ΓΕΛΩΤ. Η αλήθεια είναι μία σκύλα και της πρέπει ν' αλυσοδένεται και να τρώγη ξύλον, ενώ τα χαδευμένο σου σκυλάκι βρωμολογά, ’ξαπλωμένο εμπρός εις την φωτιά.
ΛΗΡ Αυτά τα λέγεις να με πειράξης!
ΓΕΛΩΤ. Άκουσε να σου μάθω ένα γνωμικό.
ΛΗΡ Λέγε.
ΓΕΛΩΤ. Άκουε, παππού:
Έχε πλειότερα απ' όσα ξοδεύεις,
λέγε λιγώτερα απ ’όσα γνωρίζεις,
βάστα πλειότερα απ' όσα δανείζεις,
μην περιπατής όταν ημπορής να καβαλικεύης,
άκουε πολλά κ’ ολίγα να πιστεύης,
όλα σου τα κέρδη μη τα κινδυνεύεις,
μη μεθοκοπάς ούτε να πορνεύης,
κάθου και ησύχαζε, κ' έτσι θα κερδίζης
εις τα κάθε είκοσι, δέκα δυο φοραίς.
ΚΕΝΤ Αυτό και το τίποτε είναι ένα, τρελλέ.
ΓΕΛΩΤ. Και τι συμβουλήν περιμένεις από απλήρωτον δικηγόρον; Τι μου επλήρωσες, εσύ; — Ημπορείς, παππού, να ’βγάλης κάτι από το τίποτε :
ΛΗΡ Όχι παιδί μου. Από το τίποτε δεν’βγαίνει τίποτε.
ΓΕΛΩΤ. προς τον Κεντ.
Ειπέ του, σε παρακαλώ, ότι άλλο τόσον’βγάζει από
τα βασίλειά του. Αν του το ειπή ο τρελλός, δεν θα
τον πιστεύση.
ΛΗΡ Α, κακέ τρελλέ!
ΓΕΛΩΤ. Ποία είναι η διαφορά μεταξύ ενός κακού και ενός καλού τρελλού; Ηξεύρεις, παλληκάρι μου;
ΛΗΡ Όχι, αγόρι μου· μάθε μου την.
ΓΕΛΩΤ. _Όποιος είν' αυτός, που είχε σοφισθή κ' είπε να χαρίσης τα βασίλειά σου, φέρε τον εδώ, κοντά μου να σταθή· ή εσύ δι’ εκείνον στάσου. Δυο τρελλοί θα είναι τότ' εδώ εμπρός, ο κακός ο ένας κι’ άλλος ο καλός. Παρδαλά φορεί ένας, ο σκουφάτος· και ο άλλος νά τος!
ΛΗΡ Τρελλόν με λέγεις εμένα;
ΓΕΛΩΤ. Όλους σου τους άλλους τίτλους τους παραίτησες.
Αυτόν τον έχεις εκ γενετής σου.
ΚΕΝΤ Αυτά οπού λέγει δεν είναι όλα τρέλλα, αυθέντα μου.
ΓΕΛΩΤ. Όχι βέβαια! Πού με αφίνουν οι μεγάλοι και οι τρανοί να έχω όλην την τρέλλαν εγώ; Αν την είχα μονοπώλιον, θα μου εγύρευαν κ' εκείνοι μερτικόν. Και αι αρχόντισσαις δεν θα μου την άφιναν να την έχω εγώ όλην· θα μου την ήρπαζαν (15). Παππού, δος μου έν αυγό, να σου δώσω δύο κορώναις.
ΛΗΡ Τι κορώναις θα μου δώσης;
ΓΕΛΩΤ. Εκείναις οπού θ' απομείνουν, αφού σπάσω το αυγό εις την μέσην και φάγω ό,τι έχει μέσα. Όταν την έσπασες εις δύο την βασιλικήν σου κορώνα κ' εχάρισες τα δύο κομμάτια, εφόρτωσες τον γάδαρον εις την ράχην σου να τον περάσης επάνω από ταις βρώμαις. Πού τα είχες τα μυαλά σου, όταν την εχάριζες την χρυσήν σου κορώνα; Αν σου ειπή κανείς, ότι ο τρελλός σου λέγει τρέλλαις, δος του ξύλο.
(άδει:)
Η χρονιά εφέτος είναι των τρελλών έγιναν οι φρόνιμοι κουτοί, και κανείς δεν ξεύρει τι χορόν κρατεί, και σου κάμνουν όλοι άλλα των αλλών.
ΛΗΡ Από πότε έγινες τόσον του τραγουδιού, κύριε;
ΓΕΛΩΤ. Από τον καιρόν όπου οι θυγατέρες σου έγιναν μητέρες σου παππού. Διότι από τότε οπού έβαλες εις τα χέρια των το ξύλο και συ κατέβασες τα βρακιά σου, από τότε.
(άδει:)
Απ' την χαρά τους κλαίουν εκείναι
και απ' την λύπην εγώ τραγουδώ,
τον βασιλέα μου πως να ιδώ
όπως παιδάκι μωρόν να είναι
Παρακαλώ, παππού, πάρε μου δάσκαλον να με μάθη να λέγω ψεύματα. Πώς ήθελα να μάθω να λέγω ψεύματα!
ΛΗΡ Αν ειπής ψεύμα. κύριε, θα σε ξυλίσω.
ΓΕΛΩΤ. Δεν ημπορώ να καταλάβω τι συγγένειαν έχεις με ταις κόραις σου. Εκείναις με ξυλίζουν, διότι λέγω την αλήθειαν· εσύ θέλεις να με ξυλίσης, αν ειπώ ψεύμα. Κάποτε ταις τρώγω, διότι δεν λέγω τίποτε. Ήθελα να είμαι κάθε άλλο παρά τρελλός. Δεν ήθελα όμως να είμαι ο Ληρ, παππού. Εξεφλούδισες το καύκαλό σου και από τα δύο μέρη, και δεν σου έμεινε μέσα τίποτε. — Ιδού, έρχεται το ένα ξεφλούδισμα,
Εισέρχεται η ΓΟΝΕΡΙΛΗ.
ΛΗΡ Τι έχεις, κόρη μου; Τι θέλει αυτό το σούφρωμα εκεί;
Ωσάν να τα πολυσουφρώνης τώρα τώρα τα φρύδια σου.
ΓΕΛΩΤ. Καλά την είχες, όταν δεν σ' έμελλε είτε τα σουφρώνει είτε όχι. Τώρα έγινες ένα μηδενικόν χωρίς τίποτε απ' εμπρός του. Πάλιν καλλίτερός σου εγώ. Εγώ είμαι τουλάχιστον τρελλός. Εσύ δεν είσαι τίποτε.
Προς την Γονερίλην.
Βέβαια, βέβαια· θα την μαζεύσω την γλώσσαν μου. Μου το προστάζει η ματιά σου, αν και δεν λέγης λέξιν. Βούβα, Βούβα!
Αν σου λείψει του ψωμιού η ψίχα και η κόρα απ ’ εκεί που χόρταινες, θα σου έλθει πείνα τώρα
Να ένα ξεκουκκισμένο ρεβίθι. (Δείχνει τον Ληρ).
ΓΟΝΕΡ. Δεν φθάνει μόνον ο τρελλός αυτός σου ο αυθάδης αλλά κ' οι αναιδέστατοι ακόλουθοί σου όλοι μαλλοκοπούν και πιάνονται κάθε στιγμήν και ώραν και είναι ανυπόφορα τα ατακτήματά των! Ενόμιζα πως έφθανε το πράγμα να το μάθης διά να παύση το κακόν. Αλλ' ύστερον απ' όλους τους λόγους και τους τρόπους σου αρχίζω να φοβούμαι ότ' είναι με το θέλημα και με την άδειάν σου. Αν η αλήθεια είν' αυτή, ιδού 'πού σου το λέγω: δεν ημπορεί με σιωπήν το πράγμα να περάση, και ούτε η διόρθωσις η πρέπουσα θα λείψη. Ίσως βαρύ θα σου φανή εκείνο που θα γίνη, κ' ίσως θα είναι εντροπή· αλλ' όμως η ανάγκη ως μέτρον της φρονήσεως θα το υπαγορεύση.
ΓΕΛΩΤ. Διότι 'ξεύρεις, ω παππού.
τόσον καιρόν τον έτρεφε τον κούκκον ο σπουργίτης ως που του κούκου τα παιδιά έφαγαν τον σπουργίτην.
Κ' εκεί ο λύχνος έσβυσε, κ' εμείναμεν 'ς το σκότος
(16).
ΛΗΡ Είσαι η κόρη μου;
ΓΟΝΕΡ. Aρκεί! θέλω να κάμνης χρήσιν του λογικού, που βέβαια διόλου δεν σου λείπει, κι' αυτούς τους θυμούς οπού σε κάμνουν τώρα να γίνεσ ’ άλλος άνθρωπος παρά το φυσικόν σου.
ΓΕΛΩΤ. Μήπως το γαϊδούρι δεν βλέπει πότε το αμάξι σέρνει
το άλογο; Εμπρός! Τράβα να μου ζήσεις.
ΛΗΡ Ποιος θα μου πη ποιος είμ' εγώ; Ο Ληρ αυτός δεν είναι.
Ο Ληρ εδώ περιπατεί; Αυτά ο Ληρ τα λέγει;
Τι έγιναν τα μάτια του; Ή μη αδυνατίζει
κ' εις λήθαργον ευρίσκεται ο νους του; — Ή κοιμάται;
Α! Όχι! — Δεν θα μου ειπή κανείς εδώ ποιος είμαι;
ΓΕΛΩΤ. Ίσκιος του Ληρ!
ΛΗΡ Ποιος είμ' εγώ, ειπήτε μου. Διότι
μ’ επλάνεσε κι ο θρόνος μου, κ’ η κρίσις μου κι ο νους
[μου
και μ’ είχαν κάνει να φρονώ πως έχω θυγατέρας.
ΓΕΛΩΤ. Κι' αυταίς πατέρα ευπειθή ηθέλησαν να έχουν.
ΛΗΡ Ωραία μου αρχόντισσα, μου λέγεις τ' όνομά σου :
ΓΟΝΕΡ. Κ' η απορία σου αυτή ταιριάζει μ' όλα τάλλα. Παρακαλώ, τους λόγους μου καλά εννόησέ τους. Αν είσαι γέρος σεβαστός, και γνωστικός να είσαι. Εδώ μας έχεις εκατόν ιππότας, ένα κ' ένα, δοσμένους 'ς το ξεφάντωμα κι' αυθάδεις και ατάκτους τόσον, 'που έκαμαν εδώ 'σάν χάνι την αυλήν μας! Με τα αισχρά φερσίματα και την αναίδειάν των φαίνεται μάλλον καπηλειό παρά σεμνό παλάτι! Είναι το πράγμα εντροπή και θέλει θεραπείαν. Κάμε την χάριν το λοιπόν 'ς εκείνην, η οποία ό,τι ως χάριν σου ζητεί 'μπορεί και να το πάρη, τον αριθμόν των ιπποτών να τον ολιγοστεύσης· κι όσους κρατήσης απ' αυτούς κοντά σου, διάλεξέ τους να είναι όλοι ταιριαστοί με τα γεράματά σου, και άνθρωποι να εννοούν ποιοι είναι και ποιος είσαι.
ΛΗΡ Φωτιά και λαύρα! — Τ’ άλογα σελλώσετε αμέσως! Να έλθη η συνοδεία μου! — Εσύ, ξεντροπιασμένη, δεν θα σου δώσω πείραξιν. Μου μένει κι’ άλλη κόρη!
ΓΟΝΕΡ. Μου δέρνεις τους ανθρώπους μου, ενώ τα σκύβαλά σου τους ανωτέρους των εδώ τους θεωρούν’σαν δούλους!
(Εισέρχεται ο ΔΟΥΞ της ΑΛΒΑΝΙΑΣ)
ΛΗΡ Αλλοίμονον, εάν αργά κανείς μετανοήση,
Προς τον δούκα.
Α ήλθες συ! Τα συγχωρείς εσύ αυτά; Ομίλει! Σελλώσετέ μου τ' άλογα ευθύς! — Αχαριστία, ω στρίγλα μαρμαρόκαρδη, εις την καρδιάν μιας κόρης φρικωδεστέρα φαίνεσαι κι' από πελάγους δράκον!
ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Τι έχεις; Σε παρακαλώ, αυθέντα, μη θυμώνης
ΛΗΡ Κατηραμένη, ψεύδεσαι! Οι άνθρωποί μου όλοι είναι καλοί και διαλεκτοί· τα χρέη των τα ’ξεύρουν δεν εντροπιάζουν την τιμήν και το αξίωμά των. — Ω Κορδηλία, διατί το ελαφρόν σου πταίσμα να μου φανή τόσον φρικτόν; Και πώς να μου στρεβλώση το φυσικόν, και την καρδιάν να μου την ξετοπίση, και εις χολήν την τόσην μου αγάπην να γυρίση;
(Κτυπών το μέτωπον).
Ω Ληρ, ω Ληρ! Κτύπα εδώ, ν' ανοίξη, Ληρ, η θύρα να έμβη η τρέλλα και ο νους να φύγη! Άνθρωποί μου ας φύγωμεν! Ας φύγωμεν!
ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Εγώ ούτε σου πταίω αυθέντα ούτε ξεύρω καν τι πράγμα σε συγχύζει.
ΛΗΡ Ίσως δεν ΄ξεύρεις — Άκουσε, ω Φύσις, άκουσέ με. Εισάκουσέ μ’ αγαπητή Θεά! Εάν την είχες να γίνη γόνιμη αυτή, ν’ αλλάξης τον σκοπόν σου· Τα όργανα του τοκετού εντός της μάρανέ τα, και στείρευσε τα σπλάγχνα της! Εις το αισχρόν της [σώμα να μη χαρίσης την τιμήν να της βλαστήση βρέφος! Κι αν κάμη σύλληψιν ποτέ, να πλάσης το παιδί της από χολήν, ώστε να ζη διά να καταντήση να είναι τυραννία της και βάσανον! Να σκάψουν χαράκια εξ αιτίας του το νέον μέτωπόν της, τα μάγουλά της ρεύματα δακρύων ν' αυλακώσουν! Κάθε της πόνος μητρικός και μητρική λαχτάρα να στρέψη 'ς αναγέλασμα και καταφρόνησίν της! Ώστε κ’ αυτή να αισθανθή τι σπαραγμός και πόνος είναι τ' αχάριστον παιδί· πώς την καρδιάν ξεσχίζει από το δόντι του φιδιού πλέον σκληρά… Να φύγω!
(Εξέρχεται)
ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Μα τους θεούς που προσκυνώ, τι έπαθε;
Ειπέ μου!
ΓΟΝΕΡ. Εις μάτην βασανίζεσαι την αφορμήν να μάθης.
Ας ξεθυμάνη ως εκεί 'που ημπορεί να 'πάγη
το ξαναμώραμά του.
ΛΗΡ (επιστρέφων). Πώς! Διά μιας πενήντα
από τους ακολούθους μου, — εις δύο εβδομάδας;
ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Τι έχεις, ω αυθέντα μου;
ΛΗΡ Να σου ειπώ τι έχω…
Προς τον Γονερίνην).
Ιδέ με! το εντρέπομαι την δύναμιν να έχης να φέρης τόσον κλονισμόν 'ς το ανδρικόν μου στήθος, Τα δάκρυά μου τα θερμά, που τρέχουν άθελά μου, να χύνωντ' εξ αιτίας σου το έχω εντροπήν μου, Ω να σε πάρη η καταχνιά και η ανεμοζάλη! Η αθεράπευτη πληγή της πατρικής κατάρας να καταφάγη σύρριζα την ύπαρξίν σου όλην! — Πτωχά μου ’μάτια γέρικα, αν κλαίετε ακόμη, σας ξερριζώνω μόνος μου να σας πετάξω κάτω 'ς το χώμα, να ζυμώσετε με δάκρυα την λάσπην! — Καλά, καλά! Μου έμεινε ακόμη μία κόρη. Εκείνη τον πατέρα της θα τον παρηγορήση, και όταν μάθη όλ' αυτά, ω βέβαια, θα έλθη, θα έλθη με τα 'νύχια της να σου καταξεσχίση το πρόσωπόν σου, λύκαινα! ’Σ τα χέρια μου και πάλιν την εξουσίαν θα ιδής εκείνην, που νομίζεις ότι εγώ την άφησα διά παντός!
(Εξέρχονται ο ΛΗΡ, ο ΚΕΝΤ και η συνοδεία του.)
ΓΟΝΕΡ. Τον είδες;
ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Δεν ημπορώ αληθινά διόλου, Γονερίλη, όσον και αν σε αγαπώ, να δικαιολογήσω…
ΓΟΝΕΡ. Παρακαλώ, ησύχασε. — Οσβάλδε, αι, Οσβάλδε! — Εσύ, τρελλέ ή πονηρέ, καλλίτερα να φύγης να εύρης τον αυθέντην σου!
ΓΕΛΩΤ. Παππού, παππού Ληρ, στάσου μη τρέχης να έλθη μαζί σου και ο τρελλός σου.
Μια αλεπού αν τσακωθή ή τέτοια θυγατέρα πρέπει ευθύς να κρεμασθή Το δε σχοινί ν’ αγορασθή κι' η κάπα μου ας πωληθή.
Μ' αυτά τα λόγια ο τρελλός σας λέγει καλή 'σπέρα.
Αναχωρεί).
ΓΟΝΕΡ. Ωραία το εσκέφθηκε! Με εκατόν ιππότας! Πολύ θα ήτο γνωστικόν, αλήθεια, να τον έχης εδώ να μένη μ' εκατόν ανθρώπους οπλοφόρους, κ’ εις κάθε φαντασίαν του, εις κάθε όνειρόν του, εις κάθε του παράπονον ή δυσαρέσκειάν του, να προστατεύη με αυτούς το ξαναμώραμά του, η δε ζωή μας και των δυο 'ς τα χέρια του να είναι! Οσβάλδε!
ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Με τους φόβους σου θαρρώ το παρακάμνεις.
ΓΟΝΕΡ. Καλλίτερα οι φόβοι μου παρά το ξέννοιασμά σου. Να προλαμβάνω προτιμώ το πράγμα 'πού φοβούμαι ή να φοβούμαι μη αυτό εμένα με προλάβη! Τι έχει μέσα 'ς την καρδιάν το ξέρω. Όσα είπε, με γράμμα τώρα τα μηνώ εγώ 'ς την αδελφήν μου. Αφού της τον απέδειξα τον κίνδυνον, αν θέλη να τον κράτηση μ' εκατόν ιππότας του…
Εισέρχεται ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ.
Οσβάλδε, 'ς την αδελφήν μου· έγραψες εκείνα 'πού σου είπα;
ΟΣΒ. Τα έγραψα, κυρία μου.
ΓΟΝΕΡ. Ξεκίνησε αμέσως· πάρε μαζί σου μερικούς ανθρώπους μου. Ειπέ της τους φόβους μου, και πρόσθεσε και ιδικούς σου λόγους, ώστε το πράγμα δι’ αυτήν χειροπιαστόν να γίνη. Ξεκίνησε. Και κύτταξε αμέσως να γυρίσης. —
Απέρχεται ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ.
Α! όχι όχι· πίστευσε, με τους γλυκούς σου τρόπους και με την καλωσύνην σου την τόσην… Δεν σου λέγω ότι αυτά είναι κακά. Αλλά, συμπάθησέ με, σου πρέπει μάλλον μάλλωμα, ότι σου λείπει γνώσις ή έπαινος, αν φέρεσαι με γλύκαν που σε βλάπτει.
ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Εγώ δεν βλέπω έως πού το 'μάτι σου πηγαίνει. Αλλ' όταν τα καλλίτερα κανείς πολυγυρεύη και ό,τι στέκεται καλά συχνά το καταστρέφει.
ΓΟΝΕΡ. Τότε λοιπόν…
Δ0ΥΞ ΑΛΒ. Καλά, καλά. Τα τέλη να ιδούμεν.
Εξέρχονται.
ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ
Αυλή έμπροσθεν του αυτού μεγάρου.
Εισέρχονται ο ΛΗΡ, ο ΚΕΝΤ και ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ.
ΛΗΡ (προς τον Κεντ). Πήγαινε συ εμπρός να δώσης αυτά τα γράμματα. Μην ειπής εις την κόρην μου τίποτε από όσα ηξεύρεις, εκτός αν σε ερωτήση εκείνη, αφού αναγνώση, το γράμμα. Αν δεν κάμης γρήγορα, θα είμαι εκεί, προτού φθάσης εσύ.
ΚΕΝΤ Δεν θα κλείσω μάτι αφέντη μου πριν της δώσω τα γράμματα.
Απέρχεται.
ΓΕΛΩΤ. Αν είχε κανείς το μυαλό εις ταις φτέρναις του, δεν θα ήτο φόβος μη ξεπαγιάση;
ΛΗΡ Και βέβαια, παιδί μου.
ΓΕΛΩΤ. Καλά την έχεις λοιπόν. Ο νους σου δεν θα χρειασθή ποτέ συρτοπάπουτσα.
ΛΗΡ Χα, χα, χα!
ΓΕΛΩΤ. Θα το ιδής, τι καλά θα σου φερθή και η άλλη σου κόρη. Αν και η μία ομοιάζη με την άλλην 'σάν τ' αχλάδι με τ' απίδι, έχω όμως να σου ειπώ…
ΛΗΡ Τι έχεις να μου ειπής;
ΓΕΛΩΤ. Ότι αφού τας δοκιμάσης, θα ιδής ότι είναι αχλάδια και αι δύο. Ηξεύρεις να μου 'πής, διατί η μύτη είναι εις την μέσην του προσώπου;
ΛΗΡ Όχι.
ΓΕΛΩΤ. Διά να έχη κανείς από κάθε μέρος της μύτης και ένα 'μάτι, ώστε ό,τι δεν ημπορεί να μυρισθή να ημπορή να το βλέπη.
ΛΗΡ (καθ' εαυτόν).
Την αδίκησα!
ΓΕΛΩΤ. Ηξεύρεις πώς κάμνει το στρείδι το καύκαλόν του;
ΛΗΡ Όχι.
ΓΕΛΩΤ. Ούτ' ηγώ. Ηξεύρω όμως, διατί έχει το καυκί του ο σάλιαγκος.
ΛΗΡ Διατί;
ΓΕΛΩΤ. Διά να χώνη μέσα το κεφάλι του· όχι διά να το
δίδη χάρισμα εις τας θυγατέρας του και ν' αφίνη
ολόγυμνα τα κέρατά του.
ΛΗΡ (καθ' εαυτόν).
Θέλω να λησμονήσω το φυσικόν μου! — Εγώ, ο τόσον
καλός πατέρας!… Είναι έτοιμα τα άλογά μου;
ΓΕΛΩΤ. Τα γαϊδούρια σου σου τα ετοιμάζουν. — Έχει τον
λόγον του, ότι οι επτά αστέρες δεν είναι περισσότεροι
από επτά.
ΛΗΡ Διότι δεν είναι οκτώ;
ΓΕΛΩΤ. Εύγε σου! Τι καλόν τρελλόν θα έκαμνες!
ΛΗΡ (καθ' εαυτόν).
Να το πάρη, λέγει, διά της βίας! Τέρας αχαριστίας!
ΓΕΛΩΤ. Αν σε είχα τρελλόν μου, παππού, θα σου έδιδα
ξύλο, διότι εγήρασες πριν της ώρας σου.
ΛΗΡ Πώς τούτο;
ΓΕΛΩΤ. Πρώτα έπρεπε να βάλης γνώσιν, και ύστερα να
γηράσης.
ΛΗΡ Να μη μου φύγη, ω θεοί, ο νους! Να μη μου φύγη!
Ω! δότε μου υπομονήν! Να τρελλαθώ δεν θέλω!
(Εισέρχεται είς ΙΠΠΟΤΗΣ).
ΛΗΡ Τα άλογα;
ΙΠΠΟΤ. Είν' έτοιμα.
ΛΗΡ (προς τον γελωτοποιόν). Έλα, καλό παιδί μου.(18)
(Απέρχονται).
ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
Αυλή εντός του μεγάρου του κόμητος Γλόστερ
Εισέρχονται εκατέρωθεν ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ και ο ΚΟΥΡΑΝ.
ΕΔΜ. Καλώς τον Κουράν !
ΚΟΥΡ. Καλώς σας ηύρα, κύριέ μου. Έρχομαι από του πατρός σου. Τον ειδοποίησα, ότι ο δούκας της Κορνουάλλης και η δούκισσά του η Ρεγάνη, έρχονται εδώ απόψε.
ΕΔΜ. Πώς τούτο ;
ΚΟΥΡ. Δεν ηξεύρω κ' εγώ. Δεν ήκουσες τα νέα ; δηλαδή αυτά, τα όποια ψιθυρίζονται, διότι ακόμη κρυφομιλήματα είναι.
ΕΔΜ. Όχι. Τι τρέχει ; σε παρακαλώ.
ΚΟΥΡ. Δεν ήκουσες, ότι είναι λόγος να τα χαλάσουν οι δούκες της Αλβανίας και της Κορνουάλλης ;
ΕΔΜ. Δεν ήκουσα τίποτε.
ΚΟΥΡ. Δεν θ' αργήσης να τ' ακούσης. Έχε υγείαν !
(Απέρχεται.
ΕΔΜ. Απόψ' ο δούκας είν' εδώ! Καλλίτερα ! Ας έλθη !
Ωραία συμβιβάζεται με τους σκοπούς μου τούτο.
Τον Έδγαρ ο πατέρας μου γυρεύει να τον πιάση
κ' εμένα κάτι δύσκολον μου μένει να του παίξω.
Εμπρός, λοιπόν. Ας μην αργώ. Βοήθησέ με, Τύχη! —
Δυο λόγια έχω να σου 'πω. Καταίβα, αδελφέ μου.
Εισέρχεται ο ΕΔΓΑΡ.
Ω Έδγαρ, ο πατέρας μου σε κυνηγά. Να φύγης| Πού κρύπτεσαι το έμαθε. Θα σ' εύρη. Ωφελήσου από το σκότος της νυκτός και φύγε! — Μήπως είπες ποτέ σου τίποτε κακόν κατά του Κορνουάλη; Εδώ απόψ' εξαφνικά προσμένεται ο δούκας, μαζί του και η δούκισσα. Θυμήσου, μήπως είπες κανένα λόγον κατ' αυτού; Εφάνηκες να παίρνης το μέρος του συγγάμβρου του;
ΕΔΓΑΡ Ποτέ μου. Ούτε λέξιν!
ΕΔΜ. Ακούω τον πατέρα μου. Θα σ' εύρη! Αδελφέ μου, θα καμωθώ επίτηδες πως τάχα ξεσπαθώνω. Έξω αμέσως το σπαθί και συ, και προσποιήσου ότι υπερασπίζεσαι, και φύγε.
(Μεγάλη τη φωνή).
Παραδόσου!
Εις τον πατέρα μου εμπρός να έλθης! Φώτα! Φώτα!
(Φύγε, ω Έδγαρ!) Φως εδώ! — (Ώρα καλή σου. Φύγε!)
(Εξέρχεται Ο ΕΔΓΑΡ).
Καλόν θα είναι να χυθή ολίγον αίμα, ώστε ο πόλεμός μας να φανή φρικτότερος ακόμη.
(Πληγώνεται).
Αι! Είδα και χειρότερα να κάμνουν μεθυσμένοι διά παιγνίδι.
Κράζει.
Πιάστε τον! Βοήθεια! Πατέρα!
Εισέρχεται ο ΓΛΟΣΤΕΡ και υπηρέται δαδούχοι.
ΓΛΟΣΤ. Εδμόνδε ήλθα, έφθασα! Πού είναι ο κακούργος;
ΕΔΜ. Ήτον εδώ 'ς τα σκοτεινά, με το σπαθί 'ς το χέρι κ' ετραύλιζε το στόμα του δαιμονισμένα μάγια, και ήθελε μ' εξορκισμούς να κάμη την Σελήνην να τον συνδράμη.
ΓΛΟΣΤ. Αλλ' αυτός τι έγινε; Πού είναι;
ΕΔΜ. Ιδέ με, πώς μ' επλήγωσε.
ΓΛΟΣΤ. Πού είναι ο αχρείος;
ΕΔΜ. Εξέφυγε από εκεί. Ενώ επροσπαθούσε…
ΓΛΟΣΤ. (Προς τους υπηρέτας).
Συλλάβετέ τον! Τρέξετε! — Και τι επροσπαθούσε;
ΕΔΜ. Εις την δολοφονίαν σου κ' εγώ να συμφωνήσω. Του έλεγα, ότ' οι θεοί ρίχνουν φωτιάν και καίουν τους πατροκτόνους· έλεγα πόσοι δεσμοί ενώνουν με τον πατέρα το παιδί. Κ' εκείνος, όταν είδε ότι εγώ θ' αντισταθώ εις τους φρικτούς σκοπούς του, ορμά και χύνεται γοργός με το γυμνόν σπαθί του, και πριν εγώ προφυλαχθώ μ' επλήγωσε 'ς το χέρι. Αλλ' όταν ήναψε κ' εμέ το αίμα μου, και είδε ότι θα μ' εύρη τολμηρόν 'ς το δίκαιόν μου, — είτε διότι τον εξίππασα με τα ξεφωνητά μου, — εστράφη κ' έφυγ' απ' εδώ.
ΓΛΟΣΤ. Να κρημνισθή! Να φύγη! Εδώ αν μείνη, κ' ευρεθή κρυμμένος, να τον πιάσουν, κι' άμα τον πιάσουν, θάνατος! Ο ευγενής ο δούκας, ο κύριός μου κι' αρχηγός, έρχετ' εδώ απόψε, και επ' ονόματι αυτού θα προκηρύξω, ότι όποιος τον φέρη ζωντανόν τον μιαρόν κακούργον 'ς τα χέρια του δημίου του, ανταμοιβήν θα λάβη· κ' όποιος τον κρύψη θάνατος!
ΕΔΜ. Αφού του κάκου είδα
ότι με λόγια προσπαθώ την γνώμην του ν' αλλάξω,
τον εφοβέρισα κ' εγώ ότι θα τον προδώσω.
Κ' εκείνος απεκρίθηκε: «Ξεκληρισμένε νόθε,
»εάν αντίκρυ σου σταθώ και σε κηρύξω ψεύτην,
»ποια είναι η αξία σου και ποια η αρετή σου,
»ώστε τα λόγια που θα 'πής κανείς να τα πιστεύση;
»Όχι· τα πάντα θ' αρνηθώ, και αν το γράψιμόν μου
»το φέρης ως απόδειξιν θα τ' αρνηθώ τα πάντα,
»ή θ' αποδώσω κάθε τι 'ς την παρακίνησίν σου,
«εις την δολοπλοκίαν σου κ' εις τα τεχνάσματά σου.
»Πρέπει κουτόν παρά πολύ τον κόσμον να τον έχης,
»από τον νουν αν σου περνά πως θα τον καταπείσης
»ότι δεν είχες αφορμήν τον λάκκον μου να σκάψης
»και ότι του θανάτου μου δεν σ' έσπρωξε το κέρδος».
ΓΛΟΣΤ. Αισχρός και αδιόρθωτος κακούργος! Και το γράμμα
θα τ' αρνηθή ; Όχι! Αυτός δεν είναι γέννημά μου.
(Σάλπιγγες έσωθεν).
Ιδού! Ο δούκας έρχεται. Τι θέλει δεν γνωρίζω. — Θα κλείσω τους λιμένας μας, μη τύχη και ξεφύγη ο μιαρός. Την άδειαν ο δούκας θα την δώση. Θα στείλω δε κοντά, μακράν, και την περιγραφήν του, ώστε παντού, όπου φανή, να τον αναγνωρίζουν. Ως προς εσένα, έννοια σου, κ' εγώ θα εύρω τρόπον να γίνης κληρονόμος μου εσύ, καλό παιδί μου.
Εισέρχονται ο ΔΟΥΞ ΚΟΡΝΟΥΑΛΗΣ, η ΡΕΓΑΝΗ
και η συνοδεία αυτών.
ΚΟΡΝ. Πώς είσαι, φίλε μου καλέ; Ακόμη μόλις ήλθα,
και πράγματα παράδοξα κι' ανήκουστα μανθάνω.
ΡΕΓ. Αν είν' αλήθεια ένοχος, ολίγον του θα είναι
όσον και αν τιμωρηθή, — Αυθέντα μου, πώς είσαι;
ΓΛΟΣΤ. Κυρία μου, ερράγισε — ερράγισ' η καρδιά μου!
ΡΕΓ. Πώς; Ο υιός σου 'θέλησε να πάρη την ζωήν σου,
ο Έδγαρ, ο βαπτιστικός του βασιλέως; (19)
ΓΛΟΣΤ. Είθε,
είθε να ήτο δυνατόν το αίσχος μου να κρύψω ;
ΡΕΓ. Δεν ήτο σύντροφος μ' αυτούς τους αναιδείς ιππότας,
που έχει ο πατέρας μου μαζί του;
ΓΛΟΣΤ. Δεν γνωρίζω.
Ω! φρίκη!
ΕΔΜ. Μάλιστα· 'ς αυτήν την συντροφιάν ανήκει.
ΡΕΓ. Τότε λοιπόν δεν απορώ με την διαγωγήν του. Εκείνοι θα τον έβαλαν τον γέρον να φονεύση, με την ιδέαν να χαρούν τα εισοδήματά του. Έλαβ' απόψε δι' αυτούς της αδελφής μου γράμμα και με προειδοποίησε τα μέτρα μου να λάβω. Ανίσως έλθουν εις εμέ να τους φιλοξενήσω, εγώ θα λείπω.
ΚΟΡΝ. Ούτ' εγώ, Ρεγάνη, δεν θα μείνω. Εδμόνδε, 'ς τον πατέρα σου εφέρθηκες μου είπαν, ωσάν φιλόστοργος υιός.
ΕΔΜ. Το χρέος μου, αυθέντα.
ΓΛΟΣΤ. Αυτός μου εξεσκέπασε τους πονηρούς σκοπούς του, κ' ενώ του αντιστέκετο, 'πληγώθηκε όπως βλέπεις.
ΚΟΡΝ. Τον κυνηγούν τον Έδγαρ;
ΓΛΟΣΤ. Ναι.
ΚΟΡΝ. Αν τον συλλάβουν, τότε δεν έχει φόβον 'ς το εξής άλλο κακόν να κάμη! Να τον παιδεύσης ημπορείς ό,τι παιδείαν θέλεις. — Ως προς εσέν' απέδειξες την σήμερον, Εδμόνδε, και αρετήν κ' υποταγήν. Σε θέλω ιδικόν μου. Από πιστούς καθώς εσέ ανθρώπους έχω χρείαν.
ΕΔΜ. Θα είμαι δούλος σου πιστός, κι' αν 'ς άλλο δεν αξίζω.
ΓΛΟΣΤ. Διά την καλωσύνην σου ευχαριστώ, αυθέντα.
ΚΟΡΝ. Το τι μας έφερεν εδώ ακόμη δεν το ξεύρεις…
ΡΕΓ. Τόσον αργά και πάρωρα, εις της νυκτός το σκότος συμβαίνουν, Γλόστερ, πράγματα σπουδαία, κ' είναι χρεία να έχωμεν την γνώμην σου. Η αδελφή μου γράφει, μου γράφει κι' ο πατέρας μου. Εμάλλωσαν οι δύο. Ενόμισα καλλίτερον να μη τους απαντήσω από το σπίτι μου. Εδώ οι άνθρωποι προσμένουν να πάρουν την απάντησιν και εις τα δύο μέρη. Αρχαίε φίλε και πιστέ, παρηγορήσου πλέον και δος μας την πολύτιμον την συμβουλήν σου τώρα, διότι μας χρειάζεται.
ΓΛΟΣΤ. 'Σ τους ορισμούς σας είμαι.
Εδώ καλώς ωρίσατε, αυθένται σεβαστοί μου.
(Εξέρχονται).
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ
Έμπροσθεν του μεγάρου του Γλόστερ.
Εισέρχονται ο ΚΕΝΤ και ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ
ΟΣΒ. Καλό ξημέρωμα, φίλε. Είσαι του σπιτιού άνθρωπος;
ΚΕΝΤ Ναι.
ΟΣΒ. Πού να βάλωμεν τ' άλογά μας;
ΚΕΝΤ Εις την λάσπην.
ΟΣΒ. Παρακαλώ, ειπέ μου, αν μ' αγαπάς.
ΚΕΝΤ Δεν σε αγαπώ! (20)
ΟΣΒ. Τι τρόπος είναι αυτός; Δεν σε γνωρίζω, άνθρωπε!
ΚΕΝΤ Σε γνωρίζω εγώ.
ΟΣΒ. Ποίος είμαι λοιπόν;
ΚΕΝΤ Είσαι ένας παληάνθρωπος, ένας κατεργάρης, ένας χαμερπής ξυλοϋπερήφανος, ένας σιχαμένος ζητιάνος, είσαι ένας στρεψόδικος, ένας ξετσιπωμένος αγυιογδύτης· ένας που κάμνεις και τον μαυλιστήν να πουλήσης δούλευσιν, — ένας κατεργάρης και ζητιάνος και άνανδρος και μαυλιστής όλα μαζί και ανακατωμένα· ένας σκρόφας υιός και κληρονόμος· ένας που θα σου δώσω ξύλον να ξεφωνίζης από τον πόνον, αν τολμήσης να μου ειπής, ότι δεν σου ταιριάζει και μία συλλαβή από όσα σου αράδιασα!
ΟΣΒ. Τι βρωμάνθρωπος είσαι συ, να υβρίζης ένα, που ούτε σε γνωρίζει ούτε τον γνωρίζεις;
ΚΕΝΤ Και δεν εντρέπεσαι να το λέγης, ότι δεν με γνωρίζεις; Δεν σ' εκουτρουβάλισα εγώ και δεν σ' εξυλοφόρτωσα προ δύο ημερών, κ' εμπρός εις τον βασιλέα; Τράβα το σπαθί σου, αχρείε! Ας είναι νύκτα. Λάμπει το φεγγάρι. Έλα να του ταις φέξω εγώ, σκρόφας υιέ, ξεσπάθωσε!
(Σύρει το ξίφος)
ΟΣΒ. Έχε με παραιτημένον. Δεν έχω να πάρω ή να δώσω μαζί σου, εγώ.
ΚΕΝΤ Ξεσπάθωσε, κατεργάρη! Ήλθες εδώ να φέρης γράμματα εναντίον του βασιλέως· παίρνεις το μέρος της φουσκωμένης της κούκλας εναντίον του βασιλέως του πατρός της! Ξεσπάθωσε, σκύλε, ει δε μη, θα σου κοπανίσω τα μηριά! Έξω το σπαθί σου! Κουνήσου!
ΟΣΒ. Βοήθεια! Μ' εσκότωσε! Βοήθεια!
ΚΕΝΤ (ραβδίζων αυτόν). Ξεσπάθωσε, αχρείε! Υπερασπίσου, παληάνθρωπε. Έξω το σπαθί σου, βρωμόδουλε!
ΟΣΒ. Βοήθεια! Μ' εσκότωσε! Βοήθεια!
(Εισέρχονται ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ, ο ΚΟΡΝΟΥΑΛΗΣ, η ΡΕΓΑΝΗ ο ΓΛΟΣΤΕΡ και υπηρέται).
ΕΔΜ. Τι είν' αυτό; Τι έχετε; Τι τρέχει; — Χωρισθήτε!
ΚΕΝΤ Με την αράδα σου και συ. Αν θέλης να κοπιάσης, σου διορθώνω το πετσί. Έλ' αρχοντόπουλό μου
ΓΛΟΣΤ. Γυμνά σπαθιά! Τι έτρεξε;
ΚΟΡΝ. Σταθήτε! Το προστάζω!
Σταθήτε! Τον εσκότωσα, όποιον σηκώση χέρι!
ΡΕΓ. Οι άνθρωποι της αδελφής και του πατρός μου είναι.
ΚΟΡΝ. Τι πολεμάτε; Λέγε συ.
ΟΣΒ. Επιάσθηκ' η φωνή μου, αυθέντα μου.
ΚΕΝΤ Βέβαια! Εκουράσθηκε από την μεγάλη του παλληκαριά! Άκαρδον κτήνος! Η φύσις σε αποκηρύττει. Ράπτης ήτον οπού σ' έκαμε.
ΚΟΡΝ. Τι αλλόκοτος άνθρωπος είσαι συ! Διατί τον έκαμε ράπτης;
ΚΕΝΤ Ράπτης τον έκαμε. Αν τον έκαμνε ζωγράφος ή πετροπελεκητής, και εις δύο ώραις μέσα να τον έκαμναν, δεν θα ήτο τόσον κακοκαμωμένος.
ΚΟΡΝ. Λέγε μου, διατί εμαλλώσατε;
ΟΣΒ. Αυτός ο παληόγερος, αυθέντα μου, που να μου χρωστά την ζωήν του εις τ' άσπρα γένεια του…
ΚΕΝΤ Ω σκρόφας υιέ, ω παληο-ωμέγα, άχρηστον φηφίον, εσύ! — Αυθέντα μου, αν είναι με την άδειάν σου, να τον κοπανίσω αυτόν τον απελέκητον κατεργάρην, να τον κάμω λάσπην, ν' αλείψω τους τοίχους των αναγκαίων! Τα γένειά μου ελυπήθηκες εσύ, σουσουράδα;
ΚΟΡΝ. Σιώπα, κτήνος! Λησμονείς το σέβας που μου πρέπει;
ΚΕΝΤ Δεν λησμονώ. Πλην κ' η οργή προνόμιον δεν έχει;
ΚΟΡΝ. Και διατί να οργισθής;
ΚΕΝΤ Διότι ένας δούλος,
ωσάν αυτόν, φορεί σπαθί, ενώ τιμήν δεν έχει.
Οι κατεργάρηδες αυτοί, με ψευτοχαμογέλια
τα ιερώτερα δεσμά 'σάν ποντικοί τα τρώγουν,
όσον κι' αν 'δέθηκαν σφικτά και λύσιμον δεν έχουν.
Τα πάθη των κυρίων των αυτοί τ' αναγριώνουν
και ρίχνουν λάδι'ς την φωτιάν και εις τον πάγον χιόνι,
και λέγουν όχι, λέγουν ναι, και 'σάν τας αλκυόνας (21)
την μύτην στρέφουν και γυρνούν με κάθε τρικυμίαν,
με κάθε αλλαξοκαιριάν εκείνου 'πού δουλεύουν,
και μόνον 'ξεύρουν, σαν σκυλιά, κατόπιν του να τρέχουν.
Προς τον Οσβάλδον
Ανάθεμα τα μούτρα σου τα σεληνιασμένα!
Τι με ακουείς και γελάς; 'Ξεύρω εγώ τι λέγω.
Τι χάσκεις, χήνα; 'Σύχασε, μη τύχη και σε στείλω
να χαχλανίζης άσχημα εκεί απ' οπού ήλθες!
ΚΟΡΝ. Είσαι τρελλός, παληόγερε.
ΓΛΟΣΤ. Τι τρέχει μεταξύ σας;
Ειπέ μου, τι μαλλώνετε;
ΚΕΝΤ Τα άκρα εναντία
'ταιριάζουν περισσότερο, παρά εγώ και τούτος
ο κατεργάρης.
ΚΟΡΝ. Διατί τον λέγεις κατεργάρην;
Τι σ' έπταισε;
ΚΕΝΤ Τα μούτρα του διόλου δεν μ' αρέσουν.
ΚΟΡΝ. Και τα 'δικά μου πιθανόν επίσης δεν σ' αρέσουν, ή τα 'δικά του ή αυτής.
(Δεικνύει τον ΕΔΜΟΝΔΟΝ και την ΡΕΓΑΝΗΝ).
ΚΕΝΤ Αυθέντα, συνηθίζω να ομιλώ ειλικρινώς. Εις τον καιρόν μου είδα και πρόσωπα καλλίτερα από αυτά που έχουν κάτι κορμιά εδώ κοντά.
ΚΟΡΝ. Αυτόν εδώ βεβαίως
κανείς θα τον επαίνεσε πως στρογγυλά τα λέγει,
και διά τούτο προσπαθεί τον τολμηρόν να κάμη,
κι' απ' την πολλήν προσπάθειαν το παρακάμνει πλέον.
Ειλικρινής είναι αυτός, ορθά κοπτά τα λέγει,
να κολακεύση δεν 'μπορεί, και λέγει την αλήθειαν!
Αν έχη πέρασιν, καλά· ει δε… αυτός είν’ ίσιος!
Τους 'ξέρω τους παμπόνηρους! Μ' αυτήν των την ισιάδα
σκεπάζουν αχρειότητα και κρύπτουν πονηρίαν,
που δεν την έχουν είκοσι δουλοπρεπείς κηφήνες
συνηθισμένοι ταπεινώς να κάμνουν υποκλίσεις.
ΚΕΝΤ Ειλικρινώς και ταπεινώς, αυθέντα σεβαστέ μου, αν είναι με την άδειαν του υψηλού σου κράτους, οπού η δόξα σου, καθώς το φως που στεφανώνει με φλογερόν διάδημα το μέτωπον του Φοίβου…
ΚΟΡΝ. Τι είν' αυτά !
ΚΕΝΤ Αφού η γλώσσα μου δεν σου αρέσει, την αλλάζω. Εγώ βέβαια κόλακας δεν είμαι. Αν κανείς άλλος σου ωμίλησε ορθοκαταίβατα και σ' εγέλασε, ήτο κατεργάρης ορθοκαταίβατος. Εγώ ούτε είμαι ούτε θα γίνω τέτοιος, και αν ήτο να σε ξεθυμώσω με αυτό.
ΚΟΡΝ. (προς τον Οσβάλδον).
Τι αφορμήν του έδωκες;
ΟΣΒ. Ποτέ, ποτέ, καμμίαν. Δεν μ' εκαλοκατάλαβε προχθές ο κύριός του, ο βασιλεύς, κ' εσήκωσε το χέρι να με δείρη· κι αμέσως τούτος, πρόθυμος να δείξη κολακείαν, ήλθ' απ' οπίσω μου κρυφά και μ' έκαμε να πέσω, κι άμα με είδε καταγής, με ταις φωναίς αρχίζει να κάμνη τον παλληκαρά. Το ανδραγάθημά του, (που ήτο να καταπιασθή ένα ξαρματωμένον), Βασιλικά εγκώμια τον έκαμε ν' ακούση. Και από το κατόρθωμα εκείνο φουσκωμένος, και τώρα εξεσπάθωσε κ' επάνω μου εχύθη.
ΚΕΝΤ Δειλόν δεν έχει κι' άνανδρον, οπού να μη σου κάμη
σκουπίδι και τον Αίαντα!
ΚΟΡΝ. Ο φάλαγγας πού είναι; (22)
Παληόγερ' αδιάντροπε κι' αυθάδη, θα σου μάθω…
ΚΕΝΤ Να μάθω τώρα είν' αργά 'ς αυτήν την ηλικίαν. Τον φάλαγγά σου άφες τον. Του βασιλέως είμαι ακόλουθος, και μ' έστειλεν εκείνος εις εσένα. Ολίγον σέβας — και πολλή θα είν' αψηφησία 'ς το ιερόν του πρόσωπον κ' εις το αξίωμά του, αν τον απεσταλμένον του 'ς τον φάλαγγα τον βάλης
ΚΟΡΝ. Φέρετ' εδώ τον φάλαγγα αμέσως! Να μην έχω ούτε ζωήν ούτε τιμήν, αν ως το μεσημέρι δετός δεν μείνη.
ΡΕΓ. Διατί έως το μεσημέρι;
Έως το βράδυ άφες τον, κι' ολόκληρην την νύκτα.
ΚΕΝΤ Κ' εις του πατρός σου βέβαια, κυρία μου, τον σκύλον
αυτό δεν θα το έκαμνες!
ΡΕΓ. Σ ’ τον δούλον του το κάμνω.
(Φέρουσι τον φάλαγγα υπηρέται).
ΓΛΟΣΤ. Αυθέντα μου, παρακαλώ αυτό να μη το κάμης. Είναι το πταίσμα του βαρύ, αλλά ο κύριός του, ο αγαθός ο βασιλεύς, θα του το τιμωρήση. Είναι το πράγμα που ζητείς ποινή εντροπιασμένη, και τιμωρούνται με αυτήν αισχροί και τιποτένιοι, μόνον οι κλέπται και λησταί ή ποταποί κακούργοι. Θα του φανή πολύ βαρύ του βασιλέως τούτο· | θα το νομίση προσβολήν, εάν ο άνθρωπός του τόσον σκληρά τιμωρηθή.
ΚΟΡΝ. Επάνω μου το παίρνω.
ΡΕΓ. 'Σ την αδελφήν μου θα φανή βαρύτερον ακόμη, τον άνθρωπόν της να κτυπούν εδώ και να υβρίζουν, μόνον και μόνον επειδή κάμνει το θέλημά της. 'Σ τον φάλαγγα τα πόδια του!
Τίθεται ο ΚΕΝΤ εις τον φάλαγγα
Πηγαίνωμεν, αυθέντα.
Απέρχονται η ΡΕΓΑΝΗ, ο ΔΟΥΞ της ΚΟΡΝΟΥΑΛΛΗΣ και υπηρέται.
ΓΛΟΣΤ. Λυπούμαι, φίλε. Αλλ' αυτό είναι η προσταγή του,
κι' όταν ο δούκας θέλη τι, ο κόσμος όλος 'ξεύρει,
ότι κανείς δεν ημπορεί να του αλλάξη γνώμην.
Αλλά εγώ προς χάριν σου θα τον παρακαλέσω.
ΚΕΝΤ Αυθέντα, μη, παρακαλώ. Είμαι 'ξαγρυπνισμένος
και τόσον δρόμον έκαμα, ώστ' ύπνος θα μου έλθη,
και να σφυρίζω ημπορώ, ενόσω δεν κοιμούμαι·
Έχε υγείαν.
ΓΛΟΣΤ. Άτοπα εφέρθηκeν ο δούκας.
(Αναχωρεί).
ΚΕΝΤ Ιδού, τελείται το ρητόν, ω Ληρ, και μεταβαίνεις από την λάμψιν τ' ουρανού 'ς την καύσιν του Ηλίου. (23) Έλα, φανάρι συ της γης, πλησίασε και δος μου μιαν σου ακτίνα φιλικήν το γράμμα να διαβάσω. Τα θαύματα δεν γίνονται παρά 'ς την δυστυχίαν. (24) Της Κορδηλίας είν' αυτό το γράμμα. Το γνωρίζω. Καθώς με ανεκάλυψε 'ς την σκοτεινήν ζωήν μου, θα κατορθώση κ' εις αυτά τα τωρινά δεινά μας να φέρη την διόρθωσιν. — Ω κατακουρασμένα κι' αγρυπνισμένα 'μάτια μου, 'μάτια βαρειά, κλεισθήτε να μη τον βλέπετε αυτόν της εντροπής τον θρόνον. Αι, Τύχη, καλή νύκτα σου. Μίαν φοράν ακόμη, ω Τύχη, χαμογέλασε, και κύλα τον τροχόν σου.
Αποκοιμάται
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
Εξοχή.
ΕΔΓΑΡ (εισερχόμένος.)
Την κεφαλήν μου ήκουσα να μου την προκηρύξουν
και μόλις ηύρα να κρυφθώ 'ς το κούφωμα ενός δένδρου.
Όπου λιμένας και κλειστός· εις κάθε μονοπάτι
φυλάγουν άγρυπνοι φρουροί και με παραμονεύουν.
Αν τους ξεφύγω, θα σωθώ! Είν' η απόφασίς μου
σχήμα να λάβω ταπεινόν και ξεπεσμένον τόσον
όσον 'μπορεί τον άνθρωπον τον εξευτελισμένον
να τον κρημνίση η συμφορά, και να τον κάμη κτήνος.
Χράμι 'ς την μέσην θα ζωσθώ, θα λερωθώ με λάσπην,
με το κορμί ολόγυμνο και τα μαλλιά 'μπλεγμένα
την τρικυμίαν θ' αψηφώ και την ανεμοζάλην.
Καθώς εκείνους τους τρελλούς θα γίνω τους ζητιάνους,
που με κραυγαίς και βογκητά, εις τ' αχαμνά των χέρια
εμπήγουν ξύλα και καρφιά, κλωνιά δενδρολιβάνου,
και 'ς ταις καλύβαις, 'ς τα χωριά, 'ς ταις μάνδραις
[και ’ς τους μύλους.
γυμνοί γυρίζουν και ζητούν την ελεημοσύνην,
πότε με φοβερίσματα, πότε με παρακάλια. (25)
Κάτι να είμαι ως τρελλός· ως Έδγαρ τι αξίζω;
ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Έμπροσθεν του μεγάρου του Γλόστερ.
Ο ΚΕΝΤ εις τον φάλαγγα.
Εισέρχονται ο ΛΗΡ, ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ και είς ΙΠΠΟΤΗΣ.
ΛΗΡ Παράδοξον! Πώς έφυγαν, χωρίς να στείλουν 'πίσω
τον άνθρωπόν μου!
ΙΠΠΟΤ. Και σκοπόν προτήτερα δεν είχαν
να φύγουν, καθώς έμαθα.
ΚΕΝΤ Σε χαιρετώ, αυθέντα.
ΛΗΡ Α! Διεσκέδαζες εδώ μ' αυτήν την καταισχύνην;
ΚΕΝΤ Όχι, αυθέντα μου, εγώ.
ΓΕΛΩΤ. Α, α! Κακά βρακοπόδια φορεί! Τα άλογα τα δένουν από το κεφάλι, τα σκυλιά και ταις αρκούδαις από τον λαιμό, τους πιθήκους από την μέσην, και τους ανθρώπους από τα πόδια. Όταν ένας άνθρωπος έχη ανήσυχα πόδια, του φορούν ξύλινα βρακιά.
ΛΗΡ Ποιος είν' αυτός 'πού 'ξέχασε ότ' είσαι ιδικός μου
και σ' έβαλε 'ς τον φάλαγγα;
ΚΕΝΤ Ήτον αυτός κ' εκείνη,
και ο γαμβρός κ' η κόρη σου.
ΛΗΡ Όχι!
ΚΕΝΤ Ναι!
ΛΗΡ Όχι, λέγω!
ΚΕΝΤ Ναι, λέγω.
ΛΗΡ Δεν θα τώκαμναν!
ΚΕΝΤ Το έκαμαν, σου λέγω.
ΛΗΡ Ω! Μα τον Δία!
ΚΕΝΤ Ναι, ναι, λέγω, μα την Ήραν!
ΛΗΡ Δεν γίνεται! Δεν ημπορούν! Δεν ήθελαν τολμήσει!
Χειρότερη ασέβεια θα ήτο κ’ από φόνον!
Εξήγησέ μου σύντομα τι έκαμες ν’ αξίζης,
εσύ, απεσταλμένος μου, αυτήν την ατιμίαν!
ΚΕΝΤ Τους ηύρα εις το σπίτι των, κ’ εκεί τα γράμματά σου τα έδωκα 'ς τα χέρια των, γονατιστός εμπρός των, Ακόμη εγονάτιζα το σέβας μου να δείξω, κ' εμβαίνει έξαφνα εκεί τρεχάτος ταχυδρόμος λαχανιασμένος, βιαστικός, ιδροπερεχυμένος. και από την κυρίαν του, την Γονερίλην, φέρνει χαιρετισμούς και γράμματα. Με άφησαν εμένα κ' εδιάβασαν το γράμμα της. Και μόλις το διαβάζουν, μαζεύουν τους ανθρώπους των, και 'ς τάλογα, και [φεύγουν. Κ' εμένα με διέταξαν να τους ακολουθήσω, κι' απόκρισιν 'ς το γράμμα σου εδώ να περιμένω. Αλλά μ' εστραβοκύτταζαν. — Και με τον ταχυδρόμον συναπαντήθηκα εδώ της κόρης σου εκείνον, που με την παρουσίαν του μ' επότισε φαρμάκι. Ήτον ο ίδιος, που προχθές ετόλμησεν εμπρός σου ν' αυθαδιάση. Έδειξα ανδρείαν κι' όχι γνώσιν, κ' έσυρα έξω το σπαθί. Εσήκωσε τον κόσμον με άνανδρα ξεφωνητά εκείνος. Ο γαμβρός σου, κ’ η κόρη του το πταίσμα μου τόσον βαρύ το ηύραν, ώστε μ’ αυτήν να παιδευθώ την καταισχύνην.
ΓΕΛΩΤ. Δεν επέρασε ακόμη ο χειμώνας, αν πετούν απ' εκεί αγριόχηνες.
Αν οι πατέρες κουρελιασμένοι, τότε θα έχουν παιδιά τυφλά. Κι αν η σακκούλα των γεμισμένη, και τα παιδιά των είναι καλά. Η βρωμο-Τύχη, σκρόφας κόρη, κλειδώνει έξω τους πτωχούς.
Και με όλα αυτά, αι θυγατέρες σου θα σε κάμουν να πληρώσης περισσότερα από όσα ημπορείς να λογαριάσεις (26)
ΛΗΡ Ω φουσκωμένη μου καρδιά, μη ραγισθής ακόμη! (27)
Πού είν' αυτή… η κόρη μου; Πού είναι;
ΚΕΝΤ Είναι μέσα.
ΛΗΡ Μην έλθετε κατόπιν μου. Εδώ προσμένετέ με.
ΙΠΠΟΤ. Το πταίσιμόν σου είν' αυτό, και όχι τίποτ' άλλο;
ΚΕΝΤ Μόνον αυτό. Πώς γίνεται ο βασιλεύς να έχη
τόσον ολίγους οπαδούς;