The Project Gutenberg eBook of Η αγάπη (Τριλογία)
Title: Η αγάπη (Τριλογία)
Author: Christos Christovasilis
Release date: May 9, 2010 [eBook #32304]
Language: Greek
Credits: Produced by Sophia Canoni
Produced by Sophia Canoni
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Bold words have been included in &. Words in italics have been included in _. Footnotes within notes have been placed immediately below the note and have been indented
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _. Σημειώσεις μέσα στις σημειώσεις έχουν τεθεί ακριβώς από κάτω από την σημείωση.
Χ. ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗ
Η ΑΓΑΠΗ (ΤΡΙΛΟΓΙΑ)
Ο ΑΝΤΡΕΙΩΜΕΝΟΣ - Η ΑΝΕΡΑΣΤΗ - Η ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ
ΑΘΗΝΑ
ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ Π. Α. ΠΕΤΡΑΚΟΥ
1906
Ο ΑΝΤΡΕΙΩΜΕΝΟΣ
Ψηλά σε ράχην ώμορφη και δεντροστολισμένην,
Οπούχε κάμπους γύρα της και λόγγους και λειβάδια,
Και βρύσες δέκα τέσσερες, εφτάκρουνες, δροσάτες,
Με κάνναλες ολάργυρες και γούρνες μαρμαρένιες,
Είταν ‘νας Πύργος πάμπαλιος, χίλιων χρονώνε πύργος,
Πούχε τους τοίχους του πλατυούς, γερούς, βραχοχτισμένους,
Πράσινους, καταπράσινους και με κισσούς ντυμένους,
Υπέρψηλα παράθυρα με σιδηριές φραγμένα
Και θύρα δίφυλλη χοντρή, σιδηροσκεπασμένη,
Πάντα κλεισμένη και βουβή, μανταλωμένη πάντα,
Και μέσα κάθονταν κλειστή με τετρακόσιες δούλες,
Ωριοπανώρια κορασιά, στον κόσμο ξακουσμένη,
Ρηγάγγονο, ρηγόπαιδο, μοναχοθυγατέρα,
Πούχε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος
Και τον λαμπρόν αυγερινό στη φλογερή ματιά της,
Κι’ εννιά λιοντάρια για σκυλλιά στους άλυσους δεμένα,
Π’ όλην τη νύχτα τ’ άφινε λυτά να τριγυρίζουν
Μες στες πλατύχωρες αυλές, τες μαρμαροστρωμένες,
Να τη φυλάν κοιμάμενη, σαν μπιστεμένοι φίλοι,
Μην έμπουν μέσα αλλόφυλοι, κι’ εχτροί και την αρπάξουν,
Για να ονειρεύεται ήσυχη στ’ ολόχρυσο κρεβάτι
Το παλληκάρι τώμορφο, το χιλιοπαινεμένο,
Που θα βρισκόντανε ποτέ στη γη την οικουμένη,
Να τώπαιρνε για ταίρι της, να του άνοιγε του Πύργου
Τη θύρα την κατάκλειστη, μαζί με την καρδιά της.
Είταν η Κόρη ολάρφανη πο μάνα, πο πατέρα….
Οι Μοίρες αι σκληρόκαρδες την είχανε μοιράνει,(1)
Που αν μάθαινε την τύχη της, το μαύρο ριζικό της,
Θάχανε τους γονέους της και μοναχή θα ζούσε….
(Την έμαθε τη μοίρα της, το μαύρο ριζικό της
Κ’ έχασε τους γονέους της και μοναχή της ζούσε)
Κι’ αν έβγαινε και μια στιγμήν από τον Πύργον έξω,
Θάχανε και τον Πύργο της και τ’ άπειρα της πλούτη
Και το ψωμί θα λίμαζεν, όσον καιρό κι’ αν ζούσε,
Κι’ αν όποιον έπαιρν’ άντρα της κι’ αν όποιον αγαπούσε
Δεν είταν άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι,
Θα ρεύανε τα μάτια της, πο το πολύ το κλάμα
Και πάντα μες στη σκοτεινιά θεότυφλη θα ζούσε.
Κι’ η Κόρη, ξέροντας καλά το μαύρο ριζικό της,
Δεν έβγαιν’ έξω κάμποτε, μόν’ κάθονταν κλεισμένη
Και γύρευε άντρα ανεύρισκον σ’ Ανατολή και Δύση,
Που να είνε άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι.
Προξενητάδες πέζευαν στον Πύργο καθεμέρα
Της Κόρης της πεντάμορφης, της ξακουσμένης Κόρης,
Άλλοι σταλμένοι απ’ άρχοντες, κι’ από ρηγάδες άλλοι,
Και προξενιές της φέρνανε και τη ζητούσαν νύφη
Για ζηλευτά ρηγόπουλα, για πρώτους αφεντάδες,
Κι’ εκείνη πάντα αρνώντανε το λόγο της να δώση,
Κι’ ουδέ ρηγόπουλο ήθελε, κι’ ουδέ κανέν’ αφέντη,
Αλλ’ ήθελε άξιον κι’ ώμορφο, γερόν και παλληκάρι,
Που να μην έχη ταίρι του σ’ όλη την οικουμένη,
Στη δύναμη, στην ωμορφιά και στο γλυκό τραγούδι,
Και μαραμένοι γύριζαν όλ’ οι προξενητάδες,
Χωρίς την αρραβώνα της την πολυζηλεμένη.
Κι’ η Κόρη κάθονταν κλειστή, πικρή και μαραμένη,
Κι’ ως που να βρη το ταίρι της κατά την αρεσιά της,
Καθώς αι μαύρες Μοίρες της την είχανε μοιράνει.
Τρεις ώρες εστολίζονταν ακέριες κάθε μέρα,
Μπρος σε διαμαντοστόλιστον κι’ ολόχρυσον καθρέπτη,
Και ξένταε και χτένιζε μακρυά μαλλιά και μαύρα,
Με διαλυστήρι ολόχρυσο και λεφαντένιο χτένι,
και τάπλεγε μακρυά-μακρυά και τάφκιανε πλεξίδες,
Σταυροδεμένες ώμορφα στη μέση στη χωρίστρα.
Τρεις άλλες ώρες έγνεθε μετάξι διαλεγμένο,
Μ’ αδράχτι, βέργα, μάλαμμα, σφοντύλι διαμαντένιο,
Και ρόκα χρυσοκέντητη με χίλια δυο κεντίδια
Κι’ έβγαζε γνέμα κάτασπρο, σα φεγγαριού λαμπρύλες….
Άλλες τρεις ώρες ύφαινε μεταξωτά διασίδια
Σε λεφαντένιον αργαλειό με χρυσαφένιο χτένι
Κι’ έβγαζε βλάρια το πανί μ’ ολάργυρη σαΐτα,
Κι’ άλλες τρεις ώρες κάθονταν ψηλά στο παραθύρι,
Κι’ αγνάτευε κατάκαμπα κι’ αγνάτευε τες ράχες,
Να ιδή το νιο που ωρέγονταν, τον ποθητό λεβέντη,
Που θα είταν άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι,
Και θάρχονταν χαρούμενος γυναίκα να την πάρη,
Και προς το γύρμα του ήλιου αρχίναε το τραγούδι,
Με μια χαρμόσυνη φωνή, σαν απ’ αγγέλου στόμα.
Και το τραγούδιν έλεγε και το τραγούδι λέγει:
« Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου,
» Ποιος είνε άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι,
» Να σπάζη με τα χέρια του τα σίδηρα σα βέργιες,
» Με το βαρύ του βάδισμα να ξερριζώνη βράχους,
» Να φεύγη σαν την αστραπή, να τρέχη σαν τ’ αγέρι;
« Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου.
» Ποιος είνε άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι,
» Να καβαλλάη τα θεριά, να πιάνη τα λιοντάρια,
» Να ξελακκόνη τα βουνά και να τ’ αναμοχλεύη.
» Και μες στ’ αναμοχλέματα ποτάμια να γυρίζη;
« Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου,
» Ποιος είνε άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι,
» Να μάση χίλια αγριόγιδα και να τα κάνη στάνη,
» Να τα βοσκάη στους γκρεμούς, στα πλάγια να τ’ αρμέγη
» Να βγάζη τ’ αγριοβούτυρο, να πήγη τ’ αγριοτύρι;
« Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου,
» Ποιος είνε άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι,
» Νάχη φωνή τον κεραυνό κι’ ανάσα τη φουρτούνα,
» Να τραγουδάη και νάρχωνται τ’ αρκούδια να χορεύουν,
» Κι’ από τη ζήλεια την πολλή τ’ αηδόνια να σωπαίνουν;
« Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου,
» Σαν τέτοιον άντρα επιθυμώ, σαν τέτοιον άντρα θέλω,
» Να δώσω την αγάπη μου, να δώσω την καρδιά μου,
» Και τη χρυσή αρραβώνα μου, την πολυγυρεμένη,
» Που χίλοι την εγύρεψαν και χίλιοι την γυρεύουν
» Και χίλιοι φαρμακώθηκαν πο την πολλή τους λύπη,
» Κι’ ακόμα δεν την έδωκα κι’ ακόμα δεν τη δίνω,
» Γιατ’ όσοι μου την ζήτησαν και την ζητούν, κανένας
» Δεν είνε άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι,
» Όπως το θέλει η Μοίρα μου, το μαύρο ριζικό μου.»
[?] διαλάλημα, της Κόρης το τραγούδι
Περνούσε λόγγους και βουνά και θάλασσες και κάμπους,
Και σαν αγέρας χύνονταν στη γη την οικουμένη,
Κι’ όλος ο κόσμος τ’ άκουγαν, χωριά και πολιτείες,
Και στέναζαν από καημό τα παλληκάρια όλα,
Και δάγκαναν τα χείλια τους και χτύπαγαν τα στήθια,
Και πέφτανε σ’ απελπισιά δεινή, γιατί κανένας
Δεν είταν άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι,
Νάχη τα τέσσερα μαζύ: αξιάδα κι’ ωμορφάδα,
Υγεία και παλληκαριά, και να μπορή να κάνη
Της Κόρης τα θελήματα και τα διαλαλητά της,
Πώλεγε το τραγούδι της στον ήλιο στον τρισήλιο.
Μόν’ ένας δεν εστέναξε, δε δάγκασε τα χείλια,
Δε χτύπησε τα στήθια του μ’ απελπισιά και θλίψη,
Μόνο της Χήρας το παιδί, μόνον ο Γυιός της Χήρας,(2)
Που κοίτονταν στη φυλακή, στα σίδηρα ριγμένος,
Και τον κρατούσαν εκατό, τον φύλαγαν διακόσιοι,
Γιατ’ είταν άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι,
Κι’ αμ’ άκουσε της Κορασιάς το ξακουστό τραγούδι,
Πο την αγάπη την πολλή, πο τον πολύν τον πόθο,
Τα δυνατά του έβαλε με την καρδιά του όλη,
Έγεινεν εκατό φορές πλειο δυνατός ακόμα,
Ετσάκισε τα σίδηρα, που είτανε ριγμένος,
Ξεμόχλεψε της φυλακής της σιδερένιες θύρες,
Πρόντησε τους φυλάκους του, σα λαφιασμένα γίδια,
Που τρέχουν τα βουνόπλαγα λυκοκυνηγημένα,
Και ρίχτηκε όξω λεύτερος, σαν άγριο λιοντάρι….
Σιάστηκε και στολίστηκε κι’ έβαλε τ’ άρματά του,
Και κίνησε χαρούμενος και κίνησε τρεχάτος,
Να πάη να βρη την Κορασιά, να βρη τη Ρηγοπούλα,
Που γύρευε άξιον κι’ ώμορφο, γερόν και παλληκάρι,
Να τον θελήση, γι’ άντρα της, γυναίκα να την πάρη.
Στο δρόμον οπού πήγαινε, πεζός κι’ αρματωμένος,
Χαρούμενος και γελαστός, με την καρδιά γεμάτη,
Απώναν πόθον άρρητο και μια μεγάλη αγάπη,
Τα βράχια ξερριζόνονταν από το βάδισμά του,
Κι’ έφευγε σαν την αστραπή, κι’ έτρεχε σαν τ’ αγέρι.
Έτρεχε αδιάκοπα μπροστά, σαν άγρια τρικυμία…
Δώδεκα οργυιές το βήμα του, το πήδημα σαράντα.
Κι’ όταν επαραβιάζονταν στο χώμα δεν πατούσε.
Τ’ αγροίμια ξεφωλιάζονταν, προντούσαν τ’ αγριοπούλλια,
Κι’ ο κουρνιαχτός σηκόνονταν και πήγαινε τ’ αψήλου,
Σα να είταν σύννεφο βαρύ, μαύρος καπνός κι’ αντάρα…
Κι’ εκεί που γοργοδιάβαινε και γοργοπερπατούσε,
Ένα θεριό καβάλλησε κι’ έπιασε εφτά λιοντάρια,
Ξελάκκωσε τρία Βουνά, τα τρία στην αράδα,
Και μες στα ξελακκώματα γύρισε εννιά ποτάμια,
Ποτάμια γοργορρέματα μ’ αφρούς και καταράχτες,
Κι’ έτρεχαν χώρες και χωριά, κι’ έτρεχαν πολιτείες
Να ιδούν της Χήρας το παιδί, να ιδούν το παλληκάρι,
Που διάβαινε σα διοσημειό, δα θεϊκό μεγάλο.
Και τράβαε και τράβαε κι’ όλο μπροστά τραβούσε,
Καβάλλα απάνω στο θεριό, που ρυάζουνταν με λύσσα.
Κι’ έβγαζαν τα ρουθούνια του φωτιά, καπνό και λαύρα,
Και παίρναν τα βουνά φωτιά και καίγονταν τα δέντρα.
Σειώνταν η γη στο διάβα του, φουρτουνιασμένη μαύρη,
Κι’ αχολογούσαν τρόγυρα λακκώματα και κόρφοι,
Κι’ εκεί που γοργοδιάβαινε λακκές και μεσοβούνια,
Ξέκοψε χίλια αγριόγιδα και τάκανε μια στάνη…
Τα βόσκησε μες τους γκρεμούς και τάρμεξε στα πλάγια,
Κι’ έβγαλε τ’ αγριοβούτυρο κι’ έπηξε τ’ αγριοτύρι.
Και τράβαγε και τράβαγε κι’ όλο μπροστά τραβούσε
Σα σύφουνας τρομαχτικός, σαν αγριοβόρρι μαύρο,
Με τ’ αγριόγιδα μπροστά με τα λιοντάρια πίσω,
Και τα ποτάμια πλάγι του τρεχάτα κι’ αφρισμένα…
Σαν κεραυνός σαλάγαγε τ’ αγριόγιδα να τρέχουν,
Και τα λιοντάρια ανάγκαζε να σέρνωνται κοντά του,
Κι’ αχούσεν η ανάσα του πο τον πολύν το μόχτο,
Σαν αγριεμένη θάλασσα, που σπάει στ’ ακρογιάλι,
Κι’ όταν εκοντοζύγωσε στης Κορασιάς τον Πύργο,
Ένα τραγούδι αρχίνησε να γλυκοτραγουδάη,
Με μια ασυνήθιστη φωνή, μ’ έναν σκοπόν ουράνιο,
Που τρέξανε χαρούμενα στο πλάγι του τ’ αρκούδια,
Πηδώντας και χορεύοντας, και χοροπερπατώντας,
Τ’ αηδόνια βουβαθήκανε, πο την πολλή τους ζήλεια,
Σωπάσαν όλα γύρω του, οι θόρυβοι σβυστήκαν,
Ο κόσμος όλος στάθηκε προσεχτικός ν’ ακούση
Τ’ αρμονικό τραγούδι του και τη γλυκειά φωνή του,
Πώδινε την απάντηση στης Κόρης το τραγούδι.
« Εγώ είμαι άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι…
» Έσπασα με τα χέρια μου τα σίδηρα σα βέργες,
» Βράχους πολλούς ξερρίζωσα με την περπατησιά μου,
» Κι’ έδραμα σαν την αστραπή, κι’ έτρεξα σαν τ’ αγέρι.
» Εγώ είμαι άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι…
» Εκαβαλλήκεψα θεριά, κι’ αλύσωσα λιοντάρια,
» Τρία βουνά ξελάκκωσα, τα τρία στην αράδα,
» Και μες τα ξελακκώματα γύρισα εννιά ποτάμια.
» Εγώ είμαι άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι…
» Έμασα χίλια αγριόγιδα και τάκανα μια στάνη,
» Τα βόσκησα μες τους γκρεμούς και τάρμεξα στα πλάγια,
» Κ’ έβγαλα τ’ αγριοβούτυρο κ’ έπηξα τ’ αγριοτύρι.
» Εγώ είμαι άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι,
» Έχω φωνή τον κεραυνό κι’ ανάσα τη φουρτούνα,
» Σαν τραγουδάω χορεύουνε στα πλάγια μου τ’ αρκούδια,
» Κι’ από τη ζήλεια την πολλή βουβαίνονται τ’ αηδόνια.
» Έβγα, Κυρά πεντάμορφη, και Κορασιά του Πύργου!
» Έβγα στο παραθύρι σου το σιδηροφραγμένο,
» Για να με ιδής πως έρχομαι γυναίκα να σε πάρω,
» Γιατ’ είμαι άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι!»
Κι’ η Κόρη η πολυγύρευτη, γροικώντας τη φωνή του,
Και το γλυκό τραγούδι του, που χύνονταν καθάριο,
Σα βρύση γαργαρόνερη οε μαρμαρένια γούρνα,
Πετιέται στο παράθυρο, σα διψασμένο αλάφι,
Να ιδή τον νιον οπώρχονταν γυναίκα να την πάρη,
Κι’ άμα τον είδε στου θεριού τη ράχη καβαλλάρη,
Με τ’ αγριόγιδα μπροστά, με τα λιοντάρια πίσω,
Βγάζει την αρραβώνα της, την πολυγυρεμένη,
Που χίλιοι την εγύρευαν και χίλιοι την ζητούσαν,
Και χίλιοι φαρμακώθηκαν πο την πολλήν αγάπη,
Και του τη ρίχνει από ψηλά με το δεξί της χέρι.
Με μιας του Πύργου ανοίχτηκαν οι σιδηρένιες θύρες,
Πασίχαρα ακουστήκανε λαλούμενα να παίζουν,
Κι’ η Κόρη κάτω στη αυλή κατέβηκε τρεχάτη,
Και του άνοιξε την αγκαλιά, τη μοσχοβολημένη,
Και του είπε μ’ αναγαλλιασμό και με χαρά μεγάλη :
—« Εσ’ είσαι ο άντρας, που ήθελα, εσ’ είσαι κι’ ο καλός
[μου,
» Γιατ’ είσαι άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι!»
ΣΗΜΕΙΩΣΕΣ ΣΤΟΝ «ΑΝΤΡΕΙΩΜΕΝΟ»
(1) «Οι Μοίρες οι σκληρόκαρδες την είχανε μοιράνει…»
Την πρώτη βραδειά που γεννηθή ένα παιδί, αγόρι ή κορίτσι, έρχονται οι τρεις Μοίρες (α) και του λεν τη μοίρα του. Οι μάννες, γνωρίζοντας τον αλάθευτο ερχομό των Μοιρών, προσπαθούν να κοιμούνται για να μην ακούσουν, από φόβο μην ακούσουν κακά προφητέματα. Καμμιά φορά οι Μοίρες, αλλά πολύ σπάνια, αφίνουν και δώρα, προ πάντων δαχτυλίδι, γι’ αυτό κι’ οι μάννες το πρωί ψάχνουν στο στρώμα του παιδιού μην εύρουν τίποτε.
(2) «Μόνον της Χήρας το παιδί, μόνον ο Γυιός της Χήρας»…
Στην Ήπειρο, σε πολλά τραγούδια και παραμύθια σώζεται ακόμα η ανάμνηση του Διγενή Ακρίτα, ως Γυιού της Χήρας. Αυτό μ’ έκανε να δώσω αυτό τ’ όνομα στον «Αντρειωμένο» μου.
(3) Απ’ αυτά κι’ έμεινε στο Λαό η φράση: «Τα τρία κακά της Μοίρας του».
Η ΑΝΕΡΑΣΤΗ
Α. ΤΑ ΜΑΓΙΑ
Ο Γιάννος (1) ο περίφανος κι’ ο χιλιοπαινεμένος,
Οπού είταν άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι.
Μια κορασίδα αγάπησε, μια λυγερή παρθένα,
Τη Μάρω(2) την πεντάμορφη, την πολυζηλεμένη.
Που την εγύρευαν πολλοί, την αγαπούσαν χίλιοι
Κι’ είταν αστέρι του χωριού της γειτονιάς καμάρι
Και της μαννούλας της χρυσή κι’ ολόχαρη ελπίδα.
Καμμιά δεν την εδιάβαινε, καμμιά δεν την περνούσεν.
Απ’ όσες κι’ αν ευρίσκονταν σ’ Ανατολή και Δύση.
Στη χάρη και στην ωμορφιά και στο γλυκό τραγούδι (3).
Είχε κορμάκι λυγερό και μέση δαχτυλίδι,
Στρόγγυλους κόρφους, πεταχτούς, χυτούς και μεστωμέ-
[νους,
Δυο μαύρα μάτια φλογερά, που λάμπαν, σαν αστέρια,
Μέσα σε νύχτα σκοτεινή, φουρτουνιασμένη κι’ άγρια,
Δυο φρείδια καγγελόφρειδα, σαν ανοιχτά δοξάρια,
Μέτωπο κάτασπρο, πλατύ, σαν λαμπερόν καθρέφτη.
Μύτη λειανή, περίφανη, χυτή, σαν το κοντύλι
Χείλια γλυκά και κόκκινα, σαν ανοιγμένο ρόιδο,
Μάγουλα, σαν τριαντάφυλλα, μοσκόβολα, δροσάτα,
Στόμα μικρό και νόστιμο, στα γέλοια βουτηγμένο,
Άσπρα δοντάκια ξέξασπρα(4), σαν το μαργαριτάρι,
Κατακαθάριο πρόσωπο, σαν την αυγή δροσάτο.
Μακρυά μαλλιά μεταξωτά, σ’ ολόμαυρες πλεξίδες,
Λαιμό, σαν χήνας κάτασπρο, και χέρια λεφαντένια.
Είχε τη χάρη της αυγής, της χρυσοστολισμένης,
Σίντας προβαίνη ασύννεφη ψηλά στα κορφοβούνια,
Κι’ όταν την έπιανε ο καημός κι’ αρχίναε το τραγούδι,
Στέκονταν όλοι μ’ ανοιχτό το στόμα για ν’ ακούσουν,
Κι’ από τη ζήλια την πολλή βουβαίνονταν τ’ αηδόνια.
Και την αγάπησε πολύ την ξακουσμένη Μάρων
Ο Γιάννος ο περίφανος, ο Γιάννος ο λεβέντης,
Μ’ όλη τη λαύρα της καρδιάς, σαν που αγαπάει τ’ αυλάκι
Κρύο νερό και ξάστερον απάνω του να τρέχη,
Σαν που αγαπούνε τη δροσιά της νύχτας τα λουλούδια
Και της αυγής τες λαμπερές κι’ ολόχρυσες αχτίδες,
Σαν που αγαπούνε τα βουνά τα χιόνια τον χειμώνα,
Τα γίδια και τα πρόβατα τον Μάη, το καλοκαίρι,
Η θάλασσα τον ουρανόν, ο Απρίλης τα λουλούδια
Η ημέρα την ηλιολαμπήν, η νύχτα το σκοτάδι,
Τ’ αηδόνια τα πυκνά κλαδιά, κι’ ο αγέρας τον αιθέρα…
Κι’ από τον πόνο τον πολύ και την μεγάλη αγάπη
Της στέλλει προξενήτρα του μια αρχόντισσα μεγάλη
Και δαχτυλίδι ολόχρυσο μ’ ατίμητα πετράδια
Και τη ζητάει γυναίκα του και ταίρι της καρδιάς του.
Η Κόρη κάθονταν ψηλά σε γυάλινον εξώστη
Και κένταε(5) μ’ αργυρές κλωστές, χρυσές και μεταξένιες,
Απάνω σε κατάλευκο μεταξωτό μαντήλι,
Όλα τα λούλουδα της γης και τ’ ουρανού τ’ αστέρια,
Μαντήλι μοσκομάντηλο και της χαράς μαντήλι,
Που θα φορούσε τη Λαμπρή, σαν θάσαρνε με χάρη
Το σαραντάδιπλο χορό(6) στο χωροστάτι μέσα,
Κι’ εκεί που βαρυοξόμπλιαζε κ’ εκεί π’ ωριοκεντούσε
Την πούλια, τον αυγερινό και τον αποσπερίτη,
Κι’ έβανε στην εφτάστερη την πούλια αχνή λαμπράδα
Κι’ αχτίδες ς’ τον αυγερινό, του ήλιου θυγατέρες.
Κι’ ένα κομμάτι φεγγαριού στο μάγο αποσπερίτη,
Να σου! και μπαίνει γελαστή η αρχοντοπροξενήτρα
Και χαιρετάει με χαρά και με περίσσια αγάπη :
— Καλή σου μέρα, λυγερή και ξακουσμένη Μάρω!—
Κι’ η Μάρω προσηκόνεται και της απολογιέται :
— Καλώς μου την αρχόντισσα με τα γλυκά της λόγια….
Σαν τι αγαπάς αρχόντισσα; Το πρόσταγμά μου ποιο είναι;
— Δεν έρχομαι με πρόσταγμα, μον έρχομαι μ’ αγάπην…
Από τον Γιάννον έρχομαι, τον χιλιοπαινεμένο,
Που τον γυρεύουνε πολλές, τον αγαπούνε χίλιες,
Γιατ’ είνε άξιος κι’ ώμορφος, γέρος και παλληκάρι.
Και καν-καμμιά δεν αγαπά και καν-καμμιά δεν θέλει
Κι’ εσένα μόνον αγαπά κι’ εσένα μόνον θέλει….
Σε θέλει για γυναίκα του, για ποθητό του ταίρι,
Και να σου φέρω μώδωκε τη τίμια του αρραβώνα….
Πάρε την, Μάρω, φόρα την κι’ ευτυχισμένη να είσαι!
Κι’ αν είσαι συ πεντάμορφη και ταίρι σου δεν έχεις
Στη χάρη και στην ωμορφιά και στο γλυκό τραγούδι
Κι’ ο Γιάννος είν’ ασύγκριτος στα παλληκάρια μέσα….
Κι’ αν συ ταιριάζης μοναχά του Γιάννου για γυναίκα,
Κι’ ο Γιάννος γι’ άντρας, Μάρω μου, μονάχα εσένα πρέπει!..
Γιατί τα φλογερά σου αυτά τα μάτια χαμηλόνεις;
Μη δε σ’ αρέσει η προξενιά; Μη σ’ άλλον έχεις δώσει
Την τίμιαν αρραβώνα σου, την πολυγυρεμένη;
Κι’ η Μάρω απολογήθηκε με μια μεγάλη λύπη :
— Αρχόντισσα σ’ ευχαριστώ κι’ εσένα και τον Γάννο….
Την τίμιαν αρραβώνα μου δεν έχω δώσει σ’ άλλον,
Κι’ ουδέ το Γιάννον αγαπώ, κι’ ουδέ κανέναν άλλον
Είν’ η καρδιά μου μάρμαρο, είναι μια κρύα πέτρα,
Που δεν αιστάνθηκε ποτέ τη γλύκα της αγάπης,
Κι’ όταν μου φέρουν προξενιές και μου μιλούνε γι’ άντρα
Αιστάνομαι μι’ αποστροφή κι’ ενόχληση μεγάλη.
— Τι λόγια είν’ αυτά, που λες, πεντάμορφη μου Μάρω;
Ποια είταν η μαύρη η μάγισσα, πώκανε την καρδιά σου
Για την αγάπη αδιάφορη και κρύα, σαν την πέτρα;
Μάρω, δεν ξέρεις τι κακό και τι αμαρτία κάνεις
Στα νειάτα σου τ’ αγγελικά, στ’ ασύγκριτα σου κάλλη,
Αφίνοντάς τα ανύπαντρα, αφίνοντάς τα στείρα!
Προς τι τ’ αστέρια τ’ ουρανού, ο ήλιος το φεγγάρι,
Τα δάση απάνω στα βουνά, τα λούλουδα στους κάμπους,
Αν μάτια δεν υπάρχουνε μ’ αγάπη να τα βλέπουν;
Προ τι τ’ αηδονολάλημα, κι’ ό, τι λογής τραγούδι,
Αν δεν υπάρχη η ακοή γλυκά να τ’ απολάψη;
Προς τι το γάργαρο νερό της δροσερής βρυσούλας,
Αν δεν υπάρχη για να πιή το διψασμένο στόμα;
Προ τι τα τριαντάφυλλα τα μύρα της Ασίας,
Αν δεν υπάρχη άνθρωπος την ευωδιά να παίρνη;
Προς τι τα νειάτα τα γλυκά και τ’ άρρητά σου κάλλη;
Αν ένας νιος δεν τα χαρή, σαν το λεβέντη Γιάννο;
Κι’ η Μάρω βαρυοστέναξε, πο την καρδιά της μέσα
Και λέγει στην αρχόντισσα, και λέει στην προξενήτρα :
—Ό, τι κι’ αν σου είπα, αρχόντισσα, είναι καθάρια αλήθεια.
Δεν ημπορώ να παντρευτώ, κυρά μου, πίστεψέ με,
Κι’ ο Γιάννος κι’ η μαννούλα του να μη μου τώχουν κάκια.
Σαν άκουσε της λυγερής τα λόγια η προξενήτρα,
Γυρίζει πίσω σκυθρωπή στ’ αρχοντικό του Γιάννου
Κι’ ανάμεσα σε δυο ζυγιές λαλούμενα τον βρίσκει,
Χαρούμενον και γελαστόν, σιασμένον κι’ αλλαγμένον,
Που τραγουδούσε κι’ έλεγε τραγούδια της αγάπης,
Κι’ άμα την είδε σκυθρωπή να φανιστή μπροστά του,
Κατάλαβε πώς έρχονταν χωρίς την αρραβώνα
Της Μάρως της πεντάμορφης, της πολυζηλεμένης,
Και καταγής σωριάστηκε, σα λαβωμένο αλάφι.
Φτερανεμίστηκε η χαρά, θρονιάστηκεν η λύπη
Έπαψαν τα λαλούμενα και τα γλυκά τραγούδια
Κι’ ο Γιάννος πο τη λύπη του και την απελπισιά του
Έπεσε αμέσως άρρωστος βαρυά για να πεθάνη.
Δέκα γιατροί μπαινόβγαιναν, και δέκα παραστέκαν
Στου Γιάννου το προσκέφαλο, στου Γιάννου το κρεβάτι,
Και γιατρικό δεν βρίσκονταν και βότανο κανένα
της πονεμένης του καρδιάς τον πόνο να γιατρέψη.
Σαράντα μέρες κοίτονταν, σαράντα μερονύχτια
Μέσα σε στρώματα παχυά και κάτασπρα σεντόνια
Κι’ η μάννα του ξαγρύπναε στα δάκρυα βουτηγμένη
Κι’ αδιάκοπα τον ρώταε με πόνο και μ’ αγάπη:
— Τι θέλεις, Γιάννο μου, να φας και τι να πιής γυρεύεις;
Μη θέλεις πο λαγό τυρί κι’ απ’ άγριο γίδι γάλα(7),
Να στήσω στρούγκες στα βουνά και μαντριά στους κάμ-
[πους,
Να βάλω στα μαντριά λαγούς κι’ αγριόγιδα στες στρούγκες,
Κι’ εκεί ν’ αρμέξω τους λαγούς να πήξω λαγοτύρι,
Ν’ αρμέξω και τ’ αγριόγιδα, τ’ αγριόγαλο να μάσω;
Κι’ ο Γιάννος της απάνταε και της απολογιώνταν :
— Δεν θέλω, μάννα, γιατρικό κι’ αρρωστικά δεν θέλω….
Τη Μάρω μόνον αγαπώ, τη Μάρω μόνο θέλω
Κι’ αν δεν τη πάρω, μάννα μου, τα κόλυβά μου βράσε».
Σαράντα μέρες πέρασαν, σαράντα μερονύχτια,
Κι’ απάνω στη σαράντα μια, πριν ανατείλη ο ήλιος,
Πετιέται ο Γιάννος, σα ζουρλός, πο το παχύ κρεβάτι,
Αφίνει τη μαννούλα του στην αγκαλιά του ύπνου.
Ζώνεται τ’ αλαφρό σπαθί κ’ αδράχνει το κοντάρι
Και τρέχει-τρέχει, σαν πουλλί, σα γλήγορος πετρίτης,
Και πάη στης Μάρως το χωριό, στ’ αρχοντικό της Μάρως.
Την εύρηκε που διάζονταν μεταξωτά διασίδια,
Μες στη πλατειά της την αυλή, τη μαρμαροστρωμένη,
Κι’ έπεσε στα ποδάρια της και με καημό της λέγει:
—Λυπήσου, Μάρω μια ψυχή, που καίγεται για σένα!
Λυπήσου με το δύστυχο, τον ποθοπλανταγμένο,
Και δος μου την αγάπη σου και δος μου την καρδιά σου.
Να μη με φάη παράκαιρα της γης το μαύρο χώμα.
Λυπήσου και τη μάννα μου, που άλλο παιδί δεν έχει.
Να μ’ αποχάση η δύστυχη, χωρίς παιδί να μείνη.
Γυρίζει η Μάρω με θυμό κι’ αντιλογιά του δίνει:
— Και ποιον να πρωτολυπηθώ και ποιον να προπάρω,
Που χίλιοι με γυρέψανε και χίλιοι με γυρεύουν,
Κι’ ουδέ κανέναν αγαπώ κι’ ουδέ κανέναν θέλω;
— Μόνον εμένα αγάπησε! μόνον εμένα πάρε,
Γιατ’ είμαι άξιος κι’ ώμορφος, γερός και παλληκάρι!
Κι’ ουδέ κανένας βρίσκεται στον κόσμο, σαν εμένα….
— Πίστεψε, Γιάννο, πίστεψε, δεν αγαπώ κανένα!
Κι’ ως τώρα δεν την έννοιωσα τη γλύκα της αγάπης,
Γιατ’ έχω πέτρα την καρδιά και σίδερο τα στήθια…
Φύγε από μένανε μακρυά, μη στέκεσαι μπροστά μου.
Γιατί μου φέρουν συχασιά τα ερωτικά σου λόγια!
Σαν άκουσε της λυγερής τα μαύρα λόγια ο Γιάννος
Τον πήρε η μαύρη απελπισιά και η λαύρα της καρδιάς του
Και φεύγει αναστενάζοντας και πάει αγκομαχώντας.
Να βρη ποτάμι να πνιγή, να βρη γκρεμό να πέση,
Κι’ εκεί που γοργοπήγαινε κι’ όλο μπροστά τραβούσεν,
Ο δρόμος τον ετράβησε σ’ έν’ άγριο κορφοβούνι,
Πούχε γκρεμούς και βάραθρα και τρόχαλα και σάρες
Και τη στιγμήν όπου έσκυψε στην άβυσσο να πέση,
Μι’ αναμαλιάρα Γύφτισσα(8) τον άρπαξε από πίσω….
Την είδε κι’ ανατρόμαξε και πάγωσε η καρδιά του
Από τον φόβο τον πολύ και την πολλή τρομάρα….
Είταν ψηλή σαν ξέρακας, σκεβρή και κοκκαλιάρα,
Στεγνή, κακογεράματη, με μάτια βυθισμένα
Μέσα σε κόχες βαθουλές, σα φωλιασμένα φείδια,
Φλογέρες τα ποδάρια της, τα χέρια της περόνια,
Φτωχοντυμένη, σκυθρωπή, με στόμα αραχνιασμένο.
Ξεδοντιασμένο κι’ άχαρο και μέσα γυρισμένο
Τόσο, που λίγο θέλανε να γλυκοφιληθούνε
Το σεβλερό πηγούνι της με την κυρτή της μύτη.
Το κοπιασμένο της κορμί σ’ ένα ραβδί κουμπούσε
Κι’ απάνω από τ’ ακάθαρτο και τρύπιο της φακιόλι
Πετούσαν έξω σύσκλυδα τα κάτασπρα μαλλιά της….
Λέγει στο Γιάννο :
— Τι έπαθες; τι δυστυχία σ’ ηύρε.
Και θέλησες να σκοτωθής, στην άβυσσο να πέσης
Και τέτοια νειάτα αγγελικά στο Χάρο να προσφέρης;
Πε μου τον μαύρον πόνο σου, που τρώει τα σωτικά σου,
Για να σου δώσω γιατρικό, βοτάνι να σου δώσω,
Να γιατρευτή η καρδούλα σου, να πάψουν οι καημοί σου.
Κι’ ο Γιάννος την ερώτησε μ’ απόκρυφην ελπίδα :
—Και ποια είσαι εσύ, που δύνεσαι τον πόνο μου να γιάνης
Και μ’ εμποδίζεις να ριχτώ στην αγκαλιά του Χάρου;
Κι’ απολογιέται η Γύφτισσα και με θυμό του λέγει:
— Εγώ είμαι η Πρωτομάγισσα, του Μάγου η θυγατέρα.
Που μαγειρεύω τες οχιές και τες μονομερίδες,
Και καταιβάζω από ψηλά τη νύκτα το φεγγάρι,
Και το χτυπώ, σαν άργανο, το δέρνω, σαν παιδάκι…
Έχω στη διάτα μου πολλούς κι’ αμέτρητους διαβόλους,
Δαιμόνους και ισκιώματα και κατσιποδιαραίους
Και βάνω τους, σα δούλους μου, σαν υποταχτικούς μου,
Κι’ αναμοχλεύουν τη βουνά και ξερριζόνουν δέντρα
Και κάνουνε τη τρίσβαθη, τη θάλασσα άνω-κάτω…
Ρίχνω στ’ αστέρια και μπορώ να μάθω ό, τι θελήσω,
Κι’ ό, τι κρατάει κάθε καρδιά στα φύλλα της κλεισμένο…
Βάνω στον κρύον κόρφο μου και κατοικούνε φείδια
Και μέσα εκεί γεννοβολούν κι’ εκεί κλωσσολογούνε
Και βγάζουν τα φειδάκια τους και κάνουν τα μικρά τους…
Μαγεύω χώρες και χωριά, μαγεύω πολιτείες,
Την αρμυρή τη θάλασσα, τους τέσσερους ανέμους…
Μαγεύω τα τρεχούμενα νερά και σταματούνε,
Τα ψάρια και δεν κολυμπούν, τ’ αλάφια και δεν τρέχουν,
Του αγέρα τ’ άγρια πουλλιά και δεν πετούν τ’ αψήλου,
Τ’ αηδόνια και βουβαίνονται, τες βρύσες και στειρεύουν.
Τ’ αρκούδια κι’ ημερεύουνε, τους λύκους και δεν τρώνε,
Τα βλογημένα πρόβατα και λησμονούν τ’ αρνιά τους(9)
Και τα κορίτσια τ’ άσπλαχνα και δίνουν την καρδιά τους…
Πε μου τον μαύρον πόνο σου, που τρώει τα σωτικά σου
Και το καλό σου τ’ όνομα, που σούδωκε ο νουνός σου,
Για να σου δώσω γιατρικό, βοτάνι να σου δώσω,
Να γιατρευτή η καρδούλα σου, να πάψουν οι καημοί σου( 10)
Γυρίζει ο Γιάννος σκυθρωπός και της απολογιέται:
— Μάγισσα, σαν με ρώτησες, να σου το μολογήσω :
Γιάννος είταν ο Πάππος μου, Γιάννο και μένα λένε…
Και τώρα αγάπησα πολύ μια λυγερή παρθένα,
Τη Μάρω την πρωτόκαλλη, τη χιλιοζηλεμένη,
Που ξεπερνάει στην ωμορφιά τες Ξωτικιές(11) του λόγγου
Και τες Νεράιδες( 12) του γιαλού που περπατούν στο κύμα.
Την αγαπώ με την ψυχή και την καρδιά μου όλην,
Όπως κανείς δεν αγαπά στον κόσμο τον απάνω,
Κι’ όμως αυτή δεν μ’ αγαπά, δεν θέλει να με πάρη….
Μου γύρισε την προξενιά, την τίμια μου αρραβώνα,
Που χίλιες μου την γύρεψαν και χίλιες τη γυρεύουν,
Κι’ από τον πόνο τον πολύ κι’ από την εντροπή μου
Ήρθα στην άκρη του γκρεμού κι’ από ψηλά να πέσω
Στη σκοτεινή την άβυσσο, στη αγκαλιά του Χάρου.
Κι’ αν ίσως είσαι μάγισσα και μάγου θυγατέρα
Και μαγειρεύεις τες οχιές και τες μονομερίδες….
Αν καταιβάζης πο ψηλά τη νύχτα το φεγγάρι
Και το χτυπάς, σαν άργανο, το δέρνεις, σαν παιδάκι…
Αν βρίσκωνται στη διάτα σου αμέτρητοι διαβόλοι,
Δαιμόνοι και ισκιώματα και κατσιποδιαραίοι,
Και βάνεις τους, σα δούλους σου, σαν υποταχτικούς σου,
Κι’ αναμοχλεύουν τη βουνά και ξερριζόνουν δέντρα,
Και κάνουνε τη τρίσβαθη τη θάλασσα άνω-κάτω….
Αν ρίχνης στ’ άστρα και μπορείς να μάθης ό, τι θέλεις.
Κι’ ότι κρατάει κάθε καρδιά στα φύλλα της κλεισμένο…
Αν βάνης μες στον κόρφο σου και κατοικούνε φείδια
Και μέσα εκεί γεννοβολούν και μέσα εκεί κλωσσούνε
Και βγάζουν τα φειδάκια τους και κάνουν τα μικρά τους…
Αν έχης τόση δύναμη, και αν έχης τόση γνώση
Και να μαγέψης ημπορείς χωριά και πολιτείες,
Την αρμυρή τη θάλασσα, τους τέσσερους ανέμους,
Τα γαργαροτρεχούμενα νερά και σταματούνε,
Τα ψάρια και δεν κολυμπούν, τ’ αλάφια και δεν τρέχουν,
Του αγέρια τ’ άγρια πουλλιά και δεν πετούν τ’ αψήλου,
Τ’ αηδόνια και βουβαίνονται, τες βρύσες και στειρεύουν,
Τ’ αρκούδια κι’ ημερεύουνε, τους λύκους και δεν τρώνε,
Τα βλογημένα πρόβατα και λησμονούν τ’ αρνιά τους,
Και τα κορίτσια τ’ άσπλαχνα και δίνουν την καρδιά τους,
Μάγεψε μου την, Μάγισσα, την άκαρδη παρθένα,
Που ξεπερνάει στην ωμορφιά τες Ξωτικές του λόγγου
Και τες Νεράιδες του γιαλού, που περπατούν στο κύμα,
Να με θελήση γι’ άντρα της, γυναίκα να την πάρω,
Και να μην πέσω στον γκρεμό, στην άβυσσο μην πέσω,
Να σκοτωθώ παράκαιρα, να λείψω από τον κόσμο.
Μάγεψε μου την, Μάγισσα, και ζήτησε ό, τι θέλεις,
Διαμάντια για τους κόπους σου, φλωριά για τες ορμήνιες
Κι’ είμαι ικανός και πρόθυμος να σε καλοπληρώσω.
Τότε γυρίζει η Μάγισσα και σιγανά του λέγει:
— Αν ίσως αγαπάς πολύ, κι’ αν ίσως είσαι κι’ άξιος.
Και δε φοβάσαι τα θεριά, τες νύχτες, τα σκοτάδια,
Τους δρόμους, τες κακοτοπιές, τους κόπους, τα ποτάμια,
Και δίνεις μ’ ευχαρίστηση και προθυμιά μεγάλη
Διαμάντια για τους κόπους μου, φλωριά για τες ορμήνιες,
Πετάξου σ’ όρη και βουνά, σε κάμπους και λειβάδια,
Σε ποταμούς και σε λακκιές και φέρε μου στην ώρα,
Που το φεγγάρι χάνεται και πιάνεται καινούργιο (13),
Τρία περόνια γύφτικα(14), μια πιθαμή καθένα,
Φκιασμένα τα μεσάνυχτα, αυγό μονομερίδας,
Χολή οχιάς φαρμακερής, χελώνας αντεράκια,
Μάτι σκορπιού κατάμαυρο, κατώχειλο γουστέρας
Ποδάρια αράχνης κυβουριού, αγκάθι σκαντζοχοίρου,
Κοιλιά γεμάτη σκουληκιού, τομάρι μαύρου άσβου,
Αρκούδας ζέρβικο νεφρό, με ξύγγι σκεπασμένο,
Σκυλλόδοντο λυσσάρικου και λιμασμένου λύκου,
Μύτη κοράκικου σκυλλιού, λιάρας νυφίτσας σπλήνα,
Σερνικοθήλυκου λαγού αυτί ριζοκομμένο,
Μυαλό γαλάρας αλεπούς, αγριόγατας συκώτι,
Κοράκου κόκκαλο ζερβί, πλεμόνι κουκκουβάγιας,
Μπούφου κατάμαυρου καρδιά, βυζάκι νυχτερίδας,
Νύχι δεξί χαμόρραγκα, λαρύγγι γουρουνίσιο,
Γλώσσα από κίσσα θηλυκή, σκουτί πο πεθαμμένο,
Τρεις τρίχες πο της Κορασιάς τες μακρειές πλεξίδες,
Και σε κακάβι αγάνωτο, παλιό, χαλκωματένιο.
Τρεις χούφτες άκριτο νερό(15), τριτόβραδα παρμένο
Τη νύκτα τα μεσάνυχτα, τ’ αρνίθια πριν λαλήσουν( 16),
Κάτω από μύλου φτερωτή, χωρίς λαλιά και κρίση
Για να σκαρώσω μαγικά, την Κόρη να μαγέψω,
Να σε θελήση γι’ άντρα, της, γυναίκα να την πάρης.
Αν ίσως αγαπάς πολύ, κι’ αν ίσως είσαι κι’ άξιος
Και δεν φοβάσαι τίποτε στον κόσμο τον απάνω,
Τρέξε, μη χάνης μια στιγμή, και φέρε μου όσα σου είπα.
Άμ’ άκουσε της Μάγισσας αυτά τα λόγια ο Γιάννος,
Της είπε με βραχνή φωνή και σουφρωμένα φρείδια:
— Την αγαπώ παραπολύ και λυόνω, σαν το χιόνι,
Που το χτυπάει ζεστή νοτιά, κι’ ήλιος γλυκός το δέρνει.
Ποτέ μου δεν εδείλιασα κι’ είμαι άξιος και παράξιος.
Και δεν φοβούμαι τα θεριά, τες νύχτες, τα σκοτάδια,
Τους δρόμους, τες κακοτοπιές, τους βάλτους, τα ποτάμια,
θα τρέξω σ’ όρη και βουνά, σε κάμπους και λειβάδια.
Σε ποταμούς και σε λακκιές, κι’ όσα διατάζεις όλα
Θα σου τα φέρω ανέλλειπα, κι’ απανωθιό στην ώρα,
Που το φεγγάρι χάνεται και πιάνεται καινούργιο,
Μον να μου πης πού θα σε βρω και πού θα σε συντύχω.
Κι’ αυτή του απολογήθηκε, τεντόνοντας το χέρι:
— Μέσα σ’ εκείνη τη σπηλιά με βρίσκεις κάθε μέρα…
Της ρίχνει ο Γιάννος δώδεκα φλωριά και δυο διαμάντια
Και τρέχει-τρέχει πεταχτός, σαν τρομαγμένο αλάφι….
Διαβαίνει όρη και βουνά, και κάμπους και λαγκάδια,
Ποτάμια και νεροσυρμές, βουνόπλαγα και λάκκους,
Σειώνταν η γη στο διάβα του, μεριάζανε τα δέντρα
Κι’ όσα σημάδια η Μάγισσα τον διάταξε να μάση,
Τα βρήκεν όλα, τ’ άμασε και τάφερέ της όλα
Στη σκοτεινή της τη σπηλιά, χωρίς να λείψη ούτ’ ένα,
Την ώρα πώγερνε γλυκά κατά τη δύση ο ήλιος
Και το φεγγάρι χάνονταν και πιάνονταν καινούργιο,
Κι’ αυτή τα πήρε στην ποδιά με προσοχή μεγάλη
Να ιδή αν είτανε σωστά, να ιδή αν είταν κι’ ίδια,
Κι’ ύστερα στ’ άκριτο νερό, που είταν μες το κακάβι,
Ανάλαφρα και ταχτικά, τα ρίχνει ένα-ένα,
Λέγοντας λόγια μαγικά, διαβολεμένα λόγια,
Που δε μπορούσε τίποτε κανείς να καταλάβη,
Σα να είτανε παντάξενα κι’ άγνωστης γλώσσας λόγια…
Στεκόντανε στο πλάγι της ο Γιάννος μ’ αγωνία,
Βουβός και κατακίτρινος, λαχταρισμένος, κρύος,
Και του σηκόνονταν ορθές οι τρίχες του κορμιού του,
Σαν αγρίευαν και γούρλοναν της Μάγισσας τα μάτια,
Κι’ έβγαζε αφρούς το στόμα της μαζύ με τη φωνή της.
Έγερνε ο ήλιος φλογερός, απανωθιώ στη δύση,
Πανώριος, αχτιδόπνιχτος, αστραποφορεμένος,
Σα βασιλιάς περήφανος, άξιος και παλληκάρι.
Από τες νίκες τες πολλές και την πολλή τη δόξα,
Όταν γυρίζη αγέρωχος στα ολόχρυσα παλάτια,
Ν’ αναπαυτή χαρούμενος πο τους πολλούς του κόπους,
Να φάη να πιή και να ριχτή, σ’ ολόχρυσο κρεββάτι.
Χρυσοβολούσε ολάκερο το δύσμα πέρα-πέρα
Και τα λευκά τα σύννεφα, που κρέμονταν ψηλά του,
Χρυσώθηκαν και γίνηκαν μια μάζα χρυσοφόρα,
Ένα κομμάτι μάλαμμα, θεώρατο μεγάλο,
Μ’ άμετρες χρυσοζωγραφιές, βουνά, νησιά και λίμνες,
Και κάμπους κι’ ώμορφες αχτές, κι’ ολόχρυσα λιμάνια
Οι ίσκιοι, εγιγαντεύανε κι’ απλόνονταν πελώριοι,
Και προς τη μαύρη Ανατολή τραβιώνταν να κρυφτούνε,
Δροσάτη αύρα αρχίναε τον κόσμο να χαϊδεύη,
Οι στρατοκόποι ανάγκαζαν το κουρασμένο βήμα,
Οι ζευγολάτες μόχταγαν και κένταγαν με πόνο.
Καθένας το ζευγάρι του, τα δυο καματερά του,
Ν’ απετελειώσουν τη σποριά, πριν πάρη το σκοτάδι….
Τα δέντρα αναγαλλιάζανε και χαίρονταν οι θάμνοι
Και θράσευαν τα φύλλα τους, που τα είχε μάθει η κάψα,
Τα πετεινά τσιτσίριζαν ευφρόσυνα στους λόγγους,
Κι’ ίδιο σκοπό καθένα τους εγλυκοτραγουδούσεν,
Από τ’ αηδόνι το γλυκό, κι’ ως τον καλό τον σπίνο….
Στα ρόγγια μέσα τρέχανε τα λαίμαργα τα γίδια
Και στες πλαγιές τα πρόβατα σιγά-σιγά βοσκούσαν,
Λαλούσανε περίχαρα και κύπροι και κουδούνια,
Γαυγύζαν τα μαντρόσκυλλα κι’ έτρεχαν άνω-κάτω,
Είτε αν διαβάτες πέρναγαν αργόβαδοι στο δρόμο,
Είτε αν ωσμίζονταν τορόν εγκαιροπατημένον
Ζουδιών, που μες στα σύνδεντρα γυρίζαν όλη ημέρα,
Κι’ ο ευτυχισμένος πιστικός εκάθονταν απάνω
Σε μια ραχούλαν ώμορφη, δενδροστεφανωμένη,
Και πότε πετροβόλαε τα γιδοπρόβατά του,
Πότε την αργυρόφωνη φλογέρα του λαλούσε,
Και σμίγονταν γλυκά-γλυκά μ’ αδελφικήν αγάπη
Το μαλακό το λάλημα της γλυκερής φλογέρας,
Τα βροντερά γαυγύσματα καλοθρεμμένων σκύλλων,
Τα «ντιγκ - ντιγκ - ντιγκ» των κουδουνιών, τα «γλαγκ-
[γλαγκ-γλαγκ των κύπρων,
Των κοπαδιών ο θόρυβος, οι σάλαγοι, οι κουβέντες,
Και των πουλλιών το έγκαιρο και μαγικό τραγούδι,
Κι’ αχολογούσαν οι λακκιές, και βούιζαν οι λόγγοι,
Σαν να είταν θεία μουσική, ουράνιο πανηγύρι,
Ύμνος γλυκός, αθάνατος στον δοξασμένον Πλάστη,
Βγαλμένος μέσα από της Γης τα βλογημένα στήθια,
Κι’ όταν ο ήλιος κρύφτηκε στα κορφοβούνια πίσω,
Και το καινούργιο φάνηκε φεγγάρι στα ουράνια,
Ξεκίνησεν η Μάγισσα, κρατώντας το κακάβι
Με το ζερβί το χέρι της, το καταστεγνωμένο,
Κι’ ακκούμπαε με το δεξί σε στέριο δικανίκι….
Ο Γιάννος καταπόδι της τη σιγακολουθούσε,
Και ροβολήσανε μαζύ κατήφορο μεγάλο,
Κι’ όταν κουρνιάσανε γλυκά τα ταπεινά στους λόγγους
Και σκοτιδιάστηκεν η Γη κι’ ανάψανε τ’ αστέρια,
Εφτάσανε μες στην καρδιά, τη σκοτεινή και μαύρη,
Του φοβερού του φάραγγα, στην άκρη της οβίρας(19),
Όπου την έχουν κατοικειό διαβόλοι εννιά χιλιάδες,
Δαιμόνοι και ισκιώματα και κατσιποδαραίοι,
Και δεν τολμάει άνθρωπος σιμά της να περάση,
Ούτε πρωί με τη δροσιά, ούτε και μεσημέρι….
Ο μπούφος αγριολάλαε, θρηνούσε η κουκουβάγια,
Ο γκιώνης μυρολόγαε μ’ απελπισιά μεγάλη,
Γουρλιώνταν το λυσσάρικο σκυλλί ψηλά στη ράχη,
Κι’ αχολογούσε ο φάραγγας πέρα και πέραν όλος….
Γονάτισεν η Μάγισσα κι’ απόθεκε τα μάγια,
Εκάρφωσε ψηλά στη γη τα τρία τα περόνια,
Σαν πυροστιά τριπόδαρη, μπηγμένη μες στο χώμα
Έβγαλε από τον κόρφο της, τον καταστεγνωμένο,
Στερνάρι(20) και πυριόβολο(21) και μια κουλούραν(22) ίσκα,
Κι’ άρχισε να πυριοβολά και να σκορπάη σπίθες,
Που μες το σκότος φαίνονταν σα σύρμα χρυσαφένιο….
Άναψεν η ίσκα και μ’ αυτήν ανάμεσα στα τρία
Περόνια έκανε φωτιά με κλάδους πλατανίσιους,
Που είτανε σκόρπιοι καταγής και καταστεγνωμένοι,
Κι’ αρχίνησε να δρασκελάη απανωθιό στη φλόγα,
Γυμνή, σαν πως τη γέννησεν η μαύρη της η μάννα,
Φτυώντας πισόπλατα, τριπλά, σε κάθε δρασκελιά της,
Και λέγοντας σιγά-σιγά μ’ αγριεμένα μάτια :
— «Τρεις πέντε δέκα πέντε τους, τρεις έξη δεκοχτώ τους
» Και τρεις εφτά είκοσι μια(23), σε κλειδωνιά κλεισμένα
» Και μες σε βρωμοπήγαδο ριγμένα Τρίτη βράδυ»(24).
Χίλιες φορές δρασκέλησεν από το ένα μέρος
Και χίλιες ξεδρασκέλησεν αντίθετα από τ’ άλλο,
Ξανάειπε χίλιες δυο φορές τα μαγικά της λόγια
Και δυο χιλιάδες έφτυσε τριπλά πισόπλατά της,
Κι’ όλο συμπούσε τη φωτιά κι’ όλο τη συδαυλούσε,
Κι’ έρριχνε ξύλα απάνω της για να κρατούν τη φλόγα.
Άξαφνα φώναξε άγρια με τη στριγγιά φωνή του
Το μαυροπούλλι(25) στη σπηλιά, σα να είχε ανατρομάξει,
Μαύρα μεσάνυχτα τη Γην εγράπωσαν με λύσσα,
Σαν πως γραπόνει ο σταυραετός την πέρδικα στα νύχια,
Κι’ όταν επρόβαλε ψηλά στον ουρανόν έν’ άστρο(26),
Που τώχουν συμβουλάτορα στα μάγια τους οι μάγοι,
Άναψε η Μάγισσα κερί πράσινο και φκιασμένο
Με ξύγγι ανθρώπου ζωντανού, μ’ αιματωμένη ζύμη(27],
Και το κακάβι σήκωσε, πούχε τα μάγια μέσα,
Κι’ άρχισε κάθε μαγικό να ρίχνη στην οβίρα,
Για το καθένα λέγοντας άγρια λόγια κρύα :
— « Οβίρα μου, που είσαι βαθειά οργυιές σαράντα πέντε,
» Και σ’ έχουνε για κατοικειό διαβόλοι εννιά χιλιάδες,
» Δαιμόνοι και ισκιώματα και κατσιποδιαραίοι,
» Δέξου από δύστυχη καρδιάν αυγό μονομερίδας (28),
» Που θάβγαινε από μέσα της με δυο κεφάλια φείδι…
» Χολή οχιάς(29) φαρμακερής, που θα μπορούσε ακέρια,
» Τρία ποτάμια ξέχειλα να καταφαρμακώση….
» Άντερα κίτρινα, παχυά σβαρνιάρικης χελώνας(30),
» Που θάφτονταν εξάμηνο στης Γης τον μαύρον κόρφο….
» Μάτι σκορπιού φαρμακερού, κατάμαυρο σαν πίσσα,
» Όπου μπορούσε κι’ έβλεπε στης γης τα κατακλείδια….
» Κατάστεγνο κατώχειλο γουστέρας κιτρινιάρας,
» Πούχε τον φόβο σύντροφον αχώριστον στον κόσμο….
» Μακρυά ποδάρια και λειανά αράχνης κυβουρίσιας,
» Που γύφαινε αραχνόπανα ψηλά σε πεθαμένους….
» Σκαντζόχοιρου ψιλόμακρον αγκάθι, σα βελόνι,
» Μ’ αγκύλωμα φαρμακερό, που χρησιμεύει σ’ όλα,
» Τα διαβολοκεντήματα, τα διαβολοτεχνίδια….
» Κοιλιά γεμάτη σκουληκιού, κατάσπρου σαν το χιόνι,
» Που είταν της βρώμας γέννημα, των ψοφιμιών στολίδι…
» Τομάρι άσβου(31) ανήλιαγου, νυχτοθρεμμένου μαύρου,
» Που δεν τον έκρουξαν ποτέ του ήλιου οι αχτίδες…
» Ζερβί νεφρό κατάμαυρο, με ξίγγι σκεπασμένο,
» Αρκούδας άγριας μαλλιαρής κι’ ορθοπερβαταρούσας,
» Που περπατούσε με τα δυο και χόρευε σα νύφη….
» Σκυλλόδοντο λυσιάρικου και λιμασμένου λύκου,
» Πώφαγε χίλια πρόβατα και δυο χιλιάδες γίδια…
» Μύτη κοράκικου σκυλλιού, μαντρόσκυλλου γκρινιάρη,
» Που πάλευε, σαν το θεριό, με λύκους και μ’ αρκούδες…
» Κι’ από μακρυά ωσμιζόντανε τους κατσιποδιαραίους(32)..
» Λειάρας νυφίτσας(33) βρώμικη κι’ αιμαρωμένη σπλήνα,
» Που μέρα νύχταν έτρεχε και θέριζε ποντίκια…
» Σερνικοθήλυκου λαγού δεξί αυτί, που ο ύπνος
» Δεν το είχε πιάσει κάμποτε στα δολερά του δίχτυα…
» Μυαλό γαλάρας αλεπούς(34), παμπόνηρης και στρίγλας,
» Όπου έτρωγε στην πείνα της τα μαύρα τα παιδιά της…
» Μαύρο συκώτι αγριόγατας, ακάθαρτης, πανούργας,
» Πούχε γουστέρες για ψωμί και φείδια για προσφάγι….
» Παλιού κοράκου κόκκαλον από ζερβί ποδάρι,
» Που είχε ψοφίμια για χαρά και αίμα για πανηγύρι….
» Πλεμόνι κατακόκκινο κλαψάρας κουκουβάγιας(35),
» Που είταν του Χάρου μύνημα, της ερημιάς στολίδι,
» Μπούφου κατάμαυρου καρδιά, νυχτομεγαλωμένου,
» Που την ημέρα κρύβονταν να μην τον δη ο ήλιος
» Κι’ όλη τη νύχτα βόγγαε και γαύγυζε, σα σκύλλος(36)…
» Σκληρό κατάμαυρο βυζί γαλάρας νυχτερίδας(37),
» Όπου έσκιζεν αδιάκοπα της νύχτας τα σκοτάδια,
» Και δεν αντίκρυζε ποτέ τη λάμψη της ημέρας….
» Νύχι δεξί χαμόραγγα(38), που ζούσε μες το χώμα,
» Κι’ είχε τη μαύρη του φωλιά στης Γης τα κατακλείδια…
» Πλατύ λαρύγγι γουρουνιού, που είχε μια πύχη μύτη,
» Και καταλούσε αδιάκοπα τροφή μαγαρισμένη….
» Γλώσσα από κίσσα θηλυκήν(39), εφτάγλωσση, αιμοβόρα,
» Όπου έβαλε τον αδερφό τ’ αδέρφι να σκοτώση,
» Τ’ αδέρφι του το εγκαρδιακό, τον δύστυχο τον Γκιώνη….
» Σάπιο κατάμαυρο σκουτί, βγαλμένο από το μνήμα,
» Που στόλιζε κορμί νεκρού μέσα στης Γης τον κόρφο….
» Τρεις χούφτες άκριτο νερό, τριτόβραδα παρμένο,
» Τη νύχτα, τα μεσάνυχτα, τα ορνίθια πριν λαλήσουν,
» Κάτω από μύλου φτερωτή, χωρίς λαλιά και κρίση,
» Κι’ από της Κόρης της σκληρής τες μακρειές πλεξίδες,
» Τρεις τρίχες μαύρες και μακρειές, σα φείδια σκοτωμένα.