WeRead Powered by ReaderPub
Διηγήματα cover

Διηγήματα

Chapter 8: ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΥ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A series of short narratives ranging from contemplative natural sketches—such as a meditation on ephemeral aquatic insects—to intimate monologues and ironic vignettes about human feeling and folly. Each tale presents a compact incident or reflection that blends observational detail with personal rumination, moving between wry satire and melancholic introspection. Recurring concerns include the brevity of life, misplaced vanity, desire and loss, and social manners, with the author juxtaposing scientific observation and everyday anecdote to illuminate human vulnerability and paradox.

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΥ

Μεγάλη δυστυχία είνε να έχη κανείς πολύ καλήν καρδίαν. Το ηξεύρω εκ πείρας διότι μ' έκαμεν ο Θεός παραπολύ ευαίσθητον. Δεν ημπορώ να ιδώ άνθρωπον να πάσχη και να κλαίη, χωρίς να γείνουν τα νεύρα μου άνω κάτω, ούτε να εννοήσω πώς κατορθώνουν άλλοι να παρευρίσκονται εις λυπηρά θεάματα. Αν τύχη ν' αποθάνη γνώριμός των, τρέχουν εις την κηδείαν, ακόμη και αν χιονίζη. Αλλ' εγώ δεν ημπορώ να ίδω αποθαμμένον άνθρωπον όπου εγνώρισα ζωντανόν, χωρίς να με ταράξη η σκέψις ότι κ' εγώ θ' αποθάνω. Έπειτα αν οι συγγενείς του εφαίνοντο φρόνιμοι και παρηγορημένοι, τούτο θα μ' επείραζε, διότι δεν αγαπώ τους εγωιστάς· αν πάλιν έκλαιαν και εθρήνουν, το θέαμα θα μου έκοπτε την όρεξιν ή θα εχαλούσε την χώνεψίν μου. Το στομάχι μου είνε κ' εκείνο ευαίσθητο και δύο πράγματα δεν ημπορεί να χωνέψη, τον αστακόν και τας συγκινήσεις. Τας συγκινήσεις εύκολον είνε να τας αποφύγω· να μη τρώγω όμως αστακόν θα ήτο θυσία τόσον μεγάλη, ώστε μου συμβαίνει πολλές φορές να ξεχάσω πώς είνε βαρυστόμαχος και να θυμηθώ ότι πρέπει κάνεις να συγχωρή εις όσους αγαπά τα ελαττώματά των.

Άλλο πράγμα όπου δεν ημπορώ να καταλάβω είνε να υπάρχουν άνθρωποι τόσον σκληρόκαρδοι, ώστε να δέχωνται να παρασταθούν φίλου των εις μονομαχίαν. Αλλ' εγώ είμαι ευαίσθητος, και μόνη η ιδέα ότι ημπορεί ο φίλος μου ή και ο αντίπαλός του να πάθη, με κάμνει ν' ανατριχιάζω· προ πάντων όταν συλλογίζωμαι, ότι την ημέραν της μονομαχίας πρέπει να σηκωθώ εις τας επτά, ας είνε και ο καιρός άσχημος, να χασομερέψω εις τρεχάματα, συνεντεύξεις και συντάξεις πρωτοκόλλων, και ίσως να πληρώσω και αμαξιάτικα με κίνδυνον να τα χάσω, αν τύχη, θεός φυλάξοι, ο φίλος μου να σκοτωθή.

Μεγάλη πρέπει να είνε η αναισθησία και εκείνων όπου δανείζουν εις τους φίλους των χρήματα, χωρίς να συλλογισθούν ότι ενδέχεται να μη δυνηθούν να τα αποδώσουν εις την προθεσμίαν, να τους εντρέπωνται και να τους αποφεύγουν. Τούτο ημπορεί να φανή μικρόν κακόν εις όσους δεν έχουν καρδίαν, αλλ' η ιδική μου θα ερραγίζετο, αν παλαιός μου φίλος μ' απαντούσεν είς τον δρόμον και εκαμώνετο πως δεν με είδεν. Αυτός είνε ο λόγος που μ' έκαμε να πάρω την απόφασιν να μη δανείσω ποτέ εις φίλον μου εκατόν δραχμάς, έστω και αν πρόκειται να σωθή με αυτάς η τιμή και η ζωή του. Παρά να τον ίδω αχάριστον, καλλίτερα να τον κλάψω αποθαμμένον, αφού μάλιστα θα μ' εμπόδιζεν η ευαισθησία μου να υπάγω εις την κηδείαν του. Διά ν' αποφύγω τα φιλικά δάνεια, επρομηθεύθην από την αγοράν, με ένα εικοσιπεντάρικο, ένα μεγάλο σάκκο «Αρχαγγέλους» και «Πιστωτικές». Με αυτάς έχω το δικαίωμα ν' αποκρίνωμαι ότι ο Γούστας και ο Σκαλούτζης με άφισαν με το υποκάμισον, με μόνον δηλ. επτά σπίτια, που τα λέγω υποθηκευμένα, και εξακόσιες λαχειοφόρες, όπου δεν ηξεύρει κανείς πως τας έχω.

Άλλη σκληρότης και κουταμάρα είνε εκείνων όπου δίδουν ελεημοσύνην εις τους πτωχούς, χωρίς να συλλογισθούν ότι, αν μεν είνε ο ελεούμενος ικανός να εργασθή, ενθαρρύνουν την οκνηρίαν του, αν δε τύχη χωλός, στραβός, κουλοχέρης ή λωβιασμένος, το ψωμί που του δίδουν προμακραίνει ζωήν αθλίαν και βασανισμένην. Τούτο δεν το λέγω εγώ, το λέγουν οι μεγάλοι φιλόσοφοι, ο Σπένσερ και ο Δαρβίνος, που απέδειξαν πόσον απάνθρωπα είνε τα λεγόμενα φιλανθρωπικά καταστήματα, τα άσυλα των ανιάτων, τα γηροκομεία και τα λεπροκομεία. Εσημάδεψα εις τα βιβλία των τα μέρη όπου το λέγουν, και τα δείχνω εις όσους έχουν την αδιακρισίαν να μου ζητούν χρήματα, διά να εμποδίσουν ν' αποθάνουν με την ησυχίαν των δυστυχισμένα πλάσματα, που θα ήτο δι’ αυτά ο θάνατος ευεργεσία.

Προ μερικών μηνών μου έστειλεν ο αγιοχώματος μητροπολίτης Γερμανός μίαν επιτροπήν να μου ζητήση να συνεισφέρω, ως μεγάλος κτηματίας, διά να συστηθή εις κάθε τμήμα των Αθηνών ένα λαϊκόν μαγειρείον, όπου θα εύρισκαν οι πτωχοί άνθρωποι με μόνον δεκαπέντε λεπτά ένα φλυτζάνι ζουμί κ' ένα κομμάτι κρέας. Αν ήμουν άκαρδος καθώς οι άλλοι, θα έδιδα κ' εγώ τας είκοσι δραχμάς μου χωρίς δυσκολίαν. Η ευαισθησία μου όμως δεν μου συγχωρεί ούτε καν να συλλογισθώ ότι τρέφονται εις το πλάγι μου δυστυχείς άνθρωποι με νερόζουμο και κοιλιές, ενώ τρώγω εγώ μπαρμπούνια και φιλέτο.

Τρανή απόδειξις της υπερβολικής μου ευαισθησίας είνε και ο τρόπος όπου υπανδρεύθην. Όταν επλησίασαν να με πλακώσουν τα γεράματα, να με κουράζουν αι διασκεδάσεις και να μ' ενοχλούν οι ρευματισμοί, αισθάνθηκα την ανάγκην να έχω ένα σπιτικό και μίαν γυναίκα δική μου να με περιποιήται. Καθώς πας άλλος αγαπώ κ' εγώ της εύμορφες, και πλούσιος καθώς είμαι, εύκολο ήτο να εύρω ένα νόστιμο κορίτσι, αν δεν εζητούσα προίκα. Άλλος εις την θέσιν μου θα το έκαμνεν, αλλ' εγώ εσυλλογίσθηκα πόσον θα εβασάνιζε την ευαισθησίαν μου, αν υπανδρευόμην εύμορφην πτωχοκόρην, η ιδέα ότι μ' επήρεν όχι διά τα ευγενή μου αισθήματα, αλλά διά τα επτά μου σπίτια. Παρά αυτήν την ανυπόφορην υποψίαν επροτίμησα να θυσιασθώ και να πάρω πλουσίαν ασχημομούραν. Η ευγένεια της ψυχής μου είνε τόση, ώστε η μεγάλη της μύτη και τα ψεύτικά της δόντια δεν μ' εμπόδισαν, όχι μόνον να φέρωμαι καλά μαζί της, αλλά και να την αγαπώ, περισσότερον ίσως παρ' ό,τι πρέπει. Ως απόδειξιν της αγάπης μου αρκεί ν' αναφέρω πως, όταν έτυχε πέρυσι ν' αρρωστήση, δεν κατώρθωσα ποτέ να την βλέπω να υποφέρη. Ο βήχας της και το γλου-γλου της γαργάρας της μου έσχιζε την καρδιά και την ακοήν, και η μυρωδιά της αρρωστοκάμερας μου έφερνε ζάλη. Η ανικανότης μου να την βλέπω να υποφέρη με ανάγκαζε να μένω έξω από το σπίτι από το πρωί έως το βράδυ και καμμιά φορά από το βράδυ έως το πρωί. Αυτή η αρρώστεια της γυναίκας μου μ' έκαμε να εξοδέψω πολλά χρήματα εις αμάξια, θέατρα, γεύματα εις την Μεγάλην Βρεττανίαν και εκδρομάς με φίλους μου εις την Κηφισσιάν και την Πεντέλην. Το μεγαλείτερον όμως έξοδο ήτο ότι τας ημέρας που η γυναίκα μου δεν εφαίνετο διόλου καλά, η ανησυχία και η λύπη μου ήτο τόσον μεγάλη, ώστε ηναγκάσθηκα να πάρω διά παρηγότριαν μίαν Γαλλίδα του Φαλήρου. Περιττόν είνε να προσθέσω ότι η ευγένεια της ψυχής και των τρόπων μου μ' εμπόδισαν να είπω τίποτε δι' αυτά τα έξοδα εις την γυναίκα μου, όταν έγεινε καλά.

Εναντίον της δεν έχω κανένα σπουδαίο παράπονο. Προσπαθεί εις όλα να μ' ευχαριστήση και ποτέ δεν ερωτά ούτε πού ήμουν ούτε τι κάμνω. Είνε φρόνιμη, ήσυχη, νοικοκυρά και με κάμνει να καλοπερνώ χωρίς να εξοδεύη πολλά. Το σπίτι λάμπει, ποτέ δεν έλειψε κουμπί από τα υποκάμισά μου και είμαι πάντοτε βέβαιος να εύρω εις το τραπέζι το φαγί που μ' αρέσει. Εκατάφερε μάλιστα να μαγειρεύη και τον αστακόν με μίαν αμερικάνικη σάλτσα που ημπορεί τώρα να τον τρώγω χωρίς να μου πειράζη το στομάχι. Αυτά είνε βέβαια μεγάλα προτερήματα. Ένα μόνον πράγμα της λείπει, η ευαισθησία. Αυτό το εκατάλαβα όταν ήλθεν η σειρά μου ν' αρρωστήσω!

Ενώ εγώ εις την δικήν της αρρώστειαν δεν ημπορούσα να την βλέπω να υποφέρη, και αναγκάζουμουν να φεύγω και να ζητώ παρηγορίαν εις το ξεφάντωμα, αυτή ούτε στιγμή δεν έλειψεν από κοντά μου· αγρύπνησε δέκα νύχτες κατά σειράν εις το προσκέφαλό μου. Ήθελεν η ίδια να μου δίνη τα γιατρικά, να μ' αλλάζη και να με μεταγυρίζη, χωρίς να με συνερίζεται διά τον κακό μου τρόπο, χωρίς να συχαίνεται τα καταπλάσματα ούτε να ενοχλήται από την αρρωστομυρωδιάν του δωματίου. Αυτά μ' έκαμαν να υποπτευθώ, ότι η γυναίκα μου δεν έχει ούτε καλήν όσφρηση ούτε μεγάλην ευαισθησίαν. Πώς τωόντι θα ημπορούσε, αν ήτο ευαίσθητη, να με βλέπη να υποφέρω, να βασανίζωμαι, να με καίουν οι συναπισμοί και να με δαγκάνουν η αβδέλλαις; Κατάντησα να πιστεύω πως έχουν κάποιον δίκαιον όσοι θεωρούν την υπερβολικήν τρυφερότητα των γυναικών ως πρόληψιν και παραμύθι. Άδικον όμως θα ήτο και ν' απαιτήσω από τους άλλους την ιδικήν μου έκτακτον και μοναδικήν ευαισθησίαν.

(«Εμπρός» Νοεμβρίου 1896).

Η ΠΡΩΤΗ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ

Αθηναϊκή ανάμνησις

Σύγχρονος του Πιλάτου και της βραχνής κιθάρας του και προκάτοχος του κ. Πύργου διδάσκαλος της ξιφασκίας ήτο, προ ενός τετάρτου αιώνος, αρχαίος τις λοχίας των Ζουάβων της Αφρικής, φέρων το όνομα Μαυρίκιος Ζακού και άνω των εξήκοντα εις την ράχιν του χρόνους. Τούτον επροτίμων οι τότε φίλοπλοι διά πολλούς λόγους, εκ των οποίων ο κυριώτατος ήτο, ότι πλην αυτού δεν υπήρχε τότε εις Αθήνας κανείς άλλος. Και ούτω όμως οι μαθηταί του δεν ήσαν πολλοί. Το ξίφος τω όντι και το πιστόλιον ήσαν ακόμη κατά την εποχήν εκείνην όπλα πολυτελείας, δυνάμενα να ονομασθώσιν ακαδημαϊκά, τα δε μόνα χρήσιμα εις λύσιν των ζητημάτων της τιμής ήσαν η ατρόχιστος σπάθη του ιππικού και η δημοσιογραφία. Τούτο εξηγεί πώς, αν και ήτο μονάκριβος ο κ. Ζακού, δεν ήσαν εν τούτοις τα μαθήματά του ακριβά. Αντί είκοσι κατά μήνα παλαιών δραχμών δι’ ένα μαθητήν και πέντε περιπλέον δι' έκαστον σύντροφόν του, ηδύνατό τις να έχη την ευχαρίστησιν να τον βλέπη προσερχόμενον εις την οικίαν του τετράκις της εβδομάδος μετ' ακριβείας στρατιωτικής. Ουδ' ήτο η ακρίβεια το μόνον του καλού απομάχου προσόν. Ουδένα τω όντι ηξιώθην να γνωρίσω άνθρωπον ούτε εγκυκλοπαιδικώτερον αυτού ούτε προθυμότερον να καθιστά τας γνώσεις του χρησίμους εις πάντας. Των μαθητών του διώρθωνε τας παρεκτροπάς, όχι μόνον των ποδών και των βραχιόνων, αλλά και τας πολύ βαρυτέρας της γλώσσης, όταν ωμίλουν γαλλικά. Πλην δε του γλωσσικού μαθήματος παρείχεν εις αυτούς και διδάγματα στωικής φιλοσοφίας, διηγούμενος εις τους παραπονουμένους διά τον καύσωνα ή τον βαρύν χειμώνα των Αθηνών πώς εις τας αραβικάς πεδιάδας εμοιράζετο εις τους στρατιώτας το βούτυρον και το λαρδί με την κουτάλαν, ή πώς εις τα κλεισωρείας του Άτλαντος συνεπύκνωνεν ο βορράς την πνοήν των Ζουάβων επί της γενειάδος των εις στιλπνούς σταλακτίτας. Αλλά και ουδείς εγνώριζε κάλλιον αυτού να διδάσκη τας στρατιωτικάς ασκήσεις εις τους σκύλους, την ρητορικήν εις τους ψιττακούς, την μουσικήν εις τα κανάρια ή να μεταβάλλη εις κάπωνας τους πετεινούς. Πλην τούτων κατώρθωνε να μεταδίδη εις παν αποθνήσκον κυνάριον, γάτον, πίθηκον ή άλλο ευνοούμενον οικιακόν ζώον, αν ουχί ψυχικήν, σωματικήν τουλάχιστον αθανασίαν, ταριχεύων αυτό δι’ αυτών εκείνων των χόρτων και βαλσάμων, διά των οποίων εγεμίζετο η κοιλία των Φαραώ, κατά συνταγήν μεταδοθείσαν αυτώ υπό Κόπτου ασκητού. Αλλά το μάλλον διακρίνον τον πρώην ήρωα της Αφρικής ήτο η κατοχή άλλης τινός ασυγκρίτως πολυτιμοτέρας συνταγής, η της προβιγκιανής ψαρόσουπας, της περιβοήτου bouilla- baisse. Το άγνωστον τούτο εις ημάς τους αναξίους διαδόχους μεγάλων προγόνων αγλάισμα της τραπέζης είνε προϊόν της αρχαίας Ελληνικής τέχνης, εισαχθέν προ εικοσιπέντε αιώνων υπό Φωκαέων αποίκων εις την Μασσαλίαν. Όπως πάντα τα λοιπά καλλιτεχνήματα της εποχής του Περικλέους, διακρίνει και τούτο η απλότης των μέσων, διά των οποίων επιτυγχάνεται το καλόν. Προς κατασκευήν τω όντι της κλεινής bouilla-baisse ουδέν άλλο απαιτείται παρά μόνον ολίγον ψάρι, ολίγα κρεμμύδια, ολίγον πιπέρι και τέχνη πολλή· ο δε Ζακού ήτο αληθής τεχνίτης, διατηρών ίσως εις τας φλέβας του, όπως και ο Βοναπάρτης, σταγόνα τινά αίματος Ελληνικού. Το κατόρθωμα τούτο της τέχνης του μας παρέθεσεν εις πρόγευμα, χλιαράν τινα, ανέφελον και μόνον κατά τον Καζαμίαν χειμερινήν ημέραν εις το Δαφνίον, υπό ουρανόν σαπφείρινον, παρά την όχθην θαλάσσης χρυσής. Ουδ' ήτο το συμπόσιον μονοπίνακον, αλλά την ψαρόσουπαν διεδέχθη άλλο τι άγνωστον εις τους κατοίκους της Αττικής του αττικού χρώματος προϊόν, αμανίται του Δαφνίου, εφάμιλλοι των φυομένων υπό τας καστανέας της Λιγαυρίας. Αλλ' ενώ ετρύφα εις τους παρατεθέντες η όσφρησις και η γεύσις, κατείχετο το πνεύμα μου υπό ευλόγου δυσφορίας, ματαίως αγωνιζόμενον ν' ανεύρη πώς το έδαφος τούτο της Αττικής, το εξακολουθούν να γεννά βολβούς κατ' ουδέν κατωτέρους των υμνηθέντων προ είκοσιν αιώνων υπό των Δειπνοσοφιστών, γεννά συγχρόνως ανθρώπους εις τοιούτον βαθμόν αναισθήτους, ώστε να προτιμώσι τούτων τα καλλιεργούμενα ή μάλλον κατασκευαζόμενα εις τους υπογείους κοπρώνας των Παρισίων άχυμα και ανούσια δήθεν μανιτάρια. Πως ταύτα μεν να πληρώνονται πέντε φράγκα το κουτίον, οι δε εγκλείοντες το άρωμα και τον χυμόν του βουνού βολβοί, να ρίπτονται εις την θάλασσαν ή τους χοίρους, διά τον λόγον ότι δεν τους τρώγουν «ούτε τα πρόβατα, ούτε τα γίδια, ούτε τα γαϊδούρια, ούτε οι Αθηναίοι», ως μας έλεγαν οι χωρικοί.

Την αδημονίαν μου ταύτην ηύξανεν άλλο αντικρύ μου μαρτύριον της εκλείψεως παντός ίχνους της προγονικής καλαισθησίας. Εις απόστασιν τω όντι ολίγων βημάτων ήτο εστρωμένη άλλη τις τράπεζα, και περί αυτήν εκάθηντο τρεις κομψοί νεανίσκοι, και είς πρώην τοιούτος μετά δύο κυριών, αίτινες ήσαν αυτή η κυρία Άρτεμις και η κυρία Ήβη, αι υποκρινόμεναι δηλ. εις την χθεσινήν παράστασιν του Ορφέως του Όφεμπαχ τας ολυμπίους θεάς θνηταί γαλλίδες. Ουδεμίαν όμως ησθάνετο ο θεωρών αυτάς όρεξιν να θρηνήση, ότι δεν ήτο αθάνατος η κιτρίνη κόμη των, η αλευρωμένη όψις των, οι ύποπτοι οδόντες και των χειλέων των η ψευδοπορφύρα. Το δε μόνον αληθώς αξιοθρήνητον ήτο να βλέπη τις απογόνους του Αλκιβιάδου και του Αριστίππου να ποτίζωσι καμπανίτην και να κατατρώγωσι διά των οφθαλμών τοιούτου είδους Φρύνας και Λαΐδας, των οποίων το μόνον προσόν, όπως και των ψευδομανιτών, ήτο η προέλευσις εξ Ευρώπης.

Την σειράν των οχληρών τούτων σκέψεων διέκοψαν αίφνης οι βαρείς φθόγγοι του οπλοδιδασκάλου μας βροντοφωνούντος· «Μετά την ψαρόσουπαν και τους αμανίτας μου πρέπει να καταπίετε και την ιστορίαν μου της πρώτης μου μονομαχίας. Καθώς όλοι γνωρίζετε, δεν ευρίσκεται υπό τον ήλιον άλλος άνθρωπος όσον εγώ ευπροσήγορος, φιλήσυχος και ειρηνικός. Τοιούτος ήμην πάντοτε. Όταν κατετάχθην εις τους Ζουάβους, επροσπάθησα να φέρωμαι προς όλους ευγενώς και περιποιητικώς, περιμένων περίστασιν να δείξω και την αφοβίαν μου εις τους Βεδουίνους. Η ευκαιρία όμως αύτη εβράδυνε να παρουσιασθή, η δε υπερβολική των τρόπων μου ευγένεια παρεξηγήθη από μερικούς συντρόφους μου, υποπτεύσαντας ότι είχε κάποιαν συγγένειαν με την δειλίαν. Τούτο ανέλαβε να ξεκαθαρίση αρχαίος τις Ζουάβος, ο πρώτος του τάγματος ξιφοπαίκτης και μονομάχος ονομαστός. Ένα πρωί, ενώ επρογευμάτιζα ήσυχα και φρόνιμα, ήλθε και έπτυσε μέσα εις το φαγητόν μου και έπειτα επαρεπονέθη ότι τον επρόσβαλα διότι έπαυσα να το τρώγω, και διά την προσβολήν ταύτην εζήτει ικανοποίησιν διά μονομαχίας μέχρι θανάτου. Το πράγμα μου εφαίνετο απίστευτον και η απαίτησις τερατώδης. Τοιαύτη όμως δεν ήτο και των συντρόφων μου η γνώμη, οι οποίοι συγκροτήσαντες συμβούλιον τιμής απεφάσισαν παμψηφεί ότι, αφού επρόσβαλα τον άνθρωπον, έπρεπε και να τον ικανοποιήσω την επομένην ημέραν το πρωί, εις το όπισθεν του στρατώνος ξηροχώραφον. Αν σας έλεγα ότι εκαλοκοιμήθην την νύκτα εκείνην δεν θα μ' επιστεύετε, και θα είχετε δίκαιον. Όταν με παρέταξαν την επιούσαν ξιφήρη αντικρύ του αντιπάλου μου, παρετήρησα εις τριών βημάτων απόστασιν νεόσκαπτον λάκκον και εις το χείλος του λίσγον και πτυάριον. Το θέαμα δεν με ήρεσε διόλου.

— Τι είνε τούτο; ηρώτησα· ας υπάγωμεν ολίγον μακρύτερα.

— Τούτο, απεκρίθη με φοβεράν φωνήν ο αντίπαλός μου, είνε ο λάκκος όπου θα σε ρίψουν μετά δύο λεπτά! Κάθε άνθρωπος τον όποιον εγγίζει το σπαθί μου είνε καλός διά θάψιμον. Κάμε γλήγορα την τελευταίαν σου προσευχήν.

»Ταύτα ακούων και θεωρών τον λάκκον, τον έτοιμον να με καταπίη, ησθάνθην την καρδίαν μου να γεμίζη όχι από φόβον, αλλ' από φοβεράν οργήν, προ πάντων κατά της αδικίας. Εσυλλογιζόμην ότι τον άνθρωπον εκείνον ούτε άλλον κανένα ποτέ μου δεν επείραξα· ότι πρώτην φοράν έπιανα εγώ ξίφος, ενώ εκείνος ήτο εξ επαγγέλματος ξιφομάχος και θα μ' εσούβλιζεν ως ορνίθιον, χωρίς να διατρέξη ο ίδιος κίνδυνον κανένα. Εσυλλογίσθην και την γραίαν μητέρα μου και την απελπισίαν της. Εκύτταξα έπειτα τους τέσσαρας μάρτυρας, οι οποίοι μ' έκαμαν την εντύπωσιν βοηθών του δημίου. Αυτοί μ' είχαν φέρη εκεί και ητοιμάζοντο να παρασταθούν ανάλγητοι εις την σφαγήν μου. Ο ένας μάλιστα μ' εφάνη ότι εδάγκανε τα χείλη του διά να μη γελάση. Όλα αυτά τα εύρισκα απάνθρωπα, θηριώδη και προ πάντων άδικα. Ο φόβος μου έπαυσεν ολότελα και ο θυμός μου εκορυφώθη. Έρριψα το άχρηστον σπαθί μου και εχύθην κατά του αντιπάλου μου ως ταύρος με το κεφάλι κάτω. Επέσαμεν και οι δύω κατά γης και ήρχισα να γρονθοκοπώ, να λακτίζω και να δαγκάνω. Ο αντίπαλός μου εξαφνισθείς, αντί να μ' αποδώση τα ίσα, επροσπάθει πολύ μάλλον να σωθή από τας χείρας μου. Ουδέ τούτο όμως θα το κατώρθωνεν, αν δεν έτρεχαν οι μάρτυρες με πολύν κόπον να μας χωρίσουν».

Ταύτα ειπών εφάνη ο Ζακού καταληφθείς υπό τινος δισταγμού και αδιαθεσίας να τελειώση την διήγησιν, την οποίαν αυθορμήτως είχεν αρχίση, και ικαναί παρήλθον στιγμαί, μέχρις ου αποφασίση να προσθέση εν βία και με φωνήν πολύ ταπεινοτέραν «Εντρέπομαι, κύριοι, να σας ομολογήσω ότι ήμην βλαξ και είχα όλα τα άδικα. Άδικον είχον να υποθέσω γάλλους στρατιώτας και μάλιστα Ζουάβους ικανούς να εκθέσουν χωρίς λόγον τον συστρατιώτην των εις τόσον άνισον αγώνα, και άδικον να πιστεύσω ότι ο αντίπαλός μου είχε τω όντι σκοπόν να με σκοτώση και να με θάψη εις τον λάκκον εκείνον. Όλα αυτά ήσαν μασονική δοκιμασία, εις την οποίαν υποβάλλεται πας νεοσύλλεκτος διά να γνωσθή αν είνε γενναίος· ο δε τρόπος με τον όποιον αντέταξα την κεφαλήν και τους γρόνθους μου εις το ξίφος του ανταγωνιστού μου δεν εθεωρήθη ως ίδιος δειλού. Τίποτε λοιπόν δεν μας εμπόδιζε να φιληθούμε και να υπάγωμεν έπειτα να τιμήσωμεν το πρόγευμα, το οποίον είχε παραγγελθή προς τιμήν μου, αν επετύγχανα, ως έλεγαν, εις τας εξετάσεις μου. Εις το πρόγευμα εκείνο έφαγα πρώτην φοράν ψαρόσουπαν, καθώς εκείνην όπου σας εμαγείρευσα, και εμέθυσα με κρασί κάπως καλλίτερον από αυτό το ποτήρι πικρορετσινάδο, το οποίον πίνω εις την υγείαν σας».

[«Εστία» 1898, τ. 1ος σελ. 2-3]

ΚΥΝΟΜΥΟΜΑΧΙΑ

Εξ όλων των πόλεων της Δύσεως και της Ανατολής, όπου έτυχε να κατοικήσω, η καθαρωτάτη είνε ή τουλάχιστον ήτο προ ημίσεως αιώνος, προ της ιταλικής δηλ. ενότητος και της εφαρμογής του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, η Γένοβα πρωτεύουσα της Λιγουρίας. Η ιστορία της πόλεως ταύτης συνδέεται στενώς μετά της ημετέρας μεσαιωνικής. Οι Γενοβέζοι υπήρξαν πιστοί σύμμαχοι του αυτοκράτορος Μιχαήλ του Παλαιολόγου κατά των Ενετών, και επί μακρόν χρόνον δυνάσται της Χίου, όπου, αν υπάγης, αναγνώστα, δύνασαι να συναντήσης επιζώντας τινας απογόνους του Ιουστινιάνη και του Γριμάλδη διατηρούντας ακόμη τα οικόσημα, τα γενεαλογικά δένδρα και την πίστιν εις τον Πάπαν, κατ' ουδέν όμως άλλο διακρινομένους από των γειτόνων αυτών, των οποίων η περιουσία περιορίζεται εις κτήμα, ουχί πολύ μεγαλείτερον της αιθούσης χορού των ανακτόρων του βασιλέως Γεωργίου, αποδίδον κατ' έτος εκατοντάδας τινάς πορτοκαλιών και σακκίδιον αμυγδάλων.

Διά την μοναδικήν εν τούτοις και απαστράπτουσαν της Γενούης καθαριότητα ελάχιστα δαπανώσι το κράτος και η δημαρχία, χάρις εις την πρακτικωτάτην και αξίαν μιμήσεως ιδέαν ν' αναθέσωσι την φροντίδα ταύτην εις τους καταδίκους εις ισόβια ή πρόσκαιρα δεσμά. Τρις της ημέρας αντηχεί εις τας οδούς βαρύς κρότος αλύσεων και τροχών και μετ' ολίγον εμφανίζεται μέγα κάρρον συρόμενον υπό ευρώστων ημιόνων, τούτο δε παρακολουθούσιν υπό την επιτήρησιν δύο αστυνομικών κλητήρων περί τους είκοσιν αλυσίδετοι ανά ζεύγος δεσμώται, οι μεν εν ερυθρά οι δε ισόβιοι εν κιτρίνη στολή, ωπλισμένοι διά μακρών σαρώθρων, τα οποία δεν διαφεύγει ίχνος βορβόρου ή σκιά κονιορτού, ούτε κόπρισμα ίππου, ούτε απόρριμμα σιγάρου, ούτε τεμάχιον χαρτιού ουδέ καστάνου φλοιός, ώστε μετά την διέλευσιν του κάρρου δύναται η επιφάνεια των ασπίλων πλακών να χρησιμεύση ως κάτοπτρον εις τας φιλαρέσκους διαβατρίας. Προς πλήρη εκτίμησιν της μοναδικής ταύτης καθαριότητος έν μόνον δύναμαι να προσθέσω, ότι εις επισήμους τινάς λιτανείας επικρατεί η συνήθεια να ραίνωνται οι ιερείς εκ των παραθύρων διά βροχής ρόδων, κρίνων, υακίνθων και γαρυφάλων, αλλά μετά το τέλος της τελετής σαρώνονται αμέσως και ταύτα θεωρούμενα ως ευώδεις ακαθαρσίαι. Πολλάκις συνέβη να επιφοιτήση εις τον νουν μου ως όνειρον και οπτασία των νεανικών μου χρόνων η μαρμαρυγή των γενουηνσιακών πλακών, ενώ επιπόνως αναρριχώμαι εις τον ανήφορον της οδού Νικοδήμου, προσκόπτων ανά παν βήμα εις ζωντανάς ή νεκράς όρνιθας, εις λόφους κονιορτού, εις πυραμίδας σκουπιδιών, εις απόμαχα υποδήματα, εις φλοιούς καρπουζιών, εις μαύρους ρύακας παρά το πεζοδρόμιον ή ερυθρούς προ των μακελλείων. Αλλά και πολλάκις διερχόμενος την οδόν Αδριανού και βλέπων χάσκοντας εις τον εξώστην του Παλαιού Στρατώνος πλήθος ευρώστων δεσμωτών, αναλογίζομαι πόσον χρησιμωτέρα θα ήτο η καταδίκη αυτών ως εν Γενούη εις καθαρισμόν των πεζοδρομίων.

Ου μόνον δε εις απολύμανσιν της πόλεως, αλλά και εις σπουδαίαν ελάττωσιν του αριθμού των εγκλημάτων θα συνετέλει πιθανώς το θέαμα της καθημερινής παρελάσεως ανά τας οδούς των Αθηνών των εμπρηστών της οικίας Μελά, των ληστών του ταμείου της Λαμίας, των απίστων ταμιών και άλλων μεγαλοσχήμων ομοτέχνων των αλυσιδέτων, μετ' ερυθρού ή κιτρίνου σκούφου επί της κεφαλής και μεγάλης εις τας χείρας σκούπας.

Απαραίτητος προς διατήρησιν πόλεως καθαράς είνε η ύπαρξις είς τινα απόστασιν απ' αυτής ακαθάρτου προαστείου, προωρισμένου δηλ. εις πάσαν ασυμβίβαστον προς την καθαριότητα βιομηχανίαν. Μόνον οι Αθηναίοι στέργουσι να έχωσιν αμέσους γείτονας χοιροτρόφους, βαφείς ρακοσυλλέκτας, βουστάσια, βυρσοδεψεία και ελαιοτριβεία. Πάντα ταύτα ως και τας απεράντους αυτών αποθήκας ελαίου, σάπωνος, τυρού, λίπους, τόνου και παστού κρέατος περιώρισαν οι Γενοβέζοι εις το απέχον όσον το Φάληρον από των Αθηνών χωρίον του Αγ. Πέτρου, και έκτοτε η πόλις αυτών απέβη εντελώς άοσμος κατά τα τρία τέταρτα του έτους, μόνον δε κατά την άνοιξιν απόζει εκ της ανθήσεως των δενδροστοιχιών.

Ουδ' ήτο τούτο το μόνον της καθαριότητος πλεονέκτημα· αλλά και η βαθμιαία και τελεία σχεδόν έκλειψις του βδελυρωτάτου των παρασίτων. Από της αρχής του παρόντος αιώνος η Γένοβα είνε η μόνη ίσως εν Ευρώπη πόλις, η μη φιλοξενούσα ποντικούς. Ούτοι ήσαν πρότερον εκεί αναρίθμητοι και παμφάγοι. Κατά την παιδικήν μου ηλικίαν έζων ακόμη γερόντισσαι διηγούμεναι περί της θηριωδίας των τετραπόδων τούτων πράγματα απίστευτα και φρικαλέα. Το μέγεθος αυτών ήτο όσον μεγάλης γαλής· ηρήμωσαν ολοκλήρους συνοικίας και εκένωσαν τας αποθήκας του ναυτικού· έπνιγον τους γάτους· κατεβρόχθιζον τας λαμπάδας των ναών· έτρωγον εν τη κοιτίδι αυτών τα βρέφη· ανέσκαπτον τους τάφους, όπως φάγωσι και τους νεκρούς, την δε ηγουμένην της μονής των Καρμηλιτών οσίαν Ροζαλίαν έφαγον εν τω κελλίω της ζωντανήν, ενώ ήτο βυθισμένη εις έκστασιν ουρανίαν. Εις ταύτα εδυσπίτουν οι ουδέποτε υπερβάντες τα τείχη της πόλεως, αλλ' οι εγκύψαντες και εις των περιχώρων την γεωγραφίαν κάλλιστα εγνώριζον ότι ο παρά των γραϊδίων υμνούμενος φοβερός και γιγάντειος ποντικός δεν ήτο μυθώδης, ούτε καν ευρίσκετο μακράν, αλλά ζη, βασιλεύει, πληθύνεται εις ελαχίστην από των τειχών της πόλεως απόστασιν, μεταναστεύσας από ημίσεως ήδη αιώνος εις τον Άγιον Πέτρον των εκεί εξορισθέντων ζωογδαρτών και αλλαντοποιών, μετά των σφαγείων και των αποθηκών στοκοφίσου και αλειμματοκηρίων. Εν δε τω νέω αυτών καταυλισμώ τοσούτον, ως φαίνεται, ηυχαριστήθησαν οι μετανάσται, ώστε ουδέποτε υπερέβαινον τα όρια αυτού, ούδ' επεχείρησαν ως οι Ηρακλείδαι κάθοδον εις την αρχαίαν αυτών έδραν, την απολέσασαν παν δι' αυτούς θέλγητρον, αφού έγεινε καθαρά.

Δυσάρεστος βεβαίως ήτο εις τους κατοίκους του προαστείου η εγκατάστασις τοιαύτης αποικίας, και ζωηρά τα παράπονα κατά της αποφάσεως της κυβερνήσεως να συγκεντρώση παρ' αυτοίς πάσας τας ρυπαράς βιομηχανίας, μεταβάλλουσα το χωρίον των εις κοπρώνα της πρωτευούσης. Αν υπήρχον τότε βουλευταί, όπως υποστηρίξωσιν αυτά, θα εματαιούτο πιθανώς το σχέδιον της απολυμάνσεως της Γενούης. Μη υπαρχόντων όμως τοιούτων, ηδυνήθη να υπερισχύση το κοινόν συμφέρον κατά πάσης αντιδράσεως των προσωπικών. Μετά ματαίας τινάς αναφοράς και διαμαρτυρήσεις ηναγκάσθησαν οι διαμαρτυρόμενοι να υποταχθώσιν, αναλαμβάνοντες να συμβιβάσωσι την ακαθαρσίαν, εν μέσω της οποίας κατεδικάσθησαν να ζώσι, μετ' επιμόχθων και πολλάκις ματαίων αγώνων προς απαλλαγήν από της μάστιγος των ποντικών.

Εν πρώτοις αντετάχθησαν κατ' αυτών τα δραστικώτατα των δηλητηρίων, ο φωσφόρος, ο στρύγχνος, η κανθαρίς και το αρσενικόν, και αι παντός είδους και πάσης εφευρέσεως μυάγραι.

Ταύτα όμως μόνον κατά τας πρώτας ημέρας απεδείχθησαν κάπως χρήσιμα, τάχιστα δε εδιδάχθησαν τα πονηρά ζώα να δυσπιστώσι προς τα φαρμακερά καταπότια και να διαφεύγωσι τας τεχνικωτάτας παγίδας. Προ πάντων δε απέτυχον κατά τον αγώνα τούτον τα αντιταχθέντα εις αυτούς παντοία είδη γάτων, ου μόνον των εντοπίων, αλλά και των αδρά δαπάνη εισαχθέντων ανδρειοτάτων της Αγκύρας, της Ισπανίας, της Αιγύπτου και της Περσίας. Πλείστους εκ τούτων έπνιξαν και τους λοιπούς έτρεψαν εις επαίσχυντον φυγήν, μετ' ολίγον δε απέβη αναμφισβήτητον, ότι από κυνηγουμένων μετεβλήθησαν εις φοβερούς γατοδιώκτας οι ποντικοί.

Ταύτα δύνανται να φανώσιν απίστευτα εις μόνους τους τελείως στερουμένους ιστορικών γνώσεων, αλλ' οι παρακολουθήσαντες τας από των μέσων μέχρι των καθ' ημάς χρόνων πολιτικάς επαναστάσεις της ευρωπαϊκής ηπείρου κάλλιστα γνωρίζουσιν, ότι η ιστορία των ποντικών συνδέεται αναπoσπάστως προς τας εισβολάς των εξ Άρκτου και Ανατολών βαρβάρων, των Σκανδιναβών, των Γότθων, των Ερούλων, των Βανδάλων, των Ούνων, των Αβάρων, των Μογγόλων και των Τατάρων. Οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι εγνώριζον μόνον τον μικρόν και ήμερον μυν, όστις έχει προς τον έπειτα επιδραμόντα δεκαπλάσιον το μέγεθος και εκατονταπλάσιον κατά την κακουργίαν βάρβαρον ποντικόν, ως η γαλή προς την τίγριν και ως προς τον κροκόδειλον η αθώα σαύρα. Εκάστη από του Αττίλα και του Γελιμέρου μέχρι των νεωτέρων χρόνων εισβολή συνωδεύετο υπό εισβολών του ανήκοντος εις την πατρίδα αυτών γένους τρωκτικών τετραπόδων, τα οποία δυστυχώς δεν συναπήρχοντο μετά των επιδρομέων, αλλ’ ενέμενον εις την κατακτηθείσαν χώραν, μέχρις ου επήρχετο νέα εισβολή άλλου ισχυροτέρου γένους, οίτινες διεδέχοντο και έτρωγον τους προκατόχους. Πρώτη μνημονεύεται υπό της ιστορίας η των Νορβηγών, οίτινες διαπλεύσαντες την Βαλτικήν επί των πλοίων των Νορμανδών και Δανών πειρατών απέβησαν εις τας ακτάς της Αγγλίας και της Αμερικής και εκείθεν επεξετάθησαν εφ' όλης της Ευρώπης, από των πάγων της Σκωτίας μέχρι των ισπανικών παραλίων. Ούτοι ήσαν, ως φαίνεται, σιδηρόχροοι και ωνομάσθησαν εκ τούτου υπό των λογίων χρονογράφων Ήφαιστοι ή λατινιστί Vulcani.

Τους Ηφαίστους έφαγον και διεδέχθησαν οι έπειτα εισορμήσαντες κατόπιν των Ούνων τεφρόχροοι Ασιάται. Τους επανακάμπτοντας εις τας εστίας στρατούς των Σταυροφόρων παρηκολούθησαν απειράριθμα πλήθη ποντικών, ιδρυσάντων νέαν εν Ευρώπη δυναστείαν, καταλυθείσαν ήτοι φαγωθείσαν μετά δύο αιώνας υπό των και πάλιν εκ της Βαλτικής επελθόντων. Αλλ' ανιαρόν θα ήτο να παρακολουθήσω κατά χρονολογικήν σειράν πάσας ταύτας τας επιδρομάς και αλληλοφαγίας. Παραπέμπων λοιπόν τους ορεγομένους εις τους Βυζαντινούς και Λατίνους χρονογράφους και συναξαριστάς, περιορίζομαι να μνημονεύσω την φοβερωτάτην πασών και σχεδόν σύγχρονον τελευταίαν. Περί το έτος 1725 σειρά αλλεπαλλήλων καταστρεπτικών σεισμών διέσεισαν πάσαν την παρά την Κασπίαν θάλασσαν χώραν, ορύξαντες βαθύτατα εις τας πέριξ πεδιάδας χάσματα. Εκ των βαράθρων τούτων ανεπήδησαν αναρίθμητα σμήνη ποντικών, οίτινες υπερβάντες τον Βόλγαν, είτε νηχόμενοι είτε επί αλιευτικών πλοίων, ετράπησαν έπειτα προς δυσμάς. Έκτοτε ουδέποτε εστείρευσε το ρεύμα της εισβολής, ούδ' έπαυσαν αι άβυσσοι της Παρακασπίας ερευγόμεναι μυριάδας κακοποιών τετραπόδων. Η παρ’ αυτών κατάκτησις της Ευρώπης συνετελέσθη μετά ταχύτητος ναπολεντείου και ταύτην διεδέχθη η πανωλεθρία των προκατόχων. Εν Σουηδία, Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ιταλία και Ισπανία, από της Υρκανείας θαλάσσης μέχρι των οχθών του Ατλαντικού, οι επί πολλούς αιώνας επικρατήσαντες Ήφαιστοι, οι φαιοί, οι τεφροί, Σκανδιναυοί, Σταυροφόροι και πάντα τα λοιπά γένη κατεπόθησαν υπό των επηλύδων και κατήντησαν ήδη τόσον σπάνιοι, ώστε αγοράζουσι τους επιζώντας τα Μουσεία. Προς σωτηρίαν από βεβαίου ολέθρου των άλλων επί της γης εμψύχων ηυδόκησεν η Θεία Πρόνοια να καταστήση πάντα τα είδη των ποντικών ποντικοφάγα, αλλ’ ουδέν άλλο ήτο κάλλιον των Παρακασπείων ή Μοσχοβιτών ωπλισμένων προς τοιαύτην θανάσιμον πάλην. Το μήκος αυτών, συμπεριλαμβανομένης της ουράς, φθάνει ενίοτε τα τεσσαράκοντα εκατοστά του μέτρου, ήτοι το σύνηθες της γαλής, (3) ανάλογος δε του αναστήματος είνε το θράσος και η θηριωδία. Πλην τούτου υπερβαίνουσι πάντας τους άλλους κατά την πολυτοκίαν. Κατ' εξαίρεσιν των λοιπών ζώων έχουσι κοινόν προς τον άνθρωπον, ότι δεν υπάρχει δι' αυτούς ωρισμένη εποχή ερώτων, αλλ' ερωτεύονται και πληθύνονται κατά πάσαν ώραν, τρις δε ή τετράκις του έτους γεννά η Μοσχοβίτισσα ουχί ολιγώτερα των δεκαπέντε τέκνων. Ο μόνος περιορισμός του φοβερού τούτου πολλαπλασιασμού έγκειται εν τη διαφθορά των ηθών και τη τελεία παρά τοις ζώοις τούτοις ελλείψει συγγενικού φίλτρου. Αι μητέρες εν ελλείψει άλλης τροφής τρώγουσι τα ίδια τέκνα, ταύτα δε τους γηράσαντας γονείς, απαραλλάκτως ως έπραττον κατά τον Ηρόδοτον οι πρόγονοι των παρακασπείων Μοσχοβιτών αρχαίοι Μασαγέται.

Εις τας ιστορικάς ταύτας λεπτομερείας ηναγκάσθην να ενδιατρίψω, όπως μη φανώσιν απίθανα όσα απομένουσι να διηγηθώ. Πρέπει δε και να προσθέσω, ότι περί την εποχήν εκείνην ήρχιζεν εισαγόμενος παρά τοις Ιταλοίς εξ Αγγλίας ο νεωτερισμός ν' αντιταχθή αντί του γάτου ο σκύλος κατά της ογκουμένης πλημμύρας των τρισμεγίστων ποντικών. Εις το κυνήγιον τούτο επετύγχανε προ πάντων μιγάς τις γενεά έλκουσα την καταγωγήν εκ των ερώτων Αγγλίδος βουλδογίσσης μετά του ιθαγενούς μολοσσού των Απεννίνων. Τα φοβερά ταύτα ζώα εκαλούντο Αρλεκίνοι εκ του ομοιάζοντος το προσωπείον Αρλεκίνου μαύρου αυτών ρύγχους και, πριν ή χρησιμοποιηθώσιν ως μυοκτόνοι, εξετέλουν καθήκοντα οία τα των αρχαίων μονομάχων εν τω ρωμαϊκώ αμφιθεάτρω, σπαράσσοντες αλλήλους κατά τας πανηγύρεις προς διασκέδασιν του πλήθους, ή και παλαίοντες κατά ταύρων.

Τω καιρώ εκείνω είχα το μέγα ευτύχημα να είμαι δεκαπενταέτης και το ουχί μικρότερον να κατοικώ τέσσαρας κατ' έτος μήνας εις εξοχικήν οικίαν περικυκλουμένην υπό μικρού δάσους γηραλέων καστανέων, του ωραιοτάτου των δένδρων είτε όταν ανθή την άνοιξιν, είτε όταν κύπτωσιν οι κλάδοι του υπό το βάρος του φθινοπωρινού καρπού. Ο Οκτώβριος επλησίαζεν εις την λήξιν, ο καιρός ήτο ψυχρός και εις την εστίαν εσπινθήριζεν η πρώτη του έτους, εκ ξηρών κλημάτων πυρά, ότε αντήχησεν ο κώδων της εξωθύρας και ευθύς έπειτα επί της κλίμακος βαρύ πάτημα μετά κλαγγής σπάθης επί των λιθίνων βαθμίδων.

Ο απροσδόκητος επισκέπτης ήτο γιγάντειος υπαξιωματικός των Καραβινιέρων, όστις χαιρετίσας ευγενέστατα παρουσίασεν ημίν διαταγήν του φρουραρχείου, «όπως χορηγήσωμεν επί τρεις ημέρας κατάλυμα εις τον αποσπασματάρχην Ταραβόκιαν, εκτελούντα μεταβατικήν υπηρεσίαν». Αι τοιαύται φιλοξενίαι επεβάλλοντο συνεχώς εις τους κατοικούντας μεμονωμένας εξοχικάς επαύλεις, αλλ' εις ουδένα επροξένουν ανησυχίαν ή τρόμον, ως εις τας ελληνικάς επαρχίας η διάβασις των προς καταδίωξιν της ληστείας μεταβατικών αποσπασμάτων, η τρέπουσα εις φυγήν αθρόους τους χωρικούς εκ του φόβου της παροιμιώδους κοτοπήττας. Οι ανήκοντες εις το επίλεκτον σώμα των Καραβινιέρων εφημίζοντο ως ευγενέστατοι· εσέβοντο των ξενιζόντων τας όρνιθας και δεν ησπάζοντο άνευ της αδείας των τας γυναίκας.

Οι υπαξιωματικοί ήσαν πάντες εγγράμματοι, αν και ουδείς πτυχιούχος του Πανεπιστημίου, διότι η Ιταλία δεν ηυτύχει, ως η Ελλάς, να έχη τοσαύτην πληθώραν διδακτόρων, ώστε να ψηφίση νόμον περί απονομής εις αυτούς θέσεων υπενωμοταρχών και υπαστυνόμων. Πάντες εγνώριζον ανάγνωσιν, γραφήν, τα τέσσαρα πάθη της αριθμητικής και τους πρώτους κανόνας της καλής συμπεριφοράς, να μη μεταχειρίζωνται δηλ. ούτε τους δακτύλους ως ρινόμακτρα ουδέ τους γρόνθους ως επιχειρήματα επί της ράχεως των φορολογουμένων. Ο δε παρ' ημών ξενιζόμενος ήτο και κατά τι λογιώτερος. Περιποιούμενος ημάς ως Έλληνας εθεώρησε πρέπον να μας πληροφόρηση, ότι η Ελλάς ήτο τον παλαιόν καιρόν ένδοξον έθνος, πατρίς εξόχου ποιητού καλουμένου Ομήρου υμνήσαντος τα κατορθώματα του μεγάλου Αλεξάνδρου. Ακριβέστεροι όμως ήσαν αι γνώσεις του περί άλλα χρησιμώτερα πράγματα, τα οποία ευηρεστήθη κατά την διαμονήν του να με διδάξη, την διά κατόπτρου προσέλκυσιν των κορυδαλλών, την διάκρισιν των φαγωσίμων από φαρμακερών αμανιτών, την εις τα κοιλώματα των κουφοκαστανεών σύλληψιν των γλαυκών και την κατασκευήν παγίδων προς άγραν των κουνελλίων. Αλλ' η μεγίστη του αγαθού χωροφύλακος προς εμέ χάρις ήτο να με προσκαλέση εις το δραματικώτατον των όσα έτυχε να ίδω θεαμάτων, εις την υπ' αυτού σχεδιασθείσαν μεγάλων ποντικών κυνηγεσίαν. Αύτη έμελλε να διεξαχθή την προσεχή Κυριακήν κατά παράκλησιν του δημοτικού συμβουλίου υπό την στρατηγίαν του φίλου μου ενωμοτάρχου, συνοδευομένου υπό της ημιλοχίας του και επικουρίας χωρικών. Πλην εμού είχον προσκληθή οι συντάκται δύο ή τριών εφημερίδων και νέος τις ποιητής, όπως περιγράψωσι και υμνήσωσι πεζώς και εμμέτρως το αξιομνημόνευτον γεγονός. Τόπος συναθροίσεως είχεν ωρισθή η μικρά πλατεία του Αγ. Πέτρου, η ολίγον απέχουσα από του σφαγείου των ίππων και ώρα η τετάρτη της πρωίας, η συνήθης προς τοιαύτας κυνηγεσίας. Περιττόν δε είνε να προσθέσω, ότι επεκράτει ακόμη το βαθύ σκότος ασελήνου και ομιχλώδους φθινοπωρινής νυκτός, την δε πορείαν ημών εφώτιζον χωρικοί κρατούντες μεγάλας εκ πίσσης λαμπάδας. Τούτους ηκολούθουν περί τους τριάκοντα Καραβινιέροι, φέροντες πλην της σπάθης βαρείαν ράβδον και σύροντες έκαστος διά λωρίου ζεύγος των ανωτέρω περιγραφέντων φοβερών μανδροσκύλων. Ούτω βαδίζοντες εν σιωπή ωμοιάζομεν συνωμότας.

Η νυξ και το κόκκινον φως των δάδων μετέδιδον εις την παράταξιν ημών χροιάν Κατιλιναϊκήν. Εφ' όσον επλησιάζομεν προς τα σφαγεία, το έδαφος νοτισθέν υπό της προσφάτου βροχής καθίστατο σπογγωδέστερον. Ο πιτυλίζων ημάς βόρβορος είχε την ρευστότητα του ύδατος και το ύδωρ την πυκνότητα του βορβόρου. Αυτός δε ο αήρ εφαίνετο πυκνωθείς εκ των παντοίων πνιγηρών αναθυμιάσεων και, όπως δυνηθή τις ν' αναπνεύση, ηναγκάζετο να φράξη την μύτην.

Επί τέλους εφθάσαμεν προ χαμηλού τίνος περιτειχίσματος, εφ' ου στηρίξαντες κλίμακα ανήλθομεν και εκαθίσαμεν επί της κορυφής του τοίχου. Ούτος περιέφρασσεν ικανώς ευρύχωρον κυκλικόν περίπου χώρον, είδος τι αμφιθεάτρου, του οποίου το πλακόστρωτον έδαφος διετέμνετο δι' αυλακιών αποληγόντων εις κιγκλιδοφράκτους προς εκροήν του αίματος οπάς. Ο τόπος ούτος εχρησίμευε προς σφάξιμον και εκδοράν των ίππων, ως υπεδείκνυεν ο εν γωνία τινί σωρός κρανίων. Οι ίπποι δεν εθεωρούντο ακόμη κατά την εποχήν εκείνην ανήκοντες εις το γένος των φαγωσίμων, αλλ' εν τούτοις αντί να γείνωσι συνταξιούχοι εσφάζοντο οι γηράσαντες προς αμοιβήν των μακρών αυτών εκδουλεύσεων εις το αχάριστον ανθρώπινον γένος. Νεκρός ίππος έμελλε να πρωταγωνιστήση κατά την πανήγυριν της νυκτός εκείνης, ουδ' εβράδυνε να εμφανισθή επί της σκηνής, συρόμενος διά σχοινίων μέχρι του κέντρου του αμφιθεάτρου υπό τεσσάρων τω συνοδευόντων ημάς χωρικών. Ούτοι έσπευσαν να κλείσωσι το δίφρακτον, δι' ου είχεν εισαχθή το πτώμα, συγχρόνως δε ν' ανοίξωσι τας οπάς του τοίχου, δι' ου έμελλον να εισπηδήσωσιν εις το στάδιον οι αναμενόμενοι ιπποφάγοι, ελκυόμενοι υπό της οσμής του παρατεθέντος αυτοίς μεγαλοπρεπούς συμποσίου. Οι πρώτοι εμφανισθέντες ποντικοί ήσαν εν αρχή ολίγοι και εφαίνοντο δυσπιστούντες και κάπως δειλοί. Αλλ' ούτοι ήσαν απλοί πρόσκοποι αποσπασθέντες προς κατόπτευσιν του εδάφους. Η έκθεσις αυτών υπήρξεν, ως φαίνεται, ενθαρρυντική. Μετ' ολίγον εξώρμησαν εκ πάσης ανοιχθείσης οπής και εξ άλλων πιθανώς υπογείων οχετών, διότι εφαίνοντο ως αναδυόμενοι εκ της γης πυκναί φάλαγγες τρωκτικών τετραπόδων, Άξιον δε σημειώσεως είνε ότι, εφ' όσον ηύξανεν ο αριθμός, εφαίνετο συναυξάνον και το μέγεθος αυτών. Ενώ οι πρώτοι εισελάσαντες ηδύναντο να θεωρηθώσιν ως μεγάλοι μόνον ποντικοί, το ανάστημα πλείστων εκ των ήδη εισορμώντων δεν εφαίνετο κατώτερον του των γάτων. Μετά τινα δε λεπτά ολόκληρος, άνευ του ελαχίστου κενού, η επίφάνεια του ευρυτάτου εκείνου περιβόλου εκαλύπτετο υπό εμψύχου και αεικίνητου τάπητος παρδαλοχρόου, διότι τα ζώα ταύτα διεκρίνοντο ου μόνον διά του αναστήματος αλλά και διά του χρώματος την ποικιλίαν. Υπήρχον ποντικοί ολόμαυροι, καστανοί, ξανθοί, ορφνοί, μολυβδόχροοι καί τινες λευκοί, ίσως εκ των γηρατειών.

Ο νεκρός του ίππου δεν εφαίνετο πλέον. Εκεί όπου έκειτο, ουδέν άλλο έβλεπέ τις ή πυκνότερον σωρόν ποντικών έχοντα περίπου του πτώματος το σχήμα. Εκ του σωρού τούτου ανήρχετο παράδοξός τις ήχος ομοιάζων τον κροταλισμόν των πηρουνίων και των σιαγόνων κατά την ώραν του γεύματος εν τη αιθούση πολυανθρώπου ξενοδοχείου. Το συμπόσιον διήρκει από μιας ήδη ώρας. Αλλ' ημείς ουδέν άλλο ηδυνάμεθα να διακρίνωμεν πλην του αμόρφου, αεικινήτου και ανά πάσαν στιγμήν ογκουμένου εκείνου σωρού.

Ουδ' έπαυσαν να προσέρχωνται πανταχόθεν νέα αδηφάγα σμήνη. Οι καταφθάνοντες ανέβαινον και έτρεχον επί της ράχεως αλλήλων και επί τούτων άλλοι. Ο ζωντανός εκείνος τάπης ωμοίαζεν ήδη προς τα νώτα τρικυμιώδους θαλάσσης.

Κατά την στιγμήν εκείνην ερρίφθησαν κατά διαταγήν του αρχηγού τρεις αναμμέναι δάδες επί του αποκρύπτοντος το πτώμα σωρού και η ζέουσα ρητίνη έσταξεν επί των δαιτυμόνων. Περί αυτήν εσχηματίσθη τότε ευρεία οπή και εις το βάθος του λάκκου διεκρίνομεν ουχί πτώμα ίππου, διότι ούτος είχε φαγωθή ολόκληρος, μη εξαιρουμένων του δέρματος και των σπλάγχνων, αλλ' άσαρκον ήδη και λευκάζοντα σκελετόν. Εντός της κοιλότητος αυτού απέμενον εν τούτοις σκληροτράχηλοι τινες συμποσιασταί, μη πεισθέντες ουδ' υπό της βροχής πυρός να εγερθώσι της τραπέζης.

Καιρός ήτο ήδη να επιδείξωσι την ανδρείαν αυτών οι σκύλοι. Ούτοι ανυπομόνουν προ πολλού, ωρύοντο, ηνωρθούντο και έσειον τους ιμάντας μετά τοσαύτης ορμής, ώστε εκινδύνευον να παρασυρθώσιν οι κρατούντες αυτούς άνδρες. Ότε απελύθησαν επί τέλους, δεν ανέμειναν να ανοιχθή αυτοίς η πύλη του αμφιθεάτρου, αλλά κατεπυλίσθησαν από της κορυφής του τοίχου εις την παλαίστραν ως καταρράκτης οι εξήκοντα μολοσσοί, και ήρχισεν αξία επικής ανυμνήσεως ποντικοσφαγία. Φοβερά ήτο η μανία και άσβεστος η δίψα αίματος των σκύλων. Έδακνον, έπνιγον, εσπάρασσον και εσκόρπιζον περί αυτούς εκατοντάδας ασπαιρόντων πτωμάτων. Τούτο διήρκεσεν επί δέκα περίπου λεπτά, κατά τα οποία ασφαλής εφαίνετο η έκβασις του αγώνος. Τι όμως ήσαν εκατοντάδες τινές νεκρών, ενώ εις μυριάδας ανήρχοντο οι περικυκλούντες αυτούς εχθροί;

Μετ' ολίγον αντήχησαν γαυγύσματα, ομοιάζοντα μάλλον προς γοερόν παράπονον ή αλαλαγμόν θριάμβου. Οι ποντικοί συνελθόντες εκ της εκπλήξεως ήρχιζον ήδη ν' αμύνωνται κρατερώς, αναρριχώμενοι και προσηλούμενοι ως βδέλλαι επί των νώτων των μολοσσών, οίτινες εξηκολούθουν μεν να σπαράττωσι τους περί αυτούς, αλλά μάτην ηγωνίζοντο ν' αποτινάξωσι τους επικαθημένους. Ολόκληρον το σώμα τινών εκ των σκύλων εκαλύπτετο υπό ποντικών ως προ μικρού ο νεκρός του ίππου, και άδηλος απέβαινεν η έκβασις της μάχης. Ανδρείοι μεν και ρωμαλέοι ήσαν οι βουλδόγοι, αλλά και πολύ ολιγώτεροι των εν Θερμοπύλαις συντρόφων του Λεωνίδα κατά των αμετρήτων περσικών στιφών. Όπως λοιπόν μη πέσωσιν ούτοι έστω και ενδόξως υπό τους οδόντας των ποντικών, κατεπείγουσα ήτο η ταχίστη παροχή εις αυτούς επικουρίας. Ανοίξαντες τότε την μεγάλην πύλην εισώρμησαν αθρόοι εις την παλαίστραν, οι Καραβινιέροι μετά της εφεδρείας των χωρικών. Τρεις ή τέσσαρες μόνον εξ αυτών εγύμνωσαν την σπάθην, αλλ' οι πλείστοι επροτίμησαν ως όπλον τας μακράς και βαρείας ράβδους.

Ταύτας μετεχειρίζοντο ως κατά το αλώνισμα του σίτου οι γεωργοί. Εκάστη της ράβδου καταφορά ανετίνασσεν εις τον αέρα ολόκληρον ορμαθόν ποντικών και εξ ίσου δραστηρίως ειργάζοντο οι πόδες. Οι Ιταλοί Καραβινιέροι είνε, ως γνωστόν, κολοσσοί· τα μέχρι του γόνατος βαρύτατα υποδήματα ησφάλιζον τας κνήμας αυτών από των δηγμάτων και έκαστον επί των πλακών βήμα απέβαινε θανατηφόρον. Άλλοι μεν διεσκέδαζον χορεύοντες επί του ποντικοστρώτου εδάφους είδος τι φονικωτάτης μαζούρκας, και άλλοι εμιμούντο τας κινήσεις των πατούντων εις τον ληνόν τας σταφυλάς. Αλλά και οι σκύλοι αναθαρρήσαντες εκ της παρουσίας των κυρίων αυτών ηγωνίζοντο και πάλιν ηρωικώς. Η νίκη αυτών ηδύνατο ήδη να θεωρηθή ως ασφαλισθείσα, αλλ' ο αγών παρετείνετο, διότι εξ ίσου δύσκολος ήτο εις τους ητηθέντας και η αντίστασις και η ταχεία αποχώρησις εκ του πεδίου της μάχης. Αι οπαί του τοίχου, δι' ων είχον εισέλθη ήσαν τόσον στεναί, ώστε υπέρ την μίαν ώραν είχε διαρκέση η εισέλασις των αλλεπαλλήλων ταγμάτων και αδύνατος εκ τούτου ήτο η αθρόα φυγή. Άλλως δε μεταξύ αυτών και των εξόδων ωρθούντο οι Καραβινιέροι και έχαινον τα στόματα των μολοσσών. Τα εμπόδια ταύτα επεχείρησαν να υπερπηδήσωσιν αντλούντες θάρρος εκ της απελπισίας. Επήδων επί των νώτων των σκύλων, ανερριχώντο εις τους ώμους των ανδρών, έδακνον τας ράβδους μέχρις εκριζώσεως των οδόντων, πολλοί δε και ερρίφθησαν κατά του τοίχου μετά τοσαύτης ορμής, ώστε συνετρίβη η κεφαλή αυτών. Ίσως ήτο τούτο αυτοχειρία.

Το θέαμα απέβη τοσούτον απεχθές και φρικαλέον, ώστε απέστρεψα τους οφθαλμούς. Η σφαγή παρετάθη επί ημίσειαν περίπου ώραν. Αριθμός τις θυμάτων κατώρθωσε να σωθή διά τοιχαναβάσεως ή διά των υπογείων οχετών. Αλλ' ο κατά την στιγμήν εκείνην ανατέλλων ωχρός ήλιος φθινοπώρου εφώτιζε κατά τον προχείρως γενόμενον υπολογισμόν υπέρ τας δέκα χιλιάδας πτωμάτων. Μετά των νεκρών έκειντο και δύο μολοσσοί, είς είχε τυφλωθή κατά την μάχην, τρεις ή τέσσαρες εχώλαινον και πάντων αι πλευραί εστίζοντο δι' αιματηρών κηλίδων. Αλλά και πολλών ανδρών αι χείρες έφερον τα ίχνη των οδόντων των ποντικών. Πάντες εφαίνοντο κατάκοποι και απέσταζεν άφθονος εκ του μετώπου των ο ιδρώς, αν και ήτο παγερά η ομίχλη της πρωίας, ερριγούμεν δε ημείς της ομηρικής μάχης οι αργοί θεαταί.

Υπάρχει παροιμία, καθ' ην αι σφοδραί συγκινήσεις ανοίγουσι την όρεξιν. Ταύτην, ως φαίνεται, εγνώριζε της πανηγύρεως ο οργανωτής, διότι κατά την επιστροφήν ημών εις το υπαίθριον καφφενείον, ανέμενεν ημάς μικρός αγριόχοιρος στρεφόμενος επί της πυράς, νωπός τυρός, μέγας λέβης βραστών καστάνων καί τινες φιάλαι οίνου του τελευταίου τρυγητού, κάπως μεν θολού, αλλά γλυκού και αφρώδους ως καμπανίτου. Το πρόγευμα ήτο βεβαίως ορεκτικόν, αδύνατον όμως υπήρξε να τιμήσω αυτό, ενοχλούμενος υπό της διακεχυμένης καθ' όλον το προάστειον οσμής των παντοίων εκεί βιομηχανιών, του συμμιγούς αρώματος μακελλείου, παντοπωλείου, αλείμματος, σάπωνος, δερμάτων και λαϊκών μαγειρείων. Από της υπερβολικής ταύτης ευαισθησίας της οσφρήσεως μ' εθεράπευσεν, ως ελπίζω, ριζικώς η δεκαετής ήδη εν τη συνοικία της Πλάκας διαμονή.

[«Παναθήναια» 1900]