WeRead Powered by ReaderPub
Αι δύο διαθήκαι cover

Αι δύο διαθήκαι

Chapter 12: ΜΕΡΟΣ Β'. Η ΣΙΔΗΡΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΠΕΤΕΙΝΟΥ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ Α'.
Open in WeRead

About This Book

Συλλογή δοκιμίων, στοχασμών και αποφθεγμάτων που συνδυάζει σατυρικό ύφος με ηθικοφιλόσοφες παρατηρήσεις. Μέσω προλόγων, επιστολών και σύντομων συμβουλών —με έντονο λογοπλαστικό παιχνίδι στη μορφή της απευθύνσεως προς ένα πετεινό— αναπτύσσονται σκέψεις για τη γνώση, την ευτυχία, τον έρωτα, το γήρας, την τιμή και τον πλούτο. Το ύφος μεταβάλλεται από στοχαστικό σε αποφθεγματικό και κριτικό, χρησιμοποιώντας χιούμορ και υπερβολή για να απογυμνώσει κοινωνικές και προσωπικές ψευδαισθήσεις. Το σύνολο καλλιεργεί πνευματική αυτογνωσία και αμφισβήτηση των κυρίαρχων αντιλήψεων.

327

Όταν θ' αρχίσης ν' αγαπάς, πρόσεξε καλώς, και θ' ακούσης εντός σου μίαν άλλην φωνήν, ήτις θα σου ομιλήση διά πρώτην φοράν πολύ παράδοξα πράγματα. Είνε αυτός ο έρως, ο οποίος θα σου λέγη:

— Εγώ είμαι η νόσος σου, και το πάθος σου είμαι εγώ· αλλά σου περιβάλλω τούτο με τόσην γοητείαν, ώστε ημπορείς ν' απορρίψης πάσαν άλλην ηδονήν, διά να βασανίζεσαι αιωνίως από την γλυκείαν μου οδύνην, την οποίαν, ούτε θα θελήσης, εάν δυνηθής, να την αποφύγης, ούτε θα δυνηθής, εάν το θελήσης.

328

Η γυνή μόνον όταν δεν θέλει δεν απατά τον άνδρα· σπουδαίον μόνον είνε το πώς να μη θέλη.

329

Δεν είνε τόσον αυτοκτονία το να φονεύης εκουσίως το άτομόν σου, όσον το να καταβιβάζης αυτό κατωτέρω της αξίας του.

330

Όπου βλέπεις στέφανον δάφνης, αμφίβαλε· όπου βλέπεις ακάνθινον στέφανον, πίστευε· περισσοτέραι άκανθαι έστεψαν την αληθή δόξαν, παρά δάφναι.

331

Τα ελευθέρια ήθη είνε οι φρουροί των αυστηρών.

332

Η δας δεν είνε μόνον διά να καίη, αλλά και διά να φωτίζη· το ζήτημα είνε πώς να γνωρίζη τις από πού να την κρατή.

33

Οσάκις οι φιλόσοφοι έκλαυσαν διά τας συμφοράς του κόσμου, και ο κόσμος δεν εβράδυνε να κλαύση διά τας ιδικάς των·

334

Ο εγκέφαλος του ανθρώπου είνε τόσον παράδοξος και τόσον εκτός των φυσικών νόμων, ώστε, ενώ χείμαρρος συμφοράς αδυνατεί να τον κλονήση, δύναται να κατορθώση τούτο έν απλούστατον δάκρυ.

335

Άνευ του έρωτος, ο ιερεύς δεν έφερε πάντοτε την ευτυχίαν· και άνευ του ιερέως όμως, την έφερε πάντοτε ο έρως.

336

Οι τύποι και η ουσία των πραγμάτων εναλλάσσουσι τας θέσεις των εις τοσούτω αισθητόν βαθμόν, ώστε προς τήρησιν τούτων και περιφρόνησιν εκείνης, καταναλίσκεται όλη η ζωή και όλη η δύναμις του ανθρωπίνου πνεύματος.

337

Θέλεις να γράφης; όρεξιν να έχης και γράφεις ό,τι θέλεις· ο κόσμος περιέχει άπειρα ζητήματα, ή, διά να ήμαι ακριβέστερος, ολόκληρος ο κόσμος είνε ζήτημα.

338

Όπου ακούεις στόμαχον διεγειρόμενον, τρέμε· ο στόμαχος είνε η λογική των λαών.

339

Η οδύνη, είνε πολύ υψηλοτέρα της ηδονής· η ηδονή είνε ειδύλλιον, αλλ' η οδύνη είνε εποποιία.

340

Δύναται και η ουσιαστική ελευθερία να καταλυθή, αλλά να ζη το ιδεώδες της· όταν όμως καταλύεται το ιδεώδες αυτής, η ελευθερία είνε και της δουλείας χειροτέρα.

341

Όταν βλέπης επαίτην άνευ χειρών, μη ερωτάς ποίος είνε και από πού έρχεται· ελέει αυτόν αφειδώς· δύο χείρες ολιγώτερον, δύο χιλιάδες καλά περισσότερον εις τον κόσμον.

342

Θετικώτερον και μάλλον αναμφισβήτητον σύμπτωμα της σήψεως ενός λαού είνε, ότι εκάστη πληγή, αντί να προκαλή άλγος γίνεται δεκτή αναισθήτως.

343

Ο πανικός είνε η άρνησις του ενθουσιασμού· μέθη και ο είς, μέθη και ο έτερος· πτερά ο είς και ταχύτητα θυέλλης, πτερά ο έτερος και ταχύτητα ανέμου· συντρίμματα ο είς έμπροσθεν, ναυάγια ο έτερος όπισθεν.

344

Η Δουλεία υπήρξε πάντοτε η αχάριστος κόρη της Ελευθερίας, ο δε άνθρωπος, μόλις αισθάνεται τας χείρας του ελευθέρας, ουδέν άλλο πράττει, ή να σφυρηλατή, διά παντός υλικού, δεσμά.

345

Όταν η σοφία αρχίζη να λέγεται ανία και πλήξις, είνε μυριάκις προτιμωτέρα μία μετριότης, ήτις ανακουφίζει το πνεύμα, έστω και αν διδάσκη ολιγώτερα.

346

Θέλεις να ήσαι βέβαιος ότι θ' αγαπηθής ειλικρινώς από μίαν γυναίκα; μη την ζητήσης εντός του περιβόλου της ζωής, ανάμεινέ την παρά την πύλην, εισερχομένην ή εξερχομένην, αδιάφορον· εκεί θ' ανταλλάξητε την ειλικρινεστέραν χειραψίαν.

347

Μη παραξενευθής διότι το κακόν υπερισχύει εις τον κόσμον· αιτία τούτου είνε αυτός ο θεός, όστις έχει ακατανόητον αδυναμίαν προς τον διάβολον και του κάμνει τρομεράς παραχωρήσεις. Πρόσεξε εις τους εξιλασμούς των θρησκειών· ουδέποτε ηννοήθησαν τοιούτοι, άνευ του αίματος, ή των δακρύων του αθώου.

348

Είνε κοινώς παραδεδειγμένη η θεωρία, ότι τα έθνη γηράσκουσιν όπως τα άτομα.

Πώς συμβαίνει όμως να θεωρήται ως γηραλέον έν έθνος, αποτελούμενον από νέους ανθρώπους; φαίνεται, ότι η ζωή και το σφρίγος, τα διαπνέοντα την ψυχήν ενός εκάστου ατόμου, δεν είνε ομοφυή και ομοούσια με την ζωήν και το σφρίγος του άλλου· συναντώμενα δε εν κοινή δράσει, παράγουσι κάτι αρνητικόν και αποκρουστικόν, αποτελούν εν συνόλω διαρκή εξουδετέρωσιν πάσης ενωτικής δυνάμεως· θα έλεγέ τις, ότι είνε νέφη, ετερωνύμως ηλεκτρισμένα, άτινα, συναντώμενα προς κοινήν δράσιν, αντί να ρίψωσιν από κοινού σκιάν ευεργετικήν επί του συνόλου, ρίπτουσιν ένα κεραυνόν.

Τούτο μαρτυρεί, ότι ο λεγόμενος εκφυλισμός των λαών, έχει μεγάλην διαφοράν από τον εκφυλισμόν των ατόμων.

349

Η ελευθερία του πολίτου έγκειται εις την ελευθερίαν του πνεύματός του· δούλος με ελεύθερον πνεύμα, ευρίσκεται εις υψηλοτέραν ηθικήν σφαίραν, από ελεύθερον με πνεύμα δούλου.

350

Πολιτική με κ ό μ μ α, — έθνος με τ ε λ ε ί α ν.

351

Ο έρως είνε και νόσος και φάρμακον· άλλοτε καθιστά τους υγιείς ασθενείς, άλλοτε τους ασθενείς υγιείς.

352

Υπάρχουσιν άνθρωποι, μηδέν άλλο πράττοντες, ειμή πώς να παρεμποδίζουν και ν' απογοητεύουν τους δυναμένους να προχωρήσουν· δύναταί τις να είπη, ότι τους αναγνωρίζουσι και τους φοβούνται· τους βλέπουσιν ανατρεπτικούς, με νέας αρχάς, με νέας ιδέας, ετοίμους όπως κατακρημνίσωσι τας ευρωτιώσας ιδικάς των, και, συσσωματούμενοι εν ενί, τίθενται προ της οδού των άμα τω πρώτω βήματί των, δικαιολογούμενοι, ότι οι νεώτεροι δεν εγεννήθησαν τέλειοι, και δεν εφιλοσόφησαν από των σπαργάνων των.

Τους ανθρώπους τούτους να τους βδελύττεσαι και να τους πατάσσης· ζητούν να περισώσωσι τα ελεεινά ναυάγιά των, αποπειρώμενοι κατά της ανθρωπότητος ολοκλήρου.

353

Ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκην μακράς διδασκαλίας διά να εκπολιτισθή· όταν έχη διάθεσιν προς τούτο, εκπολιτίζεται αφ' εαυτού, μόλις ακούση ότι υπάρχει πολιτισμός.

354

Μη νομίσης ποτέ, με όσα και αν πάθης κατά τον βίον σου, ότι απέκτησες την πείραν της ατυχίας· είνε αύτη τοσούτον ανεξάντλητος και ποικίλη, ώστε συνήθως μία και η αυτή, δύναται να μας εύρη απροκαλύπτους, και να μας πλήξη εξ εκατόν ακόμη διευθύνσεων, υπό εκατόν μορφάς, δι' εκατόν τρόπων και εκατοντάκις κατά λεπτόν.

355

Μη λαμβάνης μέτρα, διά να φρουρήσης ηθικήν, μηδόλως κινδυνεύουσαν· την προσβάλλεις συ πρώτος.

356

Είνε αστεία τα δηλητήρια της γης προ των δηλητηρίων, τα οποία ρέουσι διά του ιδίου αίματός μας εις τας φλέβας μας. Ελάχιστοι εφονεύθησαν από τον κεραυνόν των νεφών του ουρανού· πόσοι όμως δεν φονεύονται καθ' εκάστην, από τον κεραυνόν των νεφών του ιδίου των εγκεφάλου.

357

Να οικτείρης την αρετήν, την εξασκουμένην και προκαλουμένην διά βραβείων· η πραγματική αρετή δεν έχει ανάγκην βραβείων· είνε και βραβείον αυτή η ιδία.

358

Όταν ακούης μουσουργόν να τον ονομάζωσι μέγαν νουν, πίστευε ότι η μεγαλοφυία του δεν εδρεύει εις τον νουν του, αλλά εις την καρδίαν.

Η μουσική, δεν είνε τόσον αντίληψις του εγκεφάλου, όσον αίσθησις της καρδίας, και διά τούτο την αισθάνεσαι πρώτον επανερχομένην εις την κοιτίδα της, και ύστερον την εννοείς.

359

Η ιστορία δεν θα σου αποκαλύψη αγριώτερον τύραννον, ούτε τρομερώτερον δεσπότην από το Εγώ του ανθρώπου.

Έκαστος ημών έχει ενθρονίση εν εαυτώ από ένα τύραννον, απαύστως απαιτούντα, απαύστως κορεννύοντα την δίψαν του από το ίδιον αίμα του, και συνεπώς απαύστως διψώντα. Σε βεβαιώ, ότι ο Νέρων ήτον ο δυστυχέστερος των υποτελών του, διότι είχεν εαυτώ έτερον Νέρωνα, αγριώτερον και θρασύτερον του τυραννούντος την Ρώμην.

360

Η κακία είνε η ασφαλεστέρα συγγένεια μεταξύ των ανθρώπων.

361

Ό έρως είνε μέγιστος, αλλά και ακατανόητος οικονόμος της φύσεως· δημιουργεί διά του θανάτου, και φονεύει διά της ζωής.

362

Δεν είνε παράδοξον να ίδης και το ελάχιστον, να στενοχωρήται εν τω μεγίστω πλειότερον, παρ' όσον το μέγιστον εν τω ελαχίστω.

363

Η αμαρτία αρχήν μόνον έχει, τέλος δεν έχει ποτέ.

364

Ούτε αι μεγάλαι δυστυχίαι, ούτε αι μεγάλαι ευτυχίαι, ούτε οι μεγάλοι έρωτες σβέννυνται από την ανάμνησιν, εφ' όσον δεν εδοκίμασες μεγαλειτέρους.

365

Και το σκοτεινόν χάος διεπέρασεν η ακτίς του ηλίου και του άστρου η μαρμαρυγή· το σκότος όμως της ανθρωπίνης ψυχής τίποτε δεν το εφώτισεν ακόμη.

366

Το ν' αποκρύπτης ελάττωμά σου είνε το μέγιστον των ελαττωμάτων σου· το ν' αποκρύπτης δε προτέρημά σου είνε το ελάχιστον των προτερημάτων σου.

367

Είνε τόσον γλυκύ το παρελθόν, και τόσον συμφυές καθίσταται με την ατομικήν σου ιστορίαν, ώστε θ' αντήλλασσες πολλάκις ευχαρίστως και μίαν αβεβαίαν πορφύραν του μέλλοντος, αντί ενός ράκους του παρελθόντος.

368

Όταν τύχη ν' ακούσης εραστάς, λέγοντας ανοησίας, μη γελάσης· η διάλεκτος του έρωτος είνε τόσον εκφραστική, ώστε και αυτή η ασυναρτησία της, ισοδυναμεί προς την υψηλοτέραν ποίησιν και προς την βαθυτέραν φιλοσοφίαν.

369

Ό,τι δεν δύνασαι να λύσης διά του νοός, προσπάθει και το λύεις διά της καρδίας· ό,τι δεν δύνασαι να κατανοήσης, φρόντιζε να το αισθάνεσαι.

370

Το πραγματικόν άπειρον εδρεύει εις την καρδίαν μάλλον, παρά εις τον νουν· διότι υπάρχουν πράγματα, τα οποία αισθάνεσαι, χωρίς να εννοήσης· ουδέν όμως εννοείς, χωρίς προηγουμένως να το αισθανθής.

371

Ο φόβος και η μοχθηρία είνε οι χειρότεροι φύλακες εαυτών.

372

Από μίαν πασιφανή καλλονήν ημπορείς και να κορεσθής, και να μείνης αναίσθητος προς την απόλαυσίν της· αλλ' από καλλονήν, της οποίας συ ανακαλύπτεις το μυστήριον, δεν κορέννυσαι ποτέ.

373

Ο γάμος όταν δεν είνε σ ύ ν δ ε σ μ ο ς, είνε ε π ι φ ώ ν η μ α.

374

Πραγματική πατρίς διά τους ανθρώπους, δεν είνε η περιωρισμένη έκτασις της γης, την οποίαν κατοικούσιν, ούτε προσέτι η κοινή θρησκεία· είνε η κοινή γλώσσα και η κοινή ιδέα.

375

Ο ημεροδείκτης του έρωτος αρχίζει πάντοτε από την άνοιξιν· κατόπιν ακολουθεί αναποφεύκτως θέρος, φθινόπωρον και χειμών· μη επιχειρήσης ν' αρχίσης πάλιν με νέαν άνοιξιν, διότι θα βαίνης εις νέον έτος με το καλενδάριον του προηγουμένου.

376

Καρδία 20 ετών, ξίφος κατακτητού.
Καρδία 40 ετών, σκήπτρον βασιλέως.
Καρδία 60 ετών, σαμάριον υποζυγίου.

377

Ασφαλέστερον στηρίζεσαι εις τους πόδας σου, όταν τρέμης από την γυναίκα, παρ' όσον νομίζεις ότι στηρίζεσαι, όταν εκείνη τρέμει από σε.

378

Όπου η ατιμία πληρώνεται με χρυσόν, η τιμιότης πληρώνεται με μόλυβδον.

Σ Υ Μ Π Ε Ρ Α Σ Μ Α

— Και τώρα, τι πλειότερα τούτων να σου είπω, και τίνων να σου συμβουλεύσω ίνα παραλείψης την εκτέλεσιν;

Και πολλά είνε όσα ήκουσες, και ολίγιστα.

Ολίγιστα, διότι ο κόσμος είνε απέραντος· πολλά, διότι ο κόσμος είνε πανταχού και πάντοτε ο ίδιος.

Κρατείς τόσας αλήθειας εις τας χείρας σου, τας οποίας τις οίδε και πόσοι άλλοι εσκέφθησαν προ εμού· αλλά τούτο δεν αρκεί.

Το δύσκολον είνε πώς να τας αναγνωρίσης.

Και το δυσκολώτερον είνε πώς να τηρήσης αυτάς.

Και το πάντων δυσκολώτατον είνε, να πείσης και τους άλλους όπως αναγνωρίσωσιν αυτάς.

Αλλ' όχι· δεν θα τας αναγνωρίσουν, διότι και ο κόσμος και η φύσις ολόκληρος είνε μυστήριον, εις το οποίον ουδείς ουδέποτε κατόρθωσε να εισδύση, και εξηυτέλισε τούτον εν τη αντιλήψει του ο άνθρωπος, και παρεξήγησεν εκείνην ανοήτως.

Αυτή η φύσις, εάν την ερωτήσης, θα σου δώση το πρώτον μάθημα, και θα σε ποδηγετήση προς την ευτυχίαν.

Θέλεις να την προσεγγίσης και να την αισθανθής;

Άφησε την ψυχήν σου ελευθέραν εν μια νυκτί εαρινή, ίνα λουσθή εις το μυστήριόν της. Θα εννοήσης, ότι η ευωδία του άνθους και του φυτού, απετέλεσαν το μαγικόν φίλτρον, το οποίον επανέδωκεν εις τον Φαύστον την νεότητα και την καλλονήν, το οποίον χυνόμενον κατά σταγόνας εις τα νεκρά της φύσεως στήθη, επαναφέρει τους διαλείποντας παλμούς της, και φυγαδεύον τον τελευταίον στεναγμόν του παγετώδους Βορρά, με την χλιαράν και μυροβόλον των Ζεφύρων πνοήν περιλούει ηδέως.

Εάν κατά την νύκτα εκείνην ηδύνασο να ερωτήσης το άνθος διά της γλώσσης του, ή εάν η ακοή σου δεν ήτο τοσούτον πεπερασμένη, ή εάν προς στιγμήν ηδύνασο να περιβάλης το άπειρον διά των ώτων σου και να κύψης παρά τα φρίσσοντα πέταλα του διανοιγομένου κάλυκος, θα ήκουες μίαν αλήθειαν άγνωστον και μεγάλην, μάγον και καταπλήττουσαν αλήθειαν, ήτις θ' απεκάλυπτεν ενώπιον του εσκοτισμένου από τα ταπεινά πάθη πνεύματός σου, νέον κόσμον πεποιθήσεων και ιδεών, και θα επαρουσίαζεν ενώπιόν σου την πλάσιν, όπως την ηννόησεν ο δημιουργός αυτής, και ουχί όπως ο άνθρωπος την αντελήφθη.

— Τώρα — θα σου έλεγεν ο διανοιγόμενος κάλυξ — ότε των ομμάτων σου η αχλύς παρεσύρθη υπό του απείρου, τώρα, ότε η ακοή σου απεφράχθη από τον ανυπέρβλητον του πεπερασμένου φραγμόν, στρέψε γύρωθεν το βλέμμα σου και αναζήτησε της δημιουργίας το μυστήριον· δεν θα κοπιάσης επί πολύ· θα το εύρης και εις τον φαλόν του πρώτου άνθους, και εις τον βλαστόν του πρώτου δένδρου, και εις την χυμώδη ρίζαν του πρώτου φυτού· τι και αν το φυτόν καλήται κάκτος, ή καλήται ευτελές χαμαίμηλον, ή ευγενές ρόδον, ή καμέλια περικαλλής; η φύσις διεμοίρασεν εις ημάς εξ ίσου και φιλοστόργως τας χάριτάς της, και ό,τι εδώρησεν εις το ταπεινόν φυτόν, εδώρησεν εξ ίσου και εις το ευωδέστερον άνθος.

Όχι· δεν είμεθα, ως εκλαμβάνετε ημάς σεις, διηρημένα εις γένη· όχι· εις της ευδαιμονίας τα μυστήρια είμεθα εξ ίσου μεμυημένοι, και εξ ίσου απολαύομεν των ζωογόνων του ηλίου φιλημάτων, και υπό την αυτήν του Βορρά πνοήν αποφυλλιζόμεθα και θνήσκομεν.

Ο έρως περιίπταται μεταξύ των πετάλων και των φύλλων μας, ανεξαρτήτως γένους και είδους· η δυσγένεια και η ευγένεια είνε άγνωστοι μεταξύ ημών· εις τους βλαστούς μας ο αυτός χυμός κυκλοφορεί, και των ανθέων μας το σπέρμα μετά στοργής ίσης αποθέτει ο Ζέφυρος επί της μητρός γης.

Και θα σου προσέθετεν ακόμη:

— Ύπαγε και ειπέ εις τους ανίσους ανθρώπους, ότι ουδεμία μεταξύ των όντων και των πραγμάτων διαφορά υπάρχει· ύπαγε και είπε, ότι το συναίσθημα της ζωής ενυπάρχει παντού, το δε μυστήριον της ευδαιμονίας του κόσμου, είνε το μύρον, το οποίον κατά την νύκτα ταύτην αναπνέεις· είνε το χρώμα, τα οποίον καθηδύνει την όρασίν σου· είνε του ηλίου η ζωογόνος ακτίς· είνε του άστρου η χρυσή μαρμαρυγή, και οι μύχιοι παλμοί της αναδημιουργίας, ους, βυθισμένος εις τον βόρβορον της ζωής, δεν ακούεις πλέον· είνε τέλος του θείου έρωτος η φωνή, ήτις μάτην σε προκαλεί, απόκληρε της ευδαιμονίας, και μάτην εις το πρόσταγμά της αναπετάννυσιν ενώπιόν σου την χρυσήν πύλην της Ζωής!. .

Ύπαγε και ειπέ εις εκείνους, ότι εις μάτην θ' αγωνίζωνται· δεν είνε προωρισμένη η ασθενής χειρ των ίν' ανεγείρη τον μέγαν πέπλον, και ο άνθρωπος ν' απογυμνώση του μυστηρίου του ένα θεόν!. . .

***

Εάν κατορθώσης ν' ακούσης την φωνήν ταύτην, εάν δεν παρασυρθής από των ιδίων παθών σου τον χείμαρρον, ως κάρφος αχύρου, η Δ ι α θ ή κ η αύτη η Χ ρ υ σ ή θα σε φρουρήση πλειότερον, παρ' όσον τείχος σινικόν, και η αιγίς της Παλλάδος. . . . .

ΜΕΡΟΣ Β'.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ Η ΣΙΔΗΡΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΠΕΤΕΙΝΟΥ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

— Τοκ. . . τοκ. . . τοκ!. . .

Ήτο κτύπος, όστις αντήχησεν εις την κεκλεισμένην θύραν μου, κτύπος μυστηριώδης, όστις έφθασε πενθίμως μέχρι των ώτων μου· ήτον ήχος, μακρότερος από έν απλούν τ ο κ, και μυστηριωδέστερος ακόμη, όστις εύρεν ευθέως την οδόν της ψυχής μου, και κάτι αφύπνισεν εν αυτή, και κάτι διήγειρεν εν τω πνεύματί μου.

— Τοκ. . . τοκ. . . τοκ!. . .

Επανελήφθη και εκ δευτέρου.

Αναμφιβόλως ο κρούων, δεν έκρουε δι' ώτα ανθρώπου· έκρουε διά ν' ακουσθή από κάποιαν ψυχήν, ήτις ουδέποτε εις την ακοήν της απατάται, ήτις δεν έχει ανάγκην συλλαβών, λογικώς τοποθετημένων, ούτε ρυθμού, υπαγομένου εις κανόνας, όπως διεγερθή.

Και ήρκεσεν είς αόριστος ήχος, όστις διά τους άλλους δεν θα έλεγε τίποτε, ίνα λαλήση εις την ψυχήν μου πολλά.

Ναι, ον μυστηριώδες έκρουε την θύραν μου, το οποίον μου διήγειρεν άγνωστον φωνήν, το οποίον συνεκοινώνησε μετά του εν εμοί μυστηρίου ακαριαίως, και απέσυρεν από του πνεύματός μου του πεπερασμένου τον φραγμόν.

Και, χωρίς να γνωρίζω πώς και από πού, από της κεφαλής ή από του στήθους μου, φωνή, πρωτάκουστος δι' ανθρώπινα ώτα, απέτεινεν ερώτησιν εις τον άγνωστον της νυκτός επισκέπτην:

— Τις ει!

Κτύπος δεν ηκούσθη πλέον.

Φωνή κλαυθμηρά, συριγμός βραχνός, ως ο του συρίζοντος βορρά, όστις κατά την αυτήν ώραν εις το παράθυρόν μου εμαίνετο, απήντησεν εις την ερώτησίν μου, και ρίγος καθ' ολόκληρον το σώμα μου ησθάνθην, και αι τρίχες της κεφαλής μου ωρθώθησαν, και εις τας φλέβας μου εσταμάτησε παγωμένον το αίμα.

Οίμοι! δυστυχής τις έκρουε την θύραν σου, τον οποίον ο βορράς κατεδίωκε, και εμιμήθη τον στεναγμόν του διά ν' απατήση αυτόν.

Δυστυχής, τον οποίον έτυπτεν η παγωμένη βροχή, και έχυνεν ίσον ποσόν δακρύων, διά να θερμανθή με την θέρμην του άλγους του.

Δυστυχής, τον οποίον είς Θεός άγιος εγκατέλιπεν άνευ στέγης, και ήρχετο ίνα ζητήση αυτήν από ένα άνθρωπον αμαρτωλόν!. . .

— Περίμενε!

Ανετινάχθην εκ της κλίνης μου, ήτις μου εδαψίλευε την ευεργετικήν θαλπωρήν της.

Ήμην ο κύριος της θερμότητος εκείνης, και ουδείς ηδύνατο να μου αμφισβητήση αυτήν — πλην του θανάτου· ήτο ζωή τέλος, από την οποίαν ουδείς να με απομακρύνη ηδύνατο — πλην της κακίας των ανθρώπων.

Αλλ' είχον θερμανθή ίσως πολύ, και δύναμίς τις οικονομική, δύναμις εξ εκείνων, αίτινες επιβάλλουσιν αναπόφευκτον διανομήν των αγαθών της φύσεως εις τα όντα άπαντα, εξώθησε την ριγούσαν ύπαρξιν προ της θύρας της υπάρξεως της θερμαινομένης!. . .

— Είσελθε!

Και ήνοιξα την θύραν, ήτις αφήρεσεν από του θαλάμου μου αέρα θερμόν, και ορμητικά κύματα παγερού βορρά μου απέστειλε, παρασύραντα και κυλίσαντα προ των ποδών μου όγκον σπαίροντα και σφαδάζοντα, άμορφον όγκον, τον οποίον δεν ηδυνάμην να διακρίνω εν τη σκοτία της νυκτός.

Θα ήτο δυστυχές ον, αφού ωμίλησε προς την ψυχήν μου και την αφύπνισε· διότι προς την ψυχήν μόνον η δυστυχία, λαλεί.

Θα ήτο δυστυχές ον, το οποίον έζη και ως όγκος· ον, του οποίου η μορφή είχε καταστραφή, αλλ' η εντός αυτού ψυχή, τις οίδε, θα διετήρει πάντως μίαν μορφήν.

Τι προς εμέ η όψις του η άμορφος; τόσας είδον όψεις ευμόρφους και ευρύθμους, αλλ' εγκλειούσας ψυχήν άνευ ουδενός χαρακτήρος και ρυθμού.

Του ωκεανού του βίου θα ήτο ναυαγός, εξ εκείνων, οίτινες δεν εξωθούνται προς απορρώγας βράχους, αλλά προς τας θύρας των ανθρώπων· οίτινες δεν ωθούνται κατά του αμόρφου γρανίτου, αλλά κατά του καλλιμόρφου μαρμάρου· οίτινες δεν θραύουσι την κεφαλήν κατά βραχώδους και αλαξεύτου προεξοχής, δημιουργήματος του χρόνου και του κύματος, αλλά θραύουσιν αυτήν ασφαλέστερον κατά γωνίας μαρμαρίνης, δημιουργήματος της σμίλης, εφ' ης εκρούσθη επιμόνως της ματαιοδοξίας η σφύρα.

Είδον άνθρωπον ωθήσαντα σπαίρουσαν σάρκα διά του ποδός, διά να πεισθή εάν ζη, και ο πους του εδιπλασίασε τον σπαραγμόν της· και αντί να επαναδώση εις αυτήν την εκφεύγουσαν ζωήν, εξ ολοκλήρου την αφήρεσεν.

Είχε λησμονήση ο άνθρωπος, ότι αι χείρες επλάσθησαν διά ν' ανεγείρουν.

Και διά τούτο έτεινα τας δύο χείρας, και έλαβον μεταξύ των θερμών παλαμών μου το βαθμηδόν ψυχραινόμενον σώμα, και έφερον αυτό εις τον θάλαμον μου, και επί της κλίνης μου εναπέθηκα.

Ανήψα και το φως, και εφώτισα το ον το εσκοτισμένον.

Και τότε είδον ενώπιόν μου αγνώστου όψεως πλάσμα, το οποίον με εθεώρει δι' οφθαλμού δακρύοντος αίμα.

Και ήκουσα γλώσσαν πρωτάκουστον, ήτις μου ωμίλει διά στεναγμών.

Και έλεγε:

— Δεν με αναγνωρίζεις, ω Άνθρωπε; και όμως συ, προ παντός άλλου, να με αναγνωρίσης ώφειλες, διότι, εάν δεν αναγνώριζες σήμερον το χθεσινόν δημιούργημα των ιδίων χειρών σου πώς είχες την αξίωσιν να γνωρίζης τον κόσμον, τον οποίον άλλος εδημιούργησε;. . . τον κόσμον, όστις αυτός εαυτόν αγνοεί;. . . τον κόσμον τον απέραντον, του οποίου το άκρον ανεζήτησα και δεν ανεύρον· του οποίου το κέντρον ηρεύνησα και ουδέν κατώρθωσα να καθορίσω;. . .

Τι εγνώριζες, εξ όσων μου είπες, ή τι θα γνωρίσης εξ όσων θα σου είπω;

Συ πρώτος ωμίλησες, συ πρώτος εξεικόνισες τον κόσμον, και έθεσες εις την εικόνα του πλαίσιον. Ανόητε! το άπειρον επλαισίωσες και δεν ηννόησες την πλάνην σου. . . .

Πόσον άνω ανήλθες, και παρετήρησες τόσον κάτω;. . . Και με ποίας πτέρυγας ανήλθες, και κατέπεσες, ως ο Ίκαρος, ικανοποιημένος ότι ευρέθης υπό στέγην και εντός των τεσσάρων τοίχων, εις ους σ' επανευρίσκω μακαρίως κοιμώμενον;. . .

Εκπλήττεσαι και σιγάς;. . .

Σίγα λοιπόν και φέρε την χείρα εις τους οφθαλμούς σου τους τυφλούς, και όπλισε με αληθείς πτέρυγας την ψυχήν σου, και πέταξε πρώτον υψηλά, πολύ υψηλά, διά να θεωρήσης καλώς προς τα κάτω· και άφες, εάν δύνασαι, των οφθαλμών σου την αχλύν, ίνα καταπέση ως φθινοπωρινής πρωίας ομίχλη, όταν αι ακτίνες του ηλίου εξαποστέλλουσιν αυτήν ως σκιεράν θεραπείαν εις τα σκότη της νυκτός. . .,

Ενόμισες ότι εγνώρισες τον κόσμον και μου εδίδαξες την γνώσιν του!

Αλλοίμονον! δεν κατενόησες, ω Άνθρωπε, ότι είσαι φρουρός του ιδίου σου μυστηρίου, — φρουρός, αλλά και φρουρούμενος;. . .

Ακόμη δεν με ανεγνώρισες;

Αλλά δικαίως· δεν είμαι πλέον ο σφριγών ανόητος και άπειρος της χθες· είμαι ο συντετριμμένος σοφός και ανάπηρος της σήμερον. . .

Είχον πτέρυγας και εγώ, απαστράπτουσας εις τον ήλιον, είχον στέμμα, μαρτυρούν σφρίγος και ζωήν, την οποίαν απελάμβανον, χωρίς να την γνωρίζω· σήμερον την γνωρίζω, αλλά δεν την απολαμβάνω πλέον. . .

Οίμοι! είχον κεκλεισμένα τα όμματα εις την σοφίαν, και διά της αμαθείας μου έβλεπον τον κόσμον· σήμερον έχω ανοικτά εις την σοφίαν τα όμματα, αλλά τον κόσμον τον έχασα!. . .

Και ο λαλούν άμορφος όγκος εστέναξε βαθέως από της κλίνης μου, και εξηκολούθησε πνευστιών:

— Εάν εγνώριζον και συνηντώμην ποτέ μετά του θεού μου, θα υπέβαλλον εις αυτόν ερωτήσεις, προ των οποίων και αυτός έτι, αναπολόγητος θα έμενε· θα του εζήτουν την κλείδα του μυστηρίου του κόσμου, την οποίαν και ούτος έχει χάση πλέον, διότι το μυστήριον υπερεξεχείλισεν, αποκρύψαν αυτήν και από τους ιδίους οφθαλμούς του!. . .

Τι ήμην εγώ; πτωχόν και ασθενές πλάσμα, το οποίον εφαντάσθης να δημιουργήσης και εδημιούργησες· το οποίον εξαπέστειλες εις τον κόσμον, πάνοπλον ως την Αθηνάν, ίν' αντιπαραταχθή προς την Κακίαν, και συμμαχήση με την Αρετήν. . .

Άφρον! ιδού τ' αποτελέσματα της πείρας της ανθρωπίνης, ιδού τα άχρηστα ναυάγιά της, συρόμενα επί της κλίνης σου. Δεν με ανεγνώρισες ακόμη;

— Όχι.

— Δεν με συνήντησες ποτέ;

— Ποτέ.

— Περίεργον! και όμως συ είσαι εκείνος, όστις μου εγέμισες την ψυχήν με άφρονα εγωισμόν, και το αμαθές πνεύμα μου διά του φωτός της γνώσεως μου απετύφλωσες.

Συ, με εξαπέστειλες εις τον κόσμον, έρμαιον της ματαιοδοξίας μου, κούφην πομφόλυγα, ήτις, αντικατοπτρίζουσα λαμπρώς τας ακτίνας του ηλίου, απερροφήθη και απεσβέσθη υπ' αυτών των ιδίων!. . .

Και ενόμισα ότι τα πάντα πλέον εγνώριζον, και ότι τα πάντα ηδυνάμην από του μυστηρίου των να γυμνώσω. .

Και εισήλασα θριαμβευτικώς εις το μυστήριον διά της μεγάλης πύλης, και εις τα ερέβη του επλανήθην, αλλ' εξήλθον, ολισθήσας διά μαύρης οπής, από ακάνθας φρουρουμένης, αίτινες με κατεξέσχισαν, ω Διδάσκαλε!

Ναι· ενόμισα, ότι αι πτέρυγές σου ήσαν ικαναί, ίνα με οδηγήσωσι πανταχού· επίστευσα, ότι της φαντασίας μου η δύναμις εξήρκει, ίνα με οδηγήση διά πτερύγων ανέμων εις του κόσμου τα πέρατα, και να κατανοήσω, και να κατανικήσω, και να κατακτήσω.

Και έλαβον, ο μωρός, μίαν κλωστήν διά να βολιδοσκοπήσω το χάος· και ελαίου μίαν τρίχα προσφιλούς κεφαλής, διά να σύρω οπίσω μου τους ηλίους του στερεώματος· και έλαβον μίαν πλάστιγγα ξυλίνην, διά να ζυγίσω την ύλην, και έν κάτοπτρον, ίνα εγκατοπτρίσω εν αυτώ την ψυχήν των ανθρώπων.

Αλλ' απεκόπη η κλωστή, και εκυλίσθην εις το χάος· αλλ απεκόπη η θριξ, και ευρέθην αιωρημένος, ως αντάρτης τιτάν, από του απείρου· και διά της πλάστιγγος την μωρίαν μου μόνον εμέτρησα, εν δε τω κατόπτρω εθεώρησα φρίττων την ιδίαν μόνον μορφήν μου!

Ναυάγιον και άνω, και κάτω ναυάγιον.

Επίστευσα, ότι εξηπάτησα τον άνεμον και την τρικυμίαν, αλλ' ετιμωρήθην διά την ιδέαν μου αυστηρώς.

Υπέθεσα, ότι ενηγκαλίσθην τον ήλιον της γνώσεως και της αληθείας, αλλά κατεκάην πριν εις αυτόν προσεγγίσω.

Και η άγνοιά μου ηυξάνετο, εφ' όσον αι γνώσεις μου επλουτίζοντο, οι δε οφθαλμοί μου εκλείοντο, εφ' όσον τους ενόμιζον ανοιγομένους. Ηπόρουν, και η απορία μου εκορυφούτο, εφ' όσον ελύετο· εμάνθανον, και η αγνωσία επυκνούτο, εφ' όσον ενόμιζον ότι μανθάνω· ήμην τέλος σοφός, εφ' όσον ηγνόουν, και εφ' όσον επιστάμην, μωρός!. . .

Ω Διδάσκαλε! ιδού ο κόσμος σου! —

***

Και τέλος, ιδού εγώ, άνευ πτερύγων, άνευ στέμματος, με ένα πόδα ολιγώτερον, έκτρωμα και άμορφος όγκος.

Κρύψε με από της φύσεως τα όμματα· θα με ίδη και θα με αποκηρύξη.

Κρύψε με από του θεού το βλέμμα, διότι θα κεραυνοβολήση τον αντάρτην. . .

Σιωπάς;. .!

Με ανεγνώρισες τώρα και έκπληκτος θεωρείς το δημιούργημά σου το μωρόν, το οποίον ετάνυσε πτέρυγας και επέταξε προς τον κόσμον πλήρες ζωής, αλλ' επανήλθεν εξ αυτού συρόμενον, και γεμάτον από θάνατον και χλεύην!. .

Ιδού η Χ ρ υ σ ή Δ ι α θ ή κ η σου· την ρίπτω και πάλιν προ των ποδών σου.

Ο χρυσός της έκαμε και ήδη το θαύμα του, και ιδού ο κληρονόμος σου πώς κατήντησε.

Και τώρα, έλεος!

Οίκτον διά τον συντετριμμένων νικητήν!

Οβολόν εις τον Βελισσάριον!

Είμαι — ο Πετεινός σου!

ΑΙ ΔΥΟ Δ1ΑΘΗΚΑΙ

ΜΕΡΟΣ Β'. Η ΣΙΔΗΡΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΠΕΤΕΙΝΟΥ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ

Α'.

Πώς;

Τοιαύτη επάνοδος, κατόπιν αναχωρήσεως τοσούτον θριαμβευτικής;

Τόσον σκότος, κατόπιν τόσου φωτός;

Τόσον στενός ο ορίζων, ώστε η δύσις να συνορεύη με την ανατολήν και ο βορράς με τον νότον;

Δεν ήτον ασπίς εκείνη, δι' ης περιέβαλον του πτηνού την ψυχήν; δεν ήτο δόρυ εκείνο, με το οποίον ώπλισα το πνεύμα του;

Πού επέταξε; πού επλανήθη; ποίαν μεγάλην οδόν αφήκε και ποίαν ατραπόν ηκολούθησεν;

Αφού με πτέρυγας ανεχώρησε, πώς άνευ πτερύγων επανήλθε, και με ράμφος μόνον, αποστάζον το ίδιον αίμα του;

Μυστήριον.

Μυστήριον, του οποίου την λύσιν έπρεπε να ζητήσω από το ον εκείνο το άμορφον· άγνοια, την οποίαν έπρεπε να φωτίση έν σώμα, στερούμενον φωτός και οφθαλμών.

Την σκέψιν μου εμάντευσε· διότι η σκέψις μου και σκέψις ήτον ιδική του.

Και πάλιν η φωνή η βαθεία ηκούσθη εντός μου, και πάλιν αφήκεν ηχώ διά δονήσεων και παλμών:

— Σβέσε το φως, και του ωρολογίου δέσμευσε τους δείκτας.

Περί σκοτίας θα ομιλήσω, και τον αιώνα θα εικονίσω.

Όπλισε την ψυχήν σου με σίδηρον και χαλκόν.

θα διέλθη ενώπιόν σου θριαμβευτικώς η κακία.

Άφησε ελευθέρους των δακρύων σου τους καταρράκτας.

Έχει ανάγκην βαλσάμου και παρηγορίας η αρετή.

Απέραντον σου ανοίγω βίβλον, της οποίας εκάστη σελίς έν άπειρον είνε, της οποίας εκάστη έννοια είνε έν χάος.

Ατελεύτητον σου ανοίγω βιβλίον, — εις το οποίον την πρώτην λέξιν εχάραξεν ο θεός, τας ακολούθους χαράσσει ο άνθρωπος και την τελευταίαν ο διάβολος θα χαράξη!

Απέραντον θ' αναπετάσω εικόνα, εις την οποίαν έκαστος προσθέτει μίαν γραμμήν, και αφαιρεί προγενεστέραν.

Καλλιτέχνημα του θεού· τερατούργημα του ανθρώπου.

Όπου εξεικονίζετο άστρον, προστίθεται νέφος· και νέφος αποξέεται εκεί, ένθα εφαίνετο πίπτων ο κεραυνός.

Και ιδού κεραυνός αδικαιολογήτως κατερχόμενος, συνέχεια της μαρμαρυγής προστεθέντος αστέρος, κεραυνός, τον οποίον ουδείς νόμος του Αιωνίου δικαιολογεί, και η φύσις αποκηρύττει· του οποίου πηγή είνε του ουρανού το αζούριον, και τέρμα έν άκακον της φύσεως άνθος.

Δύο σημεία θαυμαστά και αγνά, το έν φωτοβολούν, το έτερον μυροβόλον, τα οποία συνδέει αναιτίως πυρίνη οδός.

Ω, τον αδέξιον ζωγράφον! Ποίαν θείαν εικόνα μετέβαλε και παρεμόρφωσε, και εις την σοφίαν του μεγάλου καλλιτέχνου αφήρεσε θείαν γραμμήν και ανθρωπίνην προσέθηκε!

β'.

Λοιπόν, άφες το μωρόν και ανόητον πτηνόν διά τελευταίαν φοράν να λαλήση.

Θα σύρη ενώπιον σου την Αλήθειαν, με την γυμνότητα ενδεδυμένην.

Αλλά διά ταύτης τι θα κερδίσης, ή τι θα μάθης, ή τι θα εννοήσης;

Ο κόπος είνε μεγαλείτερος του κέρδους.

Η γλώσσα κινουμένη ουδέν προσθέτει εις τον νουν, και ό,τι από το ους προστίθεται ποσάκις διά της γλώσσης δεν εχάθη.

Άνοιξε λοιπόν, πλειότερον από το στόμα σου, τα ώτα σου· αλλά και από τα δύο ταύτα άνοιξε πλειότερον τους οφθαλμούς σου.

Και συ ωμίλησες και σοφόν με κατέστησες, — όσον ήρκει δι' ένα πετεινόν.

Εάν καθίστας εμέ σοφόν, όσον δι' ένα άνθρωπον ήρκει, θα έβγαζα τα μάτια τα ιδικά σου, ω Διδάσκαλε, αλλά θα έσωζον τα ιδικά μου.

Και αν συ δεν έβλεπες, διά να θαυμάσης το έργον σου, θα έβλεπον εγώ διά να θαυμάσω το ιδικόν μου.

Τότε συ θα εγνώριζες την Σοφίαν από το σκότος της, και από το φως της εγώ.

~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~

Πού ήτον η Σοφία του ανθρώπου κεκρυμμένη;

Ουδαμού την συνήντησα.

Μίαν πάνοπλον Αθηνάν είδον μόνον, αναπηδώσαν εκ των κρανίων των ανθρώπων, αλλά κινδυνεύουσαν να τυφλώση τον κόσμον με το δόρυ της.

Και είπον προς αυτήν:

— Ευλογημένη! Σοφία είσαι συ η πάνοπλος, η σιδηρόφρακτος κατακτητής; Τι θέλει το δόρυ εις χείρας γυναικός; Αντί να εξέλθης, με κίνδυνον να τυφλώσης τον κόσμον, προτιμότερον δεν ήτο να έμενες ακόμη εντός του κρανίου και να έκλωθες την ρόκαν σου;

Εκλονίσθη η πεποίθησίς της και κατεβίβασε το δόρυ· αλλ' ήταν αργά.

Φάσμα πελώριου ενώπιον αυτής ανυψώθη και της αφήρεσε το έγχος, εστράφη δε προς εμέ και είπε:

— Τούτο θα κατέχω εγώ. Είνε του κόσμου η κλεις, η ανοίγουσα και την εμπροσθίαν και την οπισθίαν θύραν. Θα ήνοιγεν αύτη την πρώτην· εγώ θ' ανοίξω την δευτέραν. Πύλην του κόσμου θ' αναπετάσω, αδιάφορον ποίαν και πώς.

Και εχάθη και πάλιν ανεφάνη.

Διότι ήτο και σώμα και φάσμα· ήτο και σαρξ σφριγώσα, και σκιά, άνευ σώματος· και ύλη απαστράπτουσα, και ατμός πνιγηρός.

Συνεπτύσσετο, ως σκώληξ, και ανεπτύσσετο, ως αετός, μέχρι των άστρων.

Είχε δε οφθαλμούς γεμάτους από μαγγανίαν, και γλώσσαν αποστάζουσαν μέλι.

Ερωτώ:

— Ποία είσαι συ, ω σκιά παράδοξος, ήτις αφώπλισες την Σοφίαν, και με το δόρυ αυτής απειλείς να διαπεράσης τον ήλιον και να αιματώσης την γην;

Δεν απαντά· αλλ' εκτείνει δάκτυλον, φέροντα όνυχα μαύρον, και μου δεικνύει οδόν μακράν και ομαλήν, αλλ' οδόν χωρίς άκρον και τέρμα και σταθμόν αναψυχής, χανομένην εις του ορίζοντος τα βάθη.

— Προχώρει, λέγει. Η οδός μου ιδού. Αρχίζεις οδοιπορίαν από του κόσμου το άκρον, και εις το αυτό θα επανέλθης σημείον, Αλλ' ιδέ επί του εδάφους ίχνη βημάτων γιγαντώδη· δι' αυτών διήλθον οι Αιώνες και ηκολούθησεν ο είς τον άλλον. Βλέπεις, εκεί πλαγίως, ίχνη σωμάτων καταπεσόντων; Όσοι ηθέλησαν να παρεκλίνωσι συνετρίβησαν· αριστερά ο Σωκράτης, ο Ιησούς δεξιά.

Δεν με γνωρίζεις;

Η Κακία είμαι και η οδός μου ιδού.

Προχώρει!

Και το Φάντασμα εχάθη προς τα εμπρός, ταχέως διασχίζον το άπειρον της οδού βάθος, εγώ δε φέρομαι ακατασχέτως επί τα ίχνη αυτού, οδηγούμενος από αστέρα σκοτεινού, ρίπτοντα υπέρ την κεφαλήν μου παραδόξους ακτίνας, ώστε το σώμα μου να φαίνεται μαύρον και η σκιά μου λευκή.

~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~

Κρατώ ισχυρώς την Χρυσήν Διαθήκην, αλλ' ο αστήρ αντανακλάται, ως εν κατόπρω, και εις αυτόν στίλβοντα χρυσόν, εις έκαστον δε επί τα πρόσω βήμα μου, μάτην παλαίω προς τον άνεμον, αρπάζοντα ανά μίαν σελίδα.

Και ερωτώ αντιθέτως ερχόμενον διαβάτην:

— Πού βαίνω εγώ, και συ πού βαίνεις;

— Έρχομαι απ' εκεί, όπου συ μεταβαίνεις, και βαίνω εκεί, όπου θα φθάσης και συ, Κύκλος είνε η οδός μας, και πολλάκις θ' ανταλλάξωμεν χαιρετισμόν διαβάτου, εφ' όσον θα έχωμεν πόδας διά να βαστάζωσι τας κεφαλάς μας, και κεφαλάς διά να βαστάζωσιν οι πόδες μας· και εφ' όσον δεν αποπειραθώμεν να παρεκκλίνωμεν και ν' ακολουθήσωμεν ανάντεις οδούς, φρουρουμένας από φάραγγας, και από πτώματα γεμάτας.

Ερωτώ:

— Δεν τρομάζεις συ, ακολουθών την οδόν ταύτην;

— Κατ' αρχάς ετρόμαξα, αλλ' εις έκαστον επί τα πρόσω βήμα μου, ησθανόμην ότι προσετίθεντο εις τα νεύρα μου νέαι δυνάμεις. Άλλως τε, ποίος μου είπε να τρομάξω; Και εσκέφθην: οδός πεπατημένη κάπου οδηγεί. Λοιπόν εμπρός. Όμως ιδέ την ατραπόν εκείνην, την γεμάτην από αίματα· ακούεις κραυγάς; πρόσεξε μη απατηθής και πλησιάσης. Εκεί εκρημνίσθη μία μεγάλη Σφιγξ, η οποία αιωνίως ψυχορραγεί, αλλ' ουδέποτε αποθνήσκει. Μη δώσης ποτέ εις αυτήν χείρα βοηθείας· είνε αχάριστος ασθενής και κατατρώγει πρώτους τους ιατρούς της. Θα την κρατήσης σφικτά εν τη αγκάλη σου, εφ' όσον σιωπά. Όταν όμως της δώσης δύναμιν να κραυγάση, θα φύγης μίλια, θα διακόψης δε και την συγκοινωνίαν της οδού, διότι οι διαβάται δεν τολμούν προς τα εκεί να λοξεύσουν. Εγώ την εγνώρισα καλώς την Θεάν. Υπήρξα έμπορος των ειδώλων της· αλλά την εύρον αχάριστον εμπόρευμα και δι' όσους την επώλησαν, και δι' όσους την ηγόρασαν. Και τα είδωλά της έρριψα εις το άκρον της οδού ταύτης, βαδίζω δε, έντιμος δι' εμαυτόν χρεωκόπος, αλλά διά τους άλλους πάντας χρεωκόπος δόλιος.

— Πώς; δεν ευρίσκουν γλυκείαν οι άνθρωποι την Θεάν αυτήν, ω Διαβάτα;

— Πολύ γλυκείαν, εφ' όσον την θεωρούσι ψεύδος· μόλις όμως αποκαλυφθή, πολύ πικράν.

Είνε η μόνη θεότης την οποίαν οι άνθρωποι λησμονούσιν εφ' όσον υπάρχει, και λατρεύουσιν όταν χαθή· θεότης, ακατανοήτως ατυχής, εις τον βωμόν της οποίας οι ιερείς δεν σφαγιάζουσι κτήνη, αλλά τα κτήνη σφαγιάζουσιν ιερείς!

Και ο πρώην πωλητής των ειδώλων της Αληθείας παρήλθε γελών — αποσπάσας, χάριν αστειότητος, και ολίγα πτερά από την ουράν μου.

Και εκείνος είχε γίνη κακός.

γ'.

Σύνθημα τότε τρομερόν εδόθη, ω Διδάσκαλε, και η νυξ εβοήθησε την άρπαγα χείρα.

Γυνή τρυφερά πλησίον μου διέρχεται, στηριζομένη επί προστάτου βραχίονος νεαρού ανδρός.

Και λέγει κρύφα προς εκείνον:

— Κύτταξε αυτόν τον πετεινόν· τι ωραία πτερά που έχει! μάδησε του την ουράν· νύκτα είνε, κάνεις δεν θα σε ιδή.

Επλησίασε τότε ο Άνθρωπος σιγά-σιγά και με εμάδησεν ολόκληρον.

Υπέστην την ειμαρμένην μου άνευ κραυνής και στεναγμού.

Την επομένην, το ανδρόγυνον εξήλθεν εις περίπατον επί ωραίας αμάξης, σχήματος φαέθωνος, με ένα άνθρωπον όπισθεν, αντιθέτως προς του δρόμου την φοράν καθήμενον, η δε Γυνή έφερεν επί της κεφαλής και του λαιμού τα πτερά μου.

 — Περίεργον, εσκέφθην· ουδέποτε θα επίστευον, ότι τα οπίσθιά μου
είχον τόσον πολύτιμα πράγματα, διά κεφαλήν γυναικός.

Αλλ' ότε η Γυνή με είδε περιπατούντα και μαδημένον, φαίνεται δεν με ανεγνώρισε, διότι ήκουσα να λέγη προς τον συνοδόν της:

 — Καλέ, κύτταξε εκεί! τι ελεεινόν πράγμα που είνε, ένας πετεινός,
γυμνός σαν άνθρωπος!

Τότε είπον κατ' εμαυτόν:

— Φαίνεται, θα ήνε πολύ ωραίον πράγμα μία γυναίκα, ντυμένη σαν πετεινός!

Εν τούτοις ο φαέθων επροχώρησεν, ως αστραπή, απομακρύνων από το γυμνωθέν σώμα του γυμνού, το περιττόν ένδυμα του ενδεδυμένου, ενώ ο όπισθεν της αμάξης καθήμενος άνθρωπος με παρετήρει απομακρυνόμενος διά βλέμματος ηλιθίου.

Και ερωτώ διαβάτην:

— Άνθρωπε, εξήγησέ μου· τι σημαίνει άνθρωπος, να προχωρή προς τα εμπρός, και όμως να βλέπη προς τα οπίσω;

— Σημαίνει Δούλος.

Περίεργον! τολμηρός αυθέντης, να κρατή ένα υπηρέτην, εστραμμένον προς το παρελθόν του!

Και το παρελθόν του ήμην εγώ.

Είχε λησμονήση ο Άνθρωπος την ληστείαν της νυκτός.

Ναι, την είχε λησμονήση· και όμως τους καρπούς του εγκλήματος έφερεν η Γυνή επί της ιδίας κεφαλής της, — και την ιδέαν του εγκλήματος εντός αυτής.

Εμαδήθην και απέμεινα γυμνός.

Και όμως μόλις ολίγα βήματα είχον προχωρήση εις την Μεγάλην Οδόν.

Τουλάχιστον δεν εφοβούμην την γυμνότητα πλέον· συμφορά επελθούσα, κατέλυσε τον φόβον της.

Προχωρώ. —

~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~

Και βλέπω ανθρώπους διερχομένους πλησίον μου και θεωρούντας με διά βλέμματος γλυκυτάτου, και γεμάτου από συμπάθειαν.

Περίεργον! Όλοι άγγελοι, και όμως εβάδιζον τόσον κακήν οδόν.

Μόλις εσκέφθην ούτω, αισθάνομαι αίφνης πληγάς και πόνους εις τα νώτα, και στρέφομαι περιδεής προς τα οπίσω.

Τεραστία μεταμόρφωσις!

Όλοι ήσαν άγγελοι, εφ' όσον ήσαν ενώπιόν μου· όπισθεν μου εγίνοντο όλοι διάβολοι και με εκτύπων εκ των νώτων.

Το στήθος μου, Διδάσκαλε, ουδεμίαν πληγήν φέρει.

Αλλ' ερώτησε την ράχιν μου και θα σου είπη το διατί.

Όλοι προσέβαλλον εκ των νώτων· τούτο όμως δεν είνε σφάλμα του διαβόλου· είνε έλλειψις του θεού, όστις δεν προσέθηκεν οφθαλμούς και ώτα και εις τον αυχένα· θα ήτο πολύ διάφορος και του ανθρώπου η τύχη, και η όψις του κόσμου.

~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~

Τότε εστέναξα διά πρώτην φοράν, και ηρώτησα εμαυτόν:

— Πόσον ευτυχής ήμην χθες, και πόσον δυστυχής θα ήμαι αύριον;

Και ιδού η δυστυχεστέρα του βίου στιγμή:

Να μακαρίζης το παρελθόν, και να τρέμης δια το μέλλον.

~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~

Επείνασα τότε και εστάθην εις το άκρον της οδού· και διήλθεν άρχων, ακολουθούμενος από πληθύν οικετών.

— Φαίνεσαι ότι πεινάς, μου λέγει ο άρχων. Συ έχεις μικράν κοιλίαν, αλλ' εγώ δεν έχω μικρά νομίσματα δι' αυτήν· έχω μεγάλα. Τρώγεις άλλοτε.

Έκλινα την κεφαλήν ταπεινώς και είπον κατ' εμαυτόν: