WeRead Powered by ReaderPub
Η αγάπη (Τριλογία) cover

Η αγάπη (Τριλογία)

Chapter 7: ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A lyrical trilogy of rural narratives follows an isolated noble daughter confined in an ancient tower by a harsh fate that allows her to leave only for an exceptionally worthy and handsome husband. Her daily rituals and songs to the sun set a standard of heroic qualities and provoke longing across the countryside, while parades of suitors fail to meet the demand. A single captive youth, famed for strength and courage, breaks free, overcomes guards and wild terrain, and hastens to claim her hand. The poems blend pastoral description, heroic action, and solemn reflection on destiny, desire, and communal yearning.

     Κι’ εκεί οπού αργοτέλειονε τ’ ωριόπλουμο μαντήλι,
     Όλη τη γνώση βάνοντας κι’ όλη την εξυπνάδα,
     Να σου και μπαίνει ο Κωσταντής, αρματοφορεμένος,
     Με τη χαρά στο πρόσωπο, γλυκά ζωγραφισμένη,
     Και την αγάπη στην καρδιά, σα ριζωμένο δέντρο :
     — Καλή σου μέρα. Λυγερή!
        — Καλώς μου τον λεβέντη!
     — Τι νάναι αυτό το κέντημα;
        — Του γάμου μας το δώρο,
     Που θα σου δώσω, Κωνσταντή κι’ αρραβωνιαστικέ μου,
     Την Κυριακή του γάμου μας την άγια εκείνη ημέρα,
     Που θα μας βάλη ο παπάς τα τίμια μας στεφάνια,
     Μπρος στο Βαγγέλιο το ιερό και μπρος την Παναγία,
     Και στον αφέντη το Χριστό και σ’ όλους τους Αγίους.
     Ιδέ και πε μου, Κωνστανή, καμάρι της καρδιάς μου.
     Σου αρέσουν τα κεντήματα; Σου αρέσει το μαντήλι;
     Μαρτύρους βάνω το Χριστό και τη Κυρά Παρθένα,
     Ότι σου τ’ ωριοκέντησα με την καρδιά μου όλη….
     Όπως δε θα είταν ικανή καμμιά άλλη να το κάνη….
     Πε μου σου αρέσει, Κωνσταντή, τ’ ωριόπλουμο μαντήλι;—

     Ρίχνει τα μάτια ο Κωνσταντής απάντω στα κεντίδια,
     Κυττάζει και θυαμαίνεται της κόρης την αξιάδα.
     Οπού δεν έχει ταίρι της σ’ Ανατολή και Δύση
     Στην ωμορφιά και στην τιμή, στη γνώση και στο ξόμπλι…
     Κυττάζει, συλλογίζεται και δεν απολογιέται,
     Σα ναύρισκε ένα φταίξιμο, κάποιο βαρύ ψεγάδι,
     Μες στ’ άπειρα κεντήματα, τα χιλιοξομπλιασμένα,
     Κι’ η Κόρη από τη βιάση της και τον πολύν καημό της,
     Του λέγει με ανυπομονησιά και με κρυφή λαχτάρα :
     — Μη δε σου αρέσει, Κωνσταντή, του γάμου το μαντήλι;

     Κι’ ο Κωνσταντής περίφανος για τα κεντήματά της,
     Πνιγμένος από τη χαρά γυρίζει και της λέγει:
     — Τι λες, Χρυσάιδω μου γλυκειά; Τι λες, χρυσό μου ταίρι;
     Και ποια άλλη μπόρεσε ποτέ και ποια άλλη θα μπορέση
     Στον κόσμο τέτοιο κέντημα χιλιόπλουμο να φκιάση;
     — Κι’ όμως μου φαίνεται να λες, σαν κάτι να του λείπη.
     — Αλήθεια κάτι λείπεται π’ αυτό το κέντημά σου….
     Αλήθεια μες στ’ αμέτρητα και πλούσια του κεντίδια,
     Του λείπεται ένα, που έπρεπε καθόλου να μη λείπη….
     Αχ! ένα που είχαμε ποτε και που μας λείπει τώρα!

     Γεμίσαν από δάκρυα του Κωνσταντή τα μάτια
     Και στα πλατυά τα στήθια του σπαρτάριζε η καρδιά του,
     Σα να ήθελε να πεταχτή, και σαν πουλλί να φύγη….
     Κι’ η Κόρη κατατρόμαξεν από την ταραχή του,
     Και του είπε παρακαλεστά και με πολλήν αγάπη :
     — Μη Κωνσταντή μου θλίβεσαι και βαρυαναστενάζης….
     Μον πε μου τι του λείπεται και ποιο είναι το ψεγάδι,
     Κι’ αν δεν το φκιάσω, όπως μου πης κι’ όπως μου παραγγεί-
     Την αρραβώνα γύρνα μου και μη με κάνης ταίρι… [λης,
     Και τότε από τη λύπη κι’ από την εντροπή μου,
     Θα κόψω τα μαλλάκια μου και θα φορέσω μαύρα
     Και θα τραβήσω μακρυά μ’ απελπισιά μεγάλη,
     Σε μοναστήριν άγνωστο τα νειάτα μου να κλείσω.
     Αν όμως δώση ο Θεός κι’ η Παναγιά η Παρθένα
     Και σου το φκιάσω, Κωνσταντή, κατά την αρεσιά σου,
     Ρόιδο και μήλο κόκκινο θα σου ξεπροβοδήσω,
     Το ρόιδο για το κέντημα, το μήλο για το γάμο.—

     Τότε γυρίζει ο Κωνσταντής με δάκρυα και της λέγει:
     — Πάρε κλωστές ολάργυρες, χρυσές και μεταξένιες,
     Που νάχουν τόσα χρώματα, όσα έχουν τα λουλούδια
     Των λειβαδιών την άνοιξη, το Μάη, το καλοκαίρι,
     Ασπροκαθάριες, κίτρινες, σταχτιές, γαλάζιες, μαύρες,
     Ασπρόμαυρες, κεραμιδιές, μουντές, κροκιές, γεράνιες,
     Άλικες, βαθυκόκκινες, τριανταφυλλιές, κρασάτες,
     Πράσινες, μαυροπράσινες, καφιές και καστανάτες,
     Κι’ ολόγυρα στον ξακουστό και θείον Παρθενώνα
     Κέντα μια Ελλάδα απέραντη, πανένδοξη, μεγάλη….
     Ελλάδα του Θεμιστοκλή, Ελλάδα του Αλεξάντρου,
     Που να ξαπλώνεται βαρυά σ’ Ανατολή και Δύση….
     Κι’ ανάμεσα απ’ Ανατολή κι’ ανάμεσα από Δύση.
     Κέντα μια πόλην ώμορφην, εφτάλοφη, μεγάλη,
     Με κυπαρίσσια αρίφνητα, μ’ ολόχρυσα παλάτια,
     Με πύργους, κάστρα και τζαμιά κι’ ευρύχωρα λιμάνια….
     Κέντα, σαν κέρατο χρυσό κι’ ένα βαθύ λιμάνι,
     Κι’ απάνω του δυο μακρυά γεφύρια κυρτωμένα,
     Γεμάτα κοσμοσυννεφιά, να πάη πέρα-δώθε….
     Στο στόμα αυτού του λιμανιού και παραμέσα ακόμα,
     Και παραέξω στο βαθύ, που μοιάζει σαν ποτάμι,
     Κέντα βαρκούλες άμετρες, κέντα καράβια μύρια,
     Άλλα να τρέχουν με φωτιά κι’ άλλα με τον αγέρα,
     Άλλα να πάνε πίσω—μπρος κι’ άλλα να σταματούνε,
     Ανθρώπους και φορτώματα να μπάζουν και να βγάζουν…
     Κι’ από την δέξια τη μεριά, στου λιμανιού το έβγα,
     Κέντα μια ράχην ώμορφη με σπίτια και παλάτια,
     Κι’ απάνω της καταρραχής μιαν Εκκλησιά μεγάλη,
     Με τετρακόσια σήμαντρα κι’ εξήντα δυο καμπάνες,
     Κάθε καμπάνα με παπά και σήμαντρο με διάκο(6).
     Κέντα μπροστά στην Εκκλησιά μια απέραντη πλατεία,
     Γεμάτη ελληνικό στρατό, πεζούρα και καβάλλα,
     Σημαίες και σπαθιά γυμνά, ντουφέκια και κανόνια,
     Κι’ εμπρός στη θύρα την τρανή, στη μεσιανή τη θύρα,
     Κέντα φρουρά περίφανη, σε δυο γραμμές μεγάλες,
     Δυο τάγματα ευζωνικά μ’ όλο παιδιά βουνίσια,
     Κατακαθάρια κι’ ώμορφα, μ’ αφράτες φουστανέλλες….
     Και κάτω από την Εκκλησιά, μες στον πλατύ το δρόμο,
     Κέντα με νου και με καρδιά δυο μακρυά φουσάτα:
     Τώνα ντυμένο στα χρυσά, τ’ άλλο ντυμένο μαύρα….
     Στο ένα, το χρυσόντυτο, να λάμπη ο Βασιλιάς μας,
     Καβάλλα σ’ άτι αράπικο, με το σπαθί βγαλμένο,
     Και στ’ άλλο ο Πατριάρχης μας με το σταυρό στο χέρι..
     Κι’ ολόγυρα στην Εκκλησιά, σα σύννεφο μεγάλο,
     Κέντα χιλιάδες Χριστιανούς, παιδιά, γυναίκες, άντρες,
     Να προχωρούν, μ’ αλλαλαγμό, για νάμπουν όλοι μέσα
     Στην Εκκλησιά τη διάπλατη, στο μέγα Μαναστήρι,
     Ν’ ακούσουνε τη λειτουργιά, που είταν κυνηγημένη,
     Τόσους αιώνες σκοτεινούς, τόσους αιώνες μαύρους…
     Ν’ ακούσουνε τη λειτουργιά, το νιο &«Χριστός—ανέστη»&.

     Κέντα, Χρυσάιδω μου καλή, κέντα χρυσό μου ταίρι,
     Κέντα στες τέσσερες γωνιές της σκλάβας Εκκλησιάς μας,
     Τέσσαρα κάτασπρα τζαμιά, θεώρατα, μεγάλα,
     Γυρμένα ξάπλα καταγής, συθέμελα πεσμένα,
     Σα να είταν ξεθεμέλειωτοι, σεισμοδαρμένοι πύργοι…
     Κάθε τζαμί κατάκοιτο να δείχνη κι’ έναν τόπο :
     Τώνα να δείχνη τη Φραγκιά και τ’ άλλο τη Ρωσσία,
     Το τρίτο την Ανατολή, το τέταρτο τη Μέκκα…
     Κάθε τζαμί από κάτω του νάχη κι’ απώνα Χότζα
     Με πασουμάκια κίτρινα και πράσινο σαρίκι.
     Αιματωμένον, κάτωχρο και νεκροτεντωμένο….
     Κι’ εμπρός στη θύρα την τρανή, την μεσιανή τη θύρα
     Κέντα σημαία κόκκινη, κατάχαμα απλωμένη,
     Που νάχη μισοφέγγαρο κι’ αστέρι μες στη μέση…
     Κέντα στην άκρη του ιερού, προς του βοριά το μέρος,
     Μια θυροπούλα απόκρυφη κι’ έναν παπά να μπαίνη…
     Κείνον τον ίδιον τον Παπά, τον άγιο, τον φευγάτο,
     Να ξαναπή τα γράμματα και να ξακολουθήση
     Τη λειτουργιάν, οπού άφησε μισοτελειωμένη( 7),
     Όταν εμπήκεν ο Αμηράς στην Πόλη καβαλλάρης…
     Κι’ απανωθιώ στης Εκκλησιάς τον χρυσαφένιον τρούλλο,
     Οπού σηκόνει αδιάκοπα αιώνες τώρα πέντε,
     Αφωρισμένο φόρτωμα, καταραμένο βάρος,
     Έν’ άγριο Μισοφέγγαρο, μ’ ολάνοιχτο το στόμα,
     Φοβέρα του Πολιτισμού και της Χριστιανωσύνης,
     Κέντα σημαία με Σταυρό, μεγάλη, ασπρογαλάζια,
     Με κάμπο καταγάλαζιο και το Σταυρό της άσπρο,
     Και κέντα την ολάνοιχτη, σ’ υπέρψηλο κοντάρι,
     Που νάχη απάνω στην κορφήν αητό με δυο κεφάλια,
     Και πλειό ψηλά από τον αητόν, ωσάν ουράνιο τόξο,
     Κέντα μι’ αχτίδα ολάχρυση, του Ήλιου θυγατέρα
     Και μες στον αχτιδόκαμπο(8) γράψε έναν άγιο στίχο :
     &«Πάλε με χρόνους και καιρούς, πάλε δικά μας θα είνε»
     Που φώτιζε το Γένος μας σε χρόνους μαυρισμένους,
     Και μας θερμαίνει την καρδιά και μας γεννάει ελπίδες,
     Ελπίδες χρυσοφτέρωτες, χρυσοστεφανωμένες.

     Κι’ εκεί κοντά στην Εκκλησιά και δίπλα στην πλατεία,
     Κέντα έναν τάφο πενιχρό, λησμονημένον τάφο,
     Μ’ ένα καντήλι, ταπεινό να καίη στο κεφάλι,
     Κι’ απάνω στην κατάλευκη και την τρισάγια πλάκα,
     Κέντα μι’ απλήν επιγραφή, μ’ αυτές τες λέξες μόνο :
     «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς-Ο Μάρτυρας του Γένους» (9).

     Κι’ ενώ μιλούσε ο Κωσταντής, τα μάτια της Χρυσάιδως
     Από τα δάκρυα τα πολλά, ετρέχανε σα βρύσες,
     Γιατί την έκαψε βαθυά ο πόνος της Πατρίδας,
     Που βρίσκεται αλυσόδετη στ’ Αγαρηνού τα χέρια,
     Κι’ ο πόνος του Μοναστηριού, του κοσμοξακουσμένου,
     Που το πατούν οι άπιστοι και τώχουνε τζαμί τους,
     Κι’ όταν απόειπε ο Κωσταντής τες ώμορφες ωρμήνιες,
     Γυρίζει με πολλή χαρά και λέγει του η Χρυσάιδω :
     —Μετά χαράς σου, Κωνσταντή, καμάρι της ψυχής μου,
     Κι’ αν δεν σου τάχω έτοιμα σε τρεις βδομάδες μέσα,
     Όπως μου τα είπες ταχτικά με την αράδαν όλα,
     Να μη με πούνε ταίρι σου, να μη με πουν Χρυσάιδω!—

     Άμ’ άκουσε της Λυγερής τ’ αγαπημένα λόγια,
     Ο Κωσταντής ξεκίνησε και πάη στ’ αρχοντικό του,
     Και πριν να σώση ο καιρός και κλείσουν τρεις βδομάδες.
     Η Λυγερή αποκέντησε τ’ ωριόπλουμο μαντήλι,
     Κατά πώς την ωρμήνεψε και το ήθελε η καρδιά του,
     Κι’ αμέσως του προβόδησε το ρόιδο και το μήλο(9),
     Το ρόιδο για το κέντημα, το μήλο για το γάμο.

     Κι’ ο Κωσταντής, λαβαίνοντας το μήνυμα της Κόρης,
     Της έστειλε γι’ αντιλογιά φλωρί κωσταντινάτο(10),
     Εκάλεσε τους φίλους του και τη γενιά του όλη,
     Κι’ έστησε γάμο και χαρά και μέγα πανηγύρι,
     Και κίνησε χαρούμενος, γαμπρός καμαρωμένος,
     Με φλάμπουρο και με βιολιά και χίλιους καλεσμένους.
     Και πάη να πάρη ταίρι του τη λυγερή Χρυσάιδω.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ

1) Γαμήλια συνοδεία, από το λατινικό obsecvium.

2) Φυλαχτάδες λέγονται η συνοδεία της νύφης. Αυτοί είναι υπόλογοι προς τους γονέους της, να την παν χωρίς να πάθη τίποτα ως το σπίτι του γαμπρού.

3) Στην Ήπειρο σώζεται σε πολλά χωριά ακόμα σημαία σταυροφόρο με τον Άγη Γιώργη στη μέση. Αυτή η σημαία χρησιμεύει ως στρώμα της Άγια-Τράπεζας, κι’ όταν γένεται γάμος, προσαρμόζεται σ’ ένα μακρύ κοντάρι, στήνεται στο προαύλιο του σπητιού του γαμπρού και προπορεύεται στη συνοδεία, που πηγαίνει να πάρη τη νύφη.

4) Γράφοντας αυτόν τον στίχο, είχα στο νου μου τα Γιάννινα.

5) Αυτούς τους στίχους :

     « Πώχει χιλιάδες δυο κορφές κι’ αμέτρητες βρυσούλες.
     » Κάθε κορφή και φλάμπουρο, κάθε δεντρί και κλέφτης
     » Και στη ψηλότερη κορφή, στου Άγι’ Ηλιά τη ράχη» κτλ.

τους πήρα από το τραγούδι του Ολύμπου:

     « Ο Έλυμπος κι’ ο Κίσσαβος τα δυο βουνά μαλλόνουν
     » Ποιο ρίχνει τες πολλές βροχές, ποιο τα πολλά τα χιόνια.
     » Ο Κίσσαβος ρίχνει βροχές, κι’ ο Έλυμπος τα χιόνια.
     » Τώνα παινιέται στα σπαθιά και τ’ άλλο στα ντουφέκια.
     » Ο Κίσσαβος έχει σπαθιά κι’ ο Έλυμπος ντουφέκια…
     » Γυρίζει ο κόντο-Κίσσαβος και λέει με περηφάνεια :
     — «Εμένα λένε Κίσσαβο, της Λάρισσας καμάρι,
     » Με χαίρεται όλη η Κονιαριά, με τ’ άσπρα τα σαρίκια,
     » Κι’ οι μπέηδες οι Λαρισσινοί με τα γοργά τους τ’ άτια.
     » Γυρίζει τότε ο Έλυμπος και λέγει του Κισσάβου :
     — «Τι λες αυτού, μπρε Κίσσαβε, κονιαροπατημένε,
     » Που σε πατούν οι Τούρκισσες, κι’ οι παλιο-Φατιμέδες,
     » Εγώ είμαι ο γέρω-Έλυμπος, ο κοσμοξακουσμένος,
     » Πώχω σαράντα-δυο κορφές κι’ αμέτρητες βρυσούλες,
     » Κάθε κορφί και φλάμπουρο, κάθε δεντρί και κλέφτης,
     » Και στην ψηλή μου την κορφή, στου Άγι-Ηλιά τη ράχη,
     » Κουρνιάζει κι’ αντριεύεται αητός με δυο κεφάλια,
     » Που μες τα νύχια του κρατεί βασιλικό κεφάλι,
     » Και κάθε μέρα την αυγή, στο κρούξιμο του ήλιου,
     » Κυττάει την Αγιά-Σοφιά και χύνει μαύρα δάκρυα».

(ΕΘΝΙΚΑ ΑΣΜΑΤΑ. Συλλογή Χ. Χριστοβασίλη σελ. 31, αριθ. 3).

6) Συνειθίζεται η νύφη να δίνη του γαμπρού, πριν να στεφανωθούν, μαντήλι, κεντημένο.

7) Αυτούς τους στίχους:

     « Με τετρακόσια σήμαντρα κι’ εξήντα δυο καμπάνες,
     » Κάθε καμπάνα με Παπά και σήμαντρο με διάκο…»

τους έχω πάλε παρμένους από τον «Εθνικό Θρήνο». (ΕΘΝΙΚΑ ΑΣΜΑΤΑ Χ. Χριστοβασίλη σελ. 13).

     « Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα ουρά-
     » Σημαίνει κι’ η Αγιά Σοφιά, το μέγα Μοναστήρι, [νια,
     » Πώχει τριακόσιες καλογριές κι’ εξήντα δυο καμπάνες,
     » Κάθε καμπάνα με παπά και σήμαντρο με διάκο…»

8) Οι στίχοι:

     « Κέντα στην άκρη του ιερού, προς του βοριά το μέρος,
     » Μια θυροπούλα απόκρυφη κι’ έναν παπά να μπαίνη,
     » Κείνον τον ίδιον τον Παπά, τον άγιο, τον φευγάτο,
     » Να ξαναπή τα γράμματα και να εξακολουθήση
     » Τη λειτουργιάν, οπού άφησε μισοτελειωμένη,
     » Όταν εμπήκεν η Τουρκιά στην ξακουσμένη Πόλη»

Τους πήρα από μια εθνική παράδοση, η οποία λέγει:

«Όταν εμπήκαν οι Τούρκοι στην Πόλη, οι Χριστιανοί είχαν καταφύγει στην Αγιά Σοφιά, νομίζοντας, ότι θα καταιβή Άγγελος Κυρίου και κρατώντας πύρινη σπάθα θα τους έδιωχνε ως την &Κόκκινη Μηλιά& και θα λευτερόνονταν όλοι από τους Αγαρηνούς. Δυστυχώς όμως ο Άγγελος Κυρίου δεν κατέβηκε, γιατ’ είταν θέλημα Θεού, από τες αμαρτίες μας, να τουρκέψη η Πόλη, κι’ αυτή η Αγιά Σοφιά. Προχωρώντας- προχωρώντας οι Τούρκοι μπήκαν και στην Αγιά-Σοφιά, κι’ άρχισαν να πιάνουν και να σκλαβόνουν όσους είταν μέσα, και να αρπάζουν όλα τα πολύτιμα στολίδια της Μεγάλης Εκκλησιάς, και και τη στιγμή, που θα έπιαναν και τον λειτουργό τον Παπά, που δεν είχε τελειώσει ακόμα τα γράμματα της λειτουργιάς, άνοιξε μια θυροπούλα από την ζερβιά τη μεριά προς τον Γαλατά, που είταν σιδηροκλεισμένη, κι’ έφυγε απ’ εκεί με το δισκοπότηρο στα χέρια, για να μην πέση η άγια &Κοινωνιά& στα τούρκικα τα χέρια, κι’ η θυροπούλα ματάκλεισε σαν που είταν πρώτα, κι’ ως τα σήμερα προσπαθούν οι Τούρκοι να την ανοίξουν, αλλά δε μπορούν. Όταν όμως σωθούν αι αμαρτίες μας, κι’ ανατείλη η μέρα, που θα ελευτερωθή η Πόλη, ο Παπάς εκείνος, που μένει από τότε κλεισμένος και ζωντανός κάπου, θα ξαναγυρίση στην Αγιά Σοφιά, από την ίδια θυροπούλα, που βρίσκεται ως τα σήμερα κλεισμένη, ιεροφορεμένος, ξεσκούφωτος και κρατώντας στα χέρια του το άγιο δισκοπότηρο με την &Κοινωνιά&, και θα εξακολουθήση τη λειτουργιά, που δεν είχε αποτελειώσει, λέγοντας τα γράμματα, που υπολείπονται, και τη στιγμή, που θα ειπή το: &«Δι’ ευχών των αγίων πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς. Αμήν»& θα σωριαστή καταγής πεθαμένος. Στη στιγμή θα μπη στην Εκκλησιά ο νέος Κωσταντίνος(1) κι’ οι Τούρκοι θα γένουν άφαντοι από την Πόλη κι’ απ’ όλο μας το Βασίλειο. Εκείνη την ημέρα τόσο αίμα θα χυθή στην Πόλη, που ένα δαμάλι τριέτικο, για να περάση από την άκρη ενός δρόμου στην άλλη, θα πλέξη μες σε ποτάμι από αίμα».

1) Κωσταντίνος την έχασε την Πόλη και Κωσταντίνος θα την πάρη, λέγει η εθνική παράδοση.

9) Ο στίχος αυτός :

«Πάλε με χρόνους με καιρούς, πάλε δικά μας θα είναι»

είναι παρμένος αυτούσιος από τον «Εθνικό Θρήνο. (ΕΘΝΙΚΑ ΑΣΜΑΤΑ Χ. Χρηστοβασίλη σελ. 15 στιχ. 3ος).

     «Σώπασε, Κυρά Δέσποινα και σεις Αγίοι μην κλαίτε.
     «Πάλε με χρόνους με καιρούς πάλε δικά μας θα είναι»

10) «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς».

Μαρμαρωμένος Βασιλιάς ή στοιχειωμένος Βασιλιάς θεωρείται ο τελευταίος Έλληνας Αυτοκράτορας Κωσταντίνος Παλαιολόγος. Η εθνική παράδοση λέγει:

«Ο Κωσταντίνος σκοτώθηκε, αφού σκοτώθηκαν όλοι οι αρχηγοί του, κι’ όλοι οι στρατιώτες του. Στο δρόμο, που τον πήγαινε ο Χάρος στο Κάτω-Κόσμο με όλο το στράτεμμά του, ήκουσε σκοτωμένους Τούρκους, που κουβέντιαζαν κι’ έκλαιγαν για το σκοτωμό τους και δεν είταν ζωντανοί, να χαρούν τον κόσμο στην τουρκεμένη την Πόλη, που στον κάθε Τούρκο έλαχαν δέκα χριστιανικά σπίτια και δέκα Χριστιανές γυναίκες σα νεράιδες. Ακούοντας αυτά τα λόγια ο Κωσταντίνος, παίρνει τους σκοτωμένους αρχηγούς του και στρατιώτες του, εφτά χιλιάδες πέρα-πέρα, και γυρίζει για τον Απάνω-Κόσμο. Προσπαθάει ο Χάρος να τους σταματήση, φοβερίζει… στάθηκε αδύνατο! Ο Κωσταντίνος με το στράτεμά του γύρισε στον Απάνω-Κόσμο, κι’ επειδή δε μπορούσαν να ξαναβρούν ο καθένας το σκοτωμένο κορμί του, στοιχειώθηκαν και περιφέρονται από τότε την νύχτα αρματωμένοι, άλλοι καβάλλα στ’ άλογα, κι’ άλλοι πεζοί, ενώ τα κορμιά τους μένουν άλυωτα στα μνήματά τους, καρτερώντας νάρθη η ώρα, που ο Κωσταντίνος θα μπη νικητής στην Πόλη, θα διώξη την Τουρκιά, και θ’ ανοίξη την Αγιά-Σοφιά, όπου ο Πατριάρχης μ’ όλους τους δεσποτάδες του και τους αρχιμαντρίτες του, τους παπάδες του και τους διάκους τους, θα διαβάση την νεκρώσιμη &Ακολουθία&. Τότε στη στιγμή ο Κωσταντίνος ο Βασιλιάς με το στράτεμά του θα ξαφανιστούν και θα καταιβούν στον Κάτω-Κόσμο, και θα λυώσουν τα κορμιά τους και θ’ αναιβή στο θρόνο της Πόλης Χριστιανός Βασιλιάς, Κωσταντίνος κι’ αυτός λεγόμενος στ’ όνομά του, κι’ ο τόπος μας θα ελευτερωθή».

11) «Κι’ αμέσως του προβόδησε το ρόιδο και το μήλο»

Το ρόιδο συμβολίζει την εκτέλεση, ενός πράγματος, που δεν είταν τελειωμένο, και το μήλο τον προσδιορισμό της ημέρας του γάμου.

12) «Της έστειλε γι’ αντιλογιά φλωρί κωσταντινάτο»

Το κωσταντινάτο, ήτοι το βυζαντινό νόμισμα, που έχει από τη μια μεριά το Χριστό και από την άλλη τον Κωσταντίνο και την Ελένη με το Σταυρό ανάμεσά τους, θεωρείται ως το εξοχώτερο δώρο του γαμπρού προς τη νύφη, διότι νομίζεται ιερό και δυνάμενο ν’ αποδιώξη κάθε κακό, και μάλιστα μάγια και βασκανίες. Το «κωσταντινάτο» θεωρείται ακόμα και ως απαράβατο συμβόλαιο του γάμου.

ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Π. Α. ΠΕΤΡΑΚΟΥ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

     Α’. ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ
     1) Διηγήματα της Στάνης.
     2) Διηγήματα της Ξενιτειάς.
     β) Διηγήματα Θεσσαλικά.
     4) Διηγήματα του Βουνού και του Κάμπου (βραβευμένα στον
     Ψυχάρειο διαγωνισμό για τη γλώσσα)
     5) Αγώνες του Σουλίου για την Πατρίδα (βραβευμένο δράμα
     έμμετρο).
     β) Για την τιμή (δράμα έμμετρο).
     7) Ο Κατσαντώνης (ιστορικό διήγημα).
     8) Σουλιώτες και Λιάπηδες (διήγημα).
     9) Ο Καπετάν Καλόγηρος (διήγημα).
     10) Εθνικά Άσματα.
     11) Ηπειρωτικά Παραμύθια.
     12) Η Αγάπη (Τριλογία).

     Β’. ΠΟΛΙΤΙΚΑ
     1) Η Δύναμις του Ελληνισμού εν Ηπείρω (αναδημοσιευθέν υπό
     της Κυανής Βίβλου της Αγγλίας 1903 Α’. 1901. Σελ. 104).
     2) Ήπειρος και Αλβανία.
     3) Η Ήπειρος γεωγραφικώς και εθνολογικώς από των
     Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον.

End of Project Gutenberg's Love (trilogy), by Christos Christovasilis