WeRead Powered by ReaderPub
Αι δύο διαθήκαι cover

Αι δύο διαθήκαι

Chapter 7: Γ'.
Open in WeRead

About This Book

Συλλογή δοκιμίων, στοχασμών και αποφθεγμάτων που συνδυάζει σατυρικό ύφος με ηθικοφιλόσοφες παρατηρήσεις. Μέσω προλόγων, επιστολών και σύντομων συμβουλών —με έντονο λογοπλαστικό παιχνίδι στη μορφή της απευθύνσεως προς ένα πετεινό— αναπτύσσονται σκέψεις για τη γνώση, την ευτυχία, τον έρωτα, το γήρας, την τιμή και τον πλούτο. Το ύφος μεταβάλλεται από στοχαστικό σε αποφθεγματικό και κριτικό, χρησιμοποιώντας χιούμορ και υπερβολή για να απογυμνώσει κοινωνικές και προσωπικές ψευδαισθήσεις. Το σύνολο καλλιεργεί πνευματική αυτογνωσία και αμφισβήτηση των κυρίαρχων αντιλήψεων.

149

Οι μάρτυρες της ιδέας είνε κατά το μάλλον και ήττον ισότιμοι· αδιάφορον ποία υπήρξεν η ιδέα των και ποία η επί της ανθρωπότητος επιρροή της.

150

Όταν ίδης σύζυγον, ανησυχούντα διά την πίστιν της γυναικός του, λάλησε εις το ους του: — Ηλίθιε! θέλεις να κοιμάσαι ήσυχος; αφαίρεσε ολίγα πτερά από το καπελλίνον της συζύγου σου, και πρόσθεσε τα εις την ψυχήν της.

151

Ούτε ο ήλιος τυφλώνει ταχύτερον τους οφθαλμούς σου, από την λάμψιν, την οποίαν διαβλέπεις εις τον εαυτόν σου.

152

Τα έθνη δεν φονεύονται, ούτε διά της πείνης, ούτε διά των χρεωκοπιών, ούτε διά της ήττης· φονεύονται διά της ιδέας.

153

Είνε παράδοξος ο έρως, πολύ παράδοξος κατάστασις· μεταφέρει τον άνθρωπον ακαριαίως εκ της περιωπής του αγγέλου εις την του θηρίου· κάλλιον ειπείν, συγχέει τας δύο ταύτας ιδιότητας εις βαθμόν ακατανόητον και επικίνδυνον· προξενεί λύπην και χαίρει· ενίοτε προξενών χαράν, ευρίσκει ηδονήν μη συμμεριζόμενος αυτήν· πολλάκις δημιουργεί μόνος την δυστυχίαν, και άλλοτε κενώει την κύλικα της ευδαιμονίας μέχρι πυθμένος, μόνον και μόνον, όπως αναζητήση εν αυτή την μυστηριώδη κόκον της δυστυχίας. Είνε είς περιπλανώμενος παράφρων, όστις ουδέν άλλο ζητεί, ή την εξόντωσιν εαυτού διά παντός μέσου, και ούτινος η γη της επαγγελίας είνε συνήθως το πλησιέστερον νεκροταφείον.

154

Πιστεύεται, ότι διά του οίνου λησμονεί ο άνθρωπος τας συμφοράς του. Έσο βέβαιος ότι εάν ο οίνος έλειπεν από τον κόσμον, ουδέποτε ο άνθρωπος θα είχεν ανάγκην αυτού, διά να λησμονήση τας συμφοράς του.

155

Το μέγα ονόμαζε μέγα, και το μικρόν ονόμαζε μικρόν· μη επιχειρήσης όμως να τα περιγράψης, διότι θα σμικρύνης το πολύ μέγα, και θα μεγαλώσης το πολύ μικρόν.

156

Η αυτοκτονία δεν είναι αποτέλεσμα δειλίας και απελπισίας· είνε το θάρρος των δειλών, και η ελπίς των απηλπισμένων.

157

Ο ανήρ φαινομενικώς είνε ο σύζυγος της γυναικός· κυρίως είνε το υ π ο σ υ ζ ύ γ ι ον της.

158

Το κάλλος υπήρξε πάντοτε η ασφαλεστέρα παγίς του ανθρωπίνου πνεύματος, ταυτοχρόνως δε και το ταχύτερον όχημα, όπερ έσυρεν αυτό διά δρόμου καταπληκτικού επί της οδού της προόδου.

159

Το κακόν είνε μία άβυσσος απύθμενος, εις τα χείλη της οποίας φύονται τα μεθυστικότερα και περικαλλέστερα άνθη.

160

Καλλονή άνευ πνεύματος, θέλγει διαβαίνουσα· πνεύμα άνευ καλλονής, θέλγει παραμένον.

161

Σοφός εβραίος παραβάλλει τον οίνον προς τον φίλον, υποστηρίζων ότι ο παλαιότερος είνε και ο καλήτερος. Δεν προσέθηκεν όμως, ότι οι παλαιότεροι φίλοι γίνονται και οι ασπονδότεροι εχθροί μας, όπως ο παλαιότερος οίνος μεταβάλλεται εις το δριμύτερον όξος, όταν ο διάβολος αποφασίση να βουτήση την ουράν του εις το βαρέλιον του οινοπώλου

162

Από της αναγνωρίσεως μιας αληθείας, μέχρι της επικρατήσεως αυτής, εμεσολάβησε πάντοτε χάος, όπερ, ουχί σπανίως, επληρώθη διά πτωμάτων.

163

Μη εμπιστεύεσαι εις όλα τα τελείως δικαιολογημένα πράγματα· συμβαίνει και το δίκαιον να μη ήνε πάντοτε τελείως δικαιολογημένον, και το δικαιολογημένον να μη ήνε τελείως δίκαιον.

164

Όταν ακούης τοκογλύφον, τρέμε· ουδεμία πληγή δύναται να συγκριθή προς αυτόν. Αι επτά πληγαί της Αιγύπτου, κατέστρεψαν τα επ' αυτής, αλλ' αφήκαν την Αίγυπτον. Ο Θεός ελησμόνησε τον τοκογλύφον· ούτος θα κατέτρωγε και αυτήν την Αίγυπτον, και θα κατέπινε τον Νείλον διά να την χωνεύση.

165

Η αληθής σοφία παρουσιάζει τόσον παραδόξους ιδιοτροπίας, ώστε αναγκάζεσαι να πιστεύης ότι, άνευ αυτών, ουδέν δικαίωμα θα είχεν επί του τίτλου της.

166

Η αφροσύνη ως αδυναμία, είνέ τι οικτρόν· αλλ' η αφροσύνη ως δύναμις, είνε πράγμα τρομερόν.

167

Έσο μεγαλόψυχυς και μη απελπίζεσαι ποτέ· διά τας μεγάλας ψυχάς υπάρχει πανταχού στάδιον αναγνωρίσεως και νίκης.

168

Και από τον σίδηρον και από τον μόλυβδον ακόμη, ο χρυσός επήνεγκε τας ασφαλεστέρας και ταχυτέρας καταστροφάς επί της γης.

169

Μη λαβάνης υπ' όψιν σου τους εραστάς· έχουσι πολύ μαραδόξους ιδέας· εάν ηδύναντο να πλάσωσι τον κόσμον εκ δευτέρου, θα έπλαττον αντί ανθρώπου μίαν γιγάντιον καρδίαν, και άνωθεν αυτής θα προσεκόλλων μιαν κεφαλήν, έχουσαν μόνον οφθαλμούς διά να βλέπη, και χείλη διά να φιλή.

170

Το κακόν δεν έχει απόλυτον βάρος· ζυγίζεται διά της χειρός του διαπράξαντος αυτό.

171

Όταν ο Θεός κλείη τους οφθαλμούς, ο Διάβολος ανοίγει τους ιδικούς του. Τούτο είνε βεβαιωμένον· αμφίβολον μόνον είνε το ζήτημα της προτεραιότητος· κοιμάται ο Θεός, διότι γνωρίζει ότι θα αγρυπνήση ο Διάβολος, ή βλέπει ο Διάβολος, διότι κοιμάται ο Θεός; θα μου επιτραπή να πιστεύσω εις το πρώτον.

172

Όταν ίδης άνδρα, αποφασίζοντα να π ρ ο σ θ έ σ η εις την πλευράν του το ελλείπον μέρος της, πείσθητι ότι συνέλαβε την χειρίστην έννοιαν της π ρ ο σ θ έ σ ε ω ς.

173

Δεν υπάρχει υψηλότερον αίσθημα από την μετάνοιαν και την συγγνώμην· τελείται μία μεταμόρφωσις εν τη ψυχή ένθεος, την οποίαν εν τη φύσει συμβολίζει η μεταμόρφωσις της κάμπης εις χρυσαλίδα, ήτις, αναλαμβάνουσα αιθερίας πτέρυγας, σπεύδει και καταφιλεί ικέτις το άνθος, του οποίου το φύλλον είχε καταφάγη, η δε χρυσαλίς της σήμερον ζητεί συγγνώμην διά τον σκώληκα της χθες.

174

Αγωνίζου, κοπίαζε, μαρτύρει εν ανάγκη· αλλά τρέμε την απόλυτον ανάπαυσιν και την ησυχίαν, διότι και ταύτα ονομάζονται θάνατος· ο δε θάνατος, όταν καταβάλλη διά του απλέτου φωτός, είνε τρομερώτερος, παρ' όταν καταβάλλη διά του σκότους.

175

Η πύλη του Παραδείσου και η οπή της Κολάσεως ευρίσκονται πλειότερον συνορεύουσαι, παρ' όσον συνήθως τας φαντάζονται οι άνθρωποι.

176

Η ψυχή είνε ακόρεστος εις την συναίσθησιν του ιδανικού, πάντοτε δε ζητεί ν' αντλή αυτό και εκεί ακόμη, ένθα γνωρίζει ότι πράγματι δεν υπάρχει.

177

Ουδέποτε ν' αποπειραθής, όπως καταστής ακριβής τιμητής της αρετής και της κακίας, ουδέ να βάλης πρώτος του αναθέματος τον λίθον· διότι ο λίθος ούτος ευρίσκεται μεν ευκόλως εις την γωνίαν εκάστης οδού, αλλά πλησίον αυτού ευρίσκεται πάντοτε και μία πέτρα σκανδάλου. Υπάρχει δε τοιαύτη ομοιότης μεταξύ των δύο τούτων, ώστε πολλάκις αντί να ρίψης τον λίθον, ρίπτεις την πέτραν, ήτις έχει την ελαστικότητα, πίπτουσα,να επανέρχεται συνήθως κατά της ιδίας κεφαλής σου.

178

Όταν η πατρίς ευρίσκεται εν πενία, ο πλούτος σου μηδέν· όταν η πατρίς ευπορή, και η πενία σου θησαυρός.

179

Πρόσεχε εις τας χείρας των κυβερνώντων· είνε το κάτοπτρον της καταστάσεως της χώρας.

180

Περιόριζε το βλέμμα σου εις το να βλέπης όπου βαδίζεις· διότι, όταν το σώμα σου βαίνη προς τα εμπρός και η κεφαλή σου στρέφεται προς τα οπίσω, αλλοίμονον και εις το σώμα και εις την κεφαλήν.

181

Λόγος στηλώνει την ψυχήν και λόγος την κρημνίζει.

182

Μη περιφρονής την στέγην σου· είνε ολόκληρος βιβλιοθήκη· έκαστον κεραμίδι αυτής αποτελεί ανά έν μυθιστόρημα της οικίας σου.

183

Όσω πλειότερον δυστυχείς είμεθα, τόσω μάλλον πιστεύομεν, ότι η ευτυχία προωρίσθη δι' ημάς.

184

Και η ισχυρά κρίσις, όταν συμβαίνη να οδηγή εις τα άκρα, καθίσταται πολυτέλεια ανωφελής.

Ο ορθολογισμός και η ουτοπία τόσον παραλλήλως βαίνουσιν, ώστε η ελαχίστη παρεκτροπή αρκεί ίνα ρίψη τούτον εις την τροχιάν εκείνης.

185

Ο Θεός δεν σε αφίνει ποτέ να χαθής· τούτο είνε αληθές· αλλά την υποχρέωσιν ανταποδίδεις ίσην, διότι και συ δεν αφίνεις ποτέ ίνα χαθή ο Θεός σου.

Μεταξύ Θεού και όντων υπάρχει μία ηθική αλληλεγγύη· όταν αύτη εκλείψη, και τα όντα μένουσιν άνευ θεού, αλλά και ο θεός άνευ όντων.

186

Όταν διαψεύδωνται τα όνειρά σου, τότε τα αναπολείς λεπτομερέστερον· όταν πραγματοποιούνται τα λησμονείς όλα.

187

Και αυτό το σμικρόν μεγαλώνει αρκετά, όταν γνωρίζη να εκτιμήση το μέγα.

188

Δεν ηδυνήθην ποτέ να εννοήσω τον επί πατραγαθία εγωισμόν· απορώ δε πώς ευρίσκονται άνθρωποι, αναπαυόμενοι επί δαφνών ξηρών και ανηκουσών εις άλλους, χωρίς να τας αισθάνωνται ενοχλητικώς τριζούσας και διαμαρτυρομένας υπό την ράχην των.

189

Φρονήσεως δείγμα είνε και το να γελάσης πρώτος διά την αφροσύνην σου, πριν γελάσουν οι άλλοι.

190

Δύνασαι να ήσαι όσον θέλεις σοφός, όσον θέλεις μέγας διά τον εαυτόν σου, όσον θέλεις σιδηρούς· δύνασαι να αισθάνεσαι κόσμον ολόκληρον εντός σου, απειλούντα να διαρρήξη της ψυχής σου το περίβλημα και να κατακτήση τον κόσμον, όστις σε περιβάλλει· δύναται η γη να διατηρή επί σειράν χιλιετηρίδων κεκρυμμένον εις τα σπλάγχνα της τον σκληρόν και άκαμπτον σίδηρον· εφ' όσον η σκαπάνη δεν διασχίζει το κέλυφός της, και δεν εκθάπτει αυτόν, ο σίδηρος θα παραμείνη αιωνίως αφανής και ακατέργαστος και άχρηστος διά τον κόσμον. Η ώθησις είνε το παν· δόσε τοιαύτην και ενίκησες και τον κόσμον και την φύσιν.

191

Η θετικωτέρα εκδήλωσις της σοφίας του Θεού, δεν είνε ούτε ο έρως, ούτε η φιλία, ούτε η μνημοσύνη· είνε η λήθη.

192

Προτίμα ν' αγωνίζεσαι ισοβίως διά να φθάσης την Αρετήν, παρά να την καταβιβάζης, και ιππεύων επί των νώτων της, να την μεταχειρίζεσαι ως υποζύγιον κατά τας ορέξεις και τας ανάγκας σου.

193

Υπερηφάνεια: έπαρσις υπό μορφήν υποφερτήν· έπαρσις: υπερηφάνεια υπό μορφήν ανυπόφορον.

194

Ο συκοφάντης ομοιάζει με τον σκύλλον εκείνον, όστις εν ώρα νυκτός υλακτεί σκιάς εις το μέσον ενός χωρίου· μετά τινας στιγμάς όλοι οι σκύλλοι ευρίσκονται επί ποδός.

195

Οι άνθρωποι, προβαίνοντες επί τα πρόσω, κρατούν δύο σκαπάνας· με την μίαν ανοίγουν τον δρόμον, όπου θα πατήσουν, με την άλλην μεταβάλλουν εις χάος τον δρόμον, όπου επάτησαν. Ιδού διατί πάσα οπισθοδρόμησις αποτελεί κατακρημνισμόν.

196

Η ευτυχία και η δυστυχία είνε τόσον ακατανόητοι, ώστε συνήθως επιβάλλονται και κυριεύουσι της ψυχής διά του μυστηρίου των μάλλον, παρά διά της ουσίας των.

197

Να ήσαι βέβαιος, ότι το απόλυτον βάρος της κεφαλής είνε πάντοτε το αυτό, ουδέν δε προσθέτει ο Διάβολος επί πλέον εις το μέτωπον ενός συζύγου· ό,τι φαίνεται ότι προσθέτει εκεί, το έχει αφαιρέση απλούστατα εκ του εγκεφάλου.

198

Ομιλούν περί ανθρώπων πωλούντων την συνείδησίν των· ουτοπία· — είνε εμπόρευμα η συνείδησις, το οποίον τότε επώλησεν ο άνθρωπος, ότε έπαυσε να το έχη.

199

Ολόκληρος η φύσις είνε έρως· και ο δημιουργός θεός είνε έρως και η ζωή εξ έρωτος πηγάζει, αλλά και ο θάνατος θα κατενικάτο άνευ του έρωτος.

200

Πάσα ανθρωπίνη πράξις, όσον μεγάλη και αν ήνε, δεν θέλει τίποτε άλλο διά να εξευτελισθή, παρά μίαν επανάληψιν.

Γ'.

201

Εάν εύρης τινάς εκ των σκέψεών μου, ή και όλας ταύτας ανοήτους, μη τας απορρίψης ασυζητητεί. Διά του ψεύδους ερευνάται ασφαλέστερον η αλήθεια.

***

Δίδε προσοχήν πάντοτε και εις την μεγαλειτέραν ανοησίαν. Ο Νεύτων από την πτώσιν ενός σάπιου μήλου ανεκάλυψε τον παγκόσμιον νόμον· βλέπεις λοιπόν, ότι έν σάπιον μήλον κατώρθωσεν, ό,τι δεν θα κατώρθωνον όλα τα γερά μαζευμένα.

202

Η αγαθοεργία είνε ευρύτατον πλαίσιον, υπό το οποίον δύνασαι να περάσης οίαν δήποτε εικόνα θέλης.

203

Αρετή επιδεικνυομένη, είνε εύσχημον προσωπείον της χειρίστης κακίας· όταν συναντηθής μετ' αυτής, προσκύνησέ την ως αρετήν, και φεύγε μίλια.

***

Αληθής αρετή είνε εκείνη, την οποίαν δεν βλέπεις.

204

Υπάρχουν άνθρωποι, οίτινες προσκυνούντες χλευάζουν, και ασπαζόμενοι δάκνουν, και μειδιώντες δηλητηριάζουν· τοιαύτα πρόσωπα οι ποιηταί καλούσι πρόσωπα κυνός, και οι χημικοί καλούσι χάλκινα.

205

Θέλεις να πεισθής εάν σε αγαπά η ερωμένη σου; Ερώτησέ την πόσους ηγάπησε πριν σε γνωρίση. Όσω πλειοτέρους σού αριθμήση, τόσω και ειλικρινέστερου σε αγαπά.

206

Είνε μεγαλειτέρα η εντροπή των γονέων, όταν βλέπουν τα τέκνα των κατώτερά των, παρ' όταν ούτοι δεικνύωνται κατώτεροι αυτών.

207

Ο ανήρ μέχρι των 30 ετών αγαπά την γυναίκα διά τον έρωτα· εκείθεν, αγαπά τον έρωτα διά την γυναίκα.

208

Έκλεγε την ευτυχίαν σου· ευτυχία, ήτις πνίγεται εις τον κόρον, δεν είνε ευτυχία.

209

Το συναίσθημα του θαυμασμού και της καταπλήξεως, οφείλεται μάλλον εις την σπάνην ενός γεγονότος, παρά εις την πραγματικήν του αξίαν.

Είμαι βέβαιος, ότι και αυτή η μωρία θα ήτο μέγα πράγμα, εάν διηγκωνίζεσο με τους μεγαλοφυείς, όπως με τους στραγαλατζήδες.

210

Και η μελαγχολία, η ήρεμος και φυσική, ενέχει ηδονάς αρρήτους, από τας οποίας δύναταί τις ν' αντλήση ολοκλήρων ωρών γοητείαν και απόλαυσιν.

211

Μη επαναπαύεσαι ποτέ εις την σοφίαν· είνε το επικινδυνωδέστερον όπλον κατά της ανθρωπότητος, όταν χειρίζεται αδεξίως· λαμπάς, ήτις φωτίζει, ή κατακαίει.

212

Τόλμη: πτέρυγες διά το μεγαλείον, — βάραθρον διά την σμικρότητα.

213

Δύνασαι να λυτρωθής από τας έξεις της σαρκός, εφ' όσον η σαρξ σου γηράσκει· εφ' όσον όμως γηράσκει το πνεύμα σου, αι έξεις σου προσκολλώνται εις αυτό ισχυρώτερον.

214

Η παρατηρουμένη μεταξύ των όντων και των πραγμάτων διαφορά, είνε εντελώς επιπολαία· η δε λεγομένη ποικιλία της φύσεως είνε απλούστατα μία αιωνία μονοτονία, την οποίαν δεν προφθάνει ν' αντιληφθή ο άνθρωπος, διότι είνε τόσον βραχύβιον ον, ώστε, μόλις ανοίγει τους οφθαλμούς, τους κλείει διά παντός.

215

Δύνασαι να ίδης πίπτοντα τον κεραυνόν, και να είπης: «Μπα! αυτό είνε όλον;» Ουδέποτε όμως εθεώρησες άνευ δέους την μεμακρυσμένην αστραπήν, ήτις τον προήγγειλεν.

216

Είνε τόσον περίεργον και τόσον ασύλληπτον πράγμα ο βίος, ώστε και μία χιόνος νιφάς, πίπτουσα εις το τζάμι του παραθύρου σου και μη πίπτουσα εις το πλαίσιον, πίπτουσα εδώ και μη πίπτουσα εκεί, δύναται ν' αποτελέση ακαριαίως συνθήκην, από την οποίαν εξαρτάται η ψυχολογία μιας στιγμής της ζωής σου.

217

Τρομερόν διά την τύχην ενός λαού, να έχη πόδας παραλύτους και κεφαλήν υγιά· αλλ' είνε ασυγκρίτως τρομερώτερον, να έχη υγιείς πόδας και κεφαλήν παράλυτον.

218

Δύο τινά παραμένουν αθάνατα διά τον νουν του ανθρώπου· ο Θεός εις τον ουρανόν, και η μεγάλη Ιδέα επί της γης· ό,τι δε διετέθη κατ' αυτών, εις ουδέν άλλο συνέβαλεν, ή εις την ιδίαν εξόντωσίν του.

219

Αι έκτακτοι περιστάσεις γεννώσι τας εκτάκτους φύσεις, και αι συνήθεις τας συνήθεις· αλλοίμονον δε εις τον άνθρωπον της γαλήνης, όστις εγεννήθη εν τρικυμία· και εις τον άνθρωπον της τρικυμίας, όστις εγεννήθη εν γαλήνη· ο πρώτος ασφυκτεί, ο δεύτερος πνίγεται.

220

Η βία είνε μηδέν ως έργον εξοντώσεως, η καταστολής μιας γεννωμένης ιδέας· η ιδέα μόνον διά της ιδέας καταπολεμείται.

221

Η Ανάγκη είνε ο άξων, περί τον οποίον όλα μεταβάλλουσιν όψιν, ουδέποτε δε υπό το κράτος αυτής ηδυνήθη να εύρη ηχώ η Αλήθεια, και να μετρηθή η Αρετή διά του χρυσού μέτρου, το οποίον έρριψε μεν εξ αγαθότητος ο Θεός εκ του ουρανού, αλλ' ο επί της γης αντίπαλος αυτού αφήρεσεν επιτηδείως εκ των χειρών του ανθρώπου και έκοψε δι' αυτού νομίσματα.

222

Το δένδρον της ελευθερίας έχει όρια, άνω των οποίων υψούμενον, αποβαίνει αυθάδεια προς τον ουρανόν, όστις το ραίνει διά της δρόσου του, και προς την γην, ήτις το εγέννησε και το βαστάζει εις τους κόλπους της.

223

Υπάρχουν και αλήθειαι ψευδοφανείς· υπάρχουν και ψεύδη αληθοφανή· η δε λογική μιας ιδέας, δεν συμβαίνει να ήνε πάντοτε και ιδέα της λογικής.

224

Η αθωότης, και διεφθαρμένη εάν ήνε, δύναται να τύχη συγγνώμης· η διαφθορά όμως, όσον αθώα και εάν ήνε, ουδέποτε

225

Όταν ο στόμαχος παίζη βιολί, ο εγκέφαλος αρχίζει πολύ κακόν χορόν.

226

Επί εκατόν αυτοχειριών, αι εννενήκοντα εννέα δεν είνε αποτέλεσμα της επιρροής του περιβάλλοντος ημάς κόσμου, αλλά του περιβαλλομένου εν ημίν, όστις, ουχί σπανίως, είνε πλειότερον του πρώτου αμείλικτος.

227

Η ώθησις προς την πρόοδον είνε μέγα ευεργέτημα διά τους δυναμένους να προχωρήσουν· μέγα όμως έγκλημα κατά των μη στηριζομένων καλώς εις τους πόδας των· θα ίδης πολλούς τοιούτους, πίπτοντας μετά το πρώτον βήμα των υπό τους γέλωτας του κόσμου.

228

Η επιρροή των μεγάλων ανδρών επί του κόσμου, ουδαμού ασκείται ισοδυνάμως, εφ' όσον ο κόσμος αποτελεί πλάστιγκα, της οποίας, όταν ανυψούται ο είς βραχίων, συνεπάγεται την κατάπτωσιν του ετέρου.

229

Η εναλλαγή της ελπίδος με την απελπισίαν εν τη ψυχή, αποτελεί το δεινότερον των μαρτυρίων· κάποιος μέσος όρος μεταξύ θανάτου και ζωής· κάποιον νέον είδος ζωής, ή κάποιον νέον είδος θανάτου.

230

Θ' ακούσης να λέγουν, ότι ουχί σπανίως παρουσιάζονται τα πράγματα εκτοπισμένα και ανακατωμένα εις τον κόσμον· εν τούτοις, μεθ' όλον το ανακάτωμά των, αργά ή γρήγορα κατορθώνουν να ευρίσκουν την σειράν των, και την εποχήν των, και τον τόπον των. — εφ' όσον τουλάχιστον η γη δεν αποφασίζει να μείνη ακίνητος.

231

Ο ευγενέστερος άγριος: άνθρωπος οργιάζων υπό προσωπίδα.

232

Η κοινή γυνή είνε ο μόνος δαίμων αντάρτης, όστις φρουρεί την χρυσήν πύλην του παραδείσου και προστατεύει την ειρήνην και την ευδαιμονίαν του.

233

Ν' απεχθάνεσαι τον φιλάργυρον, όσον και τον βδελυρώτερον των κακούργων· αμφότεροι κάτι θ' αφαιρέσουν από την φύσιν.

234

Οσάκις ακούεις ότι απέθανε φιλάργυρος, να πιστεύης ότι επανεδόθη κάτι εις τον κόσμον, ότι η γη ελάφρωσεν, ότι εμεγάλωσεν η ημέρα, ότι τα άνθη ευωδιάζουν περισσότερον, ότι ο ήλιος έγινε θερμότερος, ο ορίζων διαυγέστερος και αι σκιαί διαφανέστεραι.

235

Η φήμη είνε η γελοιωδεστέρα θεότης, η οποία δύναται να έχη εκατό στόματα, αλλ' οφθαλμού ούτε ίχνος έχει. Πόσοι γνωρίζουν ποίος κατεσκεύασε τον εν Εφέσω ναόν της Αρτέμιδος; ελάχιστοι· ποίος όμως αγνοεί, ότι τον έκαυσεν ο Ηρόστρατος;

236

Όταν γίνεται κακώς η εγχείρησις, αντί να κλείση η πληγή, ανοίγει μεγαλειτέρα.

237

Όταν η ζηλοτυπία δεν αποτελή φρενολογικόν φαινόμενον, είνε τόσον υψηλά, ώστε ούτε ο ποιητικώτερος έρως δύναται προς αυτήν να συγκριθή.

238

Συντελούνται πολλάκις επί της γης ολέθρου και καταστροφής έργα, διά τα οποία θα είπης, ότι και αυτός ακόμη ο Θεός δίδει χείρα βοηθείας εις τον Σατανάν.

239

Η πραγματική ευτυχία δεν είνε αντικειμενική, είνε υποκειμενική. Έκαστος άνθρωπος γεννάται με την ευτυχίαν εντός του, και την τοποθετεί όπου θέλει. Διά τούτο οι δυστυχείς, ή δεν έχουν πλέον εντός των το πτηνόν αυτό, ή δεν ευρίσκουν πού να το τοποθετήσουν

240

Φοβού τα ακροσφαλή ύψη· από υψηλότερα θα πέσης, εις πλείονα τεμάχια θα συντριβής.

241

Η φιλελεύθερος φύσις, ο αδαμάντινος χαρακτήρ, η απεριόριστος και μεγάλη καρδία, μόνον διά των ιδίων δυνάμεων δύνανται ν' αποκαταστήσωσι την ευδαιμονίαν των εν τω κόσμω τούτω· όταν συνδεθώσι μετ' άλλης υπάρξεως, και η φύσις δεσμεύεται, και ο χαρακτήρ αλλοιούται, και η καρδία περιορίζεται και περιστέλλεται.

242

Η γυναικεία καρδία ομοιάζει προς μαλακόν σπόγγον, επί του οποίου υπάρχει κεκολλημένον τεμάχιον λίθου· ο λίθος προκαλεί εκδοράς, ο σπόγγος τας θωπεύει μαλακά, πολύ δε αργά κατανοείς, ότι διά της συνεργασίας αυτής σου αφηρέθη και η τελευταία του αίματος σταγών.

243

Το σπουδαίον δεν είναι πώς να ρίψης κάτω μίαν κεφαλήν χαλασμένην, αλλά πώς να επαναφέρης αυτήν εις την θέσιν της.

244

Υπάρχει μία περίοδος διά τους ερωτευμένους, καθ' ην οι οφθαλμοί των ουδέν βλέπουν πέραν του προσφιλούς των όντος, και τα ώτα ουδέν ακούουν πλειότερον της φωνής του· είνε μία εκ των καταστάσεων εκείνων, ήτις χαρακτηρίζει τους αγγέλους εν τω ουρανώ, και επί της γης τους ηλιθίους. Ουδέν εκ των εγκοσμίων προσελκύει την προσοχήν των, παν δε ό,τι δεν καθηδύνει, ή δεν εκπικραίνει τας στιγμάς των, παρέρχεται απαρατήρητον, ως πράγμα αφορών εις άλλους κόσμους, αλλοτρίους εκείνου, εν τω οποίω ζώσι, και εκ του οποίου αντλούσι τας μικροηδονάς και τας μικροπικρίας των.

245

Ό,τι δεν συγχωρεί η κρίσις, το συγχωρεί το αίσθημα· είνε δύο δικαστήρια εντός σου, εκ των οποίων συνήθως το έν αναιρεί την καταδίκην του άλλου.

246

Η φορά των πραγμάτων είνε πολύ δύσκολον να μεταβληθή, πολύ δε μάλλον όταν τυγχάνη φύσεως κακής· παν πνεύμα, όπερ ήθελε προταχθή, όπως παρεμποδίση τον ρουν των, συνετρίβη όσον μέγα και ισχυρόν αν ήτον· αδιάφορον αν μετά ταύτα επεκράτησε και επέτυχε.

247

Ουρανός θυελλώδης και φλεγόμενος εκ των κεραυνών, ωκεανός εν τρικυμία, με τα κύματα ως όρη, δεν παρέστησαν τρομερώτερον θέαμα, από την θύελλαν και την τρικυμίαν ενός λαού.

248

Ο χρυσός είνε ο διαβολικότερος φακός, διά του οποίου θεώμενα τα πράγματα, φαίνονται εις τους οφθαλμούς του ανθρώπου, τα μεν ανάποδα όρθια, τα δε όρθια κατωκέφαλα.

249

Μη στηρίξης ποτέ τας ελπίδας σου εις τον ουρανόν, αφού και αυτός ουδαμού στηρίζεται.

250

Αδικείς; ικανοποίει. Όταν βλέπω άνθρωπον πράξαντα κακόν, και αναβάλλοντα την ικανοποίησιν του αδικηθέντος, ενθυμούμαι τον εαυτόν μου, όταν αναβάλλω τον καθαρισμόν των υποδημάτων μου από του βορβόρου, με την ιδέαν ότι μετά δύο βήματα θα τα λερώσω εκ νέου.

251

Δεν υπάρχει παραδοξώτερον εν τη φύσει από τον οργανισμόν του ανθρώπου· βλέπει μίαν βάσανον καθ' ύπνους, εξυπνά έντρομος· την υφίσταται εγρηγορών, πίπτει ήσυχα και κοιμάται.

252

Μάθε προσέτι και τούτο: ό,τι άσχημον ίδης, δεν είνε διάβολος· εάν ούτος ήτο τόσον δυσειδής, όπως τον ζωγραφίζουν οι αγιογράφοι, θα ήτον ακινδυνότερος και αυτών των Χερουβείμ· δεν θα είχε κανένα οπαδόν.

253

Μεταξύ των ανθρώπων δύο μεγάλοι τύποι υπάρχουσιν, υπέρτεροι πάσης περιγραφής, προ των οποίων ιλιγγιά η αντίληψις και σκοτίζεται η κρίσις· ο του εξόχως αγαθού και ο του εξόχως αχρείου. Αποτελούσιν αμφότεροι δύο άπειρα, εντός των οποίων ούτε ωρισμένη διεύθυνσις υπάρχει, ούτε σταθμός διά το βλέμμα.

254

Μέγα πράγμα είνε να προχωρής προς τα εμπρός, αλλά μέγιστον να στρέφης ενίοτε και προς τα οπίσω το βλέμμα σου.

255

Περισσότερον φοβείσαι την συμφοράν, όταν την μετρής διά της φαντασίας σου, παρ' όταν καταβάλλεσαι υπ' αυτής, παλαίσας σώμα προς σώμα.

256

Δεν αρκεί να δύνασαι διά να πράττης, πρέπει και να θέλης. Μόνον επί του αξιώματος τούτου στηρίζεται η επιβολή εις τον κόσμον και το αληθές μεγαλείον.

257

Ουδέν των ανθρωπίνων έμεινέ ποτε άνευ μυστικής τίνος τιμωρίας ή μυστικής ικανοποιήσεως· η κακία, όσον και αν έζησεν, απέθανεν· η αρετή, όσον και αν απέθανεν, ανέζησεν.

258

Εάν υπάρχουσι στιγμαί, καθ' ας πρέπει να θαυμάζη τις εαυτόν, είνε εκείναι, καθ' ας υφίστασαι έν μαρτύριον, χωρίς να παραφρονήσης. Η δε ιδέα του Σίλλερ, ότι, «όταν εις τοιαύτην περίστασιν δεν χάση τις τον νουν του, σημαίνει ότι δεν έχει νουν διά να χάση», δεν είνε καθόλου ορθή.

259

Φρόντισε να έχης αξίαν, αλλά και να σου την αναγνωρίζουν· και ο ηλιθιότερος των ανθρώπων ημπορεί με μίαν μωρίαν του να σου καταστρέψη εργασίαν δεκαετηρίδων ολοκλήρων.

260

Ο ασθενής χαρακτήρ και το ασθενές πνεύμα δεν συλλαμβάνουν τίποτε· επλάσθησαν διά να συλλαμβάνωνται αιωνίως. Τα τοιαύτα όντα έχουσιν ιδιαιτέραν μυθολογίαν, ένθα εξεικονίζονται οι θεοί των ως υποζύγια, συρόμενα και τυπτόμενα επί της σπονδυλικής στήλης υπό των παθών των.

261

Η αθεΐα είνε επιστήμη και αυτής της θεολατρείας αψηλοτέρα, άθεος δε, χωρίς βαθείας θεολογικάς γνώσεις, εξευτελίζει τον τίτλον.

262

Οι άνθρωποι όχι μόνον δεν είνε οι ίδιοι, αλλά διαφέρουσι πολλάκις κατά τεράστιον λόγον και διίστανται και απόστασιν δυσυπολόγιστον. Διότι, νομίζω, ουδείς μαθηματικός υπολογισμός δύναται ν' ανεύρη την διαφοράν μεταξύ δύο ανθρώπων, του ενός μεθυομένου επί τη θέα του αίματος, και του ετέρου λιποθυμούντος εκ φρίκης.

263

Η ατομική του ανθρώπου ανατροφή, δεν είνε αποτέλεσμα διδασκαλίας, αλλ' αυτόχρημα λογικής· οι δε επιβαλλόμενοι τύποι, οι αποτελούντες τους λεγομένους «καλούς τρόπους», είνε συνηθέστατα απόρροια ανησίας, ασυγγνώστου διά σωφρονούντας ανθρώπους, και μάλιστα όταν επιβάλλωνται ως κοινωνικαί ανάγκαι.

264

Δεν θα έσφαλέ τις εάν έλεγεν, ότι οι λεγόμενοι «καλοί τρόποι» τόσω μάλλον θεωρούνται αναγκαίοι, όσω πλειότερον ανόητοι είνε.

265

Η πρόοδος δεν υπήρξε ποτέ από του πρώτου βήματός της επιτυχία· εξ εναντίας, όσω μείζονας δυσκολίας απήντησε, και όσω τραχυτέραν και σκολιωτέραν οδόν ηύρυνε, κατά τοσούτον υπήρξε και αξιοθαύμαστος, κατά τοσούτον και θετικωτέρα.

266

Η ηθική δύναμις, αφ' ης εκπηγάζει το μεγαλείον, είνέ τι ένθεον, εδρεύον εν τη ψυχή και ουχί εν τω χρηματοκιβωτίω, και απολύτως ανεξάρτητον των μέσων, άτινα ο εξωτερικός κόσμος διαθέτει προς την ανάπτυξιν και την δράσιν του.

267 Όταν θελήσης να πράξης κάτι μέγα, ουδέποτε σου λείπει η ευκαιρία.

268

Ότι το ήμισυ εκάστης γενεάς είνε ευεργετικόν και αγωνίζεσαι υπέρ του άλλου ημίσεως, είνε φαινόμενον πασιφανές· αλλ' ότι το παθητικόν ήμισυ, τείνει πολλάκις εις την ματαίωσιν του ευεργετικού αγώνος του πρώτου, δεν είνε πασιφανές δι' όλους· από τους μεν δεν συμφέρει να κατανοηθή, από τους δε διαλανθάνει, και ούτως η δρώσα μερίς ομοιάζει προς μηχανήν κεκορεσμένην ατμού, ήτις, ή οπισθοδρομεί, ή έχει κάτωθεν άφρακτον δικλείδα, διά της οποίας ο ατμός ματαίως χάνεται, η δε μηχανή παραμένει συνήθως αδρανής και ακίνητος.

269

Πολύ περίεργος είνε η διαδοχή των πραγμάτων και των όντων εις τον κόσμον τούτον, αλλ' είνε φαινομενική μόνον· αλλάσσουσι πράγματι θέσεις από αιώνος εις αιώνα και από στιγμής εις στιγμήν αλλ' εάν ήτο δυνατόν να ενσαρκωθώσιν οι αιώνες και να θεωρήσωσιν αλλήλους, ταχύτατα θ' ανεγνώριζεν ο πατήρ τον υιόν, και ο υιός τον πατέρα.

270

Η τιμή δεν διαφεύγει τόσον εύκολα από τους όνυχας της γυναικός, όταν ευρίσκεται καλώς εδρεωμένη εκεί, όπου την έταξεν ο Θεός — ή ο διάβολος, διότι περί τούτου υπάρχουν και κάποιαι αμφιβολίαι. Είνε ιδέα· το να κλαπή δε μία ιδέα τόσον εύκολα, σημαίνει ότι δεν ευρίσκεται εντός του κρανίου, αλλά κυματίζει επάνω από τα πτερά του καπελλίνου.

271

Το καλόν πνεύμα ομοιάζει με το καλόν βιολί· όσω παλαιότερον γίνεται, τόσω και ωραιότερα παίζει.

272

Όταν ίδης πολύπλοκα συστήματα, να τα θεωρής πάντοτε ως αποτελούντα κίνδυνον διαλύσεως, παρά συναρμογής. Μη λησμονής, ότι δύο πλάκες περιείχον τους νόμους των Εβραίων, και δώδεκα πίνακες εν τω Καπιτωλίω, τους νόμους των Ρωμαίων.

273

Την χαράν τότε θα αισθανθής βαθυτέραν, όταν την εννοήσης ως βραχυτέραν.

274

Φευ! ποίαν ποινήν φρικτήν επέβαλεν ο Θεός εις τον άνθρωπον. Έδωκεν ως μέτρον της ηδονής του την στιγμήν, και ως μέτρον της οδύνης του τον αιώνα. Απαίσιον μετρικόν σύστημα, καθ' ο το απείρως μέγα κέκτηται ως πολλοστόν το απείρως σμικρόν.

275

Ουδέποτε ο ανήρ εδείχθη τόσον εμφύτως μύστης της αισθητικής, όσον η γυνή· με την διαφοράν, ότι την κρίσιν αυτής διέπει βαθεία αίσθησις, όπερ σημαίνει, ότι την αίσθησίν της δεν διέπει βαθεία κρίσις.

276

Μεγαλειτέραν δυσκολίαν θα δοκιμάσης, εάν επιχειρήσης να δείξης ότι δεν αγαπάς, όταν αγαπάς, παρ' ότι αγαπάς, όταν δεν αγαπάς.

277

Το βιβλίον, και εις όσους δεν ενέκυψαν εις αυτό, και εις όσους δεν το ήγγισαν, προκαλεί πάντοτε είδος τι σεβασμού, μη προκαλουμένου εις τον κόσμον, ουδ' απ' αυτό το ακαταγώνιστον μυστήριον του πλούτου και της ισχύος.

278

Εάν υπάρχη ευγενεστέρα συγγένεια και επαφή μεταξύ των ανθρωπίνων πνευμάτων, είνε εκείνη, καθ' ην η σοφία του ενός μεταδίδεται εις το έτερον, καθ' ην το έν εργάζεται και εξαντλείται, όπως καταστήση το άλλο ακμαιότερον και σοφώτερον, χάριν κοινού σκοπού και κοινής πατρίδος.

279

Ω, το κακό είνε κρυφό και άγνωστο μυστήριο, κόκκος μικρός κι' αόρατος, που στην καρδιά μας κρύβεται, μα σαν ξεσπάση μια φορά αφίνει δηλητήριο, που κι' ένας κόσμος απ' αυτό χαλιέται και συντρίβεται.

280

Έν παροδικόν και επιπόλαιον συναίσθημα, στηριζόμενον εις μίαν πτερόεσσαν ανάμνησιν, είνε ικανόν πολλάκις να καθηδύνη και την πικροτέραν πραγματικότητα.

281

Το μέγα, εν όσω δήποτε ελαχίστω και αν ευρέθη εσφηνωμένον, πάντοτε εθαυματούργησε και ενίκησεν· η νίκη του ήτον αυτής της φύσεως νίκη, ουδεμία δε πίεσις ηδυνήθη ποτέ να τα εξισώση.

282

Οσάκις το αγαθόν ερμηνεύθη και εχειρίσθη κακώς, υπήρξε το μεγαλείτερον όργανον της καταστροφής· κατέστρεψε διά της εμπιστοσύνης.

283

Απόφευγε τας αβασανίστους πεποιθήσεις· όταν μία τοιαύτη ριζωθή εις την ψυχήν σου, δεν θ' αποσπασθή, ειμή μετ' αυτής.

284

Η ανθρωπίνη ψυχολογία αναστρέφεται πολλάκις τοσούτον παραδόξως, ώστε και η υπερβολή της λύπης να εκδηλούται διά γελώτων, και η υπερβολή της χαράς διά δακρύων.

285

Συμβαίνει πολλάκις να φαντάζεσαι πράγμά τι, και να λέγης: — «Βεβαίως· αυτό είνε δυνατόν να γίνη». Συμβαίνει δε να το βλέπης πραγματοποιούμενον, και να λέγης: — «Α, αυτό είνε αδύνατον»

286

Τα ημιτελή έργα καθιστώσιν οικτροτέραν την όψιν του κόσμου· ουδέν δε ευάρεστον προσθέτουν εις την ποικιλίαν αυτού, ούτε ελαττώνουν τας ανάγκας του· πολλάκις μάλιστα τας διπλασιάζουν.

287

Θέλεις να σε αγαπήση περισσότερον η ερωμένη σου; κάμε την να πιστεύση, ότι δυνατόν και να παύσης να την αγαπάς· πρόσεξε όμως μη σου παίξη το ίδιον παιγνίδιον, διότι την έχασες.

288

Οσάκις ο άνθρωπος το αποφασίση με τα σωστά του, υπερβαίνει και αυτήν την φύσιν εις το μυστήριον.

289

Εάν ηδύνατο ο ευτυχής να είπη διατί είνε ευτυχής, και ο δυστυχής διατί είνε δυστυχής, έσο βέβαιος, ότι και η ευτυχία και η δυστυχία θα ήσαν τόσον γνωσταί εις τον κόσμον, ώστε θα καθίσταντο άγνωστοι εις αυτόν. Διότι η ευτυχία και η δυστυχία, είνε τα μόνα πράγματα, τα οποία, όταν γίνουν τελείως γνωστά, είνε ωσάν να μένουν άγνωστα.

290

Δεν ηξεύρω πώς εσκέφθη ο πρώτος άνθρωπος, ο αποφασίσας να καλύψη το πρόσωπόν του υπό προσωπίδα· όπως δήποτε όμως και αν εσκέφθη, φαίνεται ότι είχε την αρίστην ιδέαν περί της αξιοπρεπείας και του προορισμού του ανθρώπου.

291

Όταν και αυτή η τρέλλα είνε αναγκαία δι' όλους, ο πραγματικώς τρελλός είνε εκείνος που κάμνει τον φρόνιμον.

292

Είνε ευκολώτερον να γεμίσης με χρήμα τα θηλάκια ενός σπατάλου, παρά ενός επαίτου.

293

Ο προορισμός του μεγαλείου είνε να φαίνεται· μεγαλείον κρυπτόμενον, θεώρει κατώτερον και της ασημότητος εκείνης, ήτις προσπαθεί να υπερβή τα ελεεινά όριά της.

294

Και αυτή η ηθική έχει τα όριά της, πέραν των οποίων προβαίνουσα, περιπίπτει εις άλλην κατηγορίαν, ήτις, δεν ηξεύρωμεν εάν ημπορή να κληθή ανηθικότης, της αρκεί όμως ότι δεν λέγεται ηθική.

295

Η ηθική δεν θέλει φρουράν· μόλις εννοήση τοιαύτην, δραπετεύει.

296

Η μεγαλειτέρα δύναμις της γυναικός είνε αυτή η αδυναμία της.

297

— Αγαπάς; — Ναι. — Είσαι άγγελος. Και ανταγαπάσαι;

— Όχι. — Ε, λοιπόν είσαι και κτήνος.

298

Θέλεις να ήσαι ευτυχής; γνώριζε πώς να ήσαι, και τούτο αρκεί διά να γίνης.

299

Μη αναπτύσσης μακράς θεωρίας περί τιμής εις τους ανθρώπους· ματαιοπονείς· όσοι έχουν ανάγκην αυτών, δεν θα τας εννοήσουν· όσοι θα τας εννοήσουν, δεν έχουν την ανάγκην των.

300

Οι λαοί δεν αποθνήσκουν ευκόλως· νεκροφανείας μόνον υφίστανται και επανέρχονται εις την ζωήν — αρκεί να μη ενταφιασθώσι ζώντες.

Δ'.

301

Άκουσον, ω Πετεινέ, και τούτο. Να μη επαίρεσαι ούτε διά το στέμμα σου, ούτε διά την λαμπρότητα των πτερών σου· η ειμαρμένη είνε συνήθως τοσούτον ανεπιτηδεία και βιαστική, ώστε, αποσπώσα έν στέμμα από μίαν κεφαλήν, το αποσπά ενίοτε μαζύ με το δέρμα.

302

Όταν διέλθης από την καλύβην ενός σοφού, και από το μέγαρον ενός ηλιθίου, και ίδης γίγαντας να εισέρχωνται εις την καλύβην και νάννους εις το μέγαρον, δύνασαι να κραυγάσης, ως ο Αρχιμήδης: — Εύρον! εύρον!

Και αν οι διαβάται σ' ερωτήσωσι τι εύρες, δείξε και απάντησε:

— Το μέγιστον εν τω ελαχίστω, και το ελάχιστον εν τω μεγίστω.

303

Εκτίμα ό,τι έχεις· συνήθως απολαμβάνομεν ενός αγαθού όταν δεν δυνάμεθα να το εκτιμήσωμεν, και το εκτιμώμεν, όταν δεν δυνάμεθα να το απολαύσωμεν.

***

Ό,τι έχεις είνε πάντοτε αγαθόν, αρκεί να γνωρίζης πώς να το έχης.

304

Εάν ο έρως δεν εγεννάτο προ των θεών, αναμφιβόλως το θείον θα συνελάμβανε την ιδέαν της δημιουργίας του, από το σύνολον της εικόνος εκείνης, την οποίαν επαρουσίασαν στιγμαίως ο Οδυσσεύς και ο Κύκλωψ, ο είς φερόμενος υπό την κοιλίαν του κριού, ο δ' έτερος ψηλαφών και μη ευρίσκων τίποτε· εικών πανούργου, γίγαντος και τυφλού. Ιδού ο Έρως.

305

Λέγουν, ότι αι υψηλοτέραι κορυφαί αποσπώσι τον κεραυνόν· είνε αληθές, αλλά συ μη φοβήσαι ν' ανέλθης. Διά να σου ρίψη ο άλλος τον κεραυνόν, πρέπει να ήνε υψηλότερον σού· φρόντιζε λοιπόν να τον υπερβής.

306

Το τελειότερον των μέχρι νυν εφευρεθέντων όπλων παρά του ανθρώπου, είνε η λογική του· είνε το μόνον όπλον, διά του οποίου επιτίθεται ισχυρότερον, και αμύνεται ασφαλέστερον.

307

Εις ουδεμίαν άλλην περίστασιν δύνασαι να μετρήσης ακριβέστερον του έρωτός σου το μέγεθος, ειμή όταν λαμβάνης τα μέτρα του, διά να κατασκευάσης το φέρετρόν σου.

308

Εάν έχης εντός σου τον δαίμονα της μεγαλοφυίας, ουδαμού θα εύρης θέσιν κατάλληλον διά να σταθής· κ' εάν δεν υπάρχη οδός, διά να σε ωθήση ούτος προς τα εμπρός, δεν θα ησυχάση πριν σε διαρρήξη.

309

Όταν βλέπης ότι νυκτώνει, τρέμε· δεν παρέρχεται εκάστη νυξ δι' όλους τους ανθρώπους· είνε αδύνατον να μη παραμείνη επί ενός τουλάχιστον μετώπου.

310

Η συμφορά είνε φιλοσοφία σιωπηλή.

311

Βεβαίως δεν βασιλεύει επιτυχώς επί ενός λαού, ο μη βασιλεύων εαυτού.

312

Εάν συμβή να εκλέξης μεταξύ ενός, θαυμάζοντος την υπερτέραν της ιδικής του κακίαν, και ενός, μισούντος την υπερτέραν της ιδικής του αρετήν, να προτιμήσης πάντοτε τον πρώτον, ως ειλικρινέστερον.

313

Διά πάσαν περίπτωσιν έν και έν κάμνουν δύο· τούτο λέγεται π ρ ό σ θ ε σ ι ς. Όταν όμως εφαρμόζεται ο αυτός κανών και εις τον γάμον, τούτο λέγεται δ ι α ί ρ ε σ ι ς.

314

Το ψεύδος ενέχει τόσον γόητρον, ώστε, όταν δειχθή ως αλήθεια, ουδείς λόγος γίνεται πλέον περί αυτού.

***

Το ψεύδος ενέχει τα μυστήριον της αμφιβολίας, το οποίον δεν έχει μία πασιφανής αλήθεια· είνε περιβεβλημένον με σκιόφως, το οποίον του προσδίδει την επιβολήν του κατά τα ήμισυ αγνώστου, και του κατά το ήμισυ γνωστού.

315

Ο καλήτερος στρατηγός δι' έν στράτευμα είνε η ιδέα.

316

Δεν θα εύρης ελεεινότερον φαινόμενον εις την φύσιν από το παράκαιρον· εν τούτοις και τούτο επροστατεύθη από την Σοφίαν, ήτις διέπει τον κόσμον, διότι του εδώρησε την ορμητικότητα εκείνην, ης στερείται το ομαλώς εξελισσόμενον, το μη φοβούμενον διά την επαύριον, της οποίας την γονιμότητα έχει εξασφαλίση από της προτεραίας.

317

Και ισόβιοι στρατηγοί απεστρατεύθησαν· ισόβιοι έξεις ουδέποτε.

318

Διά την γυναίκα καλόν είνε ό,τι την ευαρεστεί, κακόν, ό,τι δεν την κολακεύει.

319

Η τιμή είνε τοσούτον ισχυρά, αλλά και τοσούτον εύθραυστος, ώστε, ενώ όρος πίπτον επ' αυτής αδυνατεί να την κλονήση, μία θριξ την καταρρίπτει εις άπειρα τεμάχια.

320

Ουδέποτε να δίδης πολλήν προσοχήν εις τας θεωρίας· η ιστορία των πραγμάτων είνε πολύ διαφορετική των θεωριών, — αίτινες αυτό τούτο αποδεικνύουσιν: ότι δεν υπάρχει θεωρίας ανάγκη, όπου τα πράγματα λαλούσι, και λειτουργούσιν ομαλώς και κανονικώς.

321

Το συναίσθημα της τιμής υπήρξε πάντοτε αιτία μεγίστων κακών· αλλά τα κακά ταύτα, όσην και αν προεκάλεσαν βλάβην και διατάραξιν εις την κοινωνικήν ισορροπίαν, κατ' ουσίαν εξησφάλισαν αυτήν πλειότερον.

322

Η ανθρωπίνη διάνοια είνε ωχρόν κάτοπτρον των συναισθημάτων της ψυχής, μηδέν δυναμένη να εξεικονίση εκ τούτων, διά τούτο, εγκαταλείποντες την ιστορίαν των θειοτέρων εμπνεύσεων, κατατριβόμεθα συνηθέστατα με τα επεισόδια, αποπειρώμενοι να επιδείξωμεν την δύναμίν μας εκεί, ένθα μόνον την αδυναμίαν μας αποδεικνύομεν.

323

Εάν σου είνε πεπρωμένον να κινήσης τον οίκτον ή τον γέλωτα του κόσμου, να προτιμήσης τον οίκτον· καλήτερον θύμα, παρά σαλτιμπάγκος.

324

Και αυτή η ήττα, ηρωικώς υφισταμένη, αναγορεύει τον ηττηθέντα ήρωα, ίσως υπέρτερον και του νικητού.

325

Νεάζομεν; διευθύνομεν το βλέμμα προς τα εμπρός· γηράσκομεν; στρέφομεν αυτό προς τα οπίσω· ουδείς βλέπει προ των ποδών του, διά τούτο δε οι πλείστοι καθ' έκαστον βήμα μας, σκοντάπτομεν και εις τα απλούστερα πράγματα.

326

Ο έρως είνε η λυδία λίθος της ψυχής.