WeRead Powered by ReaderPub
Διηγήματα cover

Διηγήματα

Chapter 20: Η ΤΙΜΗ ΤΩΝ ΓΥΝΑIΚΩΝ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A series of short narratives ranging from contemplative natural sketches—such as a meditation on ephemeral aquatic insects—to intimate monologues and ironic vignettes about human feeling and folly. Each tale presents a compact incident or reflection that blends observational detail with personal rumination, moving between wry satire and melancholic introspection. Recurring concerns include the brevity of life, misplaced vanity, desire and loss, and social manners, with the author juxtaposing scientific observation and everyday anecdote to illuminate human vulnerability and paradox.

Εξ όλων όμως των υπηρεσιών, τας οποίας απέδωκεν εις το αυθέντην του ο Θωμάς, η μεγίστη βεβαίως είνε ότι του έσωσε την ζωήν. Ο βαρώνος, καίτοι από πολλού δεν ήτο νέος, εξηκολούθει ν' αγαπά τας ευθύμους αγρυπνίας, το δάκρυ του Χριστού, τους ανανάδες, τους φασιανούς και τας καραβίδας. Εκ τούτων συνέβη να εξυπνήση την επιούσαν καλού δείπνου ανίκανος να τα χωνεύση, η δε ανικανότης του ανθίστατο από τριών ήδη ημερών εις όλα τα ιατρικά. Ο τελευταίος προσκληθείς Ασκληπιάδης ενεφανίσθη κρατών εις τας χείρας του φιάλην του πασιγνώστου δραστικού, το οποίον μόνον ηδύνατο να σώση, διά βιαίου κλονισμού, τον πάσχοντα από αφεύκτου επικειμένου θανάτου, η συνείδησίς του όμως του επέβαλλε να δηλώση ότι υπήρχε τις μικρός κίνδυνος μη δεν δυνηθή ν' ανθέξη ο ασθενής εις του κλονισμού τούτου τας συνεπείας.

Ο βαρώνος εδίσταζε ν' αναρρίψη τον κύβον και ο ιατρός παρέτασσε επιχειρήματα ότι προτιμοτέρα βεβαίου θανάτου ήτο η μεγίστη πιθανότης να σωθή, όταν ο πίθηκος ήρπαοεν από της τραπέζης το ιατρικόν, ανέβη επί ερμαρίου και ήρχισε να παρατηρή αυτό μετά προσοχής, να το οσφραίνεται και έπειτα ν' αποστρέφη το πρόσωπον μετ' αηδίας, να κυττάζη τον ασθενή και να σείη την κεφαλήν ως συμβουλεύων αυτόν να μη λάβη το δύσοσμον ιατρικόν. Επί τέλους, ήρχισε να κινή την φιάλην άνω και κάτω, ως αν είχεν αναγνώση επί της επιγραφής αυτής το στερεότυπον : «Ανακίνησον πριν ή λάβης».

Η παντομίμα ήτο εις τοιούτον βαθμόν εκφραστική και υπερφυώς κωμική, ώστε δύο εκ των παρισταμένων φίλων του ασθενούς κατελήφθησαν υπό γέλωτος ακρατήτου και σπασμωδικού. Ο γέλως ούτος εξερράγη ως βόμβα, μετεδόθη ως πυρκαϊά, κατέλαβε τους προσελθόντας υπηρέτας και επί τέλους και αυτόν τον επιθανάτιον βαρώνον, τόσον ακράτητος και σφοδρός, ώστε ήρκεσε να προκαλέση τον επιδιωκόμενοι διά του δραστικού κλονισμόν και να σώση τον ασθενή.

Ο βαρώνος έζησεν ακόμη χάρις εις τον Θωμάν πέντε έτη και επόμενον ήτο να μη τον λησμονήση εις την διαθήκην του. Εκληροδότησεν αυτόν εις τον φίλον του Καρπέτην διευθυντήν του Ζωολογικού κήπου μετά τρισχιλίων φράγκων εισοδήματος προς συντήρησιν αυτού, εφ' όσον έζη, και περιπλέον διακοσίας χιλιάδας προς πλουτισμόν του κήπου. Η προς τον Θωμάν στοργή και μητρική πρόνοια του μακαρίτου ήτο τοιαύτη, ώστε δεν εξέχασε να σημειώση εις την διαθήκην του και μέχρι τίνος βαθμού πρέπει να θερμαίνεται την νύκτα το κατάλυμά του, και τίνα να παρατίθενται εις αυτόν φαγητά, μη λησμονήσας ουδέ την σουμάδαν.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΓΓΛΙΔΟΣ ΠΕΡΙ ΓΛΥΠΤΙΚΗΣ

Αξιότιμε κ. Συντάκτα,

Το όνομά μου είνε Anna Merrilies· έχω πατρίδα την Σκωτίαν, δίπλωμα διδακτορίσσης και κύριον επάγγελμα την διάδοσιν των ιδεών του Μάλθου περί πληθυσμού. Αναγνώσασα τον Πίνδαρον και αγαπώσα την Αρχαίαν Ελλάδα, ήλθον να παρευρεθώ εις την ανάστασιν των Ολυμπίων. Περί τούτων δεν λέγω τίποτε, μη αγαπώσα να προσβάλλω τους δυστυχούντας, οσάκις μάλιστα αναγνωρίζουσιν, ως υμείς εν τω «Ασμοδαίω», τας ελλείψεις των.

Είδον εν τη εκθέσει τα γλυπτικά έργα των κ. κ. Βιτσάρη και Βρούτου και τας κρίσεις υμών περί τούτων. Εξ αβρότητος προς τους κοπιάσαντας τεχνίτας, δεν θέλω να εξετάσω αν έχετε δίκαιον ή όχι. Άλλως τε ημείς οι Άγγλοι, ουδέ των γυναικών εξαιρουμένων, είμεθα πρακτικοί άνθρωποι· δεν αγαπώμεν, ως οι αρχαίοι και οι σήμερον Έλληνες, τας θεωρητικάς συζητήσεις, αλλ' εξετάζομεν το πράγμα υπό έποψιν της δυνατής εξ αυτών ωφελείας. Σοφός τις πρόγονος υμών έγραψε πραγματείαν «Περί του πώς αν τις απ’ εχθρών ωφελοίτο». Ούτω και εγώ, άμα είδον τα παιδία του κ. Βιτσάρη, την Αφροδίτην και τον Πάριν του κ. Βρούτου, αντί να βυθισθώ εις το πέλαγος της αισθητικής, ευθύς εσυλλογίσθην ότι ηδυνάμην να χρησιμοποιήσω τα προϊόντα ταύτα της νεοελληνικής τέχνης υπέρ ταχυτέρας διαδόσεως του σωτηρίου συστήματος του Μάλθου· και ιδού πώς.

Καίτοι Έλλην και εφημεριδογράφος, και έχων ως εκ τούτου το δικαίωμα πολλά πράγματα ν' αγνοήτε, ίσως όμως ηκούσατε, κύριε συντάκτα, ότι ο σοφός Μάλθος υπελόγισεν ότι οι μεν κάτοικοι της γης αυξάνονται και πληθύνονται, ο δε πλανήτης ημών ούτε ν' αυξήση δύναται ούτε να πολλαπλασιασθή, ώστε μετά ωρισμένον, και ουχί μακρόν αριθμόν Ολυμπιάδων, οι επ' αυτού οικούντες, μη ευρίσκοντες ούτε τόπον ούτε τροφήν, θέλουσι καταντήση να τρώγωσιν αλλήλους ως αράχναι κεκλεισμένοι εντός φιάλης.

Το συμπέρασμα είνε φοβερόν, αλλά και αναμφισβήτητον, ως βασιζόμενον επί μαθηματικού υπολογισμού. Ήδη δε εν Αγγλία τα φρικώδη αποτελέσματα του γραφικού ρητού «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» ήρχισαν να είνε επαισθητά. Εν Λονδίνω πλήθος ανθρώπων αποθνήσκουσι κατ' έτος εξ ελλείψεως τροφής ή αέρος.. Αν δε δεν είχον την Αυστραλίαν και την Ινδικήν, οι συμπατριώται μου ήθελον είνε προ πολλού ανθρωποφάγοι.

Προς σωτηρίαν από της μάστιγος ταύτης ο τε διδάσκαλός μου και οι οπαδοί αυτού προέτειναν πολλά φάρμακα· ήτοι να εμποδίζεται ο γάμος μεταξύ απόρων, ουδείς να δύναται να νυμφευθή πριν συμπληρώση το τριακοστόν έτος, ιατρικάς συνταγάς προς ατεκνίαν και άλλα πολλά. Αλλ' εκ τούτων τα μεν αντιβαίνουσιν εις τας συνταγματικάς ελευθερίας, τα δε εις την ηθικήν, ώστε το πρόβλημα μένει άλυτον και ο κίνδυνος της ανθρωποφαγίας εκκρεμής.

Γνωρίζουσα πόσον ανεξάλειπτοι είνε αι εντυπώσεις της νεαράς ηλικίας, εσκέφθην ότι πολύ συντελεστικώτερον προς διάδοσιν του συστήματος του διδασκάλου μου, συγχρόνως δε και συνταγματικώτερον ήθελον είναι, αν ενεπνέετο εις τους παίδας, έστω και δι' απάτης τινός, ανυπέρβλητός τις προς τον έρωτα και τον γάμον αποστροφή. Προς τούτο εσκέφθην να χρησιμοποιήσω τα προϊόντα της νεοελληνικής τέχνης. Άμα επιστρέψω οίκαδε, θέλω προκαλέση εν τω συλλόγω των Μαλθιστών έρανον προς αγοράν πεντακοσίων τουλάχιστον αντιτύπων της Αφροδίτης του κ. Βρούτου. Τα αγάλματα ταύτα θέλουσι τοποθετηθή εις τα εστιατόρια και τους κοιτώνας των εκπαιδευτηρίων και ορφανοτροφείων της Αγγλίας· οι δε νέοι, νομίζοντες ότι τοιαύτα άσχημα πράγματα κρύπτουσιν αι γυναίκες υπό τας μεταξίνους αυτών εσθήτας, θέλουσι καταφύγη αθρόοι υπό τας σημαίας του Μάλθου.

Αληθές είνε ότι εις πολλούς τούτων δεν θέλουσι λείψη ευκαιρίαι να εννοήσωσι κατόπιν την απάτην. Σημειώσατε όμως, κύριε συντάκτα, ότι διά της γλυφίδος του κ. Βρούτου δεν προτίθεμαι να εξαλείψω, αλλ' απλώς ν' αραιώσω το ανθρώπινον γένος επί του προσώπου της γης και προ πάντων της Αγγλίας.

Ευτυχείς και αξιομακάριστοι είσθε υμείς οι νεώτεροι Έλληνες, οι μη έχοντες επί πολλούς ακόμη αιώνας να μεριμνήσετε περί των θεωριών του Μάλθου, οι παραπονούμενοι ότι η χώρα υμών είνε μικρά και αφίνοντες χέρσα τα τρία τέταρτα αυτής, άτινα δεκάκις τόσους Έλληνας δύνανται και σήμερον, ως το πάλαι, να διαθρέψωσιν, εκτός αν υποθέσωμεν ότι, απολέσαντες την προγονικήν μεγαλοφυΐαν, ελάβετε αντ' αυτής ως αντάλλαγμα όρεξιν δεκαπλασίαν.

Οπωσδήποτε, αν και δεν έχετέ τι να φοβηθήτε εκ περισσείας πληθυσμού, πάλιν όμως νομίζω ότι δύνασθε και υμείς να χρησιμοποιήσετε προς άλλον σκοπόν τα έργα του Φειδίου και Πολυκλείτου. Εις τας εφημερίδας και τα περιοδικά υμών βλέπω καθημερινά παράπονα ότι επλεόνασε παρ' υμίν πάσα της Δύσεως η διαφθορά και η κοινωνική κακοήθεια, ότι άνηβοι μαθηταί αναγινώσκουσι μυθιστορήματα και δεκαετείς κορασίδες εργολαβούσιν. Όπως οι αρχαίοι Έλληνες παρίστων μεθύσους είλωτας εις τους νέους, ίνα αποστραφώσι την μέθην, ούτω και υμείς, ως αντιφάρμακον της « Dame aux Camelias» και του Φωβλάς, στήσατε &βρουτείους& Αφροδίτας εις το γυμνάσιον και &βιτσαρείους& Άραβας εις τα παρθεναγωγεία προς εκδίωξιν του πειρασμού.

Ταύτα έλεγον προχθές εν τη εκθέσει εις ελλανοδίκην τινά, όστις προ των καλλίστων μαρμάρων της Πάρνηθος και της Πεντέλης εδάκρυεν, αναλογιζόμενος ότι εν τοις κόλποις αυτών εγκυμονούνται τέρατα, οία τα εκτεθέντα.

Ελπίζω ότι η μετ' ολίγον παρά του Μαλθικού συλλόγου δοθησομένη σπουδαία παραγγελία θέλει παρηγορήση τους Έλληνας καλλιτέχνας δι' όσα κατ' αυτών εσωρεύσατε, παραγνωρίζοντες την χρηστότητα της τέχνης των.

                    Ευπειθής δούλη σας
                    ANNA MERRILIES

Η ΑΜΦΙΒΟΛΟΣ ΖΩΗ

Ταξειδεύων προ δεκαπέντε περίπου ετών εις Γερμανίαν, ηναγκάσθην να σταματήσω ένεκα απροσδοκήτου κωλύματος επί τριήμερον εν Φραγκφούρτη. Αφού περιειργάσθην τα εν τη πόλει αξιοθέατα, εξήλθον το απόγευμα φθινοπωρινής ημέρας εις περίπατον μόνος και ασκόπως φερόμενος όπου οι πόδες μου με ήγον. Βαδίσας ούτως εις απόστασιν από της πόλεως όση η απ' Αθηνών μέχρις Αμπελοκήπων, διέκρινα επί της κορυφής χαμηλού γηλόφου άκομψόν τι και βαρύ οικοδόμημα, φέρον επί του μετώπου λατινιστί τας λέξεις: &Asylum dublae vitae&, ήτοι &Άσυλον της αμφιβόλου ζωής&. Η επιγραφή αύτη εις μεγίστην μ' ενέβαλεν απορίαν, μη δυνάμενον να μαντεύσω τί ποτε ηδύνατο να σημαίνη η αμφίβολος αύτη ζωή. Ουδεμίαν έχων περί του πράγματος ιδέαν και κρίνων εκ της αναλογίας προς την γαλλικήν, οτέ μεν υπέθετον ότι το κτίριον εκείνο ήτο δεσμωτήριον ανθρώπων, ων η ζωή, ήτοι η διαγωγή, ήτο αμφίβολος και επικίνδυνος τη κοινωνία, οτέ δε ότι περιέκλειε γύναια αμφιβόλου σωφροσύνης. Πλησιάσας εν τούτοις εις το αινιγματώδες εκείνο καταγώγιον, είδον την θύραν αυτού ανοικτήν και γέροντα απόμαχον ησύχως καπνίζοντα προ της φλιάς, όστις άμα με είδεν ηγέρθη και χαιρετίσας εν σιωπή παρεμέρισεν ίνα περάσω. Ουδέ λέξιν γνωρίζων της γερμανικής όπως απευθύνω οιανδήποτε ερώτησιν, εισήλθον μη γνωρίζων πού εμβαίνω, τούτο δε μόνον δικαιούμενος να υποθέσω εκ της συμπεριφοράς του θυρωρού, ότι η είσοδος ήτο ελευθέρα εις τον βουλόμενον απληρωτεί· το εσωτερικόν του οικοδομήματος δεν ωμοίαζεν ούτε δεσμωτήριον ούτε κλωβίον γυναικών. Ενώπιόν μου ηνοίγετο μακρός διάδρομος και εκατέρωθεν αυτού δύο θύραι, δι' ων έβλεπον ευρύχωρα δωμάτια έρημα κατοίκων και παντός σκεύους. Εις το πέρας του διαδρόμου εκείνου εξετείνετο έτερος τοιούτος, τέμνων τον πρώτον κατ' ορθήν γωνίαν και φωτιζόμενος δι' υαλοφράκτου θύρας, αγούσης εις κηπάριον ή μάλλον χορτόφυτον αυλήν, περιφρασσομένην υπό τεσσάρων τοίχων. Η θέσις μου, μη γνωρίζοντος πού ευρίσκομαι, ωμοίαζε περιπλανωμένου τινός ήρωος ιπποτικού μυθιστορήματος. Ζωής όμως περί εμέ ούτε έβλεπον ούτε ήκουον το ελάχιστον ίχνος, ούτε αμφιβόλου ούτε βεβαίας. Αφού διέβην την υγράν και ανήλιον εκείνην αυλήν, ευρέθην αντικρύ ετέρας θύρας επί της οποίας ανεγινώσκετο η επιγραφή «Αίθουσα αγρυπνίας». Υπερβάς και ταύτην, εισήλθον εντός απεράντου αιθούσης, ήτις είχεν ως μόνα σκεύη γιγαντιαίον φανάριον, κρεμάμενον από της οροφής διά σιδηράς αλύσεως, και άνθρωπόν τινα ή μάλλον μονόφθαλμον και χωλαίνον ερείπιον ανθρώπου, βραδέως διαβηματίζον από της μιας εις την άλλην άκραν της αιθούσης. Ο θυρωρός είχε τουλάχιστον χαιρετίση, αλλ' ο προ εμού περιπατητικός φιλόσοφος εξηκολούθησε τον δρόμον του, ουδέ καν βλέμματος αξιώσας με. Αλλά τι εσήμαινεν ο ατελεύτητος ούτος περίπατος και επί τίνος πράγματος επηγρύπνει το ανθρωπάριον εκείνο εν αιθούση, όπου δεν υπήρχον ειμή τέσσαρες τοίχοι και επ’ αυτών ουδέ καν καρφίον ίνα κρεμασθή ο φύλαξ, αν τυχόν αηδίαζε την όντως αμφίβολον ζωήν του; Υπό τοιούτων κατεχόμενος αλύτων αποριών, ήρχισα καγώ να διαβηματίζω κατά μήκος της αιθούσης, ότε αίφνης εκατέρωθεν αυτής διέκρινα ανά τέσσαρας θυρίδας υαλοφράκτους, προς τας οποίας έσπευσα εν τάχει, ελπίζων ν' ανακαλύψω τέλος πάντων ακτίνά τινα φωτός. Διά της πρώτης των θυρίδων τούτων διέκρινα είδος τι κελλίου, τριών περίπου μέτρων μήκους και ολιγωτέρου πλάτους, και εν μέσω αυτού μεγάλην εκ σιδήρου τράπεζαν, εφ' ης ανεπαύετο υπό λευκόφαιον κάλυμμα παχύσαρκος τις άνθρωπος, τον οποίον εκ του στριμμένου μύστακος και ουλής τινος επί του μετώπου υπέθεσα αξιωματικόν. Το δε όντως παράδοξον ήτο ότι ο ούτω κατακείμενος είχεν υψωμένον τον βραχίονα και τους πέντε δακτύλους εντός ισαρίθμων χαλκίνων κρίκων, εις ους απέληγε το σχοινίον κώδωνος ανηρτημένου εκ του τοίχου. Το ημίφως προχωρούσης φθινοπωρινής εσπέρας δεν μοι επέτρεπε να διακρίνω ακριβώς τα χαρακτηριστικά του ούτω παραδόξως αναπαυομένου αλλ' η ακινησία και η ωχρότης του παρίστων αυτόν όμοιον μαρμαρίνω αγάλματι. Μεταβάς εις άλλην θυρίδα, το αυτό είδον θέαμα, πλην μόνης της διαφοράς ότι αντί ανδρός ανεπαύετο επί της τραπέζης του κελλίου ξανθή δέσποινα, έχουσα κακείνη ανά χείρας το σχοινίον του κωδωνίου. Διά της τρίτης θυρίδος είδον γέροντα χωρικόν, του οποίου οι μαύροι και χονδροί δάκτυλοι δεν είχον δυνηθή πιθανώς να εισέλθωσιν εις τους κρίκους και ως εκ τούτου το σχοινίον του κώδωνος είχε δεθή περί τον καρπόν της χειρός. Το τέταρτον κελλίον ήτο όλως κενόν, κάτωθεν δε της σιδηράς τραπέζης εφαίνετο λεκάνη πλήρης πηκτού τινος ερυθροπρασίνου ρευστού βδελυρού την θέαν και την οσμήν. Μεταβάς εις την απέναντι πλευράν της αιθούσης, ισαρίθμους έχουσαν θυρίδας, είδον δι' αυτών δύο κυρίους, μίαν κυρίαν και ωσεί οκταετές παιδίον, απαραλλάκτως αναπαυομένους επί σιδηράς τραπέζης και σφίγγοντας ομοίου κώδωνος το σχοινίον. Η αίθουσα εκείνη της αγρυπνίας ωμοίαζε πολύ μάλλον υπνωτηρίω· καθότι πλην του χωλού φύλακος ουδείς άλλος εφαίνετο εκεί αγρυπνών· έργον δε αυτού ήτο πιθανώς να σπεύδη εις την πρόσκλησιν των εν τοις κελλίοις αναπαυομένων, αν τις τούτων έκρουε τον κώδωνα εξυπνήσας. Αλλά και πάλιν τι παθόντες συνήλθον ν' αναπαυθώσιν εκεί, επί σιδηράς μάλιστα στρωμνής, ανθρώπινα όντα ούτω διάφορα την ηλικίαν, το φύλον και την κοινωνικήν θέσιν; Λύσιν του αινίγματος δεν ηδυνάμην να εύρω καμμίαν ως δε ο ηγεμών εκείνος της Αγγλίας προσέφερε το βασίλειόν του δι' ένα ίππον, ούτω καγώ κατ' εκείνην την στιγμήν ήθελον δώση παν ό,τι είχον αντί της γνώσεως ολίγων γερμανικών φράσεων, ίνα απευθύνω ερωτήσεις τινάς εις τον αταράχως εξακολουθούντα τον περίπατον αυτού μηστηριώδη θαλαμηπόλον.

Αλλ’ αίφνης εις την είσοδον της αιθούσης ενεφανίσθη μορφή τις ουδέν έχουσα κοινόν προς τα περικυκλούντα με απαίσια φαντάσματα, αλλά ζωηρά, ευπροσήγορος, φιλομειδής, αγαθωτάτη και ανήκουσα εις τον αξιότιμον κ. Όθωνα Ίνχιον, διδάκτορα της ιατρικής, μέλος διαφόρων ακαδημιών, ιππότην του Αγ. Μιχαήλ, συγγραφέα βιολογικής πραγματείας, διευθυντήν του καταστήματος, εν ω ευρισκόμην, και εις πάντας τους τίτλους τούτους, ους έμαθον εκ του εξωφύλλου διατριβής, ην μοι έπεμψε την επιούσαν, συνενούντα το ανεκτίμητον δι’ εμέ προτέρημα να ομιλή οπωσδήποτε την γαλλικήν. Ουδένα έτυχέ ποτε να γνωρίσω φιλολογώτερον τούτου άνθρωπον, αλλά η πολυλογία αύτη έπιπτεν επί της πυρεσσούσης περιεργίας μου, ως ευεργετική βροχή επί διψώντος λιβαδίου.

Η πρώτη προς αυτόν ερώτησίς μου απετέλει αληθή ερωτήσεων ορμαθόν. «Τι είναι η αίθουσα αύτη; Τι κάμνουσιν οι επί των σιδηρών τούτων πλακών εξηπλωμένοι, ο παχύς ούτος αξιωματικός, η ξανθή δέσποινα, ο χωρικός, η άλλη γυνή και το παιδίον; Διατί κρατούσι σχοινίον κώδωνος ανά χείρας ; Ζώντες είναι ή νεκροί;». Εις μόνην την τελευταίαν ταύτην ερώτησιν απεκρίθη μειδιών ο αγαθός Ίνσχιος. «Δεν ηξεύρω»· η εξήγησις όμως της αγνοίας του διήρκεσε δύο ολοκλήρους ώρας, δαπανηθείσας εις το να μοι αποδείξη επιστημονικώς, ότι προ της παρελεύσεως τεσσάρων τουλάχιτον ημερών, αδύνατον ήτο αυτώ ν’ αποφανθή μετά θετικότητος, αν οι ενώπιον ημών κατακείμενοι ήσαν ζώντες ή νεκροί. Τας εξηγήσεις του ταύτας συνεπλήρωσεν η ανάγνωσις της διατριβής ‘De Necrophania’, και ετέρα μετ΄ αυτού συνδιάλεξις, ότε μετέβην την επιούσαν να τον ευχαριστήσω δια το πολύτιμον δώρον του. Δεκαπέντε έκτοτε παρήλθον έτη και αι πλείσται των προτάσεων του αγαθού διδάκτορος εξηλείφθησαν εκ της μνήμης μου ως και η διατριβή αυτού εχάθη εκ της βιβλιοθήκης μου. Προχείρους όμως έχων επί της τραπέζης τον Ορφιλάν, τον Bichat, τον Bouchardat, τον Δυράνδον και τον Θωμασίνον, θέλω προσπαθήσει να εξηγήσω, διατί εν Φραγκφούρτη, εν Βεϊμάρη και εν πάση σχεδόν τη Γερμανία μεταξύ του βίου και του τάφου ηγέρθησαν σταθμοί καλούμενοι «Άσυλα της αμφιβόλου ζωής».

Αλλά προ πάντων πρέπει να εξετάσωμεν τι είναι ζωή, ουχί η αμφίβολος, αλλ’ η βεβαία. Ορισμούς ταύτης τοσούτους ανέγνων, και ούτω ποικίλους, ώστε αμηχανών να εκλέξω μεταξύ αυτών, προτιμώ να υποβάλω τον εξής εις την εκτίμησιν των κυρίων φυσιολόγων: «Ζωή είναι ανεξήγητός τις επανάστασις της αποτελούσης τα οργανικά όντα ύλης κατά των νόμων της χημείας». Τούτου τεθέντος, θάνατος πρέπει να ονομασθή η καταστολής της επαναστάσεως ταύτης και ο θρίαμβος των νόμων των διεπόντων το οξυγόνον, το υδρογόνον, τον άνθρακα, το θείον, τον φωσφόρον, την τίτατον και τα άλλα πράγματα, ων η ένωσις απαρτίζει άνθρωπον, λάχανον ή κτήνος. Γνωστόν είναι ότι οσάκις τας ουσίας ταύτας δεν συνδέει προς αλλήλας η άλυσις της χημικής έλξεως, αύται τείνουσιν αδιαλείπτως ν’ αποχωρισθώσιν, εις δε τα οργανικά όντα την άλυσιν ταύτην αντικαθιστά έτερός τις σύνδεσμος καλούμενος «ζωή». Αύτη εκδηλούται μεν και διά πλήθους άλλων φαινομένων, ήτοι κινήσεως θερμότητος, αναπνοής, κυκλοφορίας υγρών και των τοιούτων, αλλά πάντα ταύτα δύνανται και να εκλείψωσι και εν τούτοις η ζωή να παραμένη εν ψυχρώ και ακινήτω όγκω ενόσω τα αποτελούντα τον όγκον τούτον στοιχεία στέργουσι να μένωσιν ηνωμένα.

Γνωστοί είναι οι κόκκοι εκείνοι σίτου, οι επί αιώνας τεθαμμένοι υπό τας πυραμίδας της Αιγύπτου, και έπειτα αποδόντες χρυσούς στάχυας, άμα εχορηγήθη αυτοίς φώς και υγρασία, γνωστά δε και τα έντομα εκείνα τα μένοντα ολόκληρα έτη ακίνητα, συνεσταλμένα και ξηρά και έπειτα αναβιούντα. Μετά μείζονος δε θαυμασμού βλέπομεν αναφερόμενα και παραδείγματα τετραπόδων ζώων, άτινα οιονεί απολιθωθέντα υπό του ψύχους, διέμειναν ούτως πολλάς ημέρας εν μέσω των πάγων του βορρά και ανέζησαν έπειτα τυχότα καταλλήλου περιθάλψεως. Αλλ' ουδ' ο άνθρωπος αποτελεί εξαίρεσιν του κανόνος. Ως παρά τω φυτώ, τω εντόμου και τω τετραπόδω, ούτω και παρ' αυτώ, δύναται η ζωή να λανθάνη εν τω σώματι ως εν τάφω, υπ' ουδεμιάς προδιδομένη εξωτερικής εκδηλώσεως. Κατά τον Bichat: Ο άνθρωπος ζη ενίοτε επί πολλάς ημέρας εσωτερικώς, αφού παύση πάσα αυτού σχέσις προς τον έξω κόσμον. Η διακοπή των εξωτερικών φαινομένων της ζωής είνε σχεδόν πάντοτε επισφαλέστατον γνώρισμα της πραγματικότητος του θανάτου, περί ου δεν δύναται τις ν' αποφανθή θετικώς, ειμή μετά την οριστικήν κατάπαυσιν των φαινομένων της εσωτερικής ζωής».

Της οριστικής όμως ταύτης καταπαύσεως της εσωτερικής ζωής σημεία πολλά μεν προετάθησαν κατά καιρούς και προτείνονται καθ' εκάστην υπό των επιστημόνων, αλλ' εξ αυτού του πλήθους των προτεινομένων προκύπτει, ότι ασφαλές και βέβαιον ουδέν μέχρι σήμερον ανευρέθη. Παραλείποντες τα πασίγνωστα παρ' Ιπποκράτει σημεία θανάτου, ων μόνον το σπανίως απαντώμενον ανελλιπές άθροισμα καθιστά αναμφισβήτητον την απόσβεσιν της ζωικής φλογός, πρέπει να παρατηρήσωμεν ότι εκ των μετά ταύτα προταθέντων ουδέν αντέσχεν εις την βάσανον της συζητήσεως και της πείρας· ούτε των μελών η ακαμψία, ήτις εν πολλαίς νευροπαθείαις παρετηρήθη επί ζώντων ούτε της χειρός η προ φλογός λαμπάδος έλλειψις διαφανείας· ούτε η έλλειψις αναπνοής και κυκλοφορίας, αίτινες πολλάκις επανήλθον μετά πολύωρον διακοπήν ούτε η κατάπτωσις και θόλωσις του οφθαλμού, ήτις πολλάκις επερχομένη μετά τας πρώτας ώρας του υποτιθεμένου θανάτου, παρέρχεται έπειτα αφ’ εαυτής, ενώ αφ' ετέρου άλλων όντων νεκρών οι οφθαλμοί παρίστανται εξωγκωμένοι και ζωηρότατοι ένεκα της συμφορήσεως του αίματος εις την κεφαλήν, μετά την διαστολήν του στομάχου υπό των εκ της σήψεως αναπτυσσομένων αερίων (7). Τα ανωτέρω λοιπόν και όσα άλλα προετάθησαν κατά καιρούς σημεία, ενδείξεις μόνον παρέχουσι κατά το μάλλον και ήττον επισφαλείς, απόλυτον δε βεβαιότητα, ότι ανεπιστρεπτί απήλθεν η παρά τους νόμους της χημείας συνέχουσα το άθροισμα στοιχείων, το αποτελούν το οργανικόν ον, επαναστατική δύναμις της ζωής, έν μόνον σύμπτωμα παρέχει, η εκ νέου επικράτησις των χημικών νόμων, ήτοι του σώματος η αποσύνθεσις, η σήψις και η δυσωδία. Κατά τον Θωμασίνον, «η τέχνη του διακρίνειν τον ζώντα από του νεκρού είνε εισέτι πλήρης αβεβαιότητος. Σκληρόν δε είνε το να είπη τις, αλλ' εν τούτοις αληθέστατον, ότι πάσαι αι περί τούτου μελέται των επιστημόνων ουδόλως ασφαλίζουσιν ημάς από του κινδύνου να ταφώμεν ζώντες».

***

Αδύνατον είνε να μη καταληφθή τις υπό φρίκης και ρίγους, αναλογιζόμενος ότι ενδέχεται να διαφυλάττη ακεραίαν πάσαν αυτού την διάνοιαν και την εσωτερικήν ευαισθησίαν· να έχη πλήρη συνείδησιν των διατρεχόντων και εν τούτοις ν' αδυνατή να εκδηλώση δι' οιουδήποτε σημείου ότι ζη ακόμη, ομοιάζων πτώμα ούτω ακριβώς, ώστε ουδ' ο εμπειρότερος ιατρός να διακρίνη το ελάχιστον ίχνος της εν αυτώ παραμενούσης ζωής. Μεταξύ των νεκραναστάντων πολλοί διηγήθησαν ότι ήκουον τα πέριξ αυτών λεγόμενα, τας οιμωγάς των θρηνούντων αυτούς συγγενών και φίλων, τον ήχον των κωδώνων, την ψαλμωδίαν των ιερέων, τον επί του μετώπου αυτών ύστατον ασπασμόν και το χώμα καταπίπτον επί των σανίδων του φερέτρου. Αλλ' εν τούτοις αδύνατον ήτο αυτοίς ν' ανακράξωσι: «Μη με θάπτετε ζώντα!»

Συνήθως παρηγορούμεθα, αναλογιζόμενοι ότι σπάνια και όλως εξαιρετικά είνε τα τοιαύτα παραδείγματα. Από τινων όμως ετών και η σπανιότης αύτη απεδείχθη απλή δημώδης πρόληψις. Αποδείξεις, τούτου ευρίσκει τις ανελίσσων, πλην πολλών άλλων, τα πρακτικά της Γαλλικής Γερουσίας κατά την συνεδρίασιν της 27 Φεβρουαρίου 1866, καταναλωθείσαν ολόκληρον εις την συζήτησιν των προώρων ενταφιασμών και των ληπτέων μέτρων προς αποφυγήν τοιούτων. Εκ των αγορεύσεων τούτων αποσπώμεν τας εξής περικοπάς: Κατά τον Καρδινάλιον Donnet, «τα θύματα του προώρου ενταφιασμού είνε πολύ πλείονα του κοινώς πιστευομένου αριθμού εγώ δε ο ίδιος εν μόνη τη επισκοπή μου παρέστην μάρτυς τεσσάρων τούτων». Αφού δε διηγήθη τούτους, ο ρήτωρ επέθηκε τέλος εις τον λόγον του διά των εξής: «Άλλοτε πάλιν εν έτει 1826 νέος τις ιερεύς έπεσεν αίφνης απόπληκτος, ενώ εκήρυττεν από του άμβωνος. Εξετασθείς υπό των ιατρών, εκηρύχθη νεκρός και ως τοιούτος εσαβανώθη και μετεκομίσθη εις την εκκλησίαν. Εν τούτοις ο εν τω φερέτρω κατακείμενος ήκουε πάντα τα περί αυτόν λεγόμενα, τον θρήνον των κωδώνων και την νεκρώσιμον ακολουθίαν, αδυνατών επί πολλάς ώρας να κινηθή ή ν' αρθρώση την ελαχίστην λέξιν, μέχρι της κρισίμου στιγμής, καθ' ην ηγέρθη εις το χείλος ήδη ευρισκόμενος του τάφου. Ο ούτω εκ νεκρών αναστάς ειμί αυτός εγώ ο Καρδινάλιος Donnet, ο ερχόμενος να ζητήση παρά της Γερουσίας ου μόνον την ακριβή τήρησιν των κειμένων περί ενταφιασμού διατάξεων του νόμου, αλλά και νέας εγγυήσεις κατά τοιούτων απαισίων συμβάντων». Μετά τον καρδινάλιον έλαβε τον λόγον ο Tourangin πολλά τοιαύτα μνημονεύσας σύγχρονα παραδείγματα, ων προσήγαγε τα αποδεικτικά έγγραφα. Τούτον διεδέξατο εις το βήμα ο γερουσιαστής Βαρράλ πολλά κακείνος διηγηθείς παραπλήσια αναντίρρητα γεγονότα, μεταξύ δε των άλλων και τα εξής, ων υπήρξεν αυτόπτης: «Προ τiνων ετών παιδαγωγός υποληφθείσα νεκρά ετάφη μετά την τεταγμένην προθεσμίαν εν τω κοιμητηρίω, συνορεύοντι τη κατοικία του ιερέως. Περί μέσην την νύκτα ο εφημέριος εξυπνεί ακούσας γοεράς κραυγάς εξερχομένας εκ του νεοσκάπτου μνήματος. Πάντες σπεύδουσι να εκθάψωσι την δυστυχή, ήτις όμως απέθανεν ολίγας τινάς στιγμάς αφού εξήχθη εκ του τάφου. Το έτερον παράδειγμα είνε ξυλουργού τινος, όστις ελάκτισε τας σανίδας του φερέτρου, καθ' ην ακριβώς στιγμήν ερρίπτετο το χώμα εις τον λάκκον». Εν δε τη αγορεύσει του Λαγερονιέρου ευρίσκομεν την κατωτέρω όντως φοβεράν περικοπήν: «Κατά τας γινομένας εσχάτως ανασκαφάς καταργηθέντων νεκροταφείων ευρέθησαν εν τοις φερέτροις σκελετοί εις θέσιν προδίδουσαν φρικώδη απελπισίαν. Τα διάστροφα αυτών μέλη εμαρτύρουν τον ύστατον εν τω τάφω αγώνα της ζωής, πάλην κατά του θανάτου όντως φοβεράν, σπαρακτικάς κραυγάς και στεναγμούς μη αντηχήσαντας εις τα ώτα των επί της γης. Τοιαύτα αποκαλύπτουσιν ημίν μυστήρια αι ανασκαφαί». Ότε δε εγένοντο αι εκ του εν Παρισίοις νεκροταφείου, του λεγομένου των Αθώων, μετακομίσεις λειψάνων, ο προϊστάμενος τούτων κοσμήτωρ της ιατρικής σχολής Touret επείσθη εκ της εν τω τάφω θέσεως πλείστων πτωμάτων, ότι ούτοι είχον ενταφιασθή ζώντες, και τοσούτον εκ της ανακαλύψεως εταράχθη, ώστε, προσκαλέσας αυθημερόν συμβολαιογράφον, συνέταξε διαθήκην, περιέχουσαν διατάξεις ασφαλιζούσας αυτόν από παντός τοιούτου κινδύνου.

***

Μεταβαίνοντες από των αγορεύσεων εις την εξέτασιν των προς κύρωσιν αυτών μαρτυριών, ευρίσκομεν εν αυταίς αναντίρρητα γεγονότα ούτω πολυάριθμα, ώστε ηδύναντο εξ αυτών να πληρωθώσιν ολόκληροι τόμοι. Εκ τούτων προκύπτει ότι πολλάκις εν τοις νοσοκομείοις πολλοί δήθεν νεκροί εξέπεμψαν φρικώδεις κραυγάς υπό την μάχαιραν σπουδαστών ανατομίας. Κατ' άλλας πάλιν αποδείξεις, περιβεβλημένας πάσαν αυθεντίαν, πιστοποιείται ότι δήθεν νεκροί ου μόνον μετεκινήθησαν εν τω φερέτρω, αλλά και κατώρθωσαν να σχίσωσι την νεκρικήν σινδόνα. Τινές τούτων ευρέθησαν εις ου μικράν απόστασιν από του φερέτρου, εκπνεύσαντες επί των βαθμίδων του νεκρικού υπογείου. Το πράγμα φαίνεται απίστευτον, αλλ' εν τούτοις και τούτο μαρτυρείται, ότι έγκυοι γυναίκες εγέννησαν εν τω τάφω.

Εν τω πλήθει των τοιούτων φοβερών αφηγήσεων υπάρχουσι πιθανώς καί τινες υπερβολικαί ή μη ακριβείς. Πλείσται όμως τούτων, συνταχθείσαι υπό επιστημόνων, παρέχουσι πάσαν εγγύησιν αξιοπιστίας και εις αυτόν τον σκεπτικώτατον ανακριτήν. Δεν πρέπει δε και να λησμονώμεν ότι αντί ενός ανακαλυπτομένου τοιούτου φρικώδους δράματος, δέκα άλλα τουλάχιστον παρέρχονται απαρατήρητα υπό την πλάκα του τάφου. Ανελίσσοντες το πόνημα του Bruhier περί αβεβαιότητος των συμπτωμάτων του θανάτου, ευρίσκομεν εν αυτώ εκατόν ογδοήκοντα τοιαύτα παραδείγματα εν οις πεντήκοντα ανθρώπων ταφέντων ζώντων, ισαρίθμων περίπου αναβιωσάντων αφού εκλείσθησαν εντός των φερέτρων, εβδομήκοντα πέντε νομισθέντων νεκρών, οίτινες εξύπνησαν είτε ενώ ερράπτοντο εν τω σαβάνω, είτε εν καιρώ επιδημίας ευρισκόμενοι ήδη εν μέσω σωρού πτωμάτων επί της νεκροφόρου αμάξης, και τέσσαρες ενώ ανετέμνοντο εν τω αμφιθεάτρω.

***

Ο Πλίνιος εν τη φυσική αυτού ιστορία αφιερώνει ολόκληρον κεφάλαιον εις τους αναστάντας κατά την τελετήν της κηδείας, διηγούμενος μεταξύ άλλων τίνι τρόπω ο υπατεύσας Ακίλιος Αβίολος ήρξατο κραυγάζων επί της νεκρικής πυράς, ην δεν έφθασαν να σβέσωσιν εγκαίρως οι παρεστώτες, και ούτω εκάη ζων και ολολύζων. Επί της πυράς επίσης εξηγέρθη εκ νεκροφανούς ληθάργου ο πραίτωρ Λούκιος Λαμίας και, μη τυχών εγκαίρου βοηθείας εγένετο κακείνος παρανάλωμα των φλογών. Ευτυχέστερος όμως τούτων υπήρξεν ο Κέλιος Τυβερών, ον οι οικέται ηδυνήθησαν να εξαγάγωσι ζώντα έτι εκ του πυρός. Πασίγνωστά εισι και τα παρά Πλουτάρχω περί του καταπεσόντος από τίνος υψώματος, λιποθυμήσαντος και μετά τριήμερον νεκροφάνειαν ανεγερθέντος εκ νεκρών. Κατά πάντα όμοιον συμβάν διηγείται ο ιατρός Cury περί παιδός ριφθέντος από του παραθύρου διωρόφου οικίας, υποληφθέντος νεκρού μετά τετραήμερον ακινησίαν και έπειτα αναζήσαντος διά του ηλεκτρισμού. Κατά δε τον Durante η τοιαύτη λιποθυμία δύναται και μέχρις οκτώ ημερών να παραταθή. Τοιαύτης οκταημέρου παρατάσεως της νεκροφανείας παράδειγμα μνημονεύεται το εν έτει 1746 της Λαίδης Ρώσσελ, ην κυρυχθείσαν νεκράν υπό των ιατρών, ο παράφορος αγαπών αυτήν σύζυγός της εις ουδένα επέτρεπε να εγγίση, καθήμενος παρά το προσκεφάλαιον του λειψάνου μετά πυροβόλου ανά χείρας. Η ένοπλος αύτη αγρυπνία διήρκεσεν οκτώ όλα ημερονύκτια, μέχρις ου περί τας αρχάς της ενάτης νυκτός η δήθεν μακαρίτις έκρινεν εύλογον να κινηθή και ν' αποτείνη τον λόγον εις τον ακοίμητον αυτής φύλακα. Άξιον μνείας ως αποδεικνύον την αμηχανίαν, εις ην ευρίσκεται πολλάκις ο έχων ν' αποφανθή περί ζωής ή θανάτου, φαίνεται ημίν και το εξής γεγονός, ιστορούμενον υπό του εν Βελγίω ακαδημαϊκού ιατρού Φραγκίσκου: «Εν έτει 1832, ενώ ενέμοντο την πόλιν κακοήθεις πυρετοί, προσεκλήθην παρά τινι κυρία Lemoine, ην εύρον έχουσαν ως ακολούθως. Ο σφυγμός ήτο ανεπαίσθητος, αι κόραι των οφθαλμών έμενον ακίνητοι όταν ανυψούντο τα βλέφαρα και προσεφέρετο φως· τα χείλη και άπασα του σώματος η επιφάνεια πελιδνά· το δέρμα κρύον και ξηρόν αναπνοής ουδ' ίχνος, ούτε επί προσφερομένου εις το στόμα κατόπτρου ούτε διά της δονήσεως του φωτός λαμπάδος, η δε καρδία ήτο κακείνη καθ' ολοκληρίαν σιωπηλή. Μη αρκεσθείς εις ταύτα, έθεσα φιάλην καυστικής αμμωνίας υπό την ρίνα της γυναικός ταύτης, είτα δε κατέφυγον εις δριμυτάτους συναπισμούς αμμωνιώδη εκδόρια και επιθέσεις λειοτριβημένου σκόρδου επί ματαίω. Προς άρσιν και της ελαχίστης αμφιβολίας επυράκτωσα το σιδηρούν πτύον (pêle) της εστίας, και αφού κατέστη ερυθρόν, επέθεσα αυτό εις το έσω των κνημών, χωρίς να παρατηρήσω το ελάχιστον ίχνος ευαισθησίας εις το προ εμού κατακείμενον ψυχρόν και ακίνητον σώμα, το οποίον μετά τας δοκιμάς ταύτας εδικαιούμην να κηρύξω ώριμον προς ταφήν. Αλλ' εν τούτοις η κυρία Λεμουάν ανανήψασα εκ του ληθάργου την επιούσαν, έζησεν ακόμη τριάκοντα έτη».ψ

Ανοίγοντες κατά τύχην τους επί της τραπέζης ημών τόμους, αποσπώμεν μόνον τα παριστώντα τι περίεργον εκ των εν αυτοίς απειραρίθμων παραδειγμάτων προώρου ταφής.

Κατά τον Μαλαλάν, τον Μανασήν, τον Πάγην και τους άλλους χρονογράφους, ο αυτοκράτωρ Ζήνων ο Ίσαυρος αναισθητήσας εκ της μέθης και υποληφθείς νεκρός εκλείσθη εν τω τάφω. Την νύκτα όμως οι φύλακες εταράχθησαν, ακούσαντες γοεράς κραυγάς εξερχομένας εκ του υπογείου· ότε δε ανεώχθη την επιούσαν το μνημείον, ο δυστυχής αυτοκράτωρ ευρέθη αιμοσταγής, κατασπαράξας εν τη απελπισία του τας σάρκας διά των οδόντων.

Ο συγγραφεύς του γνωστού παρ' ημίν μυθιστορήματος Μανών Λεσκώ αββάς Prevost, διερχόμενος εν ώρα θέρους το δάσος Chantilly, έπαθεν εξ αποπληξίας. Ανευρεθείς την επιούσαν ακίνητος και άπνους, εκηρύχθη νεκρός, και μετά την παρέλευσιν της νομίμου προθεσμίας, το σώμα αυτού παρεδόθη εις χειρουργόν τινα, ίνα εξακριβώσει την αίτίαν του θανάτου. Αλλ’ άμα έσχισεν η μάχαιρα την κοιλίαν του αββά και ευθύς ανεπήδησε κρουνός θερμού αίματος, ενώ γοεραί κραυγαί εξήρχοντο του στόματος του ανατεμνομένου. Και ο μεν νεκρός απέθανεν εκ της πληγής, ο δε ιατρός ελιποθύμησεν εκ του φόβου.

Ο καρδινάλιος Σπινόζας, ουχί ο φιλόσοφος, αλλ' ο υπουργός του Φιλίππου Β' της Ισπανίας, υποληφθείς κακείνος ως νεκρός και ανατεμνόμενος, εδάγκασε την χείρα του μαχαιροφόρου ασκληπιάδου.

Ο περιώνυμος Βεζάλε, ιατρός του Καρόλου Κοΐντου, δις έτυχε να επιχείρηση την αυτοψίαν νεκροφανών, οίτινες διεμαρτυρήθησαν εντόνως διά κραυγών. Προς αγνισμόν του εξ απροσεξίας αμαρτήματος κατεδικάσθη ν' αποδήμηση προσκυνητής εις Ιεροσόλυμα.

Ο Φραγκίσκος Κιβίλης, αγράμματος ων, ως οι πλείστοι ευπατρίδαι της αυλής του Καρόλου ΙΒ', μετεχειρίζετο αντί υπογραφής σφραγίδα φέρουσαν την επιγραφήν: «&Τρις αποθανών, τρις ενταφιασθείς και τρις εγερθείς θεία χάριτι εκ νεκρών. Και τω όντι η μήτηρ αυτού έγκυος ούσα απέθανε και ενεταφιάσθη άνευ προηγουμένης καισαρικής εγχειρήσεως προς σωτηρίαν του παιδιού, το οποίον εξήχθη μετά διήμερον εκ των σπλάγχνων της εκταφείσης μητρός. Ο ούτω ιδών το φως Κιβίλης, βαρέως πληγωθείς τριάκοντα μετά ταύτα έτη κατά την πολιορκίαν της Ρουέννης, ετάφη μετά σωρού άλλων νεκρών και διέμεινε πάλιν υπό την γην επί ολόκληρον ημέραν, μέχρις ου ο αναζητών το πτώμα του πιστός υπηρέτης εξέθαψεν αυτόν ζώντα ακόμη και μέλλοντα ν' αποδυθή εις νέους μετ' ολίγον αγώνας. Υποληφθείς και πάλιν ως νεκρός επί του πεδίου της μάχης, εγυμνώθη υπό νυκτοκλεπτών και ετάφη υπό σωρόν αχύρων, όπου διέμεινε τρεις όλας ημέρας, μέχρις ου ανευρέθη έτι ζων υπό των αναζητούντων το σώμα του, ίνα αποδώσωσιν αυτώ τας προσηκούσας επικηδείους τιμάς.

Εκ της απεράντου προ ημών πληθύος έν τελευταίον παραθέτομεν γεγονός, το οποίον έδωκεν εσχάτως αφορμήν εις όντως περίεργον δίκην: «Δύο έμποροι Παρισίων, συνδεόμενοι προς αλλήλους διά στενωτάτης φιλίας, είχον ο μεν υιόν ο δε θυγάτριον, και τα τέκνα των ταύτα εμνήστευσαν προς άλληλα άμα απογαλακτισθέντα. Ο παις και η παιδίσκη νηπιόθεν συναναστρεφόμενοι εν καθημερινή οικειότητι ησθάνθησαν προϊόντων των ετών την φιλίαν αυτών μεταβαλλομένην εις έρωτα διακαή, μέλλοντα μετ' ου πολύ να καθιερωθή διά του γάμου. Τα σχέδια όμως ταύτα ήλθον ν' ανατρέψωσι μετ' ολίγον οικονομικαί δυσχέρειαι, προς αποσόβησιν των οποίων ο πατήρ της νεανίδος ηναγκάσθη να θυσιάση την θυγατέρα, εκδίδων αυτήν άκουσαν εις γάμον πλουσίω τραπεζίτη ερασθέντι αυτής. Η δύστηνος νεάνις, τηκομένη υπό φοβεράς ανίας, κατελήφθη υπό μαρασμού, εξ ου και απέθανε μετά τινας μήνας. Ο δε και μετά τον γάμον διαμείνας πιστός πρώτος μνηστήρ, αφ' ενός μεν θέλων να επανίδη έτι άπαξ την νεκράν φίλην του, αφ' έτερου δε ενθυμούμενος ότι αύτη παιδιόθεν υπέκειτο εις μακράς λιποθυμίας, εδωροδόκησε τον νεκροθάπτην και απεκόμισεν οίκαδε το νύκτωρ εκταφέν σώμα. Αι κατά το φαινόμενον χιμαιρικαί αυτού ελπίδες εστέφθησαν υπό ανελπίστου επιτυχίας. Η νεκρά ανέζησε διά των φροντίδων του και μετά τινας ημέρας το ερωτευμένον ζεύγος μετέβη να κρύψη την ευτυχίαν του εις Αγγλίαν, όπου διέμεινε δέκα ολόκληρα έτη. Το μακρόν τούτο διάστημα χρόνου νομίζοντες ικανόν προς τελείαν λήθην, επανήλθον οι δύο ερασταί μετά την παρέλευσιν αυτού εις Γαλλίαν. Παρά πάσαν όμως προσδοκίαν ο τραπεζίτης ανεγνώρισεν εν περιπάτω την πρώην σύζυγόν του, και, αρνουμένης ταύτης να επανέλθη υπό την συζυγικήν του προστασίαν, απήτησε τούτο δικαστικώς και εκέρδησε την δίκην· ότε όμως έφθασαν οι κλητήρες να εκτελέσωσι την απόφασιν, εύρον κενήν την φωλεάν και πάσαι αι καταβληθείσαι υπό της αστυνομίας προσπάθειαι προς ανεύρεσιν των αποπτάντων πτηνών απέβησαν μέχρι τούδε ανωφελείς».

Μετά την ανάγνωσιν των ανωτέρω, εξ ων, κατά την ομολογίαν πάντων των επιστημόνων, προκύπτει ότι πλην της αρχομένης σήψεως ουδέν άλλο υπάρχει βέβαιον θανάτου σημείον, πας τις απορεί τίνι τρόπω δεν έσπευσαν και τα λοιπά έθνη να μιμηθώσι το παράδειγμα της Γερμανίας ιδρύοντα Άσυλον αμφιβόλου ζωής. Περιοριζόμενοι εις μόνην την Γαλλίαν παρατηρούμεν ότι της αναβολής το αίτιον υπήρξεν αφ' ενός μεν οικονομικόν, πολλών δήμων μη όντων ικανών να επαρκέσωσιν εις την δαπάνην τοιούτων ασύλων, αφ' ετέρου η πολλάκις μεν ψευσθείσα αλλ' επιμένουσα έτι ελπίς ανακαλύψεως βεβαίου τινός του θανάτου σημείου. Ως τοιαύτα προτείνονται σήμερον το &δυναμοσκόπιον& του δόκτορος Collongue, διά του οποίου, επιθετομένου επί του στήθους του νεκροφανούς, διακρίνεται, κατά τας διαβεβαιώσεις του ευρέτου, υπόκωφός τις ζωικός ψιθυρισμός, εφ' όσον ενυπάρχει εν αιτώ ο ελάχιστος λανθανούσης ζωής σπινθήρ· ώστε η έλλειψις παντός τοιούτου ακούσματος πρέπει να θεωρήται ως ασφαλές θανάτου τεκμήριον. Άλλοι πάλιν, εν οις ο Josat, o Nysten, o Marc, θεωρούντες ως δύσχρηστον και επισφαλές το ακουστικών τούτο εργαλείον, προτείνουσιν αντ' αυτού ηλεκτρικήν τινα μηχανήν, ούτω απλοποιηθείσαν, ώστε και εν αυτοίς τοις χωρίοις να δύναται ο ιερεύς ή η τυχούσα νοσοκόμος ν' αποφασίζη, αν επηρεάζωνται υπ' αυτής οι ευρισκόμενοι εν καταστάσει αμφιβόλου ζωής.

Η ΤΙΜΗ ΤΩΝ ΓΥΝΑIΚΩΝ

Προς αποφυγήν παρανοήσεων πρέπει προ παντός άλλου να ειδοποιήσωμεν τον αναγνώστην ότι, ομιλούντες περί της τιμής των γυναικών, δεν μεταχειριζόμεθα την λέξιν καθ' ην έχει σημασίαν όταν λέγωμεν η τιμή των ζαχάρεων, των σιτηρών ή και των ψήφων εν Ύδρα ή Ερμουπόλει.

Αληθές είνε ότι εις μεγαλουπόλεις τινάς της Ευρώπης και ιδίως εν Βιέννη και Παρισίοις η λέξις είνε εύχρηστος και εν τοιαύτη σημασία, προκειμένου περί της αγοραίας τιμής τάξεως τίνος γυναικών θεωρουμένων ως εμπορευμάτων.

Ενταύθα όμως δεν πρόκειται περί τούτου, αλλά μόνον περί της τιμής εκείνης, ην θεωρείται ότι έχασεν ανεπιστρεπτί πάσα κόρη ή δέσποινα, ήτις παρέχει εις άνδρα άνευ προηγουμένης στεφανηφορίας ή άλλον πλην του συστεφανωθέντος την ηδυτάτην των επί της γης απολαύσεων.

Προς απόδειξιν του ασυμβιβάστου της τοιαύτης παροχής προς την θρησκείαν, την ηθικήν και το συμφέρον της κοινωνίας εγράφησαν παρά σοβαρών ανθρώπων πολλοί και ογκώδεις τόμοι, ουδέποτε όμως έλειψαν και άλλοι εξίσου σπουδαίοι, Πλάτωνες, Φουριέροι, Χρύσιπποι, Σαινσίμωνες και Λυκούργοι, κηρύττοντες πρόληψιν αναξίαν λογικών όντων την απονομήν τοσαύτης σημασίας εις πράγμα μη έχον καθ' εαυτό καμμίαν. Και περί μεν της σημασίας του πράγματος δύναταί τις να έχη οιανδήποτε ορέγεται γνώμην, οι δε μόνοι έχοντες προφανώς άδικον είνε όσοι αποδίδουσιν εις τους άνδρας, ότι εκ ζηλοτυπίας και εγωισμού αφήρεσαν επί ποινή ατιμίας από της γυναικός το δικαίωμα της ελευθέρας διαθέσεως εαυτής. Αλλ' οι τοιαύτα ισχυριζόμενοι φαίνονται τελείως λησμονούντες, ότι του τοιούτου περιορισμού θερμαί υπέρμαχοι απεδείχθησαν απανταχού και πάντοτε αυταί αι γυναίκες διά τον απλούστατον λόγον ότι τους μεν άνδρας ζημιώνει καιρίως, ενώ μεγάλον και ψηλαφητόν είνε το εξ αυτού γυναικείον κέρδος.

Όπως πεισθή τις περί τούτου αρκεί να ενθυμηθή, ότι διά της υπεροχής των βραχιόνων και του εγκεφάλου των κατέκτησαν εν ιδρώτι του προσώπου αυτών και κατέχουσιν οι άνδρες πάντα τα επί της γης αγαθά, αι δε γυναίκες μόνον παρ' αυτών δύνανται να λάβωσιν όσα αδυνατούσιν ως επί το πολύ διά της ιδίας εργασίας να πορισθώσι, τροφήν, στέγην, ένδυμα, υπεράσπισιν κατά πάσης προσβολής, πολυτελή κοσμήματα, κοινωνικήν θέσιν, προίκα και πάντα εν γένει τα αναγκαία ή απλώς αρεστά αυταίς. Αντί τούτων πάντων δεν έχουσι να προσφέρωσιν εις τον άνδρα ειμή έν μόνον πράγμα, στιγμάς τινας ηδονής. Ουδέν άλλο πλην τούτου κατέχουσαι, έπρεπεν εξ άπαντος ν' αγωνισθώσιν όπως η αξία του μοναδικού αυτών ανταλλάγματος εξισωθή προς το άθροισμα όλων ομού των ανδρικών.

Τοιαύτη όμως υπερτίμησις αδύνατον ήτο να κατορθωθή άλλως ή δι' αγράφου μεν, αλλ' απαραβάτου μεταξύ γυναικών συμφωνίας, καθ' ην εις ουδεμίαν αυτών επιτρέπεται η παροχή ηδονής ούτε δωρεάν ούτε εις τιμήν κατωτέραν της ορισθείσης, της ισοβίου δηλ. ενώπιον Ιερέως και συμβολαιογράφου υποχρεώσεως του ανδρός να ικανοποιή πάσας της γυναικός τας ανάγκας και τας ορέξεις. Επειδή δε δύσκολον θα ήτο να καταναγκασθώσιν οι άνδρες εις καταβολήν τοιούτου υπερόγκου τιμήματος, αν παρείχοντο αυτοίς ευκαιρίαι ευωνοτέρας απολαύσεως του ποθουμένου, το κοινόν συμφέρον επέβαλεν επιτακτικώς εις τον γυναικείον σύνδεσμον την αυστηράν επιτήρησιν της διαγωγής εκάστον των μελών αυτού και την άμεσον προς παραδειγματισμόν καταδίκην εις ατιμίαν της παραβάτιδος των συμφωνηθέντων.

Αύτη τω όντι ου μόνον εαυτήν ζημιώνει, αλλά και κοινόν κτήμα υποτιμά. Από του γυναικείου αυτομολεί εις το εχθρικόν στρατόπεδον ενθαρρύνουσα εις αντίστασιν τους άνδρας. Το έγκλημα αυτής είνε εξίσου βαρύ ως του προδότου, του προμηθεύοντος λάθρα τροφάς εις φρουράν, ήτις πρόκειται να εξαναγκασθή διά της πείνης εις συνθηκολογίαν. Διά την ένοχον τοιαύτης επιβουλής ούτε συγγνώμη δύναται να υπάρξη ούτε καν επιτρέπεται οίκτος. Ταύτην δύνανται κατά το παράδειγμα του Ιησού να ελεήσωσι και να εξακολουθώσι συναναστρεφόμενοι οι άνδρες, καθήκον όμως πάσης γυναικός είνε ν' αποστρέφη καθ' οδόν το πρόσωπον όπως μη την χαιρετίση, να εξέρχεται της αιθούσης όπου βλέπει αυτήν εισερχομένην, να εγείρεται της τραπέζης όπου έτυχεν η αμαρτωλή να καθήση, να περισυλλέγη τας πτυχάς της εσθήτος της όπως μη μολυνθή εκ της προσψαύσεως της λέπρας, θέσις της προδότιδος δεν είνε πλέον μεταξύ των τιμίων γυναικών, όσαι εύρον ή ζητούσι σύζυγον, αλλ' εν τη ατίμω αγέλη των εταιρών, ήτοι των φυσικών συμμάχων του ανδρός κατά του γυναικείου προς υπερτίμησιν της ηδονής συνασπισμού. Ο πάντα ταύτα ακριβώς εξετάζων άγεται να πιστεύση ότι το δόγμα της γυναικείας τιμής ενδέχεται μεν να είνε κοινωνικώς χρήσιμον, απόλυτον όμως αξίαν δεν έχει καθ’ εαυτό καμμίαν, ουδ' άλλην τινά βάσιν παρά μόνον το γυναικείον συμφέρον. Αληθές είνε ότι το συμφέρον τούτο παρεπείσθησαν οι άνδρες να υπηρετώσιν επί ζημία του ιδίου και ν' αναλάβωσι μάλιστα καθήκοντα εκτελεστού των αποφάσεων του Γυναικείου Αρείου Πάγου, κόπτοντες την κόμην ή και την κεφαλήν της υπ' αυτού εις ατιμίαν καταδικασθείσης. Αλλ' ουδ' εκ των θυσιών τούτων δύναταί τις άλλο ή λογικώς να συμπεράνη παρά μόνον, ότι επόμενον ήτο να ποτισθή δι’ αίματος και το είδωλον της γυναικείας τιμής, όπως πάσα άλλη ανθρωπίνη πρόληψις και πλάνη.

ΤΕΛΟΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΟΙ από όλους τους λογογράφους μας

ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ εις 120 τόμους δεμένους αξίας ΔΡΑΧΜΩΝ 315 με 10 ΔΡ. κατά μήνα

ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ

ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΥΣΑΙ Μετάφρ. Πολ. Δημητρακοπούλου……. Δρ. 2
ΟΡΝΙΘΕΣ. Μετάφρ. Πολ. Δημητρακοπούλου …… » 3
ΒΑΤΡΑΧΟΙ. Μετάφρ. Πολ. Δημητρακοπούλου …… » 3
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Μετάφρ. Πολ. Δημητρακοπούλου …… » 2
ΝΕΦΕΛΑΙ Μεταφρ. Πολ. Δημητρακοπούλου …… » 2
ΑΧΑΡΝΗΣ. Μετάφρ. Μ. Αυγέρη …… » 2.50

ΙΠΠΗΣ. Μετάφρ. Μ. Αυγέρη ………..» 2.50
ΣΦΗΚΕΣ. Μετάφρ. Μ. Αυγέρη . . ……… » 2.50
ΕΙΡΗΝΗ. Μετάφρ. Μ. Αυγέρη ……….. » 2.50
ΠΛΟΥΤΟΣ. Μετάφρ. Μ. Αυγέρη ………..» 2.50
ΘΕΣΜΟΦΟΡΙΑΖΟΥΣΑ1. Μετάφρ. Μ. Αυγέρη …..» 2.50
Ολόκληρος ο Αριστοφάνης εις 11 τόμ. δεμένους ΔΡ. 32.50

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ

ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ. Μετάφρ. Κ. Βάρναλη …..» 2.50
ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ. Μετ. Δ. Αναστασοπούλου Αθηναίου,
                                             τόμ. 2 » 5. —
Και οι 3 τόμοι του Ξενοφώντος δεμένοι » 9. —

ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ

ΧΑΡΑΚΤΉΡΕΣ. Μετάφρ. Μαρίνου Σιγούρου …..» 1. —

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ. Μετάφρ. Ιω. Ζερβού.
Τεύχος Α'. Βιβλία Α' και Β’. Δρ. 2.50
Τεύχος Β’. » Γ’ και Δ’. » 2.50
Τεύχος Γ'. » Ε' και ΣΤ.’ Δρ. 2.50
Τεύχος Δ’ » Ζ’ και Η’. » 2.50

Ολόκληρος ο Θουκιδίδης εις 4 τόμ. δεμένους ΔΡ.12. —

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ

ΑΠΑΝΤΑ. Μετάφρ. Ιω. Κονδυλάκη, τόμοι 6 ….» 18. —

ΤΟΜΟΣ Α'. Όνειρον ή βίος του Λουκιανού. — Προς εκείνον όστις είπεν: είσαι Προμηθεύς εις τα έργα σου. — Πλοίον ή ευχαί. — Περί πένθους. — Τίμων ή μισάνθρωπος. — Εγκώμιον μυΐας. — Θεών διάλογοι. — Κρίσεις θεών. — Προς Νιγρίνον επιστολή. — Δίκη φωνηέντων, κλπ.

ΤΟΜΟΣ Β'. — Διάλογοι θαλασσίων θεών. — Αλκυών ή περί μεταμορφώσεως. — Προμηθεύς ή Καύκασος. — Νεκρικοί διάλογοι. — Μένιππος ή νεκρομαντεία. — Φιλοψευδής κλπ.

ΤΟΜΟΣ Γ'. Αληθής Ιστορία. — Τυραννοκτόνος. — Αποκηρυττόμενος. —
Φάλαρις λόγος. — Αλέξανδρος ή ψευδόμαντις. — Ο Ηρακλής. — Ο
Διόνυσος. — Ψευδολογιστής — κλπ.

ΤΟΜΟΣ Δ'. Δις κατηγορούμενος ή δικαστήρια. — Περί παρασίτων. —
Ανάχαρσις. — Προς τον απαίδευτον και πολλά βιβλία αγοράζοντα. —
Ικαρομένιππος ή Υπερνέφελος. κλπ.

ΤΟΜΟΣ Ε'. Ιππίας ή περί του λουτρού. — Μακρόβιοι. — Ο θάνατος του
Περεγρίνου. — Οι δραπέται. — Περί του ηλέκτρου ή των κύκνων. —
Περί του οίκου. — Πατρίδος εγκώμιον κλπ.

ΤΟΜΟΣ ΣΤ’. Εικόνες. — Υπέρ των εικόνων. — Εταιρικοί διάλογοι. —
Όνειρος ή αλεκτερυών. — Συμπόσιον ή Λαπίθαι. — Θεών εκκλησία. —
Βίων Πράσις. —Ψευδοσοφιστής, κλπ,

Ολόκληρος ο Λουκιανός εις 6 τόμ. δεμένους ……..» 21. —

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

ΑΘΗΝΑΙΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ. Μετάφρ. Ιω. Ζερβού….. ΔΡ. 3. —
ΗΘΙΚΑ Ν1ΚΟΜΑΧΕΙΑ. Μετάφρασις Κ. Ζάμπα….. » 5. —
ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ. Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου ….. » 3. —
ΜΙΚΡΑ ΦΥΣΙΚΑ. Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου …… » 3. —

Και οι 4 τόμοι του Αριστοτέλους δεμένοι » 10. —

ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΟΛΥΝΘΙΑΚΟΙ. Μετάφρ. Ν. Γκινοπούλου .. ΔΡ. 1. —
Ο ΠΕΡΙ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΛΟΓΟΣ. Μετ. Ν. Γκινοπούλου … » 2. —
ΟΙ ΤΕΣΣΑΡΕΣ ΦΙΛΙΠΠΙΚΟΙ. Μετ. Ν. Γκινοπούλου … » 1.50

Και οι τρεις τόμοι του Δημοσθένους δεμένοι » 6. —

Έκαστος τόμος δεμένος επί πλέον λεπ. 10

ΠΛΑΤΩΝΟΣ

ΕΥΘΥΦΡΩΝ ή περί ευσεβείας. Μετάφρ. Αλ. Μωραϊτίδου … » 1.20
ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ. Μετάφρ. Αλ. Μωραιτίδου… » 1.50
ΚΡΙΤΩΝ. Μετάφρ. Ν. Γκινοπούλου… » 0.80
ΦΑΙΔΩΝ ή περί ψυχής. Μετάφρ. Αρ. Χαροκόπου… » 2.50
ΚΡΑΤΥΛΟΣ ή περί ορθότητος των ονομασιών. Μετ. Κ. Ζάμπα» 2.50
ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ ή περί επιστήμης. Μετάφρ. Κ. Ζάμπα … » 3.
ΣΟΦΙΣΤΉΣ ή περί του όντος. Μετάφρ. Κ. Ζάμπα … » 2.50
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ή περί βασιλείας. Μετάφρ. Κ. Ζάμπα … » 2.50
ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ ή περί ιδεών. Μετάφρ. Σ. Μελά … » 2.
ΦΙΛΗΒΟΣ ή περί ηδονής. Μετάφρ. Κ. Ζάμπα … » 2.50
ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ ή περί έρωτος. Μετάφρ. Ν. Κουντουριώτου… » 2.50
ΦΑΙΔΡΟΣ ή περί καλού. Μετάφρ. Κ. Γούναρη… » 2.
ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ Α' και Β' ή περί ανθρώπου φύσεως. Μετ.
                                           Καζαντζάκη » 2.50
ΙΠΠΑΡΧΟΣ — ΑΝΤΕΡΑΣΤΑΙ. Μετάφρ. Ε. Ραΐση… » 0.80
ΧΑΡΜΙΔΗΣ ή περί σωφροσύνης. Μετάφρ. Α. Καμπάνη… » 0.80
ΛΑΧΗΣ ή περί ανδρείας. Μετάφρ. Α. Καμπάνη… » 1.
ΛΥΣΙΣ ή περί φιλίας. Μετάφρ. Α. Καμπάνη…. » 0.80
ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ ή εριστικός. Μετάφρ… » 1.50
ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ ή σοφισταί. Μετάφρ. Α. Χαροκόπου… » 2.
ΓΟΡΓΙΑΣ ή περί ρητορικής. Μετάφρ. Αλ. Φιλαδελφέως… » 3.
ΜΕΝΩΝ ή περί αρετής. Μετάφρ. Χ. Παπαντωνίου… » 1.50
ΙΠΠΙΑΣ μείζων και ελάσσων. Μετάφρ. Κ. Ζάμπα… » 2.50
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ ή επιτάφιος. Μετάφρ. Ιω. Ζερβού… » 1.
ΠΟΛΙΤΕΙΑ ή περί δικαίου. Μετάφρ. Ιω. Γρυπάρη, τόμοι 2.» 6.
ΤΙΜΑΙΟΣ ή περί φύσεως. Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου… » 3.
ΚΡΙΤΙΑΣ ή ηθικός. Μετάφρ. Α. Χαροκόπου… » 1.
ΝΟΜΟΙ και ΕΠΙΝΟΜΙΣ. Μετάφρ. Κ. Ζάμπα, τόμοι 2… » 8.
ΑΛΚΥΩΝ — ΕΡΥΞΙΑΣ — ΑΞΙΟΧΟΣ. Μετάφρ. Κ. Μάνεση… » 1.
ΔΗΜΟΔΟΚΟΣ — ΣΙΣΥΦΟΣ — ΚΛΕΙΤΟΦΩΝ — ΙΩΝ — ΜΙΝΩΣ… » 2.
ΘΕΑΓΗΣ — ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΙΟΥ — ΠΕΡΙ ΑΡΕΤΉΣ. Μετ.
                                     Λιμπεροπούλου… » 0.80
ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ και ΟΡΟΙ. Μετάφρ. » 2.
Ολόκληρος ο Πλάτων εις 33 τόμους δεμένους… » 82.20

ΗΡΟΔΟΤΟΥ