ΟΡΕΣΤΗΣ ΚΑΙ ΠΥΛΑΔΗΣ
Ότε πρό τινων ετών ηναγκάσθην να διαχειμάσω εν Αιγύπτω, αφού εθαύμασα τας πυραμίδας, τας καμήλους και τον αντιβασιλέα, αφού ήκουσα τ' αυλοτύμπανα, έφαγον βανάνας και έπιον ταμαρινθόζωμον, μη θέλων να μείνω άγευστος ουδεμιάς των φαραωνικών απολαύσεων, απεφάσισα να ροφήσω καί τινα δόσιν &ασιχίου&. Το έδεσμα τούτο γνωρίζουσι πιθανώς οι πλείστοι των αναγνωστών εκ του &Κόμητος Μοντεχρίστου& του μακαρίτου Δουμά. Είναι δε εκχύλισμα ινδικής καννάβεως, αηδές την οσμήν, αηδέστερον την γεύσιν, αλλ' έχον το προτέρημα να μεταφέρη τους αηδιάζοντας την πεζήν πραγματικότητα του ημετέρου πλανήτου εις την χώραν των ονείρων. Πλείονα περί του φαρμάκου τούτου κρίνω περιττόν να παραθέσω, παραπέμπων τους ορεγομένους εις το σύγγραμμα του τουρονησίου Μορώ, πλέξαντος εις το &ασίχ& εγκώμιον χιλιοσέλιδον.
Αφού κατέπιον το χάπιον, κατεκλίθην περιμένων την ενέργειαν της νηπενθούς βοτάνης, μη ούσαν άμεσον, αλλά βραδείαν και βαθμιαίαν. Αγαθός τις συνοδοιπόρος μου, ο κ. Οelschig, σάξων την πατρίδα, στενογράφος το επάγγελμα και εραστής των βιολογικών πειραμάτων κατά τας ώρας της σχολής, ηθέλησε να διανυκτερεύση εν τω κοιτώνι μου, παρακινηθείς εις τούτο είτε εκ φιλόφρονος μερίμνης είτε εκ φυσιολογικής περιεργείας. Συνειθίσας ν' αναγινώσκω κλινήρης, έλαβον εις χείρας Ελληνικόν τόμον, λησμονηθέντα πιθανώς επί της νυκτερινής τραπέζης παρά τινος φιλομούσου ομογενούς. Το βιβλίον έτυχεν ον εγχειρίδιον Ελληνικής μυθολογίας εκπονηθέν υπό τινος Περικλέους Ιασεμίδου, ζητούντος συγγνώμην εν τω πρωιμίω αν, πρωτόπειρος ων, έχη ατελείας περί το λεκτικόν. Είησαν αύται τω ανθρώπω συγκεχωρημέναι, ουχί όμως και το κατόρθωμα αυτού, επιτυχόντος να καταστήση τους ποιητικωτάτους ημών προγονικούς μύθους πεζοτέρους αντωνιαδείου εποποιίας.
Του &ασιχίου& η αρετή έγκειται εις το ενισχύειν τας υπαρχούσας εν τω εγκεφάλω ιδέας μάλλον ή εις το πλάττειν νέας. Επόμενον άρα ήτο εις τον έχοντα την κεφαλήν πλήρη αναμνήσεων του Ολύμπου, η ενέργεια του φαρμάκου ν' αποβή μυθολογική. Καταπεσόντος δε μετ' ου πολύ εκ της χειρός του βιβλίου, ήρχισα παραληρών περί θεαινών, ηρώων, σειρήνων και καβείρων.
Ότε την επιούσαν ανέλαβον εκ της &παρακοπής&, ως ονομάζει την hallucination ο Αριστοτέλης, ή εκ της &παραισθήσεως&, ως θέλουσιν αυτήν οι ημέτεροι Ασκληπιάδαι, ο φίλος Οelschig ίστατο προ εμού κρατών εν δεξιά φύλλον χάρτου κεκαλυμμένον δι' ιερογλυφικών σημείων, εν δε τη αριστερή υγρόν κάλαμον, δι' ου με προσεκάλει να υπογράψω. Το ούτω προσαγόμενον εις επικύρωσιν έγγραφον ουδέν άλλο ήτο, ή τα στενογραφηθέντα πρακτικά του υπό την επήρειαν του &ασίχ& μονολόγου μου, ον ο φυσιοδίφης στενογράφος προυτίθετο να υποβάλη εις επαρχιακήν τινα ακαδημίαν των βιολογικών επιστημών. Πρέπει δε να προσθέσω ότι ο κύριος ούτος, ουδέ γρυ εννοών της γλώσσης του Πλάτωνος, καί τοι γερμανός, είχε στενογραφήση απλώς τους ήχους της διακρινούσης ημάς από των ζώων ενάρθρου φωνής, ώστε το αντίγραφον, όπερ μ' εφιλοδώρησεν, ουδέν άλλο ήτο, ή απεικόνισμα Ελληνικών φθόγγων διά φραγκικών στοιχείων. Εξ αυτού αποσπώ την κατωτέρω ορεστειάδα, χρήσιμον ίσως εις τους διατρίβοντας περί την τοξικολογίαν.
«Εν τη ακμή της μάχης εζήτει ο Ορέστης τον Πυλάδην, ίνα πλησίον αυτού νικήση ή αποθάνη· σχίσας πυκνόν δάσος λογχών και ακοντίων κατώρθωσε μετά μυρίους αγώνας να πλησιάση τον εταίρον, ον εύρε πατούντα επί εκατόμβης εχθρών υπ' αυτού καταβληθέντων, αλλά πληγωμένον, αιμόφυρτον και μάτην παλαίοντα προς νέον σμήνος πολεμίων. Ο Πυλάδης εφαίνετο τοσούτον του θανάτου εγγύς, ώστε ο υιός του Αγαμέμνονος έπαυσεν αποκρούων τα απειλούντα το στήθος αυτού ξίφη, φοβούμενος μη επιζήση εκείνου, δι' ον μόνον έζη· ότε δε είδε πίπτοντα τον φίλον του, ημιθανής ήδη κακείνος, κατώρθωσε να φθάση έρπων μέχρι του νεκρού, ον περιπτυχθείς ησπάσθη εις το στόμα, ωσεί ήθελε να εμφυσήση εις τα στήθη του την απομείνασαν αυτώ ολίγην πνοήν. Αμφότεροι απέθανον και ετάφησαν εκεί.
Εν τη γη, παχυνθείση εκ των ενηγκαλισμένων λειψάνων, εβλάστησαν μεταξύ των λευκανθέντων ήδη οστών δύο δενδρύλλια, άτινα εφαίνοντο σπεύδοντα ν' αυξήσωσι ταχέως, ίνα διά των κλάδων των στενώτερον περιπτυχθώσι. Παρετηρήθη μάλιστα ότι το έαρ οι μεστοί καλύκων αυτών κλώνες έκυπτον προς αλλήλους, ως ει εσκόπουν, διά της ηδείας αυτών πνοής θερμαινόμενοι, αμοιβαίως να επισπεύσωσι την άνθησιν. Τα εύοσμα άνθη διεδέχθησαν τα εύχροα μήλα· αλλά μήλα θαυματουργά καθότι πας ο γευόμενος του καρπού της μιας των μηλεών κατελαμβάνετο υπό ακαταβλήτου συμπαθείας προς τον φαγόντα εκ της ετέρας. Εν δε τω αισθήματι τούτω υπήρχε και διάκρισίς τις· αν δηλ. οι μηλοφάγοι ήσαν του αυτού φύλου, συνεδέοντο δι' αρρήκτου φιλίας, αν δε ανήρ και γυνή, εγεννάτο έρως παραμένων μέχρι του τάφου. Τα ήθη των Ελλήνων ήσαν ακόμη αγνά και των μήλων τα αποτελέσματα ακριβώς διακεκριμένα.
Η ηδύτης των καρπών τούτων ήτο τοιαύτη, ώστε πάντες οι δενδροκόμοι έσπευσαν να μοσχεύσωσιν οίκοι κλάδους εκ των μηλεών, μεταβληθέντας εις ευθαλή δένδρα. Γενομένης δε μετ' ου πολύ και της αρετής αυτών γνωστής, οι γονείς πριν ή συζεύξωσι τα τέκνα αυτών, έδιδον ορέστειον μήλον εις την κόρην και πυλάδειον εις τον νυμφίον, όστις μετά το δείπνον τούτο ηδύνατο ν' απέλθη αμερίμνως εις την αγοράν ή το στρατόπεδον, ουδόλως κινδυνεύων εκ των Αιγίσθων, ως ουδ' η σύζυγος αυτού είχε τι να φοβηθή εκ του άσματος των σειρήνων της Λέσβου ή της Κορίνθου. Οι δε Θηβαίοι, φυτεύσαντες κατά συμβουλήν των παρ' αυτοίς σοφών την παλαίστραν των νέων διά τοιούτων δένδρων, έδρεψαν εξ αυτών ου μόνον μήλα, αλλά και τρόπαια πολεμικά. Γνωστά τοις πάσιν είνε τα κατορθώματα του ιερού αυτών λόχου, ουχί όμως επίσης πασίγνωστον ότι η φιλία, η συνδέουσα και καθιστούσα τους ήρωας τούτους ανικήτους εν ταις μάχαις, προήρχετο εκ της υπό το σχήμα μεταλήψεως του Ορέστου και Πυλάδου.
Τοιαύτα και μύρια άλλα, ων μακρά ήθελεν αποβή η αφήγησις, των οπωρών τούτων τα κατορθώματα. Αδύνατον όμως είνε να κρύψωμεν ότι εν τω πλήθει των αγαθών εισέφρησαν καί τινα παρατράγωδα. Ούτω ο βασιλεύς Κινύρας, πλανηθείς εντός δάσους και φαγών αγνώστου δένδρου καρπούς, τοσούτον ηδείς εύρεν αυτούς, ώστε εμπλήσας τον κόλπον μετέδωκε το εσπέρας και εις την θυγατέρα του Μύρραν, και εντεύθεν αφορμή αθανάτου δράματος τω Αλφιέρη και ευφημιών και στεφάνων τη κυρία Ριστόρη. Αλλά και ο Ευριπίδης και ο Ρακίνας οφείλουσιν εις τα μήλα ταύτα τους στιλπνοτέρους του τραγικού αυτών στέμματος μαργαρίτας. Αληθές είνε ότι των μαργαριτών τούτων η λάμψις δεν είνε ηθικώς άμωμος. Αλλά σφάλμα είνε εκ των μήλων ή των ποιητών τούτων, αν, έχοντες προχείρους Νίσους και Ευρυάλους, Φιλήμονας και Βαύκιδας, Σαβίνους και Επονίνας και μυρίους άλλους ασπίλους μηλοφάγους, επροτίμησαν αντί τούτων να υμνήσωσι την μητέρα του Μινωταύρου, φαγούσαν κατά λάθος μήλον εκ κήπου, ον είχεν επινεμηθή ο πατήρ του βδελυρού τεκνίου;
«Παν μέτρον άριστον», έλεγεν ο σοφώτερος των πάλαι σοφών. Το ρητόν τούτο εφαρμόζεται και εις τα μήλα, ων η κατάχρησις, ως κατωτέρω φαίνεται, έγεινε παραίτιος πρωτοφανών δυστυχημάτων. Ούτω την νύμφην Ηχώ ηγάπα περιπαθώς ο κάλλιστος της εποχής εκείνης νεανίας, ο υιός του Κηφισσού και της Λιριόππης. Αλλ' η Ηχώ ανήκεν εις την κατηγορίαν των γυναικών εκείνων, αίτινες αντί καρδίας κρύπτουσιν υπό τον αριστερόν μαστόν απολελιθωμένον τι κράμα ματαιότητος και φιλαρεσκίας, στέργουσαι μεν ν' αγαπώνται, αλλ' αποστρεφόμεναι ν' αποδώσωσι τα ίσα. Τοιαύτη ούσα ήκουσε περί της αρετής των μήλων και πορευθείσα εις Βοιωτίαν έκοψε δύο εξ αυτών. Αλλ' αντί να φάγη το έν δίδουσα το έτερον εις τον φίλον της, ηθέλησε ν' αναρριπίση εκείνου μόνου την φλόγα, μένουσα η ιδία ανάλγητος όπως πριν. Αμφότερα λοιπόν παρέθεσεν εις τον εραστήν. Τι δε εκ τούτου συνέβη, διηγείται ο Παυσανίας. Ο ορέστειος και πυλάδειος χυμός, εγκλεισθέντες παρά φύσιν εν τω αυτώ σώματι, ανήψαν εκεί αδιέξοδον πυρκαϊάν. Υπό ταύτης φλεγόμενος ο δυστυχής Νάρκισσος ελησμόνησε την Ηχώ και κατακλισθείς παρά το χείλος λίμνης απέθανεν εκεί, τείνων εις την ιδίαν αυτού εικόνα απηλπισμένην αγκάλην. Και την αισχράν όμως Ηχώ ετιμώρησαν οι θεοί μεταβαλόντες εις λίθινον ψιττακόν.
Αλλ' έτι θαυμαστότερον το επόμενον θαύμα.
Ότε ο Ερμής και η Αφροδίτη απεφάσισαν να συζεύξωσι τον υιόν αυτών μετά της καλής ναϊάδος Σαλμακίδος, αντί ν' αρκεσθώσι, κατά την τότε συνήθειαν, να προσφέρωσιν ανά έν μήλον εις τους μελλονύμφους, ενόμισαν ότι, θεοί όντες, έπρεπε να πράξωσιν υπέρ των τέκνων πλείον τι του συνήθους. Την προτεραίαν λοιπόν του γάμου ο τρισμέγιστος Ερμής, άριστος ων χημικός, κατέφυγεν εις τ' απόκρυφα της ερμητικής επιστήμης. Λαβών εκατόν ορέστεια και ισάριθμα πυλάδεια μήλα και εκθλίψας τον χυμόν, υπέβαλεν αυτόν εις δεκαεπτά διαδοχικάς αποστάξεις, μέχρις ου κατώρθωσε να περικλείση εντός δύο ελαχίστων φιαλιδίων ολόκληρον την ουσίαν δύο ευκάρπων δένδρων. Το έν των φιαλιδίων τούτων διετάχθη ο νεανίσκος να κενώση μέχρι τελευταίας ρανίδος, το δε άλλο εκόμισεν η Αφροδίτη εις την Σαλμακίδα, οικούσαν εις δέκα σταδίων απόστασιν παρά την ομώνυμον βρύσιν. Το αποτέλεσμα της τοιαύτης σκευασίας δύναται έκαστος να μαντεύση, μυριοπλασιάζων όσα ερρήθησαν ανωτέρω περί της θαυματουργού των μήλων ενεργείας. Εις τας φλέβας των μελλονύμφων εκυκλοφόρησεν εν ακαρεί αντί αίματος ρευστόν πυρ, και ώρμησαν προς αλλήλους ωθούμενοι υπό του πάθους ως σφαίραι υπό της πυρίτιδος. Την χωρίζουσαν αυτούς δεκαστάδιον απόστασιν διήνυσαν εν διαστήματι ολίγων λεπτών, υπερπηδώντες φάραγγας και κρημνούς και ανατρέποντες εν τη ορμή του δρόμου διαβάτας, αγέλας, άμαξας και δένδρα. Ότε δε εν μέσω ερήμου ερεικιώνος συνηντήθησαν τέλος πάντων, τοσούτον η σύγκρουσις υπήρξε σφοδρά και στεναί αι πυριπτύξεις, ώστε τα σώματα αυτών ενωθέντα απετέλεσαν έν αδιαίρετον όλον, όπερ μάτην επειράθησαν να χωρίσωσιν οι καταφθάσαντες γονείς. Το σύμπλεγμα τούτο των ενωθέντων εραστών είχεν ιδή κατ' όναρ ο τεχνίτης ο γλύψας τον εν Λούβρω περιλάλητον Ερμαφρόδιτον.
Εις έτερον λιθοξόον, ουχί τούτου ελάσσονα, τερατωδέστερα έτι συνέβησαν εκ των διδύμων δένδρων. Οι αρχαίοι γλύπται δεν ωμοίαζον τους Συβαρίτας της σημερινής τέχνης, οίτινες περιορίζονται αποτυπούντες εν ευμαλάκτω πηλώ της φαντασίας αυτών τα ινδάλματα και εμπιστεύονται έπειτα εις μισθίους χείρας την εργασίαν του μαρμάρου, αλλ' εκράτουν οι ίδιοι την σφύραν και τον εγκοπέα, μεταβάλλοντες αμόρφους όγκους εις ακτινοβόλους Απόλλωνας ή χαριτοβρύτους Νηρηίδας. Εν αρχή τον σκληρόν λίθον επότιζον διά μόνου του καταρρέοντος εκ του μετώπου ιδρώτος, έπειτα δε δι' ύδατος ή όξους προς μετρίασιν της σκληρότητος και ελάττωσιν του κόπου. Ο δε ημέτερος Ερμογλύφος, εγγύς ων να τελειώση μετά πυρετώδη αγρυπνίαν άγαλμα καλλίστης Αφροδίτης, είχεν εξαντλήση μέχρις εσχάτης σταγόνος το ύδωρ της λαγήνου. Μη έχων πρόχειρον άλλο, ουδέ θέλων να διακόψη την εργασίαν, εμηχανεύθη να μαλακώση τον πάριον λίθον τρίβων δι' ενός μήλου, όπερ είχε περισσεύση εκ των αποτελούντων το λιτόν αυτού δείπνον δύο. Το τέχνασμα επέτυχε θαυμασίως και το έργον συνετελέσθη εντός της νυκτός· αι δε πρωιναί του ηλίου ακτίνες εφώτισαν Αφροδίτην τόσον ωραίαν, ώστε ήθελεν ειπή τις αυτήν ουχί λίθον υπό αριστοτέχνου ζωογονηθέντα, αλλ' αληθή θεάν μετά του βλέμματος και του μειδιάματος και των παλμών αυτής πάντων απολιθωθείσαν. Ο καλός τεχνίτης, ούτε φίλαυτος ούτε εγωιστής ων, ευθύς ενόησεν ότι κατά την νύκτα εκείνην υπεράνθρωπός τις δύναμις είχεν οδηγήση την σμίλην και τον κοπέα, το δε προ αυτού είδωλον δεν εθαύμασεν αυταρέσκως ως έργον των χειρών του, αλλ' ως θείαν τινά αποκάλυψιν της γυναικείας καλλονής. Επί πολλάς ημέρας ηρκέσθη εις τούτο και ήτο ευτυχής θαυμάζων και λατρεύων. Τοιούτος είνε πάντοτε εν αρχή ο έρως· αρυόμενος εξ εαυτού την τροφήν και νομίζων ότι δύναται επ' άπειρον να ζήση ως οι τέττιγες διά δρόσου και ασμάτων. Αλλ' άμα ανδρωθή, καθίσταται αχόρταγον θηρίον, απαιτούν, κατά τον εβραϊκόν νόμον, ασπασμόν αντί ασπασμού. Τοιαύτης όμως ανταποδόσεως αδύνατον ήτο να τύχη ο δύσερως Ερμογλύφος παρ' ερωμένης εκ μαρμάρου, ουδ' ήθελε να ζητήση παρ' άλλης, καθότι πάσαι αι γυναίκες εφαίνοντο ήδη αυτώ βέβηλοι γελοιογραφίαι του θείου πρωτοτύπου. Τας ημέρας αυτού πάσας και τας νύκτας διήνυεν ο δυστυχής προ των ποδών του ειδώλου του ότε μεν την καλλονήν θαυμάζων, ότε δε την αναλγησίαν καταρώμενος και ενίοτε λαμβάνων ρόπαλον ανά χείρας, ίνα συντρίψη την συντρίψασαν την καρδίαν του. Αλλ' ενώ η υπό του ορεστείου μήλου αναφθείσα πυρκαϊά εθέριζε τα σπλάγχνα του αθλίου, ο χυμός του ετέρου, δι' ου είχε το μάρμαρον ποτισθή, εθαυματούργει κακείνος και εμάλασσε τον λίθον. Πρωίαν δε τινα, ενώ ο ετοιμοθάνατος ήδη τεχνίτης απεχαιρέτα δι' εσχάτου βλέμματος την θεάν, το θαύμα συνετελέσθη, το μάρμαρον εκινήθη, κατέβη εκ του βάθρου η Αφροδίτη και αναρτήσασα εις τον τράχηλον του γλύπτου περιδέραιον λευκών βραχιόνων εψιθύρισεν εις το ωτίον του: «Ζήσε Πυγμαλίων!»
ΧΡΥΣΗΙΣ
Εξ ολίγων τεμαχίων σκελετού και πολλών συμπερασμάτων κατώρθωνεν ο Κουβιέρος ν' αναπλάση ολόκληρον προκατακλυσμιαίον ζώον από της προβοσκίδος μέχρι της ουράς και ου μόνον την μορφήν, αλλά και τα ήθη ν' αναστήση του θηρίου, άτινα ούτε οστά έχουσιν ούτε άλλο κανέν μαρτύριον του ποιού αυτών κληροδοτούσιν εις τα μουσεία. Μόνον διά τοιαύτης επαγωγικής μεθόδου φαίνεται ημίν δυνατή ουχί βεβαίως η ανάπλασις της εικόνος ομηρικής ηρωίδος, περί ης ο ποιητής ουδέν άλλο έκρινεν εύλογον να μνημονεύση, ειμή μόνον ότι εγένετο αφορμή του θανάτου πλείστων ηρώων και δεν ενθυμούμεθα πόσων ημιόνων, λησμονήσας να πληροφορήση καν ημάς, ως περί των λοιπών, αν ξανθοπλόκαμος ήτο ή μελαγχροινή, αλλ' η λύσις σπουδαίας τινός απορίας, περί ης μάτην παίδες όντες ηρωτώμεν τους διδασκάλους, και μάτην έπειτα ανεδιφήσαμεν το αμέτρητον πλήθος των ομηρολόγων. Είναι δε αύτη η εξής: Ακούσης άρα της θυγατρός του ήλθεν ο Χρύσης εις το στρατόπεδον των Αχαιών, κομίζων λύτρα και ικετεύων τον λαόν και τους βασιλείς ν' απολύσωσιν αυτήν, ή τουναντίον έπραξε ταύτα παρακινηθείς υπ’ αυτής της Χρυσηίδος; Δύσκολον τω όντι φαίνεται ημίν να πιστεύσωμεν ότι, αν έστεργεν αύτη την τύχην της παρά τω Αγαμέμνονι, ήθελεν αποφασίση ο Χρύσης, ο κάλλιστα γνωρίζων τας μεταξύ τούτου και της θυγατρός του σχέσεις, και ταύτην να λυπήση και του βασιλέως να διεγείρη την οργήν τούτο δε ενώ άπασα ήδη η παραλία και αυτός ο ναός του Απόλλωνος ήτο υπό το κράτος των Αχαιών και του παντοδυνάμου εραστού της Χρυσηίδος, ης η επιρροή ηδύνατο τα μέγιστα να ωφελήση και τον Χρύσην και τον ναόν, ου ήτο ιερεύς, και ολόκληρον την δουλωθείσαν χώραν. Αφ' ετέρου όμως δυσεξήγητον φαίνεται, αν τη υποκινήσει της θυγατρός υποθέσωμεν ενεργήσαντα τον Χρύσην, πώς ούτε ήλθεν εις το στρατόπεδον ούτε εφρόντισε περί λύτρων ευθύς μετά την αιχμαλωσίαν της θυγατρός, ότε η πικρία του χωρισμού ήτο φυσικώ τω λόγω πολύ δριμυτέρα, αλλά μόνον αφού την λύπην ταύτην εμετρίασεν ο χρόνος και η μακρά μετά του Αγαμέμνονος συμβίωσις; καθότι μόνον μετά το δέκατον έτος της πολιορκίας εσκέφθη ο ιερεύς να μεταβή προς τους Αχαιούς μετά των λύτρων, αι δε πέριξ πόλεις, εν αις η Χρύσα, είχον υποδουλωθή από του πρώτου έτους του πολέμου. Πολύ λοιπόν ανακόλουθον και αναξίαν του απονεμηθέντος αυτή υπό του Αγαμέμνονος επί φρονήσει επαίνου πρέπει να υποθέσωμεν την κόρην ταύτην, την πρότερον μεν στέργουσαν αιχμαλωσίαν και την πρόσφατον στέρησιν του πατρός και της πατρίδος, έπειτα δε ενθυμηθείσαν ταύτην και χαλεπαίνουσαν μετά δέκα όλα έτη. Ενώ δε ουδεμία γυνή χωρίζεται μετά μακράν συνοίκησιν άνευ λύπης από του τυχόντος εραστού, έτι μάλλον ανεξήγητος φαίνεται η προθυμία προς εγκατάλειψιν ανδρός ενδοξοτάτου, βασιλεύοντος εφ' απάντων των Ελλήνων και κυρίου, ου μόνον της Χρυσηίδος, αλλά και του πατρός και της πατρίδος αυτής. Ου μόνον δε ένδοξος και ανδρείος βασιλεύς ήτο ο Αγαμέμνων, αλλ' όπερ δι' ερωμένην σπουδαίον, και νέος και ευειδής, ως πληροφορεί ημάς ο Όμηρος προσεικάζων αυτόν προς τον Δία, και τοιούτος ων τοσούτον μετά δεκαετή σχέσιν ηγάπα ακόμη την Χρυσηίδα, ώστε ουδόλως εδίστασε να ομολογήση εν πληθούση εκκλησία του λαού ότι την προτιμά της ιδίας αυτού γυναικός. Τοιαύτης επιζήλου θέσεως και τοιούτων αγαθών επρόκειτο να παραιτηθή η Χρυσηίς όπως επιστρέψη εις την δούλην αυτής πατρίδα και νυμφευθή πιθανώς δούλον τινα του Αγαμέμνονος. Ουδέ δύναται να εξηγήση τοιαύτην διαγωγήν μόνη η δυσφορία επί τη αιχμαλωσία, αφού βλέπομεν την Βρισηίδα αγαπώσαν τον Αχιλλέα, καίτοι ούτος εφόνευσε τον πατέρα και τους αδελφούς αυτής, ενώ ουδέν τοιούτο φαίνεται πράξας ο Αγαμέμνων. Εκ πάντων τούτων άγεταί τις να πιστεύση ότι, αν δύσκολον ήτο να ζητήση ο Χρύσης παρά των Αχαιών άκουσαν την θυγατέρα, έτι δυσκολώτερον φαίνεται ότι επεθύμει τω όντι την οίκαδε επιστροφήν η Χρυσηίς, η ουδένα έχουσα προς τούτο εν τω ποιήματι αναφερόμενον λόγον. Πάντη λοιπόν ανεπίδεκτος λύσεως ήθελεν είνε η απορία, αν δεν επετρέπετο ημίν να υποθέσωμεν, ότι, ως πλείστοι άλλοι ποιηταί, ούτω και ο Όμηρος πολλά μεν εξηγεί ο ίδιος τω αναγνώστη, περί πολλών όμως άλλων σιωπά αφίνων εις αυτόν την λύσιν του ποιητικού γρίφου. Η λύσις αύτη συνίσταται ενταύθα εις την εξεύρεσιν των λόγων, οίτινες ηδύναντο να πείσωσι φρόνιμον και προνοητικήν γυναίκα, οία παρίσταται ημίν η Χρυσηίς, να προτιμήση ταπεινόν και άδοξον βίον της λαμπράς θέσεως, ην παρείχον αυτή η εύνοια του πρώτου μεταξύ των Αχαιών. Πάντα τα ενόντα έχοντες υπ' όψιν κλίνομεν να πιστεύσωμεν, ότι ουχί την θέσιν αυτής ευρίσκουσα δυσάρεστον και αλλαγήν επιθυμούσα παρεκίνησε τον πατέρα αυτής να την λυτρώση η Χρυσηίς, αλλά πολύ μάλλον φοβουμένη μη ταχέως, ήτοι μετά την άλωσιν της Τροίας, η θέσις αύτη μεταβληθή. Κατ' αρχάς μεν ηρέσκετο, ως φαίνεται, μένουσα παρά τω Αγαμέμνονι, δι' ους ανωτέρω εξεθέσαμεν λόγους, ευχαριστούσα τους θεούς ότι έπεσεν εις χείρας βασιλέως και ουχί αδοξοτέρου τινός δεσπότου, ώστε ουδόλως εφρόντιζε περί λύτρων εγγιζούσης όμως της καταστροφής του ηρωικού δράματος, εφοβείτο πιθανώς την εις Άργος επιστροφήν, πληροφορηθείσα οποίος της ήτο ο οίκος του Αγαμέμνονος και πόση η ωμότης και το θράσος της Κλυταιμνήστρας. Ότε λοιπόν εφαίνετο πλησιάζων ο πόλεμος εις το τέρμα και λόγος εγίνετο ότι επ' ολίγον μόνον χρόνον ηδύναντο οι πολιορκούμενοι ν' αντιστώσιν εις τας εφόδους των Αχαιών, δεν έκρινε φρόνιμον να περιμείνη την άλωσιν του Ιλίου, καλώς γνωρίζουσα ότι την μεν επιούσαν της νίκης καθίστανται υπερφίαλοι και άκαμπτοι οι νικηταί, ενώ την προτεραίαν κρισίμου μάχης εισίν ως επί το πολύ δεισιδαίμονες και προθυμότεροι εις το να εξευμενίσωσι διά πάσης θυσίας τον Θεόν. Ταύτα αναλογιζομένη παρεκίνησε κατά την τελευταίαν ώραν τον πατέρα να ζητήση εν ονόματι του Απόλλωνος την απόδοσιν αυτής παρά των Αχαιών. Προς ενίσχυσιν τούτων πρέπει να προσθέσωμεν, ότι ουδόλως κατά πάσαν πιθανότητα ηγνόει η Χρυσηίς ότι εγυναικοκρατούντο οι Ατρείδαι, αι δε σύζυγοι αυτών εμεγαλοφρόνουν ου μόνον διά το κάλλος, αλλά και την καταγωγήν καθότι οι μεν άνδρες ήσαν απλοί Πελοπίδαι και επήλυδες εις Ελλάδα, αύται δε Αχαιίδες, θυγατέρες του Τυνδάρεω και της Λήδας, αδελφαί των τέκνων του Διός Κάστορος και Πολυδεύκους και θείαι του αρίστου των Ελλήνων Μελεάγρου. Και ταύτα αν ηγνόει η Χρυσηίς, αδύνατον ήτο να μη γνωρίζη τουλάχιστον οποίον ήτο το φρόνημα της Ελένης και κατά πόσον υπερείχεν αύτη του Μενελάου, ον περιεφρόνησε προς ικανοποίησιν ερωτικής φαντασιοπληξίας και μετ' αυτού τον Αγαμέμνονα και πάντας της Ελλάδος τους βασιλείς, τους αθρόους εν τούτοις χάριν αυτής μεταβάντας εις την Ασίαν. Ο δε Μενέλαος ου μόνον προ της ύβρεως εθεράπευεν ως ανωτέραν αυτού την Ελένην, αλλά και ανακτήσας αυτήν έπειτα αιχμάλωτον και πάλιν εγυναικοκρατείτο. Τοιαύτην ούσαν ήκουε και την Κλυταιμνήστραν, και έτρεμεν αναλογιζομένη την εκδίκησιν αυτής η θυγάτηρ του Χρύσου. Ο δε φόβος ούτος ήτο κατά τοσούτον μάλλον εύλογος, καθ' όσον ο Αγαμέμνων, είτε επαιρόμενος διά την αρχήν είτε εξ απερισκεψίας, ητίμασε δημοσία την Κλυταιμνήστραν, κηρύξας ότι προτιμά αυτής και κατ' ουδέν της συζύγου του κατωτέραν θεωρεί δορυάλωτον δούλην. Οι τοιούτοι απρεπείς λόγοι ήσαν ικανοί να εμπνεύσωσιν ου μόνον δικαιότατον φόβον εκδικήσεως της ζηλοτύπου βασιλίσσης, αλλά και ικανήν ανησυχίαν περί της μελλούσης διαγωγής αυτού του Αγαμέμνονος· πώς δηλ. ήθελε μεταχειρισθή, αν έπαυεν ο έρως, απλήν δούλην, ο ούτως ασεβώς εξυβρίσας των τέκνων του την μητέρα; Μόναι αι ανόητοι χαίρουσι βλέπουσαι τους εραστάς ατιμάζοντας χάριν αυτών της καρδίας των τους προκατόχους, ενώ αι έχουσαι νουν τρέμουσιν αναλογιζόμενοι, ότι ενδέχεται κακείναι χάριν άλλης γυναικός ν' ατιμασθώσι μετ' ολίγον. Αλλά και δι' αυτήν την Χρυσηίδα υβριστικός ήτο ο τρόπος του Αγαμέμνονος, όστις εν τη ακμή ευρισκόμενος του έρωτος, δεν εφείσθη χάριν αυτής του γέροντος ιερέως, αλλ' απεδίωξε βαναύσως της ερωμένης τον πατέρα, ουδόλως παραμυθήσας ή καθησυχάσας αυτόν περί της τύχης της θυγατρός, αλλ' επειπών τους και διά ταύτην υβριστικούς τούτους λόγους:
την δ’ εγώ ου λύσω· πριν μην και γήρας έπεισιν ημετέρω ενί οίκω εν Αργεί, τηλόθι πάτρης, ιστόν εποιχομένην και εμόν λέχος αντιόωσαν.
Πώς άρα ήθελε μεταχειρισθή αυτήν γηράσασαν ο εν τη ακμή του κάλλους της και του πάθους του ούτω περί αυτής ομιλών; Ταύτα έχοντες υπ' όψιν, δυνάμεθα να εννοήσωμεν την επιθυμίαν της Χρυσηίδος όπως αποφύγη την επιφυλαττομένην αυτή τύχην. Πόσον δε δίκαιον είχε τοιαύτα προβλέπουσα, απέδειξαν μετ' ολίγον τα εις την Κασσάνδραν και αυτόν τον Αγαμέμνονα εν Άργει συμβάντα. Αξία δε τω όντι θαυμασμού είνε η φρόνησις νεαράς γυναικός, μη θαμβουμένης εκ της λάμψεως ούτε της βασιλείας, ούτε της δόξης, ούτε του κάλλους, ουδέ των άλλων προτερημάτων του εραστού και της θέσεως, ην ούτος παρείχεν αυτή, αλλά προϊδούσης και αποφυγούσης τα μετέπειτα, ως ήρμοζεν εις θυγατέρα ιερέως του Απόλλωνος υπό την σκιάν του βωμού ανατραφείσαν. Αληθές είνε ότι ο Όμηρος δεν παριστά την Χρυσηίδα χαίρουσαν, ότι απεδόθη εις τον πατέρα, ως παρέστησε την Βρισηίδα λυπουμένην και τούτο όμως σωφρονούσα έπραττεν, όπως μη παροξύνη τον Αγαμέμνονα εις παράπονα και φιλονεικίαν, καθότι πασίγνωστον είνε πόσον δυσαρεστότερος είνε εις του ανδρός τον εγωισμόν ο χωρισμός από ερωμένης, ήτις φαίνεται υποτασσομένη εις τούτο μετ' ελαφράς καρδίας. Και τοι όμως ουδέν λέγων ο ποιητής περί της τοιαύτης προθυμίας της Χρυσηίδος, υποδηλοί όμως τούτο διά του στίχου:
ο δ’ εδέξατο χαίρων παίδα φίλην,
καθότι δεν ήθελε χαίρει ο πατήρ αν έβλεπεν αυτήν λυπουμένην, ουδ' ήθελε την ονομάση φ ί λ η ν, αν άκουσα επέστρεφε παρ' αυτώ. Εις τα μαρτύρια ταύτα της φρονήσεως της Χρυσηίδος μία μόνη ίσως ένστασις δύναται ν' αντιταχθή, ότι πάντα τα ανωτέρω εσκέφθη αυτός ο Χρύσης, η δε θυγάτηρ του ουδέν άλλο έπραξεν ή να πεισθή τοις λόγοις και να υπακούση εις την πρόσκλησιν του πατρός. Και τούτο όμως αν υποθέσωμεν, έτι μείζονος θαυμασμού απομένει νέα κόρη πειστικώτερα ευρίσκουσα τα επιχειρήματα γέροντος και αφανούς πατρός από του οποίου έζη από δεκαετίας κεχωρισμένη, ή εραστού κεκτημένου οία ο Αγαμέμνων προσόντα, τα ικανά όντα να θαμβώσωσι τους οφθαλμούς και να φράξωσιν εις τας συμβουλάς της φρονήσεως πάσης άλλης κόρης τα ώτα. Και της τοιαύτης όμως μοναδικής παρά νεάνιδι φρονήσεως θαυμαστοτέρα φαίνεται ημίν η τέχνη του Ομήρου, όστις, ουδαμού του έπους αυτού ούτε έργου τινός ούτε απλού λόγου μνημονεύσας της Χρυσηίδος, κατώρθωσεν εν τούτοις να καταστήση ούτως εύκολον διά μικράς σκέψεως την πλήρη ανάπλασιν της ηθικής αυτής εικόνος.
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΟΜΟΓΕΝΟΥΣ
Μη θέλοντες ν' αποκαλύψωμεν τίνι τρόπω έπεσεν εις χείρας ημών το ημερολόγιον, εξ ου αποσπώμεν τας κατωτέρω σημειώσεις, παρακαλούμεν τον αναγνώστην να υποθέση ότι έπεσεν εις την θάλασσαν, κατεπόθη υπό ιχθύος του Μαΐου, εφιλοξενήθη εν αυτώ επί τριήμερον ως Εβραίος προφήτης και ανευρέθη εκεί υπό της εκπληρούσης παρ' ημίν καθήκοντα αρχιτρικλίνου.
Το ούτως ή άλλως εις την κατοχήν ημών βιβλιάριον είνε δεδεμένον εν μαύρω δέρματι της Ρωσίας, έχει κομψόν μονόγραμμα εν τω μέσω γωνίας αργυράς και σελίδας τριάκοντα τέσσαρας. Εκ τούτων εν πρώτοις μανθάνομεν ότι η γράψασα τας σελίδας ταύτας διά κυανής μελάνης, ή μάλλον διά κυανού δηλητηρίου, δεσποινίς Αργυρώ Πολυχρύσου, μετηνέχθη πέρυσι το φθινόπωρον υπό της μητρός της εκ Φωκαϊκής τινος αποικίας εις την ημετέραν πρωτεύουσαν μετά δραχμών νέων τεσσαράκοντα μυριάδων μετρητών και ισαρίθμων ελπιζομένων, προς άγραν ή μάλλον προς αγοράν συζύγου, και απήλθε το επόμενον έαρ αποκομίζουσα ανέπαφον το ποσόν τούτο, άθικτον την καρδίαν της, περί δε των υποβληθέντων εις την έγκρισιν αυτής μνηστήρων τας κατωτέρω πιστώς αντιγραφομένας εκ του ημερολογίου της σημειώσεις:
«&Δεκεμβρίου 16, 1877&. Απόψε εν τη εσπερίδι της κυρίας Ρ… τέσσαρες μοι επαρουσιάσθησαν υποψήφιοι, διάφοροι κατά το επάγγελμα, την ηλικίαν, την τρίχα και το ανάστημα. Οι κατά πάντα όμως ταύτα διαφέροντες ούτοι κύριοι ωμοίαζον κατά τούτο, ότι η μετά την παρουσίασιν υπόκλισις προ εμού και των τεσσάρων μοι υπενθύμισε την εν τω Μ ω υ σ ή του Ροσίνη προσκύνησιν υπό των Ιουδαίων του χρυσού Μόσχου. Εις ταύτα πρέπει να προσθέσω ότι αι μητέρες, αδελφαί, ή θείοι και άλλοι συγγενείς των κυρίων τούτων μ' εδεξιώθησαν διά μειδιάματος, ομοιάζοντος γονυκλισίαν ενώπιον σάκου ταλλήρων. Εις έκαστον των προσκυνητών έδωκα ανά ένα αντίχορον, κατά την διάρκειαν του οποίου δεν έπαυσαν καίοντες προ εμού θυμίαμα τρίτης ποιότητος, ου αι αναθυμιάσεις ολίγον έλειψε να μοι προξενήσωσι λιποθυμίαν. Εις τον τελευταίον χορευτήν μου, κρίναντα εύλογον να ομιλήση έτι σαφέστερον περί του διακαούς πόθου του περί αποκαταστάσεως, καίτοι ανήκει εις την διπλωματίαν, έδωκα την κατωτέρω συμβουλήν : «Κύριε, η γλώσσα εδόθη υπό του Θεού εις τον άνθρωπον ουχί όπως εκφράζη, αλλ' όπως κρύπτη τους λογισμούς του»· ενώ δε έλεγον ταύτα, διελογιζόμην ότι του κυρίου τούτου η γλώσσα ωμοίαζε χείρα απλουμένην προς αίτησιν βαλλαντίου».
«&Δεκεμβρίου 17&. Εγερθείσα σήμερον την πρωίαν εύρον επί της τραπέζης της αιθούσης ημών ογκώδη ανθοδέσμην, πιθάριον ελαιών της Κορώνης, καπνιστά οψάρια του Μεσολογγίου και δέσμην εντύπων φυλλαδίων. Ταύτα ήσαν τα συνήθη μετά την προσκύνησιν αναθήματα εις τον χρυσούν Μόσχον, δι' ων οι χορευταί έκρινον εύλογον να μοι γνωστοποιήσωσιν ότι κέκτηνται ο μεν κηπάριον παρά τον Ιλισσόν, ο δε ελαιώνα εν Πελοποννήσω, ο τρίτος εξάδελφον βουλευτήν, και ο άλλος φιλολογικήν δόξαν. Οι ιχθύες του Μεσολογγίου μ' εφάνησαν αξιόλογοι εις το πρόγευμα, καίτοι η όσφρησίς μου ανεύρε παρ' αυτοίς ιδιάζουσάν τινα οσμήν, ως ει είχον καπνισθή και ούτοι διά θυμιάματος. Η μάλλον όμως χρήσιμος προσφορά ήτο αναντιρρήτως η φιλολογική, συνισταμένη εκ μιας τραγωδίας, ένδεκα επικηδείων λόγων, λογοδοσίας του συλλόγου Β ύ ρ ω ν ο ς, δύο ομιλιών εν αυτώ περί Αθανασίας και ετέρας περί της καλλιεργείας των μεταξοσκωλήκων. Πάσχουσα προ ετών εκ νευρικής αϋπνίας, καθ' ης απέτυχαν ο Τρουσσώ, οι θρίδακες, ο Πρετεντέρης και η μορφίνη, αντέταξα εις αυτήν μετά πλήρους επιτυχίας τα άπαντα του λογίου μνηστήρος μου. Ως αντίδωρον των ανθέων, των ελαιών, των ιχθύων και της τραγωδίας παρεκάλεσα τον πατέρα μου να στείλη εις έκαστον τον δωρητών ανά μίαν δεκάδα εντόκων γραμματίων του λαχείου του Αμβούργου, άτινα εγένοντο μετ' ευγνωμοσύνης δεκτά».
«&Δεκεμβρίου 25&. Σήμερον διά της κλειδαρότρυπας παρέστην εις όντως διασκεδαστικήν σκηνήν, την παρέλασιν των πληρεξουσίων αντιπροσώπων της τετράδος των μνηστήρων ελθόντων κατά διαδοχήν να ζητήσωσι την χείρα και την προίκα μου. Δύο εκ τούτων, φθάσαντες ενώ ο πατήρ μου απησχολείτο υπό του πρώτου, ηναγκάσθησαν να περιμείνωσιν αντικρυζόμενοι εν τω προθαλάμω. Αν τα βλέμματά των είχον οδόντας, νομίζω ότι ούτε κόκκαλον εξ αυτών δεν ήθελεν απομείνη. Η κατά παραγγελίαν μου απάντησις του πατρός μου εις την τετραπλήν ταυτόσημον διακοίνωσιν υπήρξεν εν &όχι& περιτετυλιγμένον ως καταπότιον αλόης εις ζαχαροκονίαν ευγενών φράσεων ουχ ήττον όμως η εκ της αρνήσεως πικρία φαίνεται υπάρξασα μεγάλη, μεταβαλούσα εν ακαρεί την περί εμού γνώμην των κυρίων τούτων. Η αλώπηξ του μύθου ηρκέσθη να ονομάση όμφακας τας σταφυλάς, τας οποίας δεν ηδύνατο να φθάση· οι αξιότιμοι όμως ούτοι απόγονοι του Περικλέους έθεσαν την επιούσαν εις κυκλοφορίαν, έκαστος ανά μίαν, τας εξής τεσσάρας περί εμού διαδόσεις: α’) ότι μ' έχει βαπτισμένην ο προ τριάκοντα πέντε ήδη ετών αποθανών παπά Κριατζούλας· β') ότι υπό τον στηθόδεμόν μου δεν υπάρχει τίποτε· γ') ότι κατέθεσα εις το εκθετοτροφείον παιδίον μου, έργον του λιμενάρχου Μασσαλίας· δ) ότι οι οδόντες μου είνε έργον του Εvans. Αν δεν εσικχαινόμην τα ακάθαρτα πράγματα, ήθελον εμπήξη αυτούς κατά την πρώτην συνάντησιν εις τας σάρκας του συκοφάντου».
«&Δεκεμβρίου 31&. Ως δώρον της πρώτης του έτους μοι προσέφερεν ο πατήρ μου ίππον, ον μετέβημεν ομού να εκλέξωμεν εις του Παλτόρη. Επιστρέψαντες εις την οικίαν, εύρομεν εκεί άλλην πάλιν προξενήτριαν, μεσολαβούσαν υπέρ ετέρου μνηστήρος. Μετ' απορίας μου παρετήρησα ότι η καλή γυνή, επαινούσα τον υποψήφιόν της, μετεχειρίζετο τας αυτάς ακριβώς φράσεις, τας οποίας και ο Παλτόρης εκθειάζων τας αρετάς του &καρά& του. Ως ο ίππος, ούτω και ο γαμβρός ήτο νέος, υγιής, εύρωστος, ήμερος και ζωηρός. Αυθημερόν το εσπέρας μοι επαρουσιάσθη εν φιλική οικία ο κάτοχος των ανωτέρω προσόντων. Οι απονεμηθέντες αυτώ υπό της μεσίτιδος έπαινοι δεν ήσαν κατ' ουδένα τρόπον υπερβολικοί. Είχε τράχηλον ηράκλειον, στήθος ευρύ, χαίτην στιλπνήν, κνήμην στρογγύλην, βλέμμα ακτινοβόλον, παρειάν στάζουσαν αίμα και φωνήν ομοιάζουσαν χρεμετισμόν· εφαίνετο δε και ικανώς ήμερος, ώστε αν δεν εφοβούμην παρεξήγησιν, ήθελον θωπεύση αυτόν επί του ώμου. Τοιούτος ων, μ' εφάνη ότι ήθελεν είνε λαμπρόν απόκτημα διά το ιπποφορβείον του αδελφού μου. Αφού όμως ωμίλησα επί τέταρτον της ώρας μετά του κυρίου τούτου, επείσθην ότι, αν εχρησιμοποιείτο προς τούτο, υπήρχε κίνδυνος μη γεννηθώσιν ημίονοι εκ των φοράδων».
«&Ιανουαρίου 14&. Αι διασπαρείσαι υπό των αποτυχόντων υποψηφίων φήμαι, ότι είμαι τριακονταέτις, ότι έχω τέκνον εν τω εκθετοτροφείω, το δε στήθος και οι οδόντες μου δεν μοι ανήκουσιν ειμή μόνον δικαιώματι αγοράς, εύρον, φαίνεται, τους παρέχοντας εις αυτάς πίστιν. Χθες τουλάχιστον έξυπνός τις τμηματάρχης ενόμισε καλόν να μοι εκθέση επί ολόκληρον ώραν την ζωηράν αυτού κλίσιν προς το φθινοπωρινόν γυναικείον κάλλος και την διακρίνουσαν τας ιδανικάς παρθένους του μεσαιώνος ατροφίαν του στήθους, πλην δε τούτου την απεριόριστον αυτού επιείκειαν διά τα προδίδοντα ευαίσθητον καρδίαν νεανικά ολισθήματα. Εκ τούτων επείσθην ότι οι θέλοντες πράγματι να μοι αφαιρέσωσι την υπόληψιν των Αθηναίων δεν πρέπει να κατηγορώσι τους οδόντας ή την διαγωγήν μου, αλλά την εμπορικήν θέσιν του πατρός μου».
«&Ιανουαρίου 15&. Το μόνον πράγμα, όπερ δεν κατώρθωσαν ακόμη να χαλάσωσιν οι πολιτικοί της Ελλάδος, είνε αι ωραίαι χειμεριναί ημέραι. Σήμερον το πρωί μετέβην μετά της μητρός μου εις Πειραιά διά του σιδηροδρόμου. Η αμαξοστοιχία ήτο σχεδόν κενή, εν δε τη ημετέρα αμάξη δεν υπήρχε κανείς. Αλλ' εν τούτοις, καίτοι τοιαύτη υπήρχεν ευρυχωρία, ευθύς άμα ανέβημεν, η άμαξα ημών επληρώθη εν ακαρεί εκ προσδραμόντων πανταχόθεν προικοδιωκτών. Πάντες ούτοι προσήλουν επί του υποκειμένου μου βλέμμα ούτως ατενές και πειναλέον, ώστε τότε κατά πρώτον ενόησα τι εννοεί ο Παναγιώτης Σούτσος διά του ρήματος &οφθαλμοτρώγω&. Δύο των κυρίων τούτων έκριναν καλόν να περιποιηθώσι την μητέρα μου, προσποιηθείσαν ότι κοιμάται, ενώ άλλος τις επεχείρησε ν' αποταθή προς την σκύλαν μου Πίσσαν, ήτις όμως έδειξεν αυτώ τους οδόντας ως ειδοποίησιν ότι δεν ομιλεί εις τους μη επισήμως εις αυτήν παρουσιασθέντας. Η τοιαύτη οφθαλμοφαγία εξηκολούθησε καθ' όλην την διάρκειαν του δρόμου μετά τοσαύτης επιμονής, ώστε άμα απέβημεν, έτρεξα μετ' ανησυχίας να ζυγισθώ εις την πλάστιγγα του σταθμού και ευρέθην ελλιπής κατά εκατόν πεντήκοντα δράμια. Το απ' Αθηνών εις Πειραιά ταξείδιον είνε ευτυχώς μόνον δωδεκάλεπτον, ειδεμή, θα ήμην ολόκληρος οφθαλμοφαγωμένη».
Αναβάλλοντες εις επόμενον τεύχος την δημοσίευσιν των επιλοίπων δεκαοκτώ σελίδων του ημερολογίου της δεσποινίδος Πολυχρύσου, συγχαιρόμεθα μεν την καλήν κόρην ότι διέφυγε τας εις την καρδίαν και την προίκα της στηθείσας αυτή παγίδας, αλλ' έτι μάλλον συγχαίρομεν διά την αναχώρησιν αυτής τους Αθηναίους, διότι, αν ολίγον έτι καιρόν διέμενεν ενταύθα, πριν ή φθάσωσι να φάγωσιν αυτήν διά των οφθαλμών, ήθελον αφεύκτως γλωσσοφαγωθή υπ' εκείνης.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΙΘΗΚΟΥ
Πώς συμβαίνει, αφού ασπρίσωμεν να ενθυμώμεθα, ως να ήσαν χθεσινά, πράγματα τα οποία πριν αλλάξωμεν τους γαλαθηνούς, κατά το επίθετον του κ. Κόντου, οδόντας μας, πολύ δε ολιγώτερον να ενθυμώμεθα όσα ηκολούθησαν αφού απεκτήσαμεν φρονιμίτας, τούτο είνε ψυχολογικόν φαινόμενον, περί του οποίου έγραψαν οι σοφοί τόσα πολλά, ώστε επόμενον είνε να μένη ακόμη σκοτεινόν. Δεν έχω σκοπόν να επιχειρήσω την λύσιν του, αλλά μόνον να είπω ότι δεν ημπορώ μεν να ορίσω ακριβώς την χρονολογίαν των όσα έχω να διηγηθώ, αλλ' αφού τα ενθυμούμαι καλά πρέπει κατ' ανάγκην να είνε παλαιά.
Προ αμνημονεύτων λοιπόν χρόνων, πριν αξιωθώ να γνωρίσω τον προκείμενον πίθηκον προσωπικώς, ηυτύχησα να τον ίδω εις καλλιτεχνικήν τινα έκθεσιν του Λιβόρνου ζωγραφιστόν. Η εικών ήτο αριστουργηματική και έφερε την υπογραφήν του εξόχου ζωγράφου Ίζολα, ο οποίος δεν εσυνήθιζε να ζωγραφίζη παρά μόνον θεούς, ήρωας, αγγέλους και παναγίας. Πώς λοιπόν εκαταδέχθη καταβαίνων από τον Όλυμπον και τον Χριστιανικόν Παράδεισον να εικονίση πίθηκον; Η λύσις της απορίας είνε ότι ο πίθηκος δεν ήτο φανταστικόν ζώον, αλλ' ακριβές αντίγραφον αληθινού τετραπόδου ανήκοντος εις αυθέντην μυριόπλουτον, τον τραπεζίτην και αρχαιολόγον Δημήτριον Κούστε, δαπανήσαντα τέσσαρας χιλιάδας τάλληρα διά να ζωγραφηθή ο πίθηκος υπό του πρώτου της Ιταλίας ζωγράφου, απαραλλάκτως καθώς και όταν έπαθεν ο ρηθείς πίθηκος κρυολόγημα, εκάλεσε τον πρώτον της Ιταλίας ιατρόν Μπουφαλίνην διά να ποτίση την μαϊμού του χαμόμηλα, θηριακήν και θερμόν οίνον. Πλην της αγάπης προς τον πίθηκον ενυπήρχε πιθανώς εις τούτον και τις κλίσις, ουχί ακριβώς προς επίδειξιν αλλά προς απόδειξιν ότι ηδύνατο διά των εκατομμυρίων του να καταβιβάση μέχρι του πιθήκου του τας κορυφάς της τέχνης και της επιστήμης.
Ο πίθηκος εκείνος του είδους Chimpagi ήτο μεσαίου μεγέθους και ωμοίαζεν εν συνόλω όλους τους πιθήκους. Φαίνεται εν τούτοις ότι η όψις του είχε τι το αριστοκρατικόν, αφού εκ των θαυμαστών της εικόνος άλλος ισχυρίζετο ότι ωμοίαζε του Πρίγμαν Γίτζολη, άλλος προς την κόμησσαν Βαλστόκραν, και τρίτος προς την έξοχον ποιήτριαν κόμησσαν Βαρθολόμην· κατά μεν τους αντιπολιτευομένους ήτο η εικών του ασχημοτάτου πρωθυπουργού, κατά δε τους κυβερνητικούς του δημαγωγού Ματζούσα.
Ενώ έκαστος επειράτο να πιθηκοποιήση όσους δεν ηγάπα, αντήχησεν αίφνης πλησίον του ομίλου φωνή βαθυφώνου, τόσον όμως βαθεία, ώστε εφαίνετο εκπορευομένη εκ των εγκάτων της γης.
— Ο πίθηκος αυτός, κύριοι, έλεγεν η φωνή η ανήκουσα εις αυτόν τον τραπεζίτην και κτήτορα του ζώου Κούστε, δεν ομοιάζει με κανένα παρά μόνον με τον εαυτόν του. Αν τον ευρίσκετε αυτόν ανάξιον να ζωγραφίζεται από τον Ίζολαν και να ιατρεύεται από τον Μπουφαλίνην, σας προσκαλώ να έλθετε το εσπέρας εις την οικίαν μου να τον ίδετε και ελπίζω ν' αλλάξετε γνώμην. Τον λέγουν Θωμάν και είνε σήμερον η εορτή του. Θα αδειάσωμεν μερικάς φιάλας σαμπάνιαν εις την υγείαν του.
Πλην της κενώσεως φιαλών καμπανίτου εις την εορτήν του πιθήκου η αιφνιδία αύτη πρόσκλησις ουδέν είχε το αλλόκοτον ή το παράτυπον. Το Λιβόρνον είνε ή τουλάχιστον ήτο μικρός τόπος και όλοι εγνωρίζοντο ως καλόγηροι του αυτού μοναστηρίου.
Περιττόν νομίζω να περιγράψω την μεγαλοπρέπειαν του Κουστείου μεγάρου· το κυριώτατον αυτού κόσμημα ήσαν καλλοναί ελληνορωμαϊκών αρχαιοτήτων του Ακράγαντος και των Συρακουσών, και ιδίως το νομισματικόν μουσείον. Η διπλή αύτη ιδιότης τραπεζίτου και αρχαιολόγου δεν θέλει φανή, ως πιστεύω, ασυμβίβαστος εις τους αναγνώστας ημών, αφού έχομεν και εν Αθήναις αξιόλογον τοιούτον· επόμενον άλλως είνε οι αγαπώντες, τα νομίσματα ν' αγαπώσιν εκτός των νέων και τα αρχαία.
Πλην όμως αρχαιολογικού ήτο εις το μέγαρον εκείνο και ζωολογικόν μουσείον, ή μάλλον αληθής κιβωτός του Νώε, διότι τα ζώα ήσαν ζωντανά. Είχεν εικοσιεπτά σκύλους παντός είδους και μεγέθους, από του ποιμενικού μολοσσού των Απεννίνων μέχρι του κυναρίου της Μάλτας και της αυλής του βασιλέως της Αγγλίας Καρόλου, και γάτας αναριθμήτους, της Αγκύρας, της Τάρμας, τριχρόους της Ισπανίας και χρυσότριχας της Περσίας. Ο Κούστε δύναται να θεωρηθή Ιωάννης ο πρόδρομος της σήμερον ακμαζούσης γατοφιλίας. Αλλά το προ πάντων αξιοθαύμαστον ήτο η εντός παραρτήματος του υαλοφράκτου θερμοκηπίου μοναδική συλλογή παντοίων υπερποντίων πτηνών από δύο μεγαλοπρεπών στρουθοκαμήλων μέχρι των θαμβούντων την όρασιν μικροσκοπικών κολυβρίων, τα οποία ηδύνατό τις να παρομοιάση προς πετώντας σμαράγδους και σαπφείρους.
Όλον το πτερωτόν, το πτιλωτόν και τριχωτόν τούτο γένος ετρέφετο και υπηρετείτο δαπάνη ιδιαιτέρου προϋπολογισμού, ανερχομένου εις ικανάς χιλιάδας λιρών, τον οποίον παρουσίαζε κατά μήνα ιδιαίτερος υπάλληλος, φέρων τον τίτλον Επιμελητού των ζώων, εις την αυτού εξοχότητα τον βαρώνον Κούστε.
Πίθηκον όμως είχε μόνον ένα, τον Θωμάν, όστις ουδέν είχε κοινόν προς τα του ζώου, αλλά συνεκατοίκει, συνέτρωγε και συνδιεσκέδαζε μετά του κυρίου του, το δε περιεργότερον είνε ότι και συνειργάζετο μετ' αυτού εκτελών καθήκοντα βιβλιοθηκάριου, ως θα ίδωμεν κατωτέρω. Εις την Ιταλίαν απενέμετο ενίοτε η θέσις του βιβλιοθηκαρίου εις οικιακούς υπηρέτας, μόνον όμως των ιδιωτικών βιβλιοθηκών, ενώ διά τας δημοσίας εθεωρείτο το αξίωμα ως μάλλον αρμόζον εις τους λογίους. Ενδέχεται να μετέβαλε κ' εκεί τα πράγματα ο θρίαμβος των κοινοβουλευτικών εθίμων. Όταν το εσπέρας μετέβημεν εις το Κούστειον μέγαρον, έσπευσε πλην του οικοδεσπότου να δεξιωθεί ημάς και ο πίθηκος Θωμάς τείνων κατά μίμησιν του κυρίου του εις έκαστον ημών την χείρα. Διά το επίσημον της ημέρας είχεν ενδυθή την στολήν του αξιώματός του, φράκον από κυανούν βελούδον, ερυθρόν βρακίον και λαιμοδέτην εκ τριχάπτου και καμέλιαν εις την κομβιοδόχην. Ο Θωμάς ωμοίαζε πολύ με την εικόνα του και ήτο όσον εύμορφος δύναται να είνε πίθηκος. Αν δεν εφοβούμην να μη θεωρηθώ αντιφάσκων θα έλεγα ότι ήτο εύμορφος ασχημομούρης.
Και τοιαύτα μεν ήσαν τα εξωτερικά, το δε ηθικά και πνευματικά προσόντα του Θωμά ήσαν πολύ ανώτερα τούτων.
Αφού μας διηγήθη ο αυθέντης του πώς έτυχε να τον εύρη χειμερινήν τινα νύκτα εις τον δρόμον άστεγον και πειναλέον, απετάθη έπειτα προς αυτόν: Θωμά, είπε, διηγήσου εις τους κυρίους τις ήτο ο πρώτος σου αυθέντης και διατί σ' έρριψεν εις τον δρόμον.
Ο πίθηκος έφερε σκαμνίον αντικρύ του τοίχου, εκάθισεν επ' αυτού επί των οπισθίων του, ήρχισε να περιστρέφη το βλέμμα επί των προσκεκλημένων, ως να ήθελε να τους επιθεωρήση όλους, και επί τέλους προσήλωσεν αυτό επί τινα, την ωραιοτέραν της ομηγύρεως κυρίαν αφού την εκύτταξεν επί τινας στιγμάς, έλαβε την άκραν της ουράς του μεταξύ των δακτύλων και ήρχισε να περιφέρη αυτήν επάνω εις τον τοίχον και επί τινα ώραν εξηκολούθησε να κυττάζη εναλλάξ το πρότυπόν του και να μεταχειρίζηται ως χρωστήρα την ουράν του.
— Ως βλέπετε, κύριοι, είπεν ο βαρώνος, ο πρώτος του Θωμά αυθέντης ήτο ζωγράφος. Και εκέρδιζε πολλά; ηρώτησε τον πίθηκον.
Ο ερωτώμενος εβύθισε την χείρα εις την τσέπην του βρακίου του, την οποίαν εξήγαγε και ανέτρεψε διά να δείξη ότι δεν περιείχεν απολύτως τίποτε· εκτύπησεν έπειτα δις και τρις την κοιλίαν του διά ν' αποδείξη ότι ήτο όσον και η τσέπη του κενή και ήρχισε να υποκρίνεται την πείναν διά παντομίμας ικανής να εκπλήξη και τον δόκτωρα Ταννέρ τον νηστευτήν. Μετά ταύτα έτρεξε προς το εντός της αιθούσης κρεμάμενον κορδόνιον του κωδωνίσκου και ήρχισε να σύρη αυτό κατά διαστήματα και βιαίως.
— Θέλει να μας ειπή, ηρμήνευσεν ο κύριός του, ότι ο πρώην αυθέντης του εδέχετο πολλάς επισκέψεις.
Ο πίθηκος τότε ήρχισε να παρωδή τας κινήσεις δανειστού ζητούντος χρήματα παρά μη έχοντος και οργιζομένου ότι δεν τον πληρώνουν. Μετ' ολίγον εξήλθε της αιθούσης και αμέσως επέστρεψε φέρων επί των παρδαλών ενδυμάτων του μαύρον επανωφόριον, ομματοϋάλια εις τους οφθαλμούς του και επί της κεφαλής του πίλον τρικαντώ. Η φυσιογνωμία και η συμπεριφορά του είχε μεταβληθή επί το σοβαρώτερον και αξιοπρεπέστερον. Εκράτει εις την αριστεράν φύλλον χάρτου και εσάλευε την ουράν του ως γραφίδα. Εν τοιαύτη περιβολή περιήλθε την αίθουσαν σταματών προ εκάστου των επίπλων, των ανακλίντρων, ερμαρίων, καθρεπτών, λαμπτήρων και των άλλων, τα εξήταζε δε από όλα τα μέρη ως θέλων να εκτιμήση την αγοραίαν τιμήν των, την οποίαν έσπευδεν έπειτα ωσεί να σημειώση επί του χάρτου. Η μίμησις δικαστικού κλητήρος ενεργούντος απογραφήν και κατάσχεσιν ήτο τελεία και κωμικώς σοβαρά, ώστε πάντες, μη εξαιρουμένου και του παρισταμένου προέδρου των Εφετών, εξεκαρδίζοντο διά την εκφραστικωτέραν και της του περιωνύμου μίμου Σκέτζη παντομίμαν του πιθήκου.
— Πιστεύω, κύριοι, είπεν ο βαρώνος, ότι είνε περιττόν να σας ερμηνεύσω όσα σας εξέθεσεν ο πίθηκός μου, πώς δηλαδή κατεσχέθησαν και επωλήθησαν τα σκεύη του ζωγράφου και ευρέθη ούτω εις τον δρόμον ο πίθηκος μου άστεγος και πειναλέος.
Η εσπερίς ετελείωσε δι' αφθόνου καταλύσεως όχι μόνον βανανών και ανανάδων, αλλά και κεραστών, των οποίων η παράθεσις κατά την εορτήν του Αγίου Θωμά ηδύνατο να θεωρηθή ως το άκρον άωτον πολυτελείας και ηγεμονικότητος καισαρικής. Αλλά προ πάντων απαράμιλλοι ήσαν του γυναικαρέσκου πιθήκου αι φιλοφρονήσεις προς τας κυρίας, η καθαριότης και η χάρις με την οποίαν εξεφλούδιζε και επρόσφερεν εις αυτάς τας βανάνας ή εκρέμα εις τα αυτιά των δίδυμα κεράσια αντί ενωτίων ή τας επροκάλει να βρέξωσι τα ρόδινα χείλη των εις το νέκταρ τον Βεζουβίου, το οποίον επωνομάσθη δάκρυ του Χριστού διά την ηδύτητα της γεύσεως και του αρώματος. Πολλαί δε εκενώθησαν και φιάλαι μαλβασίας και καμπανίτου εις υγείαν του Θωμά, όστις ηυχαρίστει υποκλινόμενος και αντέπινε σουμάδαν, την οποίαν είχε την αδυναμίαν να προτιμά παντός άλλου ποτού.
Κατά την ώραν της αναχωρήσεως επρόπεμψε μέχρι της κλίμακος πάντας τους τιμήσαντας την εορτήν, σφίξας την χείρα των κυρίων ως άγγλος ευπατρίδης και ασπασθείς την των δεσποινών ως γάλλος ιππότης. Ουδέ παρέλειψε το τελευταίον τούτο δυσάρεστον καθήκον, διά τον λόγον ότι ο βαρώνος Κούστε διεκρίνετο ως δεινότατος της Τοσκανίας εραστής, εκτιμητής όχι μόνον μαρμάρων και νομισμάτων, αλλά και της ζώσης γυναικείας καλλονής. Όπως ο Πυθαγόρας, ο Θαλής, δεν ενθυμούμαι, είχεν επιγράψη επί της εισόδου της σχολής αυτού: «Ουδείς αγεωμέτρητος εισίτω», ούτω και ο βαρώνος απέκλειε της αιθούσης του πάσαν ασχημομούραν, έστω και αν ήτο απόγονος των Μεδίκων.
Και τοιαύται μεν ήσαν του Θωμά αι διασκεδάσεις, η δε εργασία του ήτο, ως ήδη είπομεν, η ακριβής εκτέλεσις των καθηκόντων του βιβλιοφύλακος. Οσάκις ο βαρώνος εκλείετο εις το σπουδαστήριόν του διά να εργασθή, ο Θωμάς εγκαθιδρύετο επί των γιγαντιαίων τόμων της αρχαιολογίας του Βισκόντι και δεν επέτρεπε την είσοδον παρά εις μόνους τους συναδέλφους του κυρίου του εν αρχαιολογία. Οσάκις ήκουε κρουόμενον τον κώδωνα της αυλείου θύρας, έτρεχεν εις το παράθυρον να ιδή τις ήλθε, και έπειτα επανερχόμενος, τόσον πιστώς απεμιμείτο του επισκέπτου την στάσιν και τας κινήσεις, ώστε ο κύριος αυτού, μαντεύων ασφαλώς τις είνε ο επισκέπτης, ηδύνατο εγκαίρως να είπη εις τον θαλαμηπόλον του να τον εισάξη ή να τον αποκλείση. Τα ερμάρια των βιβλίων έφθαναν μέχρι της οροφής, αλλ' ο Θωμάς σπουδάσας πιθανώς πατά την παιδικήν του ηλικίαν την αναρρηχητικήν τέχνην εις τους εκατονταπήχεις κορμούς των φοινίκων, των αρτοκάρπων και των κοκκοδένδρων των παρθένων δασών της πατρίδος του, ουδεμίαν ησθάνετο δυσκολίαν ν' αναρριχηθή μέχρι της κορυφής της βιβλιοθήκης, να λάβη το ζητούμενον βιβλίον και να το προσφέρη εις τον μελετώντα, αφού προηγουμένως εφύσα επ' αυτού και το ετίνασσε προς απόσεισιν του κονιορτού. Εν αρχή έπρεπεν ο αυθέντης να του δεικνύη διά της άκρας καλαμίου τίνα τόμον θέλει, κατόπιν όμως συνηθίσας ο πίθηκος να συνδυάζη το άκουσμα του δεινός φωνήματος προς τούτον ή εκείνον, τον μεγάλον ή τον μικρόν, τον δεμένον ή τον άδετον, τον υψηλά ή χαμηλά, τον πράσινον ή τον κόκκινον τόμον, ουδέποτε εκόμιζεν άλλο σύγγραμμα εκτός του ζητηθέντος ή ετοποθέτει αυτό εις άλλην πλην της οικείας θέσιν μετά την χρήσιν.(6) Πράγματι η ταχύτης της προσαγωγής του βιβλίου και η απόσεισις του κονιορτού και του θορύβου πατημάτων είνε τα πρώτα και απαραίτητα προς μελέτην εφόδια, προκαλώ δε τον Έφορον της Λαυρεωτικής να μου επιδείξη ένα μόνον βιβλιοφύλακα δυνάμενον να συγκριθή με τον ιδικόν μου.