WeRead Powered by ReaderPub
Ποιήματα - Τόμος Πέμπτος - Φασουλής Φιλόσοφος cover

Ποιήματα - Τόμος Πέμπτος - Φασουλής Φιλόσοφος

Chapter 6: ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A comic, ironic persona meditates on everyday life, human folly, and competing philosophical systems, blending playful satire with reflective lyric. The poems pair domestic and natural imagery with sharp social observation, ridiculing intellectual pretensions while noting desire, habit, and economic and political absurdities. The voice moves between breezy anecdotes, mock-philosophical argument, and vivid small-scale scenes, using humor and melancholy to probe mortality, longing, and the gap between theory and lived experience.

Μήπως είσαι νους, ως γράφει ο σοφός Αριστοτέλης; αλλ' αν είσαι νους και μόνον πώς δεν κάνεις ό,τι θέλεις; μη, ως λέγει ο Σενέκας, είσαι σώμα θέλον θρέψιν; αλλ' αν είσαι σώμα μόνον πώς με φέρεις προς την σκέψιν;

Είσαι δούλη της σαρκός μας ή του σώματος κυρία; ένα τάχα μέρος μόνον χωριστόν αποτελείς, ή χωρίζεσαι εις δύο, ή χωρίζεσαι εις τρία, όπως γράφει και κηρύττει ο Μακράκης ο πολύς;

Αν ενίοτε μαζί σου απιστώ και αμφιβάλλω, μα πιστεύω πότε πότε πως υπάρχεις δίχως άλλο· κι' αν υπάρχης, ω ψυχή μου, πού θα πας σαν τα κορδώσω και το πνεύμα μου 'στάς χείρας του Κυρίου παραδώσω;

Είσαι άυλος, ψυχή μου, και την ύλην συντηρείς κι' ως τοιαύτη 'στά κεφάλια των ανθρώπων δεν χωρείς, ή εξ ύλης συγκειμένη πάσαν ύλην κυβερνάς και τους πόθους παροξύνεις και τας σκέψεις μας γεννάς;

Όλα πρόβλημα και γρίφος κι' όλα λόγια 'στόν αέρα… ε! σοφοί, δεν μ' απαντάτε;., την κακή ψυχρή σας 'μέρα. Κι' όμως τόση βασιλεύει αρμονία θαυμαστή, που κι' ο δύσπιστος πιστεύει κι' ο πιστεύων δυσπιστεί.

46

Και τείσαι, άνθρωπε μωρέ, που φλυαρείς εμπρός μου, αν με τα ζώα τα λοιπά παραβληθής του κόσμου;

Έχεις την χαίτη λειονταριού και το κεντρί της σφήκας; έχεις πτερά του παγονιού και του στρουθοκαμήλου, ή του προβάτου το μαλλί, το γάλα της κατσίκας, τα δόντια του ελέφαντος, το στόμα κροκοδείλου;

Έχεις το χιλιμίντρισμα εκείνο της φοράδας; έχεις λαγού περπατησιά και κάβουρα ποδάρια, ή του ξιφία την ουρά, ή καν της σουσουράδας, ή καν της πίνας το φαγί και τα μαργαριτάρια;

Έχεις αυτιά του γαϊδουριού, της κουκουβάγιας μάτι, ή της χελώνας το καυκί και τζίτζικα λαρύγγι, κι' οπόταν θέλης ειμπορείς, βρε άνθρωπε σακάτη, να βγάλης από μέσα σου ιπποποτάμου ξύγκι;

Μπορείς να πέσης 'στό νερό από 'ψηλά σαν γλάρος και το μακρύ το ράμφος σου μαρίδες να ρουφήση; 'μπορείς και συ ν' αλατισθής καθώς ο μπακαλιάρος κι' από ταλάτι το πολύ να γίνης στοκοφίσι;

'Μπορείς σκουλήκι ενταυτώ και πεταλούδα νάσαι κι' από το σάλιο σου να 'βγή μεταξωτή λουρίδα, ή, όπερ σπουδαιότερον, 'μπορείς ν' αποκοιμάσαι μ' ένα ποδάρι κρεμαστός καθώς την νυκτερίδα;

'Μπορείς να ζης χωρίς βρακιά, παπούτσια και φωκόλα, ή τρία καν πηδήματα να κάνης σαν ζαρκάδι; 'μπορεί από τα σπλάγχνα σου να έβγη καμμιά κόλλα, χαβιάρι, αυγοτάραχο, ή της μουρούνας λάδι;

'Μπορεί από το δέρμα σου να 'δούμε μια διφθέρα, σαμούρια, γούναις, στρώματα, παπλώματα, καπόταις; 'μπορείς καθώς τον κόκορα μονάχα σε μια 'μέρα να χωρατεύης μ' εκατό τριάντα πέντε κόταις;

'Μπορείς και συ να χώνεσαι 'στης τρύπαις σαν ποντίκι, ή να πετάς σαν κότσυφας, σαν σπίνος, σαν ορτύκι; 'μπορείς ποτέ τα όσα τρως, βρε άνθρωπε τεμπέλη να τα μασσάς σαν μέλισσα και να τα βγάζης μέλι;

Ου! να χαθής, κηφηναριό… 'στών μελισσών το σμήνος εσύ ζηλεύεις μοναχά την θέσιν του κηφήνος, και θέλεις πάντα χάρισμα να τρώγης 'στήν κυψέλην, οπόταν είσαι μάλιστα γιγαντομάχος Έλλην.

Με όλην την σοφίαν σου, την τόσον πνευματώδη, δεν ειμπορείς 'στά σύννεφα και μια φωληά να κτίσης, μηδέ να βγάλης κέρατα σαν τράγος ή σαν βώδι, και μοναχά ως σύζυγος 'μπορεί να ταποκτήσης.

Ό,τι μικρόν και αφανές η πτέρνα σου πατεί γελά με τα καμώματα της λογικής αγέλης, κι' αν 'πης κι' εις ένα μύρμηκα 'στόν κόσμον τι ζητεί, θα σ' απαντήση αυθαδώς «αμμέ και συ τι θέλεις;»

Ένα κουνούπι ζωηρό εκάθισε μια 'μέρα σ' ενός βωδιού το κέρατο κι' εσφύριζ' εκεί πέρα, κι' είπε το βώδι με ψυχρόν Εγγλέζου χαρακτήρα «και όταν ήλθες κι' έφυγες χαμπάρι δεν σ' επήρα».

Αν ειμπορής, βρε άνθρωπε, 'πές του και συ αυτά, όταν 'στ' αυτιά σου νηστικό σφυρίζωντας πετά· με σφύριγμα και δάγκωμα κακά σε ξημερόνει, αν δεν σκεφθής δελτάριον ν' ανάψης Ζαμπιρόνη.

Βλέπεις αυτόν τον μπούρμπουλα, τον αφανή 'στό χώμα, που με τα πόδια του κυλά την μια και άλλη βρώμα; μεγάλης έτυχε ποτέ 'στήν Αίγυπτον λατρείας ως του Ηλίου σύμβολον, δυνάμεως κι' ανδρείας.

Και ύστερα κορδόνεσαι και θεωρείς ως δώρον και το μυαλό της κεφαλής και το μυαλό της ράχης, συ, του Δαρβίνου η μαϊμού, συ, δίπουν μαστοφόρον, συ, άνθρωπε θαυμάσιε, που κακό ψόφο νάχης.

47

Βρέχε, ουρανέ,
        και νερό να ρίξης
        οπού να μας πνίξης.

Βρόντα, κεραυνέ,
        κι' ας ανάψ' η σφαίρα
        όλη πέρα πέρα.

Δίσκε της ημέρας,
        που ζωή μας είσαι,
        πάγωσε και σβύσε.

Και αυτής της σφαίρας
        πας φλογίζων Πόλος
        ας παγώση όλος.

Πλήρης εκ φωτός
        νέος κόσμος λάμπει
        ως χρυσή τις κάμπη.

Μα γεννά κι' αυτός
        φιλοσόφους κλαίοντας
        κι' έτσι πάει λέωντας.

48

Τείναι κι' αυτός ο Φασουλής;… καθείς θα ερωτά… ακούσατε περί αυτού να σας ειπώ αυτά.

Και πρώτον ως φιλόσοφος τι σύστημα πρεσβεύει και πότε σοβαρεύεται και πότε χωρατεύει κανείς καλά δεν εννοεί… Μειλίχιος φιλόσοφος, αλλ' όμως και φρικτός, το σύστημά του ήλιος και ζόφος της νυκτός, αγγέλων κι' όφεων πνοή.

Φύσις διπλή, μετέχουσα της γης και του απείρου, και όπως οι σχολιασταί του τραγωδού Σαιξπήρου περί του Χάμλετ συζητούν και άραις μάραις ψάλλουν, τοιουτοτρόπως και γι' αυτόν καμπόσοι θ' αμφιβάλλουν αν ως ο Χάμλετ τον τρελλόν συχνά επροσποιείτο, ή αν τοιούτος πάντοτε με τα σωστά του ήτο.

Ως άνθρωπος εις τους πτωχούς πεντάρα δεν δανείζει, αλλ' ούτε ως παράσιτος τους έχοντας σκοτίζει, πρεσβεύων σαν τον Σααδή πως αν δανείζης 'στούς μικρούς κι' από τρανούς δανείζεσαι φίλον ποτέ δεν αποκτάς και 'γρήγορ' αφανίζεσαι, κι' ένας δεν τρέχει να σε 'δή.

Αλλ' αν αυτήν του την αρχήν φυλάττη στερεάν εν τούτοις όμως δέχεται πλουσίων δωρεάν, και ψωροϋπερήφανος δεν φαίνεται τραχύς, κι' επεύχεται νυχθημερόν εξ όλης του ψυχής ως Κροίσοι πάντες να πλουτούν κι' αυτός να είναι ψώρα κι' ευγνωμονών να χαίρεται τα ζείδωρά των δώρα.

Ως νοικοκύρης βλάσφημα υποτραυλίζει έπη, οπόταν σφουγγαρίσματα 'στό σπητικό του βλέπη, μπουγάδες και σκουπίδια… μήτε ποτέ 'στήν αγορά πηγαίνει να ψουνίση κι' ούτε κανείς 'στό σπήτι του τον είδε να γυρίση με δύο κουνουπίδια.

Ως σύζυγος, αν και πολύ περί πολλά τυρβάζη και της σοφίας η σπουδή συχνότατα τον βάζη σε χίλιαις τόσαις συλλογαίς, τελεί πιστώς τα χρέη του ως ήμερον αρνίον και ακραδάντως πέποιθε πως κάθε του τεκνίον δεν είναι κλάσμα συμμιγές.

Ως Έλλην δε και ποιητής καθόλου δεν ξεχάνει μήτε το «Έλληνες εσμέν» του λάλου Δεληγιάννη, μηδέ και το Τρικούπειον ρητόν θα λησμονήση πως η Ελλάς προώρισται να ζήση και θα ζήση, προ πάντων δε του Κότταρη το «κλιέφτω, κλιέφτεις, κλιέφτει», που τους Ρωμηούς, οιστρηλατεί κι' εις όλους βάζει νέφτι.

49

Μ' εκούρασε πολλή φιλοσοφία, της γλώσσης η μεγάλη ευστροφία, και τόσαι ποικιλόμορφοι στροφαί, και τώρα προς στιγμήν θα σιωπήσω κι' αμέριμνος δι' όλα θα καπνίσω κανένα δυο τσιγάρα με καφφέ.

Κι' αφού από της σκέψεως τον κόπον το πνεύμα μου ολίγον ξεκουράσω, και πάλιν την σοφίαν των ανθρώπων εν στόματι μαχαίρας θα περάσω.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

[Ενώ καπνίζει νωχελώς ο τάλας Φασουλής εξαίφνης εμφανίζεται ο Μεφιστοφελής με κάτι κέρατα μικρά, με μαύρην προσωπίδα, και με μανδύαν ερυθρόν και κοπτεράν λεπίδα].

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Καλώς τον… τι μου γίνεσαι;

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ
        Καλά… και συ;

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Επίσης… μα σαν τον Φάουστ μη θαρρής κι' εμέ πως θ' απατήσης με όνειρ' ακατάληπτα, με νύκτας Βαλπουργίας, με δαίμονας, τελώνια, και στυγεράς μαγείας. Το πνεύμα μας δεν το πλανά καμμία πλάνη πλέον, αι δε μαγείαι μαγισσών και μάγων ψωραλέων δυνάμεις απεδείχθησαν της φύσεως μεγάλαι υπάρχουσαι 'στόν άνθρωπον καθώς και τόσαι άλλαι.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ
Υπνωτισμός, μαγνητισμός, τηλαίσθησις και άλλα.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Η επιστήμη κάθεται 'στόν σβέρκο μας καββάλα κι' αι τέχναι της κατήντησαν σωτηριώδεις μάγισσαι κι' εις άλλας σφαίρας φωτεινάς το πνεύμα εσελάγισε. Εν τούτοις καλώς ώρισες, βρε Μεφιστοφελή, αν και η παρουσία σου ποσώς δεν μ' ωφελεί. Η δύναμίς σου τίποτα, τα μάγια κολοκύθια, και τώρα ξεφορτώσου με… μα δεν μου λες αλήθεια τι θέλουν 'στό κεφάλι σου αυτά τα σουβλερά; μήπως υπήρξες σύζυγος και συ καμμιά φορά;

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ
Λοιπόν με διώχνεις;

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Κάθισε, αν αγαπάς, ολίγον κι' αν άλλο δεν σ' απασχολή συμφέρον κατεπείγον. Συ τώρα δεν παρίστασαι καταστροφής δαιμόνιον, συ της ερεύνης φαίνεσαι το πνεύμα το αιώνιον, οπού εις απροσπέλαστα μας σφενδονίζεις ύψη, χωρίς να είναι κίνδυνος η βίδα μας να στρίψη· αλλ' αν τολμήσης, Διάβολε, να πας και παραπέρα αμέσως άλλος Διάβολος σου πέρνει τον πατέρα.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ
Πολύ αβρόφρων φαίνεσαι και με υποχρεόνεις.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Α! μπα! δεν είναι τίποτε και μη μου καμαρώνης. Πάντα με σπρώχνει προς σπουδήν η δυσειδής σου θέα, αν και θυμώνω διαρκώς μ' αυτόν τον Προμηθέα, που με το πυρ των ουρανών διέλυσε τα σκότη και πρώτος επολέμησε τον νου μας να 'ξυπνήση, κι' αν 'τύχαινε 'στά χέρια μου το μαύρο του σηκότι θα τόδινα 'στόν μάγειρα να μου το τηγανίση.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Η έρευνα το πνεύμα σου σφοδρώς ας συνταράττη, και τας γυναίκας θα ιδής ν' ανακαλύψουν κάτι.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Τώρα 'στήν πήτα 'πάτησες, βρε Μεφιστό, και στέκα για να μην έβγης ψεύτης… την μόνην ανακάλυψιν που θάκανε γυναίκα θα ήτον ο καθρέφτης.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Δεν πρέπει κατά γυναικών τοιαύτα ν' απαγγέλης… θαρρώ πως έχεις άδικον….

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
        Ας είναι… όπως θέλεις.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ
Εγώ σοφάς τας θεωρώ…

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Καθώς σ' αρέσει κρίνε, αλλά της γλώσσης έμπειρος της Τραπεζιτικής εγώ σου λέγω, Μεφιστό, πως η γυναίκα είναι κυκλοφορίας νόμισμα καταναγκαστικής· με άλλας λέξεις δηλαδή ολίγον καθαράς λιμοκοντόρος του καιρού και κάλπικος παράς.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ
Σκέψου πως είσαι σύζυγος…

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Ναι, είμαι, πλην μακάρι και συ σαν την γυναίκα μου να εύρισκες ζευγάρι.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Με της γυναίκες, Φασουλή, κατήφορον επήρες, μα δεν μου λες τι σούκαμαν κι' αυταίς η κακομοίραις;..

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Δεν μ' έβλαψαν εις τίποτε…

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Μ' αυτά που λες, κλαψάρη, εγώ θαρρώ πως έψησαν 'στά χείλη σου το ψάρι.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Δι' όσα κι' αν μου φλυαρής δεν δίνω μια δεκάρα… τα χείλη μου δεν έγιναν καμμιάς φουβού και σκάρα, αν δε τοιαύτα κατ' αυτών μ' ακούης ν' απαγγέλω μα πάντοτε τας αγαπώ και το καλό των θέλω, κι' αν, όπως τώρα χημικοί με βεβαιούν μεγάλοι, τα πύρινά μου δάκρυα χλωρούχον είναι κάλι, φαντάζομαι τα δάκρυα της γυναικός τι θάναι σαν βλέπη τα φουστάνια της πως άσχημα της πάνε, ή όταν είς εκ των πολλών Πριγκήπων 'στό Παλάτι δεν την χορεύη πού και πού και της γυρνά την πλάτη, ή όταν η βελόνα της το χέρι της τρυπήση, ή όταν σώνει και καλά γυρεύη να σε πείση περί της παρθενίας της, περί της πίστεώς της, με τα οποία καταντάς της Μιχαλούς χρεώστης.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ
Ελύσσαξε, βρε Φασουλή, το ασεβές σου στόμα.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Αλήθεια το παράκαμα κι' ας βάλω πλέον κόμμα.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Και τώρα σε παρακαλώ τι θέλεις παρ' εμού; πως είμαι παντοδύναμος ολίγον ενθυμού.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Διά την προθυμίαν σου πολύ σ' ευχαριστώ, αλλά δεν θέλω τίποτε, καϋμένε Μεφιστό. Ανέλυσα τον Έγελον, ανέλυσα τον Κάντιον, και κάθε άλλον σύμφωνον φιλόσοφον κι' ενάντιον, κι' οδούς με τούτους ώδευσα και σκολιάς κι' ευθείας και είδα τα κριτήρια εκεί της αληθείας και πάσαν ρίζαν κυβικήν του λόγου του ορθού και είπα «Πλάστα, φυλακήν τω στόματί μου θου». Και 'στόν Σπινόζα έτρεξα, τον Φίχτη και τον Μπίκτη, τον Σπένσερ και τον Βάκωνα και κάθε σκυλοπνίκτη, και γλώσσας ήκουσα πολλών και κοπτεράς κι' ευστρόφους, που την σοφίαν έκοπταν εμπρός μου σαν ψαλλίδι, και των Ρωμηών εδιάβασα τους νέους φιλοσόφους, τον Γειώργη τον Βυζιηνό και τον Ευαγγελίδη. Αν δ' επλανήθην 'στών σοφών την μαύρην ερημίαν ως πρόβατον απολωλός ως έλαφος διψώσα, μικράν δεν ηύρα όασιν, μηδέ πηγήν καμμίαν, να δροσισθή το στήθος μου κι' η φλογερά μου γλώσσα. Κι' εκ των ερήμων έρχομαι ως γέρων κεκυφώς κι' είν' έγκυον το πνεύμα μου με χίλιαις δυο ψευτιαίς, ανέσπερον εζήτησα και καταυγάζον φως, αλλ' εις το τέλος μ' άφησαν με της κολοφωτιαίς. Καθώς ο Φάουστ έπεσα 'στά φιλοσοφικά, κι' όμως τα πάντα έμειναν εκ νέου εμπροστά μου μυστηριώδη γράμματα και καβαλιστικά καθώς η Βίβλος η γνωστή του πάλαι Νοστραδάμου. Τας σκέψεις εξωνύχισα παντός σοφού αρτίου και τα περί θελήσεως εκείνα του Καντίου, που έξαφνα το στόμα του 'μπορούσε να το κλείση κι' επί καιρόν εις άνθρωπον ποσώς να μη 'μιλήση, αλλ' όταν είδα μια φορά χονδρό περιβολάρη να δέρνη το γαϊδούρι του με δυνατό στηλιάρι κι' αυτό από την θέσιν του να μη σαλεύη βήμα εφώναξα 'στόν Κάντιον «τα όσα γράφεις κρίμα! .. » την θέλησίν σου προς αυτήν την θεωρείς ισόπαλον; » εσύ σφαλάς το στόμα σου διότι συ το θέλεις, » κι' ο γάιδαρος ξυλίζεται αλύπητα με ρόπαλον » κι' εν τούτοις βήμα εμπροστά δεν πάει ο τεμπέλης».

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Μ' αυτά κι' αυτά, βρε Φασουλή, θα χάσης το μυαλό σου, και τους Καντίους μούντζωσε, αν θέλης το καλό σου.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Κι' αν τους μουντζώσω, Μεφιστό, κι' αν τους ξεφορτωθώ θαρρείς με το ξεφόρτωμα πως θα ελαφρωθώ; και μόνος μου χωρίς αυτούς θα μουρμουρίζω πάλιν.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ
Καθώς ο Φάουστ 'στής ζωής αφήσου την κραιπάλην.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Εγώ, μωρέ, σιχαίνομαι περί ζωής ν' ακούσω κι' όλους τους ζώντας προσπαθώ πατόκορφα να λούσω. Ο πλούτος;… βούρκος παχυλός και του τυχόντος κλήρος σπανίως δε τον αποκτάς χωρίς να γίνης χοίρος… η δόξα;… βάλ' της ρίγανη… είς ανδριάς 'στό τέλος και δυσωδία γύρω του κι' υγρών παντοίων έλος, ο έρως δε, που μας ωθεί προς παν κακόν Ιώβειον, από τους νέους ιατρούς λογίζεται μικρόβιον, κι' εγώ εις τούτον φάρμακον σωτήριον ευρήκα μόνον την λύμφην την γνωστήν, οπού την λέγουν προίκα.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ
Τότε εις τάστρα ζήτησε μικράν παρηγορίαν.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Πολλάκις προσητένισα των άστρων την σωρείαν, λακτίζων δε τους σκώληκας, τους νάνους και γελοίους, είδα τον Κρόνον, Μεφιστό, με τέσσαρας ηλίους, με πράσινον, με κόκκινον, λευκόν και κυανούν, κι' ησθάνθην κλονιζόμενον τον ισχυρόν μου νουν. Σαν φώσφορα σου φαίνονται και σαν πυροτεχνήματα, οπού ευκόλως ειμπορείς να τα παρομοιώσης με όσα καίομεν εδώ κι' εμείς τα περιτρίμματα εις τους Επιταφίους μας και τας διαδηλώσεις. Τι χάσκεις έτσι, Μεφιστό, το στόμα σου ανοίγων;… τέσσαρα νέα φώσφορα εντός στιγμών ολίγων, κι' οι κάτοικ' οι ευδαίμονες του Κρόνου αλαλάζουν και κάθε τόσο χρώματα τα μούτρα των αλλάζουν. Κι' εμάς εδώ τα ερπετά, που βόσκομεν 'στό χώμα, φωτίζει ένας ήλιος και μ' ένα μόνον χρώμα, κι' αυτός εις νέφη κρύπτεται χειμώνα τε και θέρος κι' εκλείπει πότε ολικώς και πότε κατά μέρος.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Καθ' όλα έχεις δίκαιον, αλλ' όμως τι να γίνη; ο ήλιος θα είναι είς και μία η σελήνη.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Κι' εγώ το βλέπω, Μεφιστό, με λύπην μου μεγάλην και ήτο μόνος πόθος μου να ζω εις σφαίραν άλλην. Κι' από τον Κρόνον έπειτα πετώ 'στόν Γαλαξίαν, που είναι πρώτον σύστημα και με πολλήν αξίαν, με δισεκατομμύρια σμαράγδων και σαπφείρων, με τόσας νήσους του φωτός, ως έλεγε κι' ο Βύρων, με τόσα νεφελώματα μικρά τε και μεγάλα, με τόσους διαλάμποντας επάνω μου φωστήρας, κι' εσχηματίσθη άλλοτε από το θείον γάλα, το διαρρεύσαν άφθονον εκ των μαστών της Ήρας. Ειπέ μου, Μεφιστοφελή, πού να κυττάξω πρώτον; προς ποίους πόντους να ιδώ των ουρανίων φώτων; οδήγησέ με 'γρήγορα πώς να στραφώ και πού; να στρέψω προς τον Λέοντα ή προς την Αλεπού; 'στόν Υδροχόον να χωθώ και ύστερ' απ' εκείνον προς τον Τοξότην προχωρών να φθάσω 'στόν Καρκίνον, και 'στήν Παρθένον απ' εκεί, εκ ταύτης δε 'στόν Ταύρον, και να καθίσω αναιδώς 'στό κέρας του το γαύρον, ή του Πηγάσου επιβάς και του Κυνός της Θήρας να τρέξω 'στό υπέρλαμπρον νεφέλωμα της Λύρας, εκείθεν δε παραληρών να συγκρουσθώ κατόπιν μαζί με τον Ωρίωνα και με την Κασσιόπην, προσβλέψας δε και της Αργούς τον κλασικόν αστέρα τον ποταμόν Ηριδανόν να πλεύσω πέρα πέρα, κι' ιππεύσας τον Μονόκερων με οίστρου παραζάλην να 'βρώ την Άρκτον την μικράν κοντά εις την Μεγάλην, του Μαγελάνου τας ωχράς κι' ατμοειδείς νεφέλας, τον Κύκνον και τον Κένταυρον και του Βορρά το Σέλας, ή 'στόν Σκορπίον έπειτα ολίγον να σταθώ εκ φόβου μήπως υπ' αυτού κρυφίως κτυπηθώ, και διαρρήξας του Ζυγού τους κρίκους και τας πέδας ν' αναπαυθώ έν τέταρτον επί της Ανδρομέδας, θαυμάσας δε την άλκιμον του Ηρακλέους ρώμην και κρεμασθείς εις την μακράν της Βερενίκης κόμην, ως οδοιπόρος αχανούς κι' ατελευτήτου δρόμου εις τον αστέρα του Σταυρού να κάνω τον σταυρό μου; Ποίους φωτός Ωκεανούς ο νους μου διαβλέπει… αλλ' όμως εξημέρωσε και τρεμοφέγγ' η Πούλια, οι άνθρωποι εξύπνησαν, ακούω το σαλέπι, και οι μανάβηδες πουλούν δαυκιά και παραπούλια,

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ
Με τάστρα ωδηγήθησαν ανέκαθεν κι' οι μάγοι.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Ιδέ τα φωσφορίζοντα των ουρανών πελάγη!… και ο Τρικούπης έπειτα γυρεύει να μας πείση πως η Ελλάς προώρισται να ζήση και θα ζήση.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ
Ποτέ δεν απεφάσισες και συ ν' αυτοκτονήσης;

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Α! μπα!… δεν εδοκίμασα τοιαύτας συγκινήσεις.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ
Φοβείσαι;

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Τι; να φοβηθώ;… πα! πα! Θεός φυλάξοι!… τον Φασουλήν ο θάνατος ποτέ δεν θα τρομάξη… μα τόσον ερεζίλεψαν και το αυτοκτονείν, που 'στήν αξιοπρέπειαν δεν στέκει των σοφών, και τα μωρά το έκαμαν συνήθειαν κοινήν κι' ουδ' ομιλία είναι καν των συναναστροφών.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Ώστε κι' αυτό, βρε Φασουλή, ας μείνη κατά μέρος… τι άλλο θέλεις;

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Τίποτε… ζητώ να γίνω γέρος, να 'δώ πως θα μου φαίνεται και τότε η ζωή κι' αν θα μου είναι οχληρά η τόση της βοή, αν θα ποθώ τον έρωτα, την δόξαν, το βαλάντιον, κι' αν τότε θα φιλοσοφώ ακόμη με τον Κάντιον.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ
Αυτό δεν είναι δύσκολον…

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Μα πώς 'μπορεί να γίνη; ειξεύρεις πως επέρασε η εποχή εκείνη, καθ' ην συναλλαττόμενος με αρχιμάγων σπείρας εις τους ανθρώπους έδιδες νεότητα και γήρας.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Αν δεν περνούν τα φίλτρα μου εις τον αιώνα τούτον και δεν σκοτίζουν οι κουτοί κι' οι έξυπνοι τον νου των αλλ' όμως είμαι ικανός να εύρω ένα τρόπον, που να φανής κρονόληρος 'στά μάτια των ανθρώπων.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ειπέ μου τον ν' απαλλαγώ των βασανιστηρίων.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Να τρέξης ταύτην την στιγμήν εις το τυχόν κουρείον κι' ένα πανέρι απ' εκεί να φορτωθείς γεμάτο από περούκες κάτασπραις και γένεια έως κάτω. Κι' όταν μ' εκείνα κεφαλήν και πρόσωπον ασπρίσης και με τον νου σου έπειτα τον εαυτόν σου πείσης πως αληθώς εγέρασες, σου λέγω πως ευθύς εις Μαθουσάλαν γέροντα θα μεταμορφωθής.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Καλά μου λες, βρε Μεφιστό και Διάβολ' αισθητέ… κι' ο βλαξ εγώ να μη σκεφθώ τοιούτον τι ποτέ; Να! τι θα 'πη να γεννηθής από σποράν Διαβόλου… για κάθε ψύλλου πήδημα δεν χάνεσαι καθόλου. Ευχαριστώ σε, Μεφιστό, εκ μέσης μου καρδίας, συ μ' απαλλάττεις του λοιπού εκ πάσης αηδίας, κι' οσάκις σε χρειάζομαι να έρχεσαι ως φίλος με το γλυκύ κι' επαγωγόν μειδίαμα 'στό χείλος, αν δε τιμώ τα φίλτρα σου σαν φόντα ξεπεσμένα μα πάντοτ' εξυπνότερος θα είσαι από 'μένα.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ

[Ο Φασουλής ως γέρων βαρύ το βήμα φέρων].

1

Ιδού λοιπόν εγώ!… κατήντησα ο τάλας αρχαίος Μαθουσάλας και τρέμω και ριγώ.

Κι' ενώ πυρέσσων κείμαι θαρρώ 'στην γην πως είμαι πριν γίνη φως και σκότος κι' ο άνθρωπος ο πρώτος.

Παρήλασαν εμπρός μου ως λάμψεις και σκιαί Βασίλεια του κόσμου κι' αιώνων γενεαί.

Είδα το σκυλολόγι τοσούτων πεινασμένων, και τον Αδάμ να τρώγη τον απηγορευμένον.

'Στάς φλόγας των Γομόρων νομίζω πως εκάην, κι' είδα τον αιμοβόρον και θηριώδη Κάιν.

'Στήν πρώτην καταιγίδα εκείνην των θνητών και την αγίαν είδα του Νώε κιβωτόν.

Κι' εγώ ουρανοβάμων 'στόν Καύκασον εδέθην, και 'στής Κανά τον γάμον με φράκο παρευρέθην.

Μ' ετύφλωσεν η άμμος της παλαιάς Σαχάρας, και είχα γίνει μάμμος 'στόν τοκετόν της Σάρας.

Είδα ως έν φαινόμενον εκ των πολύ σπουδαίων και τον Περιπλανώμενον εκείνον Ιουδαίον.

Είδα να κόψη Χάρος του Λάβαν τας γυναίκας, κι' επήγα ως κουμπάρος 'στούς γάμους της Ρεβέκκας.

Προσέκλινα το γόνυ 'στήν πτήσιν του Ικάρου, κι' είδα και το σαγόνι εκείνον του γαϊδάρου,

Που ο Σαμψών φουκτόνων 'στάς σιδηράς του χείρας διέσπειρε τον φόνον εις Φιλισταίων σπείρας.

Επάχυνα με βρώσιν της κόπρου του Αυγείου, κι' είδα την πρώτην πτώσιν του πρώτου Υπουργείου

Είδα μυθώδη κέρδη χωμένα σε λαγούμια, κι' αυτόν τον Ψευδοσμέρδη πριν καταντήση μούμια.

Διέμεινα 'στήν νήσον του πλάνου Ροβινσώνος, αλλ' είδα και τον Κροίσον να ψήνεται απόνως.

'Ξεκούφανα με σείστρα θεούς κι' ανθρώπους γαύρους, κι' είδα την Οθωνίστρα με τους Μεγαλοσταύρους.

Έπαιξα 'λίγη πρέφα μετά του Μαθουσάλα, κι' είδα την Γενοβέφα εις τα βουνά πηλάλα.

Σοφούς και μάγους 'βρήκα 'στήν πρώτην των σπουδήν, και μες 'στόν φούρνο 'μπήκα του Χόντζα Ναστραδδίν.

Έφαγα σιναγρίδα 'στό σπήτι του Λουκούλου, και την Μαρκόλφα είδα μετά του Μπερτοδούλου.

Τρεις νύκταις είχα μείνει φρουρός με φλέγμα κρύον σαν 'πήγε 'στήν Αλκμήνη ο Ζευς ως Αμφιτρύων.

Τρεις νύκταις 'στό ποδάρι να μάθω τι συμβαίνει, βαστώντας το φανάρι του πάλαι Διογένη.

Κι' ύστερα τον μαγκούφη τον είδα εις συμπόσιον να πίνη μονορούφι το νέκταρ το αμβρόσιον.

Τον Πάρι με της Χάραις τον 'πρόφθασα παιδάκι να παίζη της κουμπάραις και το δακτυλιδάκι.

Είδα τον Χονδροκώστα ως δήμιον των σκύλων, και να γενή κομπόστα της Έριδος το Μήλον.

Είδα το ένα κι' άλλο, τέλος κι' αρχήν δεν 'βρίσκω, κι' αν δεν σταθώ θα βγάλω σπυρί 'στόν ουρανίσκο.

2

Και όμως ενώ πλέον εσάπισα παλαίων εις της ζωής την πάλην, το γήρας το μισώ και θέλω και λυσσώ να γίνω νέος πάλιν.

3

Σαν ήμουν νέος μια φορά τι κοπετοί και θρήνοι!… μ' εζάλιζαν οι Έγελοι κι' οι Πρόκλοι κι' οι Πλωτίνοι κι' οι άλλοι φαμφαρόνοι… μα τώρα που εζάρωσαν τα αιμοφόρ' αγγεία κι' ουδ' αίματος απάνω μου δεν έμεινε ουγγία ταυτί μου δεν ιδρόνει.

Αν ένα κι' ένα μούλεγε αδιάντροπος κανένας πως δυο δεν κάνουν μόνον, θα τούχυνα τα μάτια του με το φτερό της πένας ως Ηρακλής θυμόνων.

Μα σήμερα μου φαίνεται η γνώμη καθενός
        σοφή και νουνεχής,
και μόνον τας ημέρας μου μετρώ ελεεινός
        με σπαραγμόν ψυχής.

4

Της ανθηράς νεότητος εσίγησεν η Μούσα, ως σκεύος πλέον άχρηστον εις τον Πλανήτην είμαι… περνά κι' ο Ερωτόκριτος, περνά κι' η Αρετούσα, κι' εμένα τρέμουν και λυγούν εκ γήρατος αι κνήμαι. Μα κι' ο Ρωμαίος έρχεται μαζί με την Ζουλιέτα κι' οι δυο ακούω να μου λεν «όρσε, γαμπρέ, κουφέτα».

Πώς θέλω το κεφάλι μου 'στήν πέτρα να κτυπήσω οπόταν βλέπω Χάριτας εμπρός μου και οπίσω, κι' Ερωτιδείς τοξεύοντας, τρελλούς και πτεροφόρους, και τον αέρα ν' ασελγή με των φυτών τους σπόρους.

Άκου γλυκά φιλήματα και κύτταξε τι χάδια!… κι' εγώ σακάτης κι' άψυχος τρυγόνων ψάλλω ζεύγη, κι' αν εις παιδίσκην τρυφεράν απλώσω τα ξεράδια «φτου! να χαθής, παληόγερε» φωνάζει και μου φεύγει.

5

Ένας σπαθάτος λυγιστός με νικηφόρον ξίφος, 'ψηλός ως στρουθοκάμηλος και με θαμβόνον ύφος, δεν ξέρω πώς εκτύπησε ταδύνατά μου σκέλη και μ' έρριξε φαρδύ πλατύ χωρίς κι' αυτός να θέλη. Κι' εν τούτοις δεν εζήτησε παραμικράν συγγνώμην, αλλ' έφυγε καυχώμενος εις την πολλήν του ρώμην.

Ενώ 'στόν νουν μου σκέψεων εστροβιλούντο δίναι ασκάθαρος διέτρεχε το μαλακόν μου στρώμα, και μόλις έβαλα γυαλιά να 'δώ τι τέρας είναι εσήκωσε το πόδι του και μ' έβρεξε 'στό στόμα.

Οποία περιφρόνησις και με οποίον τρόπον!… απεχαυνώθη κι' ο θυμός κι' η δύναμις του θάρρους, κι' ως να μη φθάνουν προσβολαί τοσαύται των ανθρώπων ανάνδρως καταβρέχομαι κι' από τους ασκαθάρους.

6

Τας τρίχας άσπρης κεφαλής σκοπόν τας έχουν προσβολής, κι' είν' εμπαιγμός της μοίρας το παραπαίον γήρας.

Όπου το πόδι μου σταθή και όπου περπατήσω, σιγά σιγά μ' ακολουθεί ο Χάρος απ' οπίσω.

Αυτό το έρημο κορμί το τριγυρίζουν σκύλοι, κι' εχόρτασες και συ ψωμί μου λεν εχθροί και φίλοι.

Ως φάσμα τρέχω της νυκτός μακράν του δρώντος κόσμου, και όπου τάφος ανοικτός μου φαίνεται 'δικός μου.

7

Ποτέ δεν στρέφω τώρα επάνω 'στούς αστέρας, αλλ' έρπω εις τον κύκλον της ανθρωπίνης σφαίρας, και μήτε αστρονόμος δεν είμαι γαυριών καθώς ο Αιγινήτης και ο Φλαμμαριών.

Δεν κατοικώ εις ζώνας αγνώστους προ αιώνων, με τάστρα δεν ρεμβάζω και δεν φιλοσοφώ, τώρα με καταθέλγουν τα ορατά και μόνον, αυτά που ζουν εμπρός μου, αυτά που ψηλαφώ.

Ιδού! ο νεκροθάπτης βαθύν ανοίγει λάκκον και «δεν μου λες αλήθεια — μου λέγει προπετώς — γι' αυτό εδώ τι γράφει ο Σπένσερ και ο Βάκων;» κι' εμένα τεταρταίος με πιάνει πυρετός.

Τρελλούς ακούω νέους ποτήρια να βροντούν και όλοι κοκκινίζουν από το πίνε πίνε… «καλώς σας ηύρα» λέγω, κι' εκείνοι μ' απαντούν «μονάχος σύντροφός σου ο νεκροθάπτης είναι».

8

Σεις δότε χρώμα κι' εις εμέ και άρωμα κι' αέρα, φυτά δικοτυλήδονα και μονοκοτυλήδονα, και τα φυτά μ' απήντησαν «βρε τράβα παραπέρα κι' αυτά να πας, παληόγερε, και να τα 'πης 'στόν κλήδονα».

«Είναι κατάξηρος για σε και μαύρη ερημιά
        το κάθε περιβόλι,
κι' αν 'στήν κουμπότρυπα και συ καρφώσης γιασεμιά
        θα σε γελάσουν όλοι.

«Κύττα, θα 'πούν, τον γέροντα!… χαρά 'στόν αναιδή!… ορέγεται κι' η μύτη του λουλούδι να μυρίση… συ πρέπει να στολίζεσαι μονάχα με κλαδί, κομμένο από μνήματος θλιμμένο κυπαρίσσι».

9

Πουλώ Αριστοτέλη.. ποιος κουτεντές τον θέλει;

Κανείς δεν μ' ηλεκτρίζει συλλογισμός σωρείτης, τώρα με φοβερίζει ποδάγρα και αρθρίτις.

10

Ανάθεμα τα γηρατειά κι' εκείνον οπού τάχει!… το ένα κι' άλλο μάτι μου τρεμόσβυστο καντύλι, γουργούραις, ξεφυσήματα, κι' αδιάκοπο συνάχι, που κάθε δευτερόλεπτο αλλάζω και μαντύλι.

Ανάθεμα τα γηρατειά!… βογγώ λαχανιασμένος και τίποτα δεν 'βρίσκεται για να με ξεκουράση… ας είναι δεκατέσσαρες φοραίς αφορισμένος εκείνος οπού εύχεται ανθρώπου να γεράση.

11

Πούναι κι' η ορμή μου; πού και το κορμί μου; έλυωσε κι' εσάπη… όλοι σπρώχνετέ με, όλοι διώχνετέ με σαν σκυλί χασάπη.

Σκελετοί τα μέλη, κι' έγιναν τα σκέλη δυο κοκκαλομόλυβα… δώστε μου ταμπάκο, σκάψετέ μου λάκκο, βράσετέ μου κόλλυβα.

12

Αράν κι' ο Φάουστ Φασουλής σκληράν παραληρεί!… καταραμένον παν καλόν επίγειον κι' αιθέριον, και ό,τι εκ του σώματος ημών αποχωρεί ως φωσφορώδες, ως υγρόν, ως στερεόν κι' αέριον.

Κατάρα σ' ό,τι κάλυμμα η κεφαλή φορέση, 'ψηλό καπέλο, ψάθινο, καστόρι, σκούφια, φέσι, κι' εις ό,τι τα ποδάρια μας κοσμεί και περιβάλλει, παντούφλα, καραμάντουλο, τσαρούχι και στιβάλι.

Κατάρα 'στά ενδύματα τα μέσα και τα έξω, 'στά κοντοβράκια, στ' αντεριά, 'στης δανεικαίς βελλάδες, που δεν 'μπορώ χωρίς αυταίς εις τους χορούς να τρέξω, κι' εις ό,τι άλλο το κορμί το βάζει σε μπελάδες.

Καταραμένον το φωκόλ, που τον λαιμόν μας πνίγει, κάθε τσουράπι, 'σώβρακο, 'ποκάμισο, φανέλα, κι' ό,τι φαγί ορεκτικό την όρεξιν ανοίγει, το σαλτσισώτο, το σκουμπρί, ο τσίρος, η σαρδέλα.

Καταραμένον τρεις φοραίς παντός σκοπού το τέρμα, κατάρα σ' όλα τα ξυνά, 'στης ζάχαραις, 'στά κάντια, κατάρα σ' όσα οι γιατροί μας προσκολλούν 'στό δέρμα, βεντούζαις, καταπλάσματα, τσιρότα, βυζικάντια.

Καταραμένος ο χορός, η μουσική, το μέλος, ό,τι γεννά παροξυσμόν κι' ερεθισμόν μας φέρνει, καταραμένοι όλοι σας, καταραμένον τέλος ό,τι μας δίνει την ζωή και ό,τι μας την πέρνει.

Κατάραν εις τα Σύμπαντα καθώς ο Φάουστ ψάλλω… βαρδάτ' εμπρός… θα γυμνωθώ… τα ρούχα μου θα βγάλω…. εγώ από γυμνότητας καθόλου δεν ξιππάζομαι κι' ούτε με φύλλα της συκής σαν τον Αδάμ σκεπάζομαι.

Βαρδάτ' εμπρός… θα γυμνωθώ… ελάτε, ανατόμοι, να κατακομματιάσετε τα μέλη μου τακέραια… ας ακουσθή και δι' αυτά η πάνσοφός σας γνώμη και τάντερά μου Δουκισσών ας γίνουν περιδέραια.

Βαρδάτε όλοι απ' εμπρός γιατί θα πάρω δρόμο βαρδάτε κι' αφηνίασα, μου ήλθαν τα φεγγάρια, και με χαϊδεύουν Εριννύς και Μάγισσαις 'στόν ώμο με φίδια 'στό κεφάλι των, σκορπιούς και σαλιγκάρια.

Βουνά και όρη δρασκελώ, κοιλάδας, βράχους, λόγγους, ακούω γέλοια γύρω μου μ' αλαλαγμούς και βόγγους, κι' αντιλαλούν σκουξίματα «συλλάβετε τον γέρο» κι' εγώ στιγμή δεν σταματώ, μα πού τραβώ δεν ξέρω.

Σαν του Μαζέπα τάλογο πηγαίνω 'στά τυφλά, σφαλώ ταυτιά μου 'στή βοή και 'στής βροντής τον κρότο, κι' αισθάνομαι τα γένεια μου να μου τα τσουρουφλά όλου του κόσμου το βαρύ και φλογισμένο χνώτο.

Κατάρα και ανάθεμα!… εις ένα κόσμον φθάνω, που των ανθρώπων δεν φυσούν φαρμακωμένα χνώτα, αλλ' ένα χέρι έξαφνα, πριν 'λίγο ν' ανασάνω, με σφονδυλίζει απ' εκεί 'στό χάος όπως πρώτα.

13

Ζωή κατηραμένη τι ποθητή μου είσαι!… το κάλλος σου το τόσον και γέρων θ' αλαλάξω, τους ζωικούς χυμούς σου 'στόν σκελετόν μου χύσε και δος μου τους μαστούς σου απλήστως να βυζάξω.

Ο νους μου πτερυγίζει 'στούς κάλυκας των κρίνων, εκεί που εμφωλεύει μοσχοβολούσα πλάσις, εις των Νυμφών τους κώμους κι' εις άσματα Σειρήνων, όσα κηλούν τας μαύρας αβύσσους της θαλάσσης.

Άπλωσε, Νυξ, το σκότος, κι' ανάτειλε, Ημέρα, ας λύση πάντα φόβον το άρμα της Αυγής, και σεις ατμοί πετάτε 'στόν γαλανόν αιθέρα κι' ας ποτισθή το χώμα της διψασμένης γης.

Συ, Άπολλον, συ, Φοίβε, θεότης του Οσίριδος, λούσε χρυσάς ακτίνας εις της βροχής τα νέφη, και το καμπύλον τόξον της πολυχρώμου Ίριδος ως σελαγίζον στέμμα τους ουρανούς ας στέφη.

Ας οσφρανθώ το μύρον της σμύρνας και αλόης, συ, χρυσαλλίς, μη φεύγης, δεν έρχομαι κοντά σου, και συ, ατμέ, που λάμπεις ως δρόσος πάσης χλόης, ράνε την κεφαλήν μου με τους αδάμαντάς σου.

Οι πόθοι των ανθρώπων ας μου δονούν τα στήθη, ας μην ηχή ο γέλως πικρίας αμιγής, κι' ας με θαμβόνουν τόσοι φεγγοβολούντες λίθοι, οπόσοι κρυσταλλούνται 'στά Τάρταρα της γης.

Ο πόλεμος του κόσμου ας μου φωνάζη «ξύπνα και τρέχα όπου πλούτος κι' όπου λιμός πολύς, εις εορτάς γελώτων και εις δακρύων δείπνα με κλάδον κυπαρίσσου, με κλήμα σταφυλής.»

Όταν σε ρυτιδώση του γήρατος το νέφος, όταν δεν θα χωνεύης ευκόλως τα καρότα, θα λαχταράς να είσαι μιας ημέρας βρέφος και να θρηνής ακόμη 'στά σπάργανα τα πρώτα.

Ζωή κατηραμένη, αν τόσοι σου αγώνες κοιλαίνουν και τας πέτρας ως ύδατος σταγόνες, μα συ θαρρώ πως είσαι το άσμα των Αγγέλων, συ το προχθές, το τώρα, και ίσως και το μέλλον.

14

[Ενώ αυτά μονολογεί ο γηραιός Ιππότης εξαίφνης εμφανίζεται η χαρωπή Νεότης].

ΝΕΟΤΗΣ Η Νεότης είμ' εγώ η χαριτωμένη… όπου κήπος κυνηγώ και τα ρόδα του τρυγώ ασπροφορεμένη.

Προς γελώντα ουρανόν πάντοτε γελώσα με πτερά πετώ χηνών και οι φθόγγοι των πτηνών η 'δική μου γλώσσα.

Πανηγύρεις όπου 'δώ κι' ευμενή Βακχίδα, καλλικέλαδος πηδώ και στιγμήν δεν απαυδώ με το πήδα πήδα.

Πάντα κώμοι κι' εορταί και χρυσά οράματα… μ' εξυμνούν οι ποιηταί και πιστεύω πως ποτέ δεν θα 'δώ γεράματα.

Ψάλλω γάμους και παστούς, και μακράν του τάφου εστεμμένη με βλαστούς εξυφαίνω τους κεστούς της Θεάς της Πάφου.

Δώρα φέρω ακριβά κι' εις ελπίδας πλέω… η Παφία με τραβά και το μύρον του Σαββά 'στούς βωμούς της καίω.

Όπου νέον συναντώ μ' εύρωστον λαγόνα, καταστράπτω και βροντώ και την ρώμην του κεντώ προς καλόν αγώνα.

Εις ομίλους ζηλευτούς λάλον έχω στόμα, και ως κόσμους τορρευτούς θέλω νέους τορνευτούς με ροδίζον χρώμα.

'Στάς ημέρας τας καλάς, που γοργώς εσκίρτα των Αισχύλων η Ελλάς, πόσας νέας κεφαλάς έστεψα με μύρτα.

Τώρα μόνον δεν οργώ μ' ευπετές το βήμα, τώρ' απέκαμα κι' εγώ και πικρά μοιρολογώ εις το κάθε μνήμα.

15

Ενώπιόν μου στάσου τον τράχηλόν σου κλίνων, κι' αν θέλης πότε πότε μαζί μου να γελάς μακράν από τους νέους των κλασικών Ελλήνων, που μόλις τους σιμώσης γεράματα κολλάς.

Αν θέλγεσαι μαζί μου εγκώμια να πλέκης εις της ζωής την τύρβην, από τους νέους βάρδα, ελπίζω δε πως τότε κοντά μου δεν θα στέκης με μάτια δακρυσμένα σαν νάφαγες μουστάρδα.

Τι τραγικούς κοθόρνους καθένας των φορεί… μακράν των νέων τούτων όσο 'μπορέσης μείνε, και ό,τι το ξερό σου κεφάλι δεν χωρεί ποτέ μη βεβαιώνης πως αγαθόν δεν είναι.

Μην εκστομίσης ύβριν 'στούς καψοφιλοσόφους κι' έχε τους πότε πότε αγαπητούς συντρόφους, αλλ' ας μην είν' εκείνοι παντοτεινή σου έννοια κι' ούτε μ' αυτούς θα πιάσης τον Πάππ' από τα γένεια.

Ποτέ να μη νομίζης τον λόγον σου χρησμόν και κύπτε εις ερεύνας με λογικήν νηφάλιον, κι' απόφευγε του κύκλου τον τετραγωνισμόν και του αεροστάτου το τρομερόν πηδάλιον.

Οπόταν σε πειράξη τοιούτος Σατανάς την σκέψιν σου αμέσως εις άλλα να πλανάς, κι' αυτός τας αποφράδας ανακαλύψεις μόνον ως δύο συνεργείας απώθει τας δαιμόνων.

Μη ρίπτης εις τους κύνας παν ιερόν και όσιον, εκεί που δεν σε σπέρνουν ποτέ σου μη φυτρώσης, οπόταν δε καλέσης τους φίλους εις συμπόσιον μη βγάλης τάντερά των με τραγικάς προπόσεις.

Εις Βουλευτών καυγάδες μη σπεύδης να χωρίζης και δη συζητουμένου Προϋπολογισμού, κι' υπέρ πατρίδος μόχθει, αλλά χωρίς ν' αφρίζης με την αγρίαν λύσσαν του πατριωτισμού.

Μη τρέχης ολολύζων ως άγαν πατριώτης εις νίκας Μαραθώνων και δάφνας Πλαταιών, κι' ας σ' οδηγή ακμαίον η αληθής φαιδρότης, που κυβερνά τον κόσμον με σκήπτρον κραταιόν.

Ανέχου αγογγύστως των γυναικών το φύλον, αν και καλά γνωρίζω πως είσαι ανεμόμυλος, κι' ενώ συχνά με τόνον τας βλασφημείς οργίλον εν τούτοις ποδογύρου σ' εξημερόνει όμιλος.

Αν όλ' αυτά που λέγω δεν πάνε εις τον βρόντον και παρ' εμέ καθίσης την κεφαλήν εγείρας, θα φαίνεσαι καμάρι των νέων και γερόντων και διαρκής νεότης θα είναι και το γήρας.

Αλλά θαρρώ αδίκως τους λόγους μου πως χάνω… κι' αν συμβουλάς σου δώσω και με το παραπάνω, εκεί που εκαρφώθης ακίνητος θα στέκης και πάντοτε θα μείνης Ρωμηός ντεληφυσέκης.

16

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Αυτά, Νεότης, που μου λες κι' εγώ καλά τα ξέρω, μα δεν αρμόζουν εις εμέ τον Μαθουσάλα γέρο. Και τ' είμ' εγώ; Δημόνικος ν' ακούω παραινέσεις; και Ισοκράτης είσαι συ, Σεμτέλος, Μιστριώτης;… και πού ηκούσθη πώποτε 'στάς ανθρωπίνους σχέσεις να γίνεται διδάσκαλος 'στό γήρας η νεότης;

Πίσω μου έλα, Διάβολε… δεν θέλω συμβουλάς κι' όσα μου καλονάρχησες αλλού να τα πουλάς. Εις τας διδασκαλίας σου σαν χάχας δεν χαζεύω, εγώ εκακογέρασα, εγώ γραφαίς μαζεύω, κι' από της γης τα βάσανα σε 'λίγο θα γλυτώσω, και άφησέ με, αδελφή, 'στό χάλι μου το τόσο.

'Πίσω μου έλα, Διάβολε… δεν θέλω συμβουλάς, ας μαρανθή καθώς εμέ κι' ο κόσμος κι' η Ελλάς. Δεν μεριμνώ παντάπασιν περί φιλοπατρίας και ήτον όλως περιττόν του λόγου το προοίμιον… και συ, Νεότης, έγινες ως τας σοφάς κυρίας και πήγαινε να εγγραφής εις το Πανεπιστήμιον.

Για μένα μαύρη φαίνεται και στείρα κάθε γη, δεν θέλω νέον να κυττώ με στόμφον να κορδώνεται, να στρίβη το μουστάκι του και να σεισοπυγή κι' ολόκληρος σαν ποντικός εμπρός μου να λαδώνεται. Δεν θέλω γέρους να κυττώ, που κάποτε ασπρίζουν και κάποτε με μια βαφή σαν την σουπιά μαυρίζουν.

Δεν θέλω πλέον να κυττώ τας εκλεκτάς κυρίας να πιάνωνται νυχθημερόν με τας υπηρετρίας, δεν θέλω τα φουστάνια των να με γεμίζουν σκόνη, δεν θέλω νάμαι άγαμος, αλλ' ούτε παντρεμμένος, δεν θέλω Ρήγας σπαθωτός εμπρός μου να φουσκώνη σαν ένας γέρο-βάτραχος από νερό πρησμένος.

Δεν θέλω την νεότητα, δεν θέλω και το γήρας, ουδ' αρετήν γερόντισσας και νάζι ζωντοχήρας. Κάθε στιγμή 'στό σώμα μου φυτρόνει κι' ένας ρόζος, κάθε στιγμή 'στά μάτια μου στειρεύει κι' ένα δάκρυ, εγώ, καλέ, κατήντησα Ορλάνδος ο φουριόζος και πέρνω τον κατήφορο κι' όπου με βγάλ' η άκρη.

Δεν θέλω της νεότητος να μ' ενοχλούν μελέται… μακράν ο Ερωτόκριτος κι' ο Βέρτερος του Γκαίτε. Σ' εμένα πρέπει μια θηλειά και βούνευρον και κνούτον θέλω να φύγω απ' εδώ, από τον κόσμον τούτον, κι' εις αστρογείτονα βουνά μονάχος να πετώ, 'στάς Άλπεις, 'στά Ουράλια, και 'στόν Λυκαβητό.

Εκεί 'ψηλά να κάθωμαι σαν γυψ, και αετός και όλην την υφήλιον να 'βρίζω προπετώς, 'στάς κορυφάς ως αίλουρος κι' εγώ ν' αναρριχώμαι, να κελαϊδώ σαν τζίτζικας κι' ως λέων να βρυχώμαι, προβιαίς αρκούδας μαλλιαραίς να είναι σκέπασμά μου και μέσα σε φιδιών σπηλιαίς να γράφω τόνομά μου. Εκεί εκεί να κάθωμαι μακράν της κοινωνίας με άρκτους μαύρας και λευκάς και τίγρεις Υρκανίας, τρελλούς να πλέκω κάποτε και μανιώδεις έρωτας με κροταλίας θηλυκούς κι' αγρίους ρινοκέρωτας, και τεντωμένος αφελώς 'στου λέοντος την χαίτην να γράφω περισπούδαστον κοινωνικήν μελέτην.

Εκεί να κάθωμαι μακράν των μόχθων των μυρίων και τώρα νάμαι άνθρωπος και ύστερα θηρίον. Κανείς την κατοικίαν μου ποτέ να μη γνωρίζη, μηδέ να μάθουν οι θνητοί πώς ζω μακράν των έτσι, κι' οπόταν πείνα κάποτε τα μέσα μου θερίζη με τάντερα της τίγρεως να κάνω κοκορέτσι

Να μη μου φέρνη πυρετούς θερμή φιλοπατρία, να πολεμώ ανήμερος μ' ανήμερα θηρία, το καύκαλό μου το ξερό να μου το ροκανίζουν και με δοντιών τριξίματα να μου το πριονίζουν αλλά κι' εγώ το αίμα των να πίνω αιμοβόρος κι' από βρυγμούς και βρυχηθμούς να τρέμη κάθε όρος.

Αόρατος κι' αγνώριστος εκεί εκεί απάνω με τα θηρία μου να ζω, μ' εκείνα ν' αποθάνω· και ύστερα ν' αναστηθώ μετά χιλίους χρόνους να 'δώ αν θάναι Βασιλείς και τότε εις τους θρόνους, αν 'στήν Ελλάδα θα πεινά πατριωτών πληθώρα, κι' αν γέρος θα μου φαίνεται ο κόσμος όπως τώρα.

Τοιαύτα 'στόν καιρόν αυτόν φαντάζομαι της ύλης, ουδ' ονειρεύομαι ζωήν αυτής ωραιοτέραν, δεν θέλω δε να λέγωμαι ουδ' άρρην ούτε θήλυς, αλλ' ούτε εις κατάστασιν ν' ανήκω ουδετέραν. Θέλω να είμαι κάτι τι 'στής γης την τρικυμίαν, μα να μην έχη όνομα εις γλώσσαν ουδεμίαν.

Καταλαβαίνεις τίποτα, Νεότης παπαρδέλα, που 'στά καλά καθούμενα μου 'κόλλησες σαν βδέλλα; Σιχαίνομαι τας αηδείς του βίου ποικιλίας, μη με θωρής ακίνητος και σέρνεις τα μαλλιά σου, μ' επαραχόρτασες και συ με τας διδασκαλίας και πάρε τα βρεμμένα σου και τράβα 'στή δουλειά σου.

17

[Φεύγ' η Νεότης άναυδος κι' ημιθανής σχεδόν κι' ο νέος Μεφιστοφελής προβαίνει τραγουδών].

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Φασουλή μου κακομοίρη, μαύρον τέκνον μαύρης γέννας, πώς δεν 'βρίσκεται κανένας όπως πρέπει να σε δείρη;

Έλλην Φάουστ και Σγαρίλιο, δεν μου θέλεις έναν ήλιο, και ζητείς να φέξη κι' άλλος από τούτον πιο μεγάλος.

Η απαίτησις μεγάλη, μα ποιος ξέρει καμμιά 'μέρα αν και τρίτος δεν προβάλη για χατήρι σου 'στήν σφαίρα.

Νέος προς το γήρας τρέχεις, γέρος χάνεσαι για νειάτα, μα κι' αυτά ενώ τα έχεις τσαμπουνάς «ανάθεμά τα!»

Είσαι άνδρας;,.. δεν σε φθάνει θέλεις να φορής φουστάνι… κι' αν γυναίκα πάλι γίνης λες ουδέτερος να μείνης.

Κι' αν ουδέτερος φανής και για τούτο μουρμουρίζεις, κι' άλλο θέλεις να γενής, που και συ δεν το γνωρίζεις.

Η μουρμούρα σου με πνίγει, μα σε τέτοιον κατεργάρη του χρειάζεται κυνήγι μ' Αιγινήτικο σφουγγάρι.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Πάνε και τα γεράματα…

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Τι άλλο αγαπάς; μη θέλης εις την Κόλασιν ή 'στήν Εδέμ να πας;

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Καλώς τον…

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ
        Πώς επέρασες;

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Κακά ψυχρά και μαύρα… και με το γήρας, Μεφιστό, πάλι μπαστούνια ταύρα.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Τι να σου 'πώ, βρε Φασουλή… μου φαίνεσαι αγνώμων, και πριν της ώρας θα χαθής, αν δεν αλλάξης δρόμον.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ούτε 'στό ένα, Μεφιστό, αλλ' ούτε εις το άλλο.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ
Μου έβγαλες την πίστι μου…

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
                Κι' ακόμη θα 'στήν βγάλω.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Μήπως σ' αρέσει το Μηδέν, του Βούδδα η Νιρβάνα, όπου δεν βρίσκεται κανείς Ιωακείμ και Άννα;

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Ουδέ ζωήν, ουδέ μηδέν δεν θέλω, Μεφιστό, ουδέ ψυχήν επάνω μου και ύλην να βαστώ, ουδέ κανένα Μαμμωνά ως νους εκ των πεζών, αλλ' εις μηδέν εμψυχωθείς μηδέν να γίνω ζων, εγκαταλείπων όπισθεν κολάσεις και τρυφάς…

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ
Μα συ δεν υποφέρεσαι και πρέπει να της φας.

(Ο νέος Μεφιστοφελής την προσωπίδα ρίχνει κι' ο Περικλέτος υπ' αυτήν το πρόσωπόν του δείχνει).