραση για ν' αποφύγη λατινική λέξη. Έτσι πήγε η αττική αυτή η καθαρογλωσσιά των ιστορικών πότε λίγο πότε πολύ, ως τον καιρό του Χαλκοκοντύλη. Ώστε όποιος διαβάζοντας τους βυζαντινούς χρονογράφους θαρρέψη πως θα παρακολουθήση και την ιστορία της καθαυτό γλώσσας, κάμνει μεγάλο λάθος.

Από της μεσαιωνικής εκείνης γλώσσας τα σπλάχνα βγήκε, καθώς είπαμε, πολύ αργότερα, κι από τότες λουλουδίζει η νέα η γλώσσα, όχι πια σιδεροδεμένη με μισοζώντανους τύπους, μόνο λεύτερη, σπαρταριστή και βουνήσια, και μορφώθηκε με τόση χάρη και τόση δύναμη που καταντάει από τις ομορφότερες γλώσσες του σημερνού κόσμου(9).

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΟΜΟΥ

ΠΙΝΑΚΑΣ

                                                            Σελ.
   ΑΦΙΕΡΩΜΑ…………………………………………….3
   ΠΡΟΛΟΓΟΣ……………………………………………13

   ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΡΩΜΑΙΟΚΡΑΤΙΑ
   1. Αριστίωνας και Σύλλας……………………………..15
   2. Ρωμαϊκός φιλελληνισμός…………………………….20
   3. Νέρωνας………………………………………….23
   4. Άλλοι ψεύτικοι κι αληθινοί καλοθελητάδες…………….26
   5. Αεροκοπανίσματα…………………………………..29
   6. Ηρώδης. Καλλιτεχνήματα. Γλώσσα……………………..33
   7. Μερικοί στοχασμοί…………………………………36
   8. Γότθοι…………………………………………..39
   9. Η γη που ριζοβόλησε ο Χριστιανισμός…………………44
   10. Ο Χριστιανισμός………………………………….52

   ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
   ΑΠΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ 323 — 337
   ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Πρωτοφαίνεται ο Μέγας Κωσταντίνος……….61
   ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Κανονίζουνται τα θρησκευτικά………….71
   ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Χτίζεται η Κωσταντινούπολη……………..76
   ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Αρχίζει και βράζει το λεβέτι
                                   της Ρωμιοσύνης………….89
   ΠΕΜΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, Τα υστερνά του Κωσταντίνου……………..99
   ΕΧΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Βιογραφικά σημπληρώματα………………..101

   ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
   ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΩΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ
                                                  337 — 395
   ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Ο Κωστάντιος…………………………106
   ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Τα πρώτα χρόνια του Ιουλιανού………..110
   ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Η Βασιλεία του Ιουλιανού………………115
   ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Ιοβιανός και Βάλεντας……………….121
   ΠΕΜΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, Θρησκευτικοί αρχηγοί………………….126
   ΕΧΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Ούνοι και Γότθοι………………………133
   ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Ο Μέγας Θεοδόσιος κ' οι Γότθοι………..138
   ΟΓΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Θεοδόσιος κι Ορθοδοξία………………..142
   ΕΝΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Άλλα καμώματα του Θεοδοσίου……………154

   ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ
   ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΩΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΛΕΟΝΤΑ 395 — 474
   ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Αρκάδιος, Ρουφίνος, Ευτρόπιος………….160
   ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Άλλα Γοτθικά δράματα…………………167
   ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Συνέσιος και Χρυσόστομος………………173
   ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Μερικά συμπληρώματα της Ιστορίας του
   Χρυσοστόμου………………………………………..183
   ΠΕΜΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Συνήθειες του πέμπτου αιώνα……………187
   ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ. Διοίκηση, τίτλοι κι αξιώματα του τέταρτου και του
   πέμπτου αιώνα………………………………………194
   ΕΧΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Ο δεύτερος Θεοδόσιος κ' η Πουλχερία……..197

   ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ
   ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΛΕΟΝΤΑ ΩΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ
                                                474 — 565
   ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Ο Ζήνωνας……………………………215
   ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Η Γοτθική πολιτική του Ζήνωνα…………220
   ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Ο Ζήνωνας και τα θρησκευτικά…………..225
   ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Ο Αναστάσιος……………………….229
   ΠΕΜΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Ιουστίνος και πρώτα χρόνια Ιουστινιανού…237
   ΕΧΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Η Στάση του Νίκα………………………247
   ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Εξωτερικά έργα του Ιουστινιανού……….257
   § 1. Πρώτος περσικός πόλεμος…………………………257
   § 2. Βανταλική εκστρατεία……………………………261
   § 3. Ιταλοϊσπανικές εκστρατείες………………………265
   § 4. Δεύτερος περσικός πόλεμος και Λαζικοί πολέμοι……..268
   ΟΓΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Βαρβαρικά πλημμυρίσματα κι άλλα δυστυχήματα
   της βασιλείας του Ιουστινιανού. Τέλη του………………269
   ΕΝΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Νόμοι τον Ιουστινιανού………………..276
   ΔΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Θρησκευτική πολιτική τον Ιουστινιανού….279
   ΕΝΔΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Χτισίματα τον Ιουστινιανού………….283

   ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
   1. Στρατιωτικά και δοικητικά τον έχτου αιώνα…………..289
   2. Φορολογικά συστήματα — Εμπόριο — Bιομηχανία…………291
   3. Τέχνη από την αρχή ως τον έχτον αιώνα………………297
   4. Φιλολογία και γλώσσα ως τον έχτον αιώνα…………….312
   ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Τα θρησκευτικά στον καιρό του Θεοδοσίου
   και της Πουλχερίας………………………………….206
   ΟΓΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Ο Μαρκιανός κι ο Λέοντας………………210

ΔIΟΡΘΩΜΑΤΑ

Σημειώνουμε μερικά από τα σημαντικώτερα λάθια που έμειναν, όσο κι αν προσπαθήσαμε να ταποφύγουμε. Σελ 5 κι αλλού Αντίς χαρακτήρα γρ. χαρακτήρα » 8 » σαν δεν σα δεν » 9 κι αλλού » χερώτερη χερώτερη » 10 » θηριά θεριά » » κι αλλού » Γότθους Γότθους » 13 » των Βυζαντινών τω Βυζαντινών » 16 κι αλλού » μηνύσουν μηνύσουν » 18 » γένηκαν λοιπόν γένηκαν λοιπόν » 22 » πυχνά πυκνά » 27 » τον λάτρευε τον λάτρευε » 34 » δεν θύμωσε δε θύμωσε » 32 » δευτέρας δεύτερης » » » αχορτασία αχορτασιά » » » χόνευε χώνευε » 47 » σπουδαγμένοι σπουδασμένοι » 50 » στρατεύματα στρατέματα » 54 κι αλλού » καινούργιο καινούριο » 64 » θρονιαζότανε θρονιαζόντανε » 69 » των ζώων τω ζώων » » » Ρωμιωσύνης Ρωμιοσύνης » 70 » στενοχωρημένος στενοχωρεμένος » » κι αλλού » πέρνει παίρνει » 71 » τα γερά τους τα γερά της » 72 » Αλέξανδρος Αλέξαντρος » 76 » φοβέριζε φοβέριξε » » » στερεώση στεριώση » » » Πρωτευούσης Πρωτεύουσας » 83 » από τότες έστησε από τότες που έστησε » 84 » κτίρια χτίρια » » » της πιο περίφημες τις πιο περίφημες » 86 » φαίνονται φαίνουνται » » » παρηγοριτικούς παρηγορητικούς » 108 » Εκκλησία του εκκλησιά του » 110 » ό,τε άρχιζε ό,τι άρχιζε » 115 » τους λεγεώνες τις λεγεώνες » 130 » Αλκμέωνα Αλκμαίωνα » 143 » συνθήκες συθήκες » » » Πηγαίνης Πηγαίνεις » 149 » ειδωλολατρία ειδωλολατρεία » 153 κι αλλού » κλασικής κλασσικής » 154 » καθώς θα δούμε που καθώς θά δούμε » 164 κι αλλού » Ούννοι Ούνοι » » » ουδέτερους λόγγους σύδεντρους λόγγους » 169 » κολώνει κωλώνει » 176 » δεν το γνωρίζουμαι είνε δεν το γνωρίζουμε είναι » 181 » έφερεν έφερε » 184 » σφίγγες σφήγγες » 197 » Διοκλητικού Διοκλητιανού » 200 » όχι τον αποκοίμισε όχι να τον αποκοιμίση » 206 » θαυμάση θαμάση » 229 » μαύρο μάτι μάτι μαύρο » 244 » αγάπησε αγάπισε » 248 » ιπποδρομίου Ιπποδρομίου » 284 » Λάρισα Λάρισσα » » » Θεοδοσούπολη Θεοδοσιούπολη » 286 » της Έφεσον της Έφεσος » 292 » ωρισμένο ορισμένο » 309 » ακουμπησμένη ακκουμπησμένη » 311 » για τον τρομάξη για να τον τρομάξη

Έμειναν και μερικά κοινά ονόματα μ' αρχικό κεφαλαίο σα να είταν
Κύρια. Ας τα παράβλεψη κι αυτά ο αναγνώστης.

ΑΛΛΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ

Νησιώτικες Ιστορίες……………………..Δρ. 2.
Φυλλάδες του Γεροδήμου…………………….» 2.5
Η Μαζώχτρα κι Άλλες ιστορίες. Ο Βουρκόλα —
κας δράμα…………. 3.

Αθήνα Τυπογραφείο «Εστία» Κ. Μάισνερ και Ν. Καρδαγούρη — 2680.

1) Από τότες που γράφηκε αυτός ο Πρόλογος φάνηκε μέρος της αξιόλογης Αστρονομίας του Πάλλη, που ακόμα πιο περίτρανα μας αποδείχνει πόσο κατάλληλη είναι η καταφρονεμένη αυτή γλώσσα για επιστημονικά αντικείμενα.

2) Τα φιλολογικά έργα των πρώτων αυτών αιώνων (ας πούμε από τον πρώτο ως τον τρίτο μ. Χ.) είταν ακόμα στης κλασσικής απάνω τα πρότυπα γραμμένα, άλλα πιώτερο, άλλα λιγώτερο δόκιμα, και δύσκολο να oριστή δίχως κάποια ανάλυση, ως πόσο τους ερχότανε φυσικό να γράφουν έτσι, κι ως πόσο είτανε σπουδής αποτέλεσμα. Ίσως κατά το συγγραφέα και κατά την πατρίδα του. Ζήτημα όμως δεν είναι πως από τότες εγκαινιάστηκε το σύστημα που μας τυραννεί ως τα σήμερα, να γράφουμε όσο γίνεται αρχαϊκά, κι όχι τη γλώσσα της εποχής μας.

Από τα χρόνια που άρχισε να ξεπέφτη το έθνος, έχασε και την πρωτοτυπία του, δηλ. την τέχνη να δουλεύη και να παράγη από δικές του πηγές. Σ' αυτή την κατάσταση απάνω κατέβηκαν οι Ρωμαίοι, και πασκίσανε να το ζωερέψουνε καθώς είδαμε, μα με ψόφιους τρόπους. Το φιλότιμό μας το ξύπνησαν, την ψυχή όμως την αφήσανε να κοιμάται. Η λαχτάρα της μεγαλωσύνης δεν έσωνε. Έπρεπε να είναι κ' η ψυχή ολοζώντανη και μεγάλη. Τι βλέπουμε το λοιπόν τότες; Όλα τα μεγάλα που έκαμναν οι αρχαίοι, εξόν τα μεγάλα τα κατορθώματα. Ένα είδος γαλβανισμός της μορφής, όχι όμως και της ψυχής. Μάλλους λόγους, έπαιρνε κ' έδινε η Μίμηση και τότες.

Η ψυχική αυτή αδυναμία, η λατρεία αυτή της μορφής, ρίζωσε ακόμα πιο βαθύτερα στην Αλεξάντρεια και στις άλλες Ελληνικές πολιτείες της Αφρικής και της Μικρασίας. Όσο μάλιστα για τη γλώσσα, από φυσικό κι αβίαστο όργανο της Ελληνικής ψυχής, κατάντησε, ψιλοδούλευτη τέχνη, με τους μύριους κανόνες της και με τις γραμματικές της. Γεμάτες οι Ελληνικές ιστορίες μας εγκώμια της κλασσικής χρωματιάς των τόπων εκείνωνε στους αιώνες που ιστορούμε. Όλη όμως την κλασσική αυτή χρωματιά την είχαν οι σπουδαγμένοι μονάχα. Ο κοινός λαός, αφού μάλιστα δεν είταν και καθάριος Ελληνικός, δεν φαίνεται μήτε φυσικό μήτε δυνατό να μιλούσε την αττική να πούμε του Αριστοφάνη. Καθιερώθηκε λοιπόν από τότες ένα είδος διγλωσσία, με το νάγραφαν οι Συγγραφέοι, όχι γλώσσα ανάλογη, με την Κοινή της Διαθήκης, — τη γλώσσα δηλ. περίπου που μιλιότανε στα Ελληνικά τα κέντρα, και που το κάτω κάτω χρησίμεψε και για το Χριστιανισμό, παρά είδος κλασσική, όσο γίνεται μελετημένη και σκαλισμένη.

Την αδυναμία αυτή την πήρε φυσικά μαζί του κι ο Βυζαντισμός, μαζί μάλλ' απομεινάρια της εθνικής μας ζωής. Ο Βυζαντισμός όμως, καθώς θα δούμε, δεν άργησε να τραβήξη δικό του ολότελα δρόμο, και να τους αφήση τους κλασσικούς να τον ακολουθάνε λαχανιασμένοι, ψέλνοντας του αρχαϊκές ιστορίες και ρητορικές. Και μόνο σαν ξεψύχησε η πεντάψυχη δύναμή του αιώνες κ' αιώνες κατόπι, ξαναπήραν απάνω τους οι μιμητάδες των αρχαίων.

Αν το έθνος μας είχε βάρβαρα περασμένα, αν ο πολιτισμός του είτανε σύχρονος κι όχι τραβηγμένος από πηγάδια παλαιικά, η διγλωσσία δε θάπιανε τους καιρούς εκείνους. Θα μιλούσε και θάγραφε κατά τα παρόντα του, καθώς κάμνει όλος ο κόσμος. Μα οι δικοί μας, μια και στοχάζουνταν τίποτις, χρέος τους το θαρρούσανε να το στρώσουν κατά τον κανόνα τον περασμένο, τον ιερό, τον απαραβίαστο, αδιάφορο αν ερχότανε φυσικός, α ζούσε ή όχι.

Μ' άλλους λόγους, έχυσε εκείνη η αρχαιολατρεία ένα Σκολαστικισμό στο αίμα μας μέσα, που καταντάει να φαίνεται σήμερα σαν αγιάτρευτος. Να πούμε αλλοίθωροι, με τόνα το μάτι τριγύρω μας, τάλλο στηλωμένο στην αρχαιότητα πάντα. Σαν αγιάτρευτο πάθος είπαμε, λησμονώντας πως τέτοια πολλά μας τα γιατρεύει πια τώρα η Επιστήμη.

3) Καθαυτό το σύστημα του Αρείου είτανε φιλοσοφικό, κι όχι σοφιστικό. Σοφιστικός κι ανήθικος είταν ο τρόπος του, η πολιτική του. Μα και το σύστημα ψεύτικο καταντούσε, αφού δεν μπορούσε να μπη στην καρδιά του λαού. Αν ο σημερινός ο αιώνας με τα πιο ξαπλωμένα του φώτα τάκαμε λογικά και φυσικά αυτά τα προχωρημένα θρησκευτικά συστήματα σε μερικούς τόπους, τους χρόνους εκείνους όμως, καθώς και σήμερ' ακόμα σε πάμπολλα έθνη, καταντούνε βλαβερά κι ολέθρια, επειδή όσο και να φιλοσοφήσουνε μερικοί, μια και ζη σε χαμηλότερα στρώματα ο λαός, μήτε τη Θεότητα του Χριστού μήτε τάλλα συστατικά της Θρησκείας δεν μπορεί να φυλάξη, όταν ακούγη στην Εκκλησιά του μεταφυσικές ερμηνείες.

Ζήτησε ο Άρειος να την αρμηνέψη τη θρησκεία σα να είταν οι Χριστιανοί του καιρού του προχωρημένοι καθώς οι σημερινοί Αγγλοσαξόνοι. Τα πρεσβεύουν τα παρόμοια οι αγγλοσαξόνοι σήμερα· μα έχουν και τέτοια μόρφωση, που και τη θεότητα του Σωτήρα να μην πιστέψουν, πάλε σέβουνται τις θείες αλήθειες του. Ανίσως και νικούσε ο Αρειανισμός μέσα στην κοινωνία εκείνη και μας συνέπαιρνε, Κύριος οίδε τι Θεό θα λατρεύαμε σήμερα! Αυτά ο Άρειος δεν τάβλεπε, μήτε του σύφερε να τα βλέπη. Ο Αθανάσιος όμως τα είδε, τα διάκρινε, τα μελέτησε, και τα πολέμησε καθώς πολεμάει κάθε μεγάλος άνθρωπος που έχει να φανερώση μια αλήθεια στον κόσμο.

4) Σ' εκείνη περίπου την εποχή έτρεξε και τακόλουθο νόστιμο. Είχε τιμήσει ο Θεοδόσιος το γιο του τον Αρκάδιο με τον τίτλο Αύγουστος. Σύγκαιρα τον έβαλε και παρακάθισε σιμά του σε θρόνο, κ' έρχουνταν ο λαός και τους πρόσπεφτε. Ήρθε τότε κι ο Επίσκοπος του Ικονίου, προσκύνησε με σεβασμό τον Αυτοκράτορα, έπειτα πήγε και χάδεψε τον Αρκάδιο, σα να πούμε μικρό παιδί. Παρατηρήσαντας ο Βασιλέας αυτό το φέρσιμο, προστάζει αμέσως να διώξουν το χωριάτη τον ιερέα. Εκεί όμως που τον σκουντούσαν οι φύλακες να τον πετάξουν όξω, φωνάζει ο Δεσπότης του Ικονίου και λέει· «Έτσι, Βασιλέα μου, θα παιδευτούν από τον Ύψιστο κι όσοι καμώνουνται. πως λατρεύουν τον Πατέρα, δε δοξάζουν όμως εξίσου και τον Υιό του». Κατέβηκε τότες από το θρόνο ο Θεοδόσιος κι αγκάλιασε το Δεσπότη.

5) Και δεν είτανε μονάχα από το εμπόριο της, μα είχε ο τόπος, καθώς αλλού θα δούμε, και βιομηχανία σημαντική, και χρυσωρυχεία, π. χ. στη Θράκη. Αιώνες κ' αιώνες κυκλοφορούσε η Βυζαντινή η μονέδα σ' όλην την Ευρώπη. Άξιζε τότες το μάλαμα προς τασήμι, όσο ένα προς δεκατεσσεράμιση περίπου.

6) Νίψον ανομήματα, μη μόναν όψιν.

7) Σ' έναν απ' αυτούς τους νάρθηκες είταν το μικρό το βαφτιστήρι, ανοιχτό πάντα για τα καθημερνά τα βαφτήσια. Το μεγάλο το βαφτιστήρι είτανε στην έξω την αυλή, κι άνοιγε μονάχα Μέγα Σαββάτο και Θεοφάνεια για τους κατηχουμένους.

8) Στο κάθε πλιθάρι είχε χαραγμένη επιγραφή κ' έλεγε « Ο Θεός εν μέσω αυτής και ου σαλευθήσεται» (Ψαλμ.).

9) Άλλες μερικές περιγραφές της βυζαντινής ζωής φυλαχτήκανε για κατοπινούς τόμους.

End of Project Gutenberg's Romiosini's History, by Argyris Eftaliotis