WeRead Powered by ReaderPub
Οθέλλος / Σαικσπείρου Τραγωδίαι Μέρος Β' cover

Οθέλλος / Σαικσπείρου Τραγωδίαι Μέρος Β'

Chapter 19: ΣΚΗΝΗ Β'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A distinguished military commander marries a noblewoman, triggering the concealed spite of a resentful subordinate who sets in motion a systematic campaign of deception. Through insinuation, forged impressions, and appeals to reputation, the subordinate cultivates the commander’s jealousy and undermines trust, with events shifting from an urban political center to a remote island garrison. The drama traces how suspicion, honor, and social standing distort intimate bonds and produce tragic consequences, focusing on manipulation, the fragility of belief, and the destructive power of rumor and misread evidence.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Ελπίζω ο αυθέντης μου διά τιμίαν μ' έχει

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Ω, ναι· 'σάν μυίγαν μακελειού 'ς το καλοκαίρι μέσα,
     που μόνον με το φύσημα γγαστρόνεται… Ω άνθος,
     χαριτωμένον κ' εύμορφον και γλυκομυρωδάτον,
     τόσον που αν σε μυρισθή κανείς 'λιγοψυχίζει,
     ω! να μην είχες γεννηθή ποτέ, ποτέ!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Η μαύρη,
     τι κρίμα είναι πώκαμα, χωρίς να το γνωρίζω;

ΟΘΕΛΛΟΣ
     'Σ αυτό το κάτασπρον χαρτί, το εύμορφον βιβλίον
     πώς έγεινε νάχη κανείς να γράψη μέσα: «πόρνη»!
     Τι κρίμα, λέγει, έκαμε! Τι κρίμα! — Δημοσία!
     Θα μ' άναπταν τα μάγουλα 'σάν φλογερά καμίνια
     να καύσουν κάθε εντροπήν και να την κάμουν στάκτην,
     αν είχα στόμα να ειπώ τι έκαμες! Τι κρίμα;
     Κρίμα, που τα ρουθούνια του ο Ουρανός τα φράζει,
     και η Σελήνη κρύπτεται, κι' ο ασελγής Αέρας
     που ό,τι απαντά φιλεί, εχώθη εντροπιασμένος
     μέσα 'ς τα τάρταρα της γης, μη τύχη και τ' ακούση!
     Τι κρίμα, λέγει, έκαμε! Ξεντροπιασμένη πόρνη!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Μα τον Θεόν με αδικείς!

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Τι; μη δεν ήσαι πόρνη;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Ω! Να μην ήμαι χριστιανή αν ήμαι τέτοιον πράγμα!
     Εάν διά τον άνδρα μου αυτό εδώ το σκεύος
     να το κρατώ αμόλυντον κι' ανέγγικτον, — αν τούτο
     πόρνη δεν λέγεται, κ' εγώ δεν είμαι τέτοια! Όχι!

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Δεν είσαι πόρνη;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Όχι, ή — να μη σωθή η ψυχή μου!

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Συμπάθησέ με το λοιπόν σ' επήρα δι' εκείνην
     την βρώμαν την παμπόνηρην από την Βενετίαν,
     που του Οθέλλου έγεινε γυναίκα.

(Προς την ΑΙΜΙΛΙΑΝ εισερχομένην.)

     Συ κυρία,
     που κάμνεις την αντίθετην δουλειάν τ' Αγίου Πέτρου,
     και που φυλάγεις τα κλειδιά του Άδου, — 'σένα λέγω·
     ιδού διά τον κόπον σου· 'τελείωσ' η δουλειά μας·
     γύρισε τώρα το κλειδί και… λέξιν να μη' βγάλης!

(Εξέρχεται.)

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Αλλοίμονον, τι είν' αυτά; τι έχει μέσ' τον νουν του;-
     Τι έπαθες Κυρία μου! Τι έπαθες Κυρία!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Μισοκοιμούμαι· τίποτε.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Κυρία μου, τι έχει
     ο κύριός μου;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Ποιος σου;

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Ο κύριός μου λέγω,

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Και ποιον έχεις κύριον;

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Ποιον; τον ιδικόν σου,
     γλυκειά κυρία μου.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Εγώ δεν έχω ιδικόν μου.
     Μη, Αιμιλία, μου λαλείς. Δεν ημπορώ να κλαύσω,
     και όμως άλλην δεν 'μπορώ απόκρισιν να δώσω,
     παρά με μόνον δάκρυα. — Παρακαλώ, απόψε
     τα νυμφικά σεντόνια μου να στρώσης. Μη ξεχάσης.
     Και κράξε μου τον άνδρα σου.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Να αλλαγή, αλήθεια!

(Εξέρχεται)

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Μ' αυτόν τον τρόπον να φερθή τ' αξίζω· ναι, τ' αξίζω.
     Ω! πώς εστραβοπάτησα και έδωσα αιτίαν
     να του περάση απ' τον νουν πως ημπορώ να πταίω;

(Επανέρχεται η ΑΙΜΙΛΙΑ μετά τον ΙΑΓΟΝ.)

ΙΑΓΟΣ
     Τι αγαπάς, Κυρία μου; Τι έχεις;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Δεν ηξεύρω. Όταν κανείς μωρόν παιδί να δασκαλεύση έχει,
     με εύκολα μαθήματα, με το καλόν αρχίζει.
     Κ' εμένα ας μ' εμάλονε με το καλόν διότι
     είμαι 'ς το μάλωμα παιδί.

ΙΑΓΟΣ
     Τι έτρεξε, Κυρία;

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Καλέ, την εξεντρόπιασε, την είπε πόρνην, Ιάγο! (31)
     Τόσαις της έρριξε 'βρυσιαίς και τόσα χονδρά λόγια,
     που μια ευαίσθητη ψυχή ποτέ δεν υποφέρει.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Μ' αξίζει, Ιάγο, τ' όνομα;

ΙΑΓΟΣ
     Τι όνομα, Κυρία;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Αυτό, που η γυναίκα σου σού λέγει πως με είπε
     ο άνδρας μου;

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Να την ειπή μιαν πόρνην! Τέτοιον λόγον
     δεν θα 'λεγε ς' το ταίρι του ζητιάνος μεθυσμένος.

ΙΑΓΟΣ
     Και διατί να το ειπή;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Δεν ξεύρω· πλην δεν είμαι
     τέτοια γυναίκα βέβαια!

ΙΑΓΟΣ
     Μη κλαίης, ω! μη κλαίης.
     Αλλοίμονον!

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Παραίτησε τόσους που την 'ζητούσαν,
     αφήκε τον πατέρα της και φίλους και πατρίδα,
     διά να εξυβρίζεται! …Πώς θέλεις να μην κλαίη;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Ήτον της Μοίρας μου κι' αυτό!

ΙΑΓΟΣ
     Θα το μεταννοήση!
     Πλην πώς του εκαταίβηκε;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Αχ, ο Θεός το 'ξεύρει.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Κακόν να μ' έλθη αν κανείς αχρείος κατεργάρης,
     κανένας επιτήδειος εις το να βάζη λόγια,
     κανένας ασυνείδητος κ' αισχρός δεν εφευρήκε
     αυτήν την βρωμοδιαβολήν διά σκοπούς 'δικούς του.
     Αν δεν ήν' έτσι, να χαθώ!

ΙΑΓΟΣ
     Πώς γίνεται; Δεν έχει
     'ς τον κόσμον τέτοιον άνθρωπον. Αδύνατον!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Αν ήναι
     τέτοιος κανείς, απ' τον Θεόν συγχώρησιν να εύρη!

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Κρεμάλ' αντί συγχώρησιν! Και να του καταφάγη
     τα κόκκαλα η κόλασις! Πώς να την κράξη πόρνην;
     Ποιος είν' ο φίλος της; Πού; πώς; πού 'φάνηκε; ποιον
                                                ['μοιάζει;
     Τον Μαύρον τον εγέλασε κανένας κατεργάρης·
     κανείς βρωμάνθρωπος κακός και κνώδαλον αχρείον!
     Τέτοιους ανθρώπους, ω Θεέ, πώς δεν τους ξεσκεπάζεις;
     Κ' εις κάθε χέρι τίμιον πώς βούνευρον δεν βάζεις,
     να τους ξυλίζουν 'σάν σκυλιά, ολόγυμνους 'ς τους
                                             [δρόμους,
     'ς τα τετραπέρατα της γης, 'ς Ανατολήν και Δύσιν;

ΙΑΓΟΣ
     Λέγε τα μέσα σου αυτά.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Κατάρα να τους εύρη!
     Κανένας τέτοιος σύμβουλος περίφημος, κ' εσένα
     σου 'γύρισε ανάποδα τον νουν, τα μέσα έξω,
     οπόταν υποπτεύθηκες εμένα με τον Μαύρον.

ΙΑΓΟΣ
     Τα 'χεις χαμένα; Σώπαινε.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Αλλοίμονον, ω Ιάγο,
     πώς ημπορώ τον άνδρα μου να τον ξανακερδίσω;
     Πήγαινε, φίλε, κ' εύρε τον. Ναι, μα το φως που βλέπω,
     δεν 'ξεύρω πώς τον έχασα. Ιδέ με· γονατίζω.
     Εάν εις την αγάπην του ημάρτησα ποτέ μου,
     εάν ποτέ με στοχασμόν, εάν ποτέ με πράξιν,
     αν με τα 'μάτια μου, τ' αυτιά, με πάσαν αίσθησίν μου
     ηύρα ποτέ μου ηδονήν 'ς άλλην μορφήν ανθρώπου,
     ή αν και τώρα, ή και πριν, κι' όσον ακόμη ζήσω,
     (και αν να με ξεφορτωθή θελήση, και με ρίψη
     'ς την συμφοράν του χωρισμού), αν 'ς όλην την ζωήν μου
     δεν τον ηγάπησα πιστά και μ' όλην την καρδιάν μου,
     τότ' ο Θεός παρηγοριάν κ' ελπίδα μη μου δώση!
     Ω! η σκληρότης ημπορεί παραπολύ να κάμη,
     και η σκληρότης του 'μπορεί να κόψη την ζωήν μου,
     πλην την αγάπην μου ποτέ δεν θα μου την αλλάξη!
     Την λέξιν π ό ρ ν η δεν 'μπορώ να την προφέρω. Φρίκην,
     φρίκην μου φέρνει μοναχά και να την λέγω τώρα!
     Αλλά, να κάμω το κακόν διά να την αξίζω…
     όχι, δι' όλα τα καλά τα μάταια του κόσμου!

ΙΑΓΟΣ
     Ησύχασε, παρακαλώ· Θα ήτον συγχυσμένος.
     Θα του ετάραξαν τον νουν τα πράγματα του κράτους,
     κ' εξέσπασεν επάνω σου.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Αυτό να ήτο μόνον!

ΙΑΓΟΣ
     Αυτό είν', είμαι βέβαιος.

(Σάλπιγγες έξωθεν).

Ακούεις, που σημαίνει του γεύματος η πρόσκλησις; Θα σε προσμένουν τώρα 'ς την τράπεζαν οι άρχοντες από την Βενετίαν. Πήγαινε μέσα· μη θρηνείς, και διορθόνοντ' όλα.

     (Εξέρχονται η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ και η ΑΙΜΙΛΙΑ.) (32)
     (Εισέρχεται ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ).

ΙΑΓΟΣ
     Τι γίνεσαι, Ροδερίκε;

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ
     Δεν μου φαίνεται να μου φαίρνεσαι καλά, Ιάγο.

ΙΑΓΟΣ
     Και τι κακόν σου έκαμα;

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ
     Με τραβάς εμπρός από ημέραν εις ημέραν, πότε
     με το ένα και πότε με το άλλο. Και από ό,τι εκατάλαβα,
     αντί να μου πληθαίνης τας ελπίδας μου, μου
     ολιγοστεύεις το έχειν μου. Αλλά μου φθάνει έως εδώ.
     Και ακόμη δεν το απεφάσισα, αν πρέπη να καθίσω
     ήσυχος, ύστερον από όσα εξ αιτίας σου υπέφερα, σαν
     κουτός.

ΙΑΓΟΣ
     Θέλεις να με ακούσης, Ροδερίκε;

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ
     Σε ήκουσα με το παρεπάνω· και τα λόγια σου δεν
     είναι εξαδέλφια με τα έργα σου.

ΙΑΓΟΣ
     Έχεις άδικον να με κατηγορής.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ
     Σου λέγω εκείνο οπού είναι. Εξωδεύθηκα περισσότερον
     από τα μέσα μου. Τα διαμαντικά, τα οποία μου
     επήρες να τα δώσης της Δυσδαιμόνας, ήσαν καλά να
     πλανέσουν και μίαν ασκήτριαν. Μου είπες, ότι τα
     εκαλοδέχθηκε και ότι μου λέγει να παρηγορούμαι και να
     ελπίζω, ότι θα με καλοδεχθή κ' εμένα. Πού είναι όλα
     αυτά; δεν τα βλέπω.

ΙΑΓΟΣ
     Καλά· πολύ καλά· εξακολούθει.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ
     Πολύ καλά! Εξακολούθει! — Δεν ημπορώ να εξακολουθώ,
     άνθρωπε, και δεν είναι καθόλου π ο λ ύ κ α λ ά.
     Εξ εναντίας, πολύ βρώμικα τα βλέπω, και αρχίζω να
     καταλαμβάνω, ότι με παίζεις.

ΙΑΓΟΣ
     Πολύ καλά.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ
     Σου λέγω, ότι δεν είναι πολύ καλά! Θα 'πάγω να
     την ιδώ, την Δυσδαιμόναν. Αν μου δώση οπίσω τα
     διαμαντικά μου, θα παραιτηθώ από το κυνήγημά της
     και θα μετανοήσω, ότι έβαλα κακόν εις τον νουν
     μου. Αν όχι, ήξευρέ το καλά, ότι θα λογαριασθώ
     μαζή σου.

ΙΑΓΟΣ
     Τα είπες όλα;

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ
     Μάλιστα· και δεν είπα τίποτε, το οποίον να μην
     ήμαι αποφασισμένος και να κάμω.

ΙΑΓΟΣ
     Α! Τώρα το βλέπω, ότι δεν σου λείπει νεύρον, και
     από αυτήν την στιγμήν σε παίρνω εις υπόληψιν,
     περισσότερον από πριν. Δος μου το χέρι σου, Ροδερίκε.
     Είχες δίκαιον να τα βάλης μαζή μου, και όμως σου
     ορκίζομαι, ότι την δουλειάν σου την εκύτταξα καλά.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ
     Αυτό δεν εφάνηκε διόλου.

ΙΑΓΟΣ
     Τ' ομολογώ, ότι δεν εφάνηκε. Και η υποψία σου έχει
     τον λόγον της. Αλλά, Ροδερίκε, αν έχης μέσα σου
     εκείνο, το οποίον μου έδωσες τώρα περισσότερον από
     πριν αφορμήν να πιστεύω, ότι το έχεις, — αν έχης απόφασιν,
     θάρρος και ανδρείαν, — απόδειξέ το απόψε,
     και αν αύριον δεν την χαρής την Δυσδαιμόναν, ξεπάστρευσέ
     με από τον κόσμον, και σοφίσου πώς να μου
     κόψης την ζωήν.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ
     Και τι έχει να γείνη; Είναι πράγμα, οπού έρχεται
     εις τον λογαριασμόν;

ΙΑΓΟΣ
     Ήλθε προσταγή από την Βενετίαν να λάβη ο Κάσιος
     την θέσιν του Οθέλλου.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ
     Αλήθεια; Λοιπόν θα γυρίσουν εις την Βενετίαν ο
     Οθέλλος και η Δυσδαιμόνα;

ΙΑΓΟΣ
     Όχι· πηγαίνει εις την Μαυριτανίαν ο Μαύρος, και
     παίρνει μαζή του την ωραίαν Δυσδαιμόναν εκτός εάν
     συμβή τίποτε και εμποδισθή. Και τι εμπόδιον καλλίτερον,
     παρά να έβγη από την μέσην ο Κάσιος;

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ
     Τι λογής να έβγη από την μέσην;

ΙΑΓΟΣ
     Εις τρόπον ώστε να μην ημπορή να πάρη την θέσιν
     του Οθέλλου. Να ξεπατωθή!

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ
     Και θέλεις εγώ να το κάμω;

ΙΑΓΟΣ
     Εσύ, αν έχης την καρδιάν να εύρης με μιαν και το
     δίκαιόν σου και το κέρδος σου. — Απόψε δειπνά με μίαν
     προκομένην, και θα υπάγω κ' εγώ να τον σμίξω. Ακόμη
     δεν έμαθε τον προβιβασμόν του. Αν τον παραμονεύσης
     όταν φεύγη απ' εκεί, (και θα καταφέρω να φύγη από
     τα μεσάνυκτα έως την μίαν), ημπορείς εύκολα εύκολα
     να τον διορθώσης. Θα ήμαι εκεί κοντά να σε βοηθήσω,
     και οι δύο μας μαζή σου τον τελειόνομεν. Έλα· μη
     στέκεσαι και χάσκεις. Έλα μαζή μου και θα σε καταπείσω
     τόσον, ότι πρέπει ν' αποθάνη, ώστε θα το ιδής και
     συ, ότι είναι χρέος σου να τον σκοτώσης. Κοντεύει η ώρα
     του δείπνου, και η νύκτα περνά. Μη χάνωμεν καιρόν.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ
     Πρέπει να μου ειπής και άλλα διά να καταπεισθώ.

ΙΑΓΟΣ
     Θα σε καταπείσω!

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Γ' .

     Ετέρα αίθουσα εν τω φρουρίω.
     (Εισέρχονται ο ΟΘΕΛΛΟΣ, η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ, ο ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ,
     η ΑΙΜΙΛΙΑ και συνοδεία.)

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ
     Παρακαλώ, αυθέντα μου, μακρύτερα μην έλθης.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Ω, άφησε· με ωφελεί περίπατος ολίγος.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ
     Ευχαριστώ σε ταπεινώς, Κυρία· καλήν νύκτα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Καλώς μας ώρισες εδώ.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Λοιπόν περιπατούμεν; —
     Αι, Δυσδαιμόνα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Πρόσταξε.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Πήγαινε να πλαγιάσης ευθύς. Τώρα θα γυρίσω. Να
     διώξης την παραστεκάμενήν σου αυτήν. Κύτταξε να
     κάμης ό,τι σου λέγω.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Ορισμός σου, αυθέντα μου.

(Εξέρχονται ο ΟΘΕΛΛΟΣ ο ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ και η συνοδεία).

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Πώς τα πηγαίνει; φαίνεται ημερωμένος τώρα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Μου είπεν, ότι γρήγορα οπίσω θα γυρίση,
     κι' αμέσως 'ς το κρεββάτι μου να 'πάγω να πλαγιάσω,
     κ' εσένα με διέταξε να διώξω.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Να με διώξης;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Μου το επρόσταξε. Λοιπόν, καλή μου Αιμιλία,
     τα νυκτικά μου δόσε μου και πήγαινε. Δεν πρέπει
     αιτίαν να του δώσωμεν δυσαρεσκείας τώρα.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Να μη τον είχες 'δει ποτέ!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Ω! Δεν το λέγω τούτο,
     διότι η αγάπη μου τον στέργει καθώς είναι.
     Ως κ' εις το πείσμα, 'ς τον θυμόν, και 'ς τα μαλώματά του
     (ξεκάρφωσέ μ' εδώ να ζης·) εις όλα του μ' αρέσει.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Καθώς μου είπες έστρωσα εκείνα τα σεντόνια.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Και τι εβγήκε απ' αυτό; Αλήθεια, τι κεφάλια
     ανόητα που έχομεν! — Αν τύχη κι' αποθάνω
     πριν απ' εσέ, μ' έν απ' αυτά τα ίδια τα σεντόνια
     σαβάνωσέ μ' αν μ' αγαπάς.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Τι λόγια! Έλα, έλα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Μιαν δούλαν είχ' η μάνα μου· την έλεγαν Βαρβάραν.
     Ηγάπησε, κι' απίστησεν ο αγαπητικός της
     και την 'παραίτησε. Αυτή συνείθιζε να λέγη
     ένα τραγούδι της ιτιάς, — παμπάλαιον τραγούδι,
     πλην έλεγε τον πόνον της. Κι' απέθαν' η καϋμένη
     μ' εκείνο εις το στόμα της. Δεν 'ξεύρω πώς απόψε
     δεν μου εβγαίνει απ' τον νουν διόλου, κι' όλον θέλω
     να γείρω το κεφάλι μου, και να το τραγουδήσω
     'σάν την Βαρβάραν την πτωχήν… Πλην μην αργής, να
                                                 [ζήσης.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Το νυκτικόν σου φόρεμα να σου το φέρω;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Όχι.
     Ξεκάρφωσέ μου το αυτό. Αυτός ο Λοδοβίκος
     τι καθώς πρέπει άνθρωπος.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Και τι ωραίος νέος!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Τι νόστιμα που ομιλεί.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Γνωρίζω μίαν αρχόντισσαν εις την Βενετίαν· θα επήγαινε
     γυμνοπόδι εις την Παλαιστίνην, διά ν' αξιωθή να
     του εγγίση τα χείλη.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ (άδει). (33)

Α’.

«Η αθλία ψυχή καθήμενη σε χόρτο, σε λουλούδι, »με μια φωνή νεκρώσιμη αρχίναε το τραγούδι. »Ελάτε, τραγουδήσετε την πράσινην ιτιά. »Ακίνητο το χέρι της εις την καρδιά βαστάει, »την κεφαλήν 'ς τα γόνατα τ' αδύνατ' ακουμπάει. »κι' ο ρύαξ εκεί 'ς τα πόδια της εφλοίσβιζε τερπνά.

(Δίδει εις την ΑΙΜΙΛΙΑΝ κοσμήματά της τινά.)

Κρύψε μου τα αυτά.

»Ελάτε τραγουδήσετε την πράσινην ιτιά.

Κάμε γρήγορα, σε παρακαλώ. Θα έλθη όπου και αν ήναι.

»Όλοι, όλοι τραγουδήσετε ιτιά, ιτιά, ιτιά.

Β’.

»Έως που 'μιλεί το χείλι μου δεν φταίει θε να φωνάζη.

     Όχι· δεν έρχεται αυτός ο στίχος τώρα. — Ακούεις;
     ποίος κτυπά;

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Αέρας ήτον.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
            »Μια 'μέρα εγώ του 'κλαύθηκα πως πέφτει 'ς άλλα στήθη,
            »κ' εμένα με παράτησε· κ' εκείνος απεκρίθη,
            »μιμήσου με κι' αγάπησε άλλη και συ αγκαλιά.»

     Πλην φύγε· Καλήν νύκτα σου. Τα 'μάτια μου με τρώγουν.
     Αυτό σημαίνει δάκρυα;

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Μήδ' άλλο, μήτε τούτο.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Κάπου το ήκουσα θαρρώ. — Οι άνδρες, ω! οι άνδρες!..
     Νομίζεις, — εις την πίστιν σου, ειπέ μου, Αιμιλία, —
     είναι γυναίκες πού γελούν ξεντροπιασμένα τόσον
     τους άνδρας των;

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Ω, βέβαια! Ευρίσκονται και τέτοιαις.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     'Πέ μου, το έκαμνες εσύ, διά τον κόσμον όλον.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Συ δεν το έκαμνες;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Ποτέ, μα τ' Ουρανού την λάμψιν.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Κ' εγώ 'ς την λάμψιν τ' Ουρανού δεν το 'καμνα ποτέ μου.
     'Σ τα σκοτεινά καλλίτερα 'μπορούσα να το κάμω.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Ημπορούσες να κάμης τέτοιον πράγμα, δι' όλον τον
     κόσμον;

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Ο κόσμος είναι θεώρατον πράγμα. Θα ήτο μεγάλη
     η πληρωμή διά τόσον μικρόν κρίμα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Αληθινά, πιστεύω ότι δεν το έκαμνες.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Αληθινά, πιστεύω, ότι το έκαμνα, …διά να το
     ξεκάμω έπειτα. Δεν σου λέγω, — δεν το έκαμνα ούτε
     δι' ένα δακτυλίδι, ούτε δι' ένα κομμάτι πανί, ούτε διά
     φορέματα, ή φούσταις, ή σκούφιαις, ούτε διά μικρά
     στολίδια, αλλά… δι' όλον τον κόσμον!… Καλέ, ποία
     είναι εκείνη, οπού δεν έβαζε κέρατα του ανδρός της,
     αν ήτο να του βάλη και μίαν κορώναν μαζή! Διά
     τόσον κέρδος, εγώ έτρεχα την τύχην να μην ιδώ τον
     παράδεισον.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Να μην έχω καλόν αν έκαμνα εγώ αυτό το άδικον,
     διά τον κόσμον όλον;

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Το άδικον θα ήναι άδικον μέσα εις τον κόσμον.
     Όταν έχης όμως ιδικόν σου τον κόσμον, το άδικον θα
     γίνεται μέσα εις τον ιδικόν σου κόσμον, και εύκολα
     το διορθόνεις.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Τέτοια γυναίκα εις την γην εγώ θαρρρώ δεν έχει.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Έχει καμμιά δωδεκαριά, και όσαις παρεπάνω
     χωρεί ο κόσμος σου αυτός, αν πληρωμήν τον βάλης.
     Πλην, να σου 'πώ την γνώμην μου; Αν σφάλουν αι γυναίκες
     πταίουν οι άνδρες των. — Εάν μας αμελούν εκείνοι,
     εάν εις ξέναις αγκαλιαίς σκορπούν τον θησαυρόν μας,
     με ζήλειαν χωρίς νόημα εάν μας βασανίζουν,
     και κλειδωμέναις μας κρατούν, ή αν σηκώσουν χέρι,
     ή αν από το πείσμα των 'ς το έξοδον μας σφίξουν,
     χολήν δεν έχομεν κ' ημείς; Η γλύκα δεν μας λείπει,
     πλην έχομεν κ' εκδίκησιν. — Οι άνδρες ας το' ξεύρουν,
     πως έχουν αι γυναίκες των καθώς αυτούς αισθήσεις.
     Μυρίζομεν, και βλέπομεν, και νοιώθομεν την γεύσιν
     και του ξυνού και του γλυκού, το ίδιον με τους άνδρας. —
     Και όταν άλλαις κυνηγούν εκείνοι, τι γυρεύουν;
     Γυρεύουν διασκέδασιν; Αυτό νομίζω θέλουν.
     Και ποία είν' η αφορμή; Η κλίσις των νομίζω.
     Και η αδυναμία των τους σπρώχνει; Έτσι λέγουν. —
      — Κλίσεις δεν έχομεν κ' ημείς, κ' ημείς αδυναμίας,
     κ' ημάς η διασκέδασις δεν μας αρέσει τάχα;
     Ας μας μεταχειρίζωνται καλά, και ας το μάθουν
     πως αν τους αδικήσωμεν, αυτοί μας δασκαλεύουν.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Καλήν σου νύκτα! Του Θεού την χάριν την γυρεύω
     να μην ξεπέφτω 'ς το κακόν, πλην να καλλιτερεύω.

(Εξέρχονται.)

ΠΡΑΞΙΣ ΠΕΜΠΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α'.

     Οδός εν Κύπρω.
     (Εισέρχονται ο ΙΑΓΟΣ και ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ).

ΙΑΓΟΣ
     Κρύψου οπίσω απ' εδώ. Να έλθη δεν θ' αργήση.
     Βάστα το ξίφος σου γυμνόν, και χώσ' το καθώς πρέπει.
     Εμπρός, εμπρός! Μη φοβηθής· θα ήμαι 'ς το πλευρόν σου.
     Μ' αυτό ή εχαθήκαμεν ή θα σωθούμεν, ώστε
     να πάρης την απόφασιν, και σφίξε την καρδιάν σου.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ
     Κοντά να ήσαι. Ημπορώ να μη τον επιτύχω.

ΙΑΓΟΣ
     θα ήμ' εδώ, 'ς το πλάγι σου, Καρδιά! Και ετοιμάσου.

(Απομακρύνεται ολίγον.)

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ
     Διά το επιχείρημα πολύ ζεστός δεν είμαι·
     και όμως μου απέδειξε πως πρέπει να το κάμω.
     Αι! Ένας ολιγώτερος 'ς την γην! Σπαθί μου έξω!

(Κρύπτεται.)

ΙΑΓΟΣ (καθ' εαυτόν.)
     Τον έτριψα ως το κόκκαλον εκεί που επονούσε,
     και τον ερέθισα καλά. — Είτε αυτός σκοτώση
     τον Κάσιον, είτε αυτόν ο Κάσιος σκοτώση,
     είτε κ' οι δύο σκοτωθούν, θα έβγω κερδισμένος.
     Ο Ροδερίκος ζωντανός, θα μου γυρεύη 'πίσω
     διαμαντικά και χρήματα, που έχω σουφρωμένα
     να τα προσφέρω απ' αυτόν 'ς την Δυσδαιμόναν δώρα.
     Δεν μου συμφέρει. — Αλλ' εάν ο άλλος απομείνη,
     μια αιωνία ευμορφιά θα ήναι η ζωή του,
     που θα με κάμνη άσχημον εμένα! Κ' εκτός τούτου
     ο Μαύρος έξαφνα 'μπορεί να του τα ξεσκεπάση,
     και τότε τρέχω κίνδυνον μεγάλον. Όχι, όχι!
     Πρέπει αυτός να σκοτωθή. — Σιμόνει. Τον ακούω.

(Κρύπτεται).

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ
     Το πάτημά του· -Είν' αυτός. — Σ' εσκότωσα, αχρείε!

(Εφορμά κατά του ΚΑΣΙΟΥ και τον πληγόνει).

ΚΑΣΙΟΣ
     Α! Η σπαθιά σου μ' έτρωγε τω όντι, αν δεν είχα
     τον θώρακα καλλίτερον απ' ό,τι εθαρρούσες.
     Τον ιδικόν σου να ιδώ.

(Πληγόνει τον Ροδερίκον).

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ
     Ω! Είμ' αποθαμένος!

     (Ο ΙΑΓΟΣ ορμά, πληγόνει όπισθεν τον ΚΑΣΙΟΝ εις τον μηρόν, και
     φεύγει.)

ΚΑΣΙΟΣ
     Βοήθεια! Μ' εκολόβωσαν! ω! Φονικόν! Βοήθεια!

(Ο ΟΘΕΛΛΟΣ εισέρχεται μακρόθεν).

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Ο Κάσιος! Τον λόγον του εφύλαξεν ο Ιάγος.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ
     Ω! κακορρίζικος εγώ!

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Αλήθεια είναι τούτο.

ΚΑΣΙΟΣ
     Βοήθεια! Αι! Φέρετε φως! Ένα ιατρόν! Βοήθεια!

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Εκείνος είναι. — Δίκαιε, πιστέ, γενναίε Ιάγο,
     που τ' άδικον του φίλου σου επάνω σου το 'πήρες.
     Μου δίδεις το παράδειγμα. — Ο αγαπητικός σου
     να τος, ω άπιστη, νεκρός! Η μαύρη σου η Μοίρα
     σε κυνηγά. Επλάκωσεν η ώρα! — Ήλθα, πόρνη!
     Ιδού! Τα εξερρίζωσα τα μάγια της καρδιάς μου,
     τα 'μάτια σου! Την κλίνην σου, που 'λέρωσ' ανομία,
     με τ' άνομον το αίμα σου απόψε θα την βάψω!

(Εξέρχεται).

ΚΑΣΙΟΣ
     Εδώ! Τι έγειν' η φρουρά; ποιος είν' εκεί; Βοήθεια!

(Εισέρχονται μακρόθεν ο ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ και ο ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ.)

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ
     Κάποιος 'κακόπαθε· ακούς; Κραυγαί απελπισίας.

ΚΑΣΙΟΣ
     Εδώ! Βοήθεια!

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ
     Ηχούσες;

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ
     Ω! κακομοιριασμένος!

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ
     Δύο ή τρεις βογγούν εδώ. Είναι βαθύ σκοτάδι·
     μην ήναι παραμόνευμα; Της γνώσεως δεν είναι
     να πολυπλησιάσωμεν πριν έλθη κανείς άλλος.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ
     Ποιος είν' εκεί; Το αίμα μου το έχασα.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ
     Ακούεις;

(Εισέρχεται ο ΙΑΓΟΣ άνευ επενδύτου, κρατών δαυλόν και ξιφήρης.)

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ
     Να ένας χωρίς φόρεμα· δαυλόν κρατεί και όπλα.

ΙΑΓΟΣ
     Ποιος είν' εκεί; Ποιος φονικόν φωνάζει και βοήθεια;

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ
     Δεν 'ξεύρω

ΙΑΓΟΣ
     Δεν ηκούσατε να κράζουν εδώ κάτω;

ΚΑΣΙΟΣ
     Εδώ δι' όνομα Θεού! Εδώ. Βοήθησέ με.

ΙΑΓΟΣ
     Τι έτρεξε;

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ (προς τον Λοδοβίκον).
     Είν' άνθρωπος νομίζω του Οθέλλου.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ
     Είν' ο σημαιοφόρος του. Γενναίον παλλικάρι!

ΙΑΓΟΣ
     Εσύ ποιος είσαι, που εκεί με τόσον πόνον κράζεις;

ΚΑΣΙΟΣ
     Ω Ιάγο, έλα· μ' έσφαξαν, μ' αφάνισαν κακούργοι.
     Βοήθησέ με·

ΙΑΓΟΣ
     Συμφορά! Εσύ, υπασπιστά μου!
     Ποιος σου το έκαμεν αυτό;

ΚΑΣΙΟΣ
     Εδώ νομίζω κάπου
     είναι ο ένας απ' αυτούς, και δεν 'μπορεί να φύγη.

ΙΑΓΟΣ
     Ω τους προδότας!

(Προς τον ΛΟΔΟΒΙΚΟΝ και τον ΓΡΑΤΙΑΝΟΝ).

Αι, εσείς, ελάτε, βοηθήτε.

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ
     Εδώ, βοήθεια!

ΚΑΣΙΟΣ
     Να! Αυτός είν' ένας απ' εκείνους.

ΙΑΓΟΣ
     Μαχαιροβγάλτη, μιαρέ!

(Πληγόνει δι' εγχειριδίου τον ΡΟΔΕΡΙΚΟΝ.)

ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ
     Ω Ιάγο κολασμένε,
     ω σκύλε άπιστε!

ΙΑΓΟΣ
     Ακούς! Τον κόσμον να σκοτόνουν
     'ς τα σκοτεινά! — Τι έγειναν, πού είν' οι σύντροφοί του; —
     'Σ όλην την χώραν σιωπή! — Αι, φονικόν! Σκοτόνουν!

(Προς τον ΛΟΔΟΒΙΚΟΝ και τον ΓΡΑΤΙΑΝΟΝ).

Ποιοι είσθε σεις; Καλοί; κακοί; Τι είσθε; τι ζητείτε;

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ
     Δοκίμασέ μας να ιδής.

ΙΑΓΟΣ
     Συ είσαι, Λοδοβίκε;

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ
     Εγώ.

ΙΑΓΟΣ
     Συμπάθειον ζητώ. — Επλήγωσαν κακούργοι
     τον Κάσιον.

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ
     Τον Κάσιον!

ΙΑΓΟΣ (προς τον Κάσιον.)
     Πώς είσαι, αδελφέ μου;

ΚΑΣΙΟΣ
     Μου έκοψαν το πόδι μου. (34)

ΙΑΓΟΣ
     Θεός φυλάξοι! — Φίλοι,
     το φως εδώ. — Το δένω 'γώ με το 'ποκάμισόν μου.

(Εισέρχεται η ΒΙΑΓΚΑ.)

ΒΙΑΓΚΑ
     Τι είναι τούτο το κακόν; Τι τρέχει; ποιος φωνάζει;

ΙΑΓΟΣ
     Ποιος φωνάζει;

ΒΙΑΓΚΑ (αναγνωρίζουσα τον Κάσιον.)
     Κάσιε! Ω Κάσιε, ζωή μου!
     Γλυκέ μου Κάσιε, εσύ; Κάσιε, Κάσιέ μου!

ΙΑΓΟΣ
     Α! Σκρόφα συ πασίγνωστη! — Δεν έχεις υποψίαν
     ποιοι τάχα σ' εμαχαίρωσαν, ω Κάσιέ μου;

ΚΑΣΙΟΣ
     Όχι.

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ
     Με κακοφαίνεται πολύ εδώ να σ' απαντήσω
     ς αυτήν την θέσιν, Κάσιε. Να σ' εύρω εζητούσα.

ΙΑΓΟΣ
     Μιαν καλτζοδέταν δότε μου. Καλά. — Ω! μιαν καθέκλαν
     να τον σηκώσωμεν σιγά και χωρίς να πονέση.

ΒΙΑΓΚΑ
     Αλλοίμονον! Λιγοθυμά! — Ω Κάσιε, ψυχή μου!

ΙΑΓΟΣ
     Αυθένται, υποπτεύομαι αυτήν την σιχαμένην,
     ότι 'ς αυτό το φονικόν είν' ανακατωμένη. —
     Υπομονή, ω Κάσιε! — Ελάτ' εδώ, ελάτε.

(Πλησιάζει προς το πτώμα του ΡΟΔΕΡΙΚΟΥ).

     Δότε μου φως. Ποιος είν' αυτός; Τον 'ξεύρομεν, ή όχι;
     Αλλοί! Ο συντοπίτης μου και ο καλός μου φίλος,
     ο Ροδερίκος! Όχι, — ναι! — Ο Ροδερίκος είναι!

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ
     Ο Βενετός;

ΙΑΓΟΣ
     Εκείνος· ναι. Τον 'ξεύρεις;

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ
     Αν τον 'ξεύρω!

ΙΑΓΟΣ
     Ο Γρατιάνος! Σου ζητώ συμπάθειον αυθέντα,
     αν με αυτά τα φονικά εφάνηκα χωριάτης,
     και δεν σε παρετήρησα.

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ
     Δεν βλάπτει. Καλώς σ' ηύρα.

ΙΑΓΟΣ
     Πώς είσαι τώρα, Κάσιε; — Ω! δότε μιαν καθέκλαν.

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ
     Ο Ροδερίκος!

ΙΑΓΟΣ
     Ναι· αυτός! — Ω! Ήλθεν η καθέκλα.

(Την φέρουν επί της σκηνής.)

Ας έχη δόξαν ο Θεός! — Καλά μου παλλικάρια σηκώσατέ τον απ' εδώ με προσοχήν… αγάλια. Εγώ θα τρέξω τον ιατρόν του στρατηγού να φέρω.

(Προς την Βιάγκαν).

     Εσύ, Κυρά, τον κόπον σου τον χάνεις. — Κάσιέ μου,
     αυτός που κείτεται νεκρός πιστός μου φίλος ήτο.
     Πώς εμαλώσατε μαζύ; η αφορμή ποια ήτο.

ΚΑΣΙΟΣ
     Ούτε γνωρίζω αφορμήν, ούτε αυτόν τον 'ξεύρω.

ΙΑΓΟΣ (προς την Βιάγκαν).
     Τι εκιτρίνισες εσύ; — Ω, δότε του αέρα!

(Μεταφέρονται έξω της σκηνής ο ΚΑΣΙΟΣ και ο ΡΟΔΕΡΙΚΟΣ.)

     Σεις, άρχοντές μου, μείνατε. — Κυρά, τι κιτρινίζεις; -
     Κυττάξετε το 'μάτι της πώς είναι θολωμένον. —
     Κάτι θα 'ξεύρης βέβαια, διά να τρέμης τόσον. —
     Παρατηρείτε την καλά· ιδέτε την, αυθένται.
     Την είδατε; Έχει φωνήν το κρίμα και φωνάζει,
     και αν ακόμ' ήναι βωβή και σιωπά η γλώσσα!

(Εισέρχεται η ΑΙΜΙΛΙΑ).

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Αλλοίμονον, ω άνδρα μου, τι έγεινε; τι τρέχει;

ΙΑΓΟΣ
     'Σ τα σκοτεινά τον Κάσιον ο Ροδερίκος, μ' άλλους
     που 'ξέφυγαν, τον 'κτύπησε. Μισοθανατωμένος
     έμείν' ο Κάσιος. Νεκρός ο Ροδερίκος είναι.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Αχ! Τον καλόν τον Κάσιον! Κρίμα 'ς τον νέον, κρίμα!

ΙΑΓΟΣ
     Να της πορνείας οι καρποί! — Προσπάθησ', Αιμιλία,
     να μάθης πού εδείπνησεν ο Κάσιος απόψε.

(Προς την Βιάγκαν).

Εσύ τι τρέμεις εις αυτό;

ΒΙΑΓΚΑ
     Εδείπνησε μαζή μου,
     αλλά δεν είναι δι' αυτό που τρέμω.

ΙΑΓΟΣ
     Α! Μαζή σου;
     Τότ' ακολούθει με λοιπόν.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Ω εντροπή σου, βρώμα!

ΒΙΑΓΚΑ
     Βρώμα δεν είμαι. Ζω κ' εγώ εξ ίσου τιμημένα
     μ' εσένα, που με ύβρισες.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Μ' εμένα; εντροπή σου!

ΙΑΓΟΣ
     Αυθένται, να φροντίσωμεν τον Κάσιον ελάτε. —
     Εσύ, κυρά, έλα μαζή να μας ειπής και άλλα. —
     Συ, Αιμιλία, πήγαινε κ' ειπέ του στρατηγού μας
     και της κυρίας σου αυτά. Εμπρός! (Αυτήν την νύκτα
     ή γίνεται η τύχη μου, ή η καταστροφή μου!)

(Εξέρχονται πάντες).

ΣΚΗΝΗ Β'.

     (Ο κοιτών της ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑΣ, ήτις κοιμάται επί της κλίνης.
     Παρ' αυτήν λαμπάς καίουσα. Εισέρχεται ο ΟΘΕΛΛΟΣ).

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Το αίτιον! Το αίτιον! Αυτό είν', ω ψυχή μου! (35)
     Ω άστρα σεις εντροπαλά, ας μη σας τ' ονομάσω!
     Είναι το αίτιον! Αλλά, το αίμα δεν της χύνω,
     και το κορμί δεν της χαλνώ, το άσπρον 'σάν το χιόνι,
     τ' αφράτον και υαλιστερόν 'σάν μαρμαροκολώνα!

(Αποθέτει το ξίφος).

Πλην ν' αποθάνη! Ή αλληώς και άλλους θα προδώση. — Το φως να σβύσω, κ' έπειτα… το φως αυτό να σβύσω! Συ φωτοδότη λειτουργέ, αν τώρα σε φυσήσω, την λάμψιν πάλιν ημπορώ να σου την ξαναδώσω, αν μεταννοιώσω. Αλλ' εάν σου πάρω μιαν το φως σου, σε, που η φύσις σ' έπλασε την τέχνην της να δείξη, ποιος Προμηθεύς θα δυνηθή την φλόγα να μου φέρη να ξανανάψω τέτοιον φως! Το ρόδον αν το κόψω, δεν ημπορώ την βλάστησιν και πάλιν να του δώσω. Θα μαραθή! — Εις το κλαδί επάνω ας σε μυρίσω.

(Την φιλεί).

Ω συ, μοσχάτη αναπνοή, που την δικαιοσύνην την μισοπείθεις το σπαθί να σπάση, — έν ακόμη· ακόμη έν. Παρόμοια κ' αποθαμένη μείνε, να σ' αγαπώ και ύστερα…. αφού σε θανατώσω. Ακόμη ένα, και αυτό να ήναι τελευταίον. Δεν εξανάγεινε ποτέ τόσον γλυκειά η πίκρα! Πρέπει να κλαύσω. Πλην σκληρά τα δάκρυά μου είναι· είναι ωσάν τον Ουρανόν και η 'δική μου λύπη· παιδεύει όπου αγαπά. — Εξύπνησε.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Ποιος είναι;
     Ποιος είν' εκεί; Οθέλλε μου.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Εγώ 'μαι, Δυσδαιμόνα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Αυθέντα μου, επιθυμείς να έλθης να πλαγιάσης;

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Την προσευχήν σου σήμερα την είπες, Δυσδαιμόνα;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Την είπα, ω αυθέντα μου.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Αν έχης να ζητήσης
     από τον Θεόν συγχώρησιν διά κανένα κρίμα
     που σου βαραίνει την ψυχήν, αμέσως προσευχήσου.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Αλλοίμονον! Τι είν' αυτά τα λόγια;

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Προσευχήσου,
     και σύντομα. Περιπατώ έως να τελειώσης.
     Δεν θέλω ανετοίμαστην να πάρω την ψυχήν σου.
     Και την ψυχήν σου δεν ζητώ να σου την θανατώσω.
     Να με φυλάξη ο Θεός!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Να θανατώσης είπες;

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Το είπα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Τότε ο Θεός λοιπόν να μ' ελεήση!

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Αμήν εκ βάθους της ψυχής!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Αφού το λέγης τούτο,
     να με σκοτώσης το λοιπόν ελπίζω δεν σκοπεύεις.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Κι' όμως είσαι φοβερός! Τι άγριος που είσαι!
     Είναι τα 'μάτια σου θολά! Δεν 'ξεύρω τι φοβούμαι,
     αφού δεν 'ξεύρω ένοχη να ήμ' εγώ, και όμως
     φοβούμαι· το αισθάνομαι.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Τα κρίματά σου σκέψου.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Ότι σ' αγάπησα πολύ. Δεν έχω άλλο κρίμα.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Και θ' αποθάνης δι' αυτό.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Η φύσις δεν το θέλει
     να θανατόνεται κανείς διά πολλήν αγάπην.
     Αλλοίμονον! Τα χείλη σου τι τα δαγκάνεις έτσι;
     Σου τρέμει όλον το κορμί από φρικτήν μανίαν!
     Κακά σημάδια είν' αυτά. Ελπίζω πλην, ελπίζω,
     ότι αν έρχεται κακόν δεν είναι δι' εμένα.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Ησύχασε και σώπαινε.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Ησύχασα. Τι θέλεις;

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Εκείνο το μαντίλι μου, που τόσον αγαπούσα
     και που σ' εχάρισα εγώ, το έχεις χαρισμένον
     'ς τον Κάσιον.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Μα την ζωήν και την ψυχήν μου, όχι!
     Κράξ' τον εδώ κ' ερώτησε.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Ψυχίτσα μου, φυλάξου,
     μη κάμης όρκον ψεύτικον, και θάνατος προσμένει.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Η ώρα του θανάτου μου δεν ήλθε.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Ναι· αμέσως.
     Λοιπόν την αμαρτίαν σου εξομολόγησέ την
     ειλικρινώς. Το ν' αρνηθής τα πράγματα με όρκους
     δεν πνίγει, ούτε αφαιρεί την βεβαιότητά μου,
     που μου θερίζει μέσα μου τα σπλάγχνα. Θ' αποθάνης!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Ελέησέ με ο Θεός, την μαύρην!

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Αμήν, είπα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Και συ ελέησε, και συ! Διότι 'ς την ζωήν μου
     δεν σε αδίκησα, ποτέ! Τον Κάσιον ποτέ μου
     δεν τον ηγάπησα, ποτέ, εκτός μ' αγάπην τόσην,
     όσην το θέλει κι' ο Θεός και η συνείδησίς μου·
     αλλά ποτέ του χάρισμα δεν έλαβ' απ' εμένα.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Μα τον Θεόν, 'ς τα χέρια του το είδα το μαντίλι!
     Το είδα, ω επίορκη! Πετρόνεις την καρδιάν μου!
     κ' εκείνο πώχω εις τον νουν, με θέλεις να το κάμω
     ως φονικόν, ενώ εγώ το είχα ως θυσίαν! (36)
     Το είδα το μαντίλι σου!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Τότε λοιπόν το ηύρε·
     δεν του το έδωσα ποτέ. Κράξ' τον εδώ να έλθη,
     κ' εμπρός μου την αλήθειαν ας την ομολογήση.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Τα ωμολόγησεν αυτός.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Τι πράγμα;

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Ότι… ότι
     σ' εχάρηκε …

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Εμένα!

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Ναι!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Δεν θα το 'πή ποτέ του!

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Δεν θα το' πή. Το στόμα του είναι κλεισμένον τώρα.
     Τα μέτρα του τα έλαβε ο τιμημένος Ιάγος.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Εμάντευσεν ο φόβος μου! Αποθαμένος είναι;

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Εάν η κάθε τρίχα του και μια ζωή του ήτο,
     δεν θα του άφινα εγώ ζωήν!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Ω δυστυχία!
     Αδικημένος είν' αυτός, κ' εγώ αφανισμένη!

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Πόρνη! Δεν έχεις εντροπήν; Εμπρός μου θα τον κλαύσης;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Ω! διώξέ με, αυθέντα μου, αλλά μη με σκοτώσης!

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Αχρεία! πέσε.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Αύριον, αν θέλης, σκότωσέ με·
     απόψε όμως άφησε να ζήσω.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Αν παλεύης …

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Ολίγον μόνον…

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Έγεινε· αναβολήν δεν έχει!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Μόνον να 'πώ μιαν προσευχήν.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Δεν είναι πλέον ώρα!

(Την πνίγει διά του προσκεφαλαίου αυτής).

ΑΙΜΙΛΙΑ, (έξωθεν).
     Αυθέντα μου, αυθέντα μου! Ω! άνοιξε αυθέντα!

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Τι είν' ο θόρυβος αυτός; — Ακόμη ζη; Ακόμη;
     Εγώ, ο άγριος εγώ, θα δείξω ευσπλαγχνίαν.
     Ιδού την αγωνίαν σου δεν σου την προμακρύνω.
     Να, να!

(Την μαχαιρώνει.) (37)

ΑΙΜΙΛΙΑ (έξωθεν).
     Αυθέντα, άκουσε· αυθέντα!

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Ποιος είναι;

ΑΙΜΙΛΙΑ (Έξωθεν).
     Εγώ, αυθέντα μου καλέ· να σου 'μιλήσω θέλω.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Η Αιμιλία. — Αι, καλά· ευθύς. — Αποθαμένη…
     Θα ήλθεν ίσως να μου 'πή τον φόνον του Κασίου·
     έγεινε θόρυβος πολύς. — Α! δεν σαλεύει πλέον…
     Ωσάν τον τάφον ήσυχη. — Να την αφήσω τώρα
     να έμβη; — Α! μου φαίνεται, ότι σαλεύει πάλιν.
     Όχι .. . — Τι είναι το σωστόν; Αν έμβη, θα 'μιλήση
     της γυναικός μου… Γυναικός; Ποιας γυναικός; Γυναίκα
     εγώ δεν έχω. Τι φρικτόν! Ω! Δεν το υποφέρω!
     Ώρα βαρειά! Μου φαίνεται μια έκλειψις μεγάλη
     θα γείνη τώρα, να χαθή και Ήλιος και Σελήνη,
     κ' εδώ κ' εκεί να κουτουλά η τρομασμένη Σφαίρα!

ΑΙΜΙΛΙΑ (έξωθεν).
     Αυθέντα μου, παρακαλώ, να σου 'μιλήσω θέλω.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Εσένα σ' ελησμόνησα. — Σ' ανοίγω, Αιμιλία. —
     Σιγά. — Αμέσως έρχομαι. — Να κρύψω το κρεββάτι.

     (Καταβιβάζει τα παραπετάσματα της κλίνης. Ανοίγει την θύραν.
     Εισέρχεται η ΑΙΜΙΛΙΑ).

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Πού είσαι; Αι; τι έπαθες; τι θέλεις;

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Ω αυθέντα,
     έγεινε κάτω φονικόν φρικτόν!

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Τι πράγμα; τώρα;

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Ναι, τώρα, ω αυθέντα μου!

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Τα έχασ' η Σελήνη·
     ήλθε σιμώτερα 'ς την γην απ' ό,τι συνειθίζει,
     και τους ανθρώπους 'τρέλλανε.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Ο Κάσιος, αυθέντα,
     εσκότωσ' ένα Βενετόν, που λέγουν Ροδερίκον.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Τον Ροδερίκον! Και αυτός επίσης σκοτωμένος;

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Ο Κάσιος εγλύτωσε· δεν είναι σκοτωμένος.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Ο Κάσιος εγλύτωσε! Τότ' η δολοφονία
     έχει χαμένα τα νερά, και η εκδίκησίς μου
     παραστρατίζει.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Άδικα, ω, άδικ' αποθνήσκω!

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Αλλοίμονον! Αυτ' η φωνή…

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Ποία φωνή; Τι είναι;