Βλέπει ο Κωνσταντίνος τέτοια δύναμη και τέτοια επιμονή, και με τον κοινό του νου συλλογιέται πως δίκιο πρέπει νάχη ο νέος Μητροπολίτης. Παρατηρεί το δισταγμό του ο αλιτήριος ο Ευσέβιος, κι αμέσως καταπιάνεται άλλο πονηρότερο παιχνίδι για να περάση το θέλημά του. Κατεβαίνει στην Αντιόχεια, συναγροικιέται με πολλούς δικούς του Επισκόπους, συκοφαντεί τον ορθόδοξο Μητροπολίτη της Αντιόχειας, τον Ευστάθιο, φέρνει Σύνοδο και τον ξεθρονιάζει, κ' έτσι βγάζει από τη μέση έναν από τους δυνατώτερους βοηθούς του Αθανασίου. Φωνάζει ο λαός και διαμαρτυριέται. Αυτό ήθελε κι ο Ευσέβιος. Καταμηνάει το λαό του Κωσταντίνου, πως τάχα σήκωσε Στάση. Ακούγει Στάση ο Κωνσταντίνος και φρενιάζει. Στέλνει αμέσως έναν Κόμητα της Αυλής του κ' επικυρώνει τη συνοδική την απόφαση. Κατόπι, σαν το καλοσυλλογίστηκε, κατάλαβε πως δε σύφερνε να τον αγριέψη και πολύ το λαό, και πάσκισε να φέρη κάποιο συβιβασμό· και για να μη μένη κανένα μέρος παραπονεμένο, διόρισε διάδοχο του Ευσταθίου όχι τον υποψήφιο του Ευσεβίου, παρά τον Ευφρόνιο της Αντιόχειας.
Κ' έτσι έμεινε μισοκάμωτη η ραδιουργία του Ευσεβίου. Πάλι όμως δεν απελπίστηκε ο Ευσέβιος. Είναι αλήθεια πως αναγκάστηκε να καθίση ήσυχος μερικόν καιρό, τότες που ο Κωσταντίνος βγήκε σε πόλεμο, και χτυπήσαντας Γότθους και Σαρμάτες, τους πρώτους τους
χριστιάνεψε μέγα μέρος, κι από τους δεύτερους αφήκε ως τρακόσες χιλιάδες και κατοικήσανε σε διάφορους τόπους του βασιλείου. Και πάλε τότες που μαζευόντανε στην Κωσταντινούπολη Πρεσβείες από Ιντική, από Αιθιοπία, από τα Βορεινά, και τέλος από την Περσία, το φιλόδοξο αυτό Έθνος που ξανασήκωνε και τώρα κεφάλι και ξαναγύρευε παλιά μεγαλεία, έθνος που κάμποσες ακόμα φορές θα το δούμε στο δράμα της ιστορίας μας, μα που ο Κωσταντίνος με πιδέξια διπλωματική το κρατούσε ήσυχο για την ώρα. Σε τέτοια αυτοκρατορικά ζητήματα μπλεγμένος ο Κωσταντίνος, καιρό δεν είχε να χάνη με τον Ευσέβιο. Αποφασισμένος όμως ο Ευσέβιος νανεβάση και καλά τον Άρειο και να ταπεινώση τον Αθανάσιο, όλο κρυφοδούλευε, όλο σκάρωνε τρόπους νανακατέψη άλλη μια τη βασιλική τη χολή και να πετύχη το θέλημά του.
Είτανε στην Αίγυφτο κι άλλα είδη αιρετικοί εξόν από τους Αρειανούς, και μάλιστα οι Μελετινοί. Αυτούς λοιπόν τους Μελετινούς τους έκαμε τώρα όργανά του. Γνωρίζοντας το σφυγμό του Κωσταντίνου, πούτρεμε άμ' άκουγε στάση και ταραχή, βάζει τους Μελετινούς και διαδίνουν παντής λογής ψεύτικες κατηγορίες εναντίον του Ιεράρχη της Αλεξάντρειας. Φτάνουν αυτές οι συκοφαντίες ως την Πρωτεύουσα. Ακούγει ο Κωσταντίνος ιεροσυλίες, φονικά, στάσες, τέλος πως και θησαυρό μεγάλο μάζεψε τάχα ο Αθανάσιος να πολεμήση τον Άρειο και τον Κωσταντίνο, έχοντας κι άσκημα γράμματα από τον Έπαρχο το Φιλάγριο που δεν του ερχότανε να βλέπη τον Αθανάσιο να τονέ θεοποιή ο λαός, άρχισε πάλε να οργίζεται και να χολοσκάνη. Έγινε ο σκοπός του Ευσεβίου. Ήρθε η ώρα του. Πηγαίνει και προτείνει του Βασιλέα Σύνοδο στην Καισάρεια της Παλαιστίνης. Δέχεται ο Βασιλέας, και τρέχουν όλοι οι φίλοι του Ευσεβίου στην Καισάρεια να δικάσουν τον Αθανάσιο. Προσκαλιέται ο Αθανάσιος, ή καλλίτερα, προστάζεται από τον ίδιο τον Κωσταντίνο νάρθη στην Καισάρεια. Ο Αθανάσιος όμως δεν έρχεται, κ' έτσι δε γίνεται τίποτε στην Καισάρεια. Μη θέλοντας ο Κωσταντίνος να ταράξη την ησυχία της χώρας δεν τόκρινε εύλογο να παρατραβήξη το σκοινί, κι αφήκε τη φουρτούνα και πέρασε. Τον ακόλουθο όμως χρόνο προστάζει να γίνη δεύτερη Σύνοδο στην Τύρο, και προσκαλεί πάλι τον Αθανάσιο, τώρα όμως πια με φοβέρες.
Μαζεύεται η Σύνοδο της Τύρος στα 335. Έρχεται κι ο Βασιλικός Επίτροπος, ο Κόμητας Διονύσιος, με ρητή προσταγή ακόμα και να τους ξορίση τους κατηγορημένους αν είναι ανάγκη. Γέμισε η Τύρο φίλους του Ευσεβίου, ενώ οι ορθόδοξοι οι Επίσκοποι μήτε προσκαλέστηκαν. Το τέλος δεν είταν ανάγκη να πάη ο Αθανάσιος στην Τύρο για να το μάθη. Τι να κάμη όμως, που η προσταγή του Κωσταντίνου είταν οριστική. Θέλοντας και μη τράβηξε κατά την Τύρο και παρουσιάστηκε μπρος στους λύκους εκείνους, ο αληθινός ο ποιμένας της χριστιανωσύνης.
Τονέ συνόδεψαν κι' άλλοι επίσκοποι, ως πενήντα. Του Ευσεβίου δεν του ήρθε να βλέπη και τόσους ορθοδόξους μαζεμένους· αυτός ήθελε να καταδικάση τον Αθανάσιο και να γλυτώση. Συλλογιέται λοιπό να τους τρομάξη τους αντίπαλους του με τακόλουθο κίνημα. Έχοντας μικρή πλειονοψηφία, έπειτα και το Βασιλικό Επίτροπο μαζί του, ψηφίζει να παρασταθή ο Αθανάσιος μέσα στη Σύνοδο ολόρθος σαν ένοχος. Όξω φρενών οι πενήντα οι Επίσκοποι σαν άκουσαν τέτοια απόφαση. Και τόσο κακό έγινε, που αναγκαστήκανε να τη διακόψουν εκείνη τη συνεδρίαση.
Σαν ξανάρχισε τέλος η δίκη (επειδή Δικαστήριο είταν κι όχι Σύνοδο), και στάθηκε ο άγιος Ιεράρχης ομπρός τους, με τόση δύναμη τις πολέμησε τις κατηγορίες τους που τάχασαν οι φίλοι του Ευσεβίου. Και για να μην τους ξεφύγη όλως διόλου, σοφίζουνται και διορίζουν Επιτροπή (από δικούς τους ανθρώπους), να πάη στην Αλεξάντρεια και τάχα να ξετάση αν έχουν τον τόπο τους οι κατηγορίες. Δε δυσκολεύτηκε να νοιώση ο Αθανάσιος τι θα είναι το τέλος τέτοιας Επιτροπής. Βλέπει πως σωτηρία δεν υπάρχει, σηκώνεται λοιπόν και φεύγει νύχτα από την Τύρο.
Μεταφέρνεται τώρα το δράμα στην Κωσταντινούπολη. Γύριζε ο Αυτοκράτορας από περιοδία κ' έμπαινε στην Πρωτεύουσα. Και καθώς διάβαινε από την πύλη της Πόλης, παρουσιάζεται κάποιος ομπρός του, αρπάζει τα χαλινάρια του βασιλικού του άλογου, και φωνάζει «Δικαιοσύνη!». Ο Βασιλέας, και πριν αναγνωρίση τον Αθανάσιο, μα και κατόπι, φάνηκε πολύ χολιασμένος με τέτοια τόλμη. Είταν κι από τα πριν οργισμένος, θαρρώντας τον αδιόρθωτο στασιαστή και ραδιούργο, και τέλος άνθρωπο που χαλνούσε την ησυχία του τόπου μ' ακατάπαβες φιλονεικίες και λογομαχητά. Άλλο ένα, που είχε παραγγελμένη τη Σύνοδο της Τύρος, άμα τελειώση, να περάση στα Ιεροσόλυμα και να εγκαινίαση το ναό εκείνο που είχε χτισμένο στον Άγιον Τάφο. Δεν ήθελε λοιπόν μήτε νακούση τον Αθανάσιο, και μόλις μετά πολλά έστερξε να τόνε δεχτή· μα και τότες του κακομίλησε, και μάλιστα και πως θα τονέ διώξη από το Παλάτι τονέ φοβέριζε. Όταν όμως τέλος ο Αθανάσιος στάθηκε μπρος του και φώναζε «δικάσει Κύριος ανάμεσον εμού και σου», ξύπνησε πάλι η ευλάβεια κ' η δικαιοσύνη του, κ' έστειλε μήνυμα των Επισκόπων του νανέβουνε στην Πρωτεύουσα και να τονέ φωτίσουν.
Οι Επίσκοποι ως τόσο είχαν άλλο δρόμο παρμένο. Άμα έγινε άφαντος ο Αθανάσιος, αυτοί δίχως μήτε της Επιτροπής το γύρισμα να προσμένουν, καταδικάζουν όπως όπως τον Αθανάσιο και τραβούν κατά τα Ιεροσόλυμα να εγκαινιάσουνε το βασιλικό ναό. Γύρισε τότες κ' η Επιτροπή από την Αλεξάντρεια. Οι ατιμίες που σοφίστηκαν οι Επίτροποι για να βγάλουνε φταιξιάρη τον Αθανάσιο, οι φοβέρες, οι δωροδοκίες, οι εβραίικες οι μαρτυρίες τους (επειδή τους Χριστιανούς δεν τους δεχτήκανε μάρτυρες), όλ' αυτά φαίνουνται σε τρία διαμαρτυρικά γράμματα τριών ορθοδόξων Επισκόπων, που σώζουνται ως τα σήμερα· Πού να τακούσουν όμως αυτά οι Ευσεβιανοί! Όχι μόνο καταδικασμένο τον είχαν τον Αθανάσιο, μα και χερεμένο κήρυξαν το θρόνο της Αλεξάντρειας.
Αυτού απάνω έρχεται του Κωσταντίνου το μήνυμα. Των Ευσεβιανών όμως δεν τους σύφερνε τώρα να παν και να μιλήσουνε με το Βασιλέα. Για ναποφύγουνε λοιπόν αυτή τη δυσκολία, κηρύττουνε διαλυμένη τη Σύνοδο, μισεύουν ο καθένας στην Επαρχία του, και στέλνουνε στην Πρωτεύουσα Επιτροπή διαλεγμένη από τους μεγαλήτερους εχτρούς του Αθανασίου. Αυτό το παιχνίδι πέτυχε απ' όλα τάλλα πιώτερο. Κόρωσε ο Κωνσταντίνος ακούγοντας τα λόγια της πρώτης της Αλεξαντρινής Επιτροπής, άναψαν οι Κωσταντινουπολίτες ακούγοντας τα πιο χοντρά αβανιάσματα της δεύτερης. Τέλος, τόσο ερεθίστηκε ο κόσμος, που ο Κωσταντίνος, δίχως μήτε να τον ξανακούση τον Αθανάσιο, τον ξορίζει στην Τριβήρα της Γαλλίας.
Σα να το μισομετάνοιωσε κι αυτό ο Αυτοκράτορας, σα να του ξανάνοιξε τα μάτια κάποιος ορθόδοξος συβουλάτορας, κι άξαφνα μήτε τη Συνοδική απόφαση δεν επικύρωσε, μήτε κήρυξε το θρόνο της Αλεξάντρειας χερεμένο. Το κακό όμως έγινε που έγινε πια τώρα. Πέρασε είχε δεν είχε του Ευσεβίου το θέλημα.
Ήρθε ο Αθανάσιος στη Γαλλία στα 336, κ' οι μεγάλες τιμές που του κάμανε κληρικοί και λαϊκοί μας φανερώνουν πόσο καθάρια τον έννοιωθαν τον Αθανάσιο όσοι δεν έμνησκαν τυφλωμένοι από το πάθος. Ως κι ο μεγάλος ο γιος του Βασιλέα, ο Κωσταντίνος, πήγε και τονέ χεροφίλησε τότες.
Από την άλλη μεριά ο Άρειος, βλέποντας ξεκαμωμένο τον Αθανάσιο, συλλογιέται πως καιρός του είναι να κατέβη και να θρονιαστή πια στην Αλεξάντρεια, και πηγαίνει εκεί μ' αυτό το σκοπό. Η Αλεξάντρεια όμως, ορθόδοξους γεμάτη, ησυχία δεν είχε αφότου ξαναφάνηκε πάλε ο Άρειος. Δεν τους ήρθε των φίλων του Αρείου και του Ευσεβίου αυτή η αναστάτωση. Μια και νάφτανε σταυτιά του Αυτοκράτορα, είτανε χαμένοι. Λοιπόν τι κάμνουν; Αφορμή από κάποια φιλονεικία μεταξύ του Επισκόπου της Άγκυρας κ' ενός Αρειανού, λαβαίνουν άδεια και κάνουν Επίσημη Σύνοδο στην Πρωτεύουσα, να κανονίσουν τάχα το ζήτημα. Καταδικάζουνε σ' αυτή τη Σύνοδο τον Επίσκοπο της Άγκυρας σαν ορθόδοξος που είτανε, έπειτα έρχουνται στο καθαυτό το ζήτημα. Αποφασίζουνε δηλαδή να φέρουν τον Άρειο στην Κωσταντινούπολη, να τονέ δεχτούν επίσημα στην Αγιά Τράπεζα, παρόντας μάλιστα κι ο Βασιλέας, κ' έτσι να καταντήση παντοτινός του Προστάτης. Συφωνεί ο Κωσταντίνος, να συχάση τέλος πάντων ο τόπος. Έρχεται λοιπόν ο Άρειος στην Κωσταντινούπολη, και ζητάει να κοινωνήση. Άλλο όμως κι αναπάντεχο εμπόδιο πάλι! Έτυχε τότες Επίσκοπος στην Κωσταντινούπολη ένας γέρος, ήμερος, άκακος, ίσως και λιγάκι ανίκανος, στην ορθοδοξία όμως απάνω γερός κι ασάλευτος. Αυτός λοιπόν ο Επίσκοπος — Αλέξαντρος τόνομά του — αρνιέται να δώση άδεια να κοινωνήση ένας αποκλεισμένος από της Νίκαιας τη Σύνοδο. Μήτε παρακάλια μήτε φοβέρες δεν τονέ γύριζαν· θεριό μονάχο ο γέρος απάνω στην πίστη. Βλέπει πάλι ο Κωσταντίνος τέτοια επιμονή, κι αρχίζει άλλη μια και συλλογιέται πως κάτι τρέχει εδώ, πως ο Άρειος δεν πρέπει να είναι ακόμα μετανοιωμένος, καθώς αυτός θάρρειε. Τον προσκαλεί λοιπόν στο Παλάτι και τον ξαναρωτάει αν τα πιστεύει όλα τα θεσπισμένα με δίχως ξαίρεση. Με τη συνηθισμένη του ευκολία ο Άρειος τονέ βεβαιώνει το Βασιλέα, κι ορκίζεται μάλιστα πως «απέπτυσσε πάσαν κατά του Κυρίου ημών βλασφημίαν ». — « Πήγαινε τώρα να μεταλάβης» του αποκρίνεται ο Κωσταντίνος· «ανίσως κ' έκαμες ψεύτικο όρκο, ο Θεός θα σε τιμωρήση».
Είταν ο γέρος ο Αλέξαντρος να τονέ λυπάται άνθρωπος, που μήτε να μιλήση, δεν τον άφινε πια ο Βασιλέας. Έκλαιγε ο δύστυχος από το κακό του, και παρακαλούσε τη θεία βοήθεια σε τέτοια παρανομία.
Ας έρθουμε στη στερνή την πράξη της δραματικής αυτής ιστορίας. Να την περάσουμε πια τη θεολογική την ανεμοζάλη, για την ώρα τουλάχιστο, αφού της τύχης μας είταν, ίσως και για καλό μας, πολλά της ιστορίας μας να είναι θεολογικά από τους πρώτους εκείνους αιώνες και κάτω.
Έβγαινε ο Άρειος από το Παλάτι χαρά χαρούμενος και καμαρώνοντας που είχε πια τη Βασιλική προστασία. Της Πρόνοιας όμως την προστασία δε φαίνεται να την είχε. Εκεί που διάβαινε από τους δρόμους της Πρωτεύουσας με μεγάλη παράταξη, τούρχεται φυσική ανάγκη και μπαίνει σε κατάλληλο μέρος. Κι όντας εκεί έσκασε κι απόμεινε ξερός. Φώναξε τότες ο όχλος πως είταν η θεία δίκη. Φωνάξανε μερικοί πως είτανε φονικό, άλλοι πάλε πως τονέ μάγεψαν. Η αλήθεια είναι πως δε ζούσε πια ο Άρειος να περηφανεύεται για την προστασία του Κωσταντίνου.
Τον παρατρόμαξε το Βασιλέα αυτός ο θάνατος. Φαρμακώθηκε η καρδιά του βλέποντας ως και την Πρόνοια να εναντιώνεται με τα μέτρα που αυτός λάβαινε να φυλάξη ειρηνικό το Κράτος του, ναποφεύγη λογομαχίες και ταραχές, μα ας είταν και για σπουδαία ζητήματα. Τι τον έμελαν τέτοια ζητήματα, αφού δεν τάννοιωθε ο δύστυχος, αφού μήτε τους Ρωμιούς του δεν τους καλόνοιωθε.
Τι να κάμη δεν ήξερε. Να ξαναφέρη πίσω τον Αθανάσιο; μα τι να τους κάμη τους Ευσεβιανούς που του στάθηκαν και τόσο πιστοί; Είτανε βαρεμένος και καταπονεμένος από φροντίδες κι από φόβους που δεν περίμενε.
Δεν το γνώριζε ο Κωσταντίνος πως είταν όργανο της Πρόνοιας κι αυτός! πως έπρεπε κι αυτός να μαρτυρήση, καθώς ο Αθανάσιος και τόσοι άλλοι μεγάλοι, άλλος για την αλήθεια, άλλος για τη δικιοσύνη, την ειρήνη και καθεξής. Δεν τονειρεύτηκε, σα μάζευε τους δαυλούς κάτω από το καζάνι της Ρωμιοσύνης και τους άναβε, πως το καζάνι φυσικό του είτανε να βράση και να ζεματίση μάλιστα πολλές καρδιές, και πρώτη πρώτη τη δική του.
ΠΕΜΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Τα υστερνά του Κωσταντίνου
Βαριά κι απελπισμένα τα πέρασε τα στερνά του αυτά χρόνια. Τι παράξενο, θα πήτε, να θλίβεται και να στενοχωριέται ύστερ' από τα χάλια που προϊστορήθηκαν! Κι ως τόσο άνθρωπος με τη δύναμη και τη θέληση πούδειξε στα πρώτα του χρόνια δεν έπρεπε να καταπονιέται και τόσο εύκολα από αταξίες όχι ασυνήθιστες, μήτε σε καινούρια Κράτη μήτε σε παλιά. Δε φαίνεται να έπαθε ακόμα κ' η υγεία του, ή σωματική ή ψυχική. Κι όμως κάτι χαλάρωνε, κάτι αδυνάτιζε τώρα τους λογισμούς του. Αλλιώς δεν καλοξηγιέται το φέρσιμο του στ' Αρειανικό το ζήτημα, όσο πεζός κι αν είτανε στα θεολογικά· καθώς μήτε το μεγάλο του λάθος ένα χρόνο κατόπι (336), που βλέποντας τα παιδιά του και τανίψια του νάρχουνται σε διχόνοιες και να μαλλοτρώγουνται, κάθισε και κομμάτιασε το Κράτος και τους το μοίρασε για να τους ησυχάση, κ' έτσι με τα χέρια του κατάστρεψε ένα από τα μεγαλήτερα έργα του, την ένωση της Αυτοκρατορίας.
Μα ίσως είτανε για καλή μας τύχη και τούτο, ίσως για να ξεχωριστούνε μια και καλή Ανατολή και Δύση, Φραγκιά και Ρωμιοσύνη, και ναπομείνουμε ξέχωρο στοιχείο, απείραχτο από τις φουρτούνες και τις αναστάτωσες που περίμεναν τις βορεινότερες χώρες.
Δίνει λοιπόν ο Κωσταντίνος του μεγάλου του γιου, του Κωσταντίνου, Γαλατία, Ισπανία, και Βρεταννία· στο δεύτερο του, τον Κωστάντιο, παραχωρεί Ανατολή, Μικρασία, κ' Αίγυπτο· και στον τρίτο, τον Κώστα, Ιταλία, Ιλλυρία κι Αφρική. Στα δυο του ανίψια πάλι, Δαλμάτιο κι Αννιβαλιανό, που είχαν αναφανή στους πολέμους του και τους τιμούσε ο κόσμος κι από τους γιους του πιώτερο, έδωσε άλλα μικρότερα κοψίδια, δηλαδή Θράκη, Μακεδονία κι Αχαΐα στο Δαλμάτιο, Πόντο κι Αρμενία στον Αννιβαλιανό. Ώστε την καθαυτό Ελλάδα και την Πελοπόννησο τη βλέπουμε για την ώρα στα χέρια, του Δαλματίου.
Άλλος ακόμα πιο θλιβερός ασιατισμός του είταν το χτίσιμο του τάφου του, ζώντας ακόμα, μέσα στο Ναό των Άγιων Αποστόλων, καταμεσή στα δώδεκα κενοτάφια που είχε στημένα τω δώδεκα μαθητών του Χριστού! Ως και λόγους πανηγυρικούς πρόσταζε και τούβγαζαν τότες.
Τόθελε, ως φαίνεται, και καλά ναποθάνη πριν την ώρα του. Σα να μισοξύπνησε μια στιγμή όταν ο Πέρσος ο Βασιλέας πρόβαλε στη Μεσοποταμία, θαρρέψαντας πως ο Κωσταντίνος αποναρκώθηκε και πήγε. Γελάστηκε όμως· κι άμα είδε μεγάλο στρατό έτοιμο να ξεκινήση καταπάνω του, έστειλε κ' έκαμε ειρήνη (387). Μόλις έκαμε αυτή την ειρήνη, και τούρχεται μικρή ανημποριά. Τον παρακινούν οι γιατροί να πάη στα λουτρά της Ελενόπολης στη Βιθυνία. Ώσπου να κατέβη στην Ελενόπολη χεροτέρεψε η αρρώστια. Ακόμα λίγο, και κατάντησε αγιάτρευτη. Προβλέποντας τότες το τέλος του, πήγε στην Εκκλησιά και ξομολογήθηκε μεγαλόφωνα· κ' είχε κάμποσες αμαρτίες να τους πη. Θέλησε κατόπι να βαφτιστή. Καλός χριστιανός σε πολλά, μα το βάφτισμα δεν το είχε λάβει ακόμα, και μήτε με τους κατηχουμένους δεν είταν ακόμα καταταγμένος κατά τους κανόνες των καιρών εκείνων. Ξεκινάει λοιπόν και πηγαίνει στη Νικομήδεια. Μαζεύει εκεί τους Επισκόπους, κι αφού με συγκινητικά λόγια τους ανάφερε την επιθυμία του, κατηχήθηκε και βαφτίστηκε.
Από κείνη την ώρα δεν ξαναφόρεσε πια τη βασιλική πορφύρα. Δεν είταν πια Βασιλέας ο Μέγας Κωσταντίνος· μόνο φορώντας τα κάτασπρα των κατηχουμένων έλεγε και ξαναέλεγε «Νυν αληθεί λόγω μακάριον οίδ' εμαυτόν, νυν του θείου μετειληφέναι φωτός πεπίστευκα».
Ένα χρέος ακάμωτο έννοιωθε πως τούμνησκε ακόμα, και μολονότι πολιτικό, το χρωμάτισε κι αυτό με θρησκευτική θωριά. Μάζεψε όλους τους αξιωματικούς, και τους έβαλε να ορκιστούνε πως σε τίποτις δε θα ταράξουν τα όσα αυτός αποφάσισε πριν και κανόνισε.
Και τις 21 του Μάη 337 — μέρα που ακόμα τη γιορτάζει η Ρωμιοσύνη προς τιμή του καθώς και της άγιας μητέρας του — παράδωσε την ψυχή του ο πρώτος μας Αυτοκράτορας. Απόθεσαν το βασιλικό λείψανο σε θήκη μαλαματένια στολισμένη με την πορφύρα και με την κορώνα, και το μεταφέρανε στην Πρωτεύουσα. Εκεί στο μεγαλόπρεπο μέσα Παλάτι, καταμεσή στο μεγάλο το Τρίκλινο, απάνω σ' αψηλό Επιτάφιο, τριγυρισμένο μ' αμέτρητους φανούς και λαμπάδες, κοίτουνταν το λείψανο του πρώτου Χριστιανού Βασιλέα. Πηγαίνανε με την τάξη τους όλοι οι πρώτοι αξιωματικοί, πρόσπεφταν, το προσκυνούσαν, κ' ύστερα τασπάζουνταν. Κι ακατάπαβα μπαινοβγαίνανε δούλοι κ' επιστάτες του Παλατιού, ζητώντας του προσταγές, σα να ζούσε ακόμα· ώσπου ήρθε ο γιός του ο Κωστάντιος, ο Αυτοκράτορας της Ανατολής, κ' έγινε ο ενταφιασμός.
Έτσι διάβηκε από το θέατρο του κόσμου ένας από τους λίγους που στολιστήκανε με τον τίτλο «Μέγας». Βρεθήκανε μερικοί και του καταλάλησαν πολλά, μα οι λίγοι αυτοί είναι σα θολωμένος ο νους τους από δυτικές πρόληψες και παράδοσες, και το κάτω κάτω δεν πολυσκοτίζουνται για τα δικά μας τα μέλλοντα. Λίγο τον έμελε τον Γκίμπονα α γλύτωνε το Ελληνικό Έθνος τότες ή όχι. Κι άλλο τόσο το Βολταίρο. Είναι όμως παρηγορητικό να βλέπουμε τους σημερνούς τους Βυζαντινολόγους, Άγγλους, Γάλλους και Γερμανούς, που κρένουνε και γράφουνε με την λαμπάδα της αλήθειας στο χέρι. Επειδή μικρό πράμα δεν είναι νακούμε ξένους να μας εγκωμιάζουν τον άντρα που εμάς χρέος μας είναι, και κοινός θνητός να τύχαινε, και σατραπικός, και σαρδανάπαλλος, κι όσα άλλα του φόρτωσαν οι προτερινοί, πάλε χρέος μας είναι να τον τιμούμε, και μα την αλήθεια κάτι παραπάνω από κοινό άγιο να τον έχουμε, αφού σ' αυτόν και μόνο χρωστούμε δόξα, σωτηρία, ύπαρξη.
ΕΧΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Βιογραφικά συμπληρώματα
Πριν ταφήσουρε τα εγκαίνια της Νέας μας Ρωμιοσύνης, ας σταματήσουμε μια στιγμή, κι όχι με σκοπό ναραδιάσουμε ιστορικά συμπεράσματα — τέτοια φανήκανε στη δήγηση απάνου όσα χρειάζουνται —, μα για ναποσώσουμε την εικόνα του πρώτου μας Αυτοκράτορα, μαζεύοντας μερικά του προσόντα, ειπώματα και καμώματα, που δεν τόφερε η σειρά να ιστορηθούν πριν. Εύλογη, μα και χρέος μας ίσως, τέτοια τιμή σ' άνθρωπο που η ιστορία τον κατάταξε με τους μεγάλους, κ' η Εκκλησία με τους Άγιους.
Ας δούμε πρώτα πώς τον παρασταίνουν όταν παρουσιάστηκε στις Νίκαιας τη Σύνοδο. Ας ανιστορήσουμε τα ψιθυρίσματα και το θόρυβο των τρακόσων Πατέρων που είταν εκεί συναγμένοι, προσμένοντας ναρχίση το συνέδριο. Σωπαίνουν αμέσως Επίσκοποι, σωπαίνουν Πρεσβύτεροι. Κάθε μάτι γυρίζει κατά το θρόνο που στέκει καταμεσής, όλοι απαντέχουν τη Βασιλική συνοδία που ζύγωνε. Προβάλλουνε τέλος αξιωματικοί, προβάλλουνε φύλακες, αυλικοί. Όλοι στο πόδι να χαιρετήσουν το Βασιλέα, που πρόβαλε τέλος και κείνος. Ανάστημα·, πύργος· κορμί περίτρανο· ώμοι πλατιοί, πρόσωπο ηγεμονικό. Από τα μάτια του, μαζί με τις σπίθες της αντρειοσύνης του έπεφταν και μερικές ήμερες αχτίδες καλωσύνης και γλύκας. Άλλο τόσο σφάνταζε κ' η λαμπρή του στολή. Μαργαριταρένια κορώνα στεφάνωνε τα μακριά του μαλλιά. Κι όσο για την πορφύρα του, ξάστραφε από το πετράδι κι από το χρυσοκέντητο ξόμπλι.
Συγκινημένος κι ο Κωσταντίνος, που πρώτη φορά αφότου χριστιάνεψε αντάμωνε τόσους αρχηγούς της αγαπημένης του θρησκείας, προχωρούσε τρέμοντας και με μάτια χαμηλωμένα. Και σα ζύγωσε το θρόνο κοντοστάθηκε, σα να πρόσμενε από τους Πατέρες άδεια να καθίση. Του κάμνουν αμέσως γνέψιμο να καθίση, έπειτα κάθισαν κι οι Πατέρες, που καθώς είδαμε πρωτόθεσαν τότες της Ορθοδοξίας τα θεμέλια.
Τόσο μεγαλόπρεπη είταν πάντα η θεωρία του, που σαν ταξίδευε νέος με το Διοκλητιανό στην Παλαιστίνη, τότες που τον πρωτοείδε κι ο βιογράφος του ο Ευσέβιος, ο κόσμος όλος είχε να κάμη μαζί του. Κατά τα τέλη της ζωής του όμως λέγουν πως η όψη του παρακοκκίνιζε, και φαινότανε σαν παθιασμένος από δερμική αρρώστια. Τα μάτια του όμως λιονταρίσια πάντα, καθώς και τάλεγαν. Έχοντας και τη συνήθεια να ρίχνη κατά πίσω την κεφαλή του και να διπλώνη κάπως τον τράχηλο, τον παρονόμασαν Τραχηλά.
Φωνή γλυκεία κ' ήμερη, στάσιμο παλικαρήσιο και στρατιωτικό. Ποτές δεν έλειπε το κοντάρι από το χέρι του, καθώς μήτε το κράνος από την κεφαλή του, καταστόλιστο με πετράδια και τριγυρισμένο με την κορώνα· σύστημα που πρώτος το πήρε από τους Ασιανούς. Όσο για τα μακριά μαλλιά, τόσο τα φρόντιζε και τα καμάρωνε, που κατάντησε, λέγουνε, στα στερνά του χρόνια να στολίζεται και με ξένα. Για ναποσώσουνε την εικόνα του δεν παράβλεψαν οι ιστορικοί του να μας πουν πως είχε και γένεια κοντουλά αφισμένα.
Ανάγκη να πούμε πολλά για το χαρακτήρα του δεν υπάρχει, αφού ξεδιαλίστηκε κάμποσο στην ιστορία του μέσα. Είδαμε πως όλα τα πρόβλεπε, όλα τα λογάριαζε, εξόν τα θεολογικά. Είδαμε πως τη θρησκεία του δεν την έθρεφε βαθιά αγιωσύνη κ' ευσέβεια, παρά απλή ευλάβεια και θεοφοβωσύνη, που κάποτες καταντούσε σαν είδος δεισιδαιμονία. Μια και ξεγλύτωνε ο θετικός του νους από θεωρίες, έφεγγε διάφανος και καθάριος. Τον κόσμο τον έβλεπε και τον έκρινε κάποτες πολύ στοϊκά, καθώς όταν ακούσαντας πως οι Ρωμαίοι πετροβολούσαν τον αδριάντα του, πασπάτευε το κεφάλι του κ' έλεγε πως δεν έπαθε τίποτα. Δεν αψηφούσε όμως πάλι και τον έπαινο, κι αυτό μας τόδειξε όταν έβαλε και του απάγγελναν επιτάφιους λόγους. Άλλο του ένα, που ποτές δεν τάχανε, παρά την είχε πάντα έτοιμη την απάντηση κι αποστόμωνε τον αντίπαλο του. Ο νους του ησυχία δεν είχε· μόλις αποφάσιζε κάτι, κ' έπεφτε σώμα και ψυχή στη δουλειά.
Από τα ψεγάδια του το πιο σπουδαιότερο, που το κάμανε δα και σούσουρο οι εχτροί του, είταν οι Ασιατικές του συνήθειες, καθώς γνωρίζουμε από τη ζωή του, από την καλοζωία του, και τέλος από τις οικογενειακές εκείνες τραγωδίες που ιστορήθηκαν. Όσοι όμως ξόδιασαν και τόσο μελάνι να τα περιγράψουν, αυτοί τα μετρήσανε με μέτρο, που αν τα βάζανε για μερικούς δικούς τους, μήτε για τα μισά τους δεν έσωνε.
Το πιο περιεργότερο στο στάδιο του απάνω είναι φυσικά το ουρανήσιο εκείνο σημάδι, που σοβαρά μας το δηγάται ο Ευσέβιος, λέγοντας μάλιστα πως κι άλλοι το είδανε μέρα μεσημέρι, και μερικοί νεώτεροι συμπεραίνουν πως πρέπει να φάνηκε τότες το φαινόμενο που βγαίνει κάποτε στα ουράνια σαν είδος σταυρός. Τέτοια σημάδια δεν είναι η μόνη φορά που ξηγηθήκανε με τρόπο προφητικό, αφού δα και στον αιώνα μας ακούστηκαν κάμποσα παρόμοια. Και μήτε αυτό είναι το μόνο θείο μήνυμα πούλαβε στη ζωή του ο Κωσταντίνος. Κι ο Άγιος Τάφος σα βρέθηκε, κ' η Κωσταντινούπολη σαν εγκαινιάστηκε, κι άλλα περιστατικά της ζωής του, μ' ονείρατα και με σημάδια τα προείδε ο ενθουσιασμένος του νους.
Ενθουσιασμένος με τη νέα θρησκεία, κι ως τόσο όχι ολότελα λευτερωμένος από τα δεσμά της αρχαίας. Αφίνουμε πια τη διπλόγνωμη πολιτική του στη Ρώμη. Μα μήτε στη Νέα Ρώμη δε δυνήθηκε να τις ξετινάξη τις παλαιικές του δοξασίες, αφού κι ο αδριάντας του είταν είδος Απόλλωνας μ' αντίς αχτίδες σταυρό, και στα νομίσματά του από τόνα μέρος είχε χαραγμένο τόνομα του Χριστού, κι από τάλλο την εικόνα του Εκατηβόλου με την επιγραφή «Sol invictus», δηλαδή «Ήλιος ανίκητος».
Δυο λόγια για την ειρηνική και φιλάνθρωπή του πολιτική. Αν πριν αποτελειώση το έργο του μεταχειρίστηκε και μερικά μέσα που σήμερα τα ονομάζουνε βάρβαρα, μια και στεριώθηκε στο θρόνο, άλλο δε ζήτησε παρά ειρήνη και μεταρρύθμιση. Είδαμε πόση λαχτάρα την είχε να ρηνέψη το Κράτος του· λαχτάρα που για χάρη της καταντούσε ναψηφάη σπουδαία δογματικά ζητήματα, και ναδική δίχως να το νοιώθη σοφούς κι άγιους ανθρώπους σαν τον Αθανάσιο. Η ιδέα της ειρήνης κυβερνούσε τώρα το νου του, καθώς άλλοτε ο πόλεμος κι ο ξολοθρεμός των αντιζήλων του. Και την ειρήνη αυτή δεν τη λαχταρούσε μόνο και μόνο για να συχάζη αναπαμένα με τις δάφνες του, παρά για να μεταρρυθμίση το Κράτος, θέτοντας το σε πιο φιλανθρωπική βάση. Κατάργησε λόγου χάρη τη σταύρωση, ευκόλυνε τους δούλους να ξεσκλαβώνουνται, λιγόστεψε το μεγάλο κακό του παιδοσκοτωμού, κι άλλα κάμποσα μέτρα έφερε που μόνα τους σώνανε να τον κάμουνε μεγάλο, μια και στοχαστούμε σε τι εποχή βασίλευε, και πόσοι αιώνες έπρεπε να περάσουν ωσότου να νοιαστούνε λαοί και ηγεμόνοι για παρόμοιες νομοθεσίες.
Αξίζει ίσως, πριν τελειώσουμε, να ξηγήσουμε κάπως καθαρώτερα τα θρησκευτικά χαραχτηριστικά του. Όσο και να τούλειπε η αγνή εκείνη, η αποστολική η ευσέβεια που συνεπαίρνει την ψυχή και μεταπλάθει τον άνθρωπο (πράγμα ως τα σήμερα δύσκολο για μας τους μεσηβρινούς), η αφοσίωση του όμως, καθώς και η πιστή εφαρμογή της χριστιανικής λατρείας, του είχε καταντήσει δεύτερο φυσικό. Νυχτιές αλάκερες ξαγρυπνούσε με την προσευκή. Ακολουθία δεν άφινε που να μην παρασταθή, κι από διδαχές, όταν δεν άκουγε άλλους, τις έκαμνε ατός του. Είναι αξιοσημείωτος ο τρόπος που άκουσε μια τέτοια διδαχή στο Παλάτι του. Στέκουνταν ολόρθος όλη την ώρα· του κάκου τον παρακινούσανε να θρονιαστή. Το παράσερνε ο Δίδαχος, κι ο κόσμος στενοχωριούταν. Ο Κωσταντίνος όμως, να τακούση δεν έστεργε πως ο λόγος καταντούσε κουραστικός, μόνο έλεγε και καλά να πάη εμπρός. Πάλι τον παρακαλούνε να καθίση στο θρόνο, και τότες γυρίζει και τους ρωτάει θυμωμένα πώς γίνεται να διδάσκεται ο θείος ο λόγος κι αυτός να κάθεται ραχατεύοντας. Τους δικούς του λόγους τους έβγαζε λατινικά, και τους ορμηνεύανε γραμματικοί επίτηδες διορισμένοι. Χιλιάδες προσκαλεσμένοι πήγαιναν τότε στο Παλάτι και τον άκουγαν. Πάντα στεκάμενος δίδασκε, πάντα μ' όψη και με φωνή σοβαρή. Και σαν έλεγε τίποτις που άρεζε του λαού και τον παινούσανε, σηκώνοντας αυτός το χέρι του αψηλά τους έκαμνε σημάδι να σωπάσουνε, θέλοντας να πη πως το Θεό να δοξάζουν κι όχι κείνονα. Θέματα έπαιρνε διάφορα για τους λόγους του. Ειδωλολατρεία, Θεία Πρόνοια, Άφεση, Κρίση, και τέτοια. κάποτες χτυπούσε και την αχορτασιά των Αυλικών του, και κείνοι τότες τον ακούγανε με πολύ σεβασμό, αν και τη διαγωγή τους δε φαίνεται να την άλλαζαν. Έπιασε κι αυτός μια φορά έναν τους απάνω στο λόγο του, και σημαδεύοντας με το κοντάρι του ανθρώπινο κορμί απάνω στη γης του λέει «μέσα σε τόσο τόπο θα χωρέση ό,τι πάρης μαζί σου».
Είπαν πως οι κολακείες των αυλικών του τονέ μέθησαν τέλος και τον κάμανε φαντασμένο. Κ' ίσως αυτό, μαζί με τις Ασιατικές του συνήθειες, τονέ χαλάρωσε κάπως στα τέλη του. Αλλιώς δεν ξηγούνται τα σφάλματά του τότες. Τα είδαμε τα σφάλματά του. Σύννεφα που σκέπασαν τον ήλιο απάνω στο γύρμα του.
Μπορούσαμε να μαζέψουμε κι άλλα φυλαχτήρια για τους όσους αγαπούνε να μαθαίνουνε όλα τα καθέκαστα ενός μεγάλου ανθρώπου. Έχουμε όμως δρόμο να ταξιδέψουρε μεγάλο και δοξασμένο, το δρόμο που μας άνοιξε ο Θείος του νους, και τον αποχαιρετούμε με τόσο σεβασμό, όση τούδειξαν αχαριστία και κακογνωμιά εκείνοι που κι από τα μας ίσως πιώτερο έπρεπε να τονέ δοξάζουν, που δίχως τ' Ανατολικό του προπύργιο Θεός ξέρει σε τι λογής βαρβαρωσύνη θα βρισκόντανε σήμερα βουλιασμένοι.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΩΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ 337 — 395
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ο Κωστάντιος
Πολύ σπάνια, μεγάλος άνθρωπος αφήκε μεγάλο διάδοχο. Αν είτανε στα καλά του ο Κωσταντίνος τότες που μοίραζε την Αυτοκρατορία, θα λέγαμε πως πρέπει να την παρατήρησε αυτή την αλήθεια, κι αφήκε πέντε διαδόχους, ίσως κ' έβγαινε ένας τους άξιος και ξεπερνούσε τους άλλους, καθώς ο ίδιος στη νιότη του. Και τούμοιασε ένας αληθινά, ο Κωστάντιος της Ανατολής· μα τούμοιασε μονάχα στους φόνους, στην αρπαγή της εξουσίας των αλλωνών και στην ανικανωσύνη να διακρίνη την αλήθεια από την απάτη, την τιμιότητα από τη ραδιουργία.
Εθυσε κι απώλεσε άμα έβαλε την κορώνα. Άρχισε πρώτα από τους δυο του θειούς. Κατόπι σφάζει τους αξαδέρφους του, και μαζί τους φυσικά το Δαλμάτιο και τον Αννιβαλιανό, κ' έτσι παίρνει μέσα στο Κράτος του τις Ελληνικές και της Αρμενικές χώρες. Έμνησκαν τα δυο του αδέρφια στη Δύση, Κωσταντίνος και Κώστας. Όχι πολύ καλλίτεροι μηδ' αυτοί, αφού ο ένας τους, ο Κωσταντίνος, δεν άργησε να κατεβή από τη Γαλατία με σκοπό να θανατώση τον Κώστα και ν' αρπάξη την Ιταλία. Χαντακώθηκε όμως ο ίδιος, επειδή σκοτώθηκε στα 340, κι άφησε τον Κώστα μονάχο στη Δύση ως δέκα χρόνια, ωσότου δηλαδή θανατώθηκε κι αυτός, όχι όμως από τον Κωνστάντιο, παρ' από τον αξιωματικό το Μαγνέντιο, που ίδρωσε έπειτα ο Κωστάντιος να τον ξεκάμη, και μόλις στα 353 το κατάφερε, χάρη νάχη τους Αλαμανούς και τους Φράγκους που τονέ βοήθησαν, κι όχι δίχως ακριβή πλερωμή, επειδή Γης Μαδιάμ την έκαμαν κατόπιν τη Γαλατία. Και τότες έμεινε πια ο Κωστάντιος Βασιλέας όλης της Αυτοκρατορίας, ωσότου απέθανε στα 361.
Αυτός είναι ο σκελετός της ελεεινής ιστορίας του Κωσταντίου, που ακόμα ελεεινότερη τού την έκαμε ο Πέρσος ο Σαπώρης Β', όταν τον έσπασε στα Σίγγαρα της Μεσοποταμίας, κ' ίσως θα μας άρπαζε τη Μικρασία αν δεν του αντιστέκουνταν οι Νισοβηνοί της Μυγδονίας.
Αν έβαλε και μερικούς νόμους ο Κωστάντιος, δεν είτανε νόμοι που άλλαξαν το Κράτος σημαντικά. Και μήτε φαίνεται πολύ καθαρά αν η νομοθεσία του προστάτευε τη Χριστιανοσύνη, αφού η εφαρμογή τους πολλές φορές έλειπε. Το βέβαιο είναι πως η χριστιανωσύνη, και μαζί της το Έθνος μας, έπαιρναν τώρα το δρόμο τους χωρίς μεγάλη βοήθεια από το θρόνο, μα και το εναντίο, καθώς βλέπουμε από τις ακόλουθες σκηνές της δραματικής ιστορίας του Αθανασίου.
Τον αφήσαμε τον Άγιο Πατέρα ξορισμένο στη Γαλατία, θυμούμαστε και του Αρείου το κακορρίζικο τέλος. Αν όμως ο Άρειος είταν αποθαμμένος, οι πολυάριθμοι οπαδοί του ζούσαν ακόμα. Και μη θέλοντας να τους κακοκαρδίση ο Κωσταντίνος, θαρρώντας και πως ο Άρειος πριν αποθάνη είχε παραδεχτή την ορθοδοξία, δεν τον προσκαλούσε πίσω τον Αθανάσιο. Ως τόσο μήτε αυτό δεν τους έσωνε τους ραδιούργους της Αλεξάντρειας, παρά πολεμούσανε να ρίξουν κάτω της Νίκαιας τα δόγματα, και νανεβάσουν τα δικά τους, μόνο που απέθανε άξαφνα ο Κωσταντίνος. Αν απέθανε όμως ο Κωσταντίνος, ζούσε και βασίλευε τώρα ο αχαραχτήριστος ο Κωστάντιος. Όσο κι α δίσταζε, όσο κι α φοβότανε στην αρχή, τον κατάφεραν οι Αρειανοί και συστήσανε με την άδεια του Σύνοδο Αρειανική στην Κωσταντινούπολη, και κανονίσανε δικό τους «Πιστεύω», πούλεγε το Σωτήρα «Ομοιοούσιο» κι όχι «Ομοούσιο», δηλαδή, απάνω κάτω, μα όχι όλως διόλου Θεό. Τάστρεξε αυτά ο Κωστάντιος, τα λογάριασε όμως δίχως το λαό του, που αρματωμένος πια τώρα με της ορθοδοξίας την αρματωσιά μήτε να τους ακούση δεν ήθελε τους Αρειανούς, μόνο ακολουθούσε με πίστη τον ατρόμητο τον Αθανάσιο.
Δεν είταν πια τώρα εξορία ο Ιεράρχης· τον έφερε στην αυλή του ο νεώτερος Κωσταντίνος άμα ανέβηκε στο θρόνο της Γαλατίας. Παρακινούσε μάλιστα τότες τον Κωστάντιο να τον αφήση να κατέβη στην Αλεξάντρεια και να ξανακαθίση στον Πατριαρχικό θρόνο· κι ο Κωστάντιος, αφαρμάκευτος ακόμα από τις Αρειανικές ραδιουργίες, σα να συφωνούσε. Στο μεταξύ όμως πεθαίνει ο Β' Κωσταντίνος, και μένει ο Αθανάσιος απροστάτευτος. Αρχίζουν τότες οι Αρειανοί τα παλιά τους, ξαναβγάζουνε στη μέση τους ψευτοκανόνες της Τύρος, κηρύχνουν το θρόνο της Αλεξάντρειας χερεμένο, και διορίζουν Αρχιερέα κάποιο Γρηγόριο. Τότες ο Αθανάσιος καταφεύγει στον άλλο αδερφό, τον Κώστα της Ιταλίας. Ο Κωστάντιος δίσταζε ακόμα, και πήγαινε μια από τόνα το μέρος και μια από τάλλο. Τον κατάπεισε όμως τέλος ο Κώστας κ' έμεινε από το δικό του το μέρος, και κατέβηκε πια τότες ο κοσμαγάπητος Ιεράρχης στην ποθητή του Μητρόπολη με μεγάλη πομπή. Ενθουσιασμένοι και δακρυσμένοι τον αποδέχτηκαν οι πιστοί, κι ολόκληρος ο Χριστιανικός κόσμος γιόρταζε το γύρισμά του. Είταν αυτή η γλυκύτερη ώρα της πολυπαθιασμένης ζωής του.
Όταν όμως στα 350 σκοτώθηκε κι ο Κώστας από το Μαγνέντιο, κι ο Μαγνέντιος πάλι μετά τρία χρόνια από τον Κωστάντιο, κ' έμεινε ο Ανατολικός Αυτοκράτορας μόνος του, δίχως μήτε κρίση μήτε δική του απόφαση, και τον έσερναν από τη μύτη οι Αρειανοί, τι άλλο μπορούσε να προσμένη η Ορθοδοξία παρά συφορές κι από τις πρώτες πιο χερότερες! Τον κατατρέχει λοιπόν πάλι και τον ξεθρονίζει τον Αθανάσιο ο Κωστάντιος, και μάλιστα νύχτα και με στρατιώτες σα συνωμότη. Τάγματα αλάκερα περιτριγύριζαν την Εκκλησία του, ενώ έκαμναν οι πιστοί αγρυπνιά. Οι άγριες φωνές τω στρατιωτών απέξω έπνιγαν τις ψαλμωδίες της ακολουθίας, κ' έτρεμαν από το φόβο οι ορθόδοξοι μέσα. Στεκάμενος όμως από το θρόνο του ο Αθανάσιος, ήμερος κ' υπομονητικός καθώς πάντα, παρακινούσε τους πιστούς να συχάζουνε, ψέλνοντας ένα νικητήριο ψαλμό του Δαβίδ. Σπάνουν τέλος τις θύρες οι στρατιώτες, και πέφτουν τα βέλη μέσα βροχή. Ξάστραψαν τα σπαθιά κ' οι αρματωσιές από τα φώτα των πολυελαίων καθώς πρόβαλαν οι στρατιώτες και χυμίξανε μέσα. Του κάκου παρακαλούν οι πιστοί τον Ιεράρχη να φύγη και να σωθή. Μήτε σάλευε από το θρόνο του ο ηρωικός ο Αθανάσιος, όσο έβλεπε και κιντύνευαν ακόμα ορθόδοξοι γύρω του. Και μόνο σανέ γλύτωσαν όλοι, αποφάσισε και πέρασε από τα μανιασμένα τα στίφη και χώθηκε μέσα στο σκοτάδι. Γλίστρησε, λέγουν, και σαν έπεσε, πατήθηκε από τους στρατιώτες. Πάλε όμως τον έσωσε η Πρόνοια, και μείνανε με τη χαρά τους όσοι ελπίζανε να φέρουν το κεφάλι του στους Αρειανούς, γιατί αυτός είταν ο σκοπός τους, κι όχι απλό ξεθρόνισμα.
Τέτοια πάθια υπόφερνε ο ακλόνιστος αυτός μάρτυρας της Εκκλησίας για την αλήθεια και για την πίστη, και μας αφήκε κλερονομιά, σιμά στα καλά της ορθοδοξίας, και ζωηρή εικόνα της εποχής του, εικόνα που αν από τη μια μας δείχνει τι χαλασμό μπορεί να σηκώση ένας ανόητος Βασιλέας τριγυρισμένος από παμπόνηρους θεομπαίχτες, από την άλλη όμως μας παρασταίνει πόση αντίσταση φέρνει ο μεγάλος ο νους, με μονάχο του όπλο τη δύναμη του, με μονάχη ασπίδα την πίστη του αφοσιωμένου λαού του· φαινόμενο που απανωτά ξάστραψε στον Ελληνικό τον ορίζοντα και τότες, κι αργότερα, και στους καιρούς μας ακόμα.
Πήρε λοιπόν πάλι τα μάτια του κ' έφυγε ο Αθανάσιος, κι όμως μήτε δύναμη μήτε αξιοπρέπεια δεν έχασε. Έγραψε μάλιστα μακρόθυμο γράμμα του Κωσταντίου και του παράστησε την υπόθεση ήσυχα και καθάρια. Και δίχως παράπονο για τα τόσα παθήματά του, παρακαλούσε τον Ύψιστο να φωτίση τον πλανεμένο το Βασιλέα.
Είταν όμως κουτοπόνηρος ο Κωστάντιος, και την κουτοπονηριά μήτε λογική μήτε συμπάθεια δεν την αγγίζει. Έμεινε αμετάπειστος· κι όχι μονάχα αμετάπειστος, μόνο αγρίεψε κιόλας, και πρόσταξε κατατρεγμούς που μονάχα στου Διοκλητιανού τους καιρούς βρίσκουν ταίρι.
Πλανιούνταν ο άγιος ο γέρος από ρημιά σε ρημιά, από μοναστήρι σε μοναστήρι. Κάμποσες φορές κιντύνεψε να πιαστή, μα τονέ γλύτωναν πάντα οι πιστοί του. Λες και τ' αφρόγαλα της ορθόδοξης ρωμιοσύνης είταν τότες κλεισμένο μέσα σ' αμέτρητα ρημητήρια, και μαζί του κι ο αρχηγός της. Λες και δεν κοτούσε να φανή το Έθνος στον κόσμο και να τα χαρή ακόμα τα καλά που του τοίμασε του Κωσταντίνου το λάβαρο. Τι λοιπόν παράξενο αν έμεινε ως το τέλος βαθειά χαραγμένο το θρησκευτικό στοιχείο μέσα στην ιστορία του!
Όπου έβρισκε καταφυγή ο ξορισμένος ο πατριάρχης, έμνησκε εκεί κ'
έγραφε, όλο έγραφε γράμματα αποστολικά της Χριστιανωσύνης.
Ταντίγραφαν αμέσως οι Ερημίτες, και τα σκορπίζανε σ' Ανατολή και σε
Δύση.
Είταν, καθώς το είπαμε κι άλλοτε, διψασμένος ο κόσμος από αλήθεια κι από ζωή. Τηνέ μοίραζε αλύπητα στο λαό του ο Αθανάσιος. Αθώρητος βασίλευε και κυβερνούσε το ποίμνιο, κατατρεγμένο και βασανισμένο καθώς είταν από κακορρίζικο Βασιλέα. Κ' έτσι μας έρριχτε το σπόρο της θείας δυναμωσύνης που ρίζωσε μέσα στα φυλλοκάρδια μας, που μας την έκαμε χτήμα εθνικό την Ορθοδοξία, σα να το πρόβλεπε ο μεγάλος του νους πως έμελλε μια μέρα αυτή η πίστη να πιάση τον τόπο της αποθαμμένης φιλοπατρίας και να μας γλυτώσει από μεγάλους κιντύνους.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Τα πρώτα χρόνια τον Ιουλιανού
Ξαναπαίρνουμε την ιστορία από μερικά χρόνια πριν αποθάνη ο Κωστάντιος, επειδή τα στερνά χρόνια του Κωσταντίου είναι και τα πρώτα του Ιουλιανού. Κι ο Ιουλιανός δεν είταν άνθρωπος με τα συνηθισμένα συστατικά, καλά ή κακά ενός βασιλέα, παρά αλλόκοτο φαινόμενο, που για να το καταλάβουμε πρέπει από την αρχή του να το κοιτάξουμε και να το μελετήσουμε. Στο δρόμο μας απάνω θανταμώσουμε φυσικά και τον Κωνστάντιο· ήρωας όμως του μέρους τούτου θα είναι ο Ιουλιανός, ο περίφημος ο Παραβάτης που καταπιάστηκε να μας ξαναφέρη τα παλαιά, ό,τε άρχιζε ο κόσμος να παίρνη την καινούρια μορφή του.
Ο Ιουλιανός κι ο αδερφός του ο Γάλλος είταν τα μόνα αξαδέρφια του
Κωσταντίου που γλύτωσαν από τη βασιλική του σπάθα.
Είταν τότες ακόμα παιδιά, κι ορφανά μάλιστα, αφού ο πατέρας τους, ο Ιούλιος Κωσταντίνος, πήγε κι αυτός με τάλλα τα θύματα. Φρόντισε ο Κωστάντιος να φυλαχτούν καλά και τα δυο παιδιά, πρώτα στην Ιωνία και στη Βιθυνία, κατόπι μέσα σ' αραχνιασμένο παλάτι της Μικρασίας κοντά στην Καισάρεια. Εκεί κλεισμένοι μαθαίνανε γράμματα από δασκάλους ονομαστούς στον καιρό τους. Ο Γάλλος, ο μεγαλήτερος, δε φαίνεται να πολυπρόκοψε, επειδή, όταν οι Ευνούχοι της Πρωτεύουσας ενεργήσανε κ' έγινε Καίσαρας της Ασίας στα 351, έδειξε τόση αγριωσύνη — μάλιστα τότες που, αφού έβρισε δυο υπουργούς του Κωσταντίου σταλμένους στην Αντιόχεια να ξετάσουνε μερικά του κακουργήματα, τους έδεσε ύστερ' από τα πόδια και τους σέρνανε στους δρόμους — που τον έφερε ο Κωστάντιος στην Πρωτεύουσα, κ' ύστερ' από ψεύτικη κρίση πρόσταξε και τονέ δέσανε πιστάγκωνα και τον κόψανε μέσα στη φυλακή σαν κοινό κακούργο.
Ο Ιουλιανός ύστερ' από το κακό τέλος του αδερφού του δεν είτανε να τονέ ζουλέψη άνθρωπος. Όλοι τον υποψιάζουνταν, από τον Κωστάντιο και κάτω, και μάλιστα οι παντοδύναμοι οι Ευνούχοι του παλατιού. Για καλή του τύχη όμως είχε την καλοκάγαθη Αυτοκρατόρισσα Ευσεβία από το μέρος του, και πότε με τη βοήθεια της, πότε με την πολιτική του, γνωρίζοντας να κρύβη τους στοχασμούς του, ξεγλύτωσε από τα νύχια του Κωσταντίου. Έστερξε λοιπόν ο Βασιλέας να τον αφήση μονάχα ξορισμένο. Ο τόπος όμως που διάλεξε για εξορία του, η Αθήνα, μας δείχνει πόσο λίγο γνώριζε και τον αξάδερφό του και την Αθήνα.
Τα είδαμε της Αττικής Πρωτεύουσας τα καμάρια τους πρώτους δύο τρεις αιώνες. Και κείνα που είδαμε τότες, κι αυτά που θα δούμε τώρα, αν άλλο δε μας διδάσκουν πολύ σοφό, μας φανερώνουν όμως πως ό,τι αληθινή ζωή και δύναμη έμνησκε στο Έθνος, είτανε χρόνους και χρόνους φευγάτη από τα μέρη εκείνα. Ένα και μονάχο στολίδι το φύλαγε ακόμα η πατρίδα του Περικλή και του Πλάτωνα, τα δοξασμένα της μνημεία και τη χαριτωμένη της γλώσσα που διδάσκουνταν ακόμα, και βέβαια και θα μιλιότανε μέσα στον «κύκλο» με κάποια αττική χάρη. Όλα της τάλλα είτανε φαντάσματα, ίσκιοι και πυροτεχνήματα, σαν και κείνα που βλέπουμε να παρασταίνουν πολέμους, παράταξες και τέτοια, θεατρικά μάλλους λόγους παιχνίδια. Τρέχανε φυσικά στην Αθήνα όσοι νοιώθανε μέσα τους σεβασμό προς ταρχαία και λαχτάρα να μάθουν τα μυστήρια της θείας γλώσσας. Η διδασκαλία της όμως είταν τόσο αγυρτική και με δίχως ουσία, που έπρεπε μα την αλήθεια νάχη άνθρωπος σιδερένιο στομάχι κ' έξοχο καλλιτεχνικό ενθουσιασμό, για να την χωνεύη μένοντας εκεί και να μην τη συνορίζεται. Αναγούλα σε πιάνει διαβάζοντας την περιγραφή της ελεεινής εκείνης κωμωδίας. Είχε πια καταντήσει όχι εμπόριο, παρά ληστεία η Αθηναϊκή η διδασκαλία. Ως και μεσίτες φύλαγαν κάτω στον Περαία και μάζευαν τους ξένους για να τους φέρουνε στα σοφιστικά καταστήματα. Μα κι ως το Σούνι ξεκινούσανε και τους βάζανε στο χέρι, και τους φοβέριζαν κιόλας ανίσως κ' είχανε σκοπό να κατέβουν αλλού. Τέλος καταντούσε να ζητούν οι δύστυχοι οι φιλόμουσοι βοήθεια από τους καραβοκυρέους, να τους γλυτώσουν από τους άγριους, αυτούς σοφούς· επειδή δεν είταν οι μεσίτες μονάχα, μα κ' οι ίδιοι οι δάσκαλοι κατέβαιναν και τους καμάκευαν. Ανάστατη γίνουνταν η χώρα σαν έφταναν τέλος οι ξένοι. Βρίσκανε τους δασκάλους μοιρασμέους σε κόμματα, τους μαθητάδες το ίδιο. Κι όχι μονάχα ξύλο έπαιζε, παρά και στάρματα έτρεχαν κάποτες. Και σα δεν είχαν πια χωρισμό, τους φώναζε ο Ανθύπατος στη Κόρινθο και τους πρόσταζε να βγάζουνε ρητορικούς λόγους· κι όποιος έβγαζε τον καλλίτερο λόγο, αυτός είταν ο νικητής.
Εξόν από μερικούς που δεν πρόσμεναν από τους Αθηναίους σοφία, παρά μονάχα Ελληνικά γράμματα, καθώς λόγου χάρη οι δυο Ιεράρχηδες Βασίλειος και Γρηγόριος, εξόν απ' όσους φυλάγανε μέσα τους, κάποια ευλάβεια προς ταθάνατα μνημεία της αρχαιότητας, και θωρώντας τα βάφτιζαν το νου τους μέσα στης τέχνης τα θεία μυστήρια, όλοι οι άλλοι που κατεβαίνανε στην Αθήνα πέφτανε στα δίχτυα ψευτοδασκάλων και τοκογλύφων. Είταν η βιομηχανία της χώρας, αυτή. Κακή ψυχρή όμως, την υποστήριζαν ακόμα όσοι δεν είχανε χαμένη την αγάπη της αρχαίας θρησκείας, κι αυτό δίχως άλλο έκαμε τον Ιουλιανό και καταχάρηκε σαν έμαθε πως για κει τον τοίμαζε ο Κωστάντιος.
Ο Ιουλιανός, καθώς είπαμε, δεν είταν άνθρωπος δίχως αξία. Το χαρακτήρα του όμως τον έπλασαν αλλόκοτο τρία σπουδαία περιστατικά της νεανικής του ζωής. Πρώτα, η σκληρόκαρδη η πολιτική του Κωσταντίου, που Χριστιανός όντας γέμισε το Κράτος του αίμα αδερφικό και συγγενικό, αίμα που του φαρμάκεψε την καρδιά· δεύτερο, η περιορισμένη του αναθροφή, περιορισμένη όχι από βιβλία κι από δασκάλου — αυτά τα είχε περίσσια· μόνο από πείρα κι από κοσμογνωρισιά, φυλακισμένος καθώς έμνησκε στα μακρινά και στα ξένα, έξω από τα δράματα, της καθημερνής ιστορίας. Τρίτο, κ' ίσως σπουδαιότερο περιστατικό, τα λογομαχητά και τα μαλλοφαγώματα των Αρειανών και των Ορθοδόξων. Από τέτοια στοιχεία τριγυρισμένος, κι από φυσικό του πλασμένος να στοχάζεται και να μελετά, ποιο άλλο χρώμα να πάρη παρά το φιλοσοφικό, το θεωρητικό, το δασκαλήσιο; Του καρφώθηκε του Ιουλιανού η ιδέα πως όλα τα κακά που υπόφερνε τότες ο κόσμος, αιτία τους είταν η νέα θρησκεία που πλημμύρισε τα Κράτος με μαχητές και με σκάνταλα, και πως ο κόσμος θα μονοιάση μια κι αναστηθούν οι Ολύμπιοι! Και δεν είτανε μονάχος του ο Ιουλιανός, παρά, καθώς ο Κωστάντιος είχε κάπως τους Αρειανούς αποπίσω του, έτσι και το νέο τον ερημίτη τον πήρανε στο λαιμό τους οι Εθνικοί κ' οι καψοφιλόσοφοι, που είχε ακόμα ο τέταρτος ο αιώνας κάμποσους, κέξω από την καθαυτό Ελλάδα. Έπειτα και το Ιερατείο τους, όχι στην Ελεψίνα μονάχα, παρά και στην Έφεσο. Και τέλος ένα στράτεμα προφήτες, μάγοι, θαματουργοί, και δαιμονολόγοι, που είχανε βέβαια κι αυτοί τα συφέροντά τους. Όλοι τους τον τριγύριζαν τον Ιουλιανό σα μελίσσια. Δε βάσταξε ο θεωρητικός του ο νους. Μην έχοντας αρκετή σαβούρα από κρίση, έχτισε μέσα στη φαντασία του ένα σύστημα, που μήτε φιλοσοφικό είτανε μήτε ειδωλολατρικό, παρά και τα δυο. Από τη μια πίστευε πως υπάρχει ένας Μεγάλος Θεός, κι από την άλλη παραδέχουνταν πως ο Μεγάλος ο Θεός είχε βαλμένους τους Ολύμπιους να κυβερνούν τα επίγεια. Με τέτοιες δοξασίες θαρρούσε ο καλότυχος πως θα ξαναφέρη τα παλιά τα μεγαλεία, και με τέτοια καύκαλα κατέβηκε στην Αθήνα (355).
Έρχεται εκεί, τηράει τα δοξασμένα μνημεία, τους θεόλαμπρους ναούς και ταγάλματα, ακούγει τους σοφοπόνηρους εκείνους ρητόρους που και ξυπνότερούς του ξελαγιάζανε με τα μελένια τους λόγια, πηγαίνει στης Ελεψίνας τα μυστήρια, πηγαίνει στα πανηγύρια και στους αγώνες, και σαν είδος μονομανία τον πιάνει η βαθιόρριζη εκείνη ιδέα που τόσους χρόνους την κρυφοχάδευε στην καρδιά του. Στον έξω κόσμο μηδέ τώρα δεν ξεστόμιζε τίποτις, επειδή ο Κωστάντιος δε χωράτευε ανίσως και πηγαίνανε σταυτί του τέτοιες ιδέες. Το τι έλεγε όμως με τους Ιεροφάντηδες και τους άλλους δικούς του, δύσκολο δεν είναι να το μαντέψουμε. Και τα προηγούμενά του και τα κατοπινά μας το δείχτουν πως συναγροικιούνταν από τότες με τους Αθηναίους του. Σκάρωσε δουλειά μεγάλη μαζί τους, να σηκώση, άμα το φέρη η ώρα, τη σημαία της αρχαίας θρησκείας και να γλυτώση τον κόσμο. Το περίεργο είναι που ο Ιεράρχης ο Γρηγόριος, μαθητεύοντας τότες κι αυτός και παρατηρώντας τους τρόπους του, δε δυσκολεύτηκε να διακρίνη τους στοχασμούς του. « Σα να τονέ μυρίστηκα» λέει σ' έναν του λόγο «από ταλλοιώτικά του φερσίματα. Σα να το υποψιάστηκα πως καλά σημάδια δεν είταν οι ώμοι εκείνοι οι αγέρωχοι κ' οι ανασηκωμένοι, τα γουρλωμένα τα μάτια, η άταχτη η περπατηξιά του, το φύσημα του ρουθουνιού, τα στραβομουριάσματα, ταδιάντροπο και το σπασμωδικό το χαχλάνισμα, τάσκοπά του γνεψίματα, και ταταίριαστα λόγια του. Μόλις τα παρατήρησα όλ' αυτά, κ' είπα, τι κακό της φυλάει της Ρωμιοσύνης»!
Στο μεταξύ δούλευε ως τόσο η Ευσεβία, κ' έστερξε τέλος πάντων ο Κωστάντιος να τον κάμη Καίσαρα τον Ιουλιανό. Ύστερα λοιπόν από έξη μήνες φιλοσοφία τράβηξε κατά τη Γαλατία, που είχε ανάγκη ο Βασιλέας εκεί από καλό Κυβερνήτη. Και φαίνεται πως πιδέξια τάβγαλε πέρα στη χώρα εκείνη, που τηνέ βασάνιζαν τότες οι Γερμανοί, επειδή σε πέντε χρόνια μέσα τους έδιωξε τους βαρβάρους. Ο Κωστάντιος όμως τότες με το ζαβό του κεφάλι, αντίς να τον καλοπιάση τον Ιουλιανό και να τον έχη από κοντά του, τονέ ζούλεψε, και φοβηθέντας μην τύχη και του σκαρώσουν οι Λεγεώνες τίποτις πραξικόπημα, τις προστάζει να κατέβουν και να πολεμήσουν τον Πέρσο. Οι Λεγεώνες όμως, αγαπώντας τον Ιουλιανό και μη στέργοντας να τον αφήσουν, κάμνουν ίσα ίσα εκείνο που πάσκιζε ν' αποφύγη ο Κωστάντιος. Εκλέγουνε δηλαδή τον Ιουλιανό Βασιλέα τους στη Λουτητία (το σημερινό το Παρίσι) χωρίς να το θέλη. Ζήτησε ο Ιουλιανός να τα βολέψη με τον Κωστάντιο, μα του κάκου. Έβραζε ο Κωστάντιος από την οργή του· είταν αποθαμμένη τώρα κ' η Ευσεβία. Άλλο λοιπό δεν τούμνησκε του Ιουλιανού παρά να πάρη το στρατό και, να κατέβη να πολεμήση τον Κωστάντιο, κι αυτό έκαμε. Για καλή του όμως τύχη πεθαίνει στο μεταξύ ο Κωστάντιος, κι αναγνωρίζεται τότες ο Ιουλιανός Βασιλέας απ' όλο το Κράτος (361).