Την ώραν, οπού πέφτανε τα μάγια στην οβίρα,
Κι’ έπλεαν άλλα στο νερό, σα να είτανε σκουπίδια,
Κι’ άλλα βυθίζονταν σιγά στον άπατο βυθό της,
Αρχίνησε ένα χούχλασμα, μια ταραχή μεγάλη,
Που βούιζεν ο φάραγγας πέρα και πέραν όλος….
Τα μάγια ανακατόνονταν και τάδερναν οι χούχλοι,
Σαν τα σκουτιά η νεροτροβιά, που μέσα της δουλεύει,
Και πότε φαίνονταν ψηλά στους χούχλους ν’ αναιβαίνουν,
Και πότε χάνονταν βαθυά στο βύθο της οβίρας.
Κι’ όσο ανεβοκατέβαιναν τα μάγια απάνω κάτω,
Κι’ έβραζεν όλο το νερό και χόρευαν οι χούχλοι,
Εχόρευε κι’ η Μάγισσα τρογύρω στην οβίρα,
Και φτυούσε μέσα κι’ έλεγε παράξενα τραγούδια,
Στους πλειό παράξενους σκοπούς, σαν άγρια μυρολόγια:
« Βγάτε από μέσα όλοι, -όλοι-όλοι-όλοι….
» Τρισκατάρατοι διαβόλοι, -όλοι-όλοι-όλοι….
» Και πετάτε με ορμή-μή-μή-μή….
» Στ’ ανερώτευτο κορμί, -μί-μί-μί….
» Την πανώρια Κορασιά, -σιά-σιά-σιά….
» Πώχει πέτρα την καρδιά, -διά-διά-διά…..
» Μπάτε μέσα στην καρδιά της-άτης-άτης-άτης….
» Και στα πετροσωτικά της, -άτης-άτης-άτης….
» Ρίξετε τα μαγικά, -κά-κά-κά….
» Τα διαβολογιατρικά, -κά-κά-κά….
» Για να γένη μαλακή, -κή-κή-κή….
» Μαλακή και σπλαχνική-κή-κή-κή….
» Και το Γιάννο ν’ αγαπήση-ήση-ήση-ήση….
» Όσο εδώ στον κόσμο ζήση, -ήση-ήση-ήση….
» Με καρδιά και με ψυχή-χή-χή-χή….
» Ως την ύστερη πνοή, -ή-ή-ή—
» Κι’ ως τη μαύρη μέσα γη-η-η-η….
» Η αγάπη της να ζη-η-η-η…»
Κι’ αχολογούσε ο φάραγγας, κι’ αχολογούσε ο λάκκος,
Από τον άγριο το σκοπό και τους χορούς των χούχλων,
Κι’ εκεί οπού περίμενεν η Μάγισσα μ’ αγώνα
Να γένη το νερό τυρί(40) της φοβερής οβίρας,
Να πιάσουνε τα μαγικά κι’ η παινεμένη Μάρω
Να δώση την καρδούλα της στου Γιάννου την αγάπη,
Ανάτειλεν ο αυγερινός, λαλήσανε τ’ αρνίθια,
Γαλάτιασε η ανατολή, και θάμπωσαν τ’ αστέρια….
Σταμάτησεν η ταραχή, κατάπαψαν οι χούχλοι,
Λακκίσανε τα ισκιώματα και φύγαν πηλαλώντας,
Ακούστηκαν οι σάλαγοι, και κύπροι, και κουδούνια,
Και τα σκυλλογαυγύσματα στα πλάγια και στους λόγγους,
Και χάθηκαν τα μαγικά στο βάθος της οβίρας.
Συνέφιασαν από θυμό της Μάγισσας τα μάτια,
Βλαστήμησε και χτύπησε στο χώμα το ποδάρι,
Βούτησε το ξυγγόκερο μες στη βαθειάν οβίρα,
Εγούρλωσε τα μάτια της και σταύρωσε τα χέρια
Κι’ είπε στο Γιάννο ξέκαρδα και με περίσσια λύπη :
- Πήγαν οι μαύροι κόποι μας χαμένοι πέρα-πέρα!
Αχ! δεν της κάνουν τίποτε τα δόλια μαγικά μου
Γιατ’ έτυχε η καλότυχη να γεννηθή Σαββάτο (42),
Σαββάτο, μοσκοσάββατο της Μεγαλοβδομάδας!
Ανάθεμά τες, που γεννούν τες μάννες τα Σαββάτα,
Κ’ ακόμα τρις ανάθεμα σ’ εκείνες, που γεννούνε
Παιδιά και κόρες ώμορφες τρία καλά Σάββατα
Της τυρινής αποκριάς, της Καθαροβδομάδας
Και το Μεγαλοσάββατο, που ανοίγουν τα κυβούρια!
ΜΕΡΟΣ Β’
ΤΟ ΒΟΤΑΝΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
— Και τώρα :
Την ερώτησεν ο Γιάννος με λαχτάρα.
— Τώρα, του λέγει η Μάγισσα, ν’ αλλάξη την καρδιά της.
Τίποτες άλλο δε μπορεί, παρά ο ανθός εκείνος.
Που στα τραγούδια λέγεται «Βοτάνι της Αγάπης»(42).
Πάλι γυρίζει και της λέει της Μάγισσας ο Γιάννος:
— Πες μου, να ζήσης, Μάγισσα, ξαδέρφη των δαιμόνων,
Που βρίσκεται τ’ αλάθευτο Βοτάνι της Αγάπης,
Που την καρδιά της άσπλαγχνης μπορεί να μεταπείση;
Σε τι λιθάρι βρίσκεται; Σε τι γκρεμό φυτρόνει;
Όπου κι’ αν είναι το, μπορώ να πάγω και να τώβρω…
Δε με φοβίζει τίποτε: γκρεμοί, ποτάμια, λόγγοι…
Μονάχα πε μου, που είναι το, και πώς μπορώ να τώβρω,
Γιατ’ είμαι άξιος κι’ ικανός, γερός και παλληκάρι.
Κι’ αυτή του απολογήθηκε, μ’ απελπισιά μεγάλη:
— Πίσω από κείνο το βουνό, πούναι ψηλό και μέγα,
Πώχει τα σύννεφα κορφή και μέση τα λαγκάδια,
Και ρίζα του της θάλασσας, τ’ απάτητα θεμέλια,
Στέκει περίφανο, βαρύ, άλλο βουνό μεγάλο,
Και πίσω πάλιν απ’ αυτό άλλο βουνό προβάλλει,
Κι’ αυτό τρανό κι’ υπέρψηλο, κι’ αυτό πολύ μεγάλο,
Και πίσω πάλι κι’ απ’ αυτό άλλο και πάλιν άλλο,
Βουνά σαράντα στη γραμμή, συνεφοσκεπασμένα,
Και στο βουνό τ’ ακριανόν, όπου είναι απ’ όλα πίσω,
Είν’ ένα σπήλιο απάτητο σ’ έναν γκρεμό μεγάλον
Οπού είναι παραδύσκολο σ’ ανθρώπινο ποδάρι
Να σκαρφαλώση, ν’ αναιβή και μέσα να πατήση.
Σ’ αυτού του σπήλιου τη πορειά, στη θύρα αυτού του σπή-
Φυτρώνει τ’ αξετίμητο Βοτάνι της Αγάπης, [λιου,
Πώχει λουλούδια σα φλωρί και φύλλα σαν ασήμι,
Και μες το σπήλιο κάθεται και το παραφυλάει
Μέρα και νύχτα ανέλλιπα, χωρίς να κλειή το μάτι,
Δράκοντας άγριος, φοβερός και μαύρος, σαν την πίσσα,
Που δεν αφίνει τίποτε σιμά του να ζυγώση,
Άνθρωπον, ή τετράποδο, πετούμενον, ή μυίγα,
Κι’ αν ημπορέσης τον γκρεμό ν’ αναίβης, να πατήσης,
Να πολεμήσης το θεριό και να το ρίξης κάτω,
Στην άχανη την άβυσσο να σκοτωθή να πάη,
Κι’ αρπάξης τ’ αξετίμητο Βοτάνι της Αγάπης,
Τρέχα, πετάξου, σαν αητός, και πετροβόλησέ το
Στης Κορασιάς το πρόσωπο, που σ’ έχει σκλαβωμένο,
Κι’ άμα την πάρη των ανθιών η ευωδιά η μεγάλη,
Όπου μεθάει την καρδιά και τη βαρυολιγόνει,
Στην αγκαλιά σου θα ριχτή, σα διψασμένο αλάφι,
Θα σ’ αγαπήση από καρδιά και ταίρι θα σε κάνη.
Απαρατάει στο φάραγγα τη Μάγισσαν ο Γιάννος
Και παίρνει όρη και βουνά και τρέχει, σαν αγέρας,
Να πάη ναύρη τον γκρεμό, τ’ απάτητο το σπήλιο,
Π’ ανθίζει τ’ αξετίμητο Βοτάνι της Αγάπης,
Για φύλακά του έχοντας και για περιοχή του
Τη δύσκολη κακοτοπιά, του Δράκου την αγρύπνια.
Διάβηκε ράχες και Βουνά, ποτάμια και λαγκάδια,
Λειβάδια και νεροσυρμιές, πλαγιές και μονοπάτια
Σειώνταν η γη στο διάβα του και μέριαζαν τα δέντρα,
Πουλλάκια κι’ όρνια πέταγαν, προντούσανε τ’ αγροίμια…
Σαράντα μέρες έκανε, σαράντα μερονύχτια
Και τέλος φτάνει στο βουνόν, όπου είταν πίσω από όλα.
Κι’ είχε το δύσκολο γκρεμό, τ’ απάτητο το σπήλιο,
Που βρίσκονταν το ποθητό Βοτάνι της Αγάπης,
Για φύλακα του έχοντας και για περιοχή του
Τη δύσκολη κακοτοπιά, του Δράκου την αγρύπνια.
Δεν τον ετρόμαξε ο γκρεμός, κι’ ουδέ το μαύρο σπήλιο…
Δένει στες πλάτες του γερά το φοβερό κοντάρι,
Κι’ αρχίζει απάνω στο γκρεμό, σα φείδι, να κολλάη….
Πότε αναιβαίνει δέκα οργυές και πότε πέφτει δέκα….
Ξαναναιβαίνει, προχωρεί και πάλι ξαναπέφτει….
Αρχίζει ν’ απελπίζεται, φωνάζει, βλαστημάει…
Τρέχει ο ίδρος απάνω του κι’ οι φλέβες του χτυπούνε,
Σα να είταν φείδια ζωντανά και θέλαν να τον πνίξουν…
Κάθεται ξεκουράζεται, ξαναρχινάει πάλι,
Κι’ αγάλια-αγάλια προχωρεί, σιγά-σιγά αναιβαίνει.
Ξαναναιβαίνει δέκα οργυιές, πηγαίνει κι’ άλλες τόσες,
Όλο αναιβαίνει, προχωρεί, πηγαίνει και πηγαίνει,
Περνάει τες σαράντα οργυιές, αδιάκοπα αναιβαίνει,
Δεν τον φοβίζει ο κίντυνος, δεν τον νικάει ο φόβος,
Αγκομαχάει, στέκεται, ξανακινάει πάλι,
Και πάλι ματαπροχωρεί, πηγαίνει και πηγαίνει,
Ματόνουνε τα χέρια του, τα πόδια του ματόνουν
Και πάλι ματαστέκεται και πάλι αγκομαχάει…
Γλυστράει και ξεσέρνεται ψηλά στους άγριους βράχους,
Κι’ εκεί που ξεσερνόντανε και πήγαινε ίσια κάτω,
Στην άχανη στην άβυσσο ν’ αφανιστή, να πάη,
Επιάστηκε και στάθηκε κι’ άρχισε πάλι αγάλια
Να ματασκαρφαλόνεται και να ματαναιβαίνη….
Ματαναιβαίνει, προχωρεί και ματαπάει, πάει
Κι’ όλο ζυγόνει στης σπηλιάς τη φοβερή τη θύρα.
Περνάει την κακοτοπιά, φτάνει στο μονοπάτι,
Ξεδένει το κοντάρι του, στέκεται, ξανασαίνει,
Κι’ αφού ξανάσανε καλά κι’ ήρθε στα συγκαλά του,
Κινάει για ύστερη φορά, σαν αστραπή τρεχάτος,
Και βρίσκεται μπρος στης σπηλιάς τη φοβερή τη θύρα,
Και στου στοιχειού τ’ ανίλεου το μανιωμένο στόμα.
Άμα τον είδε ο Δράκοντας μπρος της σπηλιάς την θύρα,
Ρίχνεται απάνω του μ’ ορμή, σα μαύρη τρικυμία,
Κι’ ο Γιάννος που είταν δυνατός, που είταν και παλλη-
Γερά τον εκαρτέρησε με δύναμη κι’ αντρεία…. [κάρι,
Μια κονταριά του τράβηξε και δεύτερη του δίνει….
Χτυπάει τρίτη, τέταρτη, χτυπάει και χτυπάει,
Όμως χτυπούσε ανώφελα, σε σιδερένιο δέρμα….
Χτυπάει ως εκατό φορές κι’ εκεί π’ όλο χτυπούσε,
Σπάζει στη μέση, σα βεργί, το δυνατό κοντάρι…
Φυσομανάει ο Δράκοντας από χαρά μεγάλη
Κι’ απανωθιό του ρίχνεται μ’ ολάνοιχτο το στόμα,
Γεμάτο δόντια φοβερά και σουβλερά σα λόθρες….
Ο Γιάννος σέρνει στη στιγμή τ’ αστραφτερό σπαθί του
Και τον προσμένει σταθερά, σα ριζωμένος βράχος….
Πιάνονται πάλι, μάχονται, σαν άγρια λιοντάρια,
Φεγγοβολούν τα μάτια τους πο τον πολύ θυμό τους,
Του Δράκοντα βγάζουν φωτιές, του Γιάννου βγάζουν φλόγες,
Βροντοχτυπιούνται αδιάκοπα κι’ αναπαυμό δεν έχουν…
Δίβουλη η νίκη στέκεται με χέρια σταυρωμένα,
Κι’ ο ένας δεν ενίκαε, κι’ ο άλλος δε νικώνταν.
Αγκομαχούσαν φοβερά, που τράνταζε το σπήλιο….
Αρχίζουν να κουράζωνται, κι’ αρχίζουν να τραβιούνται,
Ν’ αριεύουν τα χτυπήματα, να παραλύουν την έχτρα,
Κι’ εκεί που λαχανιάζανε, πο τον πολύ τους κόπο,
Και κολυμπούσανε κι’ οι δυο στον ίδρωτά τους μέσα,
Η έχτρα, πώκαιε μέσα τους, σα φοβερό καμίνι,
Τους εσυμπούσε το θυμό, τους άναβε τη λύσσα,
Και πάλε ξαναρχίζανε τον φοβερόν αγώνα.
Και ρίχνονταν ακράτητοι, σα κύματα αγριεμένα,
Με δύναμη και με θυμό και με μεγάλην έχτρα,
Σα να μην είχανε πιαστή, να μη είταν κουρασμένοι,
Μπαρούτι απάνω στη φωτιά, μανία στη μανία,
Καταστροφή και χαλασμός, βοριάς και τρικυμία.
Τρεις ώρες πολεμούσανε τρεις ώρες στην αράδα,
Το σπήλιο σεισμοδέρνονταν απ’ άκρη σ’ άκρην όλο,
Και σαν καράβι απανωθιό στα κύματα κουνώνταν,
Από το βροντοπάλεμα κι’ από τους βροντοχτύπους.
Ετράνταζε όλο το βουνό και σειώνταν τα λαγκάδια,
Οι βράχοι ξερριζόνονταν κι’ αρχίναγαν να τρέχουν
Στον φοβερόν κατήφορο, σα θεϊκή κατάρα….
Τ’ αγροίμια κατατρόμαξαν κι’ αρχίσαν πηλαλώντας
Να τρέχουν τα βουνόπλαγα, σα τρομαγμένη αγέλη….
Οι πέρδικες προντίσανε, βουβάθηκαν τ’ αηδόνια
Και πέταξαν περίτρομα σ’ άλλα βουνά και λόγγα….
Τα όρνια ξεπετάχτηκαν από τα γκρέμια μέσα
Κι’ αφήκαν έρμες τες φωλιές και πέταξαν τ’ αψήλου.
Τρεις ώρες πολεμούσανε, τρεις ώρες στην αράδα,
Κι’ εκεί που πολεμούσανε κι’ εκεί που αγκομαχούσαν,
Πο το πολύ τους πάλεμα, πο το πολύ τους άχτι,
Εχύμησεν ο Δράκοντας απανωθιό στο Γιάννο,
Με στόμα μιαν οργυιά βαθύ και μιαν οργυιά ανοιγμένο,
Να τον αδράξη ολόβολο και να τον ροκανίση,
Κι’ ο Γιάννος που είταν δυνατός, κι’ ο Γιάννος που είταν
[κι’ άξιος
Του μπήγει αμέσως το σπαθί μες το πλατύ λαρύγγι
Και πέρα πέρα το τρυπάει, το σκίζει και το κόβει.
Εχούχλαξαν τα αίματα και κίνησαν ποτάμι,
Αίματα μαύρα και θολά, σαν πίσσα σαν κατράνι,
Σωριάστηκε τ’ άγριο θεριό στα πισινά του πόδια,
Κι’ έγυρε ξάπλα καταγής προς τη δεξιά του πλάτη,
Σαν πύργος ξεθεμέλιωτος, βαρύς, σεισμοσαρμένος….
Τέντωσε τον μακρύ λαιμό, τον ιδρωποστιμένο,
Εγύρισε τα μάτια του και φάνηκαν τ’ ασπράδια,
Εδάγκασε τη γλώσσα του, που είταν μακρειά δυο πήχες,
Εμούγκριξε το ύστερο και μαύρο μούγκρισμά του,
Κι’ άρχισε το απασμοδαρμό, τη μαύρην αγωνία….
Κι’ εκεί, που σπασμοδέρνονταν στην αγκαλιά του Χάρου,
Και στριφογύριζε συχνά, σα λαβωμένο φείδι,
Πότε απ’ τη δέξια τη μεριά και πότε από τη ζέρβια,
Σβαρνίστηκε - σβαρνίστηκε προς τη πορειά του σπήλιου
Κι’ έπεσε κατακέφαλα μαλλιά-κουβάρι κάτω,
Σέρνοντας πίσω του πολλά κοτρώνια και χαλίκια,
Σα να είτανε ξαδέρφια του, πικρή νεκροπομπή του…
Ματώθηκε όλος ο γκρεμός, κοκκίνησαν οι βράχοι,
Και μες στο λάκκο στάθηκε το έρημο κουφάρι,
Για να το φάνε λαίμαργα οι λύκοι και τα όρνια!
Τότε κι’ ο Γάννος άπλωσε το κουρασμένο χέρι
Κι’ έκοψε το θαματουργό Βοτάνι της Αγάπης,
Πούχε λουλούδια σα φλωρί και φύλλα σαν ασήμι,
Κι’ αμέσως εκατέβηκε πο τον γκρεμό τον μέγα,
Κρατώντας μες στα χέρια του τ’ αγκύστρι της Αγάπης,
Κι’ έτρεξε πάλε ακράτητος, χωρίς στιγμής ανάσα,
Επάνω σ’ όρη και βουνά, πλαγιές και μονοπάτια,
Λειβάδια και νεροσυρμιές και κάμπους και λαγκάδια
Και πήγε κι’ ηύρε ξαφνικά την ξακουσμένη Μάρω
Να πλένη τα ποδάρια της σε κρουσταλλένια βρύση,
Πούχε ασημένια κάνναλη και μαρμαρένια γούρνα,
Και τη στιγμή, που έστρεψε τα μάτια της τα μαύρα,
Να ιδή ποιος ήρθε πίσω της ή γνώριμος ή ξένος,
Της έρριξε κατάμουτρα τ’ αλάθευτο βοτάνι,
Κι’ άμα τη πήρε η ευωδιά, κι’ η μοσκοθολημάδα,
Εχαμογέλασε γλυκά κι’ εβγήκε από τη βρύση,
Την αγκαλιά της άνοιξε, γεμάτη καλωσύνη,
Και του είπε μ’ αγκαλλιασμό και με μεγάλη χάρη :
— Μεγάλο θάμα! Τη στιγμήν αυτή η καρδιά μου ανοίγει
Και μαλακόνει σα κηρί, που είταν σκληρή σαν πέτρα,
Και γι’ άντρα μου σε δέχομαι και για γλυκό μου ταίρι.
Φιλιούνται κι’ αγκαλιάζονται τα δυο τ’ αγαπημένα
Και δε χορταίνουν φίλημα κι’ αγάπη δε χορταίνουν.
Ο Γιάννος τρέχει σπίτι του το γάμο να ετοιμάση,
Τρέχει κι’ η Μάρω από κοντά, πνιγμένη στην αγάπη,
Και τη στιγμή, που αντίκρυσαν τ’ αγαπητό τους σπίτι,
Ακούνε μαύρα κλάματα, καθάρια μυριολόγια….
Του Γιάννου η μάννα μύρονταν κι’ αυτή μυρολογούσε…
Σαν περδικούλα θλίβονταν, σαν το παππί μαδυώνταν,
Σαν του κοράκου τα φτερά τη φορεσιά της είχε….
Για το παιδί της θλίβονταν, τον ξακουσμένο Γιάννο,
Που είταν χαμένος κι’ άφαντος τρεις μήνες στην αράδα.
Κι’ ο Γιάννος μπήγει μια φωνή, που βούιξαν οι λάκκοι:
Μη κλαις, μαννούλα μου γλυκειά, μη κλαις, καλή μου
[μάννα,
Δεν πέθανεν ο Γιάννος σου, το μοναχό παιδί σου!
Έβγα να ιδής πώς έρχονται γλυκά ζευγαρωμένα
Ο Ήλιος ο περίφανος και το λαμπρό Φεγγάρι…
Ο Ήλιος είν’ ο Γάννος σου και το Φεγγάρι η Μάρω!
Παύουν ευτύς τα κλάματα, τα μαύρα μυρολόγια,
Και βγαίνει η μάννα πεταχτή, τρελλή πο τη χαρά της,
Και δέχεται στην αγκαλιά τ’ αγαπητά παιδιά της.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΝΕΡΑΣΤΗ
1) Το όνομα Γιάννος είνε ένα είδος ηρωικό όνομα στες λαϊκές παραδόσες και γι’ αυτό το προτίμησα. Σε τι οφείλεται αυτό δεν το ξέρω καλά-καλά, νομίζω όμως, ότι οφείλεται στη φήμη του ονόματος του Διγενή, που πολλές εποποιίες στα πέρατα του Ελληνισμού το έχουν. Στην Ήπειρο, ανάμεσα σε πολλά τραγούδια, που άλλο παρασταίνει το Γιάννο να πολεμάη με το Χάρο :
« Ο Γιάννος λέει του Χάροντα…
» Χωρίς αστένεια κι’ αρρωστιά ψυχή δεν παραδίνω,
» Άιντε μας να παλέψωμε σε μαρμαρένιο αλώνι»
………………………………………… Άλλο να κυριεύη φρούρια : …………………………………………
« Πολλά είν’ τα κάστρα της Φραγκιάς, πολλά και τα ρω-
[μαίικα,
» Σαν το καστέλλι της Ωριάς δεν βρίσκεται στον κόσμο…
» Κανένας δεν το πάτησε, κανείς δεν το πατάει,
» Ο Γιάννος μον το πάτησε…»
Άλλο ως αντάρτη :
« Τρεις Τούρκοι, τρεις Γενίτσαροι, τρί’ άξια παλληκάρια, « Κι’ οι τρεις το Γιάννο γύρευαν, κι’ οι τρεις το Γιάννο [θέλουν» …………………………………………
Άλλο τον παρασταίνει, ότι πολέμησε με εφτά χιλιάδες Τούρκους και στο τέλος να σκοτόνεται από απροσεξιά:
« Κάτω στες κρύες Βρύσες, στα κρυονέρια,
» Ψυχομαχάει ο Γιάννος τ’ Αντριανόπουλο,
» Κομμένος, λαβωμένος και &ορικείμενος…&
» Τούρκοι τον τραγουδούνε και Ρωμιοί τον κλαιν.
…………………………………………
— « Δεν είταν μήτε δέκα, μήτε κι’ εκατό…
» Είταν εφτά χιλιάδες κι’ ίσως πλειότεροι…
» Για το Χριστό χιλιάδες πέντε σκότωσα,
» Και δυο χιλιάδες άλλες για την Παναγιά…
» Κι’ απ’ τες εφτά χιλιάδες ένας γλύτωσε,
» Πούχε λαγού πηλάλα, πόδι ζαρκαδιού,
» Κι’ εκείνος λαβωμένος και με λάβωσε…
» Να τους κι’ ακόμα χίλιοι, πώφτασαν εκεί,
» Με πιάσαν λαβωμένο και με δέσανε,
» Και μιαν ακέρια μέρα με παιδέψανε».
…………………………………………
Το ακόλουθο δημοτικό τραγούδι, που υπάρχει στην Ήπειρο, αναφερόμενο σ’ έναν Δίγιαννο, οποίος στη ρύμη των στίχων ονομάζεται Γιάννος, και αποδείχνει, ότι Γιάννος και Διγενής είνε το ίδιο:
» Στην Άρτα τ’ άργανα βαρούν, στην Άρτα κάνουν γάμο…
» Ρηγόπουλο παντρεύεται, βασιλοπούλα παίρνει
» Όλον τον κόσμο κάλεσαν, τη γη την οικουμένη,
» Το Δίγιαννο δεν κάλεσαν, πο τη κακογνωμιά του,
» Γιατί σκοτόνει τους γαμπρούς και παίρνει τες νυφάδες.
» Νάτος! κι’ ο Γιάννος πώφτασε…» κτλ.
2) Για τον ίδιο λόγο προτίμησα και τ’ όνομα Μάρω, ότι δηλ. κι’ αυτό αναφέρεται συχνότερα από κάθε άλλο όνομα και μάλιστα στα ερωτικά τραγούδια, και προ πάντων αναφέρεται ως συνδεμένον με τ’ όνομα Γιάννος.
3)…………..και στο γλυκό τραγούδι»
Και το τραγούδι στην ανόθευτη Ελλάδα από τον ψευτοπολιτισμό, θεωρείται ως συστατικό ωμορφιάς.
4) Άσπρα δοντάκια ξέξασπρα….
Ξέξασπρος = πάρα πολύ άσπρος. Συχνότερα εκφέρεται με το άσπρος: άσπρος-ξέξασπρος=λευκός-λευκότατος.
5) «Και κένταε….»
Το κέντημα, αν δε θεωρήται ως συστατικό ωμορφιάς, θεωρείται όμως ως συστατικό νοημοσύνης, εξυπνάδας, από την οποία πρέπει να παρακολουθήται η ωμορφιά, για να είνε τέλεια.
β )«Το σαραντάδιπλο χορό….»
Χορός με σαράντα δίπλες, με σαράντα κύκλους δηλαδή. Ο σαραντάδιπλος χορός θεωρείται ως ιδανικός χορός, ως χορός, που δε μπορεί να γείνη μεγαλύτερος.
7) «Μη θέλης πο λαγό τυρί κι’ απ’ άγριο γίδι γάλα».
Κατά το δημοτικό στίχο :
«Γυρεύει από λαγό τυρί κι’ απ’ άγριο γίδι γάλα».
Σημαίνει ο στίχος πράγμα πολύ δύσκολο, που μόνο η μεγάλη αγάπη μπορεί να κατορθώση.
8) «Μια αναμαλλιάρα Γύφτισσα….»
Συχνότερα τη μαγική τη κάνουν οι Γύφτισσες, οι Εβραίισσες κι’ οι Τούρκισσες και πολύ σπάνια να βρεθή Χριστιανή μάγισσα. Οι Τουρκογύφτισσες θεωρούνται ως σπουδαιότερες μάγισσες. Κάθε Τουρκογύφτισσα, ποια πολύ και ποια λίγο, είναι και μάγισσα. Ύστερα από τες Γύφτισες έρχονται οι Εβραίισσες. Προτίμησα τη Γύφτισσα, διότι οι Εβραίισσες δε βγαίνουν ποτέ από την πολιτεία και μάλιστα να κατοικούν σε σπήλια, ενώ οι Γύφτισσες πολύ συχνά ζουν στην ερημιά. Πολύ σπάνια και άντρες κάνουν το μάγο, κανένας όμως Χριστιανός. Γύφτοι οι πλειότεροι.
9) «Τ’ αρκούδια κι’ ημερεύουνε, τους λύκους και δεν [τρώνε, «Τα βλογημένα πρόβατα και λησμονούν τ’ αρνιά τους…
Παράλληλη ένοια αυτής της δοξασίας έχει και το ακόλουθο δημοτικό άσμα του « Αμάραντου» :
—« Ποιος είδε τον αμάραντο σε τι γκρεμό φυτρόνει;
» Τον τρων τ’ αλάφια και ψοφούν, τ’ αρκούδια κι’ ημερόνουν
» Τον τρων τα μαύρα πρόβατα και λησμονούν τ’ αρνιά τους
» Να το είχε φάει κι’ η μάννα μου, να μη είχε κάνει εμένα…»
10) Όλα αυτά που παινιέται η Μάγισσα, ότι π. χ. μαγειρεύει οχιές(1) και μονομερίδες(2) κτλ., ότι καταιβάζει το φεγγάρι και το δέρνει σαν παιδάκι κτλ. είνε πολύ πιστευτά στον Ηπειρωτικό Λαό. Δεν λέγω, ότι δεν είνε πιστευτά και σ’ άλλα ελληνικά μέρη, αλλ’ ημείς ως έδρα των ηθογραφιών μας έχομε την Ήπειρο, και μόνο τες δοξασίες του Ηπειρωτικού Λαού αναγράφομε σ’ αυτό το ποίημα.
1) Έχιδνα. 2) Είδος φαρμακερότατου φειδιού.
11) «…. Τες Ξωτικές του λόγγου».
12) Ξωτικές, φαντάσματα των λόγγων, νύφες, δρυάδες. Παρασταίνονται στα παραμύθια των γριών, ως ωραιότατες νύφες, ντυμένες μ’ ένα άσπρο σιντόνι μοναχά, ότι περιφέρονται συνοδειές — συνοδειές τα λόγγα, κι’ όπου βρουν ώμορφο κι’ ανύπαντρο πιστικό, που να μην έχη απάνω του πυριοβολικά(3),
3) Κομμάτι χάλυβα (τσελικιού) στερνάρι (πυρίτης) και ύσκα, όλα μαζύ λέγονται πυριοβολικά. Όποιος έχει αυτά στον κόρφο του, πιστεύεται, ότι είναι προφυλαγμένος από τα κακά νεύματα.
θυμίαμα κι’ αλάτι τον αρπάζουν, του παίρουν τη φωνή και τον παν στα σπήλια τους. Όταν είναι ανεμοστρόβιλος και χορεύουν τα δεντρόφυλλα σύγκυκλα — σύγκυκλα, ο λαός πιστεύει, ότι χορεύουν Ξωτικιές, κι’ αναμερούνε, κάνοντας το σταυρό τους. Αναφέρονται πολλοί πιστικοί, ως αρπαγμένοι από τες Ξωτικιές. Στην Κρετσούνιτσα(1) ζούσε ως τα πρόπερσυ ένας πιστικός, Σιάνος λεγόμενος, που πίστευε ο κόσμος, ότι τον είχαν πάρει οι Ξωτικιές. Τον είχα ρωτήσει πολλές φορές να μου ειπή πώς είταν οι Ξωτικιές, και μου έλεγε όλο και τα ίδια:
— Είχα τα γίδια στην πλαγιά και καθόμουν σ’ ένα τσιογκάρι και τ’ αγνάντευα. Λάλησα λίγο τη φλογέρα, κι’ ύστερα, σα να νύσταξα, έκλεισα τα μάτια μου. Εκεί που κοιμώμουν, άκουσα ένα μεγάλο σιουμάλισμα και μια φοβερή ταραχή. Βρέθηκα μέσα στη μέση του ανεμοστρόβιλου. Προσπάθησα να φύγω… του κάκου! Είμουν σαν πισταγκωνισμένος. Έκανα να μιλήσω… και δεν είχα φωνή! Ρίχτηκαν τα σκυλλιά απάνω στον ανεμοστρόβιλο, κι’ είδα ένα χορό γυναίκες πανέμορφες, μ’ ένα σιντόνι η καθεμιά ζωσμένη, που τρύπωσαν μέσα στο λόγγο, χορεύοντας και φεύγοντας με τα φύλλα, σαν αστραπή. Έχασα τα λογικά μου. Δεν είξερα πού είμουν. Και όταν ήρθα στον εαυτό μου, ύστερα από μήνες, κατάλαβα ότι βρισκόμουν στο μαναστήρι. Με γλύτωσε η Μεγαλόχαρη (και κάνοντας το σταυρό του, τελείονε τη διήγηση)· Σ’ αυτή χρωστάω τη φωνή μου».
Το πάθημα του Σιάνου είνε γνωστότατο σ’ όλη την επαρχία.
1) Χωριά των Κουρέντων (Ελλοπίας) 6 ώρες δυσμικά του Γιαννίνου.
12) «Και τες Νεράιδες του γιαλού…»
Το ίδιο κι’ οι Νεράιδες. Είναι κι’ αυτές φαντάσματα των ποταμών και της θάλασσας, και κάθε μέρους, που έχει νερό τρεχούμενο, ωραιότατες νύφες (νηρηίδες). Ο, τι κάνουν οι Ξωτικιές στους πιστικούς, οι Νεράιδες το κάνουν στους ψαράδες και στους ναύτες, αλλά θεωρούνται όχι τόσο κακιές, όσο οι Ξωτικιές.
13) «Που το φεγγάρι χάνεται και πιάνεται καινούργιο».
Η ώρα αυτή, που χάνεται το παλιό φεγγάρι και πιάνεται το καινούργιο, θεωρείται ως η καταλληλότερη στιγμή των μαγικών.
14) «Τρία περόνια γύφτικα…»
Τα γύφτικα τα περόνια, δηλαδή αυτά που φκιάνουν οι χαλκιάδες οι εγχώριοι, που είναι όλοι Γύφτοι(1), θεωρούνται καταραμένα, διότι με τέτοια περόνια (γύφτικα) σταύρωσαν το Χριστό, και κατάλληλα για τα μαγικά, ενώ τα χυτά τα περόνια νομίζονται ακατάλληλα για τέτοιες δουλιές.
1) Οι Γύφτοι θεωρούνται απόγονοι των χαλκιάδων εκείνων, που είχαν φκιάσει τα περόνια, που σταύρωσαν τον Χριστό. Λέγονται περιφρονητικά και Φαραώνηδες, ως καταγόμενοι από την Αίγυφτο, της οποίας οι αρχαίοι βασιλιάδες λέγονταν Φαραοί (Φαραώ).
15) « Τρεις χούφτες άκριτο νερό τριτόβραδα παρμένο…»
Όσους αριθμούς αναφέρω, 3, 7, κλ. είναι καθιερωμένοι από τες προλήψες του λαού.
Το «άκριτο νερό», παρμένο την Τρίτη τη νύχτα κάτω από τη φτερωτή του μύλου, χωρίς εκείνος που τα πάρη να μιλήση ή απλώς να βγάλη φωνή, είναι από τα κυριώτερα συστατικά της μαγείας.
Από τες ημέρες της εβδομάδας η Τρίτη είναι για τα μάγια κατάλληλη και το Σάββατο για τ’ αντιμαγικά.
Κάθε μάγισσα ή μάγος δε ζητάει όλα τα μαγικά είδη, που αναφέρομε σ’ αυτό τα μέρος του ποιήματος. Ο καθένας ζητάει τρία είδη το πολύ και μ’ αυτά φκιάνει τα μαγικά του, αλλ’ εμείς βάλαμε στα στόμα της Μάγισσας όλα, όσα μπόρεσα να μάθω από πολλούς, που είχαν καταφύγει σε διάφορες μάγισσες, κι’ έτσι κατάρτισα μια μαγολογία, όσο το δυνατό μεγαλύτερη. Και όμως με όσα αράδιασα νομίζω, ότι ούτε τα μισά τα είδη δεν έβαλα στη μαγολογία μου.
16) «…………τ’ αρνίθια πριν λαλήσουν».
Όλα τα διαβολικά βγαίνουν στον Απάνω Κόσμο τα μεσάνυχτα και περπατούν ως την ώρα, που θα πρωτολαλήσουν οι πετεινοί.
17) «Λέγοντας λόγια μαγικά, διαβολεμένα λόγια», «που δε μπορούσε τίποτε κανείς να καταλάβη».
(Όρα σελίδα 33 στίχ. 4 και 5).
Οι μάγισσες, όταν βρίσκωνται στο έργο τους, προφέρουν ασυνάρτητα λόγια, που δε μπορεί να βγάλη κανείς έννοια.
18) «Σαν άγριευαν και γούρλοναν της Μάγισσας τα μάτια «Κι’ έβγαζε αφρούς το στόμα της μαζύ με τη φωνή της».
(Όρα σελ. 33 στίχ. 10 και 11).
Λέγοντας και ξαναλέγοντας οι μάγισσες τ’ ασυνάρτητά τους τα λόγια, λαβαίνουν άγριο ύφος, γουρλώνουν τα μάτια τους κι’ αφρίζουν. Αυτά τα κάνουν, εννοείται, μπροστά στους ενδιαφερομένους, για να τους φοβίσουν.
19) Οβίρα=κοίλωμα μέσα στην κοίτη των ποταμών, όπου είναι το βαθύτερο μέρος, θεωρείται ως κατοικία δαιμόνων.
20) Στερνάρι = πυρίτης λίθος.
21) Πυριόβολος = χάλυψ.
22) Ύσκα, είδος παρασίτου φυτού, που φυτρόνει στα δέντρα. Το καταλληλότερο είναι εκείνο, που βγαίνει στες ιτιές και στα πλατάνια. Τα στενάρι, ο πυριόβολος και η ύσκα είναι τα τρία σύνεργα με τα οποία ανάβουν φωτιά. Η φωτιά του στερναριού θεωρείται κατάλληλη για τα μαγικά.
23) «Τρεις πέντε δεκαπέντε τους, τρεις έξη δέκα οχτώ
[τους.
»Και τρεις εφτά είκοσι μια…»
Όλα αυτά είναι από τ’ ασυνάρτητα. Ίσως νάχουν και κάποια εξήγηση, που εγώ δε γνωρίζω.
24) «…………….. Σε κλειδωνιά κλεισμένα
» Και μες σε βρωμοπήγαδο ριγμένα Τρίτη βράδυ».
Τα μάγια, για να μη χαλάσουν με τ’ αντιμαγικά, τα κλειούν στην κλειδωνιά, δηλαδή παίρνουν μια ανοιχτή χεροκλειδωνιά και την κλειούν με το κλειδί της, κι’ ύστερα για να μη βρεθή από κανένα και την ανοίξη, και βγουν τα μαγικά, την πετούν σε βρωμοπήγαδο, δηλαδή σε πηγάδι με νερό ακάθαρτο, την Τρίτη το βράδυ.
25) Μαυροπούλλι, πουλλί μαύρο, που δεν το βλέπει κανείς, μυστηριώδικο.
26) «Κι’ όταν επρόβαλε ψηλά στον ουρανό έν’ άστρο, »Που τώχουν συμβουλάτορα στα μάγια τους οι μάγοι»
Δεν μπόρεσα να εξιχνιάσω ποιο άστρο είναι αυτό.
27) «Άναψε η Μάγισσα κερί πράσινο και φκιασμένο » Με ξύγγι ανθρώπου ζωντανού…»
Είναι φοβερό ν’ ακούση κανείς, πως γίνεται αυτό το κηρί! Εκείνος, που έχει ανάγκη από τέτοιο κηρί, πηγαίνει και ξεκοιλιάζει έναν άνθρωπο, του αρπάζει την ξυγγοπάνα, που σκεπάζει τα εσωτικά του και φεύγει. Αλλά για να είναι χρήσιμη αυτή η ξυγγοπάνα, πρέπει ο άνθρωπος που την είχε, να είταν ζωντανός την ώρα, που ο φονιάς την τραβούσε από μέσα. Μ’ αυτή την ξυγγοπάνα φκιάνουν ξυγγόκηρο, και τα ξυγγόκηρο αυτό νομίζουν, ότι έχει την ιδιότητα να μη σβύνη από τον δυνατώτερον αγέρα, και χρησιμεύει σ’ εκείνους προπάντων, που πηγαίνουν ν’ ανοίξουν τους θησαυρούς, που βρίσκονται σε υπόγεια ή σε σπηλιές, διότι κάθε άλλο κηρί σβύνεται εκεί μέσα και μόνο το κηρί, που γίνεται από ξυγγοπάνα, βγαλμένη από ζωντανό άνθρωπο δε σβύνει. Πιστεύουν ακόμη, ότι το φως αυτού του κηριού τυφλόνει και τον Δράκοντα, που φυλάει τους υπόγειους θησαυρούς.
28) «…………………………..αυγό μονομερίδας
Πιστεύεται, ότι ένα αυγό της μονομερίδας από όσα κάνει, βγάζει φείδι με δύο κεφάλια: τα ένα στη φυσική του θέση, και το άλλο στην ουρά.
29) «Χολή οχιάς»
Η οχιά είναι το φαρμακερώτερο φείδι του κόσμου. Ο λαός λέγει:
« Όποιον φάγη η οχιά,
«Ούτε κρίση, ούτε λαλιά.»
10) «……………….. σβαρνιάρικης χελώνας,
«Που θάφτουνταν εξάμηνο στης γης το μαύρο χώμα.»
Αλήθεια τα μισό το χινόπωρο, όλον το χειμώνα και το Μάρτη ακόμα η χελώνα βρίσκεται ναρκωμένη μέσα στα χώμα. Γι’ αυτό και θεωρείται κατάλληλη για τα μαγικά.
31) «Ασβού τομάρι ανήλιαγο….»
Ο Ασβός είναι νυχτόβιο τετράποδο, που δε βγαίνει ποτέ την ημέρα. Ονομάζεται λατινικά Trohus. Στο μέγεθος είναι μικρότερο από κοινό σκυλλί. Είναι σαρκοβόρο, αλλά αγαπά πολύ και το χλωρό αραποσίτι (καλαμπόκι). Κάνει μεγάλη καταστροφή στα χωράφια, που είναι σπαρμένα αραποσίτι. Το τομάρι του είναι περίφημο.
32) «…………..τους κατσιποδαραίους.
Κατσιποδιάρης—αίοι = δαιμονικά με ποδάρια κατσικίσια (από το κατσικοπόδαρος κατσιποδιάρης). Τα ισκιώματα είναι φαντάσματα, δαιμονικά, που πετούν στον αγέρα, ενώ οι κατσιποδιαραίοι περπατούν στη γη.
33) «Λειάρας νυφίτσας…»=ποικιλόχροης, παρδαλής ικτίδας (νυφίτσα = ικτίς). Είναι η καταστροφή των ποντικιών. Δεν τα τρώγει, αλλά τα πνίγει μόνον και τ’ αφίνει. Αυτό το τετράποδο είναι μικρό και συμπαθητικό και πολύ συχνά έρχεται μέσα στα χωριά, για να καταστρέψη ποντίκια.
34) «Μυαλό γαλάρας αλεπούς…»
«Όπου έτρωγε στην πείνα της τα μαύρα τα παιδιά της».
Βεβαιόνουν πολλοί κυνηγοί, ότι ηύραν αλεπού να τρώη στην πείνα της τα μικρά της. Ο Λαός πιστεύει πολύ αυτή την αφιλοστοργία της αλεπούς.
35) «Πλεμόνι κατακόκκινο κλαψάρας κουκκουβάγιας, «Που είταν του Χάρου μύνημα, της ερημιάς στολίδι».
Η κουκκουβάγια (γλαυξ) θεωρείται δυσοίωνο πουλλί. Αν λαλήση η κουκκουβάγια σε κατοικημένο σπίτι, θάνατος κι’ ερημιά θα το επακολουθήση.
36) «Μπούφου κατάμαυρη καρδιά…. «Που την ημέρα κρύβονταν να μη τον δη ο ήλιος, «Κι’ όλη τη νύχτα βόγγαε και γαύγυζε σα σκύλλος».
Είναι πολύ απαίσιο το λάλημα του μπούφου στα μαύρα τα σκοτάδια, μέσα στα σύδεντρα και στα λακκώματα. Όταν λαλάη πολύ, στο τέλος έχει ένα γύρισμα σα γαύγυσμα σκυλλιού. Νομίζει κανείς, ότι δεν είναι πουλλίσιο λάλημα.
37) «……………Γαλάρας νυχτερίδας».
Ίσως δεν είναι γνωστό στον πολύν κόσμο, που δεν καταγίνεται με τη ζωολογία, ότι η νυχτερίδα είναι πετεινό χωρίς φτερά, ότι γεννάει μικρά κι’ όχι αυγά, κι’ ότι έχει βυζιά και τα βυζαίνει.
38) «Νύχι δεξί χαμόραγγα….»
Αρουραίος ποντικός. Λέγεται ακόμα και κουφός και τυφλοπόντικας. Αυτό το ζώο είναι νυχτόβιο και δε βγαίνει καθόλου την ημέρα. Ζη υποχθόνιο και τρέφεται με ρίζες φυτών και υποχθόνια έντομα.
39. «Γλώσσα από κίσσα θηλυκήν, εφτάφωνη γλωσ- [σούλα, »Οπού έβαλε τον αδερφό τ’ αδέρφι να σκοτώση, »Τ’ αδέρφι του το εγκαρδιακό, το δύστυχο το [Γκιώνη
Υπάρχει παράδοση, ότι μια φορά κι’ έναν καιρό είταν δυο αδέρφια. Ο ένας λέγονταν Μαλώνης κι’ ο άλλος Γκιώνης. Ο πρώτος είταν ζευγίτης κι’ ο δεύτερος πιστικός. Μια μέρα, που θα κούρευαν τα γίδια, ήρθε κι’ ο ζευγίτης να βοηθήση τον πιστικό. Έλειπε ένα βετούλι. Ύστερα από κάμποση ώρα το άκουσαν να βελάζη κάτω στο λάκκο. Πάη ο Γκιώνης να το πάρη. Όταν έφτασε στο λάκκο έψαξε δώθε-κείθε, δεν μπόρεσε να το βρη. Γυρίζοντας στο στάλο, που κούρευαν, ακούστηκε πάλε τα βελιατό του βετουλιού. Τον ξαναστέλλει ως μεγαλύτερος ο Μαλώνης το Γκιώνη να πάρη το βετούλι. Ξαναπηγαίνει ο Γκιώνης, μεταψάχνει και δε βρίσκει τίποτε και ματαγυρίζει μ’ αδειανά τα χέρια, χωρίς το βετούλι.
Και για να μη το πολυλογούμε πήγε κι’ ήρθε πολλές φορές στο λάκκο, χωρίς να βρη και να φέρη το βετούλι. Τότε ο Μαλώνης, θυμωμένος, τραβάει μια το ψαλίδι και σκοτόνει το Γκιώνη, και κινάει για το λάκκο μόνος του να βρη το βετούλι. Φτάνοντας εκεί τι βλέπει; Μια κίσσα, που βέλαζε σα βετούλι. Τότε ο Μαλώνης ήρθε στον εαυτό του από το θυμό του, θυμήθηκε το κακό που έκανε να σκοτώση τον αδερφό του, έκλαψε, χτυπήθηκε και στο τέλος από τη λύπη του έγεινε πουλλί — αυτό που λέμε Γκιώνη — κι’ από τότε όλο κλαίει και φωνάζει τον αδικοσκοτωμένο αδερφό του: «Γκιων! Γκιων! Γκιων!» Και θα φωνάζη, ως που θα τον λυπηθή ο θεός — αν το λυπηθή — και στείλη από τον Κάτω Κόσμο στη ζωή πάλε τον αδερφό του τον Γκιώνη. Τότε θα γένη πάλε άνθρωπος και θα ζήση χαρούμενος με τον αδερφό του.
Όλο αυτά το κακό τώκανε η Κίσσα, η εφτάφωνη, που λαλάει εφτά λογιών.
49) «Να γένη το νερό τυρί…»
Ως μεγαλύτερη μάγισσα θεωρείται εκείνη, που μπορεί να πήξη το νερό. Όταν θέλουν να φημίσουν μια μάγισσα λένε : —«Αυτή πήγει τα νερά!»
41) «Αχ! δεν της κάνουν τίποτε τα δόλια μαγικά μου, «Γιατ’ έτυχε η καλότυχη να γεννηθή Σαββάτο».
Τα σαββατογεννήματα δεν τα πιάνουν τα μάγια και πλειότερο δεν πιάνουν εκείνους, που γεννηθούν ένα από τα «τρία καλά Σάββατα» της Τυρινής, της Καθαροβδομάδας και το Μεγαλοσάββατο. Αυτά τα Σάββατα πιστεύει ο Λαός, ότι βγαίνουν οι πεθαμένοι από τον Κάτω-Κόσμο, και περιφέρονται αόρατοι στα μέρη, που έζησαν, γι’ αυτό κι’ ο κόσμος φκιάνει κόλλυβα για τους πεθαμένους του. Πιστεύει ακόμα, ότι τα κόλλυβα αυτά τα τρων οι πεθαμένοι και μόνο νομίζομε, ότι τα τρώμε εμείς και ότι εκείνοι οι πεθαμένοι, που δεν έχουν δικούς να τους φκιάνουν κόλλυβα, μένουν νηστικοί. Για αυτό πολλά εχούμενα σπίτια, φκιάνουν κοντά στα δικά τους για τους πεθαμένους τους κι’ ένα σκουτελλάκι για τους φτωχούς τους πεθαμένους κι’ εκείνους, που δεν έχουν δικούς στον κόσμο.
42) «Που στα τραγούδια λέγεται «Βοτάνι της Αγάπης».
Ο Λαός πιστεύει, ότι υπάρχει βοτάνι (φυτό), που μπορεί να κάνη το παλληκάρι, ή το κορίτσι ν’ αγαπήσουν το πρόσωπο, που δεν αγαπούσαν. Τα δημοτικά τραγούδια είναι γεμάτα από τα όνομα του βοτανιού της αγάπης. Το φαντάζονται ως μικρό θάμνο με λουλούδια κίτρινα, σα φλωρί, και φύλλα άσπρα, σαν ασήμι, και πιστεύουν, ότι δε στεγνόνει ποτέ, σαν τ’ άλλα τα φυτά, ούτε αλλάζει τα φύλλα του. Θεωρείται ως σπανιώτατο φυτό, ότι βρίσκεται σ’ άβατους γκρεμούς, απάτητα σπήλια και μακρυνά κι’ υπέρψηλα βουνά, κι’ ότι κοντά σ’ αυτές όλες τες δυσκολίες το φυλάει κι’ ένας τρομερός Δράκοντας.
Η ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ
ΑΦΙΕΡΟΝΕΤΑΙ στον Εξοχώτατον αντιπρόσωπό της, τον κ. ΝΕΟΚΛΗ ΚΑΖΑΖΗΝ, Πρόεδρον της Εταιρείας του «Ελληνισμού»
Ψηλά σε σπίτια τρίπατα και γυάλινον εξώστη.
Κένταγε κι’ ωριοκένταγεν η λυγερή Χρυσάιδω,
Πανώρια κόρη προεστού, μοναχοθυγατέρα,
Οπού δεν είχε ταίρι της σ’ Ανατολή και Δύση
Στην ωμορφιά και στην τιμή και στο γλυκό τραγούδι,
Κι’ απάνω στα κεντήματα, και στα ξομπλιάσματά της
Γλυκό τραγούδιν έδερνε, τραγούδι της αγάπης
Με μια φωνή χαρμόσυνη, σαν απ’ αγγέλου στόμα.
Κένταγε κι’ ωριοκένταγε μεταξωτό μαντήλι,
Που είταν ψιλό και διάφανο, σα φεγγαριού αχτίδα,
Πούχε το χρώμα του χιονιού, του Ήλιου τη λαμπράδα,
Μαντήλι μοσκομάντηλο, μαντήλι της αγάπης,
Που θάδινε του Κωσταντή, του αρραβωνιαστικού της,
Τη μέρα, που θα φόρεγαν τα τίμια τους στεφάνια,
Και θα τους βλόγαε ο παπάς με το δεξί του χέρι,
Μπρος το Βαγγέλιο το ιερό και μπρος στην Παναγία,
Και στον αφέντη το Χριστό και σ’ όλους τους Αγίους.
Κένταγε κι’ ωριοκένταγεν η λυγερή Χρυσάιδω,
Τ’ ώριο μαντήλι του γαμπρού, του γάμου τους το δώρο,
Μ’ ολόχρυσες κι’ ολάργυρες κλωστές και μεταξένιες,
Οπού είχαν τόσα χρώματα, όσα και τα λουλούδια
Των λειβαδιών την άνοιξη, το Μάη, το καλοκαίρι,
Στη μια την άκρη το Σταυρό, στην άλλη το Βαγγέλιο,
Και μες στη μέση από τα δυο Χριστό και Παναγία,
Κι’ ανάμεσα από το Χριστό κι’ από την Παναγία
Γάμου στεφάνια ολόχρυσα, σταυροστεφανωμένα.
Που είχαν σε κάθε βελονιά σπειρί μαργαριτάρι,
Και γύρα γύρα στους σταυρούς των στεφανιών με χάρη
Χίλια αγγελούδια φτερωτά, που βάσταε το καθένα
Με το δεξί το χέρι του κι’ ένα χρυσό στεφάνι…
Κι’ ανάμεσα στα χαρωπά του γάμου τα στεφάνια
Δυο δαχτυλίδια ολόχρυσα με διαμαντένιες πέτρες
Και μες στες πέτρες έλαμπαν αγκαλιαστά με χάρη
Ο Ήλιος ο χρυσάχτιδος και το λαμπρό Φεγγάρι.
Κένταγε κι’ ωριοκένταγε με χάρη και με γνώση
Δυο άσπρα σπίτια τρίπατα μ’ αυλές και με παραύλια,
Με τοίχους μαρμαρόχτιστους, με μαρμαρένιες σκάλες,
Και παραθύρια με γυαλιά και γυάλινους εξώστες,
Τώνα στα πόδια του Χριστού, τ’ άλλο στης Παναγίας…
Το πρώτον είταν του Γαμπρού, το δεύτερο της Νύμφης,
Γεμάτα κόσμο και τα δυο κι’ από χαρά γεμάτα,
Και στες πλατύχωρες αυλές χορούς και πανηγύρια,
Και ψησταριές μ’ αμέτρητα κριάρια σουβλισμένα.
Και μες στη μέθη από τα δυο τ’ αγαπημένα σπίτια,
Κένταγε γάμο αρχοντικό, ξεφαντωμένο ψίκι(1),
Με δώδεκα ζυγές βιολιά και χίλιους καλεσμένους….
Μπροστά τραβούσεν ο νουνός και πίσω οι φυλαχτάδες( 2),
Στη μέση πήγαινε ο Γαμπρός με την πανώρια Νύφη,
Σα μήλα, σαν τριαντάφυλλα, σα δροσερά λουλούδια,
Και πλειο μπροστά το φλάμπουρο, σταυροστεφανωμένο,
Γαλάζιο-καταγάλαζιο, μ’ άσπρο Σταυρό στη μέση,
Και μες στη μέση του Σταυρού κεντούσε τον Άη Γιώργη
Σε σιδερόψαρο άλογον απάνω καβαλλάρη,
Που βάσταγε στα χέρια του τ’ ολάργυρο κοντάρι,
Και χτύπαε το Δράκοντα στ’ αλόγου του τα πόδια(3).
Κένταγε κι’ ωριοκένταγε με προσοχή μεγάλη
Τον ολοστρόγγυλο ουρανό, τον αστροστολισμένο.
Και κάτων από τ’ ουρανού τη διάπλατη τη σκέπη,
Χειροπιασμένες δυο αδερφές : τη Μέρα και τη Νύχτα.
Η μια είταν άσπρη—ξέξασπρη και φόραγε χιονάτα,
Κι’ είχε τον Ήλιο πρόσωπο με τες χρυσές του αχτίδες,
Η άλλη είταν μελαχροινή, στα ολόμαυρα ντυμένη,
Με το Φεγγάρι πρόσωπο κι’ αστέρινο στεφάνι,
Και στην κορφή του στεφανιού, στη μέση του μετώπου,
Ο λαμπερός Αυγερινός τη λάμψη του σκορπούσε…
Κι’ ανάμεσα στες δυο αδερφές, τες πολυαγαπημένες,
Κατακαθάρια ανατολή, αχτιδοστολισμένη.
Κι’ ηλιοβασίλεμα λαμπρό και συννεφοχτισμένο
Απλόνονταν ολόλαμπρα σα χρυσαφένιες λίμνες.
Κένταγε κι’ ωριοκένταγε στ’ ανάερα τα πόδια
Της Νύχτας της μελαχροινής και της καθάριας Μέρας
Τες τέσσαρες τες εποχές, γλυκά χεροπιασμένες,
Την Άνοιξη τη δροσερή, των λουλουδιών τη μάννα,
Ντυμένη φόρεμα λαμπρό, λουλουδοστολισμένο,
Το Καλοκαίρι το χρυσό, το ηλιοφλογισμένο,
Το κίτρινο Χινόπωρο με τα πεσμένα φύλλα,
Και τον Χειμώνα τον ψυχρό με τ’ άσπρα του τα γένια,
Κι’ ολόγυρα στες εποχές, τες αεροβατούσες,
Ηλιολαμπές και συννεφιές, βροχές, χαλάζια, χιόνια,
Και μες στα μαύρα σύννεφα φλόγινα αστροπελέκια,
Σα φείδια ολοφώτεινα βαθυά να τ’ αυλακόνουν.
Στην άκρη κάμπου διάπλατου, σε ριζοβούνι δίπλα,
Κένταγε λίμνην ώμορφη, σα νύφη στολισμένη,
Μ’ άλλα νερά κατάργυρα, μ’ άλλα νερά γαλάζια,
Κι’ απάνω της να τρέχουνε βαρκούλες πέρα-δώθε,
Άλλες με κάτασπρα πανιά, σαν άσπρα περιστέρια,
Κι’ άλλες μ’ ολάργυρα κουπιά να δέρνουν τα νερά της…
Γλυκά ανακαθρεφτίζονταν στες λαμπερές της άκρες,
Λόγγα, χωριά, βουνόπλαγα, ράχες και κορφοβούνια,
Κοπάδια γιδοπρόβατα κι’ αμέτρητες αγέλες,
Και σε μιαν άκρη απλόνονταν πανώρια πολιτεία(4),
Με σπίτια μαρμαρόχτιστα και κάστρο αρματωμένο.
Κένταγε κι’ ωριοκένταγε μ’ υπομονή μεγάλη
Θάλασσα απέραντη, πλατειά, βαθύμακρα λιμάνια.
Ακρογιαλιές πανέμορφες, νησιά χαριτωμένα,
Κι’ απάνω στον νερόκαμπο να ουριοταξειδεύουν
Κάθε λογής πλεούμενα, κάθε λογής καράβια….
Άλλα να τρέχουν με φωτιά, κι’ άλλα με τον αγέρα,
Να ξαπετούν απάνω τους οι πεινασμένοι γλάροι
Και δίπλα στες ακρογιαλιές τα κύματα να σπάζουν
Από την ακροθαλασσιά, κι’ ως μες στα ριζοβούνια
Κένταγε κάμπο διάπλατο, λουλουδιασμένον κάμπο,
Μ’ αμέτρητα άνθια κι’ εύοσμα, μ’ αρίφνητα λουλούδια
Που πιάνονταν τα χρώματα και γένονταν κομμάτια
Το άσπρο με το πράσινο, το κίτρινο με τ’ άσπρο,
Το θαλασσί με το σταχτί, το κόκκινο με όλα
Κι’ οι παπαρούνες, χαρωπές, στα κόκκινα ντυμένες,
Απλόνονταν περίφανες στ’ απέραντα λειβάδια,
Σα να είτανε βασίλισσες του μυρωμένου κάμπου.
Εδώ κι’ εκεί σποραδικά στον μυρωμένον κάμπο
Κένταγεν ώμορφα χωριά, χωριά και χωριουδάκια.
Με περιβόλια, με νερά, με δέντρα και με κάμπους,
Και γύρα σ’ όλα τα χωριά, κι’ όλα τα χωριουδάκια,
Χωράφια με γεννήματα, πυκνά και μεστωμένα,
Κι’ αμπέλια χοντροκούτσουρα, πρατύφυλλα, γεμάτα
Σταφύλια κατακόκκινα και κίτρινα σταφύλια,
Κι’ ανάμεσα από τα χωριά και τα καλά χωράφια
Κοπάδια γιδοπρόβατα, και βώδια και φοράδια
Κι’ ανθρώπους ν’ αναδεύωνται και να μοχτούν με πόνο,
Και κάπου—κάπου κένταγε γυναίκες να λευκαίνουν,
Μ’ άσπρα ποδάρια ολόγυμνα μες το νερό χωσμένα,
Και κοπελλιές πανέμορφες στες ράχες να χορεύουν.
Ανάμεσα από τα χωριά και μεταξύ στους κάμπους
Κένταγε κι’ ωριοκένταγεν ένα αργυρό ποτάμι,
Μ’ αυλάκια, με παραύλακα και με πολλά γεφύρια,
Με καταρράχτες τρύψηλους, που πέφτουν αφρισμένοι,
Σε μύλους, σε νεροτροβές και σε πολλά μαντάνια,
Κι’ απόδιπλα του ποταμού, κατά σειρά στους όχτους,
Χιλιάδες δέντρα πράσινα: ιτιές, πλατάνια, λεύκες,
Κι’ απάνω στα κλωνάρια τους να στέκουν, να πετούνε
Χίλιων λογιών πετούμενα, χιλιών λογιών πουλλάκια.
Κένταγε κι’ ωριοκένταγε στην άκρη από τον κάμπον
Ένα πανέμορφο βουνό, που είναι ψηλό και μέγα,
Πώχει χιλιάδες δυο κορφές κι’ αμέτρητες βρυσούλες,
Κάθε κορφή και φλάμπουρο, κάθε δεντρί και κλέφτη
Και στην ψηλότερη κορφή, στου Άγι-Ηλιά τη ράχη,
Οπώχει αιώνια σκέπασμα σαράντα πήχες χιόνι,
Κένταγε αητό δικέφαλο με δυο χρυσές κορώνες,
Που κράταγε στα νύχια του κεφάλι αντρειωμένου(5).
Κένταγε το ψηλό βουνό, το κλεφταγαπημένο,
Κι’ έβανε αντάρα στην κορφή και καταχνιά στη ρίζα,
Στη μέση τους Αρματωλούς και στα ψηλά τους Κλέφτες,
Στα πλάγια γιδοπρόβατα με κύπρους, με κουδούνια,
Κι’ ανάμεσα στα πρόβατα, κι’ ανάμεσα στα γίδια
Κένταγεν άξιους πιστικούς και σκύλους και κουτάβια,
Κι’ έναν καθάριον πιστικό σ’ ένα ψηλό κοτρώνι
Να κάθεται και να λαλή γλυκόφωνη φλογέρα.
Και τέλειονε το κέντημα, το χιλιοξομπλιασμένο,
Κεντώντας πόλη κάτασπρη κοντά σε περιγιάλι,
Με μάρμαρα πελεκητά και χρυσοσκαλισμένα,
Και στην κορφή πανέμορφο βασιλικό παλάτι,
Οπού έχει μέσα βασιλιά κι’ απανωθιώ σημαία
Γαλάζια-καταγάλαζια, μ’ άσπρο Σταυρό στη μέση,
Και μες στη μέση του Σταυρού κορώνα στουροφόρα….
Κι’ αντίκρυ από του Βασιλιά το κάτασπρο παλάτι,
Κένταγε βράχον ένδοξο, περίφανο, μεγάλον,
Από τον ήλιο κόκκινο κι’ από τα χρόνια μαύρο,
Και στην κορφή τον ξακουστό και θείον Παρθενώνα,
Της Τέχνης άγιο λείψανο, του Ωραίου άγιο βήμα,
Προσκυνητάρι σεβαστό του κόσμου πέρα ως πέρα.
Κι’ εμπρός του τον Πολιτισμό δειλά γονατισμένο,
Να σκύβη το κεφάλι του και να τον προσκυνάη.