(«Ακρόπολις» 1 Οκτωβρίου 1896).
ΠΑΝΔΑΜΑΤΕIΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΔΑΜΑΤΩΡ
Τους απαύστως παραπονουμένους διά τα καύματα του Ιουλίου, τον κονιορτόν, τον Δήμαρχον, την λειψυδρίαν και ρυπαρότητα των δρόμων Αθηναίους συμβουλεύομεν ν' αποδημήσωσιν επί ένα μήνα, ουχί Ιούλιον αλλά και Απρίλιον, εις Κάιρον της Αιγύπτου. Εκεί θέλουσι μάθη οι μεμψίμοιροι ούτοι πως τα αυγά εκθετόμενα εις το παράθυρον ψήνονται εις το διάστημα της απαγγελίας ενός Πάτερ Ημών, και σκληρύνονται αν τύχη βραδύγλωσσος ο απαγγέλλων· εκεί θα ίδωσιν οικίας, πνέοντος του λιβός, δένδρα, οχήματα, διαβάτας, όνους και καμήλους, εξαφανιζόμενα εις πυκνόν νέφος μαύρου ως την πίσσαν κονιορτού, ουχ μεταφορικώς, ως ο αθηναϊκός, αποτυφλούντος, αλλά πράγματι μεταβάλλοντος εις τυφλούς, οφθαλμιώντας ή μονοφθάλμους το έν τέταρτον τουλάχιστον των Αιγυπτίων, και τούτο ενώ υπάρχει πρόχειρον προς κατάβρεγμα το θολόν ρεύμα του ακενώτου Νείλου· εκεί θέλουσι διδαχθή πώς σβύνουσι την δίψαν διά διαλύσεως κιτρίνου βορβόρου οι μη έχοντες να δώσωσι πεντάλεπτον δι' έκαστον ποτήριον ύδατος διηθημένου και πώς εφευρέθησαν τα χάρτινα περιλαίμια υπό των δυστροπούντων να καταβάλωσιν έν και ήμισυ φράγκον διά πλύσιμον εκάστου υποκαμίσου.
Εξ όλων όμως των πληγών της Αιγύπτου, η μάλλον βασανίζουσα τους προ εικοσάδος ετών και λήγοντος του έαρος συγκατοίκους μου εν τω τότε αρίστω του Καΐρου Βασιλικώ Ξενοδοχείω ήτο ότι δεν υπήρχε τρόπος να κοιμηθή τις μόνος, ουδέ καν εύκολον να γνωρίζη ακριβώς τίνας είχεν εκάστοτε εις την κλίνην του συντρόφους. Ανά πάντα τω όντι δηλωτικόν της παρουσίας των κνισμόν, εδικαιούτο μετ' ίσης πιθανότητος να υποθέση ότι συνεκόμισε φθείρας εκ του χθεσινού περιπάτου εις το Καγκαλή Παζάρ, ότι περιπατεί επ' αυτού κάνθαρος, ότι τον εμίανε δυσώδης κορέος, ή εκεντήθη υπό ιοβόλου σκορπιού.
Εκ τούτου συνέβαινεν ότι ευθύς μετά το πρόγευμα απεσύρετο μεν έκαστος ημών εις το δωμάτιόν του προς μεσημβρινόν ύπνον, μετά τινα όμως λεπτά έβλεπέ τις πάντας κατά σειράν συνερχομένους εις την εν τω κέντρω του ξενώνος μικράν αυλήν, ως εις το μόνον κατά τας θερμάς ώρας οπωσούν κατοικήσιμον μέρος. Οι τέσσαρες τω όντι υψηλοί τοίχοι του τετραστέγου οικοδομήματος μετέβαλλον την αυλήν ταύτην εις είδος τι φρέατος, και μικρά τις μετά πίδακος δεξαμενή παρείχεν αν ουχί πολλήν δρόσον, το παρήγορον τουλάχιστον κελάρυσμα ύδατος καταλειβομένου. Εις τα πλεονεκτήματα ταύτα πρέπει να προστεθή ο τεχνητός ζέφυρος γιγαντιαίου κρεμαστού ανεμιστηρίου, παλλομένου υπό ευρώστου μαύρου, τον οποίον, προς μετριασμόν του αιθιοπικού αυτού αρώματος, ερράντιζαν μακρόθεν δι' ύδατος της Κολωνίας δύο φιλοπαίγμονες Αγγλίδες. Ουδέ ταύτα όμως ουδ' η ακατάπαυστος επί δίσκων περιφορά μοναδικής την ποικιλίαν συλλογής δροσιστικών εξ ανανάς, ρόδων, πικροκεράσου, κιτρομήλου, ζιζύφου, ταμαρίνθου και παντός άλλου καρπού και άνθους, ουδέ του άραβος ταχυδακτυλουργού τα θαύματα, ουδέ της επαιτούσης ζάκχαριν δορκάδος η χάρις και η ημερότης, ούτε των μεταξοτρίχων αιλούρων της Αγκύρας αι θωπείαι, ούτε του πολυγλώσσου ψιττακού αι προσρήσεις, ουδ' αυτή της χαριτοβρύτου ξενοδόχου η παρουσία ήρκουν να νικήσωσι των πολυώρων εκείνων καταναγκαστικών συνεδριάσεων την πλήξιν και την ανίαν. Το μόνον κατ' αυτής κάπως δραστικώτερον αντίδοτον ήτο η ιλαρότης, την οποίαν επροκάλει πάντοτε η εμφάνισις ζεύγους τινός αληθώς πρωτοτύπου. Περί μεν της κυρίας ηδύνατό τις εκ πρώτης όψεως, άνευ δισταγμών, να βεβαιώση ότι προ τριάκοντα ή και περισσοτέρων ετών υπήρξεν εκτάκτως ωραία αλλ' ήδη ούτε το χρώμα, ούτε η κόμη, ούτε τα οφρύδια, ούτε οι οδόντες ουδ' άλλο τι ήτο παρ' αυτή αληθινόν πλην μόνων των κοσμούντων τα ώτα και τους δακτύλους της αδαμάντων. Ουδ' ηρκείτο εις τούτων μόνον την λάμψιν, αλλά και η ενδυμασία αυτής ημιλλάτο προς της Ίριδος την ποικιλίαν, η κόμη ή μάλλον φενάκη από πρωίας βοστρυχισμένη, το πιλίδιον αληθής ανθών, ο πέπλος εκ τριχάπτου και οι εβδομηκονταετείς πόδες συνεσφιγμένοι εντός χρυσοπόρπων ατλαζίνων υποδημάτων· το δε εκ πάντων τούτων αναδιδόμενον άρωμα του προ ημίσεως αιώνος περιζητήτου αποστάγματος Millefiori, τόσον ιδιάζον και βαρύ, ώστε ήρκει μόνον ν' αναγγείλη αλανθάστως την προσέγγισιν της κυρίας Ορτενσίας Βερτολόττη. Ουχ ήττον δε του υποκειμένου, της ενδυμασίας και της οσμής ήσαν και οι τρόποι αυτής ιδιόρρυθμοι και αρχαϊκοί. Εισερχομένη εχαιρέτα περιληπτικώς πάντας, θέτουσα την χείρα επί της καρδίας, και στρέφουσα έπειτα κύκλω την κεφαλήν εμοίραζεν ως αντίδωρον ανά έν βλέμμα και έν γλυκύ μειδίαμα εις έκαστον ημών, άνευ της ελαχίστης υποψίας ότι εφιλοδώρει πράγματα στερούμενα από πολλού πάσης αξίας. Αλλά και ουδέποτε έτεινε την δεξιάν της προς χειραψίαν, αλλά πάντοτε υψηλά προς ασπασμόν, ουδ' εκάθιζέ ποτε χωρίς πρώτον ως εκ απροσεξίας να δείξη και έπειτα να σκεπάση μετά προσοχής τον πόδα, και πλειστάκις, ουδενός μελετώντος επίθεσιν, ελάμβανεν ήθος αμυνομένης. Περί δε του κ. Δαβίδ Βερτολόττη αρκεί να είπωμεν ότι ήτο κατά τινα έτη νεώτερον της συζύγου του γερόντιον, διδάκτωρ των καλών &γραμμάτων&, ιππότης του Αγ. Μαυρικίου, κομψότατος, ευγενέστατος, αλλά και κατεχόμενος υπό της μανίας ν' απαγγέλλη περί παντός ζητήματος, και ιδίως καλλιτεχνικού, αυτοσχεδίους λόγους εις γλώσσαν γαλλικήν προφερομένην ιταλιστί και μάλιστα λομβαρδιστί. Καί τοιούτο μεν ήτο το ανδρόγυνον, η δε δι' αυτού διασκέδασις συνίστατο προ πάντων εις το να υποκρίνωνται πάντες σφοδρόν έρωτα προς την κυρίαν, περιάγοντες αυτήν διά του πλήθους των απαιτήσεων εις αστειοτάτην αμηχανίαν περί την προτίμησιν ευνοουμένου, τον δε κύριον να ενθαρρύνωσι μεν εις αυτοσχεδιάσματα, μετ' ολίγον όμως, ενώ ερητόρευε πλησίστιος, να πνίγωσι την φωνήν του διά συναυλίας βαρυήχων ρογχασμών, ζητούντες έπειτα παρ' αυτού συγγνώμην αν κατελήφθησαν υπό ύπνου ακουσίου και ακαταμαχήτου. Ταύτα έβαινον επί τινα χρόνον ομαλώς εντός των ορίων σχετικής τίνος ευπρεπείας, αλλ' αποφράδα τινά ημέραν, καθ' ην τον χυμόν του ανανάς και της ταμαρίνθου είχεν αντικαταστήση ο παγωμένος καμπανίτης, οι ζωηρότεροι των θαυμαστών της καλής Ορτενσίας εξετράπησαν εις υπέρβασιν των εσκαμμένων τόσον σπουδαίαν, ώστε ο ανεκτικώτατος των συζύγων ηναγκάσθη να θυμώση και ν' αποχωρήση μετά της συμβίας του· υπερβαίνων όμως την φλιάν της θύρας, έκρινε πρέπον να στραφή και να κεραυνώση τους αυθάδεις ως εξής: «Αρκούμαι, Κύριοι, προς τιμωρίαν σας να σας δηλώσω ότι η δέσποινα προς την οποίαν ησεβήσατε, πριν ή αξιωθώ να συζευχθώ μετ' αυτής, ωνομάζετο Ροζάτη Γαλέττη!».
Η δόξα, και προ πάντων η θεατρική, παρακμάζει σήμερον τόσον ταχέως, ώστε και αυτήν την ύπαρξιν της φερούσης το ανωτέρω όνομα ενδέχεται ν' αγνοώσιν οι νεώτεροι των αναγνωστών. Της ομηγύρεως όμως η κατάπληξις υπήρξε μεγάλη, διότι ουδείς εδικαιούτο προ τετάρτου αιώνος ν' αγνοή το όνομα τούτο· παρ' εμοί δε εξήγειρε την ανάμνησιν οπτασίας των παιδικών μου χρόνων αλησμονήτου. Εσπέραν τινά, μετά την παράστασιν επί του θεάτρου της Γενούης του πολυκρότου μπαλλέττου «Μελεάγρου», αποκοιμηθείς εντός αμάξης, αναμενούσης την σειράν αυτής να κινήση, αφυπνίσθην έντρομος υπό φοβέρας βοής. Παράφορον και αλαλάζον πλήθος εφώρμα κατά πλήρους ανθοδεσμών τιθρίππου, απωθούμενον υπό των χωροφυλάκων και των αστυνομικών κλητήρων, των οποίων αντηχούν αι επιταγαί διαλύσεως, εκρότουν αι μάστιγες και ήστραπτον τα ξίφη. Μετά βραχείαν όμως πάλην κατίσχυον των αντιπροσώπων της τάξεως οι της αταξίας· ο ηνίοχος, πειραθείς να προχωρήση, εκρημνίζετο εκ της έδρας του, οι ίπποι απεζεύγοντο και την θέσιν αυτών ελάμβαναν ολίγα λογικά όντα, μεταβληθέντα εις άλογα υπό του ενθουσιασμού, ενώ ορθή εν τη αμάξη, πατούσα επί στιβάδος ανθέων και ως όνειρον ωραία υπό το φως των βεγγαλικών λαμπάδων, ηυχαρίστει, η Ροζάτη Γαλέττη τα επευφημούντα πλήθη κράζουσα: «Crazie, Signori, e troppo!»
Παρά των θαυμαστών αυτής εκηρύττετο η Γαλέττη χορεύτρια εμάφιλλος της Έσλερ, της Τζερίτου και της Ταλλιόνη· ούτε προς Έλφην όμως, ούτε προς χρυσαλλίδα ή άλλο τι ατμώδες και εναέριον ηδύνατο ως εκείναι να ομοιωθή, αλλά πολύ μάλλον προς εμψυχωθέν άγαλμα της Ήρας ή Ρωμαίας αυτοκρατορίσσης. Ο χορός αυτής ήτο προ πάντων επίδειξις του κάλλους της, υπό πάσας αυτού τας απόψεις, και πολύ των κινήσεων θαυμαστότεραι αι καμπύλαι του τραχήλου και των ώμων, το αψιδωτόν σχήμα του ποδός και η έντασις των μυώνων της κνήμης. Αλλά πολύ μάλλον η χορεύτρια εθριάμβευεν ακινητούσα. Όταν μετά την εκτέλεσιν επιπονωτέρας τινός σειράς αλμάτων εστηρίζετο εις στήλην ή κορμόν δένδρου, καταπόρφυρος εκ του αγώνος και ουχί του ψιμυθίου, συνέχουσα διά της χειρός τους παλμούς του ογκωθέντος στήθους της, ενώ παρασυρθείσα υπό του ιδίου βάρους κατέρρεεν η κόμη της επί των ώμων ως μαύρη πλημμύρα και εφλογοβόλουν οι οφθαλμοί, διέστελλε τα χείλη μειδίαμα Βάκχης και θρόμβοι τινές ιδρώτος έστιλβον εις τους κροτάφους της ως μαργαρίται, πάντες τότε ελησμόνουν την χορεύτριαν, όπως θαυμάσωσι την γυναίκα· η δε εκ του θεάματος αίσθησις ήτο τοιαύτη, ώστε έτρεμον αι χείρες αι κρατούσαι τας διόπτρας, και πλειστάκις συνέβη ν' αντηχήσωσιν αίφνης παταγώδη χειροκροτήματα και να πέσωσι βροχηδόν επί της σκηνής αι ανθοδέσμαι, άνευ ουδεμιάς εμφανούς αφορμής, ενώ ανεπαύετο η Γαλέττη περιμένουσα την σειράν της να χορεύση.
Η τότε αυστηρά εν Ιταλία λογοκρισία και τα μέλη της επιτροπής, υποκινούμενα υπό σεμνοτύφων τινών ή, το πιθανώτερον, ζηλοτύπων αριστοκρατικών γυναίων, απεπειράτο μεν ενίοτε να επέμβη προς περιορισμόν του σκανδάλου, ως το ωνόμαζε, δύσκολον όμως ήτο να διατυπωθή εύλογόν τι παράπονον κατά της μόνης ίσως χορευτρίας, ήτις ούτε εψιμυθιούτο, ούτε εγύμνωνεν όσον αι άλλαι το στήθος, και των διαφανών χιτωνίων επροτίμα ν' ανατινάσση βαρείας μέχρι μέσης κνήμης εσθήτας, διά κινήσεως του γόνατος αμιμήτου. Τι δε έπταιεν εκείνη, αν έπλασεν αυτήν ο Θεός οίαν οι ερμογλύφοι την Ήραν, αν δεν ευρίσκετο Ιξίων ικανός να προτιμήση της Ήρας ταύτης οιανδήποτε Νεφέλην, αν ήτο ως του Χαρμολάου του Μεγαρικού διτάλαντον το φίλημά της και αν προς εύρεσιν των ταλάντων τούτων επώλησαν ειδωλολάτραι τινές τον αγρόν των, υπέγραψαν συναλλάγματα ή και ελήστευσαν το πατρικόν ταμείον ή την μητρικήν κειμηλιοθήκην; Ουδέ δικαιότερον ήτο να θεωρηθή υπεύθυνος, αν ο γέρων μαρκήσιος Σπίνολας επρόσφερεν εις αυτήν την καρδίαν, την χείρα και την αποκλήρωσιν των ανεψιών του· αν ο δουξ Βαλδισέρας ερράπισεν εν πλήθοντι θεωρείω την γυναίκα του, τολμήσασαν να την συρίξη· αν ο εκβακχευθείς αντιπρόσωπος της βασιλίσσης Ισαβέλλας απέσπασεν από του στήθους του και έρριψεν εις τους πόδας της αδαμαντοκόλλητον αστέρα, ή αν ο ηγούμενος των Καπουκίνων, εις ον εξωμολογείτο τα αμαρτήματά της, εγονάτισεν εμπρός της ικετεύων και μετ' αυτού ν' αμαρτήση. Πώς δε να μη θεωρήση τις ως ασύστατον κακολογίαν, ότι ο υποβολεύς του θεάτρου περιφρονηθείς παρ' αυτής, εσκόρπισε διά πιστολιού τον μυελόν του, ενώ αυτό τούτο απεδείκνυεν ότι ο άνθρωπος μυελόν δεν είχεν; Η δε τοσαύτη θραύσις εις μόνους τους μη ιδόντας την γυναίκα ταύτην εφαίνετο αλλόκοτόν τι και μυθώδες. Προς εξήγησιν της γοητείας αυτής, αρκούμεθα να ενθυμίσωμεν ότι η ιστορία, η ποίησις και η τέχνη, κατέστησε γυναικεία τινα ονόματα αχώριστα από της ιδέας ηδονής τίνος υπερανθρώπου. Ολίγοι, πιστεύομεν, είνε εκείνοι, εις ους δεν επροξένησεν ηδυπαθές ρίγος το της Δαλιδάς, της Σαλόμης, της Κλεοπάτρας ή της Βυζαντινής Θεοδώρας. Άξιον δε παρατηρήσεως είνε ότι πάσας ταύτας τας αντιπροσώπους της υπερτάτης εντάσεως της ηδυπαθείας αναπλάττει αυθορμήτως η φαντασία ημών κατά τον αυτόν περίπου τύπον γυναικός υπερβάσης την ήβην, ευμελούς, μετά βλέμματος επιτακτικού και χείλους κάπως ειρωνικού. Τοιούτο ήτο το κάλλος και το ήθος της Γαλέττης, της μόνης ικανής να εμποιήση εις τους λατρευτάς αυτής την αίσθησιν, ότι ασπάζονται το κράσπεδον της εσθήτος Σεμιράμιδος ή πατούνται ως ο Ηρακλής υπό του σανδαλίου Ομφάλης. Αλλά και αυτόν τον χρόνον εφαίνετο κατορθώσασα ν' αφοπλίση. Ότε είδον αυτήν αποθεωμένην εν Γενούη, ήτο βεβαίως υπερτεσσαρακοντούτις, ουδ' υπήρξεν εκείνη η τελευταία απόζευξις των ίππων εκ της αμάξης της θαυμαστής γυναικός, αλλ' επί δεκαπενταετίαν ακόμη εξηκολούθησε να χορεύη, ή μάλλον να επιδεικνύη εαυτήν εν Νεαπόλει, Τεργέστη, Μιλάνω και Φλωρεντία. Επί τέλους κατέβαλε φευ! την πανδαμάτειραν ο πανδαμάτωρ, μεταβαλών εις το οικτρόν εκείνο άθροισμα ρυτίδων, προκομίων, επιχρισμάτων, μωρών αξιώσεων και αλλοκότων μορφασμών, το πριν είδωλον της Ιταλίας, εις αντικείμενον γέλωτος την παραίτιον τοσούτων δακρύων!
Την ροήν των αναμνήσεων διέκοψαν αι παρακλήσεις της ξενοδόχου όπως δυσωπήσωμεν δι' οιουδήποτε τρόπου το ζεύγος Βερτολόττη, το ετοιμαζόμενον ήδη ν' απέλθη εις το αντικρύ αντίζηλον ξενοδοχείον της Ανατολής. Μετά βραχείαν περί τούτου σύσκεψιν απεφασίσθη παμψηφεί εις μεν την κυρίαν να προσφέρωμεν δι' εράνου μεγαλοπρεπή ανθοδέσμην, μεθ' ικετηρίου γράμματος, όπως συγχωρήση παρεκτροπήν, δι' ην έπταιε προ πάντων το πολυύμνητον αυτής κάλλος, τον δε κύριον να ικανοποιήσωμεν επιτρέποντες αυτώ να ρητορεύση επί δίωρον άνευ διακοπής. Η επιτυχία της αναφοράς υπήρξε τελεία. Ευθύς, τω όντι, μετά την ανάγνωσιν αυτής, επέλαμψεν εις το παράθυρον του κοιτώνος της η ιλαρά όψις της κυρίας Ορτενσίας, οσφραινομένης τα σταλέντα άνθη και παρεχούσης ημίν μετά γλυκερού μειδιάματος πλήρη άφεσιν αμαρτιών, κατά δε την υπαίθριον συνεδρίασιν της επιούσης ανέπτυσσεν εις ημάς ο κύριος Δαβίδ Βερτολόττης την περίφημον αυτού θεωρίαν περί υπεροχής του μπαλέττου, εν συγκρίσει προς το δράμα και το μελόδραμα, ως εξής:
«Σκοπός του τεχνίτου είνε, Κύριοι, να συγκινή την ψυχήν ημών, μεταδίδων όσα αισθάνεται ο ίδιος. Τούτο δύναται να επιτύχη, είτε υποβάλλων εις τους οφθαλμούς το ικανόν να προκαλέση την συγκίνησιν ταύτην αντικείμενον, ως ο ζωγράφος, ο γλύπτης και ο παντομίμος, είτε αγωνιζόμενος να ερμηνεύση ο ίδιος την εκ τούτου εντύπωσιν και να μεταδώση αυτήν, έστω και αορίστως, εις τους άλλους, όπως πράττει ο μελοποιός. Η ζωγραφική, η γλυπτική, η μουσική και η μιμητική όρχησις είνε βεβαίως έξοχοι τέχναι, αλλά και εκ τούτου δυσπρόσιτοι εις τους πολλούς, τους χρήζοντας όπως συγκινηθώσιν εκφραστικού μέσου υλικωτέρου, εξηγούντος τα πάντα και απαλλάττοντος από παντός κόπου την νωθράν και άπτερον αυτών φαντασίαν. Τοιούτον είνε ο προφορικός λόγος. Υπάρχουσι φιλόσοφοι, κηρύττοντες την γλώσσαν θείαν αποκάλυψιν και μη αναλογιζόμενοι, οι άθλιοι, ότι υβρίζουσι τον Θεόν αποδίδοντες αυτώ τρόπον εκφράσεως, όχι μόνον σύνθηματικόν αλλά και καθ' εαυτόν άχαριν, βάναυσον και τραχύν. Τι άλλο τω όντι είνε πάσα γλώσσα παρά μόνον ελεεινόν κράμα συριγμού βραγχνότητος και ρινοφωνίας δασέων, τα οποία αναγκάζουσι τον εκφέροντα να χασμηθή, ψιλών τα οποία δεν δύναται να προφέρη χωρίς να πτύση, αφορήτων χασμωδιών, αμφιβόλων διφθόγγων, χαλαρών συνδέσμων, αργών επιθέτων και αλλοκότων ιδιωματισμών;
»Η τοιαύτη χάριν των πολλών προσθήκη του λόγου εις την μίμησιν εγέννησε το δράμα το αναβιβάζον επί της σκηνής πρόσωπα διαλεγόμενα περί των ιδίων αυτών υποθέσεων και συμφερόντων, ενώπιον ακροατών ηλιθίων, οίτινες, αν δεν ήσαν τοιούτοι, ηδύναντο, προσέχοντες εις τα περί αυτούς συμβαίνοντα, να εντρυφήσωσιν εις δράματα ασυγκρίτως κάλλιον ή επί του θεάτρου παριστανόμενα υπ' αυτών των αληθώς δρώντων και πασχόντων προσώπων. Ουδέ περιωρίσθη εις τούτο το κακόν· αλλ' ευρέθησαν και οι επιχείρησαντες να μελοποιήσωσι τον διάλογον, ήτοι να καθυποτάξωσι την μουσικήν εις πάσας του δράματος τας περιπετείας. Το τοιούτον όμως πείραμα, το ονομασθέν μελόδραμα, αδύνατον ήτο να μη αποτύχη ελεεινώς, διά τον λόγον ότι, αν μεν αποβλέπη προ πάντων η μουσική εις την τέρψιν της ακοής, αν είνε δηλ. ελαφρά και ζωηρά, ως η Ιταλική, αποδεικνύεται ασυμβίβαστος προς πάσαν έντασιν του τραγικού πάθους, αν δε πάλιν επιδιώξη την εμβρίθειαν και την ακριβεστέραν συμφωνίαν προς την εκ του δράματος διάθεσιν της ψυχής, ως η των νεωτέρων Γερμανών, τότε η ακρόασις αυτής αποβαίνει πολύ μάλλον κόπος παρά ηδονή.
»Αλλά δεν είνε ίσως περιττόν να καταστήσω διά τινος παραδείγματος έτι σαφεστέρα όσα λέγω. Πάντες γνωρίζετε τον μιμητικόν χορόν τον λεγόμενον της Μελίσσης. Νέα κόρη θέλει να κόψη ρόδον και εκ της κάλυκος του άνθους εκπηδά μέλισσα διώκουσα, φοβίζουσα ή και πληγώνουσα διά του κέντρου την κορασίδα. Προς στιγμήν ενόμισεν αύτη ότι απηλλάγη του θηρίου, και αναλάμπει επί του προσώπου της η χαρά την πρόσκαιρον όμως ταύτην γαλήνην διαδέχεται και πάλιν ο σάλος και ο τρόμος, διότι ησθάνθη το πονηρόν ζωΰφιον εμφώλευον εις τας πτυχάς του πέπλου της, ον ρίπτει μετά φρίκης μακράν αυτής· αλλά ουχί, δυστυχώς, μετ' αυτού και την μέλισσαν την εισδύσασαν ήδη υπό την εσθήτα. Και ταύτην λοιπόν σπεύδει ν’ αποβάλη ή μάλλον να σχίση, τρέχουσα ως μαινομένη και σκορπίζουσα περί αυτήν τα τεμάχια του υφάσματος, μέχρις ου καταβληθείσα υπό του τρόμου και του καμάτου καταπέση ημιθανής και ημίγυμνος επί της χλόης.
»Τοιαύτη είνε η παντομίμα· καθ' όλον αυτής το διάστημα δεν έπαυσεν η χορεύτρια να παρίσταται ενώπιον ημών ζωηρά, εύχαρις, ευκίνητος και πτερωτή· ουδ' υπάρχει κίνδυνος να ίδωμεν τα ρόδινα χείλη της διαστρεφόμενα προς οχληράν απαγγελίαν φωνηέντων και συμφώνων, ή τον λαιμόν αυτής ογκούμενον προς επίπονον εκφοράν βαρέος ή οξέος ήχου. Αφού, τω όντι, αρκούσι προς σαφή αποτύπωσιν και του λεπτοτάτου αισθήματος η έκφρασις του προσώπου και του σώματος αι κινήσεις, τις η ανάγκη αμίλλης προς την φλυαρίαν σοφιστού ή τους λαρυγγισμούς κοσσύφους; Ας αφίσωμεν λοιπόν το μελόδραμα και το δράμα εις τους χυδαίους…..
— Αλλά, κύριε, διέκοψεν η παρακαθημένη πυρρόμαλλος αγγλίς, πρέπει άρα να κατατάξω μετά των χυδαίων και τον Ρακίναν και τον Σαιξπήρον ;
— Όχι βεβαίως, κυρία μου, αλλά μόνον να ενθυμηθήτε ότι, ζώντος του Ρακίνα, αι τραγωδίαι αυτού παριστάνοντο υπό ηθοποιών αλευροπάστων την κόμην και φερόντων το ένδυμα της αυλής του Λουδοβίκου ΙΔ', επί σκηνής όπου παρεκάθηντο αναμίξ μετά των προσώπων του δράματος οι προνομιούχοι θεαταί, και ότι ταύτα ήρκουν όπως καταστήσωσιν αδύνατον πάσαν των οφθαλμών και επομένως του πνεύματος απάτην. Άλλως δε αι τραγωδίαι του Ρακίνα στερούνται πάσης δράσεως· δεν είνε δράματα, αλλά βιβλία, τα οποία ουδέν ζημιούνται αναγινωσκόμενα πλησίον της εστίας, αντί να διδαχθώσιν από της σκηνής. Όλως διάφοροι τούτων είνε αι τραγωδίαι του Σαιξπήρου, ήτοι μόνον δράσις απ' αρχής μέχρι τέλους· ο δε διάλογος είνε εν αυτοίς τόσον επουσιώδης, ώστε θα ηδύνατο άνευ μεγάλης ζημίας να λείψη. Τούτο αισθανόμενος αυτός ο Σαιξπήρος, ουδέποτε διστάζει να θυσιάση τον διάλογον εις πάσαν αυτού ιδιοτροπίαν. Οτέ μεν υπακούων εις τον λυρικόν αυτού οίστρον, παρενθέτει ποιήματα όλως αλλότρια της δραματικής υποθέσεως, οτέ δε έχων όρεξιν να γελάση παρεισάγει πρόσωπα ανταλλάσσοντα επί ολοκλήρους κατά σειράν σκηνάς χαριεντισμούς, βωμολοχίας και λογοπαίγνια, ουδέ ταύτα έχοντά τι κοινόν προς το δράμα, και άλλοτε πάλιν, κατά τας κρισίμους μάλιστα πλοκάς, αντικαθιστά ως εν τω μπαλέττω τον διάλογον η απλή υπόδειξις του τι πρέπει να πράξωσι τα επί της σκηνής πρόσωπα, να μονομαχήσωσι, να εγχύσωσιν εις κύλικα δηλητήριον, να κόψωσι κλάδους δένδρου, να εξορύξωσιν οφθαλμόν ή να σπαθίσωσι ποντικόν. Ταύτα αρκούσι, πιστεύω, προς απόδειξιν ότι εξ ίσου άτοπον και παράλογον είνε να ζητή τις δράσιν εις τα έργα του Ρακίνα ή να περιορίση εις τον διάλογον τα δράματα του Σαιξπήρου.
»Ας αφήσωμεν λοιπόν το δήθεν δράμα και το μελόδραμα εις τους χοϊκούς ανθρώπους, και ενώ τέρπονται ούτοι εις την αναπαράστασιν των σκηνών του συνήθους βίου, ας αναζητήσωμεν ημείς εν τω θεάτρω ευγενέστερόν τι εντρύφημα του αισθήματος και της φαντασίας. Υποθέσατε, κύριοι, ότι παιανίζει η ορχήστρα συμφωνίαν του Χάυδν ή του Βετόβεν. Το άκουσμα τούτο αρκεί όπως μεταφέρη ημάς εν ακαρεί εις την ευδαίμονα σφαίραν, όπου δεν υπάρχουσιν ούτε κακοί άνθρωποι, ούτε ρυπαραί πόλεις, ούτε αγροί ηλιοκαείς ή κατεψυγμένοι. Αληθές είνε ότι οι πεζοί και οι ημιμαθείς αποκαλούσι περιφρονητικώς όνειρον την ανύψωσιν εις τοιούτον κόσμον, οι μέγιστοι όμως των φιλοσόφων πάσης εποχής και χώρας, κηρύττουσιν ενί στόματι τον τέλειον τούτον νοητόν κόσμον πολύ πραγματικώτερον του υποπίπτοντος εις τας αισθήσεις ημών και την εις αυτόν ανύψωσιν επί των πτερύγων της διαλεκτικής ή της τέχνης, ως τον μόνον τρόπον, δι' ου δύνανται να προγευθώσι της μελλούσης μακαριότητος οι πατούντες τον βόρβορον του τρισαθλίου ημών πλανήτου.
»Αλλ' ο κόσμος ούτος ο ιδανικός και ωραίος, ον απεκάλυψεν εις την ψυχήν ημών η μουσική, θαμβώνει αίφνης και την όρασιν ημών, υψουμένης της αυλαίας. Η σκηνή παριστά ιερόν τι άλσος· εις το βάθος αυτής, επί της κορυφής χλοερού λοφίσκου, στίλβουσιν αι στήλαι αρχαίου ναού, και κατωτέρω, υπό το φύλλωμα μεγαλοπρεπών δένδρων, τα ύδατα διαυγούς λίμνης. Και πάντα ταύτα, χλόη, μάρμαρα, δένδρα και νερά, παρίστανται υπό την μαγικήν λάμψιν του νυκτερινού φωτός υπό όψιν όλως ιδιάζουσαν και ούτως ειπείν ονειρώδη. Η σκηνή είνε ακόμη έρημος, αλλά πας τις προαισθάνεται ότι το δάσος εκείνο δεν κατοικούσιν όντα, ως εκείνα μεθ' ων συναναστρέφεται καθ' εκάστην. Ουδ' είνε βεβαίως τοιαύτα τα μετ' ολίγον εμφανιζόμενα, αλλ' έχουσιν ένδυμα διαφανή νεφέλην και ούτε η φωνή αυτών ακούεται ούτε το πάτημά των, αλλ’ ολισθαίνουσιν ως σκιαί επί της χλόης ή πτερυγίζουσι περί τα άνθη ως χρυσαλλίδες. Αλλ' ήδη εντείνεται ο φωτισμός της σκηνής και ογκούται ο ήχος των οργάνων, αγγέλλων την προσέλευσιν της πρώτης χορευτρίας, δι' ης θέλομεν εντρυφήση εις το άκρον άωτον της τέχνης. Η οργή, κύριοι, με πνίγει, όταν συλλογίζομαι ότι ευρέθησαν οι ικανοί να ισχυρισθώσιν, ότι η μεν παντομίμα δύναται να έχη καί τινα σημασίαν, ενώ η όρχησις δεν έχει κατ' αυτούς καμμίαν. Οι βλάκες ούτοι δεν εννοούσιν, ότι ο συνδυασμός αυτής μετά της μουσικής είνε η μόνη δυνατή εφαρμογή εις τας τέχνας του υπερτάτου νόμου του ρυθμού, του κατά τον Αριστοτέλη περιάγοντος εν τάξει ολόκληρον την κτίσιν. Προ μικρού η γυνή αύτη εβάδιζεν, έτρεχεν ή επήδα, αλλ' ήδη χορεύει, ο δε χορός, ήτοι η εν ρυθμώ κίνησις, δεν είνε τι αυθαίρετον ή καν ανθρώπινον, αλλά κανονίζεται, όπως και των σφαιρών η αρμονία, υπό του θείου νόμου των αριθμών, ον πρώτος απεκάλυψε και ελάτρευσεν ο Πυθαγόρας…»
Ως ίσως ενθυμείται ο αναγνώστης, πάντες είχομεν αναλάβη την υποχρέωσιν ν' αφίσωμεν να ομιλήση επί δίωρον, άνευ ουδεμιάς διά ρογχασμών διακοπής, τον κ. Βερτολόττην. Η υπόσχεσις ήτο ειλικρινής, ουδέ φαίνεται δίκαιον να κατηγορηθώμεν επί παρασπονδία, αν κατίσχυσε του ηρωικού ημών αγώνος κατά του ύπνου η κάπως απροσδόκητος παρέμβασις εις συζήτησιν περί χορού του Σταγειρίτου και του Πυθαγόρα.
(«Ποικίλη Στοά» 1891).
Η ΜΗΛΙΑ (2)
[Ο δε Ιησούς είπεν «Άφετε τα παιδία έρχεσθαι προς με». (Κατά Λουκάν ΙΗ', 16).]
Εις ένα χωριό της Μεγάλης Ελλάδας εζούσεν ένα καιρό ένα κορίτσι τόσο καλόκαρδο και χαριτωμένο, πού όλος ο κόσμος το αγαπούσεν. Αν και δεν ήταν πλούσιο, εύρισκε τρόπο να βοηθή τους πτωχούς· ό,τι της έδιδαν το εμοίραζε με αυτούς, και όταν τα χέρια της ήσαν άδεια, η καρδιά και το στόμα της ήσαν πάντοτες γεμάτα καλά αισθήματα και καλά λόγια για να τους παρηγορή. Και όχι μόνον οι άνθρωποι και τα σπιτικά ζώα, αλλά και αυτά τα πουλιά του δάσους την αγαπούσαν. Όταν την έβλεπαν να περνά, κατέβαιναν από τα δένδρα και την ακολουθούσαν 'σαν σκυλάκια, για να τους δώση το μισό ψωμί της.
Την έλεγαν Μηλιά, γιατί την είχαν εύρει ένα απριλιάτικο πρωί από κάτω από ένα μηλόδενδρο, σκεπασμένη από τα άσπρα άνθια, όπου είχε τυνάξει απάνω της ο άνεμος τη νύχτα.
Το ηλικιωμένο ανδρόγυνο που την είχεν υιοθετήσει, ήταν τόσο πτωχό, όπου μόλις έφθαναν για να μη πεινά όσα εκέρδιζαν με το πλέξιμον η γραία και ο γέρος κόπτοντας ξύλα. Η Μηλιά έκαμνε κ' εκείνη ό,τι μπορούσε για να τους βοηθήση. Εμάζευεν εις το δάσος αγριοφράουλες, μενεξέδες και άλλα λουλούδια και τα επρόσφερνεν εις τους διαβάτες μ' ένα χαμόγελο τόσο γλυκό, που σπάνιον ήταν να της αρνηθούν την πεντάρα τους, όσοι είχαν να την δώσουν. Αυτοί όμως δεν ήσαν πολλοί εις το πτωχικό εκείνο χωριό, και το ψωμί και τα κάστανα όπου έτρωγαν ο γέρος και η γρηά, ήσαν πάντοτες ολιγώτερα από την όρεξί τους, και ακόμη πιο μικρό το μερδικό της Μηλιάς, αφού το εμοίραζε με τους πτωχούς και τα πουλιά.
Η Μηλιά ήταν δεκαφτά ετών, όταν μια νύχτα, όπου ενόμιζαν αι θετοί γονιοί της πως κοιμάται, άκουσε να λέγη ο γέρος εις τη γυναίκα του·
«Δεν ξέρω τι θα γίνουμεν, αν δεν κάμη ο Θεός κανένα θαύμα να μας βοηθήση. Τα ξύλα όπου ημπορώ να σηκώσω εις τη γέρική μου πλάτη ολιγοστεύουν καθημέραν, και συ αντίς τρεις χρειάζεσαι τόρα πέντε 'μέραις για να πλέξης μια κάλτσα. Η Μηλιά τρώγει 'λίγο, μα αγαπά να μοιράζη ψωμί εις τους πτωχούς και τα πουλιά. Συλλογούμαι τι θα γείνη αφού κλείσουμε τα μάτια. Αν ήταν ένα ή δυο χρόνια μεγαλείτερη θα την έστελνα εις την πόλι να βολευθή. Φρόνιμη και προκομμένη καθώς που είνε, θα εύρισκεν εύκολα μια καλή θέσι, και δεν θα λησμονούσε και τους πτωχούς ανθρώπους που την αναθρέψανε, όταν δεν θα έχω πλέον δύναμι να κόπτω ξύλα ούτε συ δάκτυλα να πλέκης».
Η Μηλιά εκαμώθη πώς δεν άκουσε τίποτες. Το πρωί όμως εσηκώθηκε πριν φέξη έκαμεν ένα κομπόδεμα τα ολίγα της πράγματα, έσφιξε την καρδιά της, εσφούγγισε τα μάτια της, που έτρεχαν σαν βρύσι, και 'πήγε ν' αποχαιρετήση το γέρικο ζευγάρι. Έκλαψαν κ' εκείνοι, έπειτα όμως εσυλλογίσθησαν πως ήτο φανέρωμα του θείου θελήματος, να κάμη την Μηλιάν να συλλογισθή την ίδιαν νύκτα, όσα εσυλλογίσθησαν και εκείνοι. Την άφισαν λοιπόν να φύγη, αφού της έδωκαν πολλά φιλιά, την ευχή τους και μίαν πήτταν να την τρώγη εις τον δρόμον.
Όλο το χωριό ηθέλησε να την συνοδέψη μιαν ώρα δρόμο έως την Κρύα Βρύσι. Την ακολούθησαν έως εκεί και ένας στραβός πού τον έσερνεν ο σκύλος του και δυο σακάτηδες με τα δεκανίκια. Την εσυνόδεψαν και γίδες, αρνιά, κότες, χήνες πάπιες, γάλοι και πετεινοί, γιατί άνθρωποι και ζώα όλοι την αγαπούσαν και τους ελυπούσεν ο χωρισμός.
Όσον καιρόν έβλεπεν από μακρυά το αποχαιρέτημα με το μαντίλι των δύο γερόντων επροσπαθούσεν η Μηλιά να κάμη θάρρος· όταν όμως έπαυσε να το βλέπη κ' εκείνο, αισθάνθηκε πρώτη φορά ότι ήτο μονάχη εις τον κόσμο^ την επήρε το παράπονο και άρχισαν πάλι τα μάτια της να τρέχουν. Επερπάτησεν όλην την ημέρα χωρίς να σταθή ούτε την πήττα της να δαγκάση. Ο πόνος της καρδιάς γεμίζει ωσάν ψωμί το αδειανό στομάχι των δυστυχισμένων.
Αφού επερπάτησε δέκα όλαις ώραις, εκάθισεν από κάτω από μίαν καστανιά ν' αναπαυθή. Ακόμη όμως δεν είχε καλοκαθίση, και την ετρόμαξαν δύο τουφεκιές και το γαύγισμα βραχνού σκύλου. Εγύρισε να ιδή τι τρέχει και είδεν ένα σύννεφο πουλιά που έφευγαν φοβισμένα.
— Ελάτε κοντά μου, εφώναζεν, ελάτε γρήγορα να κρυβήτε σ' αυτήν την λόχμη. Μη φοβάσθε, θα σας γλυτώσω, αν δεν με σκοτώση κ' εμένα ο κυνηγός, αν δεν με φάγη ο σκύλος.
Τα πουλιά εγνώρισαν τη φωνή της, εσυνάχθησαν τριγύρω της και εβιάσθησαν να τρυπώσουν αποκάτω από τα χαμόκλαδα, στρυμωμένα το ένα κοντά εις το άλλο, και άκουεν η Μηλιά τες εκατόν καρδούλες των να κτυπούν τακ-τακ σαν τα ρωλόγια εις το αργαστήρι του ρωλογά.
Εκείνην τη στιγμή επρόβαλε και ο κυνηγός μαζί με το σκύλο του, φοβερό ζώο με κίτρινη τρίχα, με δόντια μυτερά και μάτια κόκκινα που έλαμπαν σαν ανθρακιά.
— Κορίτσι μου, την αρώτησε, μην είδες να περάσουν απ' εδώ πουλιά ή άλλο κυνήγι; Από το πρωί τρέχω και δεν εσκότωσα ακόμη τίποτε. Θα σε δώσω αυτό το αργυρό δίφραγκο, αν μου δείξης τον καλό δρόμο.
Ενώ μιλούσεν ο κυνηγός, εξακολουθούσεν ο σκύλος να γαυγίζη και η καρδιά των πουλιών να κτυπά πιο δυνατά, και το κόκκινο βασίλεμμα του ηλίου έκαμνε το αργυρό νόμισμα να λάμπη σαν να ήταν χρυσό.
— Καλά έκαμες να μ' αρωτήσης, αποκρίθηκεν η Μηλιά. Μια στιγμή πριν έλθης, είδα ένα κοπάδι πέρδικες που επετούσαν κατά το Βορειά, δυο λαγούς που έτρεχαν αντικρυνά, ένα ζαρκάδι που έφευγε κατά την Ανατολή και ένα ζευγάρι φαζάνια κατά τη Δύσι. Έχεις λοιπόν να διαλέξης, μόνο δεν έχεις καιρό να χάσης αν θέλης να τα φθάσης.
Ο κυνηγός της έδωκε το δίφραγκο και εκινήθηκε προς την Ανατολή, ο σκύλος όμως δεν ήθελε να φύγη· επεισμάτωσε να μυρίζεται τα κλαδιά, ν' αλυχτά και να δείχνη τα φοβερά του δόντια. Εσυλλογίστηκε τότες η Μηλιά να του δώση την πήττα της για να ησυχάση· του έδωκε και ο αφέντης του μια κλωτσιά κι τότε μόνον απεφάσισε το κακό ζώο να τον ακολουθήση, όχι όμως ευχαριστημένο, αλλ' εξακολουθώντας το γαύγισμα, ωσάν να έλεγεν εις τον κυνηγό, πως είνε εντροπή να τον γελούν κοτζά μου άνθρωπο τα κορίτσια.
***
Όταν εχάθη μακρυά εις το δάσος ο κυνηγός και έπαυσε ν' ακούεται η φωνή του σκύλου, εβγήκαν από την κρύφτη τους τα πουλιά και δεν ήξευραν τι να κάμουν για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους εις την Μηλιά. Εκάθιζαν επάνω εις τον ώμο της, εκελαϊδούσαν εις τ' αυτί της ευχαριστώ, την αέριζαν με τα πτερά των και της εφιλοτσιμπούσαν τα χέρια, τα χείλια, τα μάγουλα και το λαιμό της. Οι σπίνοι και οι πυρρουλάδες αποσπάσθησαν να πάγουν να της φέρουν κεράσια, ζίζυφα, βατόμουρα και φραγκοστάφυλα να δειπνήση, ενώ τα σπουργίτια και οι πετρίτες της ετοίμαζαν μαλακό στρώμα από καστανόφυλλα, μέντα και λεβάντες να κοιμηθή. Αφού έκαμε την προσευχή της και απλώθηκεν εις το μυρωδάτο εκείνο κλινάρι, την εσκέπασαν με φτέρη για να μη κρυώση κ' εκούρνιασαν κ' εκείνα εις τα περίγυρα δέντρα να την φυλάγουν.
***
Το πρωί την εξύπνησε το εγερτήριο του κορυδαλού και ήλθαν να την καλημερίσουν και τ' άλλα πουλιά. Αφού ετελείωσε το γενικό τραγούδι, έλαβε το λόγο (συμπάθειο για την ελληνικούρα) ο γλυκόλαλος ρήτορας, το αηδόνι, και της είπε τα ακόλουθα, εις την γλώσσαν των πουλιών, που ένοιωθε καλά και κάπως ωμιλούσεν η Μηλιά.
— Μας είπες χθες πως πηγαίνεις εις την πρωτεύουσα να κυνηγήσης την τύχη, και σήμερις το πρωί εμάθαμεν από μίαν Κίσσαν, ότι παρουσιάζεται μία ευκαιρία μοναδική να την πιάσης από τα γένεια. Ο Βασιληάς, αφού εχήρεψε πρόπερσι, εβαρέθηκε τα μεγαλεία, ταις δόξαις, τα πλούτη και όσα άλλα του ζηλεύει ο κόσμος. Τόση είνε η πλήξη και η μελαγχολία του, όπου κατήντησε να υποσχεθή το μισό του Βασίλειο εις εκείνον όπου κατορθώση να τον κάμη να περάση μία μόνη ώρα χωρίς χασμήματα η αναστεναγμούς. Πολλοί ήλθαν από όλα τα μέρη να δοκιμάσουν. Η δοκιμή γίνεται απόψε, και ως εις την πρωτεύουσα είνε μόνο πέντε ώρες δρόμος. Σήκω λοιπόν, Μηλιά, και συγυρίσου να πας εις το παλάτι να κερδίσης το βραβείο. Θα σε συνοδέψω με μερικά άλλα πουλιά και θα σε λέγω εις το αυτί τι πρέπει να κάμης.
— Πουλιά μου αγαπημένα, αποκρίθηκεν η Μηλιά, έχετε καλή καρδιά, όχι όμως και πολλή γνώσι. Μου παραγγέλλετε να συγυρισθώ χωρίς να συλλογισθήτε πως μόνον σάς εφρόντισεν ο Θεός να στολίση με πλουμιστά φτερά. Εγώ δεν έχω να βάλω παρ' αυτό το παλιοφούστανο που φορώ. Με αυτό θέλετε να πάγω να με καμαρώση η αυλή και ο Βασιληάς;
— Δεν είνε τα πουλιά τόσον ανόητα, όσο τα πιστεύει ο κόσμος, απήντησε το αηδόνι. Δεν θα σου έλεγα να στολισθής, αν δεν είχαμε φροντίσει να ετοιμάσωμεν τα στολίδια. Έχομε φιλία με μεταξοσκούληκα και τα εβάλαμεν να δουλεύουν όλην την νύκτα για να σου κάμουν αυτό το φόρεμα όπου δεν έχει δεύτερο στην οικουμένη.
Έφεραν τότες ένα φουστάνι από μονοκόμματο άσπρο ατλάζι, που είχεν επάνω κεντημένα την άνοιξι με όλα της τα λουλούδια και τον ουρανό με όλα του τ' αστέρια.
— Εγώ, είπεν ο μελισσουργός, έτρεχα όλην την νύκτα να σου εύρω
αυτό το άσπρο τριαντάφυλλο να βάλης εις τα μαλλιά σου.
— Και εγώ, είπεν η πυρραλίδα, εσύναξα σταλαγματιές δρόσο και σου
έκαμα περιδέραιο, που λάμπει περισσότερο από τα διαμάντια.
— Και εγώ, είπεν η σουσουράδα, σε φέρνω αυτό το ριπίδι, όπου
έδωκε το κάθε πουλί το ωραιότερό του φτερό για να γείνη.
Αφού εφόρεσε τα μοναδικά της στολίδια, εφάνηκεν η Μηλιά τόσον ωραία που άρχισαν να υμνολογούν την περίσσεια χάρι της όλα μαζί τα πουλιά. Μόνον εκείνη εξακολουθούσε να είνε ανήσυχη και συλλογισμένη.
— Τι θα γείνω, είπεν, όταν μου μιλήση ο βασιληάς και καταλάβη από τα πρώτα μου λόγια ότι είμαι μια χωριάτισσα του βουνού που δεν ξέρει τίποτε από κόσμο;
— Μη σε νοιάζει, αποκρίθηκε τ' αηδόνι. Αυτή η φιλενάδα μου η Κουρούνα, που βλέπεις κοντά μου, φωλιάζει από εκατόν είκοσι χρόνια εις την στέγη του παλατιού και ξεύρει όλα του τα φανερά και τα μυστικά. Την έφερα επίτηδες για να σε κατηχήση. Σε μια ώρα θα σε μάθη όσα φθάνουν για να διδάξης τον βασιληά τα γονικά του.
***
Με το δίφραγκο του κυνηγού ενοίκιασεν η Μηλιά το βράδυ ένα κομψό αμάξι και σωστά εις τας εννηά το βράδυ επαρουσιάσθηκεν εις την μεγάλη σάλλα του παλατιού. Η εντύπωσι που έκαμεν η ωμορφιά του προσώπου της και η λάμψη του φουστανιού της ήτο τόση, όπου όλαις η άβαφες γυναίκες εκιτρίνισαν από την ζούλεια, και από εκείνην την βραδυά εφανερώθηκε ποιες πασαλείβονται και ποιες όχι.
Ο βασιληάς κατέβηκεν από το θρόνο του και ήλθε να την προϋπάντήση, πράγμα όπου δεν έκαμεν άλλη φορά, παρά μόνον εις την επίσκεψι της αυτοκρατόρισσας του Λεβάντε. Χωρίς να φροντίζη για την εθιμοταξία, την επήρεν από το χέρι και την έβαλε να καθίση σιμά του, ερωτώντας από ποιο βασίλειον έρχεται, ή αν είνε ουρανοκαταίβατη, γιατί δεν πιστεύει πως ημπορεί η γης να γεννήση γυναίκα τόσον ωραία.
Η Μηλιά εκοκκίνησε και του αποκρίθηκε με πολλή σεμνότητα και χάρι ότι είνε μια ταπεινή χωριάτισσα και ήλθε ν' αγωνισθή με τους άλλους για το βραβείο.
— Πρέπει να ξεύρης, της είπεν ο βασιληάς, πως τόσον πολύ εχόρτασα και αηδίασα κάθε διασκέδασι και ξεφάντωμα, που τίποτες πλέον δεν μ' ευχαριστεί. Έχω ολόκληρα χρόνια να γελάσω. Όλα μου φαίνονται ανούσια, ανάλατα, νερόβραστα και βαρετά. Και αυτή σου η ωραιότης εθάμπωσε τα μάτια μου χωρίς να γιατρέψη της ψυχής μου την κούρασι και την πλήξι. Εύχομαι να φανή η διασκεδαστική σου τέχνη, όσον και η ωμορφιά σου μεγάλη.
Και αφού είπεν αυτά επρόσταξε ν' αρχίση ο αγώνας.
Τα λόγια του ετρόμαξαν την Μηλιάν, που δεν ήξευρε πώς θα κατώρθωνε να κάμη να γελάση τον αγέλαστο εκείνο βασιληά. Θα έχανε το θάρρος, αν δεν ήρχετο εκείνην την στιγμή το αηδόνι, να κελαϊδήση εις το αυτί της: «Μη σε μέλει, τα πουλιά τα ετοίμασαν όλα».
***
Ο πρώτος αγωνιστής που επαρουσιάσθηκεν ήταν ένας περίφημος φραγκομερίτης μπεχλιβάνης ή, καθώς τους λέγουν οι λογιώτατοι, λαθροχειριστής, τόσον επιτήδειος, που τον έπερναν πολλοί για μάγο και αναγκάσθηκε να φύγη από τον τόπον του, όπου εσυνείθιζαν τότες να καίουν τους μάγους. Αυτός εμάντεψε το χαρτί, άσο πίκα, όπου είχε βάλει ο βασιληάς εις το νου του, ετηγάνισεν αυγά μέσα εις το καπέλλο του αυλάρχη και έστειλε την ξανθή περρούκα της Μεγάλης Κυρίας να σκεπάση του ιπποκόμου τη φαλάκρα. Έπειτα κατώρθωσε να βγάλη από τη μύτη του υπουργού της δικαιοσύνης ένα σχοινί της φούρκας και από την τσέπη του στρατάρχη ένα δειλό λαγουδάκι. Όλα επήγαιναν καλά, μόνον ο βασιληάς δεν είχεν ακόμη γελάσει. Με την ελπίδα να επιτύχη και τούτο εσκαρφίστηκε να λαθροχειρίση το βασιλικό στέμμα και να στεφανώση με αυτό μία κεφαλή αγριοχοίρου, που ήταν στημένη εις το μέσο του τραπεζιού του δείπνου. Ο βασιληάς όμως δεν ήταν, καθώς φαίνεται, ευδιάθετος. Αντί να γελάση ευρήκεν άνοστο το χορατόν, κ' επρόσταξε να διώξουν τον χωρατατζή μ' ένα καλό λάχτισμα εις το μέρος του υποκειμένου του που είνε παρακάτω από τη ράχη.
Ο δεύτερος αγωνιστής ήταν ένας σοβαρός ασπρογέννης φιλόσοφος από τα μέρη της Ολλάνδας. Αυτός είχε φέρει μαζί του μίαν παράξενη μηχανή, με ένα είδος υαλίτικο καζάνι απ' επάνω. Το άνοιξε και έρριψε μέσα κάρβουνο κοπανιστό, μια κουταλιά αδιάργυρο, μια φούχτα αλογόπετρα, ένα κλαδί δενδρολίβανο και ένα βώλο νισαντήρι. Τα ανακάτεψε με μια χρυσή κουτάλα και αμέσως εζεστάθηκαν, εκόρωσαν, εφλογοβόλησαν, έπειτα εκρύωσαν, εκρουστάλλιασαν, και ευρέθη το καζάνι γεμάτο διαμάντια μεγάλα σαν τ' αυγά της περιστεράς. Όλοι οι αυλικοί έμεναν εκστατικοί και όλες η κυρίες άπλωσαν το χέρι για να λάβουν από ένα από τα διαμάντια που άρχισεν ο σοφός της Ολλάνδας να μοιράζη. Ο βασιληάς όμως εθύμωσε και πάλι, επρόσταξεν εις τες κυρίες να δώσουν οπίσω όσα είχαν λάβει και είπε με οργή εις το χημικό: «Δεν εσυλλογίσθηκες, ζευζέκη, πως άμα γείνουν τα διαμάντια κοινά σαν τα χαλίκια, θα χάσουν όλη τους την αξία τα δικά μου που είνε τα πρώτα του κόσμου και, αν λάχη και χρειαστώ χρήματα, 'μπορώ να τα πουλήσω όσο θέλω; Φύγε απ' εδώ, και αν ξανακάμης άλλη φορά διαμάντια, θα σου σπάσω μαζί με τη μηχανή και το κεφάλι».
Ο τρίτος ήταν ο πρώτος επιστήμονας ενός καινούργιου κόσμου, που είχεν ανακαλύψει ένας κάποιος Κολόμπος, πέρα από το μεγάλο νερομάζωμα, που το λέγουν Ατλαντικό. Αυτός ο νεοκοσμίτης είχε καταφέρει ύστερα από πολλές μελέταις και δοκιμές, να κλείση ταις ηλιακές αχτίδες μέσα εις μπουκαλάκια, που μοιάζανε μικρά αχλάδια, τόσον όμως φωτερά που ο βασιληάς και όλοι οι αυλικοί εθαμπώθηκαν και ανοιγόκλειαν τα μάτια, ωσάν νυχτερίδες που επλάκωσεν ο πρωινός ήλιος, πριν προφθάσουν να χωθούν εις τη σπηλιά τους. Αφού εμισοστράβωσε τον κόσμο άρχισεν ο επιστήμονας να εξηγή πώς αυτά τ' ακτινοβόλα αχλάδια είνε νέο σύστημα φωτισμού, και με το μισό έξοδο θα δίδουν φως δεκαπλάσιο από το λάδι, που θα ξεπέση τότες η τιμή του εις το δέκατο, αφού δε θα χρησιμεύη πλεια παρά μόνο για το τηγάνισμα και τη σαλάτα.
— Δεν ξεύρεις, αχρείε, τον διέκοψεν ο βασιληάς κίτρινος από την οργή, πως τα κτήματα του βασιλείου μου, τα δικά μου και του λαού μου, είνε όλα ελαιώνες, και έρχεσαι να μας ξεπέσης τη τιμή του λαδιού! Γκρεμίσου να μη σε βλέπω, και αν αύριο ευρεθής ακόμη εις τα κράτη μου θα σ' αλείψω με λάδι και θα σε κάψω ζωντανό.
Ήτο τώρα η σειρά της Μηλιάς και έτρεμεν όλη, βλέποντας πόσον αγριωμένος ήταν ο βασιληάς. Της εκελάδησεν όμως πάλιν το αηδόνι κάτι που της έδωκε θάρρος. Ολονών τα μάτια ήτανε καρφωμένα απάνω της και η σιωπή τόσο τέλεια, που θ' άκουε κανένας μύγαν να πετά ή χόρτο να φυτρώνη.
Η Μηλιά έδωκε τότε διαταγή ν' ανοίξουν τα είκοσι παράθυρα της σάλλας. Και αμέσως επέταξαν μέσα μικρόπουλα κάθε λογής και είδους, κίτρινοι μελισσουργοί, κόκκινοι πυρρουλάδες, αργυρά ψαροπούλια, μαύροι κότσυφοι, πλουμιστές κίχλες, παρδαλές καρδερίνες, σπίνοι, φρεντζούνια, σεισούρες, ποταμίδες, καλογρήτσες, μαλαθρίτσες, κρυδαλοί, ασπρόκωλοι, τρυποκάρυδα και κεφαλάδες. Αφού εφτερούγιασαν ένα δυο λεπτά, εδώ κ' εκεί γύρω εις ταις λάμπαις και τους πολυελαίους, σαν τρελλά πουλιά που ήταν, έκαμαν έπειτα ένα μεγάλο κύκλο. Το αηδόνι εστάθη εις το κέντρο κτυπώντας σαν αρχιμουσικός με τες φτερούγες του το ρυθμό, και ακούστηκε τότε μια πρωτάκουστη συμφωνία τόσο γλυκειά που θα έλεγες πως την είχε συνθέσει η μελοποιήτρια της Παράδεισος Αγία Κεκιλία. Από όλα τα κομμάτια άρεσε περισσότερο μια λιγυρή τετραφωνία σπίνων, που έκαμεν όλους να δακρύσουν, και το κωμικό τραγούδι της κίσσας, το τόσο πηδηκτούλικο και ζωηρά τονισμένο, που όλοι οι αυλικοί άρχισαν να σειούνται και να κινούν τα πόδια σαν να είχαν γεμίσει αι κάλτσες των μερμήγκια.
— Χορέψατε τώρα, πουλιά μου, επρόσταξεν η Μηλιά.
Είκοσι ζευγάρια καναρίνια άρχισαν τότε να χορεύουν ένα έκταχτο και πρωτοφανίστικο βαλς. Με τη μια φτερούγα εκρατούντο τα δυο πουλιά αγκαλιασμένα και επετούσαν με την άλλην. Τα ζευγάρια εγύριζαν ωσάν άνεμες και έκαμαν δέκα φορές το γύρο της σάλλας. Έπειτα εχόρευσαν κατά γης περπατητά μια νόστιμη καδρίλια οι τσαλαπετεινοί και ακόμη καλλίτερα επέτυχε το κοτιλλιόν με όλα του τα παιχνίδια. Εις αυτό έκαμαν όλους να ξεκαρδισθούν τα νάζια μιας ακατάδεκτης καρδερίνας, που της επαρουσίασαν δέκα κατά σειράν χορευτάδες και δεν της άρεσε κανένας· τους εκύτταζε με περιφρόνησι κ' έλεγεν όχι με το κεφάλι. Ο ενδέκατος έτυχε να της αρέση· για να του το αποδείξη του έδωκε μια μύγα που είχε πιάσει. Την έχαψεν εκείνος και έπειτα αγκάλιασε τη χορεύτριά του και άρχισαν να γυρνούν με χάρι και τέχνη μοναδική.
Δεν θα ετελείωνα ποτέ αν ήθελα να τα ειπώ όλα. Η διασκέδασι έκλεισε με μια βροχήν από σπάνια λουλούδια, που είχαν φέρει τα χελιδόνια από τα ξένα μέρη. Το σπανιώτερο απ' όλα ήταν ένας γαλάζιος λωτός του επάνω Νείλου, που επρόσφερεν η Μηλιά εις τον Βασιλέα.
Εκείνος ήτανε τώρα όλος ζωή και χαρά. Το αίμα ανέβηκε να βάψη τη χλωμή του όψι και τα μάτια έρριχναν σπίθες. Χωρίς να συλλογισθή ούτε το μεγαλείο ούτε τους προγόνους του, ούτε τι θα έλεγαν οι γύρω του πριγκίποι, δούκες, στρατάρχες, υπουργοί και δεσποτάδες, έσκυψε και εφίλησε την Μηλιά εις το μέτωπο, τα δύο μάγουλα και το σιαγόνι. Το σταυροφίλημα εκείνο, καθώς το έλεγαν, ισοδυναμούσε τότε εις τη Μεγάλη Ελλάδα με επίσημον αρραβώνα. Δεν ημπορώ να είπω αν άρεσεν ο αρραβώνας εκείνος εις όλους τους αυλικούς ή μίαν τουλάχιστο αυλικήν. Όλοι όμως ηναγκάσθηκαν θέλοντας και μη θέλοντας να φωνάξουν: Ζήτω η βασίλισσά μας! Το ίδιο εφώναξαν εις την γλώσσαν τους και όλα τα πουλιά, και βλέποντας ότι έκλαιεν η Μηλιά ενώ την αποχαιρετούσαν, της έδωκαν την υπόσχεσι να την βλέπουν συχνά.
Οι γάμοι έγειναν την επομένην εβδομάδα με περισσή μεγαλοπρέπεια και πομπή. Εις αυτούς ήσαν καλεσμένοι και οι θετοί γονιοί της Μηλιάς, ο γέρος και η γρηά, που τους έκαμνε να φαίνωνται δέκα χρόνια νεώτεροι η χαρά.
Ο βασιληάς, για να τους έχη κοντά της η αγαπημένη του γυναίκα, εζήτησε να τους εύρη καμμιά δημοσία θέσι εις την πρωτεύουσά του. Βλέποντας πόσον ήτο η γρηά φρόνιμη, οικονόμα, νοικοκυρά, λιγόφαγη και εις όλα τακτική την έκαμεν υπουργίναν επί των Οικονομικών. Ο γέρος όμως ήταν πλέον δυσκολοβόλευτος. Δεν ήξευρεν ο άνθρωπος ούτε να γράφη ούτε να διαβάζη. Ο βασιληάς επονοκεφαλούσε να εύρη πώς ήτο δυνατόν να τον οικονομήση, όταν έτυχε ν' αποθάνη ο επί της δημοσίας εκπαιδεύσεως υπουργός. Μη έχοντας πρόχειρον καμμίαν άλλην, έδωκεν εις τον γέρον την θέσιν του μακαρίτη, και από τότες εγεννήθη και σώζεται ακόμη εις πολλά μέρη η συνήθεια να δίδεται εις τον πλέον αγράμματον το υπουργείον της παιδείας.
(«Ακρόπολις Χριστουγεννιάτικη» 1895).