— Ιδού η πενία του πλούτου.
Ο τελευταίος όμως των οικετών του, ώκτειρεν εμέ, έθεσε δε νόμισμα εις το ράμφος μου, και είπεν: — Εγώ έχω μικράν κοιλίαν· λάβε μικρόν νόμισμα διά σήμερον και αύριον — ο Θεός.
Εμειδίασα αδιοράτως, και είπον πάλιν κατ' εμαυτόν:
— Ιδού ο πλούτος της πενίας.
Αλλ' ο οικέτης είχε μείνη πολύ οπίσω εις την Οδόν, διότι οι άλλοι είχον κερδίση τον χρόνον των· δεν είχον ασχοληθή περί εμού, και επροχώρουν πολύ.
Και επέσπευσε το βήμα του διά να φθάση τους άλλους, αλλά λοξοδρομήσας, ωλίσθησεν εις το άκρον της Οδού και εκρημνίσθη.
Και δεν τον είδον ν' ανεγερθή πλέον.
~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~
Ο οβολός εκείνος παραζάλην μου έφερεν.
Εφ' όσον επείνων, δεν εσκεπτόμην τίποτε.
Αφού απέκτησα, εβασανιζόμην από την ιδέαν του τι θα φάγω.
Και εσκέφθην:
— Δεν είχον οβολόν, και δεν είχον ανάγκην. Ιδού είς οβολός, όστις δέκα ανάγκας μου γεννά. Εάν αποκτήσω δέκα οβολούς, θα μου γεννήσουν εκατόν ανάγκας· και οι εκατόν, θα μου γεννήσουν χιλίας. Τι λοιπόν θα απογίνω, εάν καταντήσω και εκατομμυριούχος; Βεβαίως δεν θα σκέπτωμαι τότε άλλο, ειμή πώς να μη αποθάνω από την πείναν!
δ'.
Τότε βλέπω Άνθρωπον, καθήμενον εις το μέσον της Οδού, και καταβροχθίζοντα απλήστως ατελείωτον τροφήν.
— Τρώγεις, τρώγεις, λέγω προς αυτόν· δεν βλέπω όμως και να
χορταίνης, αλλ' ούτε και να αισθάνεσαι εις τον στόμαχον βάρος.
Απαντά, χωρίς να διακόψη το έργον του:
— Είνε γλυκυτάτη η τροφή μου και δεν την εχόρτασε κανείς.
Την απάντησιν όμως ταύτην ήκουσεν όμιλος ανθρώπων εξ εκείνων, οίτινες κατέκειντο ψυχορραγούντες εις τα κατηραμένα άκρα της Οδού.
Και εκραύγασαν όλοι ομού, ημιεγειρόμενοι επί κατεσκληκότος αγκώνος, όστις μόλις τους συνεκράτει:
— Πρόσεξε! αυτός ξεκοκκαλίζει καρπόν κλοπής.
Και ηκούσθη προσέτι δαιμονιώδης ηχώ πέριξ, επαναλαμβάνουσα:
— Είνε άτιμος!. . . . είνε άτιμος!. . . .
Τότε παράδοξον φαινόμενον ενώπιόν μου προέκυψεν.
Ο Άνθρωπος αισθάνεται αμέσως στομαχικήν επανάστασιν, αρχίζει δε να εξαιμή την τόσον γλυκείαν και τόσον χωνευτικήν τροφήν.
Ερωτώ και εγώ:
— Τι άρά γε συμβαίνει, δυστυχή! έτρωγες δηλητήριον λοιπόν και δεν το
ηννόεις;
Ιδού και πάλιν τον ακούω να βάλλη κραυγάς ισχυράς και να αισθάνεται πόνους φρικώδεις.
Και ν' αποθάνη επερίμενα, ότε αίφνης μ' ερωτά:
— Έπεσαν εκείνοι πάλιν;
— Ναι, δεν ακούονται πλέον. Τι συνέβη; διατί ησθάνθης πόνους; ή
διατί δεν απέθανες;
— Διατί ν' αποθάνω, αφού πάλιν κανείς δεν γνωρίζει τι τρώγω; Να,
φάγε και συ και μη λέγης όσα ήκουσες.
Έλαβον την δοθείσαν μερίδα και εδοκίμασα να την γευθώ, αλλ' απέπττυσα αυτήν αμέσως.
— Είνε πικρά, λέγω, και οξυνή.
— Δίκαιον έχεις, απαντά. Σου την έδωκα εγώ. Πλησίασε τώρα κρυφίως και άρπασέ την μόνος όπισθέν μου. Εγώ δεν θα σε ιδώ.
Πλησιάζω κρυφίως, προτείνω το ράμφος, και τρώγω κλέπτων.
Ήτον η ιδία τροφή, και όμως ήτο τόσον γλυκεία, και τόσον χωνευτική!
Τότε ηννόησα την φυσιολογίαν του ανθρωπίνου του στομάχου.
Εχώνευεν ανενοχλήτως δηλητήριον, και ότε του είπον: — «Τρώγεις δηλητήριον», τότε ησθάνθη τας αλγηδόνας.
Ο Άνθρωπος εκείνος, Διδάσκαλε, εάν κατέπινε και πραγματικόν δηλητήριον, θα το εχώνευε χωρίς ουδεμίαν ενόχλησιν.
Αρκεί να το είχε κλέψη.
Και αρκεί να μη του έλεγε κανείς:
— Άτιμε! το έκλεψες!
Β’.
Τετέλεσται!
Ήτο καιρός να συρθώ και πάλιν προς τον ορνιθώνα, και πάλιν να θρηνήσω την πλάνην μου.
Ήτο καιρός ν' αποφύγω το επίμονον φως του μαύρου αστέρος, όστις εδέσποζεν εις τον στενόν ορίζοντά μου, και καθίστα μαύρον τα σώμα μου και την σκιάν μου λευκήν.
Και εστράφην έντρομος προς τα οπίσω, αναζητών οδόν φυγής, ότε ιδού και πάλιν το παράδοξον Φάσμα ορθούται ενώπιόν μου υπερήψηλον.
Και ακούω λαλιάν, από μυστήριον γεμάτην:
— Πού φεύγεις, πριν ακόμη ακούσης και πριν ίδης; Ελθέ μετ' εμού. Ο ορνιθών θα ήνε πολύ στενός διά την αμάθειαν σου· μάθε πολλά, και θα γίνη ευρύς διά την σοφίαν σου. Ακόλουθοι τα βήματά μου και ουδέποτε θα κουρασθής. Έν άπειρον θα εγκλείσω εις τους οφθαλμούς σου, και έν ακόμη άπειρον εις τα ώτα σου. Και όμως ουδ' αυτά θα σε βοηθήσουν, διά να περιβάλης το χάος της ανθρωπίνης ψυχής. Εν τούτοις ακολούθει με. Ίσως ίδης, και ίσως ακούσης.
Η μαγγανεία του βλέμματος και της φωνής η γλυκύτατης, με κατέστησαν του Φάσματος δούλον.
Η δε γλώσσα μου, της θελήσεώς μου εκφυγούσα, απήντησεν:
— Εμπρός λοιπόν, σε ακολουθώ, Δαίμων σκότιε, όστις κατέκτησες και εξευτέλισες το φως.
Και ιδού αμέσως ενώπιόν μου παράδοξος αγορά, ω Διδάσκαλε.
Πλήθος ανθρώπων αγοράζει και πωλεί· πλούσιοι και πένητες εις τας διόδους συνωθούνται.
Τότε το Φάσμα μου λέγει:
— Βλέπεις τους πωλούντας;
— Ναι.
— Είνε πάντοτε οι πλούσιοι. Βλέπεις και τους αγοράζοντας;
— Ναι.
— Είνε πάντοτε οι πτωχοί.
~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~
Και θεωρώ άνθρωπον, κρατούντα πήχυν ελαστικόν, και μετρούντα τους διαβάτας.
— Τι μετρεί αυτός; ερωτώ.
— Μετρεί την ηθικήν των άλλων με την ιδικήν του. Αλλ' ο πήχυς είνε ελαστικός, όταν δε βλέπη ηθικήν ανωτέραν της ιδικής του, εντείνει τα μέτρον και την αποδεικνύει ελλειπή. Ουδείς εσώθη από το μέτρον του, και όλοι του έμειναν χρεώσται!
Έντρομος ητοιμάσθην να φύγω, ότε ρακένδυτος διαβάτης τείνει την χείρα ενώπιόν μου και λέγει:
— Έλεος, ω πτηνόν ξένον και αδιάφορον· συ, το οποίον δεν είσαι άνθρωπος, βεβαίως δεν θα μου αρνηθής τον οβολόν σου. Δος εις εμέ ολίγην ευτυχίαν.
— Πώς; όλος ο κόσμος εδώ είνε ευτυχής· πού είνε η ιδική σου ευτυχία;
— Την εδάνεισα βαθμηδόν ολόκληρον, αλλ' άνευ συναλλαγματικής, και μου αρνούνται τώρα αυτήν και ως χρέος, και ως ελεημοσύνην.
Ερωτώ τότε τα Φάσμα:
— Πώς θα ηδυνάμην να γίνω ευτυχής, εάν το επεθύμουν;
— Εφ' όσον έχεις τους όνυχας στερεούς, η ευκαιρία ουδέποτε θα σου λείψη.
— Περίεργον! Τι είνε λοιπόν ευτυχία και τι είνε δυστυχία;
— Καταστάσεις, εις τας οποίας συνήθως ευρίσκονται, όσοι δεν τας αξίζουν. Τώρα θα ίδης και θα πεισθής.
β'.
Και το Φάσμα διά μιας κινήσεως της ατμώδους χειρός του, απεκάλυψεν ενώπιόν μου δένδρον ξηρόν, παρά την ρίζαν του οποίου ευρίσκετο σωρεία χρυσού, εφ' ου έπιπτεν επιμόνως η σκιά του δένδρου.
Επί της κορυφής του δένδρου παράδοξος γυνή, τραγέλαφος τερατώδης, με κεφαλήν φέρουσαν μυρία στόματα, εσάλπιζε διά μυρίων σαλπίγγων.
Ούτε οφθαλμούς δε, ούτε ώτα είχε.
Στόματα μόνον, στόματα, και πάλιν στόματα, διά των οποίων μυριάκις επαναλάμβανεν:
— Ο Ζακχαίος ανήλθεν εις την συκομωρέαν!
Λέγω προς το Φάσμα:
— Ουδέποτε θα επίστευον, ότι ο Θεός ετόλμησέ ποτε να δημιουργήση τοιούτον τέρας. Περί τίνος Ζακχαίου ομιλεί;
— Αύτη είνε η Φήμη των ανθρώπων, την οποίαν κάποιος θεός εδημιούργησεν εν ώρα μέθης. Βλέπεις το δένδρον εκείνο; είνε αυτή η συκομωρέα, εφ' ης ανήλθεν ο Ζακχαίος διά να ίδη τον Ιησούν. Ήτο τελώνης ο Ζακχαίος και πλούσιος, είπε δε προσέτι εις τον Ιησούν το θαυμάσιον: — «Κύριε, ιδού· τα ημίση των υπαρχόντων μου δίδωμι τοις πτωχοίς, και εί τινος εσυκοφάντησα, αποδίδωμι τετραπλούν». Ιδού ο χρυσός, τον οποίον έδωκε, λησμονημένος εις την ρίζαν του δένδρου· δεν ελησμονήθη όμως και παρεδόθη από γενεάς εις γενεάν, ότι ανήλθεν εις μίαν συκομωρέαν! Τυχηρός άνθρωπος· εάν ανήρχετο εις κυπάρισσον ή εις πορτοκαλέαν, τις οίδεν εάν η Φήμη θα εσάλπιζε και εκ της κορυφής αυτών. Από την συκομωρέαν εκείνην επέτυχε δύο θαυμάσια· είδε τον Ιησούν, και τον είδεν όλος ο κόσμος!
Δεν το επίστευσα, μολονότι αι φωναί των σαλπίγγων κατεξέσχιζον τα ώτα μου και απαύστως επαναλάμβανον:
— Ο Ζακχαίος ανήλθεν εις την συκομωρέαν!
Αλλά το Φάσμα προσέθηκε, δαιμονίως καγχάζον:
— Τώρα θα εννοήσης και θα πιστεύσης. Λάλησε ισχυρώς!
Και ελάλησα ισχυρώς.
Με ανεβίβασε κατόπιν εις ύψος, και είπε:
— Λάλησε και ασθενώς τώρα.
Και ελάλησα ασθενώς.
Τότε ηννόησα. —
Ελάλησα ισχυρώς από πολύ χαμηλά, και δεν με ήκουσε κανείς· όλοι με περιεφρόνησαν.
Ελάλησα και ασθενώς από πολύ υψηλά, και με ήκουσαν όλοι· τότε τους περιεφρόνησα εγώ.
Ναι· ο Δαίμων είχε δίκαιον.
Λέγω τότε κατ' εμαυτόν:
— Και είνε τάχα μηδέν η Αξία;
Το Φάσμα ενόησε την σκέψιν μου και απήντησε:
— Βλέπεις εκεί σάκκους ορθίους και υψηλούς, φαινομένους από τόσον μακράν; Πλησίον αυτών και επί του εδάφους ευρίσκονται άλλοι σάκκοι κενοί, και ερριμένοι κάτω. Μόλις τους διακρίνεις εκείνους. Και όμως οι δεύτεροι είνε από πολύτιμον ύφασμα κατεσκευασμένοι, και οι πρώτοι από καραβόπανον. Μη πλησιάσης τους πρώτους, διότι είνε γεμάτοι από κόπρον και βρωμούν αλλ' ούτε τους δεύτερους πριν τους γεμίσης.
— Δεν υπάρχει λοιπόν πραγματικόν ε π ά ν ω εν τη κοινωνία;
Ο Δαίμων ανεκάγχασε και έδειξεν αλλαχού παράδοξον εικόνα, εν τη οποία το ε π ά ν ω ήτο συγκεχυμένον με το κ ά τ ω·
Και τότε είδον ανθρώπους, ανερχομένους πολύ άνω, ενώ ταυτοχρόνως εμάνθανον να πίπτουν και πολύ κάτω.
Και είδον την τύχην να ελκύη τον αιθέρα κάτω, εις τον βόρβορον, και τον βόρβορον επάνω εις τον αιθέρα.
Έκπληκτος ερωτώ:
— Λοιπόν, ποίαν σχέσιν έχει η τύχη με την κεφαλήν;
Εγέλασεν ο Δαίμων και είπεν:
— Όταν έχης τύχην, την κεφαλήν τι την θέλεις; Καλή κεφαλή και κακή τύχη, — κακή κεφαλή· κακή κεφαλή και καλή τύχη, — κεφαλή καλή.
γ'.
Ποίος κυκεών διευθύνσεων!
Και σύγχισις θέσεων, και λέξεων, και εννοιών!
Και προσωπεία ψευδή από χάρτην, αμιλλώμενα εις το ψεύδος με πρόσωπα από σάρκα και δέρμα.
Απόκρεω διαρκής, καταλύουσα και αυτήν την ευωχίαν δι' ανθρωπίνης σαρκός.
Ανάμικτα δάκρυα και καγχασμοί· μορφασμοί και μειδιάματα· όργια και προσευχαί.
Είδον τον ουρανόν θεράποντα του νικητού, και τύραννον διά τον ηττημένον.
Είδον την Αλήθειαν ψυχορραγούσαν και στενάζουσαν, χωρίς ουδείς να τείνη χείρα προς αυτήν βοηθείας.
Μου είχες είπη, Διδάσκαλε, ότι ο Νεύτων από έν σάπιον μήλον, ανεκάλυψε τον παγκόσμιον νόμον.
Φαίνεται όμως, ότι μόνον τα σάπια μήλα είχον την ιδιότητα να έλκουν την αλήθειαν.
Διότι τα σάπια λεμόνια λ. χ. είδον να καταδιώκουν την αλήθειαν, όπου έτυχε να την συναντήσουν.
Εν τούτοις και η μηλέα και η λεμονέα ευρίσκοντο εις τον αυτόν κήπον, και πλησιέστατα αλλήλων.
Περίεργον! και όμως τα τέκνα των ευρέθησαν εις τόσην απ' αλλήλων απόστασιν!
~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~
Και πάλιν το Φάσμα ελάλησε·
— Απ' εδώ αρχίζει ο αγών, και ιδού το πρώτον της Οδού μου σημείον.
Βλέπεις το άγαλμα εκείνο, το ευρισκόμενον επάνω εις τον υψηλόν οβελίσκον;
— Όχι· δεν βλέπω τίποτε· βλέπω τον οβελίσκον, αλλά το βλέμμα μου
μέχρι της κορυφής του δεν φθάνει.
— Εκεί ευρίσκεται τοποθετημένη η Τιμή των ανθρώπων· ο οβελίσκος είνε κτισμένος από λόγια και θεωρίας· έκαστος δε διερχόμενος, προσθέτει ανά μίαν θεωρίαν εις την βάσιν αυτού, και η κορυφή διαρκώς υψούται.
Και διέρχονται οι άνθρωποι κάτωθεν, και βλέπουν προς τα άνω ιλιγγιώντες, και παρέρχονται λέγοντες:
— Αυτή είνε η Τιμή: ω! πολύ υψηλά· ποίος τάχα θα ημπορέση να την φθάση; Ας προσθέσω κ' εγώ ένα λίθον, και ας εξακολουθήσω τον δρόμον μου.
Και ο στυλοβάτης ανυψούτο απαύστως, το δε άγαλμα εχάνετο βαθμηδόν εις τα νέφη.
Τούτο ελέγετο διά τον κόσμον Τιμή.
~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~
Και όμως πάντες περί αυτής ωμίλουν.
Και έλεγον:
Τούτο είνε τ ι μ ή· τούτο είνε υ π ό λ η ψ ι ς.
Αλλά και πάλιν, θεέ μου! ποίος κυκεών!
Εάν με ηρώτας τι πραγματικώς είνε το έν, και τι το άλλο, θα σου απήντων, ω Διδάσκαλε:
— Τιμή: ιδέα, μη προερχομένη πάντοτε από υπόληψιν· υπόληψις: ιδέα,
μη προερχομένη πάντοτε από τιμήν.
~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~
Λέγει τότε το Φάσμα:
— Δεν πιστεύεις εις ό,τι βλέπεις;
Απαντώ:
— Υπάρχουσιν αλήθειαι τρομεραί, τας οποίας θα προετίμα κανείς να μη
ήκουεν.
— Όχι· πρέπει να πιστεύσης διά του ιδίου εαυτού σου. Και με σύρει
διά του βλέμματος πλησίον κιβωτίου κεκλεισμένου
— Τι είνε εδώ;, ερωτώ.
— Ο αιώνιος δεσμώτης, όστις, μόλις φαίνεται εις το φως του ηλίου, φυλακίζεται αμέσως. Αυτός διαπράττει τα μεγαλείτερα κακά· αλλ' είνε εκ των κακούργων, οι οποίοι εγκληματούσιν εφ' όσον ευρίσκονται εν τη φυλακή· εάν μίαν ημέραν αφίνετο ελεύθερος εις την οδόν, θα έχανεν όλην την δύναμίν του, και ούτε τα παιδία θα καταδέχοντο να τον μεταχειρισθώσιν ως παίγνιόν των. Είνε τέλος μέταλλον πολύτιμον, φρουρούμενον από τα ευτελέστερα· χρυσός, φυλαττόμενος από σίδηρον και από τ ε ν ε κ έ δ ε ς.
Και το Φάσμα ήνοιξε βραδέως του κιβωτίου το πώμα κάτωθεν δε αυτού απήστραψαν νομίσματα χρυσά.
— Κλέψε τώρα εξ αυτών, λέγει, εκατόν δραχμάς.
Έκλεψα εκατόν δραχμάς· αλλά μόλις απεμακρύνθην, ήκουσα φωνάς όπισθεν μου να λέγουν:
— Ο άτιμος. . . ο άτιμος!. . .
Απέρριψα έντρομος το κλαπέν ποσόν.
Το Φάσμα εγέλασε και επανέλαβε:
— Πλησίασε πάλιν, και κλέψε εκατόν χιλιάδας δραχμών. Επλησίασα και
έκλεψα αναιδώς χιλιάδας εκατόν.
Και πάλιν ήκουσα τας φωνάς όπισθέν μου, αλλά την φοράν ταύτην έψαλλον εν μουσική συμφωνία:
— Ο μ ε γ ά τ ι μ ο ς!. . . ο μ ε γ ά τ ι μ ο ς!. . .
— Ακούεις; λέγει το Φάσμα.
— Ναι, ακούω καλώς· τώρα με υμνούσι βεβαίως.
— Και όμως δεν ακούεις όσον νομίζεις, ούτε βλέπεις όσα θεωρείς. Λάβε πάλιν το άπειρον εις το όμμα και το άπειρον εις το ους και προχώρει. Αλλά κρύψε πρώτον τον θησαυρόν σου, και κατόπιν επίδειξέ τον.
Έκρυψα τον θησαυρόν μου, και κατόπιν τον επέδειξα
Ποίον τεράστιον ψεύδος
Ότε εφαινόμην πτωχός, μ' εχαιρέτων από πολύ μακράν, και έλεγον από πολύ πλησίον:
— Α, τον κακομοίρην!
Ότε εφαινόμην πλούσιος, μ' εχαιρέτων από πολύ πλησίον, και έλεγον από πολύ μακράν:
— Α, τον άτιμον!
Και ήσαν οι ίδιοι εκείνοι, οι οποίοι προ στιγμής με εξύμνουν.
Και ήμην ο ίδιος και εγώ!
δ'.
— Αλλά τότε πού ευρίσκομαι; ποίους ευρίσκω; και το βιβλίον, όπερ εις χείρας μου κρατώ, και εις έκαστον βήμα μου από μίαν σελίδα του χάνω, διά ποίους εγράφη;
— Άφες με, λέγω, ω δαιμόνιον Φάσμα, να ονειρευθώ ολίγον.
Θέλω εκείνο, το οποίον εφαντάσθην, να ίδω· όχι τούτο, εις το οποίον κυλύομαι και σύρομαι.
Δος μου και πάλιν τας παλαιάς πτέρυγάς μου, ή καν δος μου του ονείρου τας απατηλάς πτέρυγας, ίνα πετάξω υψηλά, εις της Ιδέας τον κόσμον.
Ω, πόσον ωραία είνε τα όνειρα!
Κατασκευάζεις, ως Θεός, όπως θέλεις τον κόσμον· τα πράγματα, όπως τα εννοείς· τα όντα, όπως σε εννοούν.
Άφες, ω Δαίμων, να ονειρευθώ.
Διότι το όνειρον διαρκεί πλειότερον από την πραγματικότητα, και είνε γλυκύ, διότι και αυτό είνε ψεύδος.
Ψεύδος και εκείνο, το οποίον θα φαντασθώ· ψεύδος και τούτο, το οποίον βλέπω
Ας απολαύσω λοιπόν το ψεύδος, το οποίον θ' αγαπήσω πλειότερον.
Τι θα ζημιωθή ο κόσμος, από έν ψεύδος επί πλέον;
Αφαίρεσε λοιπόν το άπειρον από τα ώτα μου, και το πνεύμα μου περιέβαλε διά τούτου.
Και άφες, ω Δαίμων, να ονειρευθώ.
~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~
Καγχασμός τραχύς εις την ακοήν μου αντήχησε, φωνή δε, άγνωστος ήδη και αυστηρά, ηκούσθη:
— Ποίος ζητεί να ονειρευθή; ποίος ζητεί να πλάση κόσμον όπως θέλει,
εδώ, όπου ο κόσμος όπως θέλει πλάττει;
Τρομερά ήτον η φωνή και εστράφην προς το μέρος, ένθα ηκούσθη.
Τέρας παράδοξον ενώπιόν μου διήρχετο, με εριννύος κεφαλήν, φέρουσαν όφεις αντί κόμης, και με σώμα υποζυγίου.
Άνθρωποι ισχνοί και λιπόσαρκοι, με τρίχας ηνωρθωμένας, και με βλέμματα άγρια και εστραμμένα κατά της ιδίας ψυχής των, προηγούντο κλαίοντες.
Και άνθρωποι παχείς και ευδαίμονες, με γαστέρας προκλητικώς προτεταμένας, ηκολούθουν γελώντες.
Ελάχιστοι οι προηγούμενοι· μύριοι οι επόμενοι.
Ερωτώ το Φάσμα:
— Ποίον είνε τούτο, το παράδοξον τέρας, το οποίον τόσον ολίγους τύπτει έμπροσθεν αυτού, και τόσον πολλοί το τύπτουν όπισθεν;
Απαντά:
— Είνε η Συνείδησης· τέρας διφυές· εριννύς και υποζύγιον· τους ολίγους τύπτει, οι πολλοί — την τύπτουν και αυτήν!
Σκέπτομαι τότε και λέγω:
— Ποίος λοιπόν εκ τούτων όλων έπραξαν το Καθήκον των;
Και το Δαιμόνιον απαντά:
— Ανόητε! ούτε οι μεν, ούτε οι δε· εάν οι τυπτόμενοι το εξετέλουν,
δεν θα ετύπτοντο· εάν το εξετέλουν οι τύπτοντες, δεν θα έτυπτον.
— Αλλά το καθήκον είνε συνθήκη μεταξύ Θεού και Ανθρώπου. Κώδηξ,
αρχόμενος από το Ζενίθ, και τελειώνων εις το Ναδίρ.
Λέγει πάλιν το Φάσμα:
— Ιδού ο Κώδηξ σου.
Και είδον, ω Διδάσκαλε, ανθρώπους, κρατούντας βιβλίον από κ α ο υ τ σ ο ύ κ.
Και οι μεν ετραβούσαν αυτό, και το έκαμνον όσον ήθελον μεγάλον· οι δε επίεζον, και το έκαμνον όσον ήθελον μικρόν.
Ο μέγας Κώδηξ ήτο ζήτημα ορέξεως και ισχύος νεύρων.
~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~
Περίεργος ηκολούθησα τους ανθρώπους εκείνους εις την Μεγάλην Οδόν.
Και είδον τον Κώδηκα συστελλόμενον, και εκείνους τασσομένους εκατέρωθεν εις στίχους, έκαστος δε απεσπάτο εκ του αριστερού, διήρχετο ενώπιον των άλλων, και προσετίθετο εις το δεξιόν.
Ο αποσπώμενος διήρχετο σκυθρωπός, εν ώ οι λοιποί εκάγχαζον· και ότε ίστατο, εκάγχαζε και εκείνος διά τον νεωστί διερχόμενον.
Ερωτά το Φάσμα:
— Εννοείς τι συμβαίνει εδώ;
— Όχι· βλέπω, αλλά δεν εννοώ.
— Οι ιστάμενοι κρίνουσι τον διερχόμενον· έκαστος ούτω κρίνει όλους τους άλλους· τον εαυτόν του όμως ποτέ· δεν του μένει πλέον καιρός.
Και ο Κώδηξ διαρκώς συνεστέλλετο.
~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~
Αλλ' ιδού, βλέπω και διαστελλόμενον αυτόν, και δύο τιτάνας, αναπηδώντας εκ του τεραστίου του όγκου.
Ο είς ήτο σκότιος, ο δ' έτερος φωτεινός· ο είς εμάχετο με εγχειρίδιον, και ο έτερος με πέλεκυν· αμφότεροι δε εκυλίοντο εις δάκρυα και εις αίμα.
— Ιδού τιτάνες, ωπλισμένοι και οι δυο· ο είς κτυπά εν τω σκότει, και φρίττοντος του κόσμου, ο δε έτερος υπό το φως του ηλίου, και του κόσμου χειροκροτούντος.
Και ανέγνωσα εις το μέτωπον του ενός: — ΕΓΚΛΗΜΑ.
Και εις το μέτωπον του έτερου: — ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ.
Αμφότεροι αι λέξεις ήσαν γεγραμμέναι με αρκετόν ιδεώδες και με αρκετόν αίμα.
Τότε είπον κατ' εμαυτόν:
— Αίμα: κάποιον έγκλημα του ανθρώπου· — ιδεώδες: κάποιον έγκλημα του
Θεού
~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~
Λέγει ακόμη το Φάσμα:
— Είδες ποτέ άνθρωπον κρεμασμένον;
— Όχι· τι σημαίνει κρεμασμένος άνθρωπος;
— Έν ευτελές τεμάχιον σχοινιού επαναστατεί κατά της έλξεως της ύλης, ήτις φονεύει ασυνειδήτως έν τέκνον της, έλκουσα αυτό φιλοστόργως εις την αγκάλην της. Ιδέ λοιπόν ο άνθρωπος· καθιστά και τον παγκόσμιον νόμον, όστις είνε σοφός, όργανον και εκτελεστήν του ιδικού του, όστις είνε γελοίος.
Και βλέπω τότε ενώπιόν μου δύο ανθρώπους, εις τερατώδη ασχολουμένους εργασίαν.
Ο εις εκρέμα τον άλλον!
Λέγω προς τον Δήμιον:
— Άνθρωπε! διατί κρεμάς ούτω τον όμοιόν σου; Έχει και αυτός δύο πόδας, διά να βαστάζωσι του σώματός του το βάρος όπως και συ· και λαιμόν έχει ελεύθερον, διά τον αέρα. Με ποίον τάχα δικαίωμα μεταβάλλεις συ την φύσιν του άλλου, και μεταθέτεις το βάρος του σώματος εις τον λαιμόν, αφίνεις δε εις τον αέρα τους πόδας: Ποίαν σχέσιν έχει με τους πόδας ο αήρ, όταν ο λαιμός δεν έχει τοιαύτην; Διατί δε δεν εκτελείς πρώτον το πείραμα τούτο επί του ιδίου σου ατόμου, διά να πεισθής περί της ορθότητος αυτού;
Στρέφεται ο Δήμιος και απαντά:
— Υπάρχει πολιτεία, τιμωρούσα τους κακούς· και αυτός είνε κακός· έκλεψε διά να φάγη.
Ερωτώ τον κρεμασμένον:
— Ποίος είπεν εις σε να μη κλέψης;
Και ο κρεμασμένος απαντά:
— Ο Νόμος, όστις μόνον διά να περιορίση την φύσιν εγράφη. Είς άνθρωπος εσκέφθη να φρουρήση του χρυσού του τα πλεόνασμα, διά να ικανοποιήση ανοήτους εμπνεύσεις· και ο παρευθείς νόμος εγράφη. Πρέπει όμως να γνωρίζης, ω Διαβάτα, ότι ο χρυσός είνε τοσούτος, ώστε ν' αρκή, όπως όλοι οι άνθρωποι τρέφωνται επαρκώς δι' αυτού· ήτοι τοσούτος, ώστε να μη υπάρχη διά κανένα. Αλλ' η διαρπαγή εγένετο κακή, και επλεόνασεν εδώ, και έλειψεν εκεί· ο δε λεγόμενος νομοθέτης εσκέφθη, ουχί πώς να διανείμη εξ ίσου, αλλά πώς να περιφρουρήση το πλεόνασμα, — διότι το αρκούν και φυσικόν δεν έχει ανάγκην φρουρού· αφ' εαυτού φρουρείται. Και εθέσπισε νόμον τρομερόν, διά του οποίου η υπερβολή τιμωρεί την έλλειψιν, και ο κόρος την πείναν και ανύψωσεν αγχόνην, ήτις μεταθέτει εις τον λαιμόν ολόκληρον τα βάρος του σώματος εκείνου, όπερ ετράφη και εβάρυνε διά τροφής ατυχούς, κλαπείσης δις· κλαπείσης από τας χείρας ενός κλέπτου, όστις την είχε κλέψη από την φύσιν — δηλαδή από τον Θεόν. Ο δε κλέπτης του Θεού δεν τιμωρείται· τιμωρείται μόνον ο κλέπτης του ανθρώπου — και ιδού εγώ κρεμασμένος. Αλλ' έστω· είμαι τουλάχιστον χορτάτος, και ευχαριστημένος, ότι θ' αποδώσω εις την φύσιν εκ νέου εκείνο, όπερ είχε δι' εμέ προορίση, αλλά της το είχε κλέψη ο κατήγορός μου!
Λέγει τότε το Φάσμα:
— Ιδού λοιπόν δύο άνθρωποι, χορτάτοι και οι δύο, εκ των οποίων ο είς φονεύει τον άλλον. Ο είς φονεύεται, διότι ετράφη με το πλεόνασμα του πλουσίου· ο έτερος φονεύει, τρεφόμενος δια του αίματος ενός πτωχού.
Έντρομος τότε κράζω προς το Φάσμα:
— Φύγωμεν! φύγωμεν! Να κλέψης ολίγον χρήμα ενός πλουσίου, είνε έγκλημα· να κλέψης ολόκληρον την ζωήν ενός πτωχού, είνε Νόμος· Φύγωμεν! φύγωμεν!. . .
Γ'.
Ό,τι είδον ήτο τρομερόν.
Οι πόδες μου, βεβαρυμέναι από τον κάματον, μού σημειώνουν: οπίσω.
Αλλ' η ψυχή μου, βεβαρυμένη και εκείνη, μού σημειώνει: εμπρός.
Λέγει το Φάσμα.
— Τίποτε δεν είδες ακόμη και εκουράσθης, ανόητον πλάσμα. Ο κόσμος δεν έγινε διά σε· αλλ' εκείνοι, διά τους οποίους δεν έγινε, είνε οι ευτυχέστεροι.
Και προσθέτει μειδιών:
— Εις τον κήπον τώρα, εις τον κήπον!
Περίβολος μέγας εξετάθη ενώπιόν μου, με αναπεπταμένην την πύλην του.
Παράδοξος πύλη!
Οι εισερχόμενοι έκυπτον και περίφοβοι εισήρχοντο.
Οι εξερχόμενοι είχον το σώμα όρθιον και το μέτωπον υψηλά.
Ερωτώ:
— Πρέπει να κύψω και εγώ διά να εισέλθω;
— Όχι· συ δεν θα φυτεύσης τίποτε εις τον κήπον. Προφύλαξε μόνον τους
πόδας σου.
— Πώς; μήπως εδώ κατοικούυ οι άγριοι, οι οποίοι θα μου φάγουν τους
πόδας;
— Μη φοβείσαι από τους αγρίους· δεν θα σου αφήσουν πόδας οι ήμεροι, διά να φθάσης μέχρις αυτών και μη φοβηθής τον μορφασμόν του διαβόλου, διότι δεν θα τον ίδης ποτέ· θα σε καταφάγη διά του μειδιάματος ασφαλέστερον. Αλλ' ελθέ υπό την σκιάν μου και τίποτε δεν θα πάθης.
Και όντως επλησίασα προς το Φάσμα, και με την σκιάν του περιεβλήθην.
Και ησθάνθην σιδηράς τας κνήμας μου, και την ψυχήν μου χαλυβδίνην.
~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~
Άνθρωποι εκράτουν εις τας χείρας των κλάδον δένδρου αγνώστου, ο είς δε έλεγεν εις τον άλλον:
— Φύτευσε συ.
— Όχι συ φύτευσε.
Και ουδείς ετόλμα να φυτεύση.
Λέγουν τότε όλοι προς εμέ, προσφέροντες έκαστος τον κλάδον του.
— Καλώς ώρισες, ξένε. Ιδού κλάδος, φύτευσε συ.
Ερωτώ το Φάσμα:
— Τι σημαίνει η προσφορά των; Να φυτεύσω λοιπόν;
Μου απαντά:
— Φύτευσε· δεν σημαίνει· εγώ σε βοηθώ.
Τότε έλαβον ένα κλάδον και τον εφύτευσα· έβαλε δε ρίζας ακαριαίως και εις δένδρον γιγάντιον ανεπτύχθη, με γλυκυτάτους καρπούς.
Κραυγή χαράς διεύφυγεν από όλα τα στήθη, πάντες δε έλαβον ράβδους, και ραβδίσαντες τους κλάδους του δένδρου, εγεύθησαν τους καρπούς του απλήστως.
Ερωτώ:
— Τι δένδρον είνε τούτο, το οποίον καρποφορεί μετά τοσαύτης ταχύτητος;
Και το Φάσμα απαντά:
— Το ιδικόν μου είνε· το δένδρον του Κακού.
Παράδοξου δένδρον, ω Διδάσκαλε!
Ουδείς τολμά να το φυτεύση, και όμως πάντες ευαρέστως τους καρπούς του δρέπουσιν, όταν άπαξ φυτευθή.
Και το Δαιμόνιου προσθέτει ακόμη:
— Είδες τους καρπούς, αλλά δεν είδες τας ρίζας του δένδρου, πόσον
παραδόξως λιπαίνουσι το έδαφος.
Και έδειξε προς εμέ Γεωργόν, όστις έσπειρε με την μίαν χείρα, και με τας δύο ταυτοχρόνως εθέριζε.
— Ναι, λέγω· γόνιμον το έδαφος πρέπει να καθιστά αυτό το δένδρον.
Και λέγω προς τον Γεωργόν:
— Άνθρωπε, τυχηρέ και ευτυχή· σπείρεις βλέπω ολίγα, αλλά θερίζεις πολλά.
Ο Γεωργός εκράτησε το δρέπανον και το άροτρόν του, και απήντησε.
— Ιδού δέκα κόκκοι εκ της σποράς μου· σπείρε και συ.
Και έλαβον τους δέκα κόκκους, και τους έσπειρα, αμέσως δε εφύτρωσαν ένδεκα φυτά, των οποίων αι κορυφαί εστράφησαν κατ' εμού, ως μαστίγια, και ανηλεώς μου κατερράβδισαν τα νώτα.
Τότε ο Γεωργός απομακρύνθη κλαίων, το δε Φάσμα λέγει προς εμέ:
— Ανόητε! δεν ηννόησες τι έσπειρες; έσπειρες δέκα ευεργεσίας και εφύτρωσαν ένδεκα αχαριστίαι· η δε ενδεκάτη ήτον εκείνη, ήτις και σε ερράβδισεν ισχυρότερον!
β'.
Λέγω τότε και εγώ:
— Είδον του δένδρου τους καρπούς, ησθάνθην και τας ρίζας αυτού και ηννόησα. Αλλά ποία είνε τα άνθη εκείνα, τα οποία αποπνέουν τόσον γλυκείαν και μεθυστικήν ευωδίαν, βαλσαμώνουσαν τον αέρα του κήπου;
— Πλησίασε και θα εννοήσης.
Επλησίασα έν άνθος, και όμως δεν ηννόησα.
Λέγει το Φάσμα:
— Λάβε όρασιν οξείαν, ως του αετού, και ιδέ διά μέσου των πετάλων.
Και ενεφανίσθη τότε ενώπιόν μου πρόσωπον γνωστόν, το οποίον μου επροξένησε ρίγος.
Ήτον η Γυνή, ήτις είχε μαδήση τα πτερά μου!
Ηθέλησα να φύγω έντρομος, αλλά το Φάσμα με συνεκράτησε και είπε:
— Δεν είνε εκείνη, την οποίαν νομίζεις· αλλά δεν σημαίνει· και αυτή το ίδιον είνε. Η γυνή είνε παντού γυνή· πολλάκις μάλιστα και κάτι πλέον· ολιγώτερον όμως ουδέποτε. Περιβάλλω την ψυχήν σου διά σιδήρου, ώστε να δυνηθής να πλησιάσης, και το πνεύμα σου διά πανουργίας, ώστε να δυνηθής ν' απομακρυνθής.
Ιδού εγώ, Διδάσκαλε, ερωτών τότε:
— Ω άνθος θαυμάσιον! ειπέ μου· βλέπεις τον ουρανόν και τον ήλιον και τα άστρα;
Και το άνθος απεκρίθη αφελώς:
— Δεν τα βλέπω.
Λέγει τότε το Φάσμα:
— Ήκουσες; και αυτά ακόμη τα ηρνήθη· εν τούτοις με αυτά προσποιείται ότι ζη.
Τότε είδον στρατιάν ερώτων, διευθυνομένην προς του άνθους τα πέταλα.
Επλησίασεν ο πρώτος και το άνθος ηρυθρίασε, είδον δε διά των πετάλων αυτού να ρεύση θαλερόν δάκρυ.
Και είδον να παρέρχεται ο πρώτος και να διέρχεται ο δεύτερος.
Και ο τρίτος κατόπιν, και ολόκληρος η στρατιά.
Αλλά δεν είδον πλέον ούτε ερύθυμα, ούτε δάκρυ.
Προσήγγισε και ο τελευταίος.
Το άνθος ηρυθρίασεν εκ νέου και προσεπάθει να συγκρατήση αυτόν.
Και έρως να συγκρατηθή προσεπάθει.
Αλλ' απεσπάσθη και έφυγε, αφήσας μόνον έν δάκρυ επί των ερυθρών του άνθους πετάλων, το οποίον παρέσυρε το ερύθημα και εκυλίσθη μετ' αυτού εις την γην.
Πλησιάζω και λαμβάνω το πρώτον δάκρυ, και λαμβάνω και το έσχατον.
Με το πρώτον δάκρυ είχε κλαύση η γυνή τον έρωτα, και με το έσχατον έκλαυσεν ο έρως την γυναίκα!
Ουδεμία διαφορά, ειμή μόνον εις το χρώμα!
~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~
Ιδού τότε πλησίον μου ανήρ, φαινόμενος δυστυχής.
Λέγω προς αυτόν.
— Πλησίον τοιούτου ανθώνος ευρίσκεσαι, ω Άνθρωπε, και δυστυχής είσαι; Δεν εκλέγεις έν άνθος εξ αυτών, διά να σε μεθύσκη το μύρον του και το χρώμα του να σε τέρπη;
— Αυτό έπραξα και την έπαθα, και το άνθος μου απήλθεν. Εννοείς; την γυναικά μου έχασα, ω Διαβάτα.
Και ο δυστυχής εκόπτετο και ωδύρετο.
— Πώς; λέγω. Δεν εμνηστεύθης πριν νυμφευθής, και δεν διέγνωσες τι άνθος εξέλεγες;
Ερρίφθη επί λίθου, και απήντησε μειδιών πικρώς:
— Ω, ήτο πλάσμα θαυμάσιον τότε· ρόδα είχε εις την κεφαλήν και ρόδα εις το πρόσωπον· τόξα ήσαν αι οφρείς, και τα βλέμματα βέλη.
— Και μετά τον γάμον;
— Αλλοίμον! το ανθοκομείον εχρεωκόπησε και διελύθη· το δε οπλοστάσιον ήλλαξε θέσιν· τα τόξα εις την γλώσσαν ετοποθετήθησαν, τα δε βέλη εις τους όνυχας!
Και έκλαιε, και έκλαιε.
~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~
Ανοίγω την Διαθήκην την Χρυσήν και λέγω προς τον δυστυχή:
— Το βιβλίον τούτο θα σε εφρούρει από την συμφοράν. Ο Διδάσκαλος θα σε εδίδασκε ν' αφαιρέσης και ολίγα πτερά από το καπελλίνον της συζύγου σου και εις την ψυχήν της να τα προσθέσης. Έπραξες τούτο;
— Έπραξα και τούτου κάτι πλέον· αφήρεσα όλα του καπελλίνου τα πτερά, κατέστρεψα δε μάλιστα και το καπελλίνον· αφού δε μετέβαλον την ψυχήν της εις έν θαυμάσιον πτηνόν, έπεσα και εκοιμήθην ήσυχος.
Και ο άνθρωπος προσέθηκε κλαίων:
— Οίμοι! την πρωίαν όμως, ότε αφυπνίσθην, εις μάτην το πτηνόν μου ανεζήτησα· τα πτερά το είχον βοηθήση εις το να πετάξη ταχύτερον, — και επέταξε μάλιστα και άνευ καπελλίνου!. . .
~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~
Λέγω τότε προς το Φάσμα:
— Λοιπόν, δείξε μου γυναίκα σοφήν, και άνδρα μωρόν.
Κινεί και πάλιν την ατμώδη του χείρα, και ιδού ανήρ ηλίθιος, εγγύς γυναικός σοφωτάτης
Λέγει δε προς εμέ:
— Ιδού τα δύο άκρα συναντημένα· η γυνή θαυμάζεται παρά πάντων, ο δε ανήρ περιφρονείται· εις την λαλιάν ταύτης αποκαλύπτονται, και εις την λαλιάν εκείνου γελούν. Η γραφή αυτής εκτελεί το γύρον του κόσμου· και η γραφή τούτου εξευτελίζει τον χάρτην. Αλλά τώρα θα ίδης.
Και βλέπω αίφνης τον άνδρα και την γυναίκα να πίπτουν κάτω, ως νεκροί, το δε Φάσμα ν' ανοίγη τα κρανία αμφοτέρων, και ν' ανταλλάσση τους εγκεφάλους.
Και εις της γυναικός το κρανίον, θέτει τον εγκέφαλον του ανδρός· εις δε το κρανίον του ανδρός, της γυναικός τον εγκέφαλον.
Τα πάντα ετελείωσαν, και οι δύο αναίσθητοι ηγέρθησαν και εξεκίνησαν.
Και τότε βλέπω τον άνδρα να παρατηρή τους διαβάτας διά βλέματος παραδόξου· ευρίσκει έν άπνουν πτηνόν, διέπει άνθη του αγρού, και τοποθετεί αυτά εις τον πίλον του τον ανδρικόν.
Τον βλέπω ακόμη ν' ανασύρη την περισκελίδα του, διαβαίνων ενώπιόν μου, και να επιδεικνύη την κνήμην του την αηδή, την οποίαν εθεώρει ως ωραίαν, και αξίαν ίνα επιδειχθή.
Βλέπω δε την γυναίκα, αφαιρούσαν τα άνθη του καπελλίνου, απορρίπτουσαν τα κοσμήματα εις την οδόν, και καταβιβάζουσαν το φόρεμα μέχρι του άκρου των ποδών της.
Και βλέπω τους χλευάζοντας τέως τον άνδρα, προς το φρενοκομείου να το σύρουν τώρα.
Βλέπω δε ακόμη τους θαυμάζοντας την γυναίκα, να την θαυμάζουυ πλειότερον.
Και όμως εκείνος είχεν ήδη πνεύμα σοφόν, εκείνη δε είχε πνεύμα μωρόν.
Λέγει τότε το δαιμόνιον Φάσμα:
— Ακολούθει τούτους μετ' εμού.
Και ακολουθούμεν τον άνδρα, προς το Φρενοκομείον συρόμενον, την δε γυναίκα ελευθέραν, αλλ' ηλιθίως προς τα εκεί φερομένην·
Και ανοίγεται τότε του Φρενοκομείου η πύλη, λέγει δε ο θυρωρός προς τον άνδρα:
— Είσελθε.
Ωθώ και εγώ προς αυτόν την ηλιθίαν γυναίκα και λέγω:
— Κράτησε και αυτήν έχει βεβλαμμένον τον νουν· δεν το βλέπεις;
Λέγει τότε ο θυρωρός προς εμέ:
— Αι γυναίκες εδώ αναλογούσι προς τους άνδρας είκοσιν επί εκατόν·
Ηξεύρεις διατί παρατηρείται η δυσαναλογία αυτή;
— Όχι· περίεργος είμαι να το μάθω.
— Διότι δεν υπάρχει χώρος, διά να κλεισθούν όλαι.
Και έκλεισεν ο θυρωρός την θύραν κατά προσώπου της γυναικός της τρελλής.
γ'.
Ερωτώ τον εαυτόν μου:
— Αλλά λοιπόν τι είναι τρέλλα;
Απαντά η Σκιά:
— Δεν είνε νόσος του περιεχομένου της κεφαλής, αλλά του περιέχοντος αυτήν. Άφρονες κεφαλαί, περιβεβλημένοι διά στέμματος, εθεωρήθησαν σοφαί· κεφαλαί σοφαί, κεκαλυμμέναι διά καλύμματος ευτελούς, εθεωρήθησαν άφρονες. Εις το φρενοκομείον τούτο θα εύρης και παραφροσύνην χλευαζομένην, η οποία εν τούτοις είνε είδος λογικής· αλλ' εις το φρενοκομείον εκείνο, — τον Κόσμον — θα εύρης και λογικήν θριαμβεύουσαν, προ της οποίας και αυτή η παραφροσύνη θα ιλιγγία. Ιδέ τους παρερχομένους ανθρώπους.
Και βλέπω ενώπιόν μου ανθρώπους, διερχομένους πλησίον αλλήλων, οίτινες αντήλλασσον χαιρετισμούς, εξάγοντες δήθεν τα καπέλλα, οι μεν προς τους δε.
Κατά γενικήν δε συνθήκην, το παλαιότερον καπέλλον εκινείτο πρώτον και εχαιρέτα το καινουργέστερον.
Αδιάφορον αν οι φέροντες ταύτα είχον αντίθετον των καπέλλων ηλικίαν.
Εσκέφθην:
— Περίεργον! εδώ ευρίσκω καπέλλων κοινωνίαν, και ουχί ανθρώπων. Αλλά φαίνεται, ότι μεταξύ του γένους των καπέλλων είνε πολύ περιφρονημένον το γήρας!
Αίφνης αισθάνομαι τιναγμόν και ρίπτομαι εντός περιφραγμένου οικοπέδου, ένθα βλέπω ενώπιόν μου Καπέλλον, στενάζον υπό την βροχήν και τον ήλιον.
Το ερωτώ:
— Πώς ευρέθης συ εδώ, καπέλλον χωρίς κεφάλι;
— Δικαίως ερωτάς, ω Διαβάτα· είσαι το πρώτον ον, εις το οποίον εκμυστηρεύομαι τον πόνον μου. Υπήρξα και εγώ νέον, ο δε άνθρωπός μου είχε στηρίξει επί εμέ ολόκληρον την αξίαν του· τούτο όμως δεν το ηννόουν εγώ, διότι ενύκτωνε και εξημέρωνε, αυτός δε ήτο πάντοτε ο ίδιος· δεν έβλεπον να προστίθεται τίποτε επί πλέον εις το κεφάλι του, το οποίον εκάλυπτον μετά τοσαύτης προσοχής. Φαίνεται όμως, ότι ο άνθρωπός μου είχε δίκαιον διότι όσον ο χρόνος παρήρχετο και έχανον το χρώμα μου, παρετήρουν ότι τα άλλα καπέλλα, τα οποία μ' εχαιρέτων καθ' οδόν, ήρχιζαν να ελαττώνουν του σεβασμού των τας ενδείξεις· μίαν ημέραν δε ο κύριος μου έχασε την υπομονήν, και είπε προς εμέ με θυμόν: — Πήγαινε να χαθής πλέον! δεν σε χαιρετά τώρα κανείς και δεν μου χρειάζεσαι.
Μετ' ολίγην ώραν ευρέθην εδώ.
Και το καπέλλον εξηκολούθησεν:
— Ιδού, ω Διαβάτα, η μαύρη ιστορία μου, — ή μάλλον η ξεθωριασμένη ιστορία μου, διότι η ιστορία των καπέλλων είνε εντελώς αντίθετος από την ιστορίαν των ανθρώπων· όσω πλειότερον μαύρη είνε, τόσω και ευτυχεστέρα.
Και το δυστυχές Καπέλλον συνεπλήρωσε την λευκήν ιστορίαν του δι' ενός στεναγμού.
Έφυγα και εγώ, Διδάσκαλε, περίλυπος εκ της διηγήσεως εκείνης, και λέγων προς το Φάσμα:
— Ηννόησα καλώς τώρα· ένα καπέλλον χωρίς κεφάλι είνε αληθώς άχρηστον πράγμα· φαίνεται όμως, ότι είνε αχρηστότερον πράγμα διά τους ανθρώπους, ένα κεφάλι χωρίς καπέλλον!
Ιδού διατί, συναντώνται μεν οι άνθρωποι, αλλά χαιρετώνται πρώτα τα καπέλλα.
Λέγει το Φάσμα:
— Μη εκπλήττεσαι· διότι ολίγα έως τώρα είδες, αλλ' εκ των ολίγων τούτων θα κρίνης πολλά, εάν έχης νουν εις την κεφαλήν του. Και το όλον είνε μηδέν, όταν δεν βλέπης αυτό· και το μέρος είνε πολύ, όταν γνωρίζης πώς να το ίδης.
Και προσθέτει, μεταφέρον με αλλαχού:
— Θα βλέπης όλα τα προβλήματα λυόμενα προ των οφθαλμών σου, μέχρις ότου και οι οφθαλμοί σου τυφλωθούν από της αποκαλύψεώς των το φως. Αλλά το πρόβλημα τούτο, ουδ' εγώ ηδυνήθην να λύσω.
Και εκτείναν τον δάχτυλον, έδειξε προς εμέ το Φάσμα παράδοξον εικόνα.
Γυνή θαυμαστή, του κάλλους της οποίας η ανταύγεια αμιλλάται προς τας ακτίνας πολυτίμων λίθων και χρυσού, κατέρχεται ταχέως οπισθίαν κλίμακα μεγάρου πολυτελούς.
Παρατηρεί δεξιά και αριστερά, — με τον ένα οφθαλμού προδίδοντα φόβον, και με τον άλλον προδίδοντα θράσος — και προχωρούσα εισέρχεται εις στρατώνα, ένθα προ στιγμής στρατιώται αποδειπνήσαντες, αφήκαν του φαγητού των τα αγγεία επί ακαθάρτου τραπέζης.
— Ιδέ τι κάμνει εκεί, λέγει το Φάσμα.
Ω! ό,τι είδον, Διδάσκαλε, ήτο τρομερόν και άμα αηδές, και υπεχώρησα φρίττων.
— Αυτή η γυνή, λέγω, βουλιμιά· πρέπει να ήνε νηστική προ καιρού.
Απαντά το Φάσμα γελών:
— Όχι· προ μιας μόλις στιγμής περιεφρόνησε πλήρες πινάκιον βασιλικής τραπέζης, διά να γλύψη με όρεξιν την καραβάναν του τελευταίου φρουρού!