WeRead Powered by ReaderPub
Διηγήματα cover

Διηγήματα

Chapter 13: ΑΓΙΟΣ ΣΩΣΤΗΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A series of short narratives ranging from contemplative natural sketches—such as a meditation on ephemeral aquatic insects—to intimate monologues and ironic vignettes about human feeling and folly. Each tale presents a compact incident or reflection that blends observational detail with personal rumination, moving between wry satire and melancholic introspection. Recurring concerns include the brevity of life, misplaced vanity, desire and loss, and social manners, with the author juxtaposing scientific observation and everyday anecdote to illuminate human vulnerability and paradox.

ΤΑ ΕΥΤΥΧΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΡΡΩΣΤΕΙΑΣ

Πιθανόν είνε, αναγνώστα, η μόνη επιγραφή του παρόντος άρθρου να σε κάμη να υψώσης τους ώμους και ν' ανακράξης εκ των προτέρων «Παραδοξολογία!». Ουχί όμως αν έτυχε να αρρωστήσης βαρέως και ενθυμήσαι ακόμη όσα τότε ησθάνθης.

Το πρώτον και μέγιστον ίσως πλεονέκτημα της ασθενείας είνε ότι μόνον κατά τας ημέρας εκείνας της καταναγκαστικής απραξίας αισθάνεσαι εντελώς απαλλαγμένος πάσης υποχρεώσεως και πάσης ευθύνης προς τον εαυτόν σου, την γυναίκα σου, τα τέκνα σου, την κοινωνίαν και τους δανειστάς σου. Τότε μόνον δύνασαι εν αναπαύσει συνειδήσεως να είπης· «Δεν πταίω εγώ ό,τι δήποτε και αν συμβή».

Εφ' όσον είσαι υγιής, η λεγομένη ανθρωπίνη οικογένεια δεν σοι οφείλει απολύτως τίποτε, ούτε εργασίαν, ούτε περίθαλψιν, ούτε πίστωσιν, ούτε όργανα εργασίας, ούτε προστασίαν, ουδέ καν τεμάχιον άρτου. Έχεις βραχίονας και εις σε απόκειται να πορισθής πάντα ταύτα. Αν δε η τύχη σε καταδιώξη και δεν δυνηθής με όλην την καλήν διάθεσιν να εύρης ούτε πελάτας αν ήσαι δικηγόρος, ούτε θαμώνας αν έχης καφφενείον, ούτε αυθέντην αν ήσαι υπηρέτης, αν πρωίαν τινά σε μετέβαλεν ο κ. υπουργός από τελωνοφύλακος εις παυσανίαν, και ματαίως εζήτησες δικόγραφα ν' αντιγράψης ή πρόβατα να βοσκήσης, ω τότε είσαι βεβαίως άξιος να ονομασθής «οκνηρός, ακαμάτης, χασομέρης, μπόσικος, ντεμπέλης». Μυριάκις ολιγώτερον ταπεινωτική διά την φιλοτιμίαν σου είνε η ιδιότης του αρρώστου.

Και όχι μόνον από βιοποριστικάς φροντίδας είσαι απηλλαγμένος, αλλά και από οχληροτάτας κοινωνικάς υποχρεώσεις, τας επισκέψεις, τα επισκεπτήρια, τας εθνικάς και βασιλικάς εορτάς, το χειροφίλημα, τα ονόματα, και την μετάβασιν εις τας κηδείας.

***

Αντί να φροντίζης κατά καθήκον περί των οικείων σου, τους βλέπεις όλους φροντίζοντας περί σου. Όλους περί την κλίνην σου, ανησύχους, προσεκτικούς, προθύμους, αφωσιωμένους, περιποιητικούς, προσπαθούντας να ευχαριστήσωσι πάσαν σου επιθυμίαν ή και ιδιοτροπίαν.

Οι φίλοι και οι γνώριμοί σου, οι συνήθως φροντίζοντες περί σου όσον και περί του Χάνου της Ταρταρίας, νομίζουν ότι η καθιερωμένη συνήθεια και το κοινωνικόν καθήκον επιβάλλει εις αυτούς να ζητώσιν ειδήσεις σου και να υποκρίνωνται ολίγην ανησυχίαν.

Αν πάλιν συγγενείς και φίλοι σ' εγκαταλείψουν, ουδ' η τελεία εκείνη εγκατάλειψις στερείται μικρού τίνος θελγήτρου. Η ιδέα ότι παλαίεις μόνος κατά του πόνου και του θανάτου, έχει τι το δυνάμενον να ικανοποιήση την φιλοτιμίαν σου. Σου παρέχει ευκαιρίαν να παρομοιάσης τον εαυτόν σου προς τον μεγάλον ήρωα του Αισχύλου, τον Προμηθέα Δεσμώτην, όστις απέμεινε κ' εκείνος επί του ερήμου βράχου του μόνος μετά του σπαράσσοντος το ήπαρ του γυπός, αφού τον εγκατέλειψαν αι άσπλαγχνοι Ωκεανίδες.

Πλην τούτου η γενική εκείνη εγκατάλειψις θέλει συμπληρώση τας μελέτας και την πείραν σου περί της ανθρωπίνης καρδίας και θα σοι παρέχη έπειτα ανεξάντλητον ύλην γέλωτος διά την πρώην πίστιν σου εις το συγγενικόν και φιλικόν φίλτρον.

— Αλλά θα αισθάνωμαι τας δυνάμεις μου εκλιπούσας, τας αισθήσεις μου ναρκουμένας, την κεφαλήν μου βαρείαν και δεν θα δύναμαι πλέον να σκέπτωμαι.

— Και παραπονείσαι, αχάριστε, διά τούτο; Αφού επί τόσα έτη σ' εβασάνισαν αι σκέψεις, ευεργέτημα βεβαίως και ουχί δυστύχημα είνε η επί τινα καιρόν διακοπή της βασανιστικής λειτουργίας του κουρασμένου εγκεφάλου.

Αν πάλιν διετήρησες λείψανά τινα αυτής, δεν είνε αμέτοχοι και μελαγχολικής τίνος γλυκύτητος αι ιδέαι του γαληνιαίου τέλους του δικαίου, της απαλλαγής από των εγκοσμίων βασάνων, της αιωνίου ειρήνης, του παραδείσου των χριστιανών, της συνταυτίσεως μετά του Θεού των πανθεϊστών, του Νιρβάνα των φιλοσόφων, και, διά να είπωμεν την γυμνήν αλήθειαν, πολύ περισσότερον πάντων τούτων η μέχρι της εσχάτης πνοής παραμένουσα ελπίς σωτηρίας;

***

Αλλά το μέγιστον υπέρ της αρρώστειας επιχείρημα είνε ότι δεν δύναταί τις χωρίς ν' ασθενήση να εντρυφήση εις την υπερτάτην μακαριότητα της αναρρώσεως.

Μετά ένα μήνα απολύτου νηστείας σου επιτρέπει ο ιατρός να φάγης ένα ψημένον μήλον, ο δε πρώτος εκείνος επιτετραμμένος καρπός σου φαίνεται ασυγκρίτως γλυκύτερος του συλλεγέντος υπό της Εύας απηγορευμένου. Έπειτα μίαν σούπαν την ημέραν, δύο σούπες, τρεις σούπες την ημέραν. Τις δεν λείχει τα δάκτυλά του ενθυμούμενος την γεύσιν αμβροσίας της πρώτης πτέρυγος ορνιθίου και το γλυκύτερον νέκταρος πρώτον ποτήριον οίνου;

***

Βαθμηδόν αι δυνάμεις σου, αι σωματικαί και διανοητικαί, επανέρχονται και αισθάνεσαι ότι η νόσος σού απέδωκεν είδος τι παρθενίας, ότι το πρώην σώμα σου το μολυσμένον, το κακόχυμον, το εξηντλημένον και πεπαλαιωμένον, ανεκαινίσθη, ότι κυκλοφορεί εις τας φλέβας σου νέον αίμα και νέαι σάρκες ενδύουσι τα οστά σου, ότι σ' εχάρισε δευτέραν ύπαρξιν ο Πανάγαθος Θεός.

Αφού αποδοθής εις την οικογένειαν και τους φίλους σου, απομένεις επί ικανόν ακόμη καιρόν χλωμός, πράος, γλυκύς, άκακος ως παιδίον, ευπροσήγορος, ενδιαφέρων· όλους τους αγαπάς και όλοι σε αγαπούν, χάρις εις την ευλογημένην αρρώστειαν, ήτις σε απήλλαξε πάσης περισσείας χολής και σε κατέστησε σχεδόν ανεπίδεκτον οργής, δυστροπίας και ερεθισμού.

***

Τι δε να είπωμεν περί της πρώτης μετά μακράν ασθένειαν εξόδου; Μεταβλέπεις τον ήλιον, τα δένδρα, τα πεζοδρόμια, τας προθήκας των εμπορικών, τας αγγελίας των θεάτρων, την φρουράν μεταβαίνουσαν εις τα Ανάκτορα, τους ανθοπώλας, τους εφημεριδοπώλας, τα άλογα και τους σκύλους. Και όσα σ' έκαμναν πριν να χασμάσαι, σε θέλγουν, σ' ευφραίνουν και σε συγκινούν, διά τον μόνον λόγον ότι εκινδύνευσες να μη τα μεταΐδης πλέον. Αν δε τύχη να σε στείλη ο ιατρός εις το Φάληρον ή την Κηφισσιάν, πόσον πλέον πράσινα ή πριν σε φαίνονται τα δένδρα και η θάλασσα κυανωτέρα!

***

Αλλ' ημέραν τινά εις το μέσον της οδού, ενώ έχασκες ακροώμενος πλανόδιον οργανέτον, το οποίον είχες τόσον καιρόν ν' ακούσης, βλέπεις διερχόμενον προ των οφθαλμών σου άλλον ασθενή, όστις δεν είχε την καλήν τύχην να γλυτώση ως συ και μεταφέρεται ήδη εις το τελευταίον του κατάλυμα εντός του πρώτου ή του δευτέρου νεκροταφείου.

Η πένθιμος εκείνη παρέλασις, καίτοι ικανώς συνήθης εις τας οδούς των Αθηνών, σοι προξενεί πρώτην φοράν εντύπωσιν βαθείαν και συγκινεί της καρδίας σου τους μυχούς. Αλλά και πόσην αισθάνεσαι απόκρυφον χαράν συγκρίνων την τύχην σου προς την του δυστυχούς νεκρού!

«Αν ήμην εγώ, σκέπτεσαι, μέσα εις το αποτρόπαιον εκείνο φέρετρον, θα μετέβαινα ως ούτος εν μέσω του αδιαφορούντος τούτου πλήθους εις την μαύρην τρύπαν, από την οποίαν δεν εξέρχεταί τις πλέον. Οι διαβάται θ' αφήρουν αναλγήτως τον πίλον των και θα εξηκολούθουν τον δρόμον των ως πράττουσι τώρα. Ή εγώ ή άλλος δεν θα τους έμελε τους αχρείους εγωιστάς. Η αλήθεια είνε, ότι πρέπει να ευχαριστώ τον Θεόν, όστις ηυδόκησε να ευρίσκωμαι ορθός επάνω εις αυτό το πεζοδρόμιον αντί να είμαι εξαπλωμένος μέσα εις το άσχημον εκείνο κουτίον».

Επί τινας ακόμη εβδομάδας εξακολουθείς να παρατηρής τας κηδείας μετά πολλού ενδιαφέροντος, νομίζων ότι οφείλεις να υποκλίνεσαι μετά σεβασμού και συγκινήσεως προ των νεκρών εκείνων, μετά των οποίων ολίγον έλειψε να συναριθμηθής, ως θα επεθύμεις να υποκλίνωνται και οι άλλοι προ του ιδικού σου λειψάνου.

Η μαύρη στολή νεκροφόρου με τον σταυρόν εις την ράχιν σε προξενεί ανατριχίασιν, προ πάντων αν είσαι ακόμη ολίγον ωχρός και τύχη ο νεκροφόρος να σε κυττάξη ως να έλεγεν «Εσύ, φίλε μου, δεν θ' αργήσης να λάβης την ανάγκην μου».

Εφ' όσον όμως παρέρχεται ο καιρός αποβάλλεις βαθμηδόν την συνήθειαν να συγκινήσαι εκ της θέας των νεκρών, συλλογιζόμενος τον εαυτόν σου. Αι παρειαί σου είνε ήδη στρογγύλαι και ροδοκόκκινοι και έπαυσαν να σε κυττάζουν οι νεκροφόροι και συ να προσέχης εις αυτούς. Μετ' ολίγον δε αποκαλύπτεσαι και συ μηχανικώς και παρέρχεσαι αδιάφορος προ των δυστυχισμένων νεκρών, προς τους οποίους ουδέν πλέον αισθάνεσαι κοινόν.

Ο καιρός εξακολουθεί το έργον του. Καθ' εκάστην αποβάλλεις μέρος της ευαισθησίας σου και της ικανότητος προς συγκίνησιν και χαράν. Τα χασμήματα υπερισχύουν και πάλιν και ο καθημερινός βίος σε φαίνεται όπως πριν πεζός, πληκτικός, μονότονος και ανούσιος ως νερόβραστος κολοκύνθη. Ουδ' υπάρχει ελπίς να γευθής και πάλιν την ηδονήν να είσαι ζωντανός, εκτός αν ευτυχήσης να κρούσης και δευτέραν φοράν εις του Πλούτωνος την θύραν.

(«Εμπρός» 11 Ιανουαρίου 1898).

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΓΙΔΙΖ ΚΙΟΣΚ

Οι αγαπώντες τα γραφικά θεάματα και έχοντες γρόνθους και αγκώνας ικανώς ισχυρούς, ώστε να ευρίσκωσι τόπον και εκεί όπου δεν υπάρχει, ουδαμού, πιστεύομεν, δύνανται κάλλιον να ευχαριστηθώσι παρά επί του καταστρώματος των μικρών ατμοπλοίων, τα οποία κατά πάσαν θερινήν εσπέραν μεταφέρουν τους Κωνσταντινουπολίτας εις τον Πρίγκηπον, το Νιοχώρι και τα Θεραπιά. Όπως εις το ποίημα του Δάντε, αντηχούσι κ' εκεί όλαι αι γλώσσαι και λάμπουσιν υπό τας ακτίνας του δύοντος ηλίου όλα τα χρώματα, όχι μόνον του ενδύματος, αλλά και του δέρματος πάσης καυκασίας, κιτρίνης ή αιθιοπικής φυλής. Το ροδόλευκον της Αγγλίδος δεσποίνης παρά την ώχραν του ινδού αυτής υπηρέτου, το χαλκόχρουν του Πέρσου και ο έβενος της Αραπίνας. Περί δε του κυανού της θαλάσσης, της πορφύρας της Δύσεως, των λευκών μιναρέδων και των μαύρων κυπαρίσσων δεν δύναμαι να είπω τίποτε, διά τον λόγον ότι την θέαν αυτών μου απέκρυπταν αι ράχεις, τα ομπρελάκια, τα σαρίκια, οι ατζέμικοι σκούφοι και τα υψηλά καπέλα των συνεπιβατών μου. Κάτωθεν ενός των καπέλων τούτων διέκρινα σπανόν πρόσωπον, του οποίου δεν με ήτο βεβαίως άγνωστος η μεγάλη μύτη, ήτις το εχώριζεν εις δύο ίσα μέρη ως η σειρά των Απεννίνων την Ιταλίαν.

Ενώ επροσπάθουν να ενθυμηθώ πού και πότε έτυχε και άλλοτε να την θαυμάσω, ο κάτοχος αυτής, ο έχων, ως φαίνεται, καλλιτέραν της ιδικής μου μνήμην, με εχαιρέτισεν ονομαστί και βλέπων με ακόμη διστάζοντα επρόσθεσε μειδιών:

— Δεν με γνωρίζετε; Είμαι ο Βορμ, ο πρώτος κωμικός του θιάσου του Λαβέρν εις το θέατρον των Αθηνών. Εγώ έπαιζα τον Φριτζ εις την «Μεγάλην Δούκισαν» και έπειτα τον «Κυανοπώγωνα». Με επροσκαλέσατε μίαν Κυριακήν μαζί με τας τρεις μου γυναίκας να φάγωμεν ένα αρνί εις την Πεντέλην.

Ταύτα μου ενθύμιζαν ευχαρίστους νεανικάς ημέρας.

— Και τι απέγειναν, ηρώτησα, αι τρεις σου γυναίκες; Η Αλαϊζά τι κάμνει;

— Ξετρελαίνει τους Βεδουίνους εις το Αλγέρι.

— Η Ζουάννα που είνε;

— Είνε μαγείρισσα εις την Μασσαλίαν.

— Η εύμορφη Εύα τι έγεινεν;

— Έγεινε πολύ άσχημη.

— Και συ τι κάμνεις;

— Εξακολουθώ να κάμνω τον κόσμον να γελά.

— Θα έλθω αυτάς τας ημέρας να με κάμης πάλιν να γελάσω.

— Πολύ λυπούμαι, αλλά τούτο είνε αδύνατον.

— Διατί αδύνατον; Αφού το κατώρθωνες καθ' εσπέραν εις τας Αθήνας και δεν έπαθα έκτοτε υποχονδρίαν; Μήπως έχασες την κωμικήν σου δύναμιν;

— Όχι, δόξα τω θεώ. Αύτη μάλιστα επενταπλασιάσθη, αφού μου την πληρώνουν εδώ το πενταπλάσιον των όσα μ' εδίδατε εις τας Αθήνας. Ήθελα μόνον να είπω ότι δεν είνε εύκολον πράγμα να εισέλθη κανείς εις το θέατρον όπου παριστάνω.

— Τόσο γεμάτο είνε πάντοτε;

— Εξ εναντίας σχεδόν άδειον.

Ο κ. Βορμ ηυδόκησεν επί τέλους να λύση την απορίαν μου πληροφορών με ότι ο θίασός του δεν ανήκεν εις το κοινόν, αλλ' αποκλειστικώς εις τον Σουλτάνον και το ιδιαίτερον αυτού ανακτορικόν θέατρον.

— Ο Σουλτάνος έχει θέατρον;

— Τέλειον και κομψότατον εις το Γιλδίζ-Κιοσκ. Εκεί παριστάνομεν δύο φοράς την εβδομάδα ενώπιον της Α. Μεγαλειότητος, των αυλικών του και των κυριών του Χαρεμίου.

— Σε συγχαίρω, απεκρίθην μετά τινος ζηλείας· τας λέγουν ωραίας.

— Δυστυχώς δεν τας βλέπομεν, διότι είνε κρυμμέναι απ' οπίσω από χρυσόν κιγκλίδωμα ως αι ιδικαί σας κυρίαι εις τας εκκλησίας της Σύρας. Ακούομεν μόνον τα γέλοια και τα χειροκροτήματά των.

— Και τι παίζετε; Οπερέτας του Οφεμπάκ;

— Κάποτε και κωμωδίας.

— Τίνος; Του Δουμά, του Παγερών;

— Όχι· του Σουλτάνου.

— Ο Σουλτάνος γράφει γαλλικάς κωμωδίας! ανέκραξα μετ' ευλόγου απορίας.

— Δεν είπα ότι τας γράφει. Ακούσατε, παρακαλώ. Η Αυτού Μεγαλειότης ευδοκεί ενίοτε να μας κράζη εις τα ανάκτορα ολίγον προ της ώρας του δείπνου και να μας εκθέση είτε διά δραγουμάνου είτε και ο ίδιος, όπως ημπορεί, την υπόθεσιν και τας κυριωτέρας της κωμωδίας του σκηνάς, διανέμων εις έκαστον το μέρος του και εξηγών με πολλάς χειρονομίας πώς εννοεί να παρασταθή. Έπειτα πηγαίνει να δειπνήση, ενώ ημείς τρέχομεν να ετοιμάσωμεν τα φορέματά μας και να συμφωνήσωμεν χονδρικώς περί του διαλόγου, τον οποίον πρέπει έπειτα ν' αυτοσχεδιάσωμεν επί της σκηνής. Εξ όλων των δραματογράφων μόνος ο Σουλτάνος κατορθώνει να παρευρεθή εις την παράστασιν των έργων του μίαν ώραν αφού τα συνθέση.

— Η ιδέα, απεκρίθην, δεν είνε εντελώς πρωτότυπος. Το αυτό περίπου κάμνουν εις τα λαϊκά θέατρα οι Ιταλοί αυτοσχεδιασταί και ιδίως οι παλιάτσοι. Τοιούτου είδους παραστάσεις ωνειρεύετο επί πολλά έτη η Γεωργία Σάνδη. Αλλ' ηναγκάσθη να παραιτηθή αυτών μη ευρίσκουσα ηθοποιούς ικανούς ν' αυτοσχεδιάσωσιν άλλο τι παρά τετριμμένας κοινοτυπίας ή πρωτοτύπους ανοησίας. Κρίμα ότι δεν έτυχε να σας γνωρίση εγκαίρως. Αλλ' ειπέτε μου, παρακαλώ, αξίζουν τίποτε αυταί αι σουλτανικοί κωμωδίαι;

— Το μόνον το οποίον δύναμαι με πλήρη πεποίθησιν να βεβαιώσω είνε, ότι προξενούν πάντοτε μεγάλην εντύπωσιν εις το ιδιαίτερον αυτού αυλικόν ακροατήριον.

— Τούτο βεβαίως αρκεί. Πολύ σπουδαιότερον παρά να ηξεύρη τι λέγει είνε διά τον δραματοποιόν να ηξεύρη προς ποίους ομιλεί, αποφεύγων να προσφέρη μαργαρίτας εις τους προτιμώντας τα βαλανίδια.

— Εις τοιούτον σφάλμα δεν υποπίπτει ποτέ η Α. Μεγαλειότης. Αι υποθέσεις των κωμωδιών του διακρίνονται προ πάντων διά την επιτυχίαν της εκλογής. Την τελευταίαν φοράν που μας έκραξε, «Επιθυμώ, είπε, να μου παραστήσετε ένα αυλάρχην τίμιον μεν και αφωσιωμένον εις τον κύριόν του, αλλά ασυλλόγιστον και σαστισμένον. Ούτος διατάττεται μίαν ημέραν αιφνιδίως να ετοιμάση συμπόσιον δι' εκατόν ανθρώπους, και αμέσως τα χάνει. Δίδει εις τους αρχιτρικλίνους και τους υπηρέτας διαταγάς ασαφείς και αντιφατικάς. Όλοι τρέχουν δεξιά και αριστερά, συγκρούονται και θραύουν ποτήρια και πινάκια. Ο φέρων επί της κεφαλής ταβλάν υπηρέτης σκοντάπτει, πίπτει και σκορπίζει κατά γης τα πιλάφια, τα γιαούρτια και τους ντολμάδες. Η ώρα εν τούτοις προχωρεί και τίποτε δεν είνε έτοιμον. Άμα διορθωθή μία ζημία διαδέχεται αυτήν άλλη μεγαλειτέρα. Ο αυλάρχης κυττάζει με αγωνίαν το ωρολόγιον και μαδά τα γένεια του από την απελπισίαν. Το μάδημα όμως δεν ηδύνατο να εμποδίση τους δείκτας να τρέχουν και, εφ' όσον επλησίαζεν η ώρα, τόσον ηύξανεν η αταξία. Αύτη ήτο εις το κατακόρυφον και η αίθουσα του γεύματος ωμοίαζε κατάστρωμα πλοίου δερομένου υπό της τρικυμίας, όταν εισήλθεν ο ηγεμών με τους προσκαλεσμένους. Ο δυστυχής αυλάρχης τρέχει να ριφθή εις τους πόδας του κράζων «Αμάν!» και ο πολυεύσπλαγχνος αυθέντης του, αφού διέταξε να τον ρίψουν εις την θάλασσαν διά να τον τρομάξη, ευδοκεί έπειτα, μετά αυστηράν νουθεσίαν, να τον συγχωρήση. Αυτά να μου παραστήσετε και να είνε όλα έτοιμα μετά μίαν ώραν».

Όσον και αν φαίνεται απίστευτος, η αλήθεια είνε ότι κατορθώνομεν πάντοτε να ετοιμάσωμεν το σκηνολόγιον κατά την διάρκειαν του σουλτανικού γεύματος. Τον δε διάλογον, ως σας είπα, τον αυτοσχεδιάζομεν επί της σκηνής. Απαγγέλλομεν μίαν οποιανδήποτε φράσιν σχετικήν προς την υπόθεσιν και περιμένομεν την δευτέραν, ως τα πετεινά του ουρανού την τροφήν των, από το έλεος του Θεού. Η παράστασις προ πάντων του «Σαστισμένου αυλάρχου» επέτυχε θαυμάσια. Όταν εδόθη η διαταγή να ριφθή ούτος εις την θάλασσαν, μία από τας ηθοποιούς, η παλαιά σας γνώριμη κυρία Φιορέλη, εθεώρησε πρέπον να υποκριθή την ευαίσθητον λιποθυμούσα, και τότε ηυδόκησεν ο Σουλτάνος να λάβη μέρος εις την παράστασιν, ραντίζων το πρόσωπον και τους γυμνούς της ώμους με ένα σίφωνα νερόν του Σελτζ, διά να την ξελιγοθυμήση. Αδύνατον είνε να σας περιγράψω την κατά το επεισόδιον τούτο ιλαρότητα των θεατών, τον ακράτητον γέλωτα, τα χειροκροτήματα και τα «Αφερίμ!».

Αι περισσότεροι των σουλτανικών τούτων κωμωδιών είνε μάθημα διδόμενον είς τινα επιφανή αυλικόν, σατυρισμός μιας του καταχρήσεως, ανοησίας ή μανίας. Εκ τούτου συμβαίνει πολλάκις να είνε πολύ κωμικοτέρα της παιζομένης παρ' ημών κωμωδίας η όψις της πλατείας. Κατά την αρχήν της παραστάσεως ουδείς γνωρίζει ποίος από τους παρισταμένους πρόκειται κατά την εσπέραν εκείνην να σατυρισθή και έκαστος ανησυχεί φοβούμενος μη έπεσεν ο κλήρος επ' αυτόν. Το θύμα όμως δεν βραδύνει να υποδειχθή τόσον σαφώς, ώστε οι άλλοι, ησυχάσαντες διά λογαριασμόν των, γελώσιν εις την ράχιν του με την τουρκικήν ασπλαγχνίαν. Το κωμικώτερον όλων είνε οι μάταιοι αγώνες, τους οποίους καταβάλλει ο σατυριζόμενος να υποκριθή ότι δεν εννοεί ότι πρόκειται περί αυτού και να γελάση μαζί με τους άλλους. Υποθέτω όμως ότι ο γέλως του εκείνος πολύ ομοιάζει με το μειδίαμα των προγόνων σας Σπαρτιατών, όταν εσπάρασσε τας σάρκας των η εντός του χιτώνος των αλεπού.

Κατά την εποχήν του ανωτέρω διαλόγου, συνέβαινε να θεωρήται η κατάστασις των ανατολικών πραγμάτων ικανώς κρίσιμος ως εκ των απειλών της Ρωσσίας και της εντάσεως των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Τούτο με έκαμε να ερωτήσω τον ανακτορικόν ηθοποιόν αν εξακολουθή ο Σουλτάνος να έχη όρεξιν διασκεδάσεως, ενώ εσείετο το κράτος του.

— Τους Ρώσσους, μου απήντησεν, θα τους εμποδίση η Ευρώπη να μας φάγουν, τους δε Έλληνας ουδέ καν τους συλλογίζεται ο Σουλτάνος.

— Και διατί; παρακαλώ.

 — Διότι κανείς δε φοβείται τους σκύλους, οι οποίοι αιωνίως
γαυγίζουν χωρίς ποτέ να δαγκάσουν.

Αν και ήτο κάπως δύσκολον να εύρω ότι ο άνθρωπος είχεν άδικον, η πατριωτική εν τούτοις φιλοτιμία μου μού επέβαλλε να του απαντήσω.

 — Έχεις δίκαιον να ομιλής ούτω, αφού σε δίδουν οι Τουρκοι το
πενταπλάσιον των όσα εκέρδιζες εις τας Αθήνας.

(«Ημερολόγιον Σκριπ»).

ΑΓΙΟΣ ΣΩΣΤΗΣ

Την ταχείαν πρόοδον της Ελλάδος, εννοούμεν την υλικήν, αδύνατον είνε ν' αρνηθώσιν όσοι τουλάχιστον έτυχε προ τριών ή τεσσάρων Ολυμπιάδων να ταξειδεύσωσιν εις Μεσολόγγι. Ούτε ν' αποβή τις εις την ηρωικήν πόλιν ήτο τι εύκολον, ούτε του αποχαιρετισμού η ημέρα ηδύνατο να ορισθή ασφαλώς κατά το δρομολόγιον της τότε μοναδικής ατμοπλοϊκής εταιρίας. Μεταξύ τω όντι των πλοίων αυτής και της ξηράς εμεσολάβει δίωρος θαλάσσιος δρόμος, επί λέμβου, προχωρούσης δι' ωθήσεως καλάμου, καθ' ον περίπου τρόπον τα μονόξυλα των αγρίων εις τα αβαθή ρεύματα του νέου κόσμου. Και ο μεν έξωθεν ερχόμενος ήτο τουλάχιστον βέβαιος ότι κατά το τέρμα της λεμβοδρομίας θα εύρισκε ξηράν να πατήση, πολύ όμως μικροτέρα ήτο η του αναχωρούντος βεβαιότης αν εξερχόμενος του ακατίου ήθελεν επιβή επί ατμοπλοίου ή αποβιβασθή εις ερημόνησόν τινα, επώνυμον του Αγ. Σώστου, αναμένων επί άδηλον διάστημα χρόνου την εμφάνισιν εις τον ορίζοντα του «Όθωνος», της «Ύδρας» ή της «Βασιλίσσης». Τοιούτο τι, δυστυχώς, επεφύλαττεν εις εμέ και τους συμπλωτήρας μου η κακή Μοίρα. Αναχωρήσαντες εκ Μεσολογγίου την τετάρτην μετά το μεσονύκτιον φθινοπωρινής νυκτός βροχεράς και παγετώδους, επεσκοπήσαμεν μετά τρίωρον πλουν έρημον το πέλαγος περί τον Άγ. Σώστην, ουδ' είχεν ο μονάκριβος του νησιδίου κάτοικος, ατμοπλοϊκώς πράκτωρ συγχρόνως και καφφεπώλης, είδησιν της «Βασιλίσσης» καμμίαν. Όπως δε το ατμόπλοιον, ούτω και ο ήλιος εξηκολούθει να μένη αφανής, αναπαυόμενος υπό παχύ εφάπλωμα μαύρων συννέφων, καίτοι από πολλού είχε σημάνη η ταχθείσα υπό των αστρονόμων ώρα της εκτελέσεως των φωτιστικών αυτού καθηκόντων. Πρώτην τότε φοράν αφού επάτησα εις την Ελλάδα συνέβαινε να ποθήσω τας ακτίνας εκείνας, των οποίων τοσάκις είχον καταρασθή την ανηλεή μονοτονίαν. Ημέραν ως εκείνην μαύρην και σκοτεινήν μίαν μόνον ηδυνάμην ν' ανεύρω εν τη μνήμη μου, ην διήλθον εν Αμβέρση των Κάτω Χωρών, περιάγων κηρίον υπό τας κοσμούσας τους τοίχους του κοιτώνας μου εικόνας του Τενιέρου και Βαν Οστάδ. Αλλ' εις τον Άγ. Σώστην ούτε εικόνες υπήρχον ούτε, πιθανώς, κηρία. Αι ώραι διεδέχοντο αλλήλας ανιαραί και ατελεύτητοι, την δε στενοχωρίαν ημών ηύξανε προ πάντων το άδηλον του αριθμού των όσαι απέμενον ακόμη να διανύσωμεν ριγούντες επί του ξηροβράχου. Η θέσις ημών ήτο ως δυστυχούς καταδικασθέντος υπό σκληρού δικαστηρίου εις την ποινήν αορίστου αριθμού ετών προσκαίρων δεσμών!

Εις τοιαύτην ευρισκόμην περί το εσπέρας ψυχής διάθεσιν ή μάλλον αδιαθεσίαν, ότε προσήλθεν ο Ροβινσών της νήσου, ο πράκτωρ καφφεπώλης, λέγων μοι μετά θαυμαστής αταραξίας: «Το ατμόπλοιο δε θα έλθη ως αύριον το πρωί. Πού είνε τα ρούχα σου να σου στρώσω». Τότε κατά πρώτον εδιδάχθην ότι εις την πτωχήν μας γλώσσαν είνε δισήμαντος η λέξις &ρούχα& (4), δηλούσα και στρώμα, εφόδιον ουχ ήττον των ενδυμάτων απαραίτητον εις τον περιηγούμενον την Ελλάδα. Πλην του δωρεάν γλωσσικού μαθήματος ανέλαβεν ο καλός άνθρωπος να μοι προμηθεύση δείπνον και κοίτην αντί ταλήρου. Το πρώτον συνίστατο ως τα του Ευαγγελίου, εκ ξηρού άρτου, ον μ' έκαμε να εύρω ηδύτατον η πείνα, και τηγανητού οψαρίου, το οποίον καθίστα τελείως ακατάποτον δυσωδία ελλυχνίου αξία να παραβληθή προς την αποπνέουσαν εκ των λόγων του Ισοκράτους. Η οσμή του ελληνικού ελαίου και η αηδία των ισοκώλων, παρίσων και ομοιοτελεύτων της &προς Δημόνικον Παραινέσεως& είνε αι ανιαρόταται αναμνήσεις των σχολικών μου χρόνων. Αλλά πολύ μάλλον του συμποσίου ήτο το αναμένον ημάς υπνωτήριον άξιον περιγραφής. Το λεγόμενον πρακτορείον συνίστατο ολόκληρον εξ ενός μόνου ισογείου και ουχί μεγάλου θαλάμου, όπου έμελλαν να συγκοιμηθώσιν αδελφικώς οι επιβάται της «Βασιλίσσης» ένδεκα τον αριθμόν, ήτοι δύο εν φουστανέλλα ακαδημαϊκοί πολίται, είς καλόγηρος, δέσμιος υπόδικος αγόμενος εις Πάτρας υπό δύο χωροφυλάκων, τρεις χωρικοί, ο γράφων και γέρων τις ξένος περιηγητής. Εις τούτους προσετέθησαν μετ' ολίγον δύο κλωβοί πλήρεις ορνίθων προς προφύλαξιν αυτών από της επελθούσης ραγδαίας βροχής. Πάντα ταύτα τα τε πτερωτά και άπτερα δίποδα, ως ωνόμαζεν ο Πλάτων τους ανθρώπους, επρόκειτο να διέλθωσιν ατελεύτητον νύκτα φθινοπώρου εντός χώρου μη παρέχοντος ουδέ το ήμισυ του απαραιτήτου προς κανονικήν λειτουργίαν των πνευμόνων αέρος. Προς ακριβή εκτίμησιν του ποιού της ατμοσφαίρας του κοιτώνος πρέπει να προστεθή εις την αδιάλειπτον αραίωσιν του οξυγόνου η προϊούσα συμπύκνωσις αναθυμιάσεων ορνιθώνος, φαγωσίμων, καλογηρικής γούνας, τσαρουχιών, λυχνίας τρεφομένης διά του αυτού πιθανώς ελαίου, το οποίον εχρησίμευσε προς τηγάνισμα του δείπνου και, προ πάντων, της απλωθείσης προς ύπνον ποικίλης συλλογής &ρούχων.& Όσον και αν ήμην κατάκοπος, η ιδέα εξαπλώσεως επί των υπέρ εμού ετοιμασθέντων μοι επροξένει ανατριχίασιν. Τοιαύτης κλίνης θα επροτίμων το ακανθόπλεκτον στρώμα ερημίτου της Σκήτης. Την αυτήν, ως φαίνεται, αισθανόμενος προς τα &ρούχα& αντιπάθειαν και ο ξένος συνοδοιπόρος μου επροτίμησε να διανυκτερεύση κακείνος αντικρύ μου επί καθίσματος, όσον το δυνατόν πλησιέστερον του παραθύρου. Υπό του αυτού ελαυνόμενοι αισθήματος παρετηρήσαμεν αμφότεροι τα ωρολόγιά μας. Αν και είχε νυκτώση από αμνημονεύτου χρόνου και πάντες εκοιμώντο περί ημάς, η ώρα ήτο μόλις ογδόη. Άλλαι λοιπόν εννέα εχώριζον ημάς ακόμη από του ηλίου της επιούσης, και ούτε ύπνου υπήρχεν ελπίς ούτε ήτο η ανάγνωσις δυνατή εκ της ανεπαρκείας του φωτισμού. Ως μόνος δυνατός τρόπος καταναλώσεως της ώρας απέμενε να θαυμάζωμεν αλλήλων την όψιν· του δε αντικρύ μου καθημένου αι ρυτίδες και η παρδαλή ασπροκίτρινος γενειάς δεν ήσαν βεβαίως άξιαι δεκαώρου θαυμασμού, ουδέ καν διεκρίνοντο επί άκρα κομψότητι τα δίπατα αυτού μέχρι γόνατος υποδήματα ή το εκ μαύρης προβειάς κάλυμμα της κεφαλής. Και ούτω όμως εύκολον ήτο να διακρίνη τις εκ της συμπεριφοράς αυτού και της λευκότητος των χειρών και του υποκαμίσου ότι δεν ανήκεν ο ανήρ εις τας τάξεις της πλειονοψηφίας. Ως πρόσθετος τούτου απόδειξις ηδύνατο να χρησιμεύση ότι, αντί του τετριμμένου οδηγού του Βαίδεκερ, είχεν επί των γονάτων του το τελευταίον πόνημα του Μαξ Στίρνερ: &«Το εγώ ως απόλυτον και ο κόσμος ως ιδιότης αυτού».& Ο τίτλος του βιβλίου καθίστα εύκολον την εύρεσιν της εθνικότητος του αναγνώστου όστις, αφού δεν ήτο γερμανός, ως απεδείκνυεν η ανεπίληπτος προφορά των δύο ή τριών λέξεων, τας οποίας έτυχε να εκστομίση γαλλιστί, ήτο ρώσσος βεβαίως και πιθανώτατα μηδενιστής. Τα βιβλία τω όντι των νεοεγελειανών φιλοσόφων κατήντησαν από ικανού ήδη χρόνου προϊόν εξαγόμενον αποκλειστικώς εις την Πετρούπολιν, καθ' ον περίπου τρόπον ο οίνος του Πόρτου εις το Λονδίνον. Την δε υποψίαν μηδενισμού εδικαίωνεν η προτίμησις του φοβερού έργου του Στίρνερ, του αναλαβόντος ν' αποδείξη επιστημονικώς φάντασμα πάσαν θρησκείαν, φενάκην την ηθικήν, όνειρον την δικαιοσύνην, ηλιθιότητα την πίστιν εις την πρόοδον του πολιτισμού και παντοκράτορα του κόσμου δυνάστην το «Απόλυτον εγώ», ήτοι τον άκρατον και απεριόριστον εγωισμόν. Η περιέργεια, μεθ' ης παρετήρουν αυτόν και το βιβλίον του, δεν διέφυγε την προσοχήν του ξένου, όστις θέσας τον δάκτυλον επί τόμου του Λεοπάρδη, τον οποίον έτυχε να κρατώ, μοι είπε μειδιών: «Le votre ne vaut guére mieux», ήτοι «το ιδικόν σου δεν είνε πολύ καλλίτερον». Η εξομοίωσις του Λεοπάρδη προς τον ου μόνον απαισιόδοξον, αλλά και απαίσιον Στίρνερ ήτο βεβαίως δεκτική συζητήσεως, η δε όρεξις ημών προς τοιαύτην μεγάλη, αφ' ετέρου όμως απέβαινεν από στιγμής εις στιγμήν επιτακτικωτέρα η ανάγκη εισπνοής κάπως αμιγεστέρου αέρος. Αλλ' η βροχή εξηκολούθει να καταπίπτη ποταμηδόν, ώστε ευρισκόμεθα προ του φοβερού διλήμματος της ασφυξίας ή του πνιγμού. Επί πέντε όλας ώρας διήρκεσεν η αγωνία εκείνη, μέχρις ου εφάνη ημίν ότι διεκρίναμεν διά του παραθύρου ασθενές τι και παροδικόν σελάγισμα, ακτίνα ίσως σελήνης διακόψασαν το βαθύ σκότος. Η μετ' ολίγον επανάληψις του φαινομένου και ο μετριώτερος του ύδατος κροταλισμός παρείχον ήδη ελπίδα τινά δυνατής εξόδου. Κατορθώσαντες να υπερπηδήσωμεν τους κοιμωμένους ημών συντρόφους, εξήλθομεν αδιστάκτως.

Ουδέποτε, πιστεύω, έτυχεν άνθρωπος να ροφήση αέρα μεθ' όσης ημείς απληστίας, πλην ίσως του προφήτου Ιωνά, ότε εξήλθε της κοιλίας του κήτους. Η σελήνη είχε κρυβή και πάλιν και η βροχή εξηκολούθει κατ’ αραιάς σταγόνας, αλλ' ευτυχώς υπήρχεν εκεί που πλησίον μικρόν τι κοίλωμα υπό εξέχοντα βράχον, όπου κατεφύγομεν συμμαζευθέντες επί βελέντζας, ην επρονόησε να παραλάβη εξερχόμενος ο σύντροφός μου. Το προ ημών θέαμα ήτο αληθώς εξαίσιον, αν και δεν εβλέπομεν σχεδόν τίποτε, ούτε ουρανόν ούτε θάλασσαν ουδέ ξηράν. Πάντα ταύτα συνεχέοντο εις άμορφον χάος, αλλάσσον χροιάν ακαταπαύστως κατά την πυκνότητα της νεφέλης, ήτις εσκίαζε τον δίσκον της πανσελήνου. Οι λεγόμενοι τεχνοκρίται πολλάς εμελάνωσαν σελίδας προς απόδειξιν ότι το γυμνόν παντός σχήματος χρώμα δεν δύναται να μεταδώση την ιδέαν του κάλλους, αλλ' εις εμέ ουδέν ουδέποτε άλλο θέαμα επροξένησεν όσην εντύπωσιν η αδιάλειπτος και ακαριαία μετάβασις του ανιδέου εκείνου όγκου από του χρώματος της πίσσης εις το της τέφρας, του μολύβδου, του ίου, της ώχρας ή του χαλκού. Εις το θάμβος του οφθαλμού πρέπει να προστεθή το αναδιδόμενον εκ της θαλάσσης άρωμα ιωδίου όντως μεθυστικόν. Τούτου όμως αποτέλεσμα ήτο να με κρημνίση αποτόμως από της υπερνεφέλου ποιήσεως εις το βάραθρον της πεζότητος, ενθυμίζον με τα γαϊδουροπόδαρα του Φαλήρου και ότι ήμην σχεδόν νήστις από της προτεραίας. Ο ρώσσος είχεν ευτυχώς εις την οδοιπορικήν του πήραν δίπυρά τινα της Οδησσού, τα οποία εμοιράσαμεν αδελφικώς ως και το περιεχόμενον φιαλιδίου κονιάκ. Ευχαριστών διά το φιλοφρόνημα εθεώρησα επίκαιρον να ψελλίσω δικαιολογίαν τινά υπέρ της καταστάσεως της πατρίδος μου, της εκθετούσης τους επισκεπτομένους αυτήν ξένους εις δείπνα ξηρού άρτου και χειμερινάς εν υπαίθρω διανυκτερεύσεις, αλλ' άδικον θα ήτο να λησμονηθή ότι προ ημίσεως μόνον αιώνος, απαλλαγείσα βαρβάρου ζυγού, μόλις εισέρχεται εις το στάδιον του πολιτισμού. Την τοιαύτην παράταξιν των στερεοτύπων νεοελληνικών απολογημάτων διέκοψεν εκείνος αποτόμως διά του εξής απιστεύτου αποφθέγματος· «Μυριάκις προτιμότερον είνε να μείνη η Ελλάς απολίτιστος εις πάντας τους αιώνας ή να γνωρίση τα ασυγκρίτως ανώτερα των πλεονεκτημάτων βάσανα του λεγομένου πολιτισμού. Θέλεις απόδειξιν ότι έχω δίκαιον; Ενώ συ κ' εγώ πεινώμεν, κρυώνομεν, αγρυπνούμεν, βήχομεν και πταρνιζόμεθα επί υγρού βράχου, οι άξεστοι συμπατριώται σου, τους οποίους έχεις ίσως την βλακείαν να οικτείρης, κατώρθωσαν υπό τους αυτούς όρους να δειπνήσωσι μετ' ορέξεως και να κοιμηθώσι μακαρίως. Πρόοδος του πολιτισμού και αύξησις της ανθρωπίνης κακοπαθείας είνε τα ακριβέστερα των συνωνύμων».

Τον έπειτα προς ερμηνείαν του ανωτέρω αφορισμού μεταξύ ημών διάλογον προτιμώ να συνοψίσω εις μονόλογον του σλάβου φιλοσόφου, πιστεύων ότι παρέχω εκδούλευσιν εις τον αναγνώστην, μη αναμιγνύων τας ιδικάς μου κοινοτοπίας εις την ικανώς πρωτότυπον αυτού περί πολιτισμού θεωρίαν·

«Δεν είμαι, είπεν, ως επίστευσες, μηδενιστής, αλλά φιλήσυχος και ακίνδυνος καθηγητής των φυσικών επιστημών, ελθών εις την Ελλάδα προς συλλογήν των δυσευρέτων αλλαχού Καράβων του Αδώνιδος. Εκ της τριακονταετούς ήδη της φύσεως μελέτης επείσθην αδιστάκτως, ότι το ποσόν κακοπαθείας, το οποίον επιφυλάσσει η Μοίρα εις πάντα τα πλάσματα, είνε πανταχού και πάντοτε ακριβώς ανάλογον του όγκου και της τελειότητας του νευρικού αυτών συστήματος. Ουδ' υπάρχει λόγος τις εξαιρέσεως του ανθρώπου από του γενικού κανόνος. Παν λοιπόν το δυνάμενον οπωσδήποτε να συντελέση εις την επικράτησιν των νεύρων και ιδίως του εγκεφάλου θεωρώ ως ζημίαν, της οποίας κατ' ουδένα τρόπον δύνανται να θεωρηθώσιν ως επαρκής αντιστάθμησις αι απολαύσεις αι προερχόμενοι εκ της προόδου της επιστήμης, της τέχνης και του πολιτισμού. Ουδ' είνε αύται διά τον ακριβώς εξετάζοντα τα πράγματα υπό ουδεμίαν έποψιν μεγάλαι. Αν σήμερον, χάρις εις τας τελειοτέρας γεωργικάς μεθόδους και την ταχυτέραν συγκοινωνίαν προς τους τόπους της παραγωγής, σπανιώτερον δεκατίζει τους λαούς της Ευρώπης η πριν ανά δεκαετίαν κατά μέσον όρον επισκήπτουσα τελεία έλλειψις άρτου, ο αριθμός αφ' ετέρου των ανεπαρκώς τρεφομένων και διηνεκώς πεινώντων ηύξησεν επαισθητώς, ουδέ δύναται να παύση συναυξάνων μετά του πληθυσμού, αφού ο μεν εκ της τελειοποιήσεως της αγρονομίας πολλαπλασιασμός των προϊόντων έχει βεβαίως όριά τινα ανυπέρβλητα, η δε αύξησις του πληθυσμού ουδέν άλλο όριον πλην της πείνης. Η Αγγλία είνε βεβαίως υπό γεωργικήν και οικονομικήν έποψιν η πρώτη της γης χώρα, αλλά και εν ουδεμία άλλη είνε ανώτερος ο αριθμός των πεινώντων ή των τρεφομένων αποκλειστικώς διά γεωμήλων και οινοπνεύματος. Το τελευταίον μάλιστα τούτο τείνει ν' αντικαταστήση η πρόοδος του πολιτισμού διά του ευθηνοτέρου θειικού αιθέρος. Ουδέ πιστεύω ότι δύναται να θεωρηθή ως επαρκές αντιζύγιον της τοιαύτης διαίτης του λαού ότι πολύ ανώτερος του αλλαχού είνε εν Αγγλία ο αριθμός των καταναλωτών ανανάδων, χελωνών, Πόρτου και σπαραγγιών. Αν σπανίζουσι ταύτα εις την απολίτιστον Ανατολήν, έτι σπανιώτεροι είνε, ευτυχώς, οι στερούμενοι επαρκούς προς χορτασμόν τεμαχίου λευκού ή μέλανος άρτου. Ουδέ κατεδικάσθησαν ακόμη οι Ανατολίται να καταπίνωσι βούτυρον εκ μαργαρίνης, γάλα εξ ορυζοκόνεως, οίνον εξ ερυθροξύλου, καφφέν εκ ξηρών σύκων, τυρόν εξ αμύλου, σοκολάταν εκ βαζελίνης και όσα άλλα εφεύρεν ευθηνά δηλητήρια η παράλληλος πρόοδος της χημείας και της ασυνειδησίας (5).

Τον ισχυρισμόν ότι ηύξησεν εν συνόλω εις τας πολιτισμένας χώρας ο μέσος όρος της ευζωίας του λαού, διαψεύδει η καθ' εκάστην απειλητικωτέρα κατά του κοινωνικού καθεστώτος εξέγερσις των ακτημόνων. Και αληθεύον δε αν υποτεθή, ότι αιτία της δυσαρεσκείας είνε η αύξησις ουχί των στερήσεων, αλλά των απαιτήσεων της εργατικής τάξεως, δύσκολον πάλιν είνε να μη αποδοθή το κακόν εις την πρόοδον του πολιτισμού, την δημοτικήν εκπαίδευσιν, τα εσπερινά αναγνώσματα, τας πενταλέπτους εφημερίδας, τας λαϊκάς βιβλιοθήκας και όσα άλλα αυξάνοντα τον εν τω κόσμω όγκον εγκεφάλου συναυξάνουσι μετ' αυτού κατ' ακριβή αναλογίαν την ανθρωπίνην ευπάθειαν, ήτοι την ανθρωπίνην δυστυχίαν. Πώς δε να πιστεύσω εις χρήσιμόν τινα πρόοδον της ιατρικής ή της λεγομένης δημοσίας υγιεινής, αφού αποδεδειγμένον είνε ότι ουδόλως μεν ηλαττώθη ο αριθμός των ραχιτικών, των κακοχύμων και των χοιραδικών, ενώ ο των αναιμικών αυξάνει απαύστως και καταπληκτικώς; Οι πάπποι ημών δεν είχον ακόμη δυναμόμετρα, εξ ων θα ηδυνάμεθα να εκτιμήσωμεν μετά μαθηματικής ακριβείας τον βαθμόν της καταπτώσεως των ημετέρων μυώνων, αλλ' εν ελλείψει δυναμόμετρων έχομεν προχείρους εν τοις μουσείοις πλουσίας συλλογάς λογχών, πελέκεων, ξιφών και ροπάλων, τα οποία ουδείς σημερινός βραχίων δύναται να υψώση. Αλλά και χωρίς να ανατρέξωμεν εις τόσον απέχοντας χρόνους, αρκεί προς απόδειξιν του προϊόντος ημών εκφυλισμού ότι υπερδιπλάσιον ήτο επί του πρώτου Ναπολέοντος το βάρος του στρατιωτικού όπλου, ενώ σήμερον ευρίσκουσι βαρύ το του Μαρτίνη και του Σασεπώ τα ανθρωπάρια, τα οποία συναγελάζει η γενική στρατολογία, γέννημα και αύτη της προόδου του πολιτισμού. Κατά τι, τέλος πάντων, δύνανται να υποτεθώσιν αυξήσαντες το ποσόν της ανθρωπίνης ευδαιμονίας οι περιλάλητοι σιδηρόδρομοι, τηλέγραφοι και ηλεκτρικοί φανοί, αφού ούτε εις τόπους ευτυχεστέρους δύνανται να μας μεταφέρωσιν, ούτε ειδήσεις να μας μεταδώσωσι μάλλον παρηγόρους ή να φωτίσωσιν όψεις ευθυμοτέρας; Και ταύτα μεν είνε τα πολυύμνητα υλικά δώρα του πολιτισμού, πολύ δε μάλλον άδωρα τα ηθικά. Ουδ' αυτός ο φανατικώτατος της προόδου πανηγυριστής θα ετόλμα τω όντι να ισχυρισθή ότι ηλαττώθη το ποσόν της λυμαινομένης τον κόσμον κακίας, αλλά μόνον ότι το ποιόν αυτής μετεβλήθη. Ελάχιστον όμως είνε το κέρδος αν εξήλειψεν ο τελειότερος οργανισμός της χωροφυλακής εκ των ορέων την ληστείαν, αναγκάσας τους πρώην εξ αυτής αποζώντας να προτιμήσωσι το αναπαυτικώτερον επάγγελμα κιβδηλοποιού, δηλητηριαστού, πλαστογράφου, προαγωγού ή ιδρυτού ανωνύμου εταιρίας. Η ζημία ζωής και χρημάτων, ην επροξένει ο επί τέλους αποθνήσκων επί της λαιμοτόμου ληστής, είνε αναξία παντός λόγου παραβαλλομένη προς την καταδίκην εις την πείναν ή την αυτοκτονίαν, ην επιβάλλει σήμερον ο ουδέποτε σχεδόν τιμωρούμενος τραπεζίτης εις ασυγκρίτως ανώτερον αριθμόν θυμάτων. Ειλικρινώς δε σοι λέγω ότι προτιμώ να σκιάζωμαι τους ληστάς επί της λεωφόρου παρά να μην είμαι βέβαιος ότι δεν είνε καταχραστής, δωρολήπτης, προδότης, συκοφάντης ή σιμωνιακός, ο τμηματάρχης, ο ταμίας, ο λοχαγός, ο έμπορος, ο δημοσιογράφος ή ο ιερεύς των οποίων σφίγγω την χείρα εν αιθούση ή ασπάζομαι αυτήν εν εκκλησία».

Διακόψας ενταύθα τον λόγον όπως επ' ολίγον αναπαυθή και ροφήση νέαν δόσιν ρακής, εξηκολούθησεν έπειτα διά φωνής, της οποίας αδύνατον μοι είνε να λησμονήσω ή να περιγράψω την αθυμίαν·

«Πάντα όσα μέχρι τούδε σε είπον είνε μικρά, ασήμαντα και ανάξια παντός λόγου, παραβαλλόμενα προς άλλην τινά μυριάκις φοβερωτέραν και αναπόδραστον συνέπειαν της προόδου της επιστήμης και του πολιτισμού. Διά να μ’ εννοήσης καλλίτερα, σπεύδω προς στιγμήν να υποθέσω δυνατήν και μάλιστα προσεχή την πλήρωσιν πασών ανεξαιρέτως των επαγγελιών και αυτών των παραβολωτάτων ονείρων των αισιοδόξων. Παραδέχομαι ότι η πρόοδος της χημείας κατώρθωσε ν' ασφαλίση εις πάντας τροφήν επαρκή και εκλεκτοτάτην· ότι κατωρθώθη η επιδιωκομένη τελεία αντικατάστασις διά μηχανών της εργασίας των βραχιόνων και απαλλαγή της ανθρωπότητος από παντός βαναύσου κόπου· ότι εύρεν η ιατρική αντίδοτον κατά πάσης ασθενείας ή και κατώρθωσε να εξαλείψη από της γης πάσαν νόσον και μαλακίαν διά της τελειοποιήσεως της λεγομένης νοσοφθορίας. Παραδέχομαι, αν θέλης, ότι δύνανται τα πολιτεύματα, οι νόμοι και αι διεθνείς σχέσεις να κανονισθώσι κατά τύπον τοσούτον τέλειον, ώστε να εκλείψη το έγκλημα, ο πόλεμος και παν αδίκημα, ως μη δυνάμενα να προσπορίσωσιν ουδέ κέρδος και μη έχοντα εκ τούτου λόγον υπάρξεως κανένα. Αν γνωρίζης άλλο τι άξιον ευχής, ειπέ το, όπως προσθέσω και τούτο εις το ιδανικόν άθροισμα πάσης ευδαιμονίας. Εγώ δε τούτο μόνον σοι λέγω, ότι αν κατωρθούντό ποτε πάντα ταύτα και επραγματοποιείτο το όνειρον του χρυσού αιώνος, τότε προ πάντων αλλοίμονον και τρις αλλοίμονον εις τους ανθρώπους! Η ασφάλεια και η απαλλαγή από του σωματικού μόχθου υπέρ του επιουσίου άρτου θα παρείχον εις πάντας άνεσιν προς καλλιέργειαν του πνεύματος αυτών. Ο όγκος της εγκεφαλικής μάζης υπ' ουδενός πλέον συνεχόμενος κωλύματος ή ανταγωνισμού ήθελε προβαίνη αυξάνων αδιαλείπτως και απεριορίστως, ενώ η ηδονή του καλοτρώγειν και του μη σκάπτειν θα ηλαττούτο καθ' εκάστην και θα εξέλιπε μετ' ολίγον τελείως. Πασίγνωστον τω όντι και αναμφισβήτητον είνε ότι ουχί καθ' εαυτήν η ευζωία, αλλά μόνον η μετάβασις εις ταύτην από καταστάσεως δυστυχεστέρας είνε ηδονική, όπως και η μετάβασις από της νόσου εις την υγείαν. Όσοι είχον πριν το ευτύχημα να μεταβαίνωσι το εσπέρας από του αγρού ή του εργοστασίου εις το δείπνον και την κλίνην των, καθ' ον τρόπον ο βους από του αρότρου εις την φάτνην, ως εκείνος κοπιώντες βαρέως, τρώγοντες απλήστως και κοιμώμενοι άνευ ονείρων, θα ηυκαίρουν τότε να ερωτήσωσι πώς έτυχε να ευρεθώσιν επί του κόσμου τούτου, τις του βίου ο σκοπός και τι πέραν του τάφου υπάρχει; Εις τας ερωτήσεις ταύτας μόνη η θρησκεία δύναται να απαντήση δι' υποσχέσεως μακαριότητος ατελευτήτου, αλλ' η αδυσώπητος και παντοκράτειρα τότε επιστήμη ουδέν άλλο θα έχη ν' αποκριθή παρά μόνον ότι δεν ηξεύρει απολύτως τίποτε περί τούτων, προσθέτουσα μάλιστα μετά τινος ειρωνικής αυταρεσκείας, ότι τα ερωτήματα ταύτα δεν είνε επιστημονικά ουδέ καν λογικά, αλλ' αποτελέσματα της στρεβλώσεως της ανθρωπίνης διανοίας υπό του χριστιανισμού. Την τοιαύτην όμως στρέβλωσιν μόνον να ελεεινολογή, να σκώπτη και να υβρίζη, ουχί όμως και να θεραπεύση δύναται η επιστήμη. Αντίδοτον κατά της απελπισίας ουδέν άλλο υπάρχει πλην της πίστεως ή της αποκτηνώσεως. Αμφότερα όμως ταύτα διώκει ανηλεώς και τείνει να εξορίση από του κόσμου η πρόοδος της επιστήμης και του πολιτισμού. Προς εκτίμησιν του έργου αυτής υπόθεσε την ανθρωπότητα ως συνοδίαν οδοιπόρων, πλανωμένων εις έρημον της Αραβίας απέραντον και πυριφλεγή, τηκομένην υπό δίψης φλογεράς και ουδέν άλλο έχουσαν στήριγμα εν τη αγωνιώδει πορεία πλην της ελπίδος ανευρέσεως ζωογόνου τινός πηγής, υπόθεσε δε και τους επιστήμονας ως καλοθελητάς αγωνιζομένους να πείσωσι τους συνοδοιπόρους των ότι μωρά είνε η ελπίς αυτών, ότι φάντασμα είνε το ύδωρ και αυτή η δίψα των αποτέλεσμα πλάνης και διαστροφής. Εις τους πιστεύοντας εις την αλήθειαν του τοιούτου κηρύγματος ουδέν άλλο απομένει παρά να κατακλιθώσιν επί της αξένου άμμου, παραιτούμενοι των μόχθων ασκόπου ήδη πορείας και αναμένοντες τον θάνατον εν τη ακινητούση απελπισία. Αυτό τούτο θέλει πράξη και η ανθρωπότης, ευθύς ως αποβή κτήμα κοινόν το ύστατον και μόνον δυνατόν πόρισμα της επιστήμης, ότι δηλ. μυριάκις ευτυχέστερος είνε ο βράχος του φυτού, το φυτόν του ζώου και τούτο του ανθρώπου, και αυτή δε η ανθρωπίνη δυστυχία προβαίνει αυξάνουσα από του βρέφους μέχρι του πρεσβύτου και από του ηλιθίου μέχρι του μεγαλοφυούς ανδρός κατ' ακριβή και απαράβατον προς την διανοητικήν ανάπτυξιν αναλογίαν. Ότι τοιούτο είνε το μοιραίον τέρμα της εξελίξεως του ανθρωπίνου πνεύματος φαίνονται προϊδόντες και προειπόντες πάντες εν πάση χώρα και εποχή οι εγκύψαντες εις βαθυτέραν των όρων της υπάρξεως ημών μελέτην. Όπως εκάστου ημών, ούτω και της ανθρωπότητος εν γένει ελαττούται, εφ' όσον προβαίνει η ηλικία, η ικανότης να αισθανθή χαράν. Την περιλάλητον των αρχαίων εθνών αισιοδοξίαν βλέπομεν διηνεκώς φθίνουσαν και εξατμιζομένην από των μυθικών μέχρι των χρόνων της πνευματικής αυτών ακμής. Ασυγκρίτως φαιδρότερος είνε ο Όμηρος του Σοφοκλέους και οι φιλόσοφοι της Ιωνίας του Πλάτωνος, όπως και ούτος των νεοπλατωνικών· έτι δε καταφανέστερος είνε παρά τοις Ινδοίς ο κατακυλισμός από ευφροσύνης των Βεδικών ύμνων εις τα μηδενιστικά πορίσματα της σοφίας του Βούδα και του Καπίλα. Αναπόδραστος τω όντι αποβαίνει η εναργεστέρα διάκρισις του τέρματος εφ' όσον πλησιάζομεν προς τούτο. Αλλ' αν αδύνατον είνε να οπισθοδρομήσωμεν ή και να σταματήσωμεν, ακατανόητος και πάλιν απομένει η εκ προθέσεως επίσπευσις προς την άβυσσον της πορείας. Τους σήμερον αποστόλους της επιστήμης και της προόδου κλίνω να ομοιώσω προς ιατρούς, κατορθώσαντας ν’ ανεύρωσιν αλάνθαστόν τι φάρμακον, δι' ου δύναταί τις τάχιστα να γηράση, και επιβάλλοντας την χρήσιν αυτού προς απαλλαγήν από των μειονεκτημάτων της νεανικής ηλικίας. Η νεότης εν τούτοις, η άγνοια, η τελεία από πάσης σκέψεως περί της τύχης ημών αποχή, η άσκησις των μυώνων και ο εις τον ελάχιστον όρον περιορισμός της εργασίας του εγκεφάλου είνε τα μόνα δυνάμενα να μετριάσωσι την αχώριστον από της υπάρξεως δυστυχίαν. Ρίψε εις την θάλασσαν τον Λεοπάρδην και μετ' αυτού πάντας τους φιλοσόφους και ποιητάς, πλην του Ομήρου, του Ανακρέοντος και του Θεοκρίτου αντί μεταφυσικών ή επιστημονικών φαντασμάτων· κυνήγα λαγούς ή γυναίκας, τρέχε, ίππευε, κωπηλάτει, φύτευε λάχανα ή σχίζε ξύλα, κωπίαζε σωματικώς και αναπαύου πνευματικώς, όπως βραδύτερον επέλθη η ώρα, καθ' ην κατανοήσας το άσκοπον του βίου και την κενότητα πάσης ελπίδος, θα ποθήσης βαθύν και ατελεύτητον ύπνον και, ως εγώ, θ' ανακράξης ω Νιρβάνα!»

Ότε έπαυσαν αντηχούντες εις τα ώτα μου οι απαίσιοι εκείνοι χρησμοί και ανέτειλε μετ' ολίγον φαιδρός ήλιος, φωτίζων πλην των άλλων την «Βασίλισσαν», ερχομένην να σώση ημάς από του Αγίου Σώστου, επίστευσα ότι απηλλαττόμην από κακού ονείρου. Εκ των συμβουλών του συνοδοιπόρου μου δεν ηκολούθησα καμμίαν, αλλ' ουδέ δύναμαι, δυστυχώς, να βεβαιώσω ότι δεν μετενόησα διά τούτο. Ανευρίσκων δε μετά πάροδον όλης εικοσιπενταετίας τας λησμονηθείσας ταύτας οδοιπορικάς σημειώσεις, άγομαι εις τον πειρασμόν να ερωτήσω, αν η κατά το διάστημα τούτο αναμφισβήτητος και μεγάλη πρόοδος παρ' ημίν του πολιτισμού, τα τηλεγραφικά δίκτυα, τα τηλέφωνα, οι τροχιόδρομοι, οι ηλεκτρικοί λαμπτήρες, τα τεσσαράκοντα γυμνάσια, αι ωδικαί λέσχαι, αι τρισχίλιοι του Πανεπιστημίου φοιτηταί, η ακώλυτος λειτουργία των κοινοβουλευτικών θεσμών, αι μεγαλόσχημοι εφημερίδες, η αντικατάστασις των ληστών διά χρηματιστών, τα εξακόσια χιλιόμετρα σιδηροδρόμων και τα ισάριθμα εκατομμύρια δημοσίου χρέους συνετέλεσαν κατά πολύ εις το να καταστήσωσιν ευτυχεστέραν της τότε την σημερινήν Ελλάδα. Τούτο ενδέχεται να εξετάσωμεν εν προσεχεί ημών μελέτη.

(«Παρνασσός», 7(βριος 1891).