WeRead Powered by ReaderPub
Οθέλλος / Σαικσπείρου Τραγωδίαι Μέρος Β' cover

Οθέλλος / Σαικσπείρου Τραγωδίαι Μέρος Β'

Chapter 20: ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A distinguished military commander marries a noblewoman, triggering the concealed spite of a resentful subordinate who sets in motion a systematic campaign of deception. Through insinuation, forged impressions, and appeals to reputation, the subordinate cultivates the commander’s jealousy and undermines trust, with events shifting from an urban political center to a remote island garrison. The drama traces how suspicion, honor, and social standing distort intimate bonds and produce tragic consequences, focusing on manipulation, the fragility of belief, and the destructive power of rumor and misread evidence.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Ω! της Κυρίας μου φωνή ήτον αυτή. Βοήθεια!
     Βοήθεια! Ω! τι συμφορά! Ομίλησε ακόμη,
     Κυρία, Δυσδαιμόνα μου, Κυρία μου γλυκειά μου,
     ομίλησέ με, λέγε μου!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Αθώα αποθνήσκω.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Ποίος το έκαμεν αυτό;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ
     Κανείς. Εγώ μονάχη.
     Να 'πής πολλά υπέρ εμού εις τον καλόν μου άνδρα. (38)

(Αποθνήσκει).

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Πώς τάχα εσκοτώθηκε;

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Αλλοίμονον! Ποιος 'ξεύρει;

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Την ήκουσες; Μονάχη της· όχι εγώ. Το είπε.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Το είπε. Την αλήθειαν να μαρτυρήσω πρέπει.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     'Σ την φλογισμένην Κόλασιν 'σάν ψεύτρα οπού ήτο
     πηγαίνει. Την εσκότωσα εγώ!

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Ω! Τότ' εκείνη
     ακόμη πλέον άγγελος, κι' ακόμη πλέον μαύρος
     εσύ, ω μαύρε Σατανά!

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Εγύρισε 'ς την τρέλλαν
     κ' έγεινε πόρνη.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Ψεύματα, ω κολασμένε!

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Ήτον
     'ς την απιστίαν θάλασσα.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Είσαι φωτιά και φλόγα,
     εάν την λέγης άπιστην εκείνην, οπού ήτον
     πιστή ωσάν τον Ουρανόν!

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Την είχεν ιδικήν του
     ο Κάσιος. Καλλίτερα τον άνδρα σου ερώτα.
     Θα μ' ήξιζεν η Κόλασις και τα βαθύτερά της,
     εάν δεν είχα δίκαιον εγώ να καταντήσω
     έως εδώ. Ο άνδρας σου εγνώριζε τα πάντα.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Ο άνδρας μου;

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Ο άνδρας σου.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Ότι 'ς τα στέφανά της
     αυτή απίστησεν;

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Αυτή σου λέγω με τον Κάσιον.
     Ω! Εάν έμενε πιστή!… Και ένα νέον κόσμον
     να μου εχάριζ' ο Θεός, και όλον ζυμωμένον
     από χρυσάφι καθαρόν, μ' αυτόν τον νέον κόσμον
     ποτέ μου δεν την ήλλαζα!

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Ο άνδρας μου;

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Εκείνος
     μου είπεν όλ' απ' την αρχήν. Είν' άνδρας τιμημένος
     εκείνος, κι' αποστρέφεται την λάσπην, οπού σέρνουν
     τα βρωμερά καμώματα.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Ο άνδρας μου;

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Τι είναι
     η επανάληψις αυτή, γυναίκα; Σου το είπα·
     ο άνδρας σου!

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Αλλοίμονον! Κυρία, την αγάπην
     την έπαιξ' η κατεργαριά! — Ο άνδρας μου σου είπε,
     πως ήτον άπιστη;

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Αυτός, γυναίκα· σου το είπα,
     ο άνδρας σου! Δεν εννοείς η λέξις τι σημαίνει;
     Ο φίλος μου, ο άνδρας σου, ο τιμημένος Ιάγος!

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Αν το 'πε, η παμπόνηρη ψυχή του να σαπίζη
     σπυρί σπυρί κάθε στιγμήν! Ψεύδος αισχρόν σου είπε!
     Ηγάπησε παραπολύ τ' ακάθαρτόν της ταίρι!

ΟΘΕΛΛΟΣ (απειλών αυτήν.)
     Α!

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Κάμε ό,τι αγαπάς. Το κάμωμά σου τούτο
     αξίζει τον παράδεισον, όσον εσύ εκείνην!

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Διά καλόν σου σώπαινε.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     'Σ το χέρι σου δεν είναι
     ούτε το ήμισυ κακόν εμένα να μου κάμης,
     από εκείνο πού 'μπορώ να υποφέρω τώρα.
     Κουτέ! Βρωμοαπάτητε! Το κάμωμά σου είναι…
     Δεν σου φοβούμαι το σπαθί. Ω! θα σε καταδώσω,
     κι' ας είχα είκοσι ζωαίς να χάσω! Ω, βοήθεια!
     Εδώ! βοήθεια! φονικόν! βοήθεια! Την κυράν μου
     ο Μαύρος την εσκότωσε. Ω! φονικόν! βοήθεια!

(Εισέρχονται ο ΜΟΝΤΑΝΟΣ, ο ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ, και ο ΙΑΓΟΣ.)

ΜΟΝΤΑΝΟΣ
     Τι τρέχει; τι ακολουθεί, ω στρατηγέ,

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Ω Ιάγο,
     έλα. Τι έκαμες εσύ, και τα εγκλήματά των
     τα ρίχνουν εις την ράχην σου οι άλλοι;

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ
     Τι συνέβη;

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Τον ασυνειδήτον αυτόν απόδειξέ τον ψεύτην,
     αν ήσαι άνδρας. Μ' έλεγεν, ότι εσύ του είπες,
     πως ήτον η γυναίκα του μια άτιμη. Το 'ξεύρω,
     συ δεν το είπες, επειδή τόσον πολύ αχρείος
     δεν είσαι! 'Πέ μου, κ' η καρδιά μου ξεχειλίζει πλέον!

ΙΑΓΟΣ
     Του είπα ό,τι 'πίστευα· και άλλο δεν του είπα
     παρ' ό,τι μόνος του αυτός και ήκουσε και είδε.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Αλλά πως ήτον άπιστη ποτέ σου του το είπες;

ΙΑΓΟΣ
     Το είπα.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Ήτο ψεύμα σου· αισχρόν και μαύρον ψεύμα!
     Μα την ψυχήν μου, ψεύματα! ξεντροπιασμένον ψεύμα!
     Εκείνη με τον Κάσιον! Τον Κάσιον; Το είπες;

ΙΑΓΟΣ
     Το είπα· με τον Κάσιον. Την γλώσσαν δεν μαζεύεις;

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Να ομιλήσω χρεωστώ. Την γλώσσαν δεν μαζεύω.
     Εκεί, εις το κρεββάτι της επάνω, σκοτωμένη
     είν' η κυρία μου, εκεί!

     ΠΑΝΤΕΣ
     Θεός να μας φυλάξη!

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Κ' αιτία του θανάτου της, τα ιδικά σου λόγια!

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Μη, άρχοντες, 'ξιππάζεσθε. Σας λέγει την αλήθειαν.

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ
     Μαύρη αλήθεια και φρικτή.

ΜΟΝΤΑΝΟΣ
     Τι πράξις τερατώδης!

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Ω, προδοσία έγεινε, Θεέ μου! προδοσία!
     Τώρα το βλέπω η τυφλή· το βλέπω. Προδοσία!
     Μ' είχε περάσει απ' τον νουν! Θα με σκοτώση η λύπη!
     Ω! προδοσία!

ΙΑΓΟΣ
     Τα 'χασες; 'ς το σπίτι! Σε προστάζω.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Καλοί μου άρχοντες εσείς, αφήτε να λαλήσω.
     Του χρεωστώ υποταγήν, αλλ' όμως όχι τώρα.
     Ίσως ς' το σπίτι μου ποτέ δεν θα γυρίσω, Ιάγο.

ΟΘΕΛΛΟΣ (πίπτων επί της κλίνης)·
     Ω! Ω! Ω! Ω!

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Ναι, πέσ' εκεί και μούγγριζε, θηρίον,
     αφού το εθανάτωσες το πλάσμα το αθώον,
     οπού γλυκύτερον ποτέ ο Ουρανός δεν είδε.

ΟΘΕΛΛΟΣ (εγειρόμενος).
     Ω! έγεινε σιχαμερή!

(Προς τον Γρατιάνον).

     Μόλις σε βλέπω, θείε.
     Η ανεψιά σου είν' εκεί. Ναι, την αναπνοήν της
     την εσταμάτησαν αυτά τα χέρια οπού βλέπεις.
     Το κάμωμά μου φοβερόν σου φαίνεται· το 'ξεύρω.

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ
     Η Δυσδαιμόνα η πτωχή! Ω! Τον Θεόν δοξάζω
     που ο πατέρας σου δεν ζη. Ο γάμος σου του ήτο
     θανατηφόρος, κ' έκοψε το νήμα της ζωής του
     το γέρικον η λύπη του. Εάν εζούσε τώρα,
     θα τον απέλπιζεν αυτό το θέαμα, και ίσως
     τον αγαθόν του άγγελον θα τον εβλασφημούσε
     και η αθλία του ψυχή θα 'πήγαινε 'ς τον Άδην.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Ναι· είν' αξιοδάκρυτον. Αλλά ο Ιάγος 'ξεύρει
     πως με τον Κάσιον αύτη της εντροπής την πράξιν
     χίλιαις φοραίς την έκαμε. Το εξωμολογήθη
     ο Κάσιος. Κ' επλήρωσε αυτή τους έρωτάς του
     μ' εκείνο το τεκμήριον και δώρον της αγάπης,
     που της επρωτοχάρισα· 'ς τα χέρια του το είδα·
     ένα μαντίλι κεντητόν, ενθύμημα αρχαίον
     που έδωσ' ο πατέρας μου 'ς την μάναν μου.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Θεέ μου,
     Θεέ μου παντοδύναμε!

ΙΑΓΟΣ
     Σιώπησε σου λέγω.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Θα τα ειπώ, θα τα ειπώ. Να σιωπήσω; Όχι!
     Ελεύθερη 'σάν τον Βορειάν θα πεταχθή η φωνή μου!
     Κι' ο Ουρανός, κ' οι άνθρωποι, κ' οι διάβολοι, τα πάντα,
     κι' αν κράζουν όλα εντροπή 'ς εμένα, θα λαλήσω!

ΙΑΓΟΣ
     Σου λέγω, έσο γνωστική και πήγαινε 'ς το σπίτι.

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Δεν σε ακούω.

(Ο Ιάγος την απειλεί σύρων το ξίφος).

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ
     Εντροπή! Σπαθί, εις μιαν γυναίκα!

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Ω Μαύρε συ ανόητε! Εκείνο το μαντίλι
     το ηύρα κατά σύμπτωσιν και το 'δωσα τ' ανδρός μου,
     αφού αυτός πολλαίς φοραίς, μ' επιμονήν μεγάλην
     που τέτοιον πράγμ' ασήμαντον δεν ήξιζε βεβαίως,
     μ' εθερμοπαρακάλεσε να της το κλέψω.

ΙΑΓΟΣ
     Βρώμα!

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Εκείνη εις τον Κάσιον να το χαρίση! Όχι!
     Το ηύρα' γώ, ώρα κακή! και το 'δωσα τ' ανδρός μου.

ΙΑΓΟΣ
     Ω βρώμα, λέγεις ψεύματα!

ΑΙΜΙΑΙΑ
     Μα τον Θεόν δεν λέγω,
     μα τον Θεόν μου, ψεύματα δεν λέγω, άρχοντές μου!
     Ω συ, ανόητε φονηά! Τι ήθελε να πάρη
     ένα μωρόν ωσάν κ' εσέ τέτοια καλή γυναίκα!

(Ο ΙΑΓΟΣ πληγόνει την ΑΙΜΙΛΙΑΝ και φεύγει δρομαίος).

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Πώς τώρα δεν πετροβολεί εδώ τους κεραυνούς του
     ο Ουρανός! Παμπόνηρε!

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ, (δεικνύων την Αιμιλίαν).
     Κλονίζεται· θα πέση·
     Ιδέτε! Την γυναίκα του εσκότωσ' ο αχρείος!

ΑΙΜΙΛΙΑ
     'Σ το πλάγι της Κυρίας μου ξαπλώσατε κ' εμένα.

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ
     Την 'σκότωσε κ' εξέφυγε!

ΜΟΝΤΑΝΟΣ
     Αισχρός κακούργος είναι!
     Το ξίφος τούτο φύλαξε· το 'πήρ' από τον Μαύρον.
     Απ' έξω έλα, φύλαγε την θύραν. Πρόσεχέ τον.
     Μη τον αφήσης ζωντανόν από εδώ να φύγη.
     Τον άλλον δαίμονα εγώ να κυνηγήσω τρέχω.

(Εξέρχονται ο ΜΟΝΤΑΝΟΣ και ο ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ).

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Ούτε ανδρείος είμαι καν, και μέσ' από τα χέρια
     το πρώτον σάψαλον 'μπορεί να πάρη το σπαθί μου!
     Πλην αφού πάγ' η αρετή και η τιμή ας πάγη,
     και όλα!

ΑΙΜΙΛΙΑ
     Τι επρόλεγεν εκείνο το τραγούδι;
     Μ' ακούεις, ω Κυρία μου; 'Μπορείς να με ακούσης;
     Ιδού· κ' εγώ με μουσικήν να ξεψυχήσω θέλω,
     'σάν κύκνος. Ω! ι τ ι ά, ι τ ι ά! — Αγνή, ω Μαύρε, ήτο.
     Μαύρε σκληρέ, ηγάπησεν εσένα κι' όχι άλλον.
     Να μην ιδώ παράδεισον, αν δεν σου λέγω αλήθειαν.
     Ό,τι πιστεύω σου λαλώ με την ψυχήν 'ς το στόμα.

(Αποθνήσκει).

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Ακόμη μου ευρίσκεται έν όπλον εδώ μέσα·
     ένα σπαθί Ισπανικόν, 'ς το κρύσταλλον βαμμένον.
     Το ηύρα· να το. — Άνοιξε. Θέλω να έβγω, θείε.

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ (Έξωθεν).
     Θα το πληρώσης ακριβά εάν το δοκιμάσης.
     Δεν έχεις όπλον πρόσεχε και ίσως κακοπάθης.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Έμβα λοιπόν να με ιδής και να σου ομιλήσω·
     ή και γυμνός και άοπλος επάνω σου θα πέσω!

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ (Εισερχόμενος).
     Τι θέλεις;

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Κύτταξέ μ' εδώ. Κρατώ σπαθί 'ς το χέρι
     'ς την μέσην του δεν έζωσε ποτέ του στρατιώτης
     καλλίτερον. Ήτο καιρός και είδα την ημέραν,
     που το καλόν αυτό σπαθί 'ς αυτό το μικρόν χέρι
     εμπόδια θα έκοπτε τον δρόμον να μ' ανοίξη,
     μεγάλα είκοσι φοραίς 'σαν το εμπόδιόν σου!
     Πλην, μάταια καυχήματα! Την Μοίραν ποιος ορίζει;
     Δεν είμαι τώρα τίποτε. Να φοβηθής δεν έχεις,
     και ας κρατώ και το σπαθί ολόγυμνον 'ς το χέρι.
     Του ταξειδιού μου είν' εδώ το τέλος και η άκρη·
     εδώ, εδώ το ύστερον πανί μου αρμενίζει!
     Τι 'πίσω ετραβήχθηκες; Ο φόβος σου του κάκου.
     Καμώσου ότι χύνεσαι 'ς το στήθος του Οθέλλου·
     θα τον ιδής να τραβηχθή. Ο Μαύρος πού να' πάγη;

(Προς το πτώμα της Δυσδαιμόνας.)

Να σε ιδώ πώς φαίνεσαι; Δυστυχισμένη νέα! Ωσάν το σάβανον χλωμή! Όταν ενταμωθώμεν 'ς την κρίσιν μας την ύστερην, αυτή σου η χλωμάδα θα μου κρημνίση την ψυχήν απ' τ' Ουρανού τα ύψη να την αρπάξουν Δαίμονες! Κόρη μου! Κρύα, κρύα! Ωσάν το μάρμαρον αγνή και κρύα!… Κολασμένε! Ω! διώξατέ με, Δαίμονες, με ξύλα, με μαχαίρια, κ' εβγάλετέ με απ' αυτήν την ουρανίαν θέαν! Ω! ρίξετέ με να χαθώ εις την ανεμοζάλην! 'ς του θειαφιού ολόγυμνον ταις φλόγαις ψήσατέ με! Βουτήξατέ μ' εις πέλαγος από φωτιάν λυωμένην! Ω Δυσδαιμόνα μου! Νεκρά, νεκρά — ω Δυσδαιμόνα!

     (Εισέρχονται ο ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ, ο ΜΟΝΤΑΝΟΣ, ο ΚΑΣΙΟΣ επί φορείου,
     και αξιωματικοί συνοδεύοντες τον ΙΑΓΟΝ αλυσσόδετον.)

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ
     Πού είναι ο ταλαίπωρος αυτός ο μανιώδης;

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Αυτός που ήτο μιαν φοράν Οθέλλος; Εδώ είμαι.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ
     Πού είν' εκείν' η έχιδνα; Πού είναι ο κακούργος;

(Ο ΙΑΓΟΣ φέρεται έμπροσθεν της σκηνής).

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Θέλω τα πόδια σου να ιδώ… πλην είναι παραμύθια. (39)
     Δεν ημπορώ, ο Σατανάς αν ήσαι, να σε σφάξω.

(Εφορμά και πληγόνει τον ΙΑΓΟΝ.)

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ
     Α! πάρετέ του το σπαθί!

ΙΑΓΟΣ
     Τα αίματά μου τρέχουν,
     αλλά δεν μ' εθανάτωσε.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Δεν το λυπούμαι· όχι·
     έχω καλλίτερα να ζης· 'ς την γνώμην την 'δικήν μου
     ο θάνατος ευτύχημα μου φαίνεται.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ
     Οθέλλε,
     εσύ, που ήσουν μιαν φοράν τόσον καλός, και τώρα
     'ς τα δίκτυα έπεσες ενός κατηραμένου σκύλου,
     τι περιμένεις να σε 'πή ο κόσμος;

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Ό,τι θέλει·
     και δολοφόνον ας με 'πούν, πλην έντιμον, διότι
     τα πάντα χάριν της τιμής και όχι από έχθραν (40)
     τα έκαμα.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ
     Ο άθλιος αυτός μας είπεν, ότι
     εσυμφωνήσατε μαζή τον φόνον του Κασίου.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Ναι.

ΚΑΣΙΟΣ
     Δεν σου έδωκ' αφορμήν ποτέ, ω στρατηγέ μου,

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Και σου ζητώ συγχώρησιν, διότι σε πιστεύω…

(Προς τον Λοδοβίκον).

     Παρακαλώ, τον δαίμονα ερώτησέ τον τούτον,
     να παγιδεύση διατί και σώμα και ψυχήν μου;

ΙΑΓΟΣ
     Μη μ' ερωτήσης τίποτε. Ηξεύρεις ό,τι 'ξεύρεις·
     διότι απ' εδώ κ' εμπρός δεν θα προφέρω λέξιν.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ
     Τι; ούτε να προσευχηθής;

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ
     Το στόμα θα σ' ανοίξουν τα βάσανα.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Καλλίτερα να κάμης όπως λέγεις.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ
     Να σ' εξηγήσω χρεωστώ πώς κάθε τι συνέβη,
     που δεν τα 'ξεύρεις βέβαια. Αυτό εδώ το γράμμα
     'ς του Ροδερίκου του νεκρού το φόρεμα ευρέθη,
     καθώς κι' αυτό το γράμμα του. Το πρώτον φανερόνει,
     ότι επήρ' επάνω του τον φόνον του Κασίου
     ο Ροδερίκος.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Μιαρέ!

ΚΑΣΙΟΣ
     Τι μαύρη προδοσία!

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ
     Ιδού και τ' άλλο γράμμα του, παράπονα γεμάτον.
     Ήτο επάνω του κι' αυτό. Ο Ροδερίκος τούτο
     εσκόπευεν ως φαίνεται 'ς τον Ιάγον να το στείλη,
     αλλ' εις το αναμεταξύ επρόκαμεν εκείνος
     και τον μετέπεισε.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Ω συ, φαρμακερέ κακούργε!
     Πλην το μαντίλι, Κάσιε, της γυναικός μου ήτο.
     Πώς έτυχε 'ς τα χέρια σου;

ΚΑΣΙΟΣ
     'Σ το σπίτι μου το ηύρα.
     Και μας το εμαρτύρησεν ο ίδιος προ ολίγου,
     πως τ' άφησεν επίτηδες εκεί διά σκοπούς του,
     και ότι του επέτυχε καθώς επεθυμούσε.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Μωρός εγώ! Μωρός, μωρός!

ΚΑΣΙΟΣ
     Και εις το ίδιον γράμμα
     'ς τον Ιάγον με παράπονον ο Ροδερίκος γράφει,
     πως να τον βάλη 'ς την φρουράν μαζή μου να μαλώση
     τότε που έγειν' αφορμή να χάσω τον βαθμόν μου.
     Κ' ενώ τον ενομίζαμεν νεκρόν τον Ροδερίκον,
     πριν ξεψυχήση 'μίλησε: τον έβαλεν ο Ιάγος
     να με σκοτώση, και αυτόν τον 'σκότωσεν ο Ιάγος.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ (προς τον Οθέλλον.) Πρέπει να φύγης απ' εδώ και να μας συνοδεύσης. Σου αφαιρείται η αρχή και το αξίωμά σου, και εις την Κύπρον 'ς το εξής ο Κάσιος ορίζει. Ως προς τον άνομον αυτόν, ό,τ' η σκληρότης 'ξεύρει ό,τ' ημπορεί πλειότερον να καταβασανίζη και ζωντανόν να τον κρατή, θα έχη να το πάθη.

(Προς τον Οθέλλον.)

Θα μείνης εις τα σίδερα φυλακισμένος, έως το έγκλημά σου να κριθή από την εξουσίαν της Βενετίας. Πήγαινε. — Σεις οδηγήσατέ τον.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Σιγά. Προτού να φύγετε θέλω να' πώ δυο λέξεις.
     Κάπως εδούλευσα εγώ το Κράτος, και το 'ξεύρει.
     Ας ήναι. — Σας παρακαλώ, 'ς τα γράμματά σας τώρα,
     που θ' αναφέρετε αυτά τα θλιβερά συμβάντα,
     περί εμού παρακαλώ να γράψετε ως είμαι·
     μη τίποτε μικραίνετε, αλλά και εις κακίαν
     μη τίποτ' αποδώσετε. Να γράψετε δι' ένα
     οπού ηγάπησε πολύ, αν όχι και με γνώσιν
     δι' ένα, οπού εύκολα δεν 'ζήλευεν, αλλ' όμως
     αφού ν' ανάψη έτυχεν, επήγεν ως την άκρην
     δι' ένα, που 'τυφλώθηκε και 'σάν τον Ιουδαίον
     επέταξ' απ' το χέρι του ένα μαργαριτάρι,
     που ήξιζε πλειότερον απ' όλην την φυλήν του· (41)
     δι' ένα, που τα 'μάτια του πεσμέν' από την λύπην,
     αν ίσως κι' ασυνείθιστα ως τώρα να βουρκόνουν,
     σταλάζουν δάκρυα πικρά, καθώς της Αραβίας
     το δένδρον στάζει τον χυμόν, που ταις πληγαίς ιατρεύει.
     Αυτά να γράψετε, αυτά. Και να ειπήτ' ακόμη,
     ότι οπόταν μιαν φοράν εις το Χαλέπι μέσα
     μου έτυχ' ένας άπιστος σαρικωμένος Τούρκος,
     κ' εκτύπησ' ένα Βενετόν κ' επρόσβαλε το Κράτος,
     απ' τον λαιμόν τον ήρπασα τον βρωμισμένον σκύλον
     κ' ιδού πώς τον 'μαχαίρωσα.

(Αυτοχειριάζεται).

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ
     Ημέρα των αιμάτων!

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ
     Χαμένοι λόγοι ό,τι 'πή κανείς.

ΟΘΕΛΛΟΣ
     Πριν σε σκοτώσω,
     σ' εφίλησα, γυναίκα μου. Θα σε ξαναφιλήσω,
     κ' επάνω εις τα χείλη σου κ' εγώ ας ξεψυχήσω.

(Αποθνήσκει επί της κλίνης).

ΚΑΣΙΟΣ
     Αυτό το επερίμενα. Αλλ' όμως εθαρρούσα
     πως ήτον άοπλος. Καρδιάν, καρδιάν μεγάλην είχε!

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ (προς τον Ιάγον). Ω σκύλε ασυνείδητε! Ανήμερον θηρίον, (42) χειρότερον κι' από φωτιάν και θάλασσαν και πείναν! Ιδέ αυτού του κρεββατιού το τραγικόν φορτίον. Είναι τα έργα σου αυτά! Τα 'μάτια φαρμακεύει η θέα. Ας την κρύψωμεν. —

(Σύρονται τα παραπετάσματα της κλίνης).

Και τώρα, Γρατιάνε, κλείσε το σπίτι. Φύλαξε τα πράγματα του Μαύρου και την περιουσίαν του, διότι σου ανήκουν. — Και εις εσέ, διοικητά, να τιμωρήσης μένει αυτόν τον καταχθόνιον. Την ώραν να ορίσης, το μέρος, και τα βάσανα· φρικτά να του τα κάμης! Κ' εγώ ευθύς αναχωρώ, 'ς το Κράτος ν' αναφέρω το πράγμα τούτο το βαρύ με την βαρειάν καρδιάν μου.

(Απέρχονται).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Η τραγωδία του Οθέλλου, εδημοσιεύθη το πρώτον κατά το 1622 μ.Χ., αλλά κατά τας εικασίας των νεωτέρων σχολιαστών εγράφη περί το 1602 ή το 1604. Τινές θεωρούσι αυτήν κατά τινα έτη μεταγενεστέραν. Όπως δήποτε εγράφη δέκα τουλάχιστον έτη μετά την τραγωδίαν «του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας,» ο εστί κατά την ακμήν της ποιητικής του Σαικσπείρου ενεργείας· θεωρείται δε δικαίως ως έν των αριστουργημάτων του Άγγλου ποιητού. «Εξ απάντων αυτού των δραμάτων, ως λέγει ο Γερβίνος, ουδέν τοσούτον εξεγείρει το ενδιαφέρον του αναγνώστου ή του θεατού, όσον ο Οθέλλος· τούτο δε, διότι η μεν πλοκή δεν είναι ουδαμώς περιπεπλεγμένη, η δ' έννοια είναι απλή και η πράξις περιστρέφεται περί έν και μόνον μέγα πάθος, ούτινος την αρχήν, την ανάπτυξιν, και τας περιπετείας ακολουθούμεν άνευ διακοπής, καθ' όλην αυτού την διάρκειαν.»

Και ταύτης δε της τραγωδίας η υπόθεσις ελήφθη εξ ιταλικής πηγής, εκ των εκατομμύθων, (Hekatomithi) του Giraldi Cinthio. Επειδή δε ουδεμία Αγγλική μετάφρασις του Ιταλού τούτου μυθογράφου περιεσώθη, εικάζεται, ότι ο Σαικσπείρος ανέγνωσε αυτόν εν πρωτοτύπω. Αλλά και εξ ετέρων τεκμηρίων εξάγουσί τινες το συμπέρασμα, ότι κατείχεν ο μέγας δραματουργός την γνώσιν της Ιταλικής.

(2) Αι πρώται του Οθέλλου εκδόσεις φέρουσι το πρώτον της τραγωδίας ημιστίχιον ως εξής: «Never tell me.» Εις τας μετά ταύτα εκδόσεις προσετέθη η λέξις Tush, και ούτω τινές των νεωτέρων εκδόσεων φέρουσι: Tush, never tell me. Τούτο ο πρώτος Γάλλος μεταφραστής Letourmeur εξήγησε: ne m' en parlez jammais. Μετ' αυτόν δε ο F.V. Hugo (ως και ο Alfred de Vigny εις την έμμετρον αυτού μετάφρασιν), εξήγησαν κατά τον αυτόν τρόπον το χωρίον τούτο. Ούτω και ο Γερμανός μεταφραστής («Sag' mir nur nichts») και οι Ιταλοί Leoni και Valetta, την αυτήν σημασίαν έδωκαν εις τας πρώτας ταύτας του Ροδερίκου λέξεις. Αλλ' αι τρεις αύται λέξεις επιδέχονται και διάφορον εξήγησιν, παραφραζόμεναι Αγγλιστί ως εξής: «never to have told me.» Τούτο ήθελον εκφράσει οι Γάλλοι γράφοντες parler εν απαρεμφάτω αντί της προστακτικής: Ne m' en parler jammais! όπερ έχει πάντη αλλοίαν έννοιαν του «ne m'en parlez jammais.

Εθεώρησα αναγκαίαν την επεξήγησιν ταύτην προς διεκδίκησιν της μεταφράσεώς μου απέναντι των προτιθεμένων να παραβάλωσι αυτήν προς ετέρας μεταφράσεις, όπως πείσω αυτούς, ότι δεν προέβην άνευ κόπου και μελέτης εις την εξελλήνισιν των δυσκόλων του ποιητού χωρίων. Αλλά δεν επαγγέλομαι, ότι επέτυχον πάντοτε και παντού εις την κατάληψιν αυτών. Η δε δυσκολία περί την μεθερμήνευσιν των τριών τούτων μονοσυλλάβων λέξεων, έστω ελάχιστον δείγμα των δυσκολιών, προς ας ο μεταφραστής έχει να παλαίση, προς δε και δικαιολόγησίς του, αν πού κατεβλήθη υπ' αυτών. Άλλως τε εις την μετάφρασιν των τριών τούτων τραγωδιών η προσπάθειά μου ήτο, να μεταφράσω ακριβώς την έννοιαν του κειμένου, αλλ' αποκαθιστών αυτό καταληπτόν εις τον Έλληνα αναγνώστην. Ίσως δε χάριν του δευτέρου, διεκινδύνευσεν εστίν ότε του πρώτου η επίτευξις. Αλλά περί τούτου άλλοι θα κρίνωσι.

(3) Ως προς την συγκάλυψιν ή μετρίασιν των βωμολοχιών του Αγγλικού κειμένου, παραπέμπω τον αναγνώστην εις την σημείωσιν (4) της προλαβούσης τραγωδίας.

(4) Οι Τούρκοι κατέκτησαν την Κύπρον από των Βενετών το 1571 μ.Χ, ήτοι 30 περίπου έτη προ της εποχής, καθ' ην ο Σαικσπείρος έγραφε τον Οθέλλον. Ώστε κατά την παιδικήν αυτού ηλικίαν ήκουσε βεβαίως ο ποιητής αντηχούσαν εν Αγγλία την φήμην της αλώσεως της χριστιανικής εκείνης νήσου.

(5) Sagitary Αγγλιστί. Κατά τους σχολιαστάς τούτο ήτο παράρτημα του εν Βενετία ναυστάθμου, χρησιμεύον ως κατάλυμα αξιωματικών. Επί της θύρας δ' αυτού υπήρχε ξόανον τοξότου. Ένθεν η ονομασία του οικοδομήματος. Ίσως το «Ναυαρχείον» ευλόγως θεωρηθή ως ελευθέρα μάλλον της λέξεως μετάφρασις.

(6) Επί Σαικσπείρου η μαγεία ήτο έγκλημα τιμωρούμενον υπό του νόμου. Μετά την πρώτην έτι παράστασιν του Οθέλλου, ο της Αγγλίας βασιλεύς Ιάκωβος Α' εξέδοτο νομοθέτημα, καθ' ο οι αναδεικνυόμενοι ένοχοι χρήσεως φίλτρων ή μαγείας προς έμπνευσιν έρωτος παρανόμου, ετιμωρούντο κατά πρώτον διά φυλακίσεως. Η δ' επανάληψις του εγκλήματος ηδύνατο να επιφέρη εις τον ένοχον και θανάτου ποινήν. Ώστε, η κατηγορία του Βραβαντίου είχεν ως προς τους πρώτους της τραγωδίας θεατάς σημασίαν, την οποίαν την σήμερον δεν καταλαμβάνομεν. Και εν Βενετία δε ο νόμος προέβλεπε και ετιμώρει την χρήσιν φίλτρων ερωτικών, «maleficii amatorii».

(7) Ο Δόγης και οι γερουσιασταί δεν ηδύναντο να λησμονήσωσιν, ότι η Ρόδος ήτον ήδη Τουρκική, καθ' ην εποχήν εκινδύνευον οι Βενετοί ν' απολέσωσι την Κύπρον. Η Ρόδος ηλώθη τω 1522 μ.Χ. υπό των Τούρκων. Έκτοτε δε οι μεν ιππόται εγκατέστησαν εν Μελίτη, οι δε Τούρκοι ανενοχλήτως κυριεύουσιν αυτής. Τοιούτου είδους λάθη δεν είναι δύσκολον ν' ανεύρη τις εις τα έργα του Σαικσπείρου. Αλλά το προτέρημα αυτών δεν είναι η ιστορική ακρίβεια, όσον η ζωή, την οποίαν ανευρίσκει τις εις παν ό,τι η δημιουργός φαντασία του μεγάλου ποιητού εκυοφόρησε. Τις αναγινώσκων τον Οθέλλον δεν φαντάζεται, ότι θα ανεύρη εν Κύπρω τα ίχνη της διαβάσεως αυτού, και την παράδοσιν της τραγικής της Δυσδαιμόνας ιστορίας;

(8) «Μarcus Luccicos, κατά τας πρώτας του κειμένου εκδόσεις. Το όνομα τούτο εκδόται τινές ηθέλησαν να μεταβάλωσιν εις Μarcus Luchese, επί λόγω, ότι η κατάληξις icos δεν είναι Ιταλική. Αλλά τις άραγε είναι ο υπό του Δόγη ζητούμενος; Κατά πάσαν πιθανότητα Έλλην τις εκ Κύπρου οπλαρχηγός (Estradiote), δυνάμενος, καθ' ό εντόπιος, να δώση χρησίμους περί των της νήσου πληροφορίας. Είναι δ' επάναγκες μήπως να φέρη Ιταλικόν ο Έλλην όνομα; Και δεν συντελεί η κατάληξις αυτή του ονόματος προς μεθερμήνευσιν του αληθούς του ποιητού διανοήματος, κατά την προκειμένην περίστασιν;» Ταύτα επιφέρει Άγγλος σχολιαστής περί του Μάρκου Λουκίκου, ή μάλλον ίσως Λουτσίκου.

(9) Περιγραφαί τοιούτων τεράτων απαντώνται εις τας αφηγήσεις των περιηγητών της εποχής εκείνης. Ιδίως αναφέρουσιν οι σχολιασταί, ως πηγήν των περί τούτου του κεφαλαίου γνώσεων του Σαικσπείρου, την κατά το 1595 δημοσιευθείσαν υπό του Sir W. Raleigh περιήγησιν εις Γουιάναν, εν η αναφέρονται και περιγράφονται ανθρωποφάγοι, αμαζόνες και ακέφαλοι άνθρωποι. Ώστε του Οθέλλου η αφήγησις δεν εθεωρείτο ως πάντη μυθώδης υπό των συγχρόνων του ποιητού, μολονότι ο δύσπιστος Ιάγος έχει τας αμφιβολίας του και αποκαλεί βραδύτερον «παραμύθια» τας διηγήσεις του ταύτας.

(10) Παραθέτω και ενταύθα περιεργείας χάριν την εις αρχαίαν Ελληνικήν έμμετρον του χωρίου τούτου μετάφρασιν, ποιηθείσαν μεν υπό του Άγγλου W. Barham, βραβευθείσαν δε εν τω του έτους 1824 διαγωνισμώ, εν τω Πανεπιστημίω της Κανταβριγίας. (Ίδε Greek and Latin Prize Poems of the University of Cambridge from 1814 to 1837).

0ΘΕΛΛΩΝ. ΤΑΓΟΣ ΕΝΕΤΩΝ.

Οθ. Εν τώδε δ' , ώσπερ και θεοίς αεί λέγω όσ', ιμέρου πλάναισιν, εξαμαρτάνω, ούτω τα τούδ' έρωτος, ως κόρη τ' εμού εμοί τ' εκείνης ήλθε, πάνθ' υμίν φράσω.

ΤΑΓ. μάλιστ', Όθελλον, ειπέ ταύθ' όπως έχει.

Οθ. εμοί πατήρ ο της δ' ετύγχανεν φίλος γεγώς· καλεί δε πολλάκις προς δώματα, και του βίου με ξυμφοράς ανιστορεί, μάχας θ', όσων μετέσχον, αστέων τ' αεί χρήζων ακούειν δυσμενείς προσεδρίας. Άπαντα δ' αυτώ τον λόγον διέρχομαι, και παιδός, ως ην, μέχρι της τόθ' ημέρας. Ενταύθα δ' ηύδων τλημονεστάτας τύχας, και πήματ' οικτρά, ναυσί καπί γης πέδου· χώπως επ' άτης εσχάτοισι σώζομαι όροισι, τειχέων θανασίμοις εν εισβολαίς· χώπως υπ' ανδρών πολεμίων αλίσκομαι, βίον τ' έχω δούλειον· είτ' ελεύθερος πολλήν θάλασσαν γην τ' εποίχομαι πλάνης. κανταύθ', (οράτε μηχανάς) λέγειν παρήν μέγιστα τ' άντρα, καβάτους ερημίας, κρημνούς, πέτρας τε, καξισούμεν' ουρανώ ορέων κάρηνα· και τον ωμηστήν λεών, ανθρωποφάγους, δάπτοντας αλλήλων κρέα, και τους υπ' ώμοις τον πελώριον βρωτούς κράτ' αυξάνοντας. Ταύτ' άρ' εξηγουμένου κράτ' ην πρόθυμος Δεσδεμώνη μου κλύειν. ου μην τα γ' οίκου των δε λιμπάνει χάριν, αεί δε, πορσύνασα κείν' όσον τάχος, πάλιν στραφείσ' άπληστον ους παρείχε μοι. α 'γώ νοήσας, καιρίαν αυτήν ποτε λαβών, πόρον τιν' εύρον άψασθαι φρενών, ώστ' εκ προθύμου καρδίας μ' αιτείν κόρην τέλειον ειπείν της εμής πλάνης λόγον, ης ην εκείνη βραχέα μεν πεπυσμένη, αλλ' ουκ ακριβώς, γ', ώσθ' άπασαν ειδέναι. Καγώ μεν ουν επήνεσ', η δε πολλάκις τέγγει κλύουσα δακρύοις παρηίδα, εμού τι σημαίνοντος ων νέος πότ' ων εδυστύχησα. Πάντα δ' ως ειρημέν' ην, μισθόν δίδωσι μυρία στενάγματα· ως ταύτ' αληθώς, φήσι, θαύματος πλέα, ως δ' οίκτρ' έλεξας, και ποθείν' οδύρμασιν. και μην πεπύσθαι μηδέν ηύχετ', αλλ' όμως ίσον λαβείν θεών ηύχετ' άνδρα· και χάριν τώνδ' έσχεν· είπε δ' , είτιν' οίδα που φίλον αυτής ερώντα, τονδ', άπερ καγώ, λέγειν πάντ' εκδιδάξαι, τάλλα δ' ην πεπεισμένα. Προς ταύτα, τάμ' εξείπον· ηράσθη δε πως εμού μεν αύτη, των δ' έκατι συμφορών, κείνης δ' ανήρ όδ', οίκτον ως είδον φρενών· τοιοίς δ' έγωγε φαρμάκοις εχρησάμην· αύτη δ' ελέγξουσ' ήδε ταύτ' εγγύς γυνή.

(11) Ο Σαικσπείρος δεν ορίζει εις οποίαν της Κύπρου πόλιν διαδραματίζονται τα συμβεβηκότα των τεσσάρων τελευταίων πράξεων του Οθέλλου. Πιθανώς αι γνώσεις αυτού ως προς την γεωγραφίαν της νήσου περιωρίζοντο εις μόνον το όνομα αυτής. Αλλά τι προς τούτο; Μη διά λεπτομερεστέρας γεωγραφικής ακριβείας ηδύνατο να εμφυσήση πλειοτέραν εις το προϊόν της γονίμου φαντασίας αυτού ζωήν; Ή, εάν έθετε την σκηνήν εν Αμμοχώστω αντί αορίστως εν Κύπρω, ήθελε πλειότερον διά τούτου συγκινήσει τους αναγνώστας ή τους θεατάς, οίτινες επί δύο ήδη εκατονταετηρίδας και ημίσειαν εδάκρυσαν και δακρύουσιν επί της σκληράς μοίρας της εναρέτου Δυσδαιμόνας;

(12) Η ουρά του σολομού είχε πολλήν παρά τοις γαστριμάργοις υπόληψιν. Κατά τον Pope, η σημασία του αρχαίου τούτου Αγγλικού ρητού είναι, ότι ο φρόνιμος προκρίνει πρωτοκαθεδρίαν εν ταπεινώ κοινωνικώ κύκλω, ή την δευτέραν θέσιν εν υψηλοτέρα περιωπή.

(13) Ιδού τι περί του διαλόγου τούτου λέγει ο Ιταλός μεταφραστής Μ. Leoni. «Μολονότι η καταφορά αύτη του Ιάγου κατά του ωραίου φύλου φαίνεται κατά πρώτην έποψιν απρεπής και άκαιρος, ανάγκη όμως να ομολογήσωμεν, ότι διαφαίνεται καθ' όλον τον διάλογον τούτον πολλή τέχνη δραματική. Εν πρώτοις, αντί να θέση εις το στόμα της Δυσδαιμόνας κοινάς εκφράσεις θλίψεως και οδυρμούς επί της κινδύνοις του θαλασσοπορούντος Οθέλλου, παριστά αυτήν ο ποιητής ως προσπαθούσαν να διασκεδάση την ανησυχίαν και την ανυπομονησίαν και να υποκρύψη την αδημονίαν αυτής. Και ερωτά ούτω τον Ιάγον τι περί γυναικών φρονεί. Ο δε Ιάγος αποκρίνεται μετά παρρησίας δήθεν και ειλικρινείας, επί σκοπώ να εξαπατήση την Δυσδαιμόναν και τον Κάσιον ως προς το ύπουλον του δολίου αυτού χαρακτήρος. Προσλαμβάνει λοιπόν ύφος στρατιωτικόν δήθεν και εκφράζεται μετά πάσης αυθαδείας, ωσεί μη δυνάμενος να υποκριθή λέγων άλλα ή όσα ενδομύχως σκέπτεται. Οι πρώτοι κατά της Αιμιλίας υπαινιγμοί είναι προοίμιον των γενικωτέρων κατά του ωραίου φύλου προσβλητικών αυτού εκφράσεων. Φαίνεται ωσεί αποστρεφόμενος παν ό,τι επαινετικόν, και προκειμένου περί εκφράσεως της ιδίας αυτού γνώμης αρνείται ευθύς εξ υπαρχής πάσαν αρετήν εις τας γυναίκας. Ούτω δε και ο Κάσιος αυτός εξαπατάται ως προς τον χαρακτήρα του Ιάγου. Η δε Δυσδαιμόνα, όσω ενάρετος και αν υποτεθή, είναι όμως γυνή. Καίτοι ανήσυχος ως εκ της μη αφίξεως του συζύγου αυτής, δεν δύναται να περιστείλη την φυσικήν αυτής επιθυμίαν του ν' ακούση την περιγραφήν αυτής, έστω και εκ χειλέων τοιούτων γενομένην, επί τη ελπίδι, ότι θ' ακούση ίσως εαυτήν υπερυψουμένην. Αλλ' εξαπατηθείσα δεν απελπίζεται, και επιμένει ζητούσα τουλάχιστον εγκώμιόν τι υπέρ της αρετής. Και παρεκτός δε τούτων πάντων, δεν είναι ουδαμώς άτεχνος η αναβολή της επί της σκηνής παρουσιάσεως του Οθέλλου. Ούτως η προσδοκία της εμφανίσεως αυτού υπεκκαίεται, δίδεται δε μεγαλειτέρα εις την άφιξιν αυτού επισημότης.» Ταύτα μεν ο Ιταλός. Ως προς δε το κυνικόν του Ιάγου συμπέρασμα (to suckle fools and chronicle small beer), αγνοώ κατά πόσον πολλοί των Σαικσπειριστών θα παραδεχθώσι την παράφρασίν μου.

(14) Την αυτήν ιδέαν εκφράζει και ο Κορνάρος εν τω Ερωτοκρίτω.

Γροικήσετε του Έρωτος θαυμάσματα που κάνει, εισέ θανάτους εκατόν τους αγαπούν τους βάνει….. Κάνει τον ακριβό 'φθηνό, τον άσχημο ερωτάρη, και κάνει τον ανήμπορον άνδρα και παλλικάρι, τον φοβιτσιάρην άφοβον, πρόθυμον τον οκνιάρη, κάνει και τον ακάτεχον να ξεύρη κάθε χάρι.

(15) If this poor trash of Venice whom I trash κ.τ.λ. Την σημασίαν των κυνηγετικών τούτων όρων ο αναγνώστης δύναται να ίδη εις τας σημειώσεις των Αγγλικών εκδόσεων. Και ενταύθα, ως και εις έτερα τινα τοιαύτα χωρία επροσπάθησα μόνον να διατηρήσω, το κατά δύναμιν, την εικόνα του Άγγλου ποιητού, καίτοι μη ευρίσκων όρους ακριβώς αντιστοιχούντας προς τους του κειμένου.

(16) Τα άσματα, άτινα ο Σαικσπείρος παρενθέτει συχνάκις εις τα δράματα αυτού, δεν είναι πάντοτε ίδια αυτού ποιήματα, αλλά δημοτικά στιχουργήματα, γνωστά ήδη εις τους ακροατάς, χάριν των οποίων έγραφε τα δράματά του εκείνα. Αι δύο στροφαί, την ετέραν μόνον των οποίων μετέφρασα ενταύθα, ελήφθησαν εκ τοιούτου ποιήματος, περισωθέντος υπό του Percy εν τη συλλογή αυτού: Relics of ancient English Poetry. Ούτω και το άσμα της Δυσδαιμόνης εν τη τελευταία σκηνή της Δης πράξεως.

(17) Συνειθίζεται εισέτι, κατ' Άγγλον σχολιαστήν, είς τινας των αρκτικών της Αγγλίας επαρχιών κατά τας νυκτερινάς συναυλίας (waits), αφού οι μουσικοί παιανίσωσι, ν' ανακράζωσι «Καλή ημέρα κύριε ή κυρία δείνα.» Εις δε το επιφώνημα τούτο προσθέτουσι και την ώραν, και οποίος είναι ο καιρός. Φαίνεται, ότι και έκτοτε επεκράτει η συνήθεια αύτη εις την πατρίδα του ποιητού. Μετεχειρίζοντο δε τότε εις τας τοιαύτας συναυλίας αυλούς (hautboys), όργανα άτινα «φυσούν αέρα.»

(18) Ενταύθα γίνεται λογοπαίγνιον επί των λέξεων tale και tail, μη μεταφράσιμον και τούτο.

(19) which doth make the meat it feeds on.

Ότι ο ζηλότυπος εφευρίσκει αφορμάς προς ζηλοτυπίαν.

(20) «Οι συλλογισμοί ούτοι του Ιάγου είναι άξιοι παρατηρήσεως. Το ψεύδος και ο δόλος όσω και αν κατά το φαινόμενον παράσχωσιν ωφέλειαν επί τινα καιρόν, επί τέλους αντί να προάξωσι παρεμποδίζουσι την ευτυχίαν του προσφεύγοντος εις ταύτα. Αυτοί οι εκ του ψεύδους ωφελούμενοι δυσπιστούσι προς τον ψευδόμενον, το δε ψεύδος καταστρέφει την εμπιστοσύνην και ότε είναι τούτο αγάπης απόρροια και απόδειξις. Τούτο δ' εφαρμόζεται εν μέρει και επί συνοικεσίων αναρμόστων, άτινα γίνονται εξ απερισκέπτου γενναιοφροσύνης. Αφού παρέλθη η πρώτη του έρωτος ορμή, επέρχεται η υποψία. Αι δε ορμητικαί εκείναι ροπαί, αφ' ων το πρώτον επήγασε σφάλμα, φέρουσιν εις νέα λάθη, και οι δείξαντες ότι δεν έχουσι την απαιτουμένην φρόνησιν προς χαλίνωσιν των παθών αυτών θα υποπέσωσιν εις την κατηγορίαν, ότι δεν έχουσι και την απαιτουμένην αρετήν, όπως νικήσωσι τα πάθη ταύτα. » Johnson.

(21) Eνταύθα η παρομοίωσις του κειμένου βασίζεται επί εκφράσεων και όρων αναγομένων εις την ιερακοτροφίαν. Η ακριβολογία περί την μετάφρασιν του χωρίου τούτου, δεν ήθελε βοηθήσει τον Έλληνα αναγνώστην προς κατάληψιν της ιδέας του ποιητού, όστις συχνάκις ποιείται χρήσιν τοιούτων εικόνων. Ούτω και η Ιουλιέτα ήθελε να έχη την φωνήν του ιερακοτρόφου, όπως προσκαλέση οπίσω τον ωραίον αυτής ιέρακα. Και οι ημέτεροι δε ποιηταί, οι γράψαντες καθ' ην εποχήν η διά των ιεράκων θήρα ήτο εν χρήσει, συχνάκις αναφέρουσι τους ιέρακας εις τα στιχουργήματα αυτών. Ούτως ο Ερωτόκριτος εξέρχεται

κάθε αυγή και κάθ' αργά 'ς τ' άλογο καβαλλάρης, και με γεράκια και σκυλιά, σαν νάτον κυνηγάρης.

Και εν τη Βυζαντινή δ' εποποιία του Διγενούς Ακρίτα, τη εσχάτως εν Παρισίοις υπό των κ. κ. Σάθα και Legrand δημοσιευθείση, ο πενθερός του Ακρίτα τω προσφέρει μεταξύ άλλων δώρων και «ιέρακας καν δώδεκα μουτάτους.» (στ : 1,395). Άλλως τε εις τους Βυζαντινούς οφείλεται και τούτο το συμπλήρωμα του μεσαιωνικού της Δύσεως πολιτισμού. Ο Jean de Francières ο κατά τον 15ον αιώνα πρώτος γράψας γαλλιστί συστηματικόν ιερακοσόφιον, ομολογεί εν προοιμίω, ότι συνέγραψε τούτο επί τη βάσει του Ελληνικού ιερακοσοφίου του Αγαπητού Κασσιανού. Ο Ρόδιος ούτος διετέλεσε ιερακοτρόφος των μεγάλων Μαγίστρων του εν τη πατρίδι αυτού άρχοντος τότε τάγματος των ιπποτών του Αγίου Ιωάννου. (Ίδε Σάθα, Νεοελληνικήν φιλολογίαν, σελ: 109.) Δεν είναι δε, ως φαίνεται, ο Κασσιανός ο μόνος συγγραφεύς ιερακοσοφίων Έλλην. Παρά του Κου Σάθα πληροφορούμαι, ότι διεσώθησαν πολλά χειρόγραφα Βυζαντινών τοιούτων ιερακοσοφίων, άτινα ούτε εδημοσιεύθησαν, ούτε εξητάσθησαν μέχρις ώρας.

(22) Πολλά εγράφησαν περί του χρώματος του Οθέλλου. Το επίθετον χειλάς (thick-lips), διά του οποίου χαρακτηρίζει αυτόν ο Ροδερίκος, ενισχύει προ πάντων τους θέλοντας να παραστήσωσι αυτόν ως καθ' εαυτό Αιθίοπα. Εξ άλλου, η λέξις Μoor, Μαύρος, ισοδύναμος προς το Άραψ ή Μαυριτανός, υποβοηθεί τους διεκδικούντας την καλαισθησίαν της Δυσδαιμόνας και μη ανεχομένους, ότι ο τοσούτον εις εκείνην εμπνεύσας έρωτα ηδύνατο να έχη γνησίαν Αιθίοπος μορφήν. Μεταξύ των τελευταίων τούτων συγκαταριθμείται ο Γάλλος μεταφραστής Francois Victor Hugo, όστις ανακράζει μετ' αγανακτήσεως:

«Όχι! Ό,τι και αν λέγωσιν οι επικριταί εν »Γερμανία και εν Αμερική, δεν ήτο Αιθίοψ ο εραστής της »θυγατρός των Δογών. Επί της ευγενούς του Οθέλλου όψεως »ο Σαικσπείρος επέρριψε το χρώμα της δείλης, ουχί το της »νυκτός!»

(23) Η έλλειψις ιδίας λέξεως εν τη κοινή (ή η άγνοιά μου λέξεως τοιαύτης) προς διάκρισιν του φρύνου από του βατράχου, έστω η δικαιολόγησίς μου δια την ληφθείσαν ενταύθα ελευθερίαν, του να μεταβάλω εις σαύραν τον φρύνον.

(24) Το όνομά μου. Αι πλείσται των νεωτέρων εκδόσεων (λέγει Άγγλος σχολιαστής) φέρουσι: το όνομά της: her name. Αλλ' η τοιαύτη του κειμένου γραφή αντίκειται εις την αληθή του χαρακτήρος του Οθέλλου αντίληψιν. Το αίσθημα της τιμής τω αποκαθιστά αφόρητον την υποψίαν, ότι η σύζυγος αυτού είναι ένοχος. Ουχί της Δυσδαιμόνας το όνομα, αλλά το ιδικόν του αμαυρούται και εξευτελίζεται. Το αίσθημα τούτο, πρώτον ήδη ενταύθα υποδεικνύμενον, επικρατεί μέχρι τέλους, ότε αληθώς λέγει, ότι ουδέν έπραξεν εκ μίσους αλλά τα πάντα υπέρ της τιμής.

For nought I did in hate, but all in honour.

Αναλογιζόμενος ότι το άσπιλον αυτoύ όνομα εμολύνθη, παραφέρεται υπό ακρατήτου μανίας. Εζήτει απόδειξιν. Ότε δε πείθεται, ότι ητιμάσθη, γίνεται άλλος εξ άλλου..

                 If there be cords, or knives,
      poison, or fire, or suffocating streams,
      I' ll not endure it.

(25) Ατυχής και αύτη απόπειρα προς διατήρησιν του ύφους του κειμένου, όπου ο διάλογος βασίζεται επί σειράς λογοπαιγνίων επί της λέξεως lies; he lies= μένει, κατοικεί. Lies = ψεύδη και he lies πάλιν = ψεύδεται.

(26) Το αποστάζον εκ των μωμιών εκχύλισμα εθεωρείτο ως φάρμακον κατά της επιληψίας. Καίτοι απωλέσαν την φήμην της τοιαύτης ιδιότητος, το μυθολογικον τούτο υγρόν, λέγει Άγγλος σχολιαστής, πωλείται όμως εισέτι είς τινα φαρμακεία, οι δε ζωγράφοι εκτιμώσιν αυτό προς χρωματισμόν σκιών.

(27) Ούτω και το δημοτικόν δίστιχον:

       «Εσείς οι νέοι τόχετε, το δένδρον ν' αγαπάτε,
       κι' απόντες φάτε τον καρπόν, το δένδρον λησμονάτε.»
                       (Passow. Disticha Νο 321.)

(28) Ούτω και εν Ερωτοκρίτω (σελ: 241).

     «Αν και βαρής 'ς την χέρα σου τόνα δαχτύλι μόνον,
     γροικάς εις όλον το κορμί το βάρος και τον πόνον.»

(29) Κατ' αρχαίαν Αγγλικήν πρόληψιν, οι κόρακες περιίπταντο άνωθι των οικιών, ένθα μόλυσμά τι υπήρχε.

(30) «Το επιφώνημα τούτο του Οθέλλου μαρτυρεί την δραματικήν του Σαικσπείρου τέχνην. Ότε πρώτον ο Ιάγος (εν σκηνή Γ' της τρίτης πράξεως) προσπαθεί να εξάψη την ζηλοτυπίαν του Οθέλλου, ούτος δε ζητεί αποδείξεις, ο Ιάγος αποκρίνεται, ότι είναι δύσκολον να τω φέρη απόδειξιν οίαν ζητεί, και αν έτι οι δύο ερωμένοι ήσαν

«Ωσάν τους τράγους βιαστικοί, ζεστοί 'σάν τους πιθήκους.»

Αι λέξεις εκείναι αντηχούσιν έτι εις τα ώτα του Οθέλλου, όστις πεπεισμένος ήδη περί της απιστίας της συζύγου αυτού, απέρχεται άλλος εξ άλλου, εκφωνών τας λέξεις ταύτας ωσεί έλεγε: Είχε δίκαιον ο Ιάγος· το βλέπω τώρα, ότι είναι ωσάν πίθηκοι και τράγοι!» Malone.

(31) Η Αιμιλία έχει, ως φαίνεται, την κακήν του ωτακουστείν συνήθειαν. Άλλως θα ηγνόει οποίας λέξεις απηύθυνε προς την ατυχή αυτού σύζυγον ο Οθέλλος.

(32) Εις τας Αγγλικάς εκδόσεις δεν σημειούται ενταύθα νέα σκηνή, ούτε μεταβολή σκηνογραφίας. Αλλ' ο Ιάγος και ο Ροδερίκος δεν ηδύναντο ευκόλως να συναντηθώσιν εντός της κατοικίας αυτής του Οθέλλου, όπως κατ' αυτού συνομόσωσι. Καθ' α παρατηρεί ο Γάλλος μεταφραστής Fr. V. Hugo, η μεταβολή σκηνής διορθοί την δυσκολίαν ταύτην. Δεν ετόλμησα όμως να παραδεχθώ την τοιαύτην διόρθωσιν και να διχοτομήσω την σκηνήν, εναντίον της γενικής των Άγγλων εκδοτών παραδόσεως.

(33) Παρενθέτω ενταύθα τους στίχους του Σολωμού. Διά της μεταφράσεώς του ο μέγας της Ζακύνθου ποιητής έδωκε δια παντός την Ελληνικήν αυτού μορφήν εις το άσμα της Δυσδαιμόνας.

(34) Ο Ιάγος επλήγωσεν εκ προθέσεως τον Κάσιον κατά τον μηρόν, αφού ήκουσεν αυτού λέγοντος, ότι έχει άτρωτον τον θώρακα.

(35) «Ο μονόλογος ούτος αποκαθίσταται σκοτεινός ως εκ της συντομίας αυτού. Η έννοια, νομίζω, είναι η εξής: Ιδού εγώ ενταύθα, λέγει ο Οθέλλος καθ' εαυτόν, καταβεβλημένος υπό φρίκης. Τις ο λόγος της ταραχής μου; Ο δισταγμός μου προς τιμωρίαν της ενόχου; ή ο φόβος μη χύσω αίμα; Ουχί. Δεν με καταβάλλει η πράξις αύτη, αλλά το αίτιον ένεκα του οποίου διαπράττεται!» Johnson. Είς των επιτυχεστέρων κατά τους τελευταίους τούτους χρόνους διερμηνευτών του προσώπου του Οθέλλου επί της Αγγλικής σκηνής έδιδε, καθ' α πληροφορούμαι, ετέραν εις το χωρίον τούτο εξήγησιν. Εισήρχετο εν τω θαλάμω της κοιμωμένης Δυσδαιμόνας κρατών κάτοπτρον ανά χείρας. Βλέπων δ' εν αυτώ το μέλαν πρόσωπόν του ανέκραζε: «Το αίτιον! Τούτο είναι το αίτιον!» Επαναλαμβάνων δ' εν τω τρίτω στίχω τας λέξεις ταύτας έρριπτε μετ' απελπισίας το κάτοπτρον κατά γης και συνέτριβεν αυτό.

(36) Αποσπώ την εξής περικοπήν εκ της του Γερβίνου φιλοσοφικωτάτης του όλου δράματος αναλύσεως. «Ο Οθέλλος αποφασίζει τον φόνον της συζύγου του, μεθ' όσης αταραξίας ήθελε καταδικάσει αυτήν εις θάνατον, εάν επείχε θέσιν απλώς δικαστού. Αλλά τούτο δεν καταπνίγει εν αυτώ τα αισθήματα του ανδρός, του συζύγου· ουδέ σμικρύνει την συναίσθησιν της γενομένης εις την τιμήν και εις τον έρωτα αυτού προσβολής. Όπως υπό την ιδίαν αυτού έποψιν εννοήσωμεν τους λόγους της αποφάσεώς του, ανάγκη να αναπολήσωμεν μεθ' οπόσης αυστηρότητος εξετέλει τα προς την εν Βενετία αρχήν καθήκοντα αυτού και μεθ' οπόσης πειθαρχικής αμεροληψίας ετιμώρησε του Κασίου το ατόπημα… Ηθέλησε να παραδειγματίση τον Κάσιον ουχί υπό της οργής κινούμενος, αλλ' υπό της φρονήσεως και υπό του αισθήματος του καθήκοντος. Κατ' εκείνην την περίστασιν, ότε η ψυχή αυτού ούτε υπό έρωτος ούτε υπό ζηλοτυπίας επηρεάζεται, τιμωρεί τον Κάσιον, ως ήδη τιμωρεί την Δυσδαιμόναν. Ναι μεν και τότε και ήδη παροργίζεται. Ήδη πιστεύει, ότι έχει αποδείξεις της συζυγικής της Δυσδαιμόνας απιστίας. Αλλά το καθήκον ουχί η οργή κινεί την τιμωρόν αυτού χείρα. Δεν τον ωθεί, λέγει εν τω μονολόγω αυτού το πάθος, αλλά το αίτιον. Ουδέ τον αναχαιτίζει η σκέψις μη μετανοήση αφού φονεύση αυτήν. Η θέα του κάλλους της κοιμωμένης Δυσδαιμόνας συγκινεί αυτόν μέχρι δακρύων, αλλά δεν κλονίζει την απόφασίν του. Γοητεύεται υπό ηδυπαθείας ασπαζόμενος αυτήν και αισθανόμενος την ευώδη αναπνοήν, ήτις πείθει σχεδόν αυτόν να θραύση το ξίφος της Δικαιοσύνης, αλλά μένει ακλόνητος. Υψηλή τις Δικαιοσύνη ενυπάρχει εις τα σκληρά αυτού δάκρυα. Η λύπη του είναι καθώς ο Ουρανός· παιδεύει όπου αγαπά.» (Gervinus, Shakespeare Commentaries. σελ. 542).

(37) Ο Οθέλλος έρχεται με την απόφασιν να μη χύση το αίμα της συζύγου αυτού και πνίγει αυτήν διά του προσκεφαλαίου, διά του οποίου κρύπτει συγχρόνως και το πρόσωπον αυτής, όπως μη το βλέπη και κλονισθή. Αλλά διά να μη προμακρύνηται η αγωνία αυτής, καθόσον δεν είχεν εντελώς θανατωθή διά της ασφυξίας, προσφεύγει εις την μάχαιραν αυτού και την πληγόνει θανασίμως. Αι πληγαί αύται αποκαθιστώσι πιθανήν την προφοράν των λέξεων, τας οποίας προ του θανάτου αυτής λέγει. Άλλως, εάν η πρώτη του προσκεφαλαίου απόπειρα επετύγχανε, δεν ηδύνατο να λαλήση πλέον. Εις τας Αγγλικάς του κειμένου εκδόσεις ουδεμία συνήθως προστίθεται προς τον ηθοποιόν οδηγία μετά τους στίχους τούτους του Οθέλλου.