WeRead Powered by ReaderPub
Σαικσπήρου Δράματα, Ο Βασιλιάς Ληρ cover

Σαικσπήρου Δράματα, Ο Βασιλιάς Ληρ

Chapter 17: ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The drama traces an aging monarch who cedes his realm to his daughters after demanding public professions of affection; the youngest's refusal to flatter leads to her disinheritance while the elder sisters feign devotion and later betray him. A parallel arc follows a nobleman deceived by an illegitimate son whose intrigues bring ruin and literal blindness. Political maneuvering, filial ingratitude, and escalating cruelty drive the ruler into madness, a raw confrontation with nature, and collapsing social order. The work explores authority and its fragility, the gap between appearance and truth, the costs of pride and loyalty, and the tragic consequences of human deceit.

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

     Εξοχή. Καλύβη εν τω μέσω αυτής — Η τρικυμία
     εξακολουθεί.
     (Εισέρχονται Ο ΛΗΡ, ο ΚΕΝΤ και Ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ.)

ΚΕΝΤ Εφθάσαμεν, αυθέντα μου καλέ μου. Έμβα μέσα.
     Την νύκτα, εις τα ξέσκεπα, με τόσην τρικυμίαν,
     δεν είναι άνθρωπος ν' αντέχη;

ΛΗΡ Άφησέ με.

ΚΕΝΤ Έμβα, αυθέντα.

ΛΗΡ Την καρδιάν να μου ραγίσης θέλεις;

ΚΕΝΤ Χίλιαις φοραίς καλλίτερα να σπάσω την 'δικήν μου!
     Έμβα, αυθέντα μου καλέ.

ΛΗΡ Εσύ πολύ το έχεις
     η τρικυμία η φρικτή αυτή να μας μουσκεύη.
     Και έχεις δίκαιον, εσύ. Αλλ' όμως, όπου είναι
     πόνος μεγάλος 'ς της καρδιάς τα βάθη ριζωμένος,
     ο πόνος ο μικρότερος εντύπωσιν δεν κάμνει (32).
     Αν 'δής αρκούδα, θα κρυφθής. Αλλ' αν, ενώ την φεύγεις,
     αγριευμένον πέλαγος εμπρός σου αντικρίσης,
     θα προτιμήσης να στραφής 'ς τα 'δόντια της αρκούδας.
     Όπου νους ήσυχος, εκεί ευαίσθητον το σώμα.
     Αλλά εγώ εις την ψυχήν ανεμοζάλην έχω,
     που κάθε άλλο αίσθημα και πόνον καταπνίγει,
     εκτός ενός, οπού πονεί εδώ.., Αχαριστία,
     αχαριστία των παιδιών προς τον πατέρα! Ήγουν,
     σαν νάθελε το στόμα μου το χέρι να σπαράξη,
     οπού του δίδει την τροφήν! Αλλά θα τας παιδεύσω!
     Δεν χύνω άλλα δάκρυα… Ω! Να με κλείσουν έξω
     τέτοιαν νυκτιά!… Πέφτε, βροχή! Πέφτε, βροχή,
                                       [κι' αντέχω!
     Τέτοιαν αλύπητην νυκτιά! Ρεγάνη, Γονερίλη,
     εμένα; τον πατέρα σας; που μ' όλην την καρδιάν μου
     τα πάντα σας εχάρισα;… Ας μη το συλλογούμαι,
     μη με αυτήν την συλλογήν χάσω τα λογικά μου!
     Αρκεί! Αρκεί!

ΚΕΝΤ Παρακαλώ, έμβα εδώ, αυθέντα.

ΛΗΡ Πήγαινε συ ν' αναπαυθής. Εγώ 'ς την τρικυμίαν ευρίσκω διασκέδασιν. Μου 'βγάζει απ' τον νουν μου εκείνα που θα μ' έβλαπταν πλειότερον ακόμη. Αλλ' ας έμβω.

(Προς τον Γελωτοποιόν).

Έλα συ, παιδί μου· έμβα πρώτος· έλα, ω άστεγε πτωχέ! Θα 'πώ την προσευχήν μου και ύστερα θα κοιμηθώ.

(Εισέρχεται Ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ εις την καλύβην).

ΛΗΡ Εσείς, ξεγυμνωμένοι, εσείς, πτωχοί ελεεινοί, που τ' άσπλαγχνα Στοιχεία σας δέρνουν τώρ' αλύπητα, πώς θα σας προφυλάξουν απ' τον ανεμοστρόβιλον τα τρύπια σας κουρέλια, τα πεινασμένα σας πλευρά, τ' ασκέπαστα κεφάλια; Ω! Δι' αυτά προτίτερα μου έμελλε ολίγον Πιέ το και συ το ιατρικόν, εσύ, Μεγαλειότης, — τα όσα πάσχουν οι πτωχοί και συ δοκίμασέ τα, διά να ρίχνης εις αυτούς τα περισσεύματά σου, και να ιδούν 'ς τον ουρανόν κι' αυτοί δικαιοσύνην!

ΕΔΓΑΡ (εντός της καλύβης).
     Ω! είναι μια 'μιση οργυιά, μια και μισή! (33)

(Εξέρχεται εκ της καλύβης έντρομος ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ).

ΓΕΛΩΤ. Παππού μου, έχει δαιμόνια εκεί, μη τύχη κ' έμβης μέσα! βοήθεια!

ΚΕΝΤ Δος το χέρι σου. — Μέσα εκεί ποιος είναι;

ΓΕΛΩΤ. Δαιμόνιον! Δαιμόνιον!

ΚΕΝΤ (προχωρών προς την θύραν της καλύβης). Εσύ τι πράγμα είσαι, που μέσα 'ς τ' άχυρα βογκάς; Ποιος είσαι; Έβγα έξω!

(Εξέρχεται ο ΕΔΓΑΡ μετημφιεσμένος ως παράφρων).

ΕΔΓΑΡ Φευγιό! φευγιό! Ο Σατανάς μ' επήρε το κατόπιν.

»Μέσ' 'ς τα κλαδιά της μυρσινιάς ο άνεμος σφυρίζει!«

Ζεστοκοπήσου, αν 'μπορής, 'ς το κρύο σου κρεββάτι.

ΛΗΡ Και συ 'ς τας θυγατέρας σου εχάρισες τα πάντα, ώστε κατήντησες εδώ;

ΕΔΓΑΡ Ποίος θα τον ελεήση τον τρελλόν; Τον έκαμαν τα δαιμόνια κ' επέρασε φωτιαίς και φλόγες, ρευματιές και καταβόθραις, βάλτους και βούρκους. Του έβαλαν μαχαίρια κάτω από το προσκέφαλό του και σχοινιά κάτω από το στασίδι του (34). Του έρριξαν ποντικοφάρμακο μέσα εις το φαγί του. Του εφούσκωσαν τα μυαλά και τον έκαμαν να καβαλλικεύση κόκκινο άλογο και να περνά γεφύρια, τέσσαρα δάκτυλα στενά, και να κυνηγά τον ίσκιο του, ωσάν να ήθελε να πιάση ένα προδότην. — Ο Θεός να σου φυλάγη και τας πέντε σου αισθήσεις. — Ο τρελλός κρυώνει. Ω! το τέ, το τέ, το τέ! — Ο θεός να σε φυλάγη από ανεμοστρόβιλον, από αστεροκτύπημα και από βάσκαμμα! Ελέησέ τον τον τρελλόν, οπού τον βασανίζουν τα δαιμόνια, Να τα! Εδώ είναι τώρα, κ' εκεί, κ' εδώ! Η τρικυμία εξακολουθεί.

ΛΗΡ Αι θυγατέρες του τον έφεραν και τούτον εις αυτήν την κατάστασιν; — Όλα ταις τα έδωκες; Δεν εκράτησες τίποτε διά τον εαυτόν σου;

ΓΕΛΩΤ. Εκράτησεν ένα χράμι. Ει δε, θα ήτον εντροπή, να τον βλέπωμεν.

ΛΗΡ Όσα κι' αν κρέμανται δεινά επάνω 'ς τον αιθέρα να τιμωρήσουν έτοιμα τα κρίματα του ανθρώπου, να πέσουν εις ταις κόραις σου!

ΚΕΝΤ Κόραις αυτός δεν έχει.

ΛΗΡ Σου πρέπει, ψεύτη, θάνατος! Τι άλλο ημπορούσε, εκτός παιδί αχάριστο, εδώ να τον κρημνίση; Συρμός μην είναι, οι γονείς οι αποκηρυγμένοι να μην ευρίσκουν έλεος 'ς την ίδιαν των την σάρκα; Τ' αξίζουν να παιδεύωνται· διότι πελεκάνους (35) εγέννησεν η σάρκα των και όχι θυγατέρας!

ΕΔΓΑΡ Επελεκούσε πέτραις πετροπελεκητής,
                  Αλλοί, αλλού, αλλοί, αλλοί, αλλού! (36)

ΓΕΛΩΤ. Το κρύο το αποψινό θα μας κάμη όλους να τα χάσωμεν.

ΕΔΓΑΡ Φυλάγου από κακά δαιμόνια. Τίμα τους γονείς σου.
     Βάστα τον λόγον σου. Μη επιορκήσης. Μη μοιχεύσης.
     Μη επιθυμήσης ματαιότητα… Κρυώνει ο τρελλός.

ΛΗΡ Τι έκαμνες προτίτερα;

ΕΔΓΑΡ Έκαμνα την αγάπην και ήμουν φανταγμένος και σώμα και ψυχήν. Εσγούραινα τα μαλλιά μου, είχα 'ς το σκιάδι μου το χειρόφτι της αγαπητικής μου και ευχαριστούσα τας επιθυμίας της. Κάθε μου λέξις ήτο και όρκος, και τον επατούσα αμέσως ενώπιον του Ουρανού. Αγαπούσα πολύ το κρασί· και ακόμη περισσότερον τα τυχηρά παιγνίδια. Εξεπερνούσα και Τούρκον εις την ερωτομανίαν. Είχα καρδίαν άπιστου, αυτί προδότου, χέρι φονηά. Ήμουν χοίρος εις την ακαμωσιά, αλωπού εις την κατεργαριά, λύκος εις την αχορταγιά, σκύλος εις το λύσσασμα, λέων 'ς το κυνήγημα. Κύτταξε μη σε πλανέση τρίξιμο παπουτσιού ή μεταξωτού φορέματος και πέσης εις χέρια γυναικός. Έχε μακρυά από καταγώγια το ποδάρι σου και το χέρι σου έξω από κατάστιχα τοκογλύφων, και τότε, δεν έχεις να φοβηθής τα δαιμόνια. Και όμως, μέσ' 'ς τα κλαδιά της μυρσινιάς ο άνεμος σφυρίζει. Φωνάζει σουμ, μουμ, νονί! Δέλφινα, παιδί μου, παιδί μου, σέσα! (37) Άφες τον κι' ας τρέχη.

(Η τρικυμία εξακολουθεί).

ΛΗΡ Καλλίτερα να σ' εσκέπαζεν η πλάκα του τάφου, παρά να υποφέρης μ' ασκέπαστο κεφάλι των Ουρανών την καταδρομήν! — Αυτό λοιπόν είναι ο άνθρωπος; Ιδέ τον! Εσύ δεν χρεωστείς ούτε μετάξι εις σκουλήκι ούτε δέρμα εις ζώον ούτε μαλλί εις πρόβατον ούτε μυρωδικό εις μοσχοποντικόν! Ημείς οι τρεις είμεθα τεχνητοί άνθρωποι. Συ είσαι ο φυσικός! Ο σωστός άνθρωπος είναι καθώς εσένα· είναι ζώον γυμνόν και κακορρίζικον, — δικράνι και τίποτε περισσότερον! (Σχίζων τα φορέματά του). Έξω, έξω τα περιττά!· Έλα ξεκούμβωσέ με.

ΓΕΛΩΤ. Ησύχασε, παππού. Ησύχασε και δεν είναι καιρός
     διά κολύμβημα. Αν είχαμεν ολίγην φωτιάν εις αυτόν
     εδώ τον αγριόκαμπον, θα ήτον ωσάν την καρδιάν ενός
     παραλυμένου γέρου: — μια μικρή σπίθα εις ένα μέρος
     και όλον το επίλοιπον σώμα παγωμένον. — Κύτταξε
     εκεί! Μια φωτιά περπατεί κ' έρχεται κοντά μας. (38)

ΕΔΓΑΡ Δαιμόνιον είναι αυτό που έρχεται! Το βλέπεις;
     Εβγαίνει έξω, αφού σημάνη ο εσπερινός, και περπατεί
     έως, να πρωτοκράξη ο πετεινός. Αυτό φέρνει
     τον καταρράκτην και το αλλοιθώρισμα και τα λαγώχειλα.
     Αυτό σαπίζει το σιτάρι και βασανίζει τα δυστυχισμένα
     πλάσματα της γης! (39)

ΚΕΝΤ Πώς είσαι, αυθέντα μου;

(Εισέρχεται ο ΓΛΟΣΤΕΡ φέρων δάδα).

ΛΗΡ Ποίος είναι αυτός;

ΚΕΝΤ Ποίος είν' εκεί; Τι θέλεις εδώ;

ΓΛΟΣΤ. Τι άνθρωποι είσθε σεις; Πώς σας λέγουν;

ΕΔΓΑΡ Εγώ είμαι ο καϋμένος ο τρελλός, οπού τρώγει βαθρακούς και σαμμιαμίθια· που, όταν τον βασανίζουν τα δαιμόνια και τον φρενιάζουν, τρώγει την σβουνιά και ποντικούς και πνιγμένους σκύλους και πίνει την πράσινην σκέπην από τα στεκάμενα νερά· που τον διώχνουν με ραβδισμούς από ενορίαν εις ενορίαν και τον καθίζουν εις τον φάλαγγα και εις την φυλακήν. και όμως ήτο καιρός που είχε τρεις φορεσιάς ν' αλλάξη κ' έξ υποκάμισα και άλογο να καβαλλικεύη και σπαθί εις την μέσην του.

Όμως ποντικοί κι άλλα των αλλών τώρα επτά χρόνια τρέφουν τον τρελλόν

     Φυλάξου από αυτόν, που με κυνηγά. Ησύχασε,
     δαιμόνιον! Σιώπα!

ΓΛΟΣΤ. 'Σ αυτήν εδώ την συντροφιάν κατήντησες, αυθέντα;

ΕΔΓΑΡ Είναι τρανός και φοβερός ο βασιλεύς του σκότους.
     Μοδόν τον λέγουν και Μαχού! (40)

ΓΛΟΣΤ. Αυθέντα, τα παιδιά μας, η σάρκα και το αίμα μας, επήραν κακόν δρόμον και κατατρέχουν τους γονείς!

ΕΔΓΑΡ Αχ! ο τρελλός κρυώνει!

ΓΛΟΣΤ. Έλα μαζί μου. Δεν 'μπορώ εγώ να υπακούσω 'ς τ' απάνθρωπα προστάγματα των δυο σου θυγατέρων. Μ' επρόσταξαν, αυθέντα μου, να σε αφήσω έξω εις της νυκτός το έλεος και της ανεμοζάλης. Πλην δεν τας ελογάριασα, κ' ήλθα εδώ να σ' εύρω κ' εις μέρος όπου φαγητόν και ζέστη σε προσμένει να σ' οδηγήσω.

ΛΗΡ Άφησε να ομιλήσω πρώτα με τούτον τον φιλόσοφον. — Παρακαλώ, ειπέ μου, ο κεραυνός πώς γίνεται;

ΚΕΝΤ Την προσφοράν του δέξου
     και πήγαινε, αυθέντα μου, εκεί όπου σου λέγει.

ΛΗΡ Θα 'πω με τούτον τον σοφόν Θηβαίον δύο λόγια,
      — Ειπέ μου, τι εσπούδασες;

ΕΔΓΑΡ Τον διάβολον να φεύγω
     και να σκοτώνω ποντικούς.

ΛΗΡ Να σ' ερωτήσω θέλω
     κάτι κρυφόν.

ΚΕΝΤ (προς τον Γλόστερ).
     Ω, πείσε τον να σε ακολουθήση,
     καλέ μου άρχον! Ήρχισε ο νους του να σαλεύη.

ΓΛΟΣΤ. Και μη δεν έχει αφορμήν; Τον θάνατόν του θέλουν αι δύο θυγατέρες του! — Αχ, Κεντ καλέ, πού είσαι; Καλά τα επρομάντευες, εξόριστε καϋμένε! — Του βασιλέως μας ο νους εσάλευσε, μου λέγεις· αλλά κ' εγώ που σου 'μιλώ να τρελλαθώ κοντεύω. Ο υιός μου… πλην τον έδιωξα! Παιδί μου δεν τον [θέλω! Να με σκοτώση 'θέλησε. Τον αγαπούσα, φίλε, δεν δύναται πλειότερον πατέρας ν' αγαπήση! Αληθινά η λύπη μου εσάλευσε τον νουν μου

(Τρικυμία).

Ω! τι νυκτιά! Παρακαλώ, αυθέντα, άκουσέ με

ΛΗΡ Συμπάθησέ με. — Λέγε συ, καλέ φιλόσοφέ μου.

ΕΔΓΑΡ Ω! πώς κρυώνει ο τρελλός!

ΓΛΟΣΤ.(Προς τον Έδγαρ). Εις την καλύβα μέσα πήγαινε συ, να ζεσταθής.

ΛΗΡ Όλοι εκεί ελάτε!

ΚΕΝΤ. Έλ' απ' εδώ, αυθέντα μου.

ΛΗΡ Μ' αυτόν εγώ πηγαίνω·
     μαζί με τον φιλόσοφον.

ΚΕΝΤ (προς τον Γλόστερ).
     Ας γίνη ό,τι θέλει.
     Άφησ' αυθέντα μου, κι' αυτόν μαζί του να τον πάρη.

ΓΛΟΣΤ. (προς τον Ληρ).
     Εάν τον θέλης, πάρε τον.

ΚΕΝΤ (προς τον Έδγαρ).
     Έλα και συ μαζί μας.

ΛΗΡ Έλ', Αθηναίε!

ΓΛΟΣΤ. Σιωπή! Σιγά, σιγά! Ελάτε!

ΕΔΓΑΡ
               Και ήτον 'ς τον πύργον σκοτάδι πυκνό,
     κ' εμβαίνει και κράζει: ω φάι, φουμ, φω,
     ανθρώπινο αίμα μυρίζει εδώ!

(Εξέρχονται.)

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

     Θάλαμος εν τω μεγάρω του Γλόστερ.
     (Εισέρχονται ο ΔΟΥΞ της ΚΟΡΝΟΥΑΛΛΗΣ και ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ).

ΚΟΡΝ. Θα τον εκδικηθώ πριν φύγω απ' εδώ!

ΕΔΜ. Τρομάζω, αυθέντα μου, όταν συλλογίζομαι πόσον θα κατηγορηθώ, διότι εθυσίασα εις το καθήκον τα αισθήματά μου.

ΚΟΡΝ. Το βλέπω τώρα, ότι δεν ήτο μόνον η φυσική του αδελφού σου κακοήθεια, εάν ηθέλησε να σκοτώση τον πατέρα του. Η κακία του πατρός σου του έδωκεν αφορμήν.

ΕΔΜ. Πώς με κατατρέχει η τύχη! Να μετανοώ, διότι κάμνω εκείνο, το οποίον έχω χρέος να κάμω!… Ιδού το γράμμα, οπού μου έλεγε. Αυτό αποδεικνύει, ότι είναι συνεννοημένος και σύμφωνος με τον Γάλλον. Ω θεοί! Ας μην εγίνετο η προδοσία αύτη. Ή τουλάχιστον, ας μην είχα εγώ να την καταδώσω!

ΚΟΡΝ. Έλα μαζί μου εις την δούκισσαν.

ΕΔΜ. Εάν είναι αληθινά όσα γράφει εδώ, το πράγμα είναι σπουδαίον.

ΚΟΡΝ. Αληθινά ή ψεύματα, αυτά σ' έκαμαν εσένα κόμητα του Γλόστερ. Εξέτασε να μάθης πού είναι ο πατέρας σου διά να τον συλλάβωμεν.

ΕΔΜ. (καθ' εαυτόν).
     (Αν τον εύρουν, ενώ βοηθεί τον βασιλέα, θ' αυξήσουν
     αι υποψίαι εναντίον του). — Θα κάμω το χρέος μου,
     αυθέντα, όσον και αν με καίη ο πόλεμος μεταξύ χρέους
     και συγγενείας.

ΚΟΡΝ. Έχω όλα τα πιστά εις εσένα, και θα εύρης εις εμέ
     πατέρα καλλίτερον από εκείνον οπού σ' εγέννησε.

(Απέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ

Θάλαμος εν οικία αγροτική, πλησίον του μεγάρου Γλόστερ. (Εισέρχονται ο ΓΛΟΣΤΕΡ, ο ΛΗΡ, ο ΚΕΝΤ, ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ και ο ΕΔΓΑΡ).

ΓΛΟΣΤ. Εδώ είναι καλλίτερα παρά έξω εις τ' ανοικτά.
     Ευχαριστήσου με το ολίγον, αυθέντα μου. Θα προσπαθήσω
     να σου προμηθεύσω κάποιαν ανάπαυσιν,
     όπως ειμπορέσω, Δεν θ' αργήσω να επιστρέψω.

ΚΕΝΤ Δεν ημπόρεσε ο νους του ν' αντέξη εις τα όσα υπέφερε.
      — Οι θεοί, φίλε, να σου πληρώσουν την καλωσύνην σου.

(Εξέρχεται ο ΓΛΟΣΤΕΡ).

ΕΔΓΑΡ Ο Σατανάς με φωνάζει και μου λέγει, ότι ο Νέρων ψαρεύει εις την λίμνην του σκότους. — (Προς τον Γελωτοποιόν). Εσύ, αθώε, κάμε την προσευχήν σου και φυλάγου από τα δαιμόνια.

ΓΕΛΩΤ. Ειπέ μου, παππού, τι πράγμα είναι ο τρελλός;
     Είναι από το αρχοντολόγι ή από τον λαόν;

ΛΗΡ. Είναι βασιλεύς! Βασιλεύς!

ΓΕΛΩΤ. Όχι. Είναι άνθρωπος του λαού, και ο υιός του αρχόνταινε. Διότι μόνον ένας τρελλός ημπορεί ν' αφήση τον υιόν του να γίνη άρχοντας προτίτερα από τον πατέρα του.

ΛΗΡ Να είχα χίλιους δαίμονας με σούβλαις πυρωμέναις, με άγρια σφυρίγματα επάνω των να πέσουν!

ΕΔΓΑΡ Μου δαγκάνουν την ράχην τα βρωμοδαιμόνια.

ΓΕΛΩΤ. Τρελλός είναι όποιος εμπιστεύεται εις την ημερότητα του λύκου, εις την υγείαν του αλόγου, εις την αγάπην ενός παιδιού και εις τους όρκους μιας πόρνης.

ΛΗΡ. Το απεφάσισα! Ιδού. Τας εγκαλώ εμπρός σας.

(Προς τον Έδγαρ).

Έλα, σοφέ μου δικαστά. Κάθισ' εδώ να κρίνης.

(Προς τον Γελωτοποιόν).

Συ λογιώτατε, εδώ. — Ελάτε, αλεπούδες!

ΕΔΓΑΡ. Ιδέ τον, πώς εγούρλωσε τα 'μάτια και κυττάζει.
     Και συ, κυρία, βλέπε τον. — Ποιος θα γελάση πρώτος; (41)

Έλα 'ς το ποτάμι, 'μάτια μου, να μ' εύρης.

ΓΕΛΩΤ Είναι τρυπημένο το μονόξυλό της και να τον φωνάξη δεν τολμά να σου 'πή τον λόγον που δεν έρχεται.

ΕΔΓΑΡ Το βρωμοδαιμόνιον κυνηγά τον κακόμοιρον τον τρελλόν και κάμνει την φωνήν του αηδονιού. Ο διάβολος φωνάζει μέσα εις τα έντερα του τρελλού και γυρεύει να του δώσουν δύο ψαράκια να φάγη. Μη φωνάζης, μαύρε άγγελε, και δεν έχω να σου δώσω να φάγης.

ΚΕΝΤ Τι έχεις, ω αυθέντα μου; Τι βλέπεις και θαυμάζεις;
     Εδώ 'ς το στρώμα πλάγιασε ν' αναπαυθής ολίγον.

ΛΗΡ Την κρίσιν πρώτα να ιδώ. Οι μάρτυρες ας έλθουν!

(Τω Έδγαρ).

Συ, που φορείς κριτού στολήν, 'ς την μέσην να καθίσης.

(Προς τον Γελωτοποιόν).

Εις το πλευρόν του κάθισε και συ, συνάδελφέ του.

(Προς τον Κεντ).

Κάθου 'ς το πλάγι των και συ. Μ' αυτούς και συ θα κρίνης.

ΕΔΓΑΡ Να κάμωμεν δικαιοκρισίαν.

               Ξύπνα, βοσκέ μου, και μην κοιμάσαι.
               Πατούν τα στάχυα τα πρόβατά σου.
               Δεν τα σφυρίζεις νάλθουν σιμά σου;
               Ή τον δραγάτην δεν τον φοβάσαι;

Πρρρ! Η γάτα είναι στακτιά.!

ΛΗΡ Πρώτη αυτή να κριθή. Είναι η Γονερίλη. Ορκίζομαι ενώπιον του σεβαστού τούτου δικαστηρίου, ότι έδιωξε με ταις κλωτσιαίς τον δυστυχή τον βασιλέα τον πατέρα της.

ΓΕΛΩΤ. Πλησίασε, κυρία! Τ' όνομά σου είναι Γονερίλη;

ΛΗΡ Δεν ημπορεί να το αρνηθή.

ΓΕΛΩΤ. Να με συμπαθήσης. Σε πήρα διά σκαμνί.

ΛΗΡ Ιδού κ' η άλλη. Μαρτυρούν τι έχει 'ς την καρδιά της
     τα βλέμματά της τα λοξά. — Θα φύγη! Πιάσετέ την!
     'Σ τα όπλα! Ω! σπαθιά, φωτιά!…Σας έχει πληρωμένους!
     Διεφθαρμένε δικαστά, πώς άφησες να φύγη;

ΕΔΓΑΡ Να ευλογήσουν οι θεοί τας πέντε σου αισθήσεις!

ΚΕΝΤ Ω θλίψις! Κ' η υπομονή, αυθέντα μου, πού είναι,
     που εσυχνοκαυχήθηκες ποτέ να μη την χάσης;

ΕΔΓΑΡ (καθ' εαυτόν)
     Δεν ημπορώ να κρατηθώ από την λύπην πλέον
     Φοβούμαι μήπως προδοθώ από τα δάκρυά μου.

ΛΗΡ Να τα σκυλάκια! τα σκυλιά! Ιδέ τα, πώς γαυγίζουν!

ΕΔΓΑΡ Τώρα να τα δώση κατακεφαλιαίς ο τρελλός. Έξω απ' εδώ, βρωμόσκυλα (42) Εμπρός! δρόμον! Πηγαίνωμεν εις εορταίς και πανηγύρια! Καϋμένε τρελλέ, εστέγνωσε το βούκινό σου και δεν αξίζει πλέον.

ΛΗΡ Ας την κόψουν λοιπόν την Ρεγάνην, να ιδούν από τι είναι καμωμένη η καρδιά της. Ποίος είναι ο λόγος, οπού σκληρύνεται τόσον η καρδιά της; (Προς τον Έδγαρ). Εσένα σε κρατώ, να είσαι ένας από τους εκατόν μου. Τα φορέματά σου μόνον δεν μου αρέσουν. Θα μου ειπής ότι είναι περσικά. Καλλίτερα όμως να τ' αλλάξης.

ΚΕΝΤ Καλέ αυθέντα, πλάγιασε. Ολίγον αναπαύσου.

ΛΗΡ Σιώπα. Μη κάμνεις ταραχήν.

(Κατακλίνεται επί στρωμνής.)

     Κουκούλωσέ με τώρα,
     Καλά καλά! Και αύριον, πρωί πρωί, δειπνούμεν.

ΓΕΛΩΤ. Καλά! Λοιπόν θα κοιμηθώ κ' εγώ το μεσημέρι,

(Επανέρχεται ο ΓΛΟΣΤΕΡ).

ΓΛΟΣΤ. (προς τον ΚΕΝΤ).
     Φίλ', ένα λόγον να σου 'πω. Ο βασιλεύς πού είναι;

ΚΕΝΤ Μη τον ταράξης. Είν' εκεί. Χαμένος είν' ο νους του.

ΓΛΟΣΤ. Καλέ μου φίλε, σηκωτόν 'ς τα χέρια να τον πάρης. Τα μυστικά των ήκουσα· να τον σκοτώσουν θέλουν! Φορείον έχω έτοιμον εδώ απ' έξω. Έλα, αμέσως τώρα πάρε τον και πήγαινε 'ς το Δούβρον (43). Θα εύρης και υποδοχήν εκεί και προστασίαν. Σου λέγω, πάρε τον ευθύς! Μη στέκεσαι, διότι και η ζωή του θα χαθή 'ς ολίγον, κ' η ζωή σου, μαζί με όσους ευρεθούν να τον διαφεντεύσουν. Ω! σήκωσέ τον, πάρε τον και ακολούθησέ με σας έχω έτοιμα εδώ τα μέσα της φυγής σας.

ΚΕΝΤ Ιδέ. Απεκοιμήθηκε η κουρασμένη φύσις. Θα ήτον ίσως βάλσαμον αυτός ο ύπνος τώρα 'ς τον κλονισμένον του τον νουν. Πώς νάλθη θεραπεία, εάν και περιποίησις κι' ανάπαυσις του λείπη;

(Προς τον Γελωτοποιόν).

     Βοήθησέ με συ εδώ να τον ανασηκώσω,
     Μαζί μας έλα.

ΓΛΟΣΤ. Γρήγορα. Ελάτε! μην αργείτε!

(Εισέρχονται ο ΚΕΝΤ, ο ΓΛΟΣΤΕΡ και ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ) φέροντες τον ΛΗΡ).

ΕΔΓΑΡ Όταν πονούν, καθώς ημάς, και οι καλλίτεροί μας, μας φαίνετ' ελαφρότερος ο ιδικός μας πόνος. Αν πάσχη μόνος του κανείς, πονεί διπλά ο νους του, ενώ θυμάται τ' αγαθά της παλαιάς ζωής του. Αλλά το βάρος της ψυχής πολύ ολιγοστεύει, αν έχη η λύπη συντροφιάν κ' ο πόνος έχη ταίρι. Πόσον κ' εγώ υποφερτήν την συμφοράν μου βλέπω, αφού ελύγισε τον Ληρ εκείνο που με γέρνει! Αυτός απέκτησε παιδιά, είχα κ' εγώ πατέρα! Κρύψου, τρελλέ, και κύτταζε τι γίνεται 'ς τον κόσμον. και τότε μόνον να φανής, όταν η ψεύτρα φήμη που τ' όνομά σου το κακόν εξευτελίζει τώρα, πεισθή ότι 'πλανήθηκε και σε καλέση 'πίσω. — Απόψε ό,τι κι' αν συμβή, ο βασιλεύς γλυτώνει. Πρόσεχε τώρα. Προσοχή!

(Απέρχεται).

ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ

Εν τω μεγάρω του Γλόστερ. (Εισέρχονται ο ΔΟΥΞ ΚΟΡΝΟΥΑΛΛΗΣ, η ΡΕΓΑΝΗ, η ΓΟΝΕΡΙΛΗ, ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ και υπηρέται).

ΚΟΡΝ. (προς την Γονερίλην). Μη χάνεις καιρόν· πήγαινε να εύρης τον άνδρα σου, Δείξε του αυτό το γράμμα. Τα γαλλικά στρατεύματα έφθασαν. — Πηγαίνετε σεις να μου εύρετε τον Γλόστερ τον προδότην.

(Εξέρχονταί τινες των υπηρετών).

ΡΕΓ. Να τον κρεμάσης αμέσως!

ΓΟΝΕΡ. Να τον τυφλώσης!

ΚΟΡΝ. Αφήσετέ τον εις την οργήν μου. — Εδμόνδε, συνόδευσε την αδελφήν μας. Καλλίτερα να μην είσαι παρών τώρα οπού θα εκδικηθώ τον προδότην τον πατέρα σου! Παρακίνησε τον δούκα, εκεί όπου πηγαίνεις, να ετοιμασθή το ταχύτερον. Εις τούτο καταγίνομαι κ' εγώ. Θα φροντίσω να έχωμεν συχνήν και τακτικήν συγκοινωνίαν. Υγίαινε, αγαπητή μου αδελφή. Εις το καλόν, Γλόστερ.

(Εισέρχεται ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ).

Τι νέα; Πού είναι ο βασιλεύς;

ΟΣΒ. Τον εφυγάδευσ' απ' εδώ ο Γλόστερ. Εις την θύραν Ιππόται τον επρόσμεναν, έως τριανταπέντε, και μ' άλλους άρχοντας μαζί επήγαν εις το Δούβρον, όπου ελπίζουν φίλους των να εύρουν ωπλισμένους.

ΚΟΡΝ. Της αδελφής μου τ' άλογα ετοίμασε αμέσως.

ΓΟΝΕΡ. Υγίαινε, αυθέντα μου, υγίαιν', αδελφή μου!

(Απέρχονται η ΓΟΝΕΡΙΛΗ και ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ).

ΚΟΡΝ. Πηγαίνετε να εύρετε τον Γλόστερ τον προδότην 'σάν κλέπτην να τον δέσετε κ' εμπρός μας φέρετέ τον!

(Εξέρχονται υπηρέται τινές).

Δεν ημπορώ εις θάνατον να τον καταδικάσω, αφού δεν έχω πρόσχημα δικαιοσύνης κάπως, αλλ' η οργή μου ημπορεί να κορεσθή αλλέως! Ο κόσμος ίσως με μεμφθή, αλλά να μ' εμποδίση δεν ημπορεί! Ποιος έρχεται; — Α! Ο προδότης είναι!

(Εισέρχονται ΥΠΗΡΕΤΑΙ οδηγούντες τον ΓΛΟΣΤΕΡ).

ΡΕΓ. Εκείνος είναι! — Αλεπού!

ΚΟΡΝ. Τα χέρια τ' αχαμνά του
     σφικτά να του τα δέσετε!

ΓΛΟΣΤ. Ποιος είναι ο σκοπός σας;
     Είσθε 'ς το σπίτι μου εδώ· μη το ξεχνάτε, φίλοι.
     Μη κάμετε το άδικον, ω φίλοι!

ΚΟΡΝ. Δέσετέ τον!
     Ακούετε;

ΡΕΓ. Σφικτά, σφικτά! — Αναίσχυντε, προδότη!

(Οι υπηρέται δένουν τας χείρας του ΓΛΟΣΤΕΡ).

ΓΛΟΣΤ. Ω άσπλαγχνη, δεν είμ' εγώ προδότης.

ΚΟΡΝ. Δέσετέ τον εδώ, επάνω 'ς το σκαμνί. Αχρείε θα σε μάθω…

(Η ΡΕΓΑΝΗ σπαράσσει την γενειάδα του ΓΛΟΣΤΕΡ).

ΓΛΟΣΤ. Μα τους θεούς, είν' αίσχος σου να μου τραβάς τα γένεια!

ΡΕΓ. Προδότη! Δεν εντρέπεσαι ταις άσπραις σου ταις τρίχες!

ΓΛΟΣΤ. Αι τρίχες, οπού μου τραβάς απ' τ' άσπρα μου τα [γένεια, θα ζωντανεύσουν, άσπλαγχνη, να σε καταδικάσουν! Εδώ σας 'φιλοξένησα! Τα ληστρικά σας χέρια τον φίλον, που σας δέχεται, θα τον κατασπαράξουν; Τι θέλετε;

ΚΟΡΝ. Να μας ειπής τι γράμματα σου ήλθαν
     από τον Γάλλον:

ΡΕΓ. Ξάστερα ν' αποκριθής, διότι
     τα πάντα τα γνωρίζομεν.

ΚΟΡΝ. Τι συμφωνίας έχεις
     με τον εχθρόν, που έφθασε εις τα παράλιά μας;

ΡΕΓ. Εις τίνος χέρια έστειλες τον γέροντα; — Ομίλει!

ΓΛΟΣΤ. Έλαβα γράμματα εδώ, αυτό είν' η αλήθεια αλλά δεν μ' ενοχοποιούν, κι' από εχθρόν δεν ήλθαν, έρχοντ' από ουδέτερον.

ΚΟΡΝ. Ω πονηρέ!

ΡΕΓ. Ω ψεύτη!

ΚΟΡΝ. Και πού τον έστειλες τον Ληρ;

ΓΛΟΣΤ. 'Σ το Δούβρον.

ΡΕΓ. Α! 'ς το Δούβρον!
     Και πώς το έκαμες αυτό; Δεν είχες προσταγήν μας…

ΚΟΡΝ. Πώς εις το Δούβρον; — Άφες τον ν' αποκριθή εις τούτο.

ΓΛΟΣΤ. Δεμένον χειροπόδαρα μ' έχετ' εδώ! Κτυπάτε!

ΡΕΓ. 'Σ το Δούβρον πώς τον έστειλες και διατί;

ΓΛΟΣΤ. Διότι
     δεν ήθελα με τ' άσπλαγχνα τα 'νύχια σου να βλέπω
     να ξερριζώνης τα πτωχά, τα γέρικά του 'μάτια!
     Και την σκληρήν σου αδελφήν δεν ήθελα ν' αφήσω
     εις την χρισμένην σάρκα του να χώνη λύκου 'δόντια!
     Την νύκτα την ολόμαυρην, οπού η τρικυμία
     'κτυπούσε το ασκέπαστο κεφάλι του, θαρρούσες
     πως θα φουσκώση η θάλασσα ως τ' ουρανού τα ύψη,
     να σβήση με τα κύματα τα πυρωμέν' αστέρια!
     Αλλά επλήθαιν' η βροχή από τα δάκρυά του!
     Αν ήρχοντο 'ς την θύραν σου και λύκοι να ουρλιάζουν
     την νύκτα εκείνην την φρικτήν, όσον σκληρή κι' αν είσαι,
     θα έκραζες 'ς τους δούλους σου: ανοίξατε την θύραν!
     Αλλ' όμως η Εκδίκησις θ' απλώση τα πτερά της!
     Θα την ιδώ τέτοια παιδιά να τα πλακώση…

ΚΟΡΝ. Όχι!
     Ποτέ σου δεν θα το ιδής! — Κρατείτε το σκαμνί του. —
     Εγώ μέσα 'ς τα 'μάτια σου την πτέρναν μου θα χώσω! (44)

ΓΛΟΣΤ. Όποιος γηράματα καλά επιθυμεί να έχη,
     βοήθειά μου! Ω θεοί! Ω φρίκη!

ΡΕΓ. Τόνα 'μάτι
     αναγελά το άλλο του. Τυφλώσετε και τ' άλλο.

ΚΟΡΝ. Εάν ιδής εκδίκησιν…

α’ ΥΠΗΡ. Το χέρι κάτω, αυθέντα! Από παιδί σ' εδούλευσα, αλλά ποτέ ως τώρα τόσον μεγάλην δούλευσιν δεν σ' έκαμα, όπως τώρα, που 'κράτησα το χέρι σου!

ΡΕΓ. Και πώς τολμάς, ω σκύλε!

α’ ΥΠΗΡ. (προς την Ρεγάνην). Αν είχες γένεια, σ' έκαμνα εγώ εσένα τώρα να τρέμη το πηγούνι σου! Τι θέλεις;

ΚΟΡΝ. Ω αχρείε!

(Εφορμά κατά του υπηρέτου ξιφήρης).

α’ ΥΠΗΡ. Τόπον λοιπόν εις την οργήν, κι' ας γίνη ό,τι γίνη!

(Σύρει το ξίφος. Μάχονται. Τραυματίζεται ο ΚΟΡΝΟΥΑΛΛΗΣ).

ΡΕΓ. (προς έτερον υπηρέτην).
     Δος το σπαθί σου. Ο αισχρός αντίστασιν θα κάμη!

(Τραυματίζει όπισθεν διά του ξίφους τον α' υπηρέτην).

α’ ΥΠΗΡ. Μ' εσκότωσε…Αυθέντα μου, σου μένει ένα 'μάτι να τον ιδής τι έπαθε! Ω!…

Αποθνήσκει.

ΚΟΡΝ. Δεν θα τον αφήσω
     τίποτε άλλο να ιδή και με το άλλο 'μάτι.
     Έξω, βρωμονερούλιασμα!… Τι έγινε το φως σου;

ΓΛΟΣΤ. Μαύρα τα πάντα… σκοτεινά! Εδμόνδε μου, πού είσαι;
     Έλα εδώ, πάρε φωτιάν, Εδμόνδε, κ' εκδικήσου
     αυτήν την πράξιν την φρικτήν.

ΡΕΓ. Σώπα, αισχρέ προδότη!
     Αυτός, που κράζεις, σε μισεί αντί να σε λυπάται.
     Αυτός μας εφανέρωσε τα έργα σου, προδότη!

ΓΛΟΣΤ. Ω της μωρίας μου! Κ' εγώ αδίκησα τον Έδγαρ!
     Θεοί μου, βοηθείτε τον, και συγχωρήσετέ με!

ΡΕΓ. Τραβήξετέ τον απ' εδώ! Πηγαίνετέ τον έξω,
     κι' ας μυρισθή τον δρόμον του να κρημνισθή 'ς το
     Δούβρον!
     Πώς είσαι, ω αυθέντα μου; Τι έπαθες; τι έχεις;

ΚΟΡΝ. Μ' επλήγωσε… Πηγαίνωμεν. — Πετάξετέ τον έξω τον μιαρόν αυτόν τυφλόν! Κι' αυτού εδώ του δούλου το πτώμα, να το ρίξετε 'ς την κοπριάν επάνω. Ρεγάνη, δος το χέρι σου, Τα αίματά μου τρέχουν. Δεν ήτο τώρα ο καιρός να πληγωθώ, Ρεγάνη!

Εξέρχεται ο ΚΟΡΝΟΥΑΛΛΗΣ στηριζόμενος επί της ΡΕΓΑΝΗΣ. Οι υπηρέται λύουν τα δεσμά του ΓΛΟΣΤΕΡ και οδηγούν αυτόν έξω της σκηνής).

β’ ΥΠΗΡ. Αν είν' ο άνθρωπος αυτός να έχη καλά τέλη, ό,τι κακόν κι' αν φαντασθής το κάμνω, δεν με μέλει!

α’ ΥΠΗΡ. Κι' αν πολυζήση και ιδή γηράματα εκείνη, καλή γυναίκα εις την γην καμμιά δεν θ' απομείνη. Θα γίνουν όλαις τέρατα!

β’ ΥΠΗΡ. Πηγαίνωμεν κατόπιν απ' τον τυφλόν τον γέροντα. Εκείνον τον ζητιάνον τον παλαβόν να εύρωμεν, να γίνη οδηγός του. Αν και τρελλός, είν' ικανός να κάμη ό,τι θέλεις.

α’ ΥΠΗΡ. Πήγαινε συ. Από ξαντό κ' από αυγού ασπράδι εγώ θα κάμω αλοιφήν ν' αλείψω ταις πληγαίς του. Να ελεήσουν οι θεοί τον άτυχον τον γέρον!

Εξέρχονται εκατέρωθεν.

ΠΡΑΞΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Εξοχή άδενδρος.

ΕΔΓΑΡ (εισερχόμενος).
     Καλλίτερα η τύχη μου η καταφρονημένη
     παρά η καταφρόνησις με ψευτοκολακείαν!
     Της Μοίρας τ' απορριξιμιό, όσον βαθειά κι' αν πέση,
     δεν έχει τι να φοβηθή κ' ενόσω ζη ελπίζει.
     Η αλλαγή προς το κακόν απ' τα καλά θα έλθη,
     ενώ απ' τα χειρότερα ξανάρχονται τα γέλια.
     Λοιπόν, καλώς τον άυλον αέρα π' αγκαλιάζω!
     Καμμίαν χάριν δεν χρωστά, αέρα, 'ς την πνοήν σου
     ο δυστυχής, που τον φυσάς 'ς της συμφοράς τα βάθη!…

(Εισέρχεται ο ΓΛΟΣΤΕΡ, οδηγούμενος υπό χωρικού ΓΕΡΟΝΤΟΣ).

Ποιος είναι; Ο πατέρας μου!… Ωσάν πτωχόν ζητιάνον άλλος πτωχός τον οδηγεί!… Ω κόσμε, κόσμε, κόσμε! Μ' αυτά σου τα γυρίσματα κάμνεις να σε μισούμεν, ειδέ που άφιν' η ζωή να την νικά το γήρας!

ΓΕΡΩΝ Αγαπητέ αυθέντα μου, είν' ογδοήντα χρόνοι
     αφότου τον πατέρα σου κ' εσένα σας δουλεύω.

ΓΛΟΣΤ. Φύγε· να φύγης, φίλε μου. Με την περίθαλψίν σου
     χωρίς εμέ να ωφελής, τον εαυτόν σου βλάπτεις.

ΓΕΡΩΝ Αλλοίμονον! τον δρόμον σου δεν θα τον βλέπης μόνος.

ΓΛΟΣΤ. Δεν έχω δρόμον να ιδώ διά να θέλω 'μάτια. Όταν τα είχα, 'σκόνταψα. Συχνά συμβαίνει τούτο, πολύ συχνά, η στέρησις να είν' ωφέλειά μας κι' ασφάλεια η πτώχεια μας! — Ω Έδγαρ, ω παιδί μου, συ, της οργής μου της τυφλής το θύμα, ας 'μπορούσα να σε ιδώ ψηλαφητά, και θάλεγα πως βλέπω!

ΓΕΡΩΝ. Τι είν' αυτός; Ποιος είν' εκεί;

ΕΔΓΑΡ (καθ' εαυτόν).
     Θεοί, θεοί μεγάλοι!
     Και ποίος δύναται να 'πή: «Χειρότερα δεν έχει; »
     Ποτέ, ποτέ, χειρότερα δεν ήμουν από τώρα!

ΓΕΡΩΝ Είν' ο ζητιάνος ο τρελλός, αυθέντα μου.

ΕΔΓΑΡ (καθ' εαυτόν).
     Και όμως
     ίσως μου μέλλει να ιδώ χειρότερ' από τούτο.
     Δεν ήλθαν τα χειρότερα, ενόσω ζη κανένας
     και γλώσσαν έχει να ειπή: Χειρότερα δεν έχει!

ΓΕΡΩΝ (προς τον Έδγαρ).
     Τι δρόμον παίρνεις, άνθρωπε;

ΓΛΟΣΤ. Τι είν' αυτός; Ζητιάνος;

ΓΕΡΩΝ Είναι ζητιάνος και τρελλός.

ΓΛΟΣΤ. Ολίγον νουν θα έχη, αλλέως δεν εζήτευε. Εις την ανεμοζάλην την χθεσινήν απήντησα την νύκτα ένα τέτοιον και είπα μέσα μου: Ιδού ο άνθρωπος! Σκουλήκι!… Και μ' ήλθε τότε εις τον νουν ο υιός μου· αλλ' ο νους μου ακόμη τον εχθρεύετο… Τα έμαθα κατόπιν… Ημάς μας έχουν οι θεοί 'σάν τα παιδιά ταις μυίγαις· το έχουν διασκέδασιν να παίρνουν την ζωήν μας!

ΕΔΓΑΡ (καθ' εαυτόν).
     Πώς τάχασε τα 'μάτια του; — Τέχνη κακή που είναι
     να κάμνη τις τον παλαβόν ενώπιον της λύπης!
     Κ' εις άλλους βάρος γίνεται και εις τον εαυτόν του.

(Προς τον Γλόστερ).

Να σ' ευλογήσουν οι θεοί!

ΓΛΟΣΤ. Είν' ο γυμνός εκείνος;

ΓΕΡΩΝ Μάλιστ', αυθέντα μου.

ΓΛΟΣΤ. Λοιπόν φύγε και άφησέ με. Μιας ώρας δρόμον απ' εδώ ή δύο πρόφθασέ μας 'ς του Δούβρου την διεύθυνσιν. Αν θέλης να μου δείξης την παλαιάν αγάπην σου, όπως σου λέγω κάμε, και φέρε τι να σκεπασθή αυτός ο γυμνωμένος. Αυτόν θα πάρω οδηγόν.

ΓΕΡΩΝ Είναι τρελλός, αυθέντα.

ΓΛΟΣΤ. Τρελλοί τυφλούς να οδηγούν είναι η ώρα τώρα. Κάμε αυτό, που σου ζητώ, ή όπως θέλεις κάμε, πλην φύγε, σε παρακαλώ.

ΓΕΡΩΝ Πηγαίνω να του φέρω ανθρωπινά φορέματα, κι' ας γίνη ό,τι γίνη!

ΓΛΟΣΤ. Πού είσαι συ; Έλα εδώ.

ΕΔΓΑΡ Α! ο τρελλός κρυώνει!

(Καθ' εαυτόν).

Δεν ημπορώ, δεν δύναμαι να προσποιούμαι πλέον!

ΓΛΟΣΤ. Έλα εδώ εσύ, γυμνέ.

ΕΔΓΑΡ (καθ' εαυτόν.
     Ας κρύπτωμαι ακόμη!

(Προς τον Γλόστερ).

Ω! Τα αιματωμένα σου 'μάτια! Οι θεοί να σου τα ευλογήσουν!

ΓΛΟΣΤ. Ηξεύρεις τον δρόμον του Δούβρου;

ΕΔΓΑΡ Ηξεύρω και τον δρόμον και το μονοπάτι, μέσ' από φραγαίς κ' επάνω από χανδάκια. Ο καϋμένος ο τρελλός από τρομάρα τα έχασε. Οι θεοί να σε φυλάγουν, καλής μάνας υιέ, από τα βρωμοδαιμόνια. Ο καϋμένος ο τρελλός είχε πέντε δαιμόνια μέσα του, όλα μαζί και τα πέντε! Οι θεοί να σ' ευλογήσουν, αυθέντα! (45)

ΓΛΟΣΤ. Πάρε αυτό μου το πουγγί συ, εξευτελισμένε απ' την οργήν των ουρανών και την καταδρομήν των. Ας γίνη η δυστυχία μου ελάφρωσις 'δική σου. Αυτό να είναι πάντοτε, θεοί, το θέλημά σας! Εκείνος οπού χαίρεται και ηδονάς και πλούτη, και όσα του χαρίζετε θαρρεί πως τα ορίζει και ούτε θέλει να ιδή εκεί, που δεν τον καίει, την δύναμίν σας, ω θεοί, κ εκείνος ας την 'νοιώση, ώστε με μοίρασμα σωστόν να παύση η αδικία κι' ό,τι είναι αρκετόν να έχη ο καθένας! — 'Ξεύρεις το Δούβρον;

ΕΔΓΑΡ Μάλιστα, αυθέντα.

ΓΛΟΣΤ. Εκεί πέρα
     είν' ένας βράχος υψηλός, που γέρνει το κεφάλι
     και βλέπει κάτω χαμηλά το πέλαγος με φρίκην.
     Εκεί, 'ς την άκρη του κρημνού να μ' οδηγήσης θέλω,
     κ' εγώ την δυστυχίαν σου θα σου την ελαφρώσω
     με χάρισμα βαρύτιμον που έχω να σου δώσω.
     Δεν μου χρειάζετ' οδηγός, όταν εκεί με φέρης.

ΕΔΓΑΡ Δος μου το χέρι. Ο τρελλός εκεί θα σ' οδηγήση.

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Έξωθεν του μεγάρου του δουκός της Αλβανίας. Εισέρχονται εξ ενός η ΓΟΝΕΡΙΛΗ και ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ, εξ αντιθέτου δε της σκηνής μέρους ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ.

ΓΟΝΕΡ. Εδμόνδε, καλώς ώρισες! Ο αγαθός μου άνδρας πώς να μην έλθη απορώ να μας προϋπαντήση;

(Προς τον Οσβάλδον).

Πού είναι ο αυθέντης σου;

ΟΣΒ. Κυρία, είναι, μέσα, αλλ' έγιν' άλλος άνθρωπος. Το φθάσιμον του Γάλλου του είπα, κ' εμειδίασε· του είπα πως θα έλθης, και, τόσον το χειρότερον, εκείνος απεκρίθη. Και όταν του ανέφερα ότι ο Γλόστερ είναι προδότης, κι' ότι 'φέρθηκε εντίμως ο Εδμόνδος, ανόητον μ' εφώναξεν εκείνος, και μου είπεν ότι τα πράγματα εγώ ανάποδα τα λέγω. Εκείνα οπού έπρεπε να τον λυπούν τ' αρέσει, και όλα τα ευχάριστα δυσάρεστα τα βλέπει.

ΓΟΝΕΡ. (προς τον Εδμόνδον). Μείνε λοιπόν εσύ εδώ. Η άνανδρη ψυχή του δεν έχει τόλμην μέσα της! Να αισθανθή δεν θέλει το άδικον, που έπρεπεν αυτός ν' αντιπληρώση! Τα λόγια, που αλλάξαμεν 'ς τον δρόμον, κ' αι ευχαί μας, ίσως θα έλθη ο καιρός να πληρωθούν, Εδμόνδε. Τώρα να φύγης! Πήγαινε να εύρης τον γαμβρόν μου. Εσέν' ας κάμη στρατηγόν και στράτευμ' ας σηκώση! 'Πάγω 'ς τον άνδρα μου κ' εγώ τα όπλα να του πάρω, και να του δώσω να κρατή 'ς τα χέρια του την ρόκαν! Αυτός ο δούλος ο πιστός θα είναι 'ς τα κρυφά μας, κ' ίσως συντόμως πρόσκλησιν ερωτικήν σε φέρη, αν δεν ψηφάς τον κίνδυνον, όπου υπάρχει κέρδος. Φόρεσ' αυτό, και σιωπή.

(Τω δίδει ταινίαν εκ του φορέματος αυτής).

Την κεφαλήν σου κλίνε.

(Τον ασπάζεται).

Αν ημπορούσε το φιλί αυτό να ομιλήση, 'ς τους Ουρανούς θα έκαμνε να πεταχθή η καρδιά σου! Εννόησέ με! Πήγαινε.

ΕΔΜ. 'Δικός σου ως τον τάφον!

ΓΟΝΕΡ. Φίλε μου!

(Απέρχεται ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ).

Τι διαφορά απ' άνδρα έως άνδρα! Εσύ τ' αξίζεις κύριος μιας γυναικός να είσαι, κ' εκείνος, που του έπρεπε ο δούλος μου να είναι, είναι ο άνδρας μου!

ΟΣΒ. Ιδού, κυρία μου, ο δούκας.

(Εισέρχεται ο ΔΟΥΞ της ΑΛΒΑΝΙΑΣ).

ΓΟΝΕΡ. Ήτον καιρός που ήξιζα πλειότερον νομίζω.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ω Γονερίλη, ούτ' αυτήν την σκόνην δεν αξίζεις, που του άνεμου η πνοή φυσά 'ς το πρόσωπόν σου! Ως πού θα πας; Και πού φραγμός να σ' εμποδίση πλέον, αφού επεριφρόνησες και τον γεννήτορά σου! Αν αποκόψης το κλαδί απ' τον κορμόν του δένδρου, όπου βυζάνει τον χυμόν, θα μαραθή!

ΓΟΝΕΡ. Ω! Φθάνει!
     Ν' ακούω τα βαρύνομαι τ' ανόητα ρητά σου.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Νουν κι' αρετήν ο ποταπός ως ποταπά τα έχει. Μόνον 'ς ταις βρώμαις ηδονήν ο βρωμερός θα εύρη! Τι είν' αυτό, που 'κάμετε, σεις,… όχι θυγατέρες, τίγρεις! — Τι κατωρθώσετε κ' αι δύο; — Τον πατέρα, τον γέροντα τον σεβαστόν, που τ' άσπρα του τα γένεια κι' αρκούδαις θα τα έγλειφαν, — ω φρίκη, ω αισχρότης! — εσείς τον ετρελλάνετε! — Αλλά ο αδελφός μου πώς το υπέφερεν αυτό εκείνος, άνδρας, άρχων… και ύστερ' από τόσας του ευεργεσίας; — Όχι, εάν αγγέλους οι θεοί δεν στείλουν να παιδεύσουν τόσον φρικτά εγκλήματα, θα καταντήσουν πλέον οι άνθρωποι να τρώγωνται 'ς το αναμεταξύ των, 'σάν του πελάγους τέρατα!

ΓΟΝΕΡ. Ω άνδρα. χωρίς αίμα, εσύ, που 'ς τα ραπίσματα τα μάγουλα προτείνεις, κ' εμπρός 'ς την καταφρόνησιν την κεφαλήν σου σκύπτεις, και 'μάτια εις το μέτωπον δεν έχεις να χωρίζης πού τελειών' υπομονή, πού η τιμή αρχίζει! Εσύ που δεν το εννοείς, ότι μωρία είναι να ελεής ένα κακόν, εάν η τιμωρία επρόλαβε το έγκλημα! — Πού είν' τα τύμπανά σου; Σκεπάζει την βουβήν μας γην του Γάλλου η σημαία, η περικεφαλαία του το κράτος σου τρομάζει, κ' εν τούτοις, άνθρωπ' αγαθέ, σταύρωνε συ τα χέρια, και κάθου κλαίε: «Διατί, αχ, διατί να έλθη!»

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Να η εικών σου, Σατανά! Ω! Η φρικτή μορφή σου εις μιαν γυναίκα φαίνεται ακόμη φρικτοτέρα!

ΓΟΝΕΡ. Ανόητε!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Κρύψου καλά! Μη προδοθής τι είσαι· Μη λάβης σχήμα τέρατος! — Αν ήθελα ν' αφήσω αυτά τα χέρια την φωνήν του αίματος ν' ακούσουν, θα 'ξέσχιζαν την σάρκα σου από τα κόκκαλά σου! Αλλ' έχεις σχήμα γυναικός. Αυτό σε προστατεύει, κι' ας είσαι δαίμονας!

ΓΟΝΕΡ. Να δα! Τι άνδρας οπού είσαι!

(Εισέρχεται είς ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ).

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Τι νέα;

ΑΓΓΕΛ. Ω αυθέντα μου, απέθανε ο δούκας! Τον σκότωσ' ένας δούλος του εκεί όπου τον Γλόστερ ο δούκας τον ετύφλωνε!

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Ετύφλωσε τον Γλόστερ!

ΑΓΓΈΛ. Δούλον τον είχε από παιδί, — αλλ' ο θυμός τον 'πήρε κ' ετόλμησε ν' αντισταθή με το σπαθί 'ς το χέρι 'ς την πράξιν του κυρίου του. Ο δούκας αφρισμένος ώρμησε τότε και νεκρόν τον άφησε 'ς τον τόπον. Αλλ' είχε πάρει την πληγήν κ' εκείνος, που κατόπιν του έφερε τον θάνατον.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Με τούτο μαρτυρείτε ω επουράνιοι κριταί, ότ' είσθ' εκεί επάνω και γρήγορα παιδεύετε 'ς την γην τα κρίματά μας. — Ω Γλόστερ! Του ετύφλωσε το ένα 'μάτι είπες;

ΑΓΓΕΛ. Ω! και τα δυο, αυθέντα μου! — 'ς το γράμμ' αυτό,
                                                [κυρία,
     απόκρισίν σου άμεσον προσμέν' η αδελφή σου.

(Τη εγχειρίζει επιστολήν).

ΓΟΝΕΡ. (καθ' εαυτήν).
     Αυτό μ' αρέσει εξ ενός! Αλλ' όμως είναι χήρα
     εκείνη, και πλησίον της τον έχει τον Εδμόνδον.
     Τα σχέδιά μου ημπορεί αυτό να τ' ανατρέψη
     και να κρημνίση όλα μου τα όνειρα. Εξ άλλου,
     πολύ πικρά τα νέα του δεν είναι δι' εμένα.