Το κατόρθωμα τούτο του Κάλλιστου ταποτέλειωσε ο Σύριος ο Ωδέναθος που τους έσπασε στα γερά καθώς γύριζαν. Τον τίμησαν κι αυτόν οι Ρωμαίοι και τον έκαμαν Καίσαρα.
Είταν ο Ωδέναθος αυτός από την Παλμύρα. Κ' έτσι τόνομά του μας φέρνει στην περιξάκουστη εκείνη πόλη, χτισμένη κι αυτή από χέρια Ελληνικά, που καταμεσής στην έρημο της Αραβίας έλαμπε σαν αστέρι. Εκεί βασίλεψε η περίφημη η Ζηνοβία σαν απέθανε ο Ωδέναθος, και πρέπει να της χαρίσουμε μερικές αράδες, και για χάρη της, πιο πολύ όμως για χάρη του μεγάλου μας του Λογγίνου, που μέσα στης Παλμύρας τα φοινικόδεντρα βρήκε τον ηρωικό θάνατό του.
Η Ζηνοβία, φιλοδοξία της είτανε, καθώς φαίνεται, να ζευγαρώνη κι αυτή τον Ασιατισμό με τον Ελληνισμό, σαν πούκαμνε μια φορά ο Αλέξαντρος. Ως και τα φορέματά της, λέγουν, είτανε μισά Ελληνικά μισά Ασιατικά. Στα παλάτια της μιλιούνταν κ' οι δύο οι γλώσσες, ντόπια κ' Ελληνική. Η Πρωτεύουσα της φεγγοβολούσε μ' Ελληνόχτιστα μνημεία. Και τέλος συβουλάτορά της κ' υπουργό της είχε το σοφό λογοτεχνίτη το Λογγίνο. Στους καιρούς του Κλαυδίου (268 — 270 μ. Χ.) κατώρθωσε να κρατήση όλη τη Συρία αποκάτω της. Μα και κατά την Αφρική προχώρησε και τη Μικρασία όλη ενεργούσε να πάρη μέσα στο Κράτος της. Της τα χάλασε όμως ο Αυρηλιανός στα 270 μ. Χ. Νικήθηκαν τότες τα στρατέματά της απανωτά από το Ρωμαίο, τραβηχτήκανε στη Συρία, ήρθε τέλος η μεγάλη μάχη της Έμεσας, και σαν τσακίστηκε καλά εκεί πέρα, άλλο δεν της έμνησκε παρά να κλειστή στην Παλμύρα. Την Παλμύρα την πολιόρκησαν οι Ρωμαίοι με μεγάλους αγώνες και δυσκολίες μέσα στην ερημιά. Αντιστάθηκε η βασίλισσα με κάμποσο πείσμα, μα τέλος έπεσε η Παλμύρα. Φέρνουνε τη Ζηνοβία σκλάβα στο στρατόπεδο του Αυρηλιανού. Βλέποντας αυτή ομπροστά της τόσους Ρωμαίους με τις φοβερές τους αρματωσιές, ακούγοντας και τις άγριες φωνές τους, την πιάνει τρόμος και φόβος· λησμονεί όλο της τον Ελληνισμό, και για να γλυτώση την κακορρίζικη ζωή της τα φορτώνει όλα στον ταλαίπωρο το Λογγίνο! Θανατώνεται λοιπόν ο Λογγίνος μαζί με μερικούς άλλους πιστούς της, και μήτε λόγο δεν ξεστόμισε ο γενναιόκαρδος ο φιλόσοφος εναντίο της Βασίλισσας, παρά όλο και βεβαίωνε τις ψεύτικες αβανιές της να τηνέ γλυτώση. Και δίχως παράπονο, παρά με θάρρος σταλήθεια Σωκρατικό, έλαβε τη θανατική καταδίκη του.
Τέτοιες περίπου είταν εκείνες οι κοινωνίες. Ένα είδος Ελληνισμός τις χρωμάτιζε, άλλες βαθύτερα, άλλες ανοιχτότερα. Κάθε πράμα Ελληνικό είτανε στα μέρη εκείνα του συρμού, καθώς σήμερα σε μερικούς τόπους κάθε πράμα Γαλλικό, και κάτι παραπάνω, αφού σε πολλές απ' αυτές τις χώρες οι κάτοικοι είταν κ' Έλληνες. Καθώς είδαμε όμως, δίχως και με βαθιόρριζα Ελληνικά φρονήματα. Δέντρα ξαναφυτεμένα σε ξένα κλίματα. Πρόκοβαν ώσπου νανθοβολήσουν, καρπό όμως δεν έβγαζαν. Ή, να πάρουμε πιο πρόστυχη, μα και πιο ταιριαστή παρομοίωση, ο Ελληνισμός εκείνος είτανε μουνουχισμένος. Τούλειπε η αντρίκια η δύναμη που γεννάει καινούρια ζωή, και κυριεύει κόσμο. Τούλειπε η πολιτική η ενέργεια, ο πατριωτισμός. Έγραφαν Αττικά οι σοφοί του, μελετούσαν οι επιστήμονές του, ψιλοδούλευαν οι τεχνίτες του, λαλούσαν οι ρητόροι του, μα το κάτι εκείνο που συχνά ταναφέραμε παραπάνω, όσο έλειπε από την Ελλάδα, άλλο τόσο έλειπε κι από την Ανατολή. Είναι αλήθεια πως στην Ανατολή βρίσκουμε πιώτερη σοβαρότητα και κάπως λιγώτερη σοφιστική. Μα η ψυχή πάντα έλειπε. Έθνος Ελληνικό μ' εθνικές ιδέες και μ' εθνικούς σκοπούς σε τέτοια βάση απάνω να ξανασταθή δεν μπορούσε. Η σωστή η βάση βρέθηκε λίγο αργότερα. Πριν όμως να ωριμάσουν τα πράματα για το έργο του Κωσταντίνου, έπρεπε πρώτα να δυναμώση ο Χριστιανισμός, ο πατέρας του νέου Κόσμου, του νέου Πολιτισμού, αυτός που την πήρε όλη εκείνη την ελληνόπλαστη μάζα και την έκαμε δική του περιουσία, — ο Χριστιανισμός που κηρύχτηκε με την Ελληνική γλώσσα και θεμελιώθηκε μ' Ελληνική σοφία.
10 Ο Χριστιανισμός
Οι καιροί που ιστορήσαμε ως τα τώρα είτανε μεγάλο μέρος Χριστιανικοί. Χριστιανικοί όμως, όσο μπορεί άνθρωπος να πη τη χαραυγή μέρα. Ο αρχαίος κόσμος ψυχορραγούσε, και δίπλα του γλυκοσπαρταρούσε ο νέος ο κόσμος. Όσα δηγηθήκαμε παραπάνω μας έδειξαν του αρχαίου κόσμου την όψη. Τι λογής όψη την είχε ο Χριστιανικός ο κόσμος, αυτό πρέπει κ' είναι ανάγκη να παραστήσουμε, για να νοιωστή πιο τελειότερα ο διπλός δοξασμός της Χριστιανοσύνης και της Ρωμιοσύνης, που εγκαινιάστηκε από το Μεγάλο τον Κωσταντίνο.
Το υλικό που διάλεξε ο Κωσταντίνος για να θεμελιώση το μεγάλο του Κράτος είτανε δυνατό και γερό, όσο γερό και δυνατό μπορούσε να το κάμη φυλή σαν την Ελληνική, κι ας είταν και ξεπεσμένη. Μα καιρός είναι να μελετήσουμε και τη θεία δύναμη που μεταχειρίστηκε για να δέση το τρανό του χτίριο, και να βαστάξη ενωμένα στοιχεία που μένανε σκόρπια κι ακράτητα σα μαρμαρόπετρες από γκρεμισμένα παλάτια. Και δίχως να πελαγώνουμε σε θρησκευτικά θέματα ξένα με το σκοπό μας, νακολουθήσουμε το δρόμο που πήρανε, τη δύναμη και τη χάρη που ξάπλωσαν του Χριστού τα ιερά τα λόγια.
Ως πόσο η Ελληνική γλώσσα από τη μια, κι ως πόσο από την άλλη ο πολιτικός οργανισμός της Ρώμης κάμανε να ξαπλωθή αυτή η δύναμη κ' η χάρη, δεν είναι μήτ' αυτό της δουλειάς μας. Σώνει να παραδεχτούμε πως και τα δυο τα στοιχεία δουλέψαμε για το μεγάλο σκοπό. Σώνει νανιστορούμε πως ο Παύλος, ο μεγάλος εκείνος εξηγητής κ' εφαρμοστής της νέας θρησκείας, και στην Ελληνική γλώσσα δίδασκε, μα και πολίτης Ρωμαίος είτανε.
Όσο όμως και να κρατηθή άνθρωπος από το φόβο να μην πέση στης εθνικής φιλοτιμίας τα δίκτυα, δεν μπορεί και να μην το στοχαστή πως το στοιχείο που απ' όλα πιώτερο έθρεψε την ιερή εκείνη φλόγα είταν το στοιχείο το Ελληνικό. Ως κ' η γη που πρωτόλαμψε αυτή η φλόγα είταν ελληνισμένη γη, καθώς είδαμε. Καταστόλιστη όλη η Ανατολή με σκόρπιους Ελληνικούς θησαυρούς, τους θησαυρούς που μαγεύουν και κυριεύουν το νου, όχι τους υλικούς. Πώς μπορούσε λοιπόν ο Χριστιανισμός, η φιλοσοφική αυτή η θρησκεία, η θρησκευτική η φιλοσοφία, να μην την ασπαστή την Ελληνική γλώσσα, τον Ελληνικό νου, και να μην τα κάμη δικά της; Δική της έγινε κ' γλώσσα, δικοί της και πάμπολλοι από τους διανοητικούς αρχηγούς των καιρών εκείνων. Έλληνες το λοιπόν, ή το πολύ ελληνισμένοι Ιουδαίοι είταν οι πρώτοι στύλοι της νέας θρησκείας, οι πρώτοι της «διάκονοι». Ελληνισμένος Ιουδαίος κι ο Παύλος, ο πρώτος των πρώτων Αποστόλων ο μετανοημένος ο Φαρισαίος, ο αμετανόητος, ο ηρωικός ο Χριστιανός. Ελληνόγλωσσοι κ' οι άλλοι οι Απόστολοι. Ως κ' οι Χριστιανικές αποικίες που συστηθήκαμε πρώτα πρώτα στη Δύση, ως και κείνες Ελληνικές.
Πρωτόπεσε φυσικά ο θεϊκός ο σπόρος στην Παλαιστίνη και στη Συρία. Έτρεχε ο κόσμος νακούση το νέο κήρυγμα και πίστευε. Συστήθηκαν αμέσως τρεις Εκκλησίες. Της Δαμασκός, της Βερροίας (Χαλεπιού), και της Αντιόχειας. Μα δεν άργησε να ξαπλωθή και σ' όλη τη Μικρασία το νιοφανέρωτο φως, και σε λίγα χρόνια μέσα βλέπουμε και λαμπροφέγγουν οι περίφημες οι εφτά Εκκλησίες. Έφεσο, Σμύρνη, Πέργαμο, Φιλαδέλφεια, Λαοδίκεια, Θυάτειρα, Σάρδες. Και δεν έμεινε μήτ' εκεί το μεγάλο φαινόμενο, που σαν αναλαμπή θαρρείς και συνεπήρε κάθε χώρα πολιτισμένη. Στα νησιά του Αιγαίου, στην Αφρική, στη Μακεδονία και Θράκη, στην καθαυτό Ελλάδα, παντού ξαπλώνεται, παντού γλυκοφέγγει. Σα να είτανε βαριεστημένος ο κόσμος από τα δυστυχήματα κι από Θεούς που δεν τον παρηγορούσαν, και πιάστηκε από την αγάπη του Χριστού με την ίδια τη λαχτάρα που αγκαλιάζει μισοπνιγμένος πλεούμενο ξύλο.
Ζητήσανε στην αρχή να φυλάξουν τη νέα θρησκεία μέσα στην Ιουδαία μονάχα, και να κλείσουν απέξω τους ξένους. Μα ο δυνατόγνωμος Παύλος γλήγορα τις έσπασε τις φαρισαϊκές αυτές αλυσίδες κι ακολουθώντας τα θεϊκά λόγια «πορεύου, ότι εγώ εις έθνη μακράν εξαποστελώ σε», πρώτος έκαμε το Χριστιανισμό παγκόσμιο χτήμα και παγκόσμια σωτηρία. Άκουγαν το κήρυγμά του οι αποσταμένοι λαοί κι αναγάλλιαζαν. Πρώτη φορά αντιλαλούσανε στη γης τέτοιες παρηγορητικές διδαχές, τέτοια βαλσαμωτικά λόγια· πρώτη φορά γλυκοχάραζε στον ανθρώπινο νου η ιδέα της αγάπης, της ισότητας και της ουρανόσταλτης χαράς.
Μόλις τάκουσε ο Παύλος τα θεϊκά εκείνα λόγια κι άρχισε μακρινά ταξίδια και πολυβάσανα. Δεν άφησε μήτε Συρία, μήτε Αραβία, μήτε Κύπρο και Μικρασία. Έστηνε Εκκλησίες και πήγαινε. Τέλος ανέβηκε και στη Μακεδονία. Η Θεσσαλονίκη και μερικές άλλες Μακεδονικές πολιτείες είταν τα πιο σημαντικά του κέντρα στα μέρη εκείνα. Οι μεγάλοι κι οι ανακατεμένοι πληθυσμοί τους την τραβούσανε την ακούραστη του ψυχή. Έτρεχαν και τον άκουγαν Ιουδαίοι κ' Έλληνες, άντρες και γυναίκες, και βαφτίζουνταν όσοι πίστευαν. Όσοι όμως από τους πατριώτες του τους Ιουδαίους δεν πίστεψαν, κ' είταν πολλοί, αυτοί πικρά μαρτύρια του προξενήσανε με σκληρούς κατατρεγμούς, και θάμα είναι πώς το κατώρθωσε και ξέφυγε από τη φυλακή που τον είχανε ρίξει στους Φιλίππους αφού τον έδειραν. Από τη Μακεδονία κατέβηκε έπειτα στην Αθήνα. Στην Αθήνα Ιουδαίους πολλούς δε βρήκε· βρήκε όμως σοφούς και ρητόρους. Εκεί, στον Άρειο Πάγο, τους απαγγέλνει τον περίφημο εκείνο το λόγο του. Τους ξήγησε ποιος είνε ο Άγνωστος Θεός που του είχανε τόσους αιώνες στημένο Ναό, και δεν τονέ γνώριζαν. Εδώ τον Παύλο δεν τονέ βασάνισαν· δεν τον άκουσαν όμως και μ' ενθουσιασμό, μόνε ψυχρά και δύσπιστα οι πιώτεροι. Ο Αθηναίικος ο νους τέτοιες διδαχές δεν τις σήκωνε. Μίσεψε λοιπόν αποκείθε και πήγε στην Κόρινθο.
Η Κόρινθο, εμπορική πόλη, είταν τότες γεμάτη ξένους, και μάλιστα Ιουδαίους. Πήγαινε λοιπόν κατά τη συνήθεια του τα Σάββατα κι αντάμωνε τους πατριώτες του στα Συναγώγια και τους δίδασκε την καινούρια πίστη. Δεν τονέ δέχτηκαν όμως μηδ' αυτοί φιλικώτερα από τους Εβραίους της Μακεδονίας. Τότες ο Παύλος άρχισε και δίδασκε τους δικούς μας. Οι Ιουδαίοι ως τόσο δεν τον άφιναν ήσυχο μηδέ τώρα, παρά πήγανε στον Ανθύπατο της Αχαΐας το Γαλλίωνα, και κατηγόρησαν τον Παύλο πως πολεμούσε να φέρη καινούργιο Θεό. Ο Ρωμαίος όμως αρνήθηκε νανακατευτή σε ζητήματα κατά τη γνώμη του καθάρια δογματικά· πολιτική που πολύν καιρό την ακολούθησαν οι Ρωμαίοι, μη βλέποντας άλλο στο νέο κήρυγμα παρά άβλαβα Ιουδαϊκά ψιλολόγια.
Αφού προσηλύτισε κάμποσους ο Παύλος στην Κόρινθο, αφίνει τη θέση του στον Απολλώ, άλλο Ιουδαίο Χριστιανό, και μεταγυρίζει στην Ασία. Μα δεν την αλησμόνησε την Ελλάδα, μόνο ξαναφάνηκε πάλι· κι ακόμα σα δεν μπορούσε ατός του να ξανάρχεται έστελνε τον αγαπημένο του Τιμόθεο. Οι επιστολές του «Προς Κορινθίους» μας φανερώνουν πόση αγάπη τους είχε ο Παύλος και πόσο τους νοιάζουνταν πάντα. Μα και κάτι άλλο μας φανερώνουν οι επιστολές εκείνες· την τρομαχτική κακοήθεια, την ηθική παραλυσία που βασίλευε στη ρωμαϊσμένη την Κόρινθο. Κι ως τόσο σαν πατέρας ο Παύλος τους έγραφε και τους καθοδήγευε· «Τι θέλετε», τους ρωτούσε· «να σας έρθω με το ραβδί, ή με αγάπη και με πραοσύνη;» τέτοια τρυφερή συμπάθεια, τέτοια μακροθυμία την είχε ο μεγάλος του νους.
Αλλού πάλι τους δηγάται πονετικά τα μύρια βάσανα που για την αγάπη του Χρίστου υπόφερε κ' υποφέρνει. Τα δαρσίματα, τους φυλακισμούς, τα ναυάγια, και τελειώνει την αμίμητη εκείνη περίοδό του με το περίφημο, «Ποιος αρρωστάει και δεν αρρωστώ; ποιος σκανταλίζεται κ' εγώ δεν πυρώνω; Αν πρέπη να παινιέμαι, για την αδυναμία μου θα παινεθώ».
Είταν ο Παύλος θεόσταλτος άνθρωπος παραγγελμένος να θεμελιώση θρησκεία θεόσταλτη. Δίχως το Παύλο και τους οπαδούς του, σα δύσκολο φαίνεται να κρίνουμε τι δρόμο θάπαιρνε ο Χριστιανισμός.
Ως τα σωθικά της Ασίας από τη μια, ως την Ισπανία από την άλλη αντιλάλησε το μήνυμα του Χριστού. Και το πιο αξιοπαρατήρητο, που ευκολώτερα έπιασε το καινούριο κήρυγμα σε τόπους νεοσύστατους και νεοαλλαγμένους, καθώς είταν οι ελληνισμένες χώρες της Μικρασίας, παρά σε παλιούς και μισοσκουριασμένους σαν την καθαυτό την Ελλάδα· πράμα που το παρατηρούμε και σήμερα, που πιο γλήγορα ξαπλώνουνται νέες ιδέες στην Αμερική να πούμε, και στις Εγγλέζικες αποικίες παρά στη γερασμένη την Ευρώπη. Μα δεν πρέπει και να θαρρέψουμε πως άνθιζε πουθενά ολομόναχος ο Χριστιανισμός. Τους πρώτους δυο τρεις αιώνες τονέ βλέπουμε, σκορπισμένο σαν είδος αίρεση. Σε κάθε δηλαδή χώρα έχουμε κ' ένα μερίδιο Χριστιανούς, αλλού πιώτερους, αλλού λιγώτερους. Οι πιώτεροι απαντιούνται στην Αλεξάντρεια, στην Καισάρεια, στην Αντιόχεια, στη Θεσσαλονίκη· εκεί που γενήκανε δα κ' οι μεγαλήτεροι οι κατατρεγμοί, τα μαρτύρια του τρίτου αιώνα, που και κείνα μας αποδείχνουν πόσο λιγώτεροι πρέπει να είταν ακόμα οι Χριστιανοί από τους Εθνικούς. Λιγώτεροι, μα που όλο πλήθαιναν, όλο δυνάμωναν, και που πηγαίνανε μαζί τους οι φρονιμώτεροι, οι πιο νοικοκυρεμένοι, αφού ταρχαία συστήματα μήτε ψυχική θροφή πια καμιά μήτε ηθική προστασία δεν τους δίνανε.
Μα και κάτι άλλο χρησίμεψε να τους χριστιανέψη τους καλλίτερους. Ο δημοκρατικός οργανισμός που παραδέχτηκε η Εκκλησία τους πρώτους αιώνες. Σα να τους θύμιζε τους δύστυχους τα παλιά τους αυτό το σύστημα. Σα να τους έταζε τη χαμένη τους λευτεριά. Πρώτο, που οι μαζωμοί τους ονομάζουνταν Εκκλησίες, καθώς τα πρώτα. Αυτές οι Εκκλησίες όριζαν Πρεσβύτερους που τους φροντίζανε τα κοινά· λίγο κατόπι, σαν πλήθυναν οι Πρεσβύτεροι, έβαλαν κ' Επισκόπους, όνομα κι αυτό από αρχαϊκές πολιτείες παρμένο· και τότες οι Πρεσβύτεροι κατάντησαν κοινοί Κληρικοί, κ' οι Επίσκοποι αρχηγοί τους. Όλοι οι άλλοι είτανε Λαϊκοί. Ο κλήρος λοιπόν είχε την κυβέρνηση όλου του ποιμνίου. Ως και δικαστικά χρέη έκαμναν, επειδή τάτρεμαν οι Χριστιανοί τα Εθνικά δικαστήρια. Και καθώς αργότερα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, έτσι και σ' αυτούς τους πρώτους αιώνες η Εκκλησία είταν είδος ντόπια διοίκηση μέσα σε ξένη διοίκηση· λευτεριά μέσα στην αγκαλιά της σκλαβιάς. Τι παράξενο λοιπόν αν την προτιμούσαν οι φρόνιμοι τη Χριστιανωσύνη;
Κατά τα τέλη του δεύτερου αιώνα συστήθηκε και Σύνοδο σε κάθε επαρχία, μέτρο απαραίτητο κι αυτό από το μεγάλο ξάπλωμα του Χριστιανισμού. Κάθε άνοιξη λοιπόν και κάθε χυνόπωρο μαζεύουνταν εκεί οι Επίσκοποι κ' έβαζαν τους Κανόνες, που χρέος είχαν οι πιστοί να τους φυλάγουν. Κατόπι πάλε η μια Σύνοδο άρχισε να συναγροικιέται με την άλλη, κ' έτσι κατάντησε σταλήθεια είδος Ομοσπονδία. Έπειτα κ' ένα άλλο· μερικές από τις πολιτείες γενήκανε «Μητροπόλεις», κέντρα δηλαδή που οι Επίσκοποι τους είταν ανώτεροι από τους Επαρχιακούς Επισκόπους. Όσες πάλι «Μητροπόλεις» δοξάστηκαν από πολλούς μαρτύρους κι άγιους, είχαν και μεγαλήτερο πληθυσμό, προβιβάστηκαν ακόμα πιο απάνω κ' έγιναν Αποστολικές Εκκλησίες. Τέτοιες είταν η Ρώμη, τα Ιεροσόλυμα, η Αντιόχεια, η Αλεξάντρεια, η Έφεσο κ' η Κόρινθο.
Έχουμε λοιπόν Εκκλησία του Δήμου (τους λαϊκούς), Βουλή (τους Πρεσβύτερους), «Άρχοντας» (τους Επισκόπους), τέλος έχουμε και την «Ομοσπονδία» με τα «Συνέδρια» της. Έναν έναν έπαιρναν τους παλιούς τύπους και τους κολνούσανε στις Χριστιανικές αυτές Κοινότητες. Κάθε Ελληνικό που κατάντησε αργό στα πιώτερα μέρη εξαιτίας της ξενοκρατίας, το πήρε ο Χριστιανισμός και το γλύτωσε από το χαμό. Κι όχι μονάχα πολιτικούς τύπους, παρά και φιλοσοφικούς και φιλολογικούς, καθώς είδαμε, και θα ξαναδούμε λίγο κατόπι.
Εννοείται πως δημοκρατικοί τύποι δεν πάνε να πουν και δημοκρατική ουσία. Η ουσία είταν ολιγαρχική. Στη Ρώμη μάλιστα πήρε αμέσως ιεραρχικό δρόμο η θρησκεία, και δεν άργησε να καταντήση απόλυτη μοναρχική καθώς μένει ως τα τώρα, επειδή στα δυτικά τα κεφάλια πιώτερο ταίριαζε τέτοιο σύστημα. Όσο όμως κι αν άλλαξε κατόπι η δημοκρατική χρωματωσιά και της δικής μας Εκκλησίας, όσο κι αν γύρισε ολιγαρχική, ή καλλίτερα «δεσποτάδικη», οι τύποι κ' οι συνήθειες μνήσκουν ακόμα σαν πρώτα, κ' είναι μα την αλήθεια ιερό μουσείο του παλαιικού μας πολιτισμού ο Εκκλησιαστικός μας οργανισμός.
Είπαμε για τη Ρώμη, για τη Δύση. Στη Δύση όμως δεν ανακατεύτηκε το εθνικό, δηλαδή το πατριωτικό στοιχείο με το θρησκευτικό. Εκεί τον πήρανε το Χριστιανισμό σαν απλή θρησκεία, τον έκαμαν ιεραρχικό, τονέ γύρισαν όργανο πολιτισμού κ' εξουσίας, και τίποτις πιώτερο. Εμείς όμως τον κάμαμε κι αποθήκη για όσα λαμπρά απομεινάρια μπορέσαμε και μαζέψαμε από το γκρεμισμένο μας έθνος. Πολιτικά συστήματα, γλώσσα, μουσική, ρητορική — ως και τη σοφιστική μας φέραμε και μας βοήθησε στους δογματικούς πολέμους που ξέσπασαν κατόπι. Έγινε το λοιπόν εξανάγκης η θρησκεία μας εθνική, και τέτοια μνήσκει ως τα τώρα.
Ο μεγάλος εκείνος ο δρόμος που πήρε το καινούριο το κίνημα ανάμεσα σε τόσα ετοιμόπεφτα και μισοζώντανα συστήματα της αρχαίας ζωής δεν μπορούσε να μείνη κι ως το τέλος ομαλός κι ανεμπόδιστος. Όσο και να πηγαίνανε με την καινούρια πίστη οι φρονιμώτεροι, έμνησκαν ακόμα στα «καθεστώτα» οι πιώτεροι, μάλιστα όσοι ή ζούσαν από την Κυβέρνηση και λογάριαζαν το συφέρο τους, ή είτανε βουτηγμένοι στη παραλυσία, και δεν τους άρεζε ναφίνουν τις ηδονές τους. Μέρος βέβαια, και μάλιστα οι καθαυτό Έλληνες, πρέπει να φύλαγαν ακόμα μέσα στην ψυχή τους και την παλιά ευλάβεια· μα αν έμνησκε σε τέτοιους η τύχη μας δε θα παθαίναμε μήτε τα μισά που μας περιμένανε στο τέλος του τρίτου αιώνα.
Κι απ' όλα το χερώτερο, που οι Ρωμαίοι, που τόσους χρόνους αψηφούσαν τη νέα θρησκεία και την άφιναν απείραγη, βλέποντας άξαφνα τέτοια δύναμη να ξαπλώνεται σε Ασία κ' Ευρώπη, τέτοιον κύκλο μέσα στον κύκλο τους, δεν μπορούσαν πια να κάθουνται και να τη βλέπουν αδιάφορα τη Χριστιανική την πλημμύρα. Βρήκε λοιπόν η κακορρίζικη ζούλια των Εθνικών προστάτη και σύμμαχό της την πιο κακορρίζικη πολιτική τω Ρωμαίων, κι άναψε αμέσως η φοβερή η φωτιά, άρχισαν οι μεγάλοι κατατρεγμοί.
Είχε ο Νέρωνας, είναι αλήθεια, δοσμένο το καλό παράδειγμα από τα 64 μ. Χ., τότες που φόρτωσε στη ράχη τω χριστιανών τη μεγάλη φωτιά της Ρώμης, που ο ίδιος την έβαλε. Έπεσαν τότες θύματα του πολλά, κ' ίσως μαζί τους οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος (66 μ. Χ.). Έγινε κάποιος καταδιωγμός και στου Δομιτιανού τον καιρό (81 — 96 μ. Χ.). Μα το μεγάλο το κακό άρχισε αργότερα, τότες που, καθώς είπαμε, το κατάλαβαν οι Ρωμαίοι πως η Χριστιανωσύνη έσκαβε τα θέμελα του παλιού, του κόσμου. Μακρινή σειρά βασανισμοί και μαρτύρια είναι τα χρόνια του Δέκιου (249 — 251) και του Αυρηλιανού (270 — 275). Την κορώνα ως τόσο στο φριχτό εκείνο δράμα τη θέτει ο μεγάλος κατατρεγμός των καιρών του Διοκλητιανού (284). Είχαν τότες καταντήσει τόσο δυνατοί οι Χριστιανοί που άρχιζαν και στ' ανοιχτά να τους φοβερίζουν τους Εθνικούς, και να προφητεύουν πως μετρημένες πια είναι οι μέρες τους. Ακούγοντας τέτοιες φοβέρες οι Εθνικοί σηκώνουνται στο ποδάρι, τρέχουνε στο Διοκλητιανό, και φωνάζουνε να ξολοθρευτή και καλά ο Χριστιανισμός. Ο Διοκλητιανός, όσο αντίχριστος κι αν είτανε, δεν αποκοτούσε να κάμη τέτοιο ανοσιούργημα. Ο γαμπρός του όμως, ο αιμοβόρος Γαλέριος, τον κατάφερε είχε δεν είχε να ξεγράψη την καινούρια θρησκεία. Βρίσκουνταν τότες η Ρωμαϊκή «Αυλή» στη Νικομήδεια. Και τις 23 του Φλεβάρη, στα 303, υπογράφεται η πρώτη προσταγή του κατατρεγμού.
Όλες οι Εκκλησιές να γκρεμιστούν· θάνατος σε όσους λειτουργούνται κρυφά· ιερά Βιβλία κι Άγιες Γραφές να καούνε· να δημευτούν οι περιουσίες των Εκκλησιών· κι όσοι επιμένουν κι αρνιούνται την αρχαία πίστη, να χάνουν τα πολιτικά δικαιώματα· και τέλος, τα Εθνικά δικαστήρια να δικάζουνε Χριστιανούς, οι Χριστιανοί όμως να μην μπορούνε να κινούν αγωγή για όσα υπόφερναν από Εθνικούς.
Την παραμονή της μέρας που ορίστηκε για να εφαρμοστή η φοβερή προσταγή, καθισμένος ο Διοκλητιανός κοντά σε παράθυρο του Παλατιού και κοιτάζοντας τη μεγάλη Εκκλησιά της Νικομήδειας, στημένη στ' αψηλότερο κι ωραιότερο μέρος της, συζητούσε με το Γαλέριο πώς να την ξολοθρέψουν την Εκκλησιά, μ' αξινάρια ή με φωτιά. Τηνέ φοβούνταν τη φωτιά οι Ρωμαίοι, μην τύχη και κάψη και τους άλλους μαζί. Ό,τι κι αν αποφασίστηκε στην ομιλία εκείνη, δούλεψε την αυριανή κ' η φωτιά και ταξινάρια. Τρέχει και σπάνει το πλήθος τις θύρες της Εκκλησιάς, χυμίζουνε μέσα, ορμούνε στο ιερό, αρπάζουνε Βαγγέλια και Γραφές και τα καίνε. Έρχεται κατόπι κι ο Ρωμαϊκός στρατός με παράταξη σα να είτανε μάχη, και σε μερικές ώρες γκρεμίζεται όλο το χτίριο.
Μέσα στη μανία εκείνη του όχλου, που λες και θεριά ξελύθηκαν κ' έτρεχαν από παντού, όχι μια, παρά τρεις πυρκαγιές άναψαν τότες στη Νικομήδεια. Φώναζε ο Γαλέριος πως οι Χριστιανοί τις έβαλαν, αποκρίνουνταν οι Χριστιανοί πως ο Γαλάριος έφταιγε. Το πιο πιθανό είναι πως τις έβαλαν όσοι είχαν όρεξη να κλέψουν και ναρπάξουν, κ' έγινε φυσικά αρπαγή μεγάλη, μάλιστα από τα σπίτια των κρυμμένων τω Χριστιανώνε.
Μπόρα διάβηκε το κακό από τόπο σε τόπο. Σ' ένα μέρος της Φρυγίας μάλιστα έγινε ό,τι έκαμαν οι Αραπότουρκοι του αιώνα μας στο Μελιδόνι της Κρήτης. Βρήκανε δηλαδή οι Εθνικοί όλους τους Χριστιανούς κλεισμένους στην Εκκλησιά τους, βάλανε φωτιά και τους κάψανε. Σε κάθε πόλη γιορτάστηκε βάρβαρη τελετή, να κατεβάζουν άμπωνες, τέμπλα, και καθετίς ξύλινο από τις Εκκλησιές, να τα καιν έξω στους δρόμους, κ' ύστερα να γκρεμίζουν τα χτίρια.
Μα όσο κι αν είταν άγρια και σκληρά τα μέτρα εκείνα, δε σώνανε να τους ξολοθρέψουν τους αμέτρητους πιστούς του τρίτου αιώνα. Φώναζε λοιπόν ο Γαλέριος, και συφωνούσαν οι δικοί του, πως χρειάζουνται πολύ πιο ριζικώτερα μέτρα. Άλλα λοιπόν τρία πιο φοβερώτερα ψηφίσματα τον αναγκάζουν το Διοκλητιανό κ' υπογράφει· εξορία, θάνατος, βασανιστήρια. Και γεμίζει ο κόσμος αίμα, και γεμίζει πόνους και στεναγμούς, τους στεναγμούς και τους πόνους τω Μαρτύρων. Ως κ' οι Ειδωλολάτρες κατάντησαν πια να τους σπλαχνιούνται τους ηρωικούς εκείνους τους μάρτυρες, που δεν είταν άντρες μονάχα, παρά και παιδιά και γυναίκες, όλοι αποφασισμένοι ναψηφίσουνε βασανιστήρια και θάνατο για την πίστη τους.
Τέτοια είταν η μεγάλη συφορά που πλάκωσε τους αγαθούς κι άβλαβους εκείνους διαλεγμένους του Χριστού, αυτούς που ζούσανε και δουλεύανε για την ειρηνικιά του θρησκεία. Σε τέτοια φριχτά, μαρτύρια ματοκυλιούνταν οι δύστυχοι, όσο που τέλος άρχισε να γλυκοχαράζη στον κόσμο εποχή διπλής σωτηρίας, θρησκευτικής κ' εθνικής, του Μεγάλου του Κωσταντίνου η κρίσιμη εποχή.
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
ΑΠΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ 323 — 337
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Πρωτοφαίνεται ο Μέγας Κωσταντίνος
Είναι ανάγκη, πριν προβάλη πρωταγωνιστής ο Κωσταντίνος, να ρίξουμε βιαστική ματιά σε μερικά χρόνια πριν, τότες που φανερώθηκε στη σκηνή μαζί με το Διοκλητιανό και τους διαδόχους του. Φαίνουνται σαν ξένα ιστορικά, μα είναι και χρειαζούμενα, αφού σε ξένα χώματα βρίσκεται η φύτρα του εθνικού ξαναγεννητή μας.
Ο Διοκλητιανός είταν από γεννήσιο του πρόστυχος άνθρωπος, μα πρόδεψε στο στρατό, κι από κει κατώρθωσε νανέβη ως το θρόνο. Αυτό στα 284. Δυο χρόνους κατόπι, βλέποντας πως δεν τα πρόφταινε όλα στ' απέραντο εκείνο το Ρωμαϊκό Κράτος, πήρε σύντροφο το Μαξιμιανό, κοινόν άνθρωπο κι αυτόν, όμως γενναίο και δραστήριο. Παίρνει ο Μαξιμιανός τις Δυτικές Επαρχίες και κάμνει πρωτεύουσα του το Μιλάνο. Ο Διοκλητιανός, καθώς είδαμε, έκαμε πρωτεύουσα του στην Ανατολή τη Νικομήδεια της Βιθυνίας.
Άλλα έξη χρόνια μάχητες, έννοιες και βάσανα, και παίρνουν πάλι ο καθένας κι απόνα βοηθό, δηλαδή Καίσαρα. Καίσαρας λοιπόν του Διοκλητιανού γίνεται ο γνωστός μας ο Γαλέριος από τη Δακία, άλλος τιποτένιος κι αυτός, και του Μαξιμιανού ο Κωστάντιος ο Χλωρός (επειδή κ' είταν κιτρινιάρης) από την Ιλλυρία. Αυτός είναι ο πατέρας του Κωσταντίνου. Πού γεννήθηκε ο Κωσταντίνος καλά καλά δεν το ξέρουμε. Άλλοι λένε στη Βιθυνία, κι άλλοι πιο αξιοπίστευτοι στη Μυσία, κατά τον Αίμο, στα 274. Όντας ακόμα ο Κωστάντιος απλός στρατηγός του Κλαυδίου, συγκατοικούσε με φτωχοπούλα (κόρη ταβερνάρη λένε πως είταν), κι αυτή είναι η περιξάκουστη μητέρα του Κωσταντίνου, η Ελένη. Κατόπι, σαν έγινε Καίσαρας ο Διοκλητιανός, τον αναγκάζει και χωρίζεται την Ελένη, και παίρνει γυναίκα του κάποια γενιά του Μαξιμιανού. Άφηκε τότες ο Χλωρός και τον Κωσταντίνο όμηρο του Διοκλητιανού.
Είταν ο Κωσταντίνος νέος αψηλόκορμος, ωραίος κι αντρίκιος. Και τόσο τονέ συμπάθησε ο Διοκλητιανός που τον έκαμε είδος παραστεκάμενό του. Ως και στις εκστρατείες μαζί του τον έπαιρνε. Και στην Αφρική λοιπόν παραβρέθηκε ο νέος ο Κωσταντίνος και στην Παλαιστίνη. Και σα στεκότανε δεξά του Διοκλητιανού, τον τηρούσε ο κόσμος και θάμαζε την παλικαρήσια κορμοστασιά του, την ώρια του όψη και τη βασιλική του μεγαλοφροσύνη. Δεν έτρεχε στις φλέβες του Κωσταντίνου μήτε Ρωμαϊκό αίμα μήτ' Ελληνικό, κι ως τόσο φεγγοβολούσαν απάνω του και Ρωμαϊκές κ' Ελληνικές χάρες, κι όχι κορμί μονάχα, μα και ψυχή. Τις ψυχικές αρετές του τις είδε ο κόσμος κατόπι, όταν έδειξε σιδερένια θέληση, ακλόνιστη πίστη στον εαυτό του κι ακούραστη ενέργεια Ρωμαίου Καταχτητή, μαζί με μεγάλους στοχασμούς, παγκόσμιες ιδέες, και σκοπούς βαθιούς και σημαντικούς ενός Αλεξάντρου. Αυτά όμως φάνηκαν αργότερα. Στη νιότη του ο Διοκλητιανός άλλο δεν τούβρισκε παρά βασιλική θεωρία, αντρειοσύνη και λεβεντιά, κι αυτά σώνανε για να τον κάμη Χιλίαρχό του. Τέτοια όμως τιμή στης φτωχοπούλας ταγώρι δεν μπορούσε να την καταπιή ο Γαλέριος. Τονέ μισούσε ο ζηλόφτονος Καίσαρας, και δεν τόκρυψε το φαρμάκι της όχτρητάς του.
Βασίλεψε η Τετραρχία αυτή ως είκοσι χρόνια, και θυμούμαστε από την Εισαγωγή ποιο είταν το μεγάλο κατόρθωμα του Διοκλητιανού. Παράλαβε όμως ο Διοκλητιανός από την Ασία κι άλλα κάμποσα βαρβαρικά συστήματα, αν κρίνουμε από τις ψεύτικες κατηγορίες που κόλλησε τω Συγκλητικών του για να τους θανατώση, από τις χρυσομέταξές του στολές, κι από το περίφημο πρόσταγμά του, όποιος του παρουσιάζεται να πέφτη χάμω και να τον προσκυνά.
Δεν τονέ γλύτωσαν αυτά όλα ως τόσο από το βαρεμό που τον έπιασε στα γεράματά του. Κ' έκαμε ίσως τη φρονιμώτερη πράξη της ζωής του σαν κατέβηκε από το θρόνο, σύγκαιρα με το Μαξιμιανό, κι αποκαταστάθηκε στης Δαλματίας τα Σάλωνα, καλλιεργώντας μεγάλο και σύδεντρο περιβόλι. Του κάκου πολέμησε κατόπι ο Μαξιμιανός να τον ξαναφέρη στα μεγαλεία της βασιλείας. «Νάβλεπες, του μήνησε, τα ωραία κρουμπιά μου, που με τα χέρια μου τάχω φυτεμένα, δε θα με παρακινούσες να την αφήσω τέτοια ζωή». Κ' έτσι έμεινε ο αμαρτωλός ο γέρος στα Σάλωνα ώσπου απέθανε στα 313.
Σαν τραβήχτηκαν οι δυο γέροι, απόμεινε φυσικά ο Γαλέριος κι ο Κωστάντιος ο Χλωρός, κ' έγιναν Αύγουστοι στα 305. Δεν περνάει όμως πολύς καιρός κι ο Γαλέριος θέλοντας και καλά να φανή πρώτος, διορίζει στη Νικομήδεια, δίχως να συναγροικηθή με τον Κωστάντιο, άλλους δυο Καίσαρες, τον πρόστυχο το Φλάβιο Σεβήρο, και τον ανιψιό του το Μαξιμίνο, που μήτ' αυτός παρακάτω δεν πήγαινε. Σάστισε ο κόσμος σαν είδε κι άκουσε αυτούς τους διορισμούς. Όλοι τον Κωσταντίνο προσμένανε να διοριστή, όλοι αυτόν κοιτάζανε. Θαρρέψανε μάλιστα πως λάθος έγινε και πως τον Κωσταντίνο εννοούσε ο Γαλέριος. Ο Γαλέριος όμως, παραμερίζοντας το λαοπόθητο Κωσταντίνο πήρε από το χέρι το Μαξιμίνο και τον κήρυξε Καίσαρα. Έβγαλε τότες ο Μαξιμίνος τα φτωχικά του φορέματα και ντύθηκε την Καισαρική τη στολή.
Άναψε ο Κωσταντίνος βλέποντας τέτοια ταπείνωση, μα ήξερε και να συγκρατιέται· ήξερε και να περιμένη δίχως ν' αλησμονή. Φεύγει από τη Νικομήδεια και σέρνει βορειοδυτικά να βρη τον πατέρα του. Τον ανταμώνει και τον ακολουθάει ως τη Βρεταννία. Πρωτεύουσά του είχε ο Κωστάντιος στη Βρεταννία τη Γυόρκη. Από κει πολεμούσε τους Πίχτους, εκεί τέλος απέθανε και στα 306. Ενθουσιασμένος ο στρατός με τον Κωσταντίνο, και για χάρη του πατέρα του που τους φέρθηκε πιο σπλαχνικά και πιο φιλάνθρωπα από το Διοκλητιανό και τους άλλους, τον εκλέγει Αύγουστο. Μόλις τάκουσε αυτό ο Γαλέριος και διορίζει αμέσως Αύγουστο το Σεβήρο και Πρωτοκαίσαρα το Μαξιμίνο. Το καταπίνει κι αυτό ο καρτερικός Κωσταντίνος και στέργει να μείνη δεύτερος Καίσαρας.
Εκεί απάνω στασιάζει κ' η Ρώμη (306). Οργισμένη που οι Αυτοκρατόροι της δε ζούσανε πια στα παλάτια της παρά πηγαίνανε και θρονιαζότανε στης Αυτοκρατορίας τα πέρατα, αφανισμένη από τους βαριούς φόρους του Γαλερίου και του Σεβήρου, κηρύττει κι αυτή δικό της Αύγουστο τον παράλυτο το Μαξέντιο, γιο του Μαξιμιανού, που είταν τώρα ξαναγυρισμένος στην εξουσία κι αυτός. Έχουμε λοιπόν πέντε Αυγούστους και Καισάρους αυτή την εποχή χωρίς τον Κωσταντίνο· Μαξιμιανό, Μαξέντιο, Γαλέριο, Σεβήρο, Μαξιμίνο. Γραμμένο τους και των πέντε να κάμουν τόπο του Κωσταντίνου.
Άρχισε, είναι αλήθεια, το στάδιο του ο Κωσταντίνος με τις βαρβαρικές συνήθειες των καιρών και των τόπων εκείνων. Όταν από τη Βρεταννία κατέβηκε στη Γαλλία και πολέμησε Φράγκους κι Αλαμανούς, και πανηγύριζε τις λαμπρές του νίκες, απάνω στη νεανική του παραφορά πρόσταξε να γίνη ξεφάντωμα σκληρό και ανωφέλευτο. Τι τάχα κέρδιζε βλέποντας δύστυχους Γερμανούς να σπαράζουνται από τα θεριά του θεάτρου του; Το μόνο που να πης είναι πως όσο και να μη βαστούσε από το Νέρωνα, λάτρευε όμως τους θεούς του ακόμα.
Πρώτος από τους πέντε αντιπάλους του βγαίνει από τη μέση ο Σεβήρος, που θανατώθηκε στη Ραβέννα (307) πολεμώντας το Μαξιμιανό και τα Μαξέντιο. Τρέμοντας τότες ο Μαξιμιανός το φοβερό το Γαλέριο συλλογιέται να κάμη τον Κωσταντίνο γαμπρό του για να τον έχη μαζί του, και του προξενεύει την αδελφή του τη Φάουστα. Δέχεται ο Κωσταντίνος και παίρνει γυναίκα του τη Φάουστα· αγκαλά και δίχως τέτοιο συνοικέσιο θάμνησκε ήσυχος ο γέρος ο Αύγουστος, επειδή άμα έμαθε ο Γαλέριος την τύχη του Σεβήρου, αντίς να τρέξη και να τιμωρήση το Μαξιμιανό, έκρινε φρονιμότερο να τραβηχτή από την Ιταλία για να μη πάθη κι αυτός τα ίδια! Πάλι όμως τη χρειάστηκε τη βοήθεια του γαμπρού του ο Μαξιμιανός όταν άρχισε να μαλλοτρώγεται με το γιο του το Μαξέντιο. Πήγε τότες ίσια στον Κωσταντίνο. Τονέ δέχτηκε ο Κωσταντίνος φιλικά στην αρχή, κατόπι όμως τον υποψιάζεται και τονέ σκοτώνει (310). Αυτή την πράξη του μπορούμε ίσως να την πασαλείψουμε με λόγους αυτοκρατορικούς και πολιτικούς, αφού δα δεν υπάρχει και μοναρχική ιστορία δίχως τέτοια παρατράγωδα.
Ένα χρόνο κατόπι ξεπαστρεύεται κι ο Γαλέριος από φοβερή αρρώστια. Σα να τον αγγύλωνε η συνείδησή του πριν αποθάνη, κ' είχε κάπως μετριασμένους τους χριστιανικούς του κατατρεγμούς.
Διάδοχο του ο Γαλέριος είχε διορισμένο το Λικίνιο. Έχουμε λοιπόν αυτόν το χρόνο (311) τέσσερεις Αυτοκρατόρους: Λικίνιο και Μαξιμίνο στην Ανατολή, Μαξέντιο και Κωσταντίνο στη Δύση.
Στην αρχή δεν έδειξαν και πολλή όρεξη για διχόνοιες. Ο Μαξέντιος όμως δε σύχαζε, μόνο αφορμή πως θέλει να τιμωρήση τον Κωσταντίνο για το θάνατο του πατέρα του, κάνει να ξεκινήση βόρεια με μεγάλο στρατό. Θέλοντας να τον προλάβη ο Κωσταντίνος, τοιμάζεται κι αυτός να κατέβη στην Ιταλία. Ζυγώνει ως τα βουνήσια της σύνορα, μα δε φαίνεται και να πολυβιάζεται. Κοντοστέκεται, και συλλογιέται ο Κωσταντίνος. Συλλογιέται πως ο στρατός του Μαξεντίου είναι πολύ μεγαλύτερος από το δικό του. Αλήθεια πως τούταζε ο Λικίνιος να του φυλάγη τις βορεινές επαρχίες, αφού σκόπευε να πάρη και την αδερφή του την Κωσταντία γυναίκα. Είχε και φίλους στη Ρώμη, και τονέ δασκάλευαν. Τέλος και στόλο είχε στα Ιταλικά τα νερά. Μα δίσταζε πάντα ο Κωσταντίνος. Ανιστορούσε τα πάθια του Σεβήρου, τη φεβγάλα του Γαλερίου, έβλεπε και τους στρατηγούς του σα μουδιασμένους — όλα σαν ανάποδα του φαινόντανε. Μέρα νύχτα ταραγμένος κι ανήσυχος. Πώς να τον καταπονέση τέτοιον αντίπαλο. Τότες πρωτοφάνηκε η μητέρα του. Παρουσιάζεται η Ελένη, και την ετοιμόφλεχτη φαντασία του γιου της την κορώνει με ιδέα θεότολμη. Γιατί να μην κάμη το Χριστιανισμό σύμμαχό του ο γιος της; Τάχα δεν είταν κι ο πατέρας του ο Κωστάντιος πονετικός με τους Χριστιανούς; Τάχα δεν είχε τριγύρω του χιλιάδες Χριστιανούς στρατιώτες, που μπορούσε να τους κάμη για πάντα δικούς του; Κ' έτσι παίρνει ο Κωσταντίνος τη μεγάλη την απόφαση που άλλαξε τη μορφή του κόσμου. Παραδίνει ψυχή και ζωή στη νέα την πίστη, κι αποχαιρετάει για πάντα την παλιά θρησκεία. Πρέπει ναναστέναξε στερνό αναστεναγμό ο Δίας από τον Όλυμπο σαν πάρθηκε η κρίσιμη εκείνη απόφαση!
Νου και προσοχή κι όνειρα, στο Θεό τα γύρισε όλα. Από κείνον έλπιζε, σε κείνον προσεύκουνταν. Κι απάνω σε μια από τις κατανυχτικές αυτές προσευκές του φανερώθηκε το περίφημο το Ουράνιο Σημάδι του. Είτανε, λέει, μεσημέρι περίπου, και καθώς διάβαινε ο Κωσταντίνος με το στράτεμά του, τηράει άξαφνα δίπλα στον ήλιο λαμπερό σταυρό από φως, κι απάνω στα σταυρό τα γράμματα « Τούτω νίκα». Το τήραγαν το σημάδι κι ο Κωσταντίνος κι ο στρατός του, κ' έλεγαν τι να σημαίνη. Σα βράδιασε και πλάγιασε ο Κωσταντίνος να κοιμηθή, βλέπει λαμπρό όνειρο, ανάλογο κι αυτό με το ουράνιο το σημάδι. Βλέπει τον Ιησού Χριστό και βαστάει τον ίδιο το σταυρό, και του παραγγέλνει αυτό να είναι η σημαία του τώρα κι ομπρός, αυτό ο σύμμαχός του, επειδή θα τον προφυλάγη από εχτρούς και θα τονέ δοξάζη. Ξυπνάει ο Κωσταντίνος ταποταχύ και δηγάται το παράξενο αυτό όνειρο. Και δίχως μήτε μέρα να χάση, φέρνει χρυσοχούς και τους προστάζει να του φτειάξουνε σταυρό απαράλλαχτο σαν το θείο σημάδι, όλο μάλαμα και πετράδια. Αυτή είναι η πρώτη αρχή της μυριοξάκουστης σημαίας που ονομάστηκε Λάβαρο. Είταν το λάβαρο κοντάρι μακρύ και χρυσωμένο, και ταπάνω του μέρος, σταυρός. Στην άκρη στεφάνι, μάλαμα και πετράδια. Μέσα στο γύρο του στεφανιού τα δυο Ελληνικά γράμματα Χ και Ρ, που τη γνωρίζει μια Χριστιανωσύνη τη σημασία τους. Ως το τέλος τα είχαν αυτά τα γράμματα βαλμένα στο κράτος τους οι Βυζαντινοί οι Αυτοκρατόροι. Από το σταυρό κρέμουνταν πορφυρένια τετράγωνη σκέπη, χρυσόφαντη κι αυτή και διαμαντοστόλιστη, που σαν τετράγωνη που είτανε, δεν κατέβαινε ως τα κάτω του μακρινού κονταριού, μόνο περίπου ως τα μισά. Κατά την κάτω άκρη της σκέπης έβλεπες ζουγραφιστές τις προτομές του Βασιλέα και των παιδιών του. Λεν πως ως στον έννατον αιώνα βάσταξε η σημαία εκείνη μέσα στα παλάτια του Βυζαντίου. Τέτοιο είταν το μυριοδόξαστο το Λάβαρο, που μαρτύρησε, μπορούμε να πούμε, του κόσμου τη βάφτιση. Σύγκαιρα όμως και τη δική μας την ξαναγέννηση και το πρώτο γερό μας θεμέλιωμα.
Το πώς ο Κωσταντίνος έθρεφε μέσα του βαθιά ευλάβεια προς τη νέα θρησκεία, ολοφάνερο πράμα. Κρίνοντας όμως από τον πραχτικό χαρακτήρα του, γνωρίζοντας κι από την κατοπινή του ιστορία πως ό,τι σπουδαίο και μεγάλο καταπιάνουνταν το είχε με το νου του πραχτικά λογαριασμένο, δύσκολο φαίνεται να πιστέψουμε πως ακολουθώντας τη χριστιανική του πολιτική πήγαινε μόνο κατά τα ουράνια σημάδια. Τόννοιωσε ο Κωσταντίνος πως το χριστιανικό στοιχείο μεγάλωνε και δυνάμωνε, και πως ταρχαίο ξέπεφτε και μαραίνουνταν. Έδειξε λοιπό σπάνια πολιτική φρονιμάδα και τόλμη σαν άκουσε στην αμηχανία του απάνω τα λόγια της μάννας του και κηρύχτηκε προστάτης του νέου στοιχείου.
Μια και πάρθηκε η απόφαση, ξεκίνησε το στράτεμά του μ' ελπίδα και με θάρρος, και πλημμύρισε τα βορεινά της Ιταλίας. Την πρώτη εναντίωση τη βρήκε στο Τουρίνο, κ' εύκολα την καταπόνεσε. Κατεβαίνει στο Μιλάνο και κείθε στη Βερόνα. Κερδίζει εκεί άλλη λαμπρότερη νίκη, και προχωρεί κατά τη Ρώμη. Βγαίνει τότες ο Μαξέντιος να τον απαντήση, και σε τρίτη μεγάλη μάχη (312) βρίσκει το τέλος του κι αυτός κ' η δύναμή του. Μπαίνει ο Κωσταντίνος νικητής μέσα στη Ρώμη, και κάθε Ρωμαίος τηράει και θαμάζει την ομορφιά του, τη μεγαλοπρέπεια, και τέλος τη μαγική εκείνη σημαία που από τα τώρα τούφερνε τόση δόξα.
Άλλη απόδειξη πως δεν τον καθοδηγούσε μόνο θρησκευτική πίστη παρά και λογαριασμένη πολιτική είναι ο τρόπος που τους φέρθηκε τότες τους Ρωμαίους. Λόγο δεν ξεστόμισε μέσα στην πρωτεύουσα που να τονέ δείξη πως είτανε Χριστιανός. Τις απόφευγε τις αρχαϊκές τελετές, είναι αλήθεια· μα όχι και τόσο που να γεννάη υποψίες. Το νόστιμο είναι που κ' η Σύγκλητο, σαν τούστησε την αψίδα που σώζεται ακόμα στη Ρώμη, δεν αφήκε ναποφανή μήτε πως με την αρχαία πήγαινε μήτε πάλε με τη νέα θρησκεία· παρά λέει η επιγραφή της αψίδας πως η «Θεότητα» τονέ βοήθησε και νίκησε τον τύραννο. Μάλλους λόγους, θέλοντας η Σύγκλητο να τον κολακέψη, ή και να τον τιμήση, μισόκαμνε το σταυρό της κι αυτή. Πρέπει όμως να παρατηρηθή πως ο Κωσταντίνος δεν έδειχνε πάντα και την ίδια προσοχή και δειλία, αφού όταν έστησε στη Ρώμη τον αδριάντα του έβαλε σταυρό απάνω στην άκρη του κονταριού του.
Άρχιζε και γλυκόφεγγε η μεγάλη του ιδέα στο διάβα του απάνω, και σε κάθε του πάτημα τώρα κι ομπρός ανταμώνουμε τις σωτήριες αχτίδες του.
Δεν πέρασαν πολλοί μήνες (313) και βρέθηκε πάλε στο Μιλάνο. Ξανανέβηκε ως εκεί νανταμώση τον Κυρίαρχο της Ανατολής, το Λικίνιο, φτασμένο τώρα για να πάρη την αδερφή του Κωσταντίνου, την Κωσταντία, να κανονίσουν κι όσα ζητήματα έμνησκαν ακανόνιστα. Τότες είναι που βγήκε το πρώτο διάταγμα που διαφέντεψε κάπως τη νέα την πίστη, να πηγαίνη δηλαδή ο καθένας μ' όποια θρησκεία επιθυμεί κι άλλο πιο γενναιότερο μέτρο, όλα τα σφετερισμένα χτήματα να δοθούνε πίσω στις εκκλησιές.
Έτρεχαν ως τόσο με τέτοια ορμή τα περιστατικά, που οι Αυτοκρατόροι έπεφταν και πήγαιναν ένας ένας, κι άφιναν τόπο για τον καταφρονεμένο του Γαλερίου. Πρώτο θύμα πέφτει ο Μαξιμίνος, που απάνω στην απουσία του Λικινίου έκαμε όρεξη ναρπάξη αυτός την Ανατολή, με σκοπό να κάμη το ίδιο κατόπι και στη Δύση. Χτυπάει λοιπόν το Βυζάντιο και το κυριεύει. Προφταίνει όμως ο Λικίνιος από τα Βορειοδυτικά, ανταμώνει τον Μαξιμίνο στην Αδριανούπολη και τονέ σπάνει. Απελπίζεται τότες ο Μαξιμίνος, σκοτώνεται, και μένει ο Λικίνιος μόνος κυρίαρχος όλης της Ανατολής, καθώς όλης της Δύσης ο Κωσταντίνος.
Σε τέτοιο απέραντο Κράτος είχε φυσικά τόπο και για τους δυο. Του Κωσταντίνου όμως η φιλοδοξία έπαιρνε τώρα το δρόμο της, κ' ένας Λικίνιος δε δυνότανε να τη σταματήση. Σ' ένα χρόνο μέσα πιάστηκαν αναμεταξύ τους. Καταπονιέται ο Λικίνιος κι αναγκάζεται ναφήση του Κωνσταντίνου Ιλλυρία, Μακεδονία, καθαυτό Ελλάδα, κι άλλες μερικές χώρες. Μα μήτ' αυτό δεν τη σταμάτησε την ορμή της Μοίρας που τον έφερνε, όλο τον έφερνε τον Κωσταντίνο στη δύναμη και στη δόξα.
Πριν όμως έρθη του Λικινίου το τέλος, πέρασε ο Κωσταντίνος εννιά απόλεμα, όχι όμως και ήσυχα χρόνια στη Γαλατία, στην Ιταλία, στην Ελλάδα, και μάλιστα στη Θεσσαλονίκη. Κανόνισε τότες τη δοίκηση και τη νομοθεσία, όσο γίνεται κατά τις χριστιανικές τις ιδέες· επειδή όντας οι χώρες εκείνες ανακατεμένες ακόμα, τέτοια έπρεπε να είναι και τα μέτρα του κ' η γενική του πολιτική. Παράτολμα πηδήματα δεν εννοούσε να κάμνη μήτε ριζικές αλλαγές να φέρνη στα σύχρονά του συστήματα· μα μήτε είταν ο κατάλληλος, αφού το νάθρεφε μεγάλη ευλάβεια προς το Χριστιανισμό δε θα πη πως είχε χωνεμένα κι όλα τα ηθικά στοιχεία της νέας θρησκείας. Ο Κωσταντίνος δεν είταν άνθρωπος μήτε γραμματισμένος μήτε θεωρητικός. Στα θεωρητικά μάλιστα, καθώς αργότερα θα δούμε, είταν και κάμποσο πεζός. Όντας γέννημα της εποχής του σε όλα, εξόν που αναγνώρισε την υπεροχή του Χριστιανισμού, πίστεψε και στη θαματουργική δύναμή του. Δεν πετούσαν τόσο αψηλά τα Χριστιανικά του νοήματα που να μην προστρέχη και στα βασανιστήρια σαν τον παρασκότιζαν οι Ειδωλολάτρες. Αυτά δα και σωστοί Χριστιανοί τα μεταχειρίστηκαν, και πολύ αργότερα. Άλλο ένα, που από τη μια απαγόρευε κάθε είδος μαγεία και μαγκανία, κι από την άλλη άφινε να μαντεύουν ακόμα τα μέλλοντα από τα σπλάχνα των ζώων. Τέτοιες ανακατωσιές δεν μπορούσανε να λείψουν. Η καρδιά του όμως πήγαινε πάντα με το Χριστιανισμό, κι αυτό είταν κάτι για τους λαούς του.
Ας ξανάρθουμε τώρα στο Λικίνιο. Δεν μπορούσε ο Λικίνιος να την ξεχάοη την ταπείνωσή του. Έβραζε, και την ώρα δεν έβλεπε να ξεσπάση. Άρχισε με τους Χριστιανούς. Δεν τους κατάτρεχε καθώς ο Διοκλητιανός κι ο Γαλέριος, τους έδιωχνε όμως από την Αυλή του, τους αδικούσε όπως μπορούσε, γκρέμησε τέλος και μερικές εκκλησιές. Και σαν πήρε μ' αυτή την πολιτική από το μέρος του όλους τους Εθνικούς, βγήκε να πολεμήση και τον Κωσταντίνο στα 323. Μεγάλοι στρατοί και στόλοι κι από τα δυο μέρη. Του Κωσταντίνου ο στόλος Ελληνικός, δηλαδή Ελληνικά πλοία και ναύτες. Πως βρέθηκε τέτοιο θαλασσινό υλικό στην Ελλάδα μέσα σε κείνη την παρακμή, μένει κάπως ανεξήγητο, εξόν αν ο Κωσταντίνος ναύλωσε ή αγόρασε τα εμπορικά· και γνωρίζουμε πως στα χερότερά μας, μαζί με γλώσσα, με θρησκεία, με κάθε άλλο εθνικό φυλαχτήρι, σώζουνταν πάντα και το εθνικό το εμπόριο, πότε στη μια, πότε στην άλλη άκρη της Ρωμιωσύνης.
Μαζεύει λοιπόν ο Κωσταντίνος τα στρατέματά του στη Θεσσαλονίκη, κι ο γιος του ο Κρίσπος το στόλο στον Πειραιά. Ο Λικίνιος πάλε το στρατό του τον έφερε στην Αδριανούπολη, και το στόλο στα Δαρδανέλλια.
Σωστή παράταξη το ξεκίνημα του Χριστιανικού του στρατού. Παντής λογής Κληρικοί τονέ συνόδευαν και τονέ βλογούσαν, και πενήντα διαλεχτοί αξιωματικοί προδιάβαιναν κρατώντας το Λάβαρο. Έτσι πηγαίνοντας ανταμώνουν τους αντιπάλους, καλοκαίρι του 323, και τους σπρώχνουν ως στο Βυζάντιο. Σύγκαιρα ξεκινάει κι ο Κρίσπος από τον Πειραιά, χτυπάει το στόλο του Λικινίου στα Δαρδανέλλια, και παρουσιάζεται στα πρόθυρα του Βυζαντίου. Ο Λικίνιος, στενοχωρημένος από στεριά κι από θάλασσα, σηκώνεται και περνάει αντικρύ, στη Χρυσόπολη. Τον πέρνει το κατόπι ο Κωσταντίνος, και τις 10 του Σεπτέβρη τονέ σπάνει μια και καλή. Φεύγει τότες ο Λικίνιος στη Νικομήδεια, και για χάρη της γυναίκας του σκόπευε ο Κωσταντίνος να τον αφήση ήσυχο. Μα δε σύχαζε ο γαμπρός του. Τότες κι ο Κωσταντίνος, που καθώς είπαμε δεν πολυέπαιρνε από χριστιανικές μακροθυμίες, τον κρέμασε και γλύτωσε από τα βάσανά του.
Κ' έτσι απόμεινε ο Κωσταντίνος κατά το τέλος του 323, ύστερ' από δεκαεφτά χρονών αγώνες, κυρίαρχος όλης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Πρώτη του πράξη είτανε να ξαναβγάλη το διάταγμα εκείνο του Μιλάνου, που το είχε ακυρωμένο ο Λικίνιος στην Ανατολή. Ξαναβρήκε λοιπόν ο Χριστιανισμός τον προστάτη του, στηρίχτηκε πάλε η νέα θρησκεία στους δυο νόμους εκείνους που δίνανε το δίκιο του σε κάθε Χριστιανό, και γενική ανοχή. Το κείμενο τω νόμων αυτών είναι πιστή εικόνα της πολιτικής του Κωσταντίνου. Τους διαβάζει άνθρωπος, και νοιώθει πως δεν είταν αρπαγμένος ο νους του από θρησκευτικό ενθουσιασμό, παρά μόνο δεμένος από φόβο Θεού, από ευλάβεια κ' ευγνωμοσύνη για τα όσα του χορήγησε ο Ύψιστος ως τα τώρα, κι αυτό πάλι όχι τόσο που να ταράξουν την πολιτική του κρίση, τη διπλωματική του. «Την δύναμίν σου ευλαβώ (έλεγε) ην εν πολλοίς τεκμηρίοις έδειξας, και την εμήν πίστιν βεβαιοτέραν ειργάσω. » Παρακάτω όμως, « Ειρηνεύειν σου τον λαόν και αστασίαστον μένειν επιθυμώ υπέρ του κοινού της οικουμένης και πάντων ανθρώπων χρησίμου… Μηδείς τον έτερον παρενοχλείτω. Έκαστος όπερ η ψυχή βούλεται, τούτο και πραττέτω».
Ήθελε μ' άλλους λόγους να μην τους ερεθίζη τους Εθνικούς, μόνο να τους φυλάγη ήσυχους, για να μπορέση ναποτελειώση ειρηνικά τη μεγάλη επιχείρηση που λογάριαζε ο νους του.
Πού να τα ονειρευτή όμως ο θετικός εκείνος νους τα βάσανα που του μαγείρευε η σοφιστική μανία της αρχαιότητας, κι όχι πια με την παλιά της μορφή, παρά κρυμμένη μέσα στης νέας θρησκείας τα ράσα!
ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Κανονίζουνται τα θρησκευτικά
Όταν ο παλιός ο κόσμος, και μάλιστα ο πιο γραμματισμένος, είδε κι απόειδε πως προκοπή πια δεν είχε, κι ας τον υποστηρίζανε Γαλέριοι και Λικίνιοι, άλλο δεν τούμνησκε παρά νάρχεται και να κατασταλάζη μέσα στης νέας θρησκείας το χωνευτήρι. Με προστάτη μάλιστα της Χριστιανωσύνης τώρα τον Κωνσταντίνο, τέτοιο κίνημα και φυσικό φαίνεται και συφέρο τους είταν. Το χώνεμα όμως αυτό δεν είταν και δίχως τα δυσάρεστά του. Επειδή όσο και να χριστιανίζουνταν οι δικοί μας, τα συστήματά τους δεν μπορούσανε να χριστιανιστούν κι αυτά σε μια και σε δυο γενεές, μόνο περνούσανε μέσα στον καινούριο κόσμο σαν κρύφιο φαρμάκι μαζί με το αίμα τους. Και μπορούμε μα την αλήθεια να πούμε πως ο Εθνισμός, καθώς άλλοτε θέλοντας καταδίωχνε με βάσανα το Χριστιανισμό, τώρα μη θέλοντας τονέ φοβέριζε με όπλο φοβερό, με την τέχνη εκείνη που μπορούσε να σκίζη τρίχες, μα και βαθιόρριζα δέντρα να ρίχνη· με την ξεπεσμένη του τη φιλοσοφία, που αργαστήρι της ξακουσμένο σταθηκε η μεγαλονόματη η Αλεξάντρεια.
Η φιλοσοφία αυτή, αν και καθώς είπαμε ξεπεσμένη, δεν είταν κι όλως διόλου σοφιστική. Για δαύτο κι όσοι είχαν κεφάλι γερό, καθώς ο Αθανάσιος, δε δυσκολευτήκανε να διαλέξουν τα γερά τους στοιχεία και να δυναμώσουνε μ' αυτά τη Χριστιανωσύνη. Μα όσοι πάλι, κι αυτοί είταν οι πιώτεροι, δεν είχανε δύναμη να κατεβάσουν την αλήθεια ως τη συνείδησή τους, παρά φύλαγανε την εικόνα της μονάχα στη φαντασία τους μέσα, καθώς ο Άρειος, έφεραν ολέθρια ζιζάνια μέσα στην καινούρια Κοινωνία, κ' έπρεπε μα το ναι να είναι ένας Χριστινανισμός για να τα βαστάξη και με τον καιρό να τα καταπνίξη. Κ' επειδή στον πρώτο πόλεμο που σήκωσε μέσα στη Χριστιανωσύνη η ρωμαίικη η σοφιστεία παράστησε θέλοντας και μη σημαντικό πρόσωπο κι ο Κωνσταντίνος, είναι ανάγκη να χαρίσουμε ένα κεφάλαιο στα θεολογικά τα ζητήματα που σπάραξαν το Έθνος ό,τι άρχιζε να το συμμαζεύη ο νέος προστάτης του.