«&Τη δουλειά, που μέλλεις να κάνης θυμωμένος άφησε τη γι' αύριο&»
Κι' είπε μέσα του:
— «Εγώ δούλεψα εφτά χρόνια γι' αυτή τη συμβουλή και να μην την ακολουθήσω; Είναι κρίμα!»
Και λέγοντας αυτά, γύρισε πίσω και πάη να κοιμηθή. Αλλά, πού ύπνος! Παράδερνε ακέριες ώρες, όταν τη στιγμή, που άρχισαν να λαλούν τ' αρνίθια, τον έκλεψε ο ύπνος και δεν ξύπνησε, παρά όταν λαλούσε ο σήμαντρος της εκκλησιάς. Εκείνη τη στιγμή η γυναίκα έλεγε στον παρακοιμώμενό της:
— Σήκου, παιδί μου, γιατ' έφεξε…
— Αχ! καημένη μάνα (απολογήθηκε το παιδί) τι ευχαρίστηση μου έσβυσες! Έβλεπα στον ύπνο μου, πως ήρθε ο πατέρας μου από την Ξενιτειά…
Ακούοντας αυτά τα λόγια ο Ξενιτεμένος μας, πετάει τη μαχαίρα πέρα, και ρίχνεται απάνω στο παιδί του σα ζουρλός, λέγοντας:
— Αλήθεια είταν τ' όνειρο σου! Ήρθε ο πατέρας σου από τη Ξενιτειά!
Είμαι εγώ!
Κι' έτσι φανερώθηκε κι' έζησαν αυτοί καλά κι' εμείς καλύτερα.
Δημοτικά τραγούδια
Η ΠΙΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ
Ξενιτεμένη έπλενε στην άκρη στο πηγάδι
Κι ένας διαβάτης στάθηκε στο μαύρο του καβάλλα,
Την εχαιρέτισε γλυκά και της μιλάει με πόνο.
— Βγάλε τρεις σίκλους, λιγερή, να πιώ κι' εγώ κι' ο μαύρος,
Και θα σου δώσω μάλαμμα για τον καλό σου κόπο.
— Σου βγάζω ξένε μου νερό, να πιής κι' εσύ κι' ο μαύρος,
Το μάλαμμά σου κράτα το, σ' εμένα δεν περνάει,
Έχω τον άντρα μου μακρυά, στης Ξενιτειάς τα μέρη,
Χρόνους εννιά τον καρτερώ και τρεις θα τον προσμένω,
Κι αν ως τα τότε δεν ερθή, θα κόψω τα μαλλιά μου
Θα βάψω τα σκουτάκια μου και καλογριά θα γένω.
— Απέθανεν ο άντρας σου και μην τον περιμένης.
Δεν τον ελέγαν Κωσταντή, Σένα δε λεν Χρυσάιδω;
— Στην Ξενιτειά δουλεύουνε χιλιάδες Κωσταντήδες,
Πε μου κάνα σημάδι του κι' απέ να σε πιστέψω.
— Είταν ψηλός, είταν λιγνός, είταν και παλληκάρι,
Είχε τα μάτια σαν ελιές, τα φρύδια σα γαϊτάνια
Είχε φωνή σαν τ' αηδονιού, όταν ετραγουδούσε..
Στο θάνατό του βρέθηκα, κι' εκεί που ξεμαχούσεν
Ένα φιλάκι μούδωκε, και μου είπε να στο δώσω.
— Ξένε μου σύρε στο καλό μαζύ με το φιλί του…
Κάλλια να ιδώ το αίμα μου να τρέχη σαν ποτάμι,
Παρά τα μαγουλάκια μου να τα φιλήση ξένος.
— Δος μου, Χρυσάιδω, το φιλί, για' είμαι ο Κωσταντής σου.
Αν είσ' εσύ ο Κωσταντής, αν είσ' εσύ ο καλός μου,
Πε μου σημάδια του σπιτιού κι' απέ να σε πιστέψω.
— Έχομε σπίτι τρίπατο και κλήμα στην αυλή μας,
Κάνει σταφύλια ροζακιά με ρόγες σαν καρύδια.
— Κάποτ' απ' έξω πέρασες και τα είδες σα διαβάτης·
Πε μου σημάδια του κορμιού κι' απέ να σε πιστέψω.
— Έχεις ελιά στα στήθια σου και στη δεξιά σου πλάτη..
— Εσ' είσαι ο Κωσταντάκης μου, εσ' είσαι κι ο καλός μου!
Αγκαλιαστήκανε σφιχτά και γλυκοφιληθήκαν,
Και τράβηξαν στο σπίτι τους όλο χαρά και γέλοια.
***
Η ΚΛΕΙΔΩΜΕΝΗ ΚΑΡΔΙΑ
— Καρδιά με δεκοχτώ κλειδιά, γιατ' είσαι κλειδωμένη;
Άνοιξε, παίξε, γέλασε, σαν που είσουν μαθημένη,
Και χύσε γύρα τη χαρά με δυο γλυκά σου λόγια.
— Και πώς ν' ανοίξω να χαρώ, να παίξω, να γελάσω;
Τα χέρια, που την κλείδωσαν είναι ξενιτεμένα,
Παν τρία χρόνια ολάκαιρα, οπού τα περιμένω,
Ναρθούν να την ανοίξουνε, να παίξω να γελάσω.
— Κι' αν δεν σου ερθούνε, λιγερή; Κλειστή θα μέν' αιώνια;
— Τα χέρια, που την κλείδωναν, πήραν και τα κλειδιά της.
***
ΚΗΔΕΙΑ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ
Μα τ' είδαν τα ματάκια μου τους ξένους πώς τους θάφτουν!
Χωρίς λιβάνι και κερί και δίχως ψαλμωδία,
Χωρίς παπά και κόλυβα και δίχως μοιρολόγια
Δεν είδα μάννα να βογγάη, γυναίκα να θρηνάη,
Δεν είδα αδερφοξάδερφα να χύνουν μαύρα δάκρυα,
Παπάδες κι' εξαφτέρυγα και κόσμο ν' ακλουθάη.
Είδα μονάχα τέσσερους με χάχανα και γέλοια
Να κουβαλούνε το νεκρό σαν το σκυλλί στον λάκκο.
Ο ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΣ
Αλλοί του, πούν' στην Ξενιτειά και ξενοπαραδέρνει
Δεν έχει μάννα κι' αδερφή κι' εμπιστεμένο ταίρι
Να μαγειρεύουν του να τρώη, να πλένουν τα σκουτιά του
Να στρώνουνε το στρώμα του, να πέφτη να κοιμάται
Κι αν αρρωστήση ο δύστυχος και πέση στο κρεβάτι
Να κλαιν στο προσκεφάλι του, να χύνουν μαύρα δάκρυα.
Ξένες του μαγειρεύουνε, και πλένουν τα σκουτιά του.
Και στρώνουνε το στρώμα του και τα σκεπάσματά του.
Του μαγειρεύουν μια και δυο, του πλένουν τρεις και πέντε
Και στρώνουνε το στρώμα του και τα σκεπάσματά του,
Κι' απέ του λένε με θυμό, του λεν με καταφρόνια.
Φέρε να μαγειρέψωμε, πλέρωσε για το πλύμα,
Πλέρωσε για το στρώμα σου και τα σκεπάσματά σου.
***
Η ΞΕΝΙΤΕΙΑ
Παρακαλώ σε, Κύριε μου, και προσκυνώ σε, Θε μου,
Του ξένου δος του ξενιτειά, κι αρρώστια μην του δίνεις,
Τι η αρρώστια θέλει στρώματα, θέλει προσκεφαλάδια,
Θέλει μαννούλα στο πλευρό, γυναίκα στο κεφάλι,
Θέλει κι' αρσενικό παιδί κρύο νερό να φέρνη.
'Γώ το είδα με τα μάτια μου σ' έναν απεθαμένον·
τον πήγαν και τον έθαψαν σαν το σκυλλί στο λάκκο,
Δίχως θυμιάμα και κερί, δίχως παπά και ψάλτη
***
Η ΜΑΓΙΣΣΑ
Κινήσαν τα καράβια τα Ζαγοριανά,
Κίνησε κι' ο καλός μου, πάη στην Ξενιτειά,
Δώδεκα χρόνους χάνει χωρς απολογιά· Κι'
απάν σ' αυτόν τον χρόνο στέλνει απολογιά
Κι ένα χρυσό μαντήλι, μ' είκοσι φλωριά,
Και στο μαντήλι μέσα μια πικρή γραφή:
Κι' έλεγε του καλού μου η πικρή γραφή.
— «Θες, κόρη μου, παντρέψου, θες καλόγρεψε!
Τι εδώ πούμ' ο καημένος επαντρεύτηκα,
Επήρα μια γυναίκα κόρη μάγισσας.
Μαγεύει τα καράβια, δεν κινούν γι' αυτού
Με μάγεψε κι' εμένα, δεν κινώ κι εγώ.
Όντας κινώ για νάρθω, χιόνια και βροχές,
Όντας γυρίζω πίσω, ήλιος ξαστεριά.
Ζώνομαι τ' άρματά μου, πέφτουν κατά γης,
Πιάνω γραφή και γράφω, και ξεγράφεται!»
***
Τ' ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ
— Βαρυά κοιμάσαι, κόρη μου, βαρυά είσαι κι' υπνωμένη
Βαρυά κοιμούμαι, αφέντη μου, βαρυά είμαι κι' υπνωμένη,
Είδα έν' όνειρο κακό, που δέλει για τ' εσένα:
Είδα τον μαύρο σου γυμνό τη σέλα τσακισμένη
Και τ' αλαφρό σου το σπαθί στο δρόμο πεταγμένο.
— Μη μου σκανιάζης κόρη μου, και μη βαρυοχολιάζης
Ο μαύρος είναι Ξενιτειά κι' η σέλλα είν ο δρόμος
Και τ' αλαφρό μου το σπαθί ο καλογυρισμός μου.
Λαλούν τ' αρνίθια δυο φορές, λαλούνε τρεις και πέντε,
Φωνάζουνε μες στο χωριό και μες στο χωροστάσι:
— Ποιος είναι για την Ξενιτειά να σηκωθή να φύγη
Η συντροφιά ξεκίνησε και δεν τον καρτεράει.
Τα Διηγήματα της Ξενιτειάς 1 δραχμή
End of Project Gutenberg's Immigration Stories, by Christos Christovasilis