WeRead Powered by ReaderPub
Ντόπιες Ζωγραφιές cover

Ντόπιες Ζωγραφιές

Chapter 16: ΑΝΟΙΞΗ
Open in WeRead

About This Book

A series of vivid local sketches depicting rural and small-community life through atmospheric descriptions of landscapes, religious settings, travelers, communal meals, everyday work, and minor dramas such as thefts and encounters with local authorities. The pieces alternate contemplative portrayals of nature and solitude with bustling scenes of social ritual, hospitality, and conversation, presenting character studies and succinct anecdotes that highlight customs, material culture, and the rhythms of seasonal life. Language combines sensory detail with anecdotal observation, producing intimate vignettes that capture both the quiet of isolated places and the lively exchanges of ordinary people.

ΑΝΟΙΞΗ

Ανθίζουν οι μυγδαλιές, βλαστάνουν τα δέντρα, ξανανιόνουν τα πουλιά, γελά η φύση, αγάπη μεγάλη χύνεται και πλημμυρίζει όλη την εξοχή.

Τα λιοστάσια αφίνουν το χειμωνιάτικο σταχτή χρώμα τους, πρασινίζουν κι αχτινοβολούν στον ήλιο, τα σιτάρια υψόνονται, το χορτάρι και το τριφύλλι μεγαλόνει, η δροσιά το λούζει, από μαργαριτάρια γεμίζει ο κάμπος.

Έλα να πάρουμε τον καλό δρόμο της εξοχής μας και να τραβήξουμε μακριά, αλάργα, πέρα από την πόλη όπως τότες. Δεν είμαστε παιδιά πια, μα δεν είμαστε και γέροι. Συ θα φορέσης το μοβ εκείνο φορεματάκι σου, το ψάθινο πλατύγυρο καπέλλο σου, τα μικρουλάκια λουστρίνια σου, τη βυσινιά, μπελερίνα σου, τα μαύρα σου γαντάκια, νούμερο έξ.

Για δες ο δρόμος πώς στρώθηκε στα πλάγια του με πράσινη χλωρασιά, με κόκκινες παπαρούνες και με άσπρες μεταξένιες ανεμώνες. Για δες οι μυγδαλιές βαρειά ανθισμένες, άσπρες τριανταφυλλένιες, πώς περιμένουν το καμαρωτό σου τ' ανάστημα να τινάξουν απάνω του τα άνθια τους και πέρα οι αγράμπελες να στεφανώσουν τα παιδικά σου στήθη, τη φαρδειά σου μαύρη ζώνη με το χρυσό της κρίκο.

Τα πουλιά φτερουγίζουν και φλυαρούν σα να σε ξαναχαιρετούν ευτυχισμένα σαν τότε. Τίποτε δεν άλλαξε από την εξοχή ακόμα. Μήτε η μαραμένη καλύβα κάτω στο δάσος, μήτε το ποταμάκι που κυλά στις πικροδάφνες και στα πλατάνια, που φουντόνουν νιοβλαστημένα. Θα σκύψουμε να πιούμε νεράκι στην πράσινη όχτη του, σαν τότε· ποτήρι θάχης τα δυο μου χέρια, ποτήρι θάχω τις κόκκινες απαλάμες σου. Θα πιούμε δροσερό νεράκι αχόρταγα, θα γελάσουμε μ' αγάπη και μ' άδολη χαρά, θα κόψουμε κλωνάρια ανθισμένης λυγαριάς, και θα τραβήξουμε ακόμα το δρόμο μας. Θα σφογγίσω τον κουρνιαχτό των λουστρινιών σου με το μαντήλι μου, και θα πάρουμε το μονοπάτι του δάσους.

Θα μπούμε μέσα. Το μυστήριο, οι σκιές του θα μας πλημμυρίσουν τη ψυχή, θα μας μεθύσουν. Η φύση ολάκερη θ' αναγεννάται εκεί μέσα. Θα κάνουν αγάπη τα σκουλικάκια, τ' αγριολούλουδα, οι θεόρατες βελανιδιές, οι κισσοί κ' οι πλατομαντήλες μέσα στα νερά. Και το μεγάλο αυτό φίλημα της αγάπης, του έρωτα της φύσης θα μας φέρνη σε θεϊκή έκσταση. Θ' ακούμε τ' αηδόνια και θα τα καλοκαρδίζουμε, θα βλέπουμε τα πρόσωπά μας στα νερά και θα γελούμε ευτυχισμένοι. Οι βοσκοί θα μας στέλνουν από μακριά τους σκοπούς της φλογέρας τους, ο ήλιος μέσ' απ' τα κλαριά τα φιλιά του.

Θα βρούμε τις παλιές μας αγαπημένες σπηλιές απ' αγριόβατα, θα μαζέψουμε μούρα, θα φάμε και θα μελανιάσουν τα χείλη μου και θα κοκκινίσουν τα δοντάκια σου. Κ' η κρουσταλλένια σου φωνή θα μου τραγουδή αγάπης στιχάκια.

Το προβατάκι τ' ασπρόμαλλο με τη μεγάλη κουδούνα στο λαιμό, θα χάση πάλι το δρόμο του, και θα βελάζη παραπονεμένα. Θα σε δη, θα σ' αναγνωρίση και θαρθή να γλύψη με την τριανταφυλλένια γλώσσα του το μοβ φορεματάκι σου, και συ θα το φιλήσης. Και τα καστανά μαλλάκια σου θα σμίξουν με τα χιονάτα κι ολόσγουρα δικά του. Κι έτσι θάστε μια ζωγραφιά αγαπημένη και τι όμορφη μέσα στη σκιά και τα χρώματα του δάσους.

Τα δέντρα με τους κορμούς τους μεγάλους, θ' απλόνουν τα νιοβλάστητα μικρά κλαράκια τους και θα σε χαϊδεύουν μαλακά στο διάβα σου, τα μυρμηγκάκια στο χώμα θα τα πατή το πόδι σου τ' ανάλαφρο, και δε θα τα σκοτόνη· το χορτάρι θα σου φιλή και θα σου γαργαλάη το δαχτυλίδι της όμορφης γάμπας σου και συ θα μου γελάς ευτυχισμένα.

Οι πεταλούδες οι πολύχρωμες θα σε θαρρούν μυρωμένο λουλούδι και θα γυρεύουν να πάρουν μέλι απ' τα χειλάκια σου, και καθώς θα πετούν τριγύρω σου, θ' αφίνουν το μικρό τους ίσκιο απάνω στ' άσπρο προσωπάκι σου. Νεράιδα θα σε παίρνη το δάσος ολόκερο και θα βυθίζεται σε σιγαλιά και σε ζήλεια.

Ο ουρανός θ' αφίνη μέσ' απ' τις ψηλοθώρητες κορφές των δέντρων να βλέπουμε λιγάκι γαλανό χρώμα· κ' η ψυχή μας θ' αναγαλλιάζη. Ο κόσμος δε θα μας στέλνη εκεί μέσα τη βοή του και θάμαστε ευτυχισμένοι.

Θυμάσαι το ξύλινο γιοφύρι που τόχουν φάη οι βροχές κ' οι τροχοί των κάρρων και των αμαξιών πούνε γεμάτο στις όχτες του από βοστίνες, αγριομενεξέδες και κρινάκια; Θα το περάσουμε αγκαλιασμένοι σαν τότες, και θα κοιτάξουμε με συγκίνηση ματαπάλε τον γκρεμό…κάτω, που βόσκουν στα πλάγια του τα γίδια. Και θάσαι σκυμμένη στον ώμο μου σαν τότες, και το χέρι μου θ' αγκαλιάζη την ολόθερμη δαχτυλιδένια μέση σου.

Πέρα από τ' αμπέλια μόλις θα φαίνουνται μέσ' απ' τα κλαριά τα τσαπιά των αργατών λαμποκοπώντας στον ήλιο, που θα σκάφτουν τη γις, μόλις θα φτάνουν τα τραγούδια τους. Θα στεκόμαστε να τ' ακούμε λιγάκι τα ευτυχισμένα αυτά τραγούδια των φτωχών αυτών δουλευτών και θ' αρχίζουμε πάλι το δρόμο μας τον άσωτο και τον μεθυστικό.

Τα βουνά θα ξανοίγουν κι αυτά κάπου κάπου με τα καθάρια, γαλάζια έλατά τους με τα καμπυλογραμμένα πλάγια τους, πλημμυρισμένα στον ξανθό ήλιο που θα λυόνη τα χιόνια τους, και θάνε τόσο μικρά, τα μεγάλα και περήφανα αυτά βουνά, μπροστά στην τόση αγάπη κ' ευτυχία μας.

Κι όσο θα τραβούμε μπροστά, τα δέντρα θα γίνουνται πυκνότερα, τα φύλλα τους χοντρή μάζα που δε θα την περνά ο ήλιος, το χορτάρι ψηλό ως το γόνα. Και θ' ανασηκώσης τότε το φορεματάκι σου με τ' αριστερό σου χεράκι, και μέσα στο μυστήριο και στη βαθειά σιγαλιά του δάσους, θα φανή πιο μεθυστική και πιο καλοπλασμένη η στρογγυλή σου γάμπα με τη μεταξωτή μαύρη κάλτσα σου.

Θα μου χαμογελάσης τότες πιο σκανδαλιάρα κι αθώα μαζί, και τρελλός θα σου πάρω σαν τότες το πρώτο φίλημα απ' τα ζεστά σου χείλη, και θα χαμηλώσης τα μεγάλα μαύρα μάτια σου με τα κατάμαυρα μεταξένια ματοβλέφαρά σου και τα φαρδειά τους καγγελωτά φρύδια.

Και μέσα στην καρδιά του δάσους του μεγάλου, κατάμεσα στη φύση που θ' αναγεννάται ολάκερη, και που θα κάνη την αγάπη, μέσα στον έρωτα των αγριολουδιών και στη δροσιά του χορταριού, μέσα στο μεθύσι των ψηλών βελανιδιών και στο μισοφωτισμένο βάθος μέσα του ανοιξιάτικου δάσους, θα μ' ανοίξης την αγκαλιά σου, ωραία άνοιξή μου, συ…

Πόσες άνοιξες πέρασαν και πόσες θα περάσουν ακόμα όμορφες σαν τότε, και συ δε θάρθης πια στο κάλεσμα της ψυχής μου.

ΣΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ

Στον Δ. Κακλαμάνον Η ζωηρή κουβέντα για τα πολιτικά του τόπου κόπηκε ξαφνικά. Οι ταχτικοί του μικρού φαρμακείου έκλεισαν όλοι το στόμα τους, ο ψηλός δέκα χρόνια τόρα φοιτητής, με το κιτρινισμένο σακκάκι και τη λερωμένη γραβάτα, ο αντικρυνός μπακάλης με την άσπρη ποδιά κρεμασμένη από τη μέση ως τα πόδια, ο κυρ έφορας, το λεβεντόπαιδο, ένας αντρούκλας, πλαταράς, με μουστάκια αγριόγατου, και μ' ένα χαριτωμένο ch στα παχειά χείλη του, ο τραπεζίτης, στρογγυλοκαμωμένος, κοιλαράς, κουβαρντάς, γλεντζές, κόκκινος-κόκκινος, όλος μπιφτέκι και παλιό κρασί, ο υπασπιστής του τάγματος ψηλόλιγνος, φοβερός γυναικάς, με τη στολίτσα του, με τις μποτίτσες του, με το σπαθάκι του, με τ' άσπρο κορδονάκι του στον αριστερό ώμο, με το καπελλάκι του, με το μουτράκι του, με το μουστακάκι του, ένα περίεργο χοντροκαμωμένο επαρχιώτικο χαϊδευτικό ά κ ι, ο κτηματίας κι υποψήφιος για τη δημαρχική θέση, με τα μικρά κινέζικα ματάκια του, με τις ζωηρές χειρονομίες του και μ' έν' αδιάκοπο «ούι!… ούι!…» κολλημένο πάντα στα χείλη του. Απάνω στο μεγάλο τραπέζι, σκεπασμένο με μαύρη χνουδωτή τσόχα, ο μεγάλος δίσκος με τα ποτηράκια με τις μαστίχες από τον αντικρυνό μπακάλη, άστραφτε και πεντοβολούσε στα μεγάλα φωτεινά τετράγωνα που άπλονε ο ήλιος, περνώντας από τα κλειστά γυαλοπαράθυρα. Γύρω ο κατάψηλος ως το ταβάνι σκελετός του φαρμακείου με το γλυκό κιτρινωπό χρώμα του, φωρτωμένος στα γυάλινα βάθη του από βάζα, γυάλιζε εδώ κι εκεί από το ηλιοπλημμύρισμα. Στη μέση το ψηλό μεγάλο τραπέζι με τ' άσπρο του μάρμαρο και τα βάζα του και τα γυαλικά του, άπλονε προς την πόρτα τρεις καθαρές βιτρίνες, που στα βάθη τους κιτρίνιζαν από την πολυκαιρία, διάφορα χημικά και φαρμακευτικά είδη, ενώ αποπίσω του ο γέρος φαρμακοποιός με τους δυο βοηθούς του αμούστακα παιδιά ακόμα, έτριβαν και ζύγιζαν κι έλιοναν και έφκιαναν γιατρικά, σκυμμένοι στις μικρές, τετράγωνες ρετσέτες.

— Εδώ είνε ο κυρ γιατρός; μουρμούρισε απόξω μια κλαψιάρικη γυναικεία φωνή.

Εκεί απάνω οι ταχτικοί του φαρμακείου απόμειναν βουβοί. Από τ' αριστερό τραπεζάκι, που χρησίμευε και για μικρό γραφείο με σωρούς βιβλίων απάνω του μ' ένα καλαμάρι, και δυο τρία δεκάρια άσπρου χαρτιού, ο κυρ γιατρός του φαρμακείου, ένας γέρος μεγαλόσωμος διαβάζοντας από πολλή ώρα την «Ακρόπολη», χωρίς να καλοσηκώση το κεφάλι του, αποκρίθηκε στενοχωρημένα, φυσώντας με τα πλατειά ρουθούνια του:

— Ε! ποιος με ζητάει; εδώ είμαι!

Η γυναίκα τότε με την κλαψάρικη φωνή, μπήκε μέσα, κρατώντας στην αγκαλιά της, τυλιγμένο σ' ένα μαυροκόκκινο παλιό χράμι ένα παιδάκι, που μόλις φαίνουνταν έξω το κατάχλωμο σαν κερί κεφάλι του, με κλεισμένα μάτια. Μαυροφόρα, κουρελλιάρα, με ξερό κίτρινο σαν παλιό μήλο πρόσωπο, η χωριάτισσα κωλόκατσε χάμου στο πάτωμα, απίθωσε στα γόνατά της το τυλιγμένο παιδί της, σπόγγισε με την κίτρινη παλάμη της το μέτωπό της, που μόλις ξάνοιγε μέσ' από τη μαύρη μαντήλα της κι είπε αναστενάζοντας:

— Αι!… κοψομεσάστηκα η μαύρη!…

Ένας χωριάτης κοντακιανός, χλωμός και κατακίτρινος κι αυτός, σέρνοντας τα τρύπια τσαρούχια του, χωρίς σκάλτσες, με τα φαρδειά λερά και μισοφαγωμένα βρακιά του, χυτά κάτω απ' τη λερή φουστανέλλα του, με την καταξεσχισμένη μικρή μαύρη σκούφια του απάνω στ' άφθονα μαλλιά του, που κυμάτιζαν άγρια, και δένουνταν σ' άγριο ασπρόμαυρο κύμα με τα ψαρά γένεια του και τα μουστάκια του, σύρθηκε κι αυτός στο πλάι της γυναίκας του, αμίλητος, φοβισμένος, στενοχωρημένος που βρίσκουνταν σε τόσο κόσμο.

Ο μεγαλόσωμος γιατρός, φυσώντας πάντα άγρια τα πλατειά ρουθούνια του, σηκώθηκε.

— Ε! τι έχει το παιδί σου γερόντισσα;

— Μην τα ρωτάς, κυρ γιατρέ. Ένα μήνα τόρα άλαλο, από κάψα σε κάψα. Αχ! παιδάκι μου…

Και σήκωσε το παλιοχράμι, ξεσκέπασε το παιδί της από το κεφάλι ως τα πόδια. Εκείνο σήκωσε για μιας τα κίτρινα βλέφαρά του, και φάνηκαν τα μεγάλα μάτια του, κίτρινα-κίτρινα και γυαλωτά, κι έβλεπε χωρίς να νιώθη τριγύρω του. Το κορμάκι του μέσα στα χωριάτικα φουστανάκια του, μόλις χάραζε· είταν πετσί και κόκκαλα, ενώ η κοιλιά του θολωτή και μπακανιάρικη, πετιώνταν φουσκωτή μπροστά.

Ο γιατρός σίμωσε, έπιασε το κερένιο χεράκι του, το κοίταξε καλά στα μάτια, και φυσώντας πάντα άγρια τα πλατειά ρουθούνια του:

— Πόσων χρονών είνε το παιδί σου, κυρά μου;

— Δεν έκλεισε το μαύρο τα έξη χρόνια ακόμα…

— Και από πιο χωριό έρχεστε;

— Πού χάθηκε το χωριό για μας, αφέντη μου. Είμαστε σέμπροι κάτου στο λόγγο, στο πέλαο, βάνουμε καλαμπόκια το καλοκαίρι κι αδέ κει ρημάζουμε και το χειμώνα…

— Έτσι, έ; Κι είπες ένα μήνα έχει άρρωστο το παιδί σου;

— Κιό και πέρσυ χαροπάλαιψε το έρμο, παραδέ φέτο τόπιασαν βαρειά οι κάψες. Πέρσυ!… αχ!, κυρ γιατρέ, τι βάσανα που τραβήξαμε. Μήτε κι ο οχτρός σου! Έτσι και πέρσυ έπεσε και τρόμαξε να το πάρη απάνου του. Έβαλ' ο Θεός το χέρι του. Γιατρικά και κινίνα, βάζε με το νου σου. Τρεις βολές το φέραμε μέσα. Και να μην έχης και το είνε σου, να μην έχης να κοιταχτής, αχ! κυρ γιατρέ, δε μολοϊώνται τα βάσανά μας…

Ο γιατρός κρατούσε πάντα το κερένιο χεράκι του παιδιού στο χέρι του, το κοίταζε στα μάτια συλλογισμένος, εκείνο φαίνουνταν χλωμό και σβυσμένο πάντα, σα να μην ένιωθε τι του γίνουνταν, ο πατέρας απόμεινε αμίλητος και στενοχωρημένος, οι ταχτικοί του φαρμακείου, κοίταζαν περίεργοι, ο φαρμακοποιός κ' οι βοηθοί του έσκυφταν πάντα στη δουλιά τους, κ' η γριά χωριάτισσα έλεε πάντα:

— Από μικρό, που λες, κυρ γιατρέ, στέκουνταν έτσι θλιμμένο, αρρωστιάρικο, μέρα με τη μέρα πάντα μουζάζουνταν. Πέρσυ τόπιασαν για καλά οι θέρμες. Έρρεψε!… έρρεψε… Πουλήσαμε τόνα βόιδι μας τότες μισοτιμής, ξοδευτήκαμε, τα μαλλιοκέφαλά μας, που λένε. Ότ' είχαμε και δεν είχαμε σε γιατρικά και σε γιατρούς. Το πήρε λίγο απάνω του, είπαμε κι εμείς δόξα σοι ο Θεός! Να πης πως είταν καλά κι αυτόν το χρόνο; Καλά να λέμε και να κοιλορεύουμε. Εδώ κ' ένα μήνα ξανάπεσε. Αυτή τη βολά το σκιάχτηκε το μάτι μου, κυρ γιατρέ… Στην αρχή, δόσαμε με το κινίνο, πού να βρεθή κι αυτό σε τέτοια φτώχεια. Τόστειλε κ' η νουνά του μια κούπα μαντζούνι… Ντε! να το πάρη απάνω του. Τριτόημερα και κάψα, τριτόημερα και κάψα. Είπα τότε τ' άντρα μου, να πουλήσουμε και τ' άλλο το βόιδι μας κι ό τι θέλει ο Θεός, ας γίνουμε. Πού να θελήση να μ' ακούση κι αυτός ο γρουσούζης. Πέρσυ μη ρωτάς πώς τα καψοκαταφέραμε να οργώσουμε μ' ένα βόιδι. Να πω και τ' άλλο. Σάματ' δεν είχε δίκιο κι αυτός ο μαύρος; Τίποτα εγώ! Άντρα, να πουλήσουμε το βόιδι· άντρα, να κοιτάξουμε το παιδί μας, το σπλάχνο μας. Είδε κι απόειδε κι αυτός, το δόσαμε προχτές, ντιπ, για ψωμί, που λένε, κι ήρθαμε μέσα. Όπως κάμουμε ας κάμουμε φέτος και χωρίς ζευγάρι. Ας μην οργώσουμε, ας πεθάνουμε μεις, ας πάμε κατά διαόλου μάννα, η γις τ' ανάσκελα είνε, μονάχα το παιδί μου, κυρ γιατρέ, να γλυτώσης, το παιδάκι μου, κυρ γιατρέ!…

Και τα μάτια της κοκκίνησαν και δάκρια κυλούσαν στα χλωμά μάγουλά της. Ο άντρας της, στο πλάι της απόμεινε πάντα αμίλητος και πιο στενοχωρημένος. Ο γιατρός την παρηγόρησε, κουνώντας το κεφάλι του, έγραψε μια ρετσέτα γρήγορα-γρήγορα, την έδωσε στο φαρμακοποιό, φόρεσε το καπέλλο του και φυσώντας πάντα άγρια τα πλατειά ρουθούνια του, φώναξε, φεύγοντας:

— Ε κουράγιο, γερόντισσα, ό, τι είν' απ' το θεό, θα γίνη. Παίρνεις αυτό το γιατρικό που θα σου δώσουν και να του δίνης μια κουταλιά την ώρα. Είνε πληρωμένο, δεν κάνει τίποτα.. .γειά σας…

Η μάννα ξανατύλιξε το παιδί της, άφησε όξω τ' αχνό κεφαλάκι του με τ' ανοιχτά τα κίτρινα και σβυσμένα μάτια του. Οι ταχτικοί του φαρμακείου τόρα ξανάπιασαν την κουβέντα τους για τα πολιτικά του τόπου τους με περισσότερη ζωηρότη, τσουγκρίζοντας τα ποτηράκια, κουτσοπίνοντας τη μαστίχα τους.

Σε λίγο η μάννα σηκώθηκε αναστενάζοντας, έσφιξε το παιδί της στην αγκαλιά της. Ο άντρας της πάντα αμίλητος, πήρε από τα χέρια του φαρμακοποιού το μπουκάλι με το γιατρικό του παιδιού του, κ’ η μάννα με το παιδί εμπρός, κι αποπίσω αυτός τράβηξαν προς την πόρτα κι έφυγαν. Η κουβέντα άναψε στα γερά μέσα, φωνές και γέλοια αντηχούσαν. Άξαφνα ένας απ' τους βοηθούς του φαρμακείου που βγήκε μια στιγμή ν' αδειάση το γουδί του έξω στο μικρό πεζοδρόμιο, μπήκε μέσα φωνάζοντας:

Ακούτ' εκεί!… Το παιδί πούταν εδώ τόρα, πέθανε!

— Πώς; Πέθανε! έκαμαν όλοι με μια φωνή.

— Να, εκεί που πήγαινε η κακομοίρα η μάννα, γύρισε και το είδε πεθαμένο στα χέρια της… Κλαίει και μαδιέται η κακομοίρα! …

Κι ο τραπεζίτης τότε, ο στρογγυλοκαμωμένος, ο κοιλαράς, όλος μπιφτέκι και παλιό κρασί, ροφώντας τη μαστίχα του, είπε:

 — Κρίμας! Δεν ήξεραν να μη πουλήσουν και τ' άλλο βόιδι τους,
οι δυστυχισμένοι…

ΤΟ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ

Στον Γεράσιμον Βώκον Αφού έφαγαν και έπιναν τόρα, πήρε το μπουζούκι του όχι με πολλή όρεξη. Είταν ένα παιδί τσιλιγκρό κι αδύνατο, ψηλό και κοκκαλιάρικο. Με μια κοντή ρεμπούμπλικα καφετιά, μ' ένα κοντό σακκάκι, μ' ένα κόκκινο λαιμοδέτη και με στενά πανταλόνια. Είχε ένα σιγαλό, κοριτσιάτικο περπάτημα, μια ντροπή πάντα στα μεγάλα στρογγυλά μάτια του. Στον ντόπο, τον είχα για πρώτο μπουζουκιτζή, και γλέντι μ' αυτόν και με το μπουζούκι του είταν σωστό ξεφάντωμα. Στα χωριά και στις χώρες εκεί πέρα τέτιοι μπουζουκιτζήδες είνε ένας δυο το πολύ σε κάθε μέρος. Όταν βγαίνουν αυτοί τη νύχτα μπαντονάδες, τα σοκάκια γεμίζουν από το πάθος του τραγουδιού τους κι απ' την αρμονία του μπουζουκιού τους. Τα κορίτσια οι γυναίκες γλυκαίνονται, λιγουρεύουν ξετρελλαίνονται με της μουσική τους, κρυφανοίγουν τα παράθυρα. Η μανία κάθε μπουζουκτζή είνε ν' ανοίγουν τα παράθυρα τη νύχτα τα κορίτσια και να τον αφογκράζουνται, να τον ακούνε. Κι έτσι αγαπούν και ποθούν όλες τις όμορφες του τόπου, κι όντας βγαίνουν τη νύχτα μπαντονάδα, θα πάνε σε κάθε παράθυρο, σε κάθε μπαλκόνι, και στης αρχοντοπούλας το σπίτι και στης φτωχοπούλας το σπιτάκι να ψάλλουν τον ύμνο της ομορφιάς της, να την ξυπνήσουν να την γλυκάνουν να την συγκινήσουν, να της πούνε νάνε λιγώτερο άσπλαχνη στον πόνο του έρωτα, να της πούνε πως έχει γλυκά μάτια, καμαρωτό περπάτημα και περίσσια χάρη· να την κάμουν ν' ανεβοκατεβάση το φως, να την βγάλουν στο παράθυρο. Κι αφού την κάμουν να στενάξη ηδονικά, να χάση τον ύπνο και να την αρπάξουν τα όνειρα κ' η συλλογή, τραβούν τον δρόμο τους για την άλλη, και απ' αυτή ύστερα για την άλλη ακόμα, σ' όλες πέρα, πέρα.

Έτσι και κείνο το βράδι θα γίνουνταν μια καλή μπαντονάδα. Κι ως ότου νάρθουν τα μεσάνυχτα και πέρα ακόμα, η ώρα της γύρας, η παρέα έπρεπε να γλεντήση πολύ ακόμα μέσα στην σκοτεινή εκείνη ταβέρνα. Όλοι έπιναν κρασί, οι οκάδες έρχουνταν ολοένα, τα τραγούδια λέγουνταν με φωνές βραχνές, με φωνές ψιλές, με φωνές ξεσκισμένες, με φωνές βαθειές, τόρα ένα κλέφτικο, ύστερα ένα ερωτικό, κατόπι ένα ανατολίτικο, πότε αμανές, και πότε σαμπαΐ. Και το γλέντι άναβε ολοένα, όντας πήρε αυτός το μπουζούκι του.

Όλοι βουβάθηκαν άφησαν τα τραγούδια, άφησαν τα ποτήρια από τα χέρια τους, ακούμπησαν τους αγκώνες τους απάνω στο τραπέζι, γύρισαν όλοι κατ' αυτόν και τον κοίταζαν περιμένοντας.

Πήρε ανόρεχτα το μπουζούκι και σιγά, σα να βαρύνουνταν άρχισε να το κουρδίζη. Ένα μπουζούκι μεγάλο, που έβαζε, με μακρύ κοντάρι μπροστά, μ' ένα μακροστρόγγυλο κεφάλι. Τέλια και κόντρα τέλια το στόλιζαν, κόκκινη φουντίτσα μεταξωτή κρέμουνταν στην άκρη του, μια ζουγραφιά παχουλής γυναίκας με κόκκινα μάγουλα και πεταχτά στήθη απ' εκείνες που ξεκολλούν από τις στάμπες οι έμποροι, είταν κολλημένη από κάτω από τα τέλια κοντά στη μικρούλα τρύπα του κεφαλιού.

Με τόνα πόδι απάνω στ' άλλο, σκυμμένος, με τ' αυτί κολλημένο προς το μπουζούκι του, κούρδιζε τα τέλια του με τη μικρή πέννα σιγά, σιγά, ως ότου να το βάλη στο ζένι. Παιδεύτηκε πολύ πάρα πολύ, που οι άλλοι κουράστηκαν.

— Την άτιμη τη μπουργάνα πέφτει ολοένα, έκαμε εκείνος, και σταμάτησε.

Ρούφηξε λίγο κρασί, τράβηξε το τσιγάρο του, και ξανάρχισε το κούρτισμα. Παιδεύτηκε και βρήκε τέλος το ζένι. Τότε όλοι αποβουβάθησαν ντιπ, ησυχία, νέκρα. Η πέννα του άρχισε να παίζη γρήγορη, πεταχτή, με τέχνη, απαλά, απαλά, το μπουζούκι άφινε ένα θόρυβο ανάμιχτο, ένα γκρου, γκρου που μέσα τους ξέβγαινε ο σκοπός ενός τραγουδιού αλέγρου, πεταχτού. Το έπαιξε δυο τρεις φορές και έπαψε. Οι άλλοι αμέσως τότε το πήραν με το στόμα:

Έχεις δυο μάτια όμορφα που αγγελικά κοιτάζουν κι όποιος γυρίσει και τα δει μέσ' στην καρδιά τον σφάζουν.

Το είπαν το ξαναείπαν όλοι με όρεξη, με πάθος, με το πρόσωπο σουφρωμένο, με το στόμα ολάνοιχτο, με «αχ!» και με «βάι, αμάν!» Και το μπουζούκι το ξαναπήρε πάλι γλυκά, απαλά με το γκρου, γκρου του. Ο μπουζουκιτζής σκυμμένος έπαιζε πάντα. Τα δάχτυλά του έφευγαν γοργά, σαν αστραπή, απάνω στα τέλια, στο κοντάρι, πατούσαν πότε βιαστικά, και πότε σιγαλά, πήγαιναν έρχουνταν σταματούσαν απάνω στους μπερντέδες κ' η πέννα του γρατσούνιζε γρήγορα κάτω τα τέλια με το δεξί χέρι του.

Τόνα τραγούδι τελείονε, τ' άλλο άρχιζε, από τα κλέφτικα ως τους αμανέδες. Έτσι πέρασαν τα μεσάνυχτα, η ώρα της γύρας ήρθε και σηκώθηκαν όλοι, βγήκαν έξω τραγουδώντας. Οι δρόμοι είταν έρημοι, τα μαγαζιά κλεισμένα, τα σπίτια κατάκλειστα, πήραν τον ένα δρόμο, τον άλλον, όντας στάθηκαν. Αραίωσαν, έπιασαν τ' αγκωνάρια, άλλοι έκατσαν χάμου στο χώμα, άναψαν τα τσιγάρα τους, άφησαν στη μέση το μπουζουκιτζή. Φεγγάρι λαμπρό είταν στον ουρανό, γλυκειά η νύχτα, οι γρύλλοι νανούριζαν τον ύπνο της.

Ο μπουζουκιτζής στάθηκε τότε ολόρθος στη μέση του δρόμου κάτω απ' τα παράθυρα ενός ψηλού σπιτιού. Μέσα στο φως του φεγγαριού κατά πως είταν ψηλός και λιγνός με το μπουζούκι τεντωμένο απάνω στο στήθος του, με την κοντή ρεμπούπλικα προς τα πίσω, είταν όλος αίσθημα, όλος πόνος, όλος γλύκα, όλος παρακάλια· με το κεφάλι τεντωμένο τον ανήφορο, με τα μάτια κολλημένα στα κλειστά παράθυρα.

Πήρε έναε αμανέ παθητικό, βαθύ, με γερή φωνή. Τον πήρε αγάλι' αγάλια πρώτα στο μπουζούκι του, τον έπαιξε με προσοχή, με πολλή τέχνη, έβγαλε μέσ' απ' εκείνο το ξύλο κι από τα τέλια ένα κομμάτι ψυχής αρμονικά ερωτοχτυπημένης και το άφησε να ξεθυμαίνη στη δροσιά και στη σιγαλιά της φεγγαροστολισμένης νύχτας αγάλι' αγάλια με ξεψύχημα, με καημό, με πονεμένη αρμονία, με μια γλύκα πόμπαινε ίσα στη ψυχή και την έσφιγγε και τη λίγονε και στενοχωρούσε, και την έκανε να στέλνη αναστεναγμούς φλογισμένους στα χείλη οποιανού τον άκουε.

Ύστερα σαν τέλειωσε το σκοπό στο μπουζούκι, τον πήρε με το στόμα. Άρχισε μ' ένα αμάν βαθύ, που πετιώνταν σαν ατμός από βρασμένο νερό έξω από τα χείλη του, μ' ένα αμάν πόσχιζε με θρήνο, με παράπονο τη νύχτα μακριά, ενώ με το μπουζούκι του κρατούσε κομπανιαμέντο. Εκείνο το αμάν ατέλειωτο, με παλμό που ξετυλίγουνταν ίσα ίσα τόρα, με τσαλίμια και τσακίσματα ύστερα, βάσταξε πολύ, παρά πολύ, επίμονο, παρακαλεστικό, παραπονεμένο, έν' αμάν τέλος πόσκιζε και νεύρα και καρδιά και την φούσκονε, πελάγονε τη ψυχή από πάθος και πόθο. Ύστερα με τον ίδιο σκοπό, με το ίδιο αμάν ενώ τινάζουνταν νευρικά το κεφάλι του, κι έγερνε προς τ' αριστερά πίσω το σώμα του και το δεξί του πόδι βάσταζε όλο το βάρος του κορμιού του, και το λαρύγκι του τέντονε, τέντονε, και τα στήθη του ανεβοκατέβαιναν φουσκόνοντας, έβγαλε κομματιστά, λίγα, λίγα, τόρα ξάστερα, κι από μισοκομμένα μισοσβυσμένα, τα λόγια των στίχων του:

Σ' αραχνιασμένο σπήλαιο, σε μαυρισμένο χώμα εκεί θ' αφήσω και ψυχή, και κόκκαλα και σώμα…..

Και σαν αποτέλειωσε τον αμανέ αυτόν και σβύστηκε σα στερνός σπασμός, σαν ύστερο ξεψύχημα με βαθειά αγωνία μοροζώντανου ανθρώπου ο ύστερος τόνος, το μπουζούκι πιο παραπονεμένο, πιο ξαγριωμένο, πιο αναμμένο, ξαναπήρε σκοπό του.

Οι άλλοι τότες ρυάστηκαν από ενθουσιασμό, από πάθος από μεθύσι κρασιού και καημού μαζί, όλοι μ' αγριοφωνές, με κουνήματα ζουρλά των χεριών προς τ' απάνω, με τινάγματα των ποδαριών:

— Ω!. —. ω! ω! ω! μαννούλα μου!…

— Φσσσσιστ!… Θεέ μου! ας φέξη.

= Όποτα! Παναγία μου!… όποτα! Χριστέ μου!….

Το μπουζούκι εκεί επάνω άλλαξε σκοπό. Τόρα πήρε ένα ανατολίτικο, ένα αράπικο. Άρχισε γοργά γοργά σα να καλούσε σύντομα, αμέσως την ηδονή. Οι πεννιές άφιναν κάτι γρήγορους αχούς σα θύμωμα, σαν οργή, σα χτύπημα με πείσμα των χεριών των γροθιών σα δάγκαμα των χειλιών σαν ξεφώνημα όλο λύσσα και πόθο:

— Έλα! έλα!…

Κ' ύστερα ξέπεσε σε τόνους σιγαλούς και παραπονεμένους και φαίνουνταν τόρα σα ν' άκουγες λυπηρό κλάμα παραπονεμένου αγαπητικού μέσα στην κοιμιασμένη νύχτα. Κι έξαφνα σα να χύνουνταν καμιά ανεπάντυχη χαρά, άλλαξε ο σκοπός, αλλά το ίδιο κομμάτι με την ίδια ψυχή και τον ίδιο πόνο. Έπεσε σε μιαν αλέγρα μουσική, πεταχτή, πεταχτή, σα να κελαδούσαν πουλιά ευτυχισμένα, σα να φιλούνταν αγαπημένα χείλη, σα να ρουφούνταν αναπνοές, σα να πιπιλίζουνταν γλώσσες, σα ν' αγροικούνταν τρελλά γέλοια έρωτα αχόρταγου, σα νάτριζαν ηδονικά σφιγμένα κορμιά, αγκαλιασμένες σάρκες, σφιγμένα κόκκαλα. Και κάτι τι σα σκόρπισμα αγάπης μεγάλης, αγάπης τρελλής, σα μυρουδιά από φλογισμένη σάρκα γυναίκας, απλόνουνταν άφθονα στον αέρα της νύχτας, και τεντόνονταν τα ρουθούνια όλων και κολλούσε ο λάρυγγάς τους και ξεροκατάπιναν.

Εκεί από ψηλά ένα παράθυρο έτριξε σιγά, σιγά. Ο σκοπός του μπουζουκιού πάντα ο ίδιος, πιο γοργός, πιο μεθυστικός τόρα, χύνουνταν από τα τέλια του. Ψηλά μέσ' από το λίγο άνοιγμα του παραθυριού, κόκκινο φως φάνηκε μια στιγμή κ' έσβυσε γρήγορα, και το φεγγάρι όσο μπορούσε να μπη μέσα, στο μόλις ανοιγμένο παράθυρο, άφινε να χωρίζη εκεί ψηλά από μέσ' απ' τα ξύλα κάτι τι άσπρο, σα σκιά, σα φάντασμα που κινούνταν. Τότε ο μπουζουκιτζής τράβηξε μπροστά το δρόμο του αγάλι' αγάλια, αλλάζοντας κομμάτι, παίζοντας ένα μαρς, ένα ύμνο για τη νίκη του και για την όμορφη μαζί, που από τη γλύκα του μπουζουκιού του άνοιξε το παράθυρο. Σηκώθηκαν κ' οι άλλοι, και όλοι μαζί με το μαρς πάντα τράβηξαν έφυγαν. Πήγαιναν τόρα να βγάλουν κι άλλες όμορφες στα παράθυρα…

Η ΖΩΝΤΟΧΗΡΑ

Καμιά εικοσιπενταριά γυναίκες γύριζαν στο χωριό τους από κάτω από τη στράτα πούχε περάση θαμπά ένας ξενητεμμένος, πούρχονταν από την Πόλη, φέρνοντας γραφές και χαρίσματα στον τόπο του από τους ξενητεμμένους πατριώτες του, και δίνοντας παραγγελιές και διάτες σ' όλα εκείνα τα πεντέξη τριγύρω χωριά, που όλοι οι άντρες τους ξενιτεύονται από μικροί, δουλεύουν στα ξένα στέλνουν λίρες στα χωριά τους, ως που κάνουν παράδες και γυρίζουν μεσόκοποι στα χωριά τους που βρίσκουν μαραμένες και γριές τις γυναίκες τους που της είχαν παντρευτή δεκάξη χρόνων και τις άφησαν μονάχες και ζωντοχήρες τόσα χρόνια.

Όλες είταν χαρούμενες. Είχαν δεχτή καλά γράμματα, και λίρες, και χαρίσματα, και φιλιά και παρηγοριές κ' ελπίδες, άλλες απ' τα παιδιά τους, άλλες απ' τ' αδέρφια τους, άλλες απ' τους άντρες τους, ύστερα από τόσους μήνες χωρίς μαντάτα και γράμματα. Μονάχα μια μικροπρόσωπη μια καστανομάτα νιοπαντρεμμένη, η Νίτσα, πούχε παντρευτή εδώ και τρεις μήνες και πήρε ένα όμορφο παλληκάρι, που την μια βραδιά την χόρτασε φιλιά κι αγάπη, και την άλλη ξενητεύθηκε για τα ξένα, και πήγε για να πουλάη σαρδέλλες και ρίζι μακριά, πολύ μακριά στης Πόλης τα σοκάκια, γύριζε αχνή και λυπημένη. Κρατούσε στα χέρια της ένα γράμμα και δυο λίρες, δυο λίρες κίτρινες κίτρινες και κατάχρυσες που ποιος ξέρει με τι βάσανα τις κέρδισε και τις απόχτησε εκείνος εκεί πέρα για να τις της στείλη. Ο παπάς που της διάβασε κάτω στη στράτα το γράμμα τ' άντρα της, που της τόφερε κι αυτής ο ξενητεμμένος μαζί με τ' άλλα των άλλων γυναικών της είπε πως έγραφε, ότι οι δουλειές του πήγαιναν καλά στην Πόλη, πως παιδεύουνταν πολύ, πως μόνο όνειρο είχε σε πολλά, σε λίγα χρόνια να κάμη ένα κομπόδεμα και να γυρίση στην ερημιά του χωριού του για να ζήσουν πια μαζί, ευτυχισμένοι. Σ' αυτό τον καιρό κι αυτή έπρεπε να περιμένη και μη σικλετίζεται, νάνε φρόνιμη και να κοιτάη το σπίτι τους, και να σέβεται τη γριά μάννα του.

Γύριζε στο χωριό της με τα λόγια αυτά καρφωμένα στο νου της, με τη θλίψη και την πίκρα στην καρδιά της, σα συλλογίζουνταν τα χρόνια που θα περνούσαν τα χρόνια τ' άχαρα, τα δίχως αγάπη κ' ευτυχία, τα χρόνια που δε θάχαν γι αυτή καμιά απόλαψη και θα της έπαιρναν την ομορφιά και τη νιότη, και θα της έφερναν γλήγορα τα γεράματα, που θάρχουνταν να τα χαρή τότες αυτά μονάχα εκείνος. Τι άχαρη και τη βασανισμένη και τι στερεμμένη ζωή!… Όμορφη αυγούλα γύρω της. Τα βουνά, τα στολισμένα με πυκνά δάση από ψηλά, αντρειωμένα, δροσερά έλατα, με τις στογγυλές και γλυκειές ραχούλες τους, με τις πρασινάδες και τις αγράμπελές τους, με τις πλαγιές τους φουντωμένες από πράσινα πλατάνια, από χαμηλούς κέδρους, και κατάψηλους γαύρους, το χωριό με τα μικρούλια σπιτάκια του που τάλουζε απαλά κατάχρυσος ήλιος, με τα τρεχάμενα νερά και το βοητό τους, με κηπαρέλια που πρασίνιζαν οι κλαρωτές φασουλιές και βόσκαγαν στα γρασίδια τους κάτασπρα μαρτίνια αρνάκια, το χωριό τόμορφο, το δροσερό και το χαριτωμένο, πόσο είταν αλλιώτικο με τον πόνο της καρδιάς της, και πώς φαίνουνταν καμωμένο να χαμογελάη στην ομορφιά της και στην ευτυχία της, στην ομορφιά που την είχε και στην ευτυχία που της την έκλεψε μαζί του πέρα στην Πόλη ο άντρας της.

Σ' ένα αγκωνάρι ενός σπιτιού, καθισμένος διπλοπόδι ένας στραβός ζητιάνος, έπαιζε λυπηρά στο λογγάρι του μ' ένα δοξαράκι, ένα τραγούδι παραπονεμένο, ξενητεμμένο τραγούδι, και τα χείλη του έψαιλναν τρεμουλιαστά λόγια πολύ λυπηρά, πολύ πονεμένα:

Ανάθεμά σε ξενητιά, εσύ και το καλό σου…

Κι αυτόν τον στίχο τον έλεε τόσο συγκινητικά ο γέρο στραβός, που η μικροπρόσωπη Νίτσα, σαν τον άκουσε διαβαίνοντας, της ήρθε ν' αρχίση τα κλάματα, ν' αρχίση να μαδιέται, και να θρηνή τη μοίρα της. Πόσο άξιζε να την καταραστή μέσ' από τα σπλάχνα της την άτιμη αυτή ξενητιά, που της έκλεψε και της κρατούσε τον άντρα της, που τον χάρηκε μια νύχτα μονάχη! Την ξενητιά αυτή που θα περάσουν χρόνια και χρόνια και θα της τον κρατά ακόμα, που θα περάσουν χρόνια και θα διαβούν και θα πετάξουν τα κάλλη της, και θάρθη να την βρη αυτή γριά κι άσκημη, μ' αδειανή καρδιά και με γεμάτο το κομπόδεμα εκείνος. Πόσο κακά είνε πλασμένος ο κόσμος· να ζη κανείς για τον παρά, για το χρυσάφι αυτό, γι αυτές τις ψωρολίρες που της έστειλε σήμερα να τις φυλάξη, που θα τις στείλη αύριο κι άλλες για να τις φυλάξη κ' εκείνες, και μεθαύριο άλλες ακόμα, σα νάταν το χρυσάφι, σα νάταν ο βρωμοπαράς που ζήταγε, που ήθελε αυτή δεκάξη χρόνων κόρη, διψασμένη από την ευτυχία που μόλις πρόφταξε να γγίξη τα φλογισμένα χείλη της σ' αυτή.

Κι ο γέρος εκεί στη γωνιά του έπαιζε με πόνο και παράπονο το λογγάρι του κι έψαιλνε λυπημένα την κατάρα της ξενητιάς, που ποιος ξέρει αν τόφαγε κι αυτού καμιά ελπίδα, καμιά χαρά, κανένα παιδί αγαπημένο· λιποψυχισμένη εκείνη από τη λύπη της και το παράπονό της στάθηκε μπροστά του μια στιγμή κ' ύστερα ανοίγοντας την απαλάμη της άφησε και κύλησαν απάνω στα γόνατα του γέρου στραβού οι δυο λίρες, ψιθυρίζοντας μ' ένα πικρό κόμπο στο λαιμό:

— Πάρτες! γέροντά μου… Εμένα τα νιάτα μου δεν έχουν ανάγκη από παράδες…

ΝΤΟΠΙΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ

1) Ο Ηγούμενος Σελ 7 2) Τ' Αγόρι » 16 3) Αγριοζωή » 24 4) Ο Λοχίας Μόσχος » 30 5) Η Αραχωβιτοπούλα » 40 6) Η Καταχνιά » 45 7) Επαρχιώτικο Ειδύλλιο» 52 8) Ο Υπενωμοτάρχης » 58 9) Η Κουκουβάγια » 64 10)Οι Κληρωτοί » 69 11)Χινόπορο » 74 12)Ο Ριζόμυλος » 77 13)Το Χαλάζι » 82 14)Μια νύχτα στο χωριό » 87 15)Ο Σιδερόδρομος » 93 16)Τ' Απόσπασμα » 97 17)Άνοιξη » 105 18)Στο Φαρμακείο » 110 19)Το Μπουζούκι » 117 20)Η Ζωντοχήρα » 124